Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Aspanidis, Αρ. Υπόθεσης: 12920/20, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12920/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. xxx Aspanidis Κατηγορούμενος ---------------- Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού με κα Α. Χαμπή Για κατηγορούμενο: κα Ε. Μαρκουλλή Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατηγορείται για κλοπή[1], πλαστογραφία[2] και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου[3] (1η, 2η και 3η κατηγορία αντίστοιχα). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου έκλεψε όχημα, εντός του οποίου υπήρχαν χρήματα, αντικείμενα και μια επιταγή (1η κατηγορία). Ακολούθως συμπλήρωσε και οπισθογράφησε την επιταγή χωρίς εξουσιοδότηση (2η κατηγορία). Εν γνώσει του την έθεσε με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία (3η κατηγορία). Κατέθεσαν ο Α/Αστ. xxx8 (ΜΚ1) και ο Π.Θ. (ΜΚ2). Η υπεράσπιση δήλωσε ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την αξιοπιστία τους. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τεκμήριο 1). Στις 17.8.20 καταγγέλθηκε από τον ΜΚ2 ότι κλάπηκε το όχημά του. Εντός του οχήματος ήταν, μεταξύ άλλων, μια επιταγή για το ποσό των €2.100 (Τεκμήριο 2). Το όνομα του δικαιούχου ήταν κενό. Η επιταγή κατατέθηκε στο λογαριασμό του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3). Όταν κατατέθηκε στο σημείο του δικαιούχου αναγραφόταν «Α.Κ.». Στην πίσω όψη της αναγραφόταν αριθμός ταυτότητας, τηλεφώνου και μια υπογραφή. Παρέλαβε δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής από τον κατηγορούμενο για να γίνουν επιστημονικές εξετάσεις. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε τις καταθέσεις του (Τεκμήρια 5 και 6). Το όχημα κλάπηκε μεταξύ των ωρών 23:40 και 01:35. Εντός του οχήματος υπήρχε, μεταξύ άλλων, μία επιταγή για το ποσό των €2.100 (Τεκμήριο 7). Δεν αναγραφόταν όνομα στο σημείο του δικαιούχου. Δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν πρόσφερε άλλη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τεκμήριο 4). Ο A.K. του έδωσε την επιταγή έναντι χρέους. Επειδή δεν αναγραφόταν όνομα, συμπλήρωσε το όνομα του A.K., έγραψε στο πίσω μέρος την ταυτότητα και το τηλέφωνό του και του ζήτησε να την οπισθογραφήσει. Ακολούθως την κατάθεσε. Μίλησε τηλεφωνικώς μαζί του στον αριθμό που αναγράφεται στην πίσω όψη της επιταγής. Όταν κλάπηκε το όχημα βρισκόταν στη Λευκωσία. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Ο ΜΚ1 και ο ΜΚ2 μου έκαναν καλή εντύπωση. Ο ΜΚ1 περιέγραψε λεπτομερώς τις ενέργειές του ως εξεταστής της υπόθεσης. Ουδεμία μεροληπτική διάθεση ή προσπάθεια παραποίησης γεγονότων διαπιστώθηκε. Δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΚ2 απαντούσε στις ερωτήσεις με αμεσότητα. Ουδεμία τάση υπεκφυγής διαπιστώθηκε. Η αξιοπιστία του δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία τους. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Οι αρχές που διέπουν την προσέγγισή της εμπεριέχονται στην πλούσια νομολογία του Εφετείου.[4] Αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129). Η ανώμοτη δήλωση εξετάζεται μέσα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας. Δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός (Χρίστου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 46/17, ημερ. 19.7.19). Η αξία της είναι μάλλον πειστική, παρά αποδεικτική. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι έγραψε στο όνομα του δικαιούχου το όνομα «A.K.» επιβεβαιώνεται από την επιταγή (Τεκμήριο 2). Επιβεβαιώνεται ότι στο πίσω μέρος της υπάρχει υπογραφή, αριθμός ταυτότητας και τηλεφώνου. Ο ισχυρισμός ότι κατέθεσε την επιταγή σε λογαριασμό του επιβεβαιώνεται από την απόδειξη (Τεκμήριο 3). Επομένως, το Δικαστήριο μπορεί να προσδώσει αξία σ' αυτούς τους ισχυρισμούς. Εκεί όπου δεν μπορεί να προσδοθεί αξία, αφού δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία, είναι στους ισχυρισμούς του ότι, την επιταγή του την έδωσε ο A.K., ότι η υπογραφή και τα στοιχεία στην πίσω όψη της ανήκουν στον τελευταίο και ότι την επίδικη ημερομηνία ήταν στη Λευκωσία. Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων και της αξιόπιστης μαρτυρίας, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: στις 17.8.20 μεταξύ των ωρών 23:35 και 01:35 στη Λεμεσό κλάπηκε όχημα, αξίας €5.000, ιδιοκτησίας της Κ.Α.[5] Εντός του οχήματος υπήρχαν είδη ρουχισμού άγνωστης αξίας, 1.500 δολάρια και χρυσαφικά αξίας €2.000, ιδιοκτησίας του Μ.Κ.[6] και τσαντάκι αξίας €50 με χρηματικό ποσό €
- Υπήρχε επίσης επιταγή για το ποσό των €2.
- Η επιταγή δόθηκε στον ΜΚ2 προς όφελός του. Το όνομα του δικαιούχου ήταν κενό. Η επιταγή κατατέθηκε από τον κατηγορούμενο σε λογαριασμό του. Ο κατηγορούμενος έγραψε στο όνομα του δικαιούχου «A.K.». Στην πίσω όψη της αναγράφονταν αριθμός ταυτότητας, τηλεφώνου και μια υπογραφή. Σημειώνω ότι η επιλογή του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να συμπληρώσει τυχόν κενά στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής (Αχτάρ v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 207/08 κ.ά., ημερ. 16.7.10). Η τελευταία έχει την υποχρέωση να αποδείξει την ενοχή πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Αναφορικά με το αδίκημα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, δικαιούχος στην επιταγή εμφανιζόταν ο A.K. και ακολούθως, λόγω της κατ' ισχυρισμό οπισθογράφησης, ο κατηγορούμενος. Στην πραγματικότητα δικαιούχος ήταν ο ΜΚ2 στον οποίο ο εκδότης παρέδωσε την επιταγή. Το γεγονός ότι ο εκδότης δεν συμπλήρωσε το όνομα του δικαιούχου δεν έχει σημασία αφού ο ΜΚ2 ήταν νόμιμος κάτοχος (Popovic v. Κιττή, Ποινική Έφεση 173/17, ημερ. 17.1.18). Προκύπτει επομένως ότι η συμπλήρωση της επιταγής από τον κατηγορούμενο χωρίς την εξουσιοδότηση του δικαιούχου (ΜΚ2) κατέστησε την επιταγή πλαστό έγγραφο. Το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι αν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμπλήρωση (και η μετέπειτα κατάθεση) της επιταγής έγιναν χωρίς την εξουσιοδότηση του δικαιούχου της. Στην καθοδηγητική επί του θέματος απόφαση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 λέχθηκαν τα εξής: «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωσή του.» Η κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε οποιαδήποτε (περιστατική) μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμπλήρωση της επιταγής έγινε χωρίς την εξουσιοδότηση του δικαιούχου της. Ισχυρισμός του ήταν ότι θεωρούσε ως δικαιούχο τον A.K., ο οποίος μάλιστα οπισθογράφησε την επιταγή. Διαφωτιστικά ενδεχομένως να ήταν τα αποτελέσματα από τις εξετάσεις των δειγμάτων γραφής που έλαβε η αστυνομία. Δεν παρουσιάστηκαν. Τυχόν ψεύδη του κατηγορούμενου ίσως να αποτελούσαν στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας σε βάρος του (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε. Άγνωστο παραμένει κατά πόσον η υπογραφή στην πίσω όψη της επιταγής ανήκει σε τρίτο πρόσωπο ως ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ή στον κατηγορούμενο ως οι λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου. Άγνωστο παραμένει κατά πόσον τα στοιχεία στην πίσω όψη της επιταγής ανήκουν στον A.K. ως ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου. Άγνωστο παραμένει κατά πόσον το άλλοθι που προέβαλε ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του, η ανατροπή του οποίου βαραίνει την κατηγορούσα αρχή, ευσταθεί (Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100). Η κατοχή της επιταγής από τον κατηγορούμενο δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να οδηγήσει άνευ ετέρου σε εύρημα ενοχής του στο αδίκημα της κλοπής. Η ενοχή πρέπει να προκύπτει από την περιστατική μαρτυρία πέραν από κάθε λογική αμφιβολία και να μην μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία (Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Τα κενά στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν μπορούν να αγνοηθούν. Όπως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση Αχιλλέως v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 327/18, ημερ. 29.9.20: «Η παράλειψη εξέτασης ουσιωδώς στοιχείου της υπόθεσης υπό των ανακριτικών αρχών, δηλαδή στοιχείου που είναι ουσιώδες ή απαραίτητο για να κριθεί η αξιοπιστία κάποιων μαρτύρων, μπορεί να οδηγήσει ένα Δικαστήριο στο συμπέρασμα μη επαρκούς απόδειξης της υπόθεσης». Η κατηγορούσα αρχή είχε το βάρος να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στον απαιτούμενο βαθμό. Εύλογες αμφιβολίες δημιουργούνται υπό τις περιστάσεις κατά πόσον ο κατηγορούμενος έκλεψε το όχημα εντός του οποίου ήταν η επιταγή. Εύλογες αμφιβολίες δημιουργούνται κατά πόσον ήταν ο κατηγορούμενος που οπισθογράφησε την επιταγή ή κάποιος άλλος. Εύλογες αμφιβολίες δημιουργούνται κατά πόσον ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι συμπλήρωσε και ακολούθως κατάθεσε την επιταγή χωρίς την εξουσιοδότηση του δικαιούχου της. Όλα αποτελούν συστατικά στοιχεία των κατηγοριών. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, δεν επιτρέπονται (Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 233/17, ημερ. 28.7.20). Οι κατηγορίες 1 - 3 δεν αποδείχθηκαν πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 255, Κεφ. 154 [2] Άρθρα 331 και 333(α)(δ)(i), Κεφ. 154 [3] Άρθρο 339, Κεφ. 154 [4] Κόλιας v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση106/15, ημερ. 17.5.18, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 96/16, ημερ. 28.11.17, Α.Δ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 91/14, ημερ. 22.6.16 [5] Έγγραφο Β ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του [6] Έγγραφο Γ ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο