RAIL 1520 FINANCE CYPRUS LTD κ.α. ν. ICT HOLDING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 835/20, 22/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 835/20 Μεταξύ:
- RAIL 1520 FINANCE CYPRUS LTD
- OVILLENO HOLDINGS LTD
- RAIL 1520 (BVI) LTD
- RAIL HOLDINGS LTD Εναγόντων και
- ICT HOLDING LTD
- INVESTMENT CONSTRUCTIONS TECHNOLOGY (ICT)
- ΧΧΧΧ NESES
- ΧΧΧΧ YANAKOV
- ΧΧΧΧ SAVUSHKIN Εναγομένων Αίτηση Ημερομηνίας 19.5.2020 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.10.20 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες 1 και 2 - Αιτητές: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης και κ. Γ. Οικονόμου Για τους Εναγομένους 1 και 2 - Καθ΄ών η Αίτηση: κ. Π. Πολυβίου, κ. Τ. Παντελή και κ. Μ. Δράκος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγουσες επικαλούμενες αμφισβητούμενες συναλλαγές από τους Εναγομένους ζητούν αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων για ζημιές που προκλήθηκαν από ένα κατ΄ισχυρισμό ανέντιμο σχέδιο συνομωσίας που αφορούσε 3 συναλλαγές οι οποίες καθοδηγήθηκαν και εκτελέστηκαν από τους Εναγομένους και τον Όμιλο ICT ως σύνολο. Ως εκ τούτου στις 19.5.2020 καταχώρισαν σχετική αγωγή και πέτυχαν μονομερώς την έκδοση διατάγματος που απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους εναγόμενους 1 και 2 από το να πωλήσουν, μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν περιουσιακά τους στοιχεία είτε αυτά ανήκουν αποκλειστικά δικά τους είτε τα κατέχουν από κοινού με τρίτους εντός και εκτός της Κύπρου υπό μορφή κινητής και ακίνητης περιουσίας ώστε ανά πάσα στιγμή να μην μπορεί να μειωθεί το ποσό των Ρωσικών Ρουβλιών 8.005.474.250,00 και ή το ισάξιο σε Ευρώ 100.548.756,58 από τον καθένα μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Νομική βάση της αίτησης είναι κυρίως το άρθρο 32 του Ν14/60 όπως επίσης τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Λοϊζίδη, ο οποίος είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τις Αιτήτριες και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τις Αιτήτριες να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους προχώρησε ο ίδιος στην παράθεση των γεγονότων μέσω της ένορκης του δήλωσης αντί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που έχει σχέση με τις Αιτήτριες. Ο Λοϊζίδης στην ένορκη του δήλωση κάνει αναφορά στην σχέση του Ομίλου UWC και του Ομίλου ICT καθώς και στις 3 αμφισβητούμενες συναλλαγές για τις οποίες ως ισχυρίζεται πρωταρχικό ρόλο για την ολοκλήρωση τους είχε ο Όμιλος ICT. Ως ισχυρίζεται ο Όμιλος ICT είχε τον έλεγχο της UWC και κατ΄επέκταση των θυγατρικών εταιρειών της (ενάγουσες 1-4). Η ένορκη δήλωση του Λοϊζου είναι διαχωρισμένη σε ενότητες και πιο κάτω παραθέτω πολύ μικρή περίληψη τους. Στην πρώτη ενότητα αναφέρεται στους διάδικους και κάνει περίληψη της κατ΄ισχυρισμό απάτης και συνομωσίας. Στην ενότητα δύο αναφέρεται στις αμφισβητούμενες συναλλαγές. Η πρώτη αμφισβητούμενη συναλλαγή αφορά την εξαγορά της Titran-Express από την Ενάγουσα 1 και ισχυρίζεται ότι στις 18.12.15 συνήφθη συμφωνία δικαιώματος αγοράς μεταξύ μιάς εταιρείας του Ομίλου ICT και συγκεκριμένα της ICT Investment Advisors Ltd και της Ενάγουσας 1 για την πώληση της πιο πάνω αναφερόμενης εταιρείας. Είναι η θέση του ότι η συμφωνία υπογράφτηκε και για τις δύο εταιρείες από την ΧΧΧΧ Σαββίδου, η οποία ενεργούσε με βάση συμφωνία για την παροχή υπηρεσιών και συγκεκριμένα ενεργούσε ως εντολοδόχος της Εναγομένης
- Περαιτέρω αναφέρει ότι η Ενάγουσα 2 κατέβαλε στην Ενάγουσα 1 το ποσό των 2.004.274.250,00 Ρωσικών Ρουβλιών. Ισχυρίζεται ότι το ποσό που καταβλήθηκε για την αγορά της Titran-Express προς την ICT Investment Advisors Ltd υπερέβαινε κατά πολύ την πραγματική αξία κατά τον κρίσιμο χρόνο. Είναι η θέση του ότι η συναλλαγή δεν έγινε επί εμπορικής βάσης αφού όπως τον πληροφορεί ο κ. ΧΧΧΧ Sapozhnikov μια συναλλαγή αυτού του μεγέθους θα απαιτούσε να υπάρξουν εβδομάδες διαπραγματεύσεων, συμμετοχή εξωτερικών συμβούλων, δέουσα επιμέλεια, εξελιγμένη τεκμηρίωση, κατάλογο επιχειρηματικών εγγυήσεων κ.α. Στην παράγραφο 51 της ένορκης δήλωσης του παραθέτει τους υπόλοιπους λόγους γιατί η πώληση της Titran-Express την οποία πώληση την χαρακτηρίζει ως ασυνήθιστη. Η δεύτερη αμφισβητούμενη συναλλαγή αφορά την εξαγορά της TM ENERGO η οποία εξαγοράστηκε πάλι αρχικά από τον Όμιλο ICT και πωλήθηκε στην Ενάγουσα 2, σε σχέση με το 100% των μετοχών της. Είναι δε πάλι η θέση του ότι η συναλλαγή δεν επεσυνέβη επί εμπορικής βάσης και κάνει ιδιαίτερη αναφορά στον τρόπο που προχώρησε αυτή η αγορά και η πιθανή ζημιά της Ενάγουσας
- Η τρίτη αμφισβητούμενη συναλλαγή την οποία ονομάζει ως εξαγορά υπηρεσιών της United Wagon. Αναφέρει ότι οι Ενάγουσες 3 και 4 απέκτησαν υπηρεσίες της United Wagon από εταιρεία που ανήκει πάλι στον Όμιλο ICT και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο πωλήθηκαν υπηρεσίες στις Ενάγουσες 3 και
- Κάνει αναφορά στην Έκθεση της PWC και συγκεκριμένα στο τι αναφέρει ο ΧΧΧΧ Tsyplakov, τονίζει ότι οι υπηρεσίες στο πλαίσιο των Συμβάσεων Υπηρεσιών αφορούσαν την παροχή εγγυήσεων που παρασχέθηκαν από την United Wagon για την εξασφάλιση υποχρεώσεων δύο άλλων θυγατρικών της UWC, της LLC Rail 1520 Leasing και της LLC UWC Finance. Είναι δε η θέση του ότι και αυτή η συναλλαγή δεν επεσυνέβη επί εμπορικής βάσης. Η έκταση των υπηρεσιών στις συμβάσεις υπηρεσιών είναι αόριστη και γενική και δεν αναφέρει τα εξασφαλισμένα έργα, οι δύο πελάτες βάση των συμβάσεων υπηρεσιών, Ενάγουσες 3 και 4 διαφέρουν από τους οφειλέτες στο πλαίσιο των εξασφαλισμένων έργων. Η πρώτη σύμβαση υπηρεσιών υπογράφηκε από την ΧΧΧΧ Σαββίδου και ΧΧΧΧ Σοφοκλέους, ως διευθύντριες της United Wagon και την ΧΧΧΧ Σαββίδου ως διευθύντρια της Ενάγουσας
- Στη συνέχεια αναφέρεται στα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων, στο κατ΄επείγον της αίτησης και συγκεκριμένα στην παράγραφο 93 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι: «Η ικανοποίηση του κατεπείγοντος εξάγεται κατά τρόπο απόλυτο και από τα ευρήματα στην απόφαση ημερομηνίας 4.5.20 στην υπόθεση με αριθμό 2100/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (τεκμήριο 1), όπου αποφασίστηκε πως «η προσαχθείσα από πλευράς Ενάγουσας μαρτυρία έχει καταδείξει τον κίνδυνο να μην ικανοποιηθεί η τυχόν εκδοθείσα απόφαση στην αξίωσης της, η οποία αγγίζει το ποσό των USD200.000.
- Παρά την οικονομική ευρωστία των Εναγομένων εντούτοις, όπως έχει διαφανεί, τα περιουσιακά τους στοιχεία αποτελούνται στη συντριπτική τους πλειοψηφία από μετοχές σε διάφορες εταιρείες οι οποίες εύκολα μπορούν να μεταβιβαστούν ή ακόμα και να απολέσουν την πραγματική τους αξία, με αποτέλεσμα σε περίπτωση που τυχόν επισυμβεί κάτι τέτοιο, να είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος μη ικανοποίησης της προς όφελος της Ενάγουσας τυχόν εκδοθείσας απόφασης». Είναι δε η θέση του ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει ξεκάθαρα προς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι η έκδοση του είναι δίκαιη και πρόσφορη. Οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 έχουν καταχωρήσει ένσταση. Ισχυρίζονται κατ΄αρχάς ότι το απαγορευτικό διάταγμα που συντάχθηκε στις 26.5.19 δεν βρίσκεται σε ισχύ καθότι ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ και είναι παράτυπο γιατί το Δικαστήριο στις 19.5.20 απεφάσισε να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ως η παράγραφος Α υπό την προϋπόθεση ότι θα κατατίθετο τραπεζική εγγύηση ύψους €500.000 και όρισε το διάταγμα επιστρεπτέο στις 26.5.
- Οι Αιτήτριες δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους που έθεσε το Δικαστήριο. Στις 26.5.20 που εμφανίστηκαν ενώπιον Δικαστηρίου δεν εξήγησαν τους λόγους για τους οποίους δεν υπήρχε συμμόρφωση και το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας στις 26.5.20 διέταξε την επίδοση της αίτησης ημερ. 19.5.20 στις 2.6.20 και το «Διάταγμα σε ισχύ». Το διάταγμα αναφέρει ότι εκδόθηκε την 19.5.20 και 26.5.20 και συνεπώς δεν συνάδει με τα πρακτικά του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου είναι η θέση τους ότι δεν υπάρχει το συγκεκριμένο διάταγμα. Περαιτέρω στην ένσταση τους παραθέτουν εννέα λόγους ένστασης. Περιληπτικά οι λόγοι αναφέρουν ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν14/60, δεν έχει διαφανεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι υπάρχουν ορατές πιθανότητες οι Αιτήτριες να δικαιούνται σε θεραπεία της αγωγής τους. Δεν έχει διαφανεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι θα είναι δύσκολο και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης, δεν έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατ΄επείγοντος, οι Αιτήτριες έχουν παραβιάσει το καθήκον της πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων, η εγγύηση που παραχωρήθηκε είναι παράτυπη και εσφαλμένη, η αίτηση είναι ανυπόστατη και παράτυπη και δεν έχει διαφανεί οιοσδήποτε λόγος και/ή καλός λόγος για να εγκριθεί η αίτηση. Τα γεγονότα που βασίζεται η ένσταση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της ΧΧΧΧΧ Δαμιανού η οποία είναι δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο Ανδρέας Ν. Σοφοκλέους & Σία ΔΕΠΕ το οποίο εκπροσωπεί μαζί με άλλους δικηγόρους τις Καθ΄ων η αίτηση 1 και
- Είναι δε εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και εξηγεί τους λόγους γιατί προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση. Στην παράγραφο 13 επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους ισχυρίζονται ότι το διάταγμα που συντάχθηκε στις 26.5.19 δεν βρίσκεται σε ισχύ και ότι ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ και είναι παράτυπο. Στις παραγράφους 14-20 αναφέρεται ότι η μονομερής αίτηση για το διάταγμα παγοποίησης έχει αλλότρια κίνητρα, στις παραγράφους 21-25 αναφέρεται στην αναξιοπιστία των Αιτητριών και στις παραγράφους 25-30 παραθέτουν περιληπτικά τις θέσεις τους οποίες είναι οι ακόλουθες: «
- Συνοπτικά, οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι το 2015-2016 οι Καθ ών η αίτηση συνωμότησαν για να εξαπατήσουν τις Αιτήτριες μέσω της διευθέτησης αρκετών συναλλαγών, οι οποίες προκάλεσαν κατ΄ισχυρισμό ζημιές στις Αιτήτριες. Ειδικότερα, οι Αιτήτριες αναφέρονται σε τρείς συναλλαγές:
- Την εξαγορά από την Ενάγουσα 1 και στην Ενάγουσα 2 του 100% των μετοχών της Joint-Stock Company "Tikhvin Assembly Plant "Titran-Express" (Ρωσίας) (η "Titran-Express") για κατ΄ισχυρισμό υπερτιμημένη αξία.
- Την εξαγορά από την Ενάγουσα 2 του 100% των μετοχών της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "Transmashenergo" (Ρωσίας) (η "TM-Energo") επίσης για κατ΄ισχυρισμό υπερτιμημένη αξία και
- Πληρωμή αμοιβών από την Ενάγουσα 3 και την Ενάγουσα 4 για την παροχή εγγυήσεων ως εξασφάλιση για ορισμένες υποχρεώσεις διαφόρων θυγατρικών των Αιτητριών, όπου δεν υπήρχε υπό τις περιστάσεις κατ΄ισχυρισμό οικονομική λογική γι΄αυτό.
- Πιστεύω ότι οι ως άνω ισχυρισμοί είναι μεταγενέστερες σκέψεις και δεν έχουν αξία, γιατί όλες οι συναλλαγές συνάφθηκαν με καλή πίστη και σε δίκαιη αξία, όπως αναφέρεται κατωτέρω». Σε σχέση με την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 4.5.20 τονίζει ότι η συγκεκριμένη απόφαση δεν είναι δεσμευτική. Η διαφορά είναι μεταξύ διαφορετικών διαδίκων, προσκομίζονται νέα στοιχεία και υπάρχουν νομικά επιχειρήματα που είναι διαφορετικά απ΄αυτά στην αγωγή με αριθμό 2100/
- Στις παραγράφους 33 και 34 παραθέτει τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να ακυρωθεί το διάταγμα. Στις παραγράφους 36-79 αναφέρεται στο ιστορικό της διαφοράς και στις παραγράφους 80-177 αναφέρεται στις 3 αμφισβητούμενες συναλλαγές. Είναι δε η θέση της ότι δεν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των Καθ΄ων η αίτηση 1 και
- Σε σχέση με το κατ΄επείγον αναφέρεται στις παραγράφους 187 και 193 και στις παραγράφους 194-225 αναφέρεται στην παραβίαση του καθήκοντος πλήρης και ειλικρινούς αποκάλυψης. Συνοψίζοντας αναφέρει ότι οι Αιτήτριες δεν αποκάλυψαν αριθμό ουσιωδών γεγονότων τα οποία ήταν σχετικά για το Δικαστήριο ώστε να αποφασίσει κατά πόσο υπήρχε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατές οι προοπτικές επιτυχίας. Τέλος αναφέρεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν14/60 καθώς και στο ισοζύγιο της ευχέρειας. Καλεί δε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση και να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα. Στην αρχή της ένστασης τους οι Καθ΄ων η αίτηση αναφέρουν ότι από την στιγμή που δεν υπήρξε συμμόρφωση με τους όρους που έθεσε το Δικαστήριο το διάταγμα που εκδόθηκε στις 19.5.20 και δεν είχε συνταχθεί δεν έχει αποκτήσει οποιαδήποτε ισχύ. Είναι γεγονός ότι οι τραπεζική εγγύηση κατατέθηκε από τις Αιτήτριες στις 26.5.20 και την ίδια μέρα οι δικηγόροι των Αιτητριών ζήτησαν χρόνο για επίδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο έδωσε αυτό τον χρόνο και στο τέλος απεφάσισε όπως το διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 9 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο που έχει εκδώσει το διάταγμα έχει διακριτική εξουσία να παρατείνει ή όχι την ισχύ. Για αυτόν τον λόγο το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση διέταξε όπως το διάταγμα που εκδόθηκε στις 19.5.20 παραμείνει σε ισχύ. Το Δικαστήριο έχει αποφασίσει στις 26.5.20 ότι το διάταγμα θα παραμείνει σε ισχύ χωρίς να δώσει οποιαδήποτε άλλη εξήγηση. Συνεπώς η οποιαδήποτε πλέον ενασχόληση του με αυτό το θέμα δεν εμπίπτει πλέον στη δικαιοδοσία του και μπορεί να αποτελέσει άλλο δικονομικό θέμα, ως εκ τούτου δεν θεωρώ ορθό να εξετάσω περαιτέρω το θέμα αυτό. Μια άλλη σειρά λόγων ένστασης είναι ότι οι Αιτήτριες δεν έχουν εκπληρώσει το καθήκον τους για αποκάλυψη όλων των γεγονότων και επειδή το καθήκον αυτό προηγείται οποιασδήποτε εξέτασης της πλήρωσης ή μη των προϋποθέσεων του άρθρου 32 θα προχωρήσω και με την εξέταση αυτών των λόγων σε αυτό το αρχικό στάδιο. Η εξέταση αυτή είναι εγγενής με το ρόλο του Δικαστηρίου ως θεματοφύλακα της έννομης τάξης αφού σε μονομερείς αιτήσεις ως υψίστης πίστεως διαδικασίες προβάλλεται έντονη η ανάγκη όχι μόνο να δίδονται όλα τα ουσιώδη γεγονότα αλλά και να υπάρχει παράθεση αυτών με καθαρό τρόπο και χωρίς υποψία παραπλάνησης. Η Κυπριακή νομολογία είναι διαυγής και αυστηρή ως προς το θέμα: Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.,
(2010)1(A) A.A.Δ, 82, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού προέβη σε εκτενή ανάλυση της νομολογίας ως προς το θέμα, ανάφερε τα εξής σχετικά: «Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφασή του στην υπόθεση The Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd ν. άλλων
(1998)1(Β) ΑΑΔ 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της απόφασης, η οποία είχε δοθεί από τον Γ. Πική, Πρόεδρο, από τη σελίδα 1186 του τόμου Αποφάσεων: "Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά· διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά. (ανωτέρω)(σελ. 4) «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στη M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. THE TIMBERLAND CO OF USA (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα του, τις οποίες αμφισβητεί. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι:-(σελ. 7) «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθ΄ως και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 598)». Είναι η θέση των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 ότι οι Αιτήτριες στην παρούσα υπόθεση παραβίασαν την υποχρέωση τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων κατά το μονομερές στάδιο και συγκεκριμένα ότι παραπλάνησαν το Δικαστήριο ως προς την κατ΄επείγουσα φύση της αίτησης με το να μην αποκαλύψουν ότι τα αποτελέσματα της έκθεσης PWC ήταν γνωστά σ΄αυτούς από τον Μάιο του 2019 και η τελική έκθεση από τον Σεπτέμβριο του
- Ότι η Καθ ΄ης η αίτήση 1 είναι μια μεγάλη Κυπριακή επενδυτική εταιρεία με καθαρά περιουσιακά στοιχεία US$1,7 δισεκατομμύρια την 30 Ιουνίου 2019 και καθαρά περιουσιακά στοιχεία US$2,2 δισεκατομμύρια την 31 Δεκεμβρίου
- Ότι οι Καθ΄ων η αίτηση έχουν μεγάλο χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων προς τράπεζες το οποίο υποχρεώνει τους Καθ΄ων η αίτηση να διατηρούν μια υγιή και σταθερή οικονομική κατάσταση, το ότι εκκρεμούσης της αρχικής αγωγής η οποία διάρκεσε περίπου ένα χρόνο οι Καθ΄ων η αίτηση όχι μόνο δεν αποξένωσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία αλλά αντίθετα ενίσχυσαν την οικονομική τους κατάσταση και το ότι τα δύο εγγεγραμμένα ενέχυρα που αναφέρει ο κ. Λοϊζίδης στην ένορκη του δήλωση δόθηκαν προς όφελος κρατικού οργανισμού και αποτελούν μέρος νομίμων συναλλαγών με μια Ρωσική κρατική εταιρεία οι οποίες συνομολογήθηκαν πριν από την έγκριση της UWC. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι Αιτήτριες παραπλάνησαν το Δικαστήριο ως προς τα στοιχεία που αφορούν το ισοζύγιο της ευχέρειας με την αναφορά τους ότι οι Καθ΄ων η αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά. Ότι δεν αποκάλυψαν ότι κατά τη διάρκεια της Ακρόασης στην αρχική αγωγή στις 5.2.20 οι εκπρόσωποι σε αυτή την αγωγή δήλωσαν την ετοιμότητα των πελατών τους για αναθεωρημένο διάταγμα το οποίο θα εξαιρούσε οποιεσδήποτε πληρωμές αναφορικά με τις υποχρεώσεις των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 και ότι σ΄αυτό το διάταγμα δεν προνόησαν παρόμοια εξαίρεση αντίθετα συμπεριέλαβαν εξαίρεση ύψους €15.000 μηνιαίως για έξοδα που γίνονται κατά τη συνήθη πορεία εργασιών. Δεν απεκάλυψαν ότι η αξία απόκτησης των περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκε με βάση την πρώτη και δεύτερη αμφισβητούμενη συναλλαγή συνάδει και δεν αποκλίνει από την αξία που η σημερινή διοίκηση της UWC προσδίδει στα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Έχω εξετάσει ιδιαίτερα τα πιο πάνω στοιχεία σε σχέση και με την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Είναι φανερό ότι η όλη δομή αλλά και το πνεύμα της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση ήθελε να αποδώσει στο Δικαστήριο ενέργειες των Καθ΄ων η αίτηση προς τις Αιτήτριες σε σχέση με τις αμφισβητούμενες συναλλαγές και το μέγεθος της ζημιάς που ισχυρίζονται ότι προξενήθηκε στις εταιρείες τους. Όμως τα όσα αναφέρονται στην ένσταση ότι οι Αιτήτριες απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία τα οποία έπρεπε να παρουσιάσουν και συγκεκριμένα στοιχεία που αφορούν το κατεπείγον της αίτησης, στοιχεία που έχουν σχέση με τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία των Καθ΄ων η αίτηση αλλά και στοιχεία που αφορούν το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν αποτελούν στοιχεία τα οποία η απόκρυψη τους οδηγεί άμεσα στην παραβίαση του καθηκόντως πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης η οποία να ισοδυναμεί με απόρριψη της αίτησης. Ως εκ τούτου κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει την αίτηση κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Πριν από οποιαδήποτε παράθεση των συγκεκριμένων θέσεων και αντικρούσεων είναι ορθό να τεθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως έχουν αναλυθεί από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την στιγμή που τόσο η στηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση όσο και η ένορκη δήλωση η οποία στηρίζει την ένσταση καλύπτουν αρκετές σελίδες και περιλαμβάνουν πλήθος στοιχείων και λεπτομερειών που συναρτώνται με τις προβαλλόμενες 3 προϋποθέσεις του άρθρου
- Αφού η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάζει τα κάτωθι: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον ο,τιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D
(1999)1 Α.Α.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Στην εξέταση λοιπόν των προϋποθέσεων του άρθρου 32, το Δικαστήριο πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στο να μην εμπλακεί σε θέματα που άπτονται της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων και να περιοριστεί στην εφαρμογή των αρχών και προϋποθέσεων που καθορίζει η νομολογία ως σχετικές με την άσκηση της εξουσίας του ως προς την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Μέσα στα πιο πάνω πλαίσια και θεωρώντας την υπάρχουσα δικογραφία κρίνω ότι οι Αιτήτριες έχουν καταδείξει σοβαρές ενδείξεις ότι και οι τρείς συναλλαγές για τις οποίες γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση του Λοϊζίδη παρουσιάζουν στοιχεία τα οποία δίδουν το δικαίωμα στις Αιτήτριες να τις θεωρούν συμφωνίες οι οποίες υπεγράφησαν εκτός της εμπορικής βάσης και συγκεκριμένα ο τρόπος κατάρτισης, ο χρόνος διεκπεραίωσης, τα πρόσωπα τα οποία υπέγραψαν τις συμφωνίες, η τυχόν υπερτίμηση των ποσών που οι Αιτήτριες χρειάστηκε να καταβάλουν. Όλα τα πιο πάνω σωρευτικά καταδεικνύουν πάντα στα πλαίσια μιας συζητήσιμης υπόθεσης την πιθανότητα να δικαιούνται οι Αιτήτριες τις θεραπείες που αξιώνουν με την αγωγή τους. Εκ πρώτης όψεως καταδεικνύεται ότι οι επίδικες συναλλαγές είχαν υπογραφεί από το ίδιο πρόσωπο χωρίς όμως να ληφθεί υπόψη η υπερτιμημένη εξαγορά ως ισχυρίζονται οι Αιτήτριες τόσο της Titran-Express όσο και της TM-ENERGO αλλά και την αγορά υπηρεσιών από τις Ενάγουσες 3 και 4 ενώ η εταιρεία που παρείχε τις συγκεκριμένες υπηρεσίες η UWP άνηκε και ελεγχόταν από τον όμιλο ICT κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι ισχυρισμοί όσο αφορά την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων αλλά και το θέμα της παραγραφής το οποίο δεν διαπιστώνεται άμεσα είναι ισχυρισμοί οι οποίοι θα εξετασθούν στο στάδιο της ουσίας και όχι σ΄αυτό το στάδιο. Με βάση τα πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει ότι τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν14/60 πληρούνται, έχοντας λάβει πολύ σοβαρά υπόψη τις θέσεις και τους ισχυρισμούς της ένστασης. Ερχόμενος τώρα να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και συγκεκριμένα αν είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως αναφέρεται στην τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Η απαίτηση των Αιτητριών είναι αποζημιώσεις σε σχέση με τυχόν παραβιάσεις κατά την σύναψη των πιο πάνω αναφερόμενων συναλλαγών οι οποίες πάντοτε κατά τους ισχυρισμούς έγιναν κατά παράβαση της σύνηθης εμπορικής βάσης. Στην ένορκη του δήλωση ο Λοϊζίδης επεξηγεί πάντοτε με βάση τους ισχυρισμούς του την πιθανότητα αποξένωσης της περιουσίας των Καθ΄ων η Αίτηση 1 και
- Είναι γνωστή η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι δεν απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης αποξένωσης. Από την άλλη η Δαμιανού επεξηγεί με κάθε λεπτομέρεια τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ΄ων η Αίτηση. Τονίζει δε ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση είχαν και το χρόνο αλλά και τις ευκαιρίες να αποξενώσουν μεγάλο μέρος από την περιουσία τους ειδικά στο χρόνο που μεσολάβησε από την καταχώρηση της Αγωγής 2100/19 και την εκδίκαση της αίτησης. Το γεγονός ότι οι μέτοχοι της Καθ΄ης η αίτηση 2 - Εναγόμενοι 3 και 4 είναι εξειδικευμένοι και έμπειροι διεθνής επιχειρηματίες καθώς και το γεγονός ότι οι Καθ΄ων η αίτηση ως μέλη του ομίλου ICT έχουν στη διάθεση τους ένα τεράστιο υπεράκτιο δίκτυο εταιρειών αυτό από μόνο του δεν αποτελεί τεκμηρίωση ότι οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 είναι αφερέγγυοι και ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας τους. Είναι δε γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν αποτελούν μέρος της παρούσας διαδικασίας για τους οποίους όμως γίνεται ιδιαίτερη και εκτενής αναφορά στην ένορκη δήλωση του Λοϊζίδη. Οι ενέργειες των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 είναι αυτές που θα εξεταστούν και είναι με βάση αυτές τις ενέργειες που το Δικαστήριο έχει αποφασίσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις 1 και 2 του άρθρου 32 του Ν.14/
- Από μόνες τους όμως αυτές οι ενέργειες δεν καθιστούν τους Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 αφερέγγυους και ούτε έχει διαπιστωθεί μέσα από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Λοϊζίδη ότι τόσο οι Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 2 αλλά και οι Εναγόμενοι 3 και 4 μπορούν και είναι εύκολο να αποξενώσουν ολόκληρη την περιουσία τους ώστε οι Αιτήτριες να μην μπορούν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους στην περίπτωση που θα εκδοθεί απόφαση υπέρ τους. Μετά από αυτή την κατάληξη μου δεν θα ήταν αναγκαίο να εξετάσω τόσο το ισοζύγιο της ευχέρειας αλλά και το κατ΄επείγον της αίτηση, όμως για να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα θα προχωρήσω στην εξέταση τους. Ένα διάταγμα εκδίδεται αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο είναι δίκαιο ή πρόσφορο προς εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης δηλαδή τη διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων (Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου, αρ. 1
(1992)1 Α.Α.Δ. 54). Τα όσα αναφέρονται στις παρ. 97-113 της ένορκης δήλωσης του Λοϊζίδη σε σχέση με την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων δεν τεκμηριώνονται και απλά μπορεί να θεωρηθούν ως ισχυρισμοί των Αιτητριών και οι Αιτήτριες θα μπορούν να ικανοποιήσουν την τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους. Σε αντίθεση με τα όσα αναφέρουν οι Αιτήτριες η συνέχιση του διατάγματος θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα τους. Μπορεί μέσα από τα δημοσιεύματα που οι Αιτήτριες έχουν προβεί και επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 6, στην ένορκη δήλωση Δαμιανού και τη διαπίστωση ότι το διάταγμα μπορεί να επηρεάζει μικρό ποσοστό της περιουσίας τους, τα συγκεκριμένα δημοσιεύματα δεν ήτο αναγκαίο να γίνουν από τις Αιτήτριες και από τη στιγμή που έγιναν είναι ικανά να προξενήσουν οποιεσδήποτε δυσχέρειες ή ζημιές στον συγκεκριμένο όμιλο. Συνεπώς καταλήγω ότι το ισοζύγιο δεν βαρύνει προς την κατεύθυνσης της συνέχισης του συγκεκριμένου διατάγματος. Σε σχέση δε με το κατ΄επείγον πολύ περιληπτικά αναφέρω ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 4.5.20 στην Αγωγή 2100/19 είναι ο μόνος λόγος που οι Αιτήτριες έχουν προωθήσει ως προς το κατ΄επείγον της συγκεκριμένης αίτησης. Η συγκεκριμένη απόφαση όμως από μόνη της δεν καθιστά την αίτηση κατ΄επείγουσα από την στιγμή που οι Αιτήτριες γνώριζαν τα γεγονότα πολύ ενωρίτερα από τις 4.5.20 και συγκεκριμένα η έκθεση της PWC λήφθηκε από τις Αιτήτριες τον Σεπτέμβριο του 2019. Ως εκ τούτου ούτε και το στοιχείο του κατ΄επείγοντως δεν έχουν αποδείξει οι Αιτήτριες. Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω είναι η απόρριψη της αίτησης και η ακύρωση του διατάγματος με έξοδα υπέρ των Καθ ΄ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον των Αιτητριών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) ............ Μ. Δρουσιώτης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο