ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΚΟΥΡΟΥΣΙΗ, Αρ. Αγωγής: 966/2012, 12/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 966/2012 Μεταξύ: XXX ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ Ενάγοντος και XXX ΚΟΥΡΟΥΣΙΗ Εναγόμενου Αίτηση ημερομηνίας 18.01.2020 Ημερομηνία: 12.10.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: Καμία εμφάνιση (ηλεκτρονικά: Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ) Για Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: Καμία εμφάνιση (ηλεκτρονικά: Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία ΔΕΠΕ) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [Λόγω των υγειονομικών μέτρων που είναι σε ισχύ για την αντιμετώπιση του Covid-19, η απόφαση διαβιβάζεται ηλεκτρονικά στους συνηγόρους των διαδίκων, με τη συγκατάθεσή τους, και δι' αυτής της διαβίβασής της θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα] Ο Εναγόμενος, με βάση πωλητήριο έγγραφο που συμφώνησε με τον Ενάγοντα, πώλησε στον Ενάγοντα δύο ακίνητα στη Λεμεσό, τα οποία στη συνέχεια παρέλειψε να του μεταβιβάσει. Ο Ενάγων ήγειρε αγωγή για ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου και διαζευκτικά για αποζημιώσεις, πλην όμως την ήγειρε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπου η αγωγή είχε λάβει τον αριθμό 1072/2007. Αρκετά χρόνια αργότερα εγέρθηκε θέμα έλλειψης κατά τόπον αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ο Ενάγων συμφώνησε ότι το κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο ήταν το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και ζήτησε την παραπομπή της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, χωρίς ένσταση ως προς τα μέχρι τότε έξοδα της αγωγής να επιδικαστούν προς όφελος του Εναγόμενου. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, κατά την έκδοση διατάγματος παραπομπής της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο, την 09.02.2012, αποφάσισε τα εξής («η ενδιάμεση απόφαση»): «Έχοντας υπόψη τις θέσεις των δύο πλευρών και το άρθρο 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, κρίνω ότι η παρούσα αγωγή θα έπρεπε να καταχωριστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ως κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, παραπέμπω την παρούσα αγωγή, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ως κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της παρούσας. Τα έξοδα της Αγωγής μέχρι σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ του Εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν.» Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, όπου έλαβε τον αριθμό 966/2012, οδηγήθηκε σε ακρόαση, και το Δικαστήριο, την 09.08.2019, εξέδωσε απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγόμενου, που περιλαμβάνει διάταγμα ειδικής εκτέλεσης του πωλητηρίου εγγράφου («η τελική απόφαση»). Με την τελική απόφαση, τα έξοδα της αγωγής είχαν επιδικαστεί υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγόμενου, ωστόσο: «λαμβανομένης υπόψη και της διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 09.02.2012, σε σχέση με τα έξοδα που δημιουργήθηκαν μέχρι την παραπομπή της υπόθεσης για εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού». Τα έξοδα συνιστούν και το πεδίο της διαφοράς μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου σήμερα. Με την υπό εξέταση αίτησή του ημερομηνίας 28.01.2020, ο Ενάγων/Αιτητής («ο Αιτητής» και «η αίτηση») αιτείται δήλωσης και/ή απόφασης και/ή διατάγματος του Δικαστηρίου που να διακηρύττει ότι με την τελική απόφαση αποφασίστηκε και συμψηφισμός των εξόδων του Καθ' ου η αίτηση με τα έξοδα του Αιτητή, και σε κάθε περίπτωση αιτείται απόφασης και/ή διατάγματος για τέτοιο συμψηφισμό. Διαζευκτικά, αιτείται αναστολής εκτέλεσης της ενδιάμεσης απόφασης ως προς τα έξοδα, μέχρι ο Εναγόμενος να καταβάλει τα έξοδα της αγωγής που επιδικάστηκαν εναντίον του με την τελική απόφαση. Η αίτηση θέτει ως νομική της βάση τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.40, κκ. 7, 11, Δ.44,κ.11, Δ.48,κκ.1,2,3,4,8,9, Δ.59.κκ.7, 13, Δ.64, τα άρθρα 6, 9 και 29 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, τα άρθρα 2, 29
(1), 30, 31, 32, 43 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου και τις αρχές της επιείκειας. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ιδίου του Αιτητή, δια της οποίας εξηγεί τα στάδια της διαδικασίας και παραπονείται ότι ο Εναγόμενος είχε προχωρήσει και σε ένταλμα κατάσχεσης κινητών για να εκτελέσει την ενδιάμεση απόφαση για τα έξοδά του, παρά το γεγονός ότι ο Ενάγων έχει να λαμβάνει από τον Εναγόμενο μεγαλύτερο ποσό εξόδων με βάση την τελική απόφαση. Η θέση του Αιτητή είναι ότι τελική απόφαση για τα έξοδα ήταν και για συμψηφισμό εξόδων και ότι έγινε παρανόηση. Ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος είναι αφερέγγυος και είναι ορατό το ενδεχόμενο να εισπράξει ο Εναγόμενος τα έξοδα που δικαιούται με βάση την ενδιάμεση απόφαση, αλλά να μην καταβάλει τα έξοδα που οφείλει με βάση την τελική απόφαση. Το Πρωτοκολλητείο, όπου απευθύνθηκε ο Αιτητής, κατά τη θέση του ιδίου πάντα, ανέφερε αφενός ότι δεν μπορεί να προβεί σε συμψηφισμό, αφετέρου ότι δεν μπορεί να συμβουλευθεί τον Δικαστή ο οποίος εξέδωσε την απόφαση, γι' αυτό ο Αιτητής υπέβαλε την παρούσα αίτηση. Εντωμεταξύ, την 18.02.2020, που ήταν ορισμένη η αίτηση, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο αναστάλθηκε η εκτέλεση του εντάλματος κατάσχεσης κινητών με αρ. 095578 μέχρι την εκδίκαση της αίτησης αυτής. Δόθηκε χρόνος στον Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση να καταχωρίσει γραπτώς την ένστασή του. Με την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχώρισε ο Εναγόμενος/Καθ' ου η αίτηση την 10.03.2020 («ο Καθ' ου η αίτηση» και «η ένσταση»), προβάλλει έξι λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη του, η αίτηση δεν θα πρέπει να επιτύχει. Ισχυρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ή εξουσία να επιτρέψει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη και ότι ο σκοπός του Αιτητή είναι αλλότριος, ήτοι να αποφύγει την πληρωμή των εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον του με την ενδιάμεση απόφαση, ενώ δεν διατάχθηκε οποιοσδήποτε συμψηφισμός και να εκδικηθεί τον Καθ' ου η αίτηση, η δε έγκριση των εξόδων βάσει του καταλόγου εξόδων του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 06.08.2019 με αριθμό 618/2019 είναι ορθή και έχει την ισχύ δικαστικής απόφασης. Η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση έχει ως νομική της βάση τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.9, Δ.40,κ.7, Δ.44,κ.11, Δ.48,κκ.2,3,4,6, Δ.59,κκ.7,13, Δ.64 και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου κυρίας XXXXX Μιλτιάδου, εκ των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση, δια της οποίας εξηγείται επίσης η πορεία της υπόθεσης και οι ενέργειες που έγιναν από τον Καθ' ου η αίτηση σε σχέση με τα έξοδα που επιδικάστηκαν προς όφελός του μέχρι και την παραπομπή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Έχω υπόψη μου όσα περιλαμβάνονται στην αίτηση του Αιτητή, στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση, στη μαρτυρία που συνοδεύει την κάθε μία, και τα όσα επιμελώς αναφέρθηκαν στις αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, όπως και τη νομολογία στην οποία και οι δύο πλευρές παρέπεμψαν το Δικαστήριο. Διάσταση ως προς τα γεγονότα ή ως προς την πορεία της υπόθεσης ή τα διαδικαστικά διαβήματα δεν υπάρχει. Τα τελευταία, ούτως ή άλλως, προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Από τον φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτουν και τα εξής: (α) Την 27.08.2019, υποβλήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση ο κατάλογος εξόδων με αρ. 618/2019, βάσει της ενδιάμεσης απόφασης, ο οποίος εγκρίθηκε την 25.09.2019 στο ποσό των €1.997,40 πλέον νόμιμος τόκος από 10.03.2009 επί του ποσού των €1.924,00 μέχρι εξόφλησης· ωστόσο, εγκρίθηκε με τη χειρόγραφη σημείωση του Δικαστηρίου «*ίδετε διαταγή δικαστ. ημ. 9/8/19 και 9/2/12», η οποία μεταφέρθηκε επίσης όταν η έγκριση του συγκεκριμένου ποσού εξόδων του Καθ' ου η αίτηση ενσωματώθηκε στην τελική απόφαση. (β) Την 04.12.2019, υποβλήθηκε από τον Αιτητή ο κατάλογος εξόδων αρ.836/2019, βάσει της τελικής απόφασης, ο οποίος εγκρίθηκε από το Δικαστήριο την 11.12.2019 στο ποσό των €4.904,00 πλέον νόμιμο τόκο από 14.02.2007 επί του ποσού των €4.787,00 μέχρι εξόφλησης· ωστόσο, περιέλαβε και έξοδα που προέκυψαν μέχρι την 09.02.2012 (παραπομπή), τα οποία ουδέποτε επιδικάστηκαν προς όφελος του Αιτητή. Το εγκεκριμένο ποσό εξόδων του Αιτητή ενσωματώθηκε επίσης στην τελική απόφαση ξεχωριστά. Όταν μια υπόθεση παραπέμπεται από ένα Επαρχιακό Δικαστήριο σε άλλο Επαρχιακό Δικαστήριο λόγω έλλειψης αρμοδιότητας δυνάμει του άρθρου 21 § 4 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, διαδικαστικά και για πρακτικούς λόγους λαμβάνει νέο αριθμό αγωγής στο κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο. Ουσιαστικά όμως διαβιβάζεται στο αρμόδιο δικαστήριο για να συνεχίσει από το σημείο όπου βρίσκεται. Με την έννοια ότι δεν διαγράφονται ούτε ακυρώνονται οι διαδικαστικές πράξεις που στο μεταξύ έγιναν ούτε χρειάζεται να επαναληφθούν· κάτι τέτοιο δεν θα δημιουργούσε διαφορά από το αποτέλεσμα της απόρριψης και εκ νέου καταχώρισης. Η παραπομπή στο αρμόδιο Δικαστήριο είναι αυτή που διαφυλάσσει το κύρος των διαδικαστικών πράξεων που έγιναν και θεωρούνται σαν να έγιναν εξ αρχής ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό. Δεν είναι όμως αυτό το ενιαίο της διαδικασίας που αίρει τον χαρακτήρα των αμοιβαίων υποχρεώσεων του Αιτητή και του Καθ' ου η αίτηση ως προς τα έξοδα ως «ανεξάρτητων», όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια. Tο αναρμόδιο δικαστήριο που παραπέμπει, όπως συνάγεται και από την Θεοδώρου εμπορευόμενου υπό την εμπορική επωνυμία P. Th. Survival
(2010)1 A.A.Δ. 572, δεν έχει την εξουσία να αποφασίζει ή να διατάσσει περαιτέρω επί ζητημάτων που την ίδια στιγμή προϋποθέτουν αρμοδιότητα και κατ' επέκταση δικαιοδοσία του. Για τα έξοδα οποιασδήποτε διαδικασίας διεξάγεται ενώπιον του όμως, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να αποφαίνεται, η οποία πηγάζει πρώτιστα από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Την έχει είτε παραπέμπει την ενώπιον του διαφορά λόγω αναρμοδιότητας είτε προβαίνει σε άλλο χειρισμό της. Σε αυτό το πλαίσιο, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, κατά την παραπομπή της υπόθεσης, επιδίκασε έξοδα αγωγής μέχρι την παραπομπή και αυτή τη διαταγή είναι σαν να την εξέδωσε το αρμόδιο δικαστήριο. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, μετά την εκδίκαση της υπόθεσης, ασκώντας επίσης την εξουσία και διακριτική του ευχέρεια ως προς τα έξοδα της αγωγής, αποφάσισε όπως αυτά είναι υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, λαμβάνοντας, όμως, υπόψη και τη διαταγή εξόδων που περιέχεται στην ενδιάμεση απόφαση. Ουδεμία απόφαση εφεσιβλήθηκε. Το πρόβλημα προέκυψε με την ερμηνεία και πρακτική εφαρμογή της διαταγής εξόδων που περιέχεται στην τελική απόφαση, και ειδικότερα της φράσης «λαμβανομένης υπόψη και της διαταγής.». Προέκυψε το ζήτημα εάν αυτή η φράση σημαίνει ότι: (α) τα έξοδα της αγωγής μέχρι την παραπομπή θα πρέπει να αποδοθούν στον Καθ' ου η αίτηση και τα έξοδα της αγωγής από την παραπομπή και μετέπειτα θα πρέπει να αποδοθούν στον Αιτητή, και ο καθένας μπορεί να λάβει οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης επιθυμεί για την είσπραξη των, όπως είναι και η θέση του Καθ' ου η αίτηση, ή (β) εάν, η συμπερίληψη της φράσης αυτής σημαίνει πρόσθετα και οδηγίες αφαίρεσης του ενός ποσού από το άλλο (του μικρότερου από το μεγαλύτερο), δηλαδή τον συνυπολογισμό ή συμψηφισμό τους και την απόδοση του εναπομείναντος ποσού στον διάδικο που θα έχει να το λαμβάνει μετά την αφαιρετική πράξη, όπως είναι η θέση του Αιτητή. Να λεχθεί πρώτα απ' όλα πως οι κατάλογοι εξόδων που υποβάλλονται προς υπολογισμό των εξόδων από τον Πρωτοκολλητή δεν συνιστούν διαδικασία ψήφισης, «taxation», στην οποία ο ενδιαφερόμενος καλείται και ακούγεται. Είναι όμως μέσα στις αρμοδιότητές του Πρωτοκολλητή και ο απλός υπολογισμός εξόδων προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου στην επιδίκαση εξόδων. Είναι γνωστό και ό,τι λέχθηκε στη Pugachev
(2006)1 Α.Α.Δ. 353, ότι ο υπολογισμός των εξόδων από τον Πρωτοκολλητή, ακόλουθα διαταγής του Δικαστηρίου τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, δεν έχει αυτόνομη ή τελική ισχύ, αλλά είναι προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου που αυτό αποφασίζει για τα έξοδα· γι' αυτό υποβάλλεται για έγκριση προς το Δικαστήριο, και η κρίση του Δικαστηρίου ως προς το ύψος των εξόδων συνιστά δικαστική απόφαση. Είναι επίσης δεδομένο ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να ενεργήσει ως εφετείο σε σχέση με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση ως προς τα έξοδα ή το ύψος των εξόδων. Οι συνήγοροι αμφότερων των πλευρών στήριξαν τις θέσεις τους στην Δ.59.κ.13, με βάση την οποία: In any case in which, under Rule 13 of this Order, or any other Rule of Court, or by the order or direction of a Court or Judge, or otherwise, a party entitled to receive costs is liable to pay costs to any other party, the taxing officer may tax the costs such party is so liable to pay, and may adjust the same by way of deduction or set-off, or may, if he shall think fit, delay the allowance of the costs such party is entitled to receive until he has paid or tendered the costs he is liable to pay; or such officer may allow or certify the costs to be paid, and the same may be recovered by the party entitled thereto in the same manner as costs ordered to be paid may be recovered, συγκριτικά με την αγγλική πρακτική, και εστίασαν στο εάν μπορεί να γίνει σήμερα συμψηφισμός ή όχι, και πότε. Είναι επί τούτου που η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να προβαίνει σε συμψηφισμό σε αυτό το στάδιο, μετά την έγκριση των εξόδων, προβάλλοντας το δικαίωμα στην τελεσιδικία. Η Δ.59,κ.13 αναφέρεται στις εξουσίες του "tax officer", τις κατά βάση διακριτικές, όταν στο ίδιο πρόσωπο συγκεντρώνονται οι ιδιότητες του πιστωτή και του οφειλέτη εξόδων έναντι σε άλλο διάδικο μέρος. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται για διακριτική εξουσία που είχε και δεν άσκησε ή έπρεπε να ασκήσει ο Πρωτοκολλητής, ενεργώντας με βάση τη Δ.59,κ.
- Αυτήν το παρόν Δικαστήριο, όντως, δεν έχει τη δικαιοδοσία να ελέγξει, ως προς τη νομιμότητα ή την ορθότητά της. Το ίδιο το Δικαστήριο όμως είναι που την 09.08.2019 αποφάσισε, κατόπιν ακρόασης της αγωγής, η διαταγή για τα έξοδα της αγωγής που περιέχεται στην ενδιάμεση απόφαση να ληφθεί υπόψη στη διαταγή για τα έξοδα της αγωγής που περιέχεται στην τελική απόφαση. Το ζήτημα είναι να αποσαφηνιστεί εάν με αυτή τη διαταγή ως προς τα έξοδα, ως τέθηκε στην τελική του απόφαση, άσκησε το ίδιο το Δικαστήριο εξουσία «συμψηφισμού» ή όχι. Τέτοια εξουσία δεν του τη έδιδε μόνον η Δ.59,κ.7 που προβλέπει ότι: «A set-off for damages or costs between parties may be allowed», αλλά είναι ευρύτερη ως προς τον χειρισμό των εξόδων των ενώπιον του διαδικασιών, όπως και η διακριτική του ευχέρεια, η οποία ασκείται δικαστικά. Δεν συμφωνώ με την άποψη ότι με βάση τη Δ.59,κ.7 το Δικαστήριο μόνον κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων μπορεί να επιτρέπει συμψηφισμό («set-off . may be allowed»), ειδάλλως η Δ.59,κ.7 θα πρόβλεπε δυνατότητα διαταγής συμψηφισμού (λ.χ. set-off . may be ordered). Η έκφραση «be allowed» δεν υποδηλώνει κατ' ανάγκη την ύπαρξη κοινού αιτήματος ή συμφωνίας των διαδίκων. Εξάλλου, το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, χωρίς ασάφεια στο γράμμα του, δίνει πλήρη εξουσία στο Δικαστήριο σε σχέση με τα έξοδα και δεν φαίνεται να την περιορίζει ο διαδικαστικός κανονισμός (η υπογράμμιση πρόσθετη):
- Τα έξoδα oιασδήπoτε πoλιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμεvα πρoς αυτήv, εvώπιov oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε εκάστoτε ισχύovτoς vόμoυ ή δευτερoγεvoύς voμoθεσίας, θα τελoύv υπό τηv διακριτικήv εξoυσίαv τoυ δικαστηρίoυ και τo δικαστήριov θα έχη πλήρη εξoυσίαv vα απoφασίζη υπό τιvoς και κατά τιvα έκτασιv τα τoιαύτα έξoδα θα πληρωθώσι. Δεν είναι επίσης άσχετο με την πληρότητα της εξουσίας και την ευρύτητα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα το γεγονός ότι οι αποφάσεις του δικαστηρίου που είναι μόνο για τα έξοδα, αν και τελικές αποφάσεις που υπόκεινται σε έφεση, εισέρχονται στη ρυθμιστική εμβέλεια της Δ.35,κ.20, όπου για την έφεσή τους ισχύουν πρόσθετες προϋποθέσεις. Το ένα θέμα, λοιπόν, είναι το νόημα των αποφάσεων και εγκρίσεων σε σχέση με τα έξοδα. Το άλλο θέμα είναι εάν υπάρχει οποιαδήποτε τυχαία παράλειψη σε οποιαδήποτε από τις αποφάσεις αυτές, που να μπορεί και να πρέπει να διορθωθεί με παρέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς κατ' ανάγκη να βλάπτεται το δικαίωμα οποιουδήποτε στην τελεσιδικία. Το Δικαστήριο έχει τη σύμφυτη εξουσία, χωρίς να αναθεωρεί τις αποφάσεις του στην ουσία τους ή να ενεργεί ως εφετείο, να διορθώνει τις λεκτικές ασάφειες και τις τυχαίες παραλείψεις [βλ. και Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 583]. Όπως λέχθηκε και στη Λαζάρου ν. Νέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 1101, όπου το Δικαστήριο εκεί επέλεξε να ασκήσει τη σύμφυτη εξουσία του αντί εξουσία με βάση τη Δ.25,κ.6 που είχε διαθέσιμη (στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι διαθέσιμη), υπάρχει πάντοτε η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί τις αποφάσεις ή τα διατάγματά του ώστε να μεταφερθεί ορθά το μήνυμά τους ή να τα αποσαφηνίζει[1]. Νοουμένου ότι δεν έχει μεσολαβήσει και οτιδήποτε που να καθιστά πλέον περισσότερο βλαπτική τη διόρθωση, η οποία σκοπεί να εναρμονίσει τη συγκεκριμένη διαταγή με ό,τι προηγουμένως είχε, κατά πρόδηλο τρόπο, αποφασιστεί. Οι αποφάσεις για τα έξοδα δεν εξαιρούνται, και μάλιστα υπόκεινται συχνά σε διευκρινίσεις ή διορθώσεις. Είναι με αυτό τον τρόπο που προσεγγίζεται το όλο ζήτημα και εδώ, παρά ως εκ των υστέρων, μετά την έγκριση των εξόδων, εξέταση αιτήματος συμψηφισμού. Όσον αφορά την τελική απόφαση και το νόημά της ως προς τα έξοδα της αγωγής, κατά την κρίση μου, είναι πρόδηλο πως το «να ληφθούν υπόψη» τα έξοδα της αγωγής που επιδικάστηκαν προς όφελος του Καθ' ου η αίτηση με την ενδιάμεση απόφαση έχει την έννοια ότι: τα έξοδα της αγωγής μέχρι την παραπομπή θα πρέπει πρώτα να υπολογιστούν και να εγκριθούν προς όφελος του Καθ' ου η αίτηση (αυτή ήταν από μόνη της η ενδιάμεση απόφαση) και έπειτα (αυτό είναι το πρόσθετο νόημα του «να ληφθούν υπόψη»), είτε αυτά να αφαιρεθούν από τα έξοδα που τελικά θα εγκριθούν και θα επιδικαστούν προς όφελος του Αιτητή, εάν το ποσό που ο Αιτητής έχει να λαμβάνει είναι μεγαλύτερο, είτε από αυτά να αφαιρεθούν τα έξοδα που θα εγκριθούν προς όφελος του Αιτητή, εάν το ποσό που ο Αιτητής έχει να λαμβάνει είναι μικρότερο. Ουδόλως προκύπτει από οποιοδήποτε σημείο της τελικής απόφασης ότι η πρόθεση του Δικαστηρίου ήταν να δημιουργηθούν συνθήκες που να ευνοήσουν οικονομικά τον Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος δεν έχει επιτύχει στην υπεράσπισή του, αλλά επωφελήθηκε διαδικαστικών εξόδων λόγω της καταχώρισης της υπόθεσης σε αναρμόδιο δικαστήριο, αλλά και του σταδίου στο οποίο διατάχθηκε η παραπομπή. Τα έξοδα που επιδικάστηκαν προς όφελος του Καθ' ου η αίτηση με την ενδιάμεση απόφαση δεν αναιρούνται με την τελική απόφαση. Εάν το Δικαστήριο με την τελική του απόφαση επιδίκαζε απλά τα έξοδα της αγωγής από την παραπομπή (09.02.2012) και μετέπειτα προς όφελος του Αιτητή, τότε είναι που ο Καθ' ου η αίτηση θα είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει διακριτά τα έξοδα της αγωγής μέχρι την παραπομπή με αποκλειστική του βάση την ενδιάμεση απόφαση. Τότε θα είχαμε «αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες» υποχρεώσεις κατά την Αντωνίου δια Παπαδοπούλου v. Τhe Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 720 ή την Ηeatron Co Ltd v. Πολυκάρπου Νικολάου
(1999)1 (A) Α.Α.Δ. 577· εάν η τελική απόφαση για τα έξοδα δεν περιέπλεκε την ενδιάμεση απόφαση για τα έξοδα ή εάν απλά επιδίκαζε τα έξοδα του Αιτητή χωρίς να επιβάλλει στον υπολογισμό τους «να ληφθούν υπόψη» τα έξοδα του Καθ' ου η αίτηση. Το Δικαστήριο όμως, στην τελική του απόφαση, επιδίκασε τα έξοδα της αγωγής προς όφελος του Αιτητή, «λαμβανομένης υπόψη» της διαταγής εξόδων που περιέχεται στην ενδιάμεση απόφαση. Και ό,τι διευκρινίζεται εδώ είναι η έννοια και η έκταση της διαταγής «να ληφθούν υπόψη» τα έξοδα του Καθ' ου η αίτηση στον υπολογισμό εξόδων του Αιτητή. Διευκρίνιση που δίδεται σε συνάρτηση και με τη μετέπειτα σημείωση του Δικαστηρίου που τέθηκε κατά την έγκριση του καταλόγου εξόδων του Καθ' ου η αίτηση. Όταν ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε κατάλογο εξόδων και τα έξοδά του εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο την 25.09.2019, κατά την έγκρισή τους, δηλαδή κατά τη διαδικασία απόφασης για το ύψος των εξόδων του Καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο σημείωσε επί του καταλόγου αυτού την ύπαρξη και της τελικής απόφασης και της ενδιάμεσης απόφασης: «*ίδετε διαταγή δικαστ. ημ. 9/8/19 και 9/2/12». Σημείωση που είχε, ξανά, την έννοια ότι τα έξοδα του Καθ' ου η αίτηση συνδέονται και θα έπρεπε να ιδωθούν μαζί με τα έξοδα του Αιτητή· όχι ανεξάρτητα. Αυτή η επαναλαμβανόμενη διασύνδεση, τιθέμενη από το Δικαστήριο κατά τη διαδικασία έγκρισης, συνιστούσε περισσότερο οδηγία συνυπολογισμού που συνάδει και με την τελική του απόφαση, να ληφθούν υπόψη η μία διαταγή στο πλαίσιο της άλλης, άρα να μην τύχουν κάποιας ξεχωριστής μεταχείρισης ή και να οδηγήσουν τους διάδικους σε ό,τι εν τέλει δεν αποφεύχθηκε: μία κατάσταση όπου να συνεχίσουν να διεκδικούν ο ένας από τον άλλον και να αντιδικούν. Διασύνδεση που, κατ' επέκταση, αφαιρεί από τη διαταγή για τα έξοδα που περιέχεται στην ενδιάμεση απόφαση την αυτοτέλειά της (τον «ανεξάρτητο» χαρακτήρα της), και την καθιστά μέρος της διαδικασίας έγκρισης των εξόδων της αγωγής βάσει της τελικής απόφασης. Εκεί όπου το αρμόδιο δικαστήριο επέλεξε να διαχειριστεί συνολικά το θέμα των εξόδων της αγωγής. Το ίσως σοβαρότερο πρόβλημα, για το οποίο όμως δεν αντέδρασε ο Καθ' ου η αίτηση, είναι πως στον κατάλογο εξόδων που καταχώρισε ο Αιτητής την 04.12.2019 περιλήφθηκαν και έξοδα για διαβήματα που έγιναν πριν από την παραπομπή της 09.02.2012, τα οποία όμως ουδέποτε επιδικάστηκαν προς όφελος του Αιτητή με οποιαδήποτε απόφαση. Εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο την 11.12.2019 και έχουν αποκτήσει ισχύ δικαστικής απόφασης, όπως ορθά επισήμαναν οι συνήγοροι του Καθ' ου η αίτηση ότι συμβαίνει με την έγκριση των εξόδων από το Δικαστήριο. Η διορθωτική παρέμβαση του Δικαστηρίου θεωρώ πως είναι απαραίτητη και για τις δύο πλευρές. Δεν είναι δυνατόν το Δικαστήριο να εθελοτυφλήσει μπροστά σε τέτοιου είδους παράλειψη, που έρχεται σε αντίθεση με τις αποφάσεις του και προκαλεί αδικία, με το να αντιμετωπίσει την τελεσιδικία, που αναμφίβολα υπάρχει, ή οποιονδήποτε άλλο τύπο, ως ανυπέρβλητο εμπόδιο για την αποκατάσταση των πραγμάτων. Παρέμβαση αφενός για να αφαιρεθούν αυτά τα έξοδα που δεν δικαιούται ο Αιτητής, αφετέρου για να γίνει ο συνυπολογισμός εξόδων Αιτητή και Καθ' ου η αίτηση που αυτόν αποφάσισε το Δικαστήριο με την τελική του απόφαση. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι σκοπός της αίτησης του Αιτητή είναι άλλος από την έγνοια του ότι, ενώ ήταν ο επιτυχών διάδικος της αγωγής, μπορεί να βρεθεί στο σημείο να πληρώνει τον Καθ' ου η αίτηση. Το ότι ο Αιτητής είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και να καταβάλει στον Καθ' ου η αίτηση τα έξοδα που επιδικάστηκαν προς όφελος του Καθ' ου η αίτηση είναι δεδομένο. Εξαιτίας αυτής ακριβώς της υποχρέωσής του είναι που θα μειωθεί ή και θα εξαλειφθεί, δεν είναι γνωστό επί του παρόντος, το ποσό που ο ίδιος έχει να λαμβάνει από τον Καθ' ου η αίτηση. Υπόχρεος να πληρώσει τα έξοδα του Αιτητή είναι και ο Καθ' ου η αίτηση με βάση την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Με την υπόμνηση ότι η επιδίκαση δικηγορικών εξόδων δεν ικανοποιεί απαίτηση των συνηγόρων του διαδίκου, αλλά του διαδίκου, είναι κατανοητή και η διάσταση που ο Καθ' ου η αίτηση δίδει στα πράγματα. Το ότι επιθυμεί την καταβολή των εξόδων του ξεχωριστά (τον μη «συμψηφισμό»), να τα διαθέσει όπως ο ίδιος επιθυμεί, σύμφωνα με τις δικές του προτεραιότητες· η οπτική του με βάση την οποία εκλαμβάνει ότι περιορίζεται το δικαίωμά του να διαθέσει ελεύθερα κάτι που του ανήκει. Το Δικαστήριο, με την τελική του απόφαση για τα έξοδα, αποφασίζοντας να ληφθούν υπόψη στον υπολογισμό εξόδων του Αιτητή τα έξοδα του Καθ' ου η αίτηση, στην ουσία επέβαλε τέτοιο περιορισμό, για μετριασμό της ζημιάς του Αιτητή, επιτυχόντος διαδίκου, έναντι στο διαδικαστικό όφελος του Καθ' ου η αίτηση. Τον επέβαλε μέσα από την όλη ακροαματική διαδικασία που κατέληξε στην τελική του απόφαση. Εάν ήθελε να ασκήσει αλλιώς τη διακριτική του ευχέρεια, δεν θα ενέπλεκε καθόλου την ενδιάμεση απόφαση (μία προηγούμενη διαταγή για έξοδα) στον λόγο του, και απλά θα επιδίκαζε τα έξοδα της αγωγής από το χρονικό σημείο της παραπομπής και μετέπειτα προς όφελος του επιτυχόντος διαδίκου. Περαιτέρω, θα απείχε από το να σημάνει και τον κατάλογο εξόδων του Καθ' ου η αίτηση με τη σχετική παραπομπή («ίδετε») στην τελική του απόφαση. Ως εκ των ανωτέρω: Α. Η έγκριση ημερομηνίας 11.12.2019 των εξόδων που περιέχονται στον κατάλογο εξόδων του Αιτητή αρ. 836/2019 ημερομηνίας 04.12.2019, η οποία δεν συνάδει με την τελική απόφαση για τα έξοδα ημερομηνίας 09.08.2019 και με τη σημείωση ημερομηνίας 25.09.2019 επί του καταλόγου εξόδων του Καθ' ου η αίτηση, τίθεται υπό τροποποίηση. Ο κατάλογος εξόδων αρ. 836/2019 παραπέμπεται στον Πρωτοκολλητή και δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή: 1. Να αφαιρεθούν τα έξοδα που περιέχονται στον κατάλογο εξόδων του Αιτητή αρ. 836/2019 ημερομηνίας 04.12.2019 και προέκυψαν πριν από την παραπομπή (09.02.2012). 2. (α) Σε περίπτωση που τα έξοδα του Αιτητή, μετά από αυτή την πιο πάνω αφαίρεση, υπερβαίνουν το ποσό εξόδων του Καθ' ου η αίτηση βάσει του καταλόγου εξόδων αρ. 618/2019 που εγκρίθηκε την 25.09.2019, τότε από τα έξοδα του Αιτητή να αφαιρεθούν τα έξοδα του Καθ' ου η αίτηση, ώστε να μπορέσει να επιδικαστεί υπέρ του Αιτητή το συγκεκριμένο εναπομείναν ποσό εξόδων. (β) Σε περίπτωση που μετά από αυτή την πιο πάνω αφαίρεση (σημείο 1 ανωτέρω), προκύπτει ποσό πληρωτέο στον Αιτητή χαμηλότερο από το ποσό εξόδων του Καθ' ου η αίτηση που περιέχονται στον κατάλογο εξόδων αρ.618/2019 που εγκρίθηκε την 25.09.2019, τότε από το ποσό εξόδων του Καθ' ου η αίτηση να αφαιρεθεί το ποσό εξόδων του Αιτητή, ώστε να μπορέσει να επιδικαστεί υπέρ του Καθ' ου η αίτηση το συγκεκριμένο εναπομείναν ποσό εξόδων. Β. Στην έγκριση ημερομηνίας 25.09.2019 του καταλόγου εξόδων του Καθ' ου η αίτηση αρ. 618/2019 η υφιστάμενη σημείωση «*ίδετε διαταγή δικαστ. ημ. 9/8/19 και 9/2/12», προς διασαφήνιση του νοήματός της, αντικαθίσταται με τη εξής σημείωση: «Η παρούσα έγκριση των εξόδων του Εναγόμενου δεν είναι οριστική ούτε εκτελεστή και γίνεται για σκοπούς συνυπολογισμού των εξόδων του Εναγόμενου με τα έξοδα του Ενάγοντος, με βάση την τελική απόφαση ημερομηνίας 09.08.2019». Ο Καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να πράξει ανάλογα σε σχέση με τα μέτρα εκτέλεσης που έχει λάβει με βάση την ενδιάμεση απόφαση. Γ. Μετά τον υπολογισμό των εξόδων του Αιτητή από τον Πρωτοκολλητή, ως ανωτέρω, και τον συνυπολογισμό των εξόδων του Καθ' ου η αίτηση, ως ανωτέρω, δίδονται οδηγίες όπως και οι δύο κατάλογοι εξόδων τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, με ένα και μόνο προκύπτον ποσό, για να εγκριθεί βάσει της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 09.08.2019. Αυτό το ένα ποσό που θα προκύψει και θα εγκριθεί θα πρέπει να ενσωματωθεί στην τελική απόφαση ημερομηνίας 09.08.2019 και θα υπόκειται σε εκτέλεση. Παρόλο που αποδίδεται θεραπεία που συνάδει με το σημείο Α της αίτησης του Αιτητή και δεν είναι αποδεκτός οποιοσδήποτε σχετικός λόγος ένστασης του Καθ' ου η αίτηση, έχοντας υπόψη ότι και ο κατάλογος εξόδων του Αιτητή θα υποστεί τελικά διόρθωση προς όφελος του Καθ' ου η αίτηση, και επειδή το Δικαστήριο είναι σύμφυτη εξουσία που ασκεί, για αποσαφήνιση και διόρθωση, και γνωρίζοντας το γεγονός ότι είναι σε άλλη νομική βάση που εν τέλει προωθήθηκαν δια των αγορεύσεων των μερών οι θέσεις τους, κρίνω ορθό και δίκαιο να μην επιδικαστούν περαιτέρω έξοδα αυτής της αίτησης και διαδικασίας προς όφελος οποιουδήποτε διαδίκου, αλλά κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Οδηγίες ως ανωτέρω. Κάθε πλευρά τα έξοδά της. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλέπετε και Lawrie v. Lees, 7 App. Cas. Pp. 34, 35; Milson v. Carter [1893] A.C. 640; Kay v. Lovell, [1941] Ch. 420); City Housing Trust, [1942] Ch. 262. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο