Αναφορικά με την αίτηση της: MAVROMATIS ESTATES LTD ν. Αναφορικά με την EXOTICA GARDENS LTD, Αίτηση αρ.: 639/2018, 19/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αίτηση αρ.: 639/2018 Αναφορικά με την EXOTICA GARDENS LTD από τη Λεμεσό και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και Αναφορικά με την αίτηση της: MAVROMATIS ESTATES LTD Αίτηση ημερομηνίας 28.02.2020 Ημερομηνία: 19.10.2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Καμία εμφάνιση (ηλεκτρονικά: Α. Νικολάου για Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ) Για την Καθ' ης η αίτηση: Καμία εμφάνιση (ηλεκτρονικά: Ν. Καλλής) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [Λόγω των υγειονομικών μέτρων που είναι σε ισχύ για την αντιμετώπιση του Covid-19, η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους, και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα] Την 05.11.2018, η Αιτήτρια καταχώρισε αίτηση για εκκαθάριση της Καθ' ης η αίτηση από το Δικαστήριο, λόγω ανικανότητας πληρωμής των χρεών της (inability to pay debts), σύμφωνα με το άρθρο 211(ε) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Κατά την Αιτήτρια, η ίδια είναι πιστωτής της Καθ' ης η αίτηση για χρέος που υπερβαίνει το ποσό των €5.000,00, επέδωσε στην Καθ' ης η αίτηση απαίτηση πληρωμής και η Καθ' ης η αίτηση, για τις επόμενες τρεις εβδομάδες, αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση της Αιτήτριας, σύμφωνα με το άρθρο 112(α) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Είναι συναφές να αναφερθεί πως η αίτηση εκκαθάρισης, που είναι η κυρίως αίτηση σε σχέση με την υπό εξέταση αίτηση, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κυρίας XXX, εκ των διευθυντών της Αιτήτριας, που βεβαιώνει όσα αναφέρονται στην αίτηση (και προσκομίζει σχετικά τεκμήρια). Tο χρέος της Καθ' ης η αίτηση προκύπτει από δικαστική απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού-Πάφου, Τμήματος Λεμεσού, ημερομηνίας 16.05.2018, στην υπόθεση XXXXX/2014, η οποία περιλαμβάνει διάταγμα έξωσης, και επιδικάζει, εκτός από τα οφειλόμενα ενοίκια, και ενδιάμεσα οφέλη, από την 01.08.2018 μέχρι την παράδοση της κατοχής. Περιέχει, επίσης, όρο ότι, εάν παραδοθεί η κατοχή του ακινήτου το αργότερο μέχρι την 20.07.2018, τότε η απόφαση θα θεωρείται εξοφληθείσα. Επί τούτου ακριβώς η Καθ' ης η αίτηση, την 22.03.2018, καταχώρισε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση για εκκαθάρισή της, δια της οποίας προβάλλει, μεταξύ άλλων, ως λόγο ένστασης ότι είχε εγκαταλείψει και έτσι παραδώσει την κατοχή του ακινήτου πριν από την 20.07.2018, συνεπώς, κατ' εκπλήρωση του όρου της δικαστικής απόφασης, εξοφλήθηκε το χρέος. Η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της διευθύντριάς της κυρίας XXX, η οποία ισχυρίζεται ότι παραδόθηκε το ακίνητο στην Αιτήτρια πριν από την 20.07.2018, δια της κατεδάφισης των θερμοκηπίων και των άλλων εγκαταστάσεων, της αποσύνδεσης της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος και την παύση της λειτουργίας της επιχείρησης στον χώρο. Πρόκειται, κατ' αυτήν, για ανοιχτό οικόπεδο χωρίς κλειδιά, και από τις ενέργειες αυτές της Καθ' ης η αίτηση θα έπρεπε να είχε λάβει γνώση η Αιτήτρια ότι έγινε η παράδοση, καθώς και από την ενημέρωση του δικηγόρου της, ενώ αντικείμενα που είχαν παραμείνει στο οικόπεδο επειδή δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, κατά τη θέση της Καθ' ης η αίτηση, η Αιτήτρια συμφώνησε να μείνουν εκεί, χωρίς οποιαδήποτε αξίωση από μέρους της Καθ' ης η αίτηση. Αμφότεροι οι συνήγοροι είχαν αρχικά δηλώσει στο Δικαστήριο ότι η ακρόαση της αίτησης εκκαθάρισης θα γίνονταν με προφορική μαρτυρία (βλέπετε πρακτικό ημερομηνίας 27.03.2019), οπότε και η αίτηση είχε οριστεί για Ακρόαση την 12.06.2019 και έπειτα την 08.10.
- Ωστόσο, την 08.10.2019, δηλώθηκε ότι τελικά η ακρόαση θα γίνε βάσει ενόρκων δηλώσεων, οπότε και θα διερευνάτο το θέμα της ανάγκης καταχώρισης αιτήσεων για συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, οπότε η αίτηση παρέμεινε για Οδηγίες την 04.11.
- Την 04.11.2019, η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε από μόνη της δύο πρόσθετες ένορκες δηλώσεις, του κυρίου XXX και του κύριου XXX, που την ίδια ημέρα αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι καταχωρίστηκαν εκ παραδρομής και θα πρέπει να αγνοηθούν. Η πλευρά της Αιτήτριας είχε επαναλάβει ότι θα εξέταζε κατά πόσο θα χρειάζονταν να καταχωρίσει αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, οπότε η υπόθεση είχε παραμείνει για Οδηγίες, για τον σκοπό αυτό, την 13.01.
- Μέχρι την 13.01.2020, δεν είχε γίνει οτιδήποτε και η αίτηση εκκαθάρισης παρέμεινε για Οδηγίες την 03.03.2020, με ρητές οδηγίες του Δικαστηρίου, τυχόν ενδιάμεσες αιτήσεις να καταχωριστούν μέχρι τότε. Την 28.02.2020, η πλευρά της Αιτήτριας καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητά άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Βασίζει την αίτησή της στα άρθρα 211, 212, 213 και 214 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στους Κανονισμούς 1-5 των περί Εταιρειών Κανονισμών, στις Δ.39, Δ.48,κκ.1-13, Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 4, 5, 6, 9, 29 και 31 του περί Δικαστηρίου Νόμου 14/2016, στη νομολογία, τις αρχές της επιείκειας, τη διακριτική ευχέρεια και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Όπως εξηγείται στην ένορκη δήλωση του κύριου XXX, που συνοδεύει την ενδιάμεση αυτή αίτηση, η Αιτήτρια χρειάζεται τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση κυρίως για να απαντηθούν οι ισχυρισμοί της Καθ' ης η αίτηση σε σχέση με την παράδοση του ακινήτου, οι οποίοι, κατά τη θέση του ενόρκως δηλούντα, δεν αληθεύουν. Ειδικότερα, για να διευκρινιστεί πως η ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου έγινε κατόπιν εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος ανάληψης κατοχής, που εκτελέστηκε την 25.01.2019, και όχι οικειοθελώς πριν από την 20.07.
- Δια της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η πλευρά της Αιτήτριας επιθυμεί να προσκομίσει και τις δημοσιεύσεις που έγιναν σχετικά με την αίτηση. Ο κύριος XXX προσκομίζει το κείμενο της ένορκης δήλωση που επιθυμεί να καταχωρίσει και ισχυρίζεται ότι, εφόσον η ακρόαση θα διεξαχθεί και βάσει ενόρκων δηλώσεων, είναι αναγκαία η καταχώρισή της. Δι' αυτής, όπως λέει, δεν επιχειρείται η κάλυψη κενών στην αρχική μαρτυρία, αλλά η απάντηση των ισχυρισμών της κυρίας XXX σχετικά με την παράδοση, και η εικόνα που η Αιτήτρια έδωσε εξ αρχής στο Δικαστήριο δεν θα αλλάξει, αλλά δεν μπορούν να παραμείνουν και αναντίλεκτοι ισχυρισμοί που ενδεχομένως να βλάπτουν την υπόθεση της Αιτήτριας. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που προτίθεται να καταχωρίσει η πλευρά της Αιτήτριας, και προσκομίζει ως Τεκμήριο 1, θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν συνιστά ακριβώς συμπληρωματική ένορκη δήλωση, με την οποία η αρχικώς ενόρκως δηλούσα θέλει να συμπληρώσει τα λεγόμενά της, αλλά πρόσθετη ένορκη δήλωση από τον δικηγόρο κύριο XXX, που χειρίζονταν την υπόθεση ενοικιοστασίου, ο οποίος επιθυμεί να μαρτυρήσει προς υποστήριξη της αίτησης. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που επιθυμεί να καταχωρίσει, προκύπτει ότι θέλει να διαψεύσει την αναφορά της ενόρκως δηλούσας, κυρίας XXX, ότι ενημερώθηκε ο ίδιος περί εγκατάλειψης ή παράδοσης του ακινήτου πριν την 20.07.
- Να πει, μάλιστα, ότι την 23.07.2018 μετέβη στο ακίνητο το οποίο ήταν περιφραγμένο και κλειδωμένο και το φωτογράφισε, και να προσκομίσει τις φωτογραφίες που έβγαλε. Περαιτέρω, να αναφέρει και άλλα μεταγενέστερα περιστατικά, που να δείχνουν, κατ' αυτόν, ότι δεν έγινε η παράδοση του ακινήτου πριν την 20.07.2018, με αποτέλεσμα να προχωρήσει με έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής, το οποίο εκτελέστηκε την 25.01.
- Τέλος, να προσκομίσει τις δημοσιεύσεις της αίτησης. Την 16.06.2020, η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην αίτηση της Αιτήτριας για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προβάλλοντας εννέα λόγους, για τους οποίους, κατά τη γνώμη της, η αίτηση δεν θα πρέπει να επιτύχει. Συνοψίζοντας αυτούς, είναι πως δεν υφίσταται «σοβαρό ζήτημα» για να εγκριθεί το αίτημα, ότι η Αιτήτρια δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αλλά αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα σε σχέση με την παράδοση του ακινήτου και παραπλανά, έχει και αλλότρια κίνητρα, ενώ εν πάση περιπτώσει τα γεγονότα που θέλει να αναφέρει προϋπήρχαν της αίτησής της και θα μπορούσαν να αναφερθούν σε αυτήν. Η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κυρίας XXX, δια της οποίας επαναλαμβάνει όσα και στην αρχική της ένορκη δήλωση, καθώς και τους λόγους ένστασης. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους, αλλά βασίστηκαν κατά κύριο λόγο στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικά στη Δ.48,κ.4
(2)και στη νομολογία επ' αυτής. Σύμφωνα με εκείνη τη νομολογία, εάν θα επιτραπεί ή όχι η καταχώριση μιας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι θέμα που εμπίπτει στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, που, όπως λέχθηκε και στην πιο πρόσφατη ΠΟΠ ν. Ευτυχίου, Πολιτική Έφεση Ε205/2014 ημερομηνίας 06.10.2020, ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του Δικαστηρίου ως επίδικα, ενώ ο «καλός λόγος» για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σύμφωνα την ίδια νομολογιακή γραμμή, μπορεί να συνιστά στοιχείο «καλού λόγου» ο τρόπος και ο χρόνος που προκύπτουν τα γεγονότα, των οποίων η εισαγωγή επιχειρείται δια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αλλά δεν είναι το μόνο στοιχείο «καλού λόγου». Δεν απαγορεύεται η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση αμφισβητούμενων ισχυρισμών, εάν τέτοια χρειάζεται, λαμβανομένων υπόψη της φύσης της αίτησης και τις ανάγκες της διαδικασίας. Οι τελευταίες αλλιώς διαμορφώνονται σε αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα ή σε αιτήσεις για ακύρωση τέτοιων διαταγμάτων, όπως στις Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφεση 29/2014, ημερομηνίας 03.11.2016 ή Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ, κ.α., Πολιτική Έφεση 312/2010, ημερομηνίας 17.07.2014, και αλλιώς σε αιτήσεις όπως στη A. Messios & Sons Ltd v. Λεωνίδα
(2010)1 Α.Α.Δ. 195 ή σε άλλου είδους αιτήσεις. Ο «καλός λόγος» είναι συνυφασμένος περισσότερο με τον σκοπό της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και με το τι αυτή θα εξυπηρετήσει την εκκρεμή διαδικασία, ενώ, όπως λέχθηκε και στην Κόκκινου (ανωτέρω) «άκαμπτος κανόνας δεν υπάρχει». Εάν επιδιώκεται λόγου χάριν τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση ή συμπλήρωση ηθελημένου κενού ή αναφορά γεγονότων που σκοπίμως έτυχαν απόκρυψης, τότε είναι που η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ευλόγως θα κλίνει ως προς το να μην επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προς επανόρθωση επιλήψιμης παράλειψης[1]. Αυτή η περίπτωση δεν είναι, όμως, όμοια με την περίπτωση όπου ένας αιτητής δεν αποκρύπτει σκοπίμως γεγονότα, αναφέρει αυτά που θεμελιώνουν την αίτησή του, αλλά δεν μπορεί και να προβλέψει ό,τι μπορεί να ισχυριστεί η άλλη πλευρά, οπότε χρειάζεται να απαντήσει στους απρόβλεπτους ισχυρισμούς με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή και με περαιτέρω έγγραφη μαρτυρία, γιατί πρόσθετα δεν μπορεί να απαντήσει με προφορική μαρτυρία. Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει προς το να επιτρέπεται η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για «καλό λόγο». Έχω κατά νου τις νομολογιακές αρχές που ισχύουν σε σχέση με τη Δ.48,κ.4
(2), αλλά και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτηση ανέφεραν στις αγορεύσεις τους. Ωστόσο, θεωρώ ότι δεν εφαρμόζεται καθόλου η Δ.48,κ.4
(2)σε αιτήσεις εκκαθάρισης. Η αίτηση για εκκαθάριση είναι εναρκτήρια αίτηση τύπου petition και συνιστά μια ιδιαίτερη διαδικασία. Πορεύεται το συντομότερο δυνατόν (όχι πάντως στα χρονοδιαγράμματα που μεσολάβησαν σε αυτή την περίπτωση), στη βάση συγκεκριμένων προνοιών του νόμου, που είτε πληρούνται είτε δεν πληρούνται, χωρίς να ευνοεί δίκες για τη διάγνωση αμφισβητούμενων γεγονότων. Στους εγχώριους περί Εταιρειών Κανονισμούς, που εφαρμόζονται όσον αφορά τις εξουσίες του Δικαστηρίου που ασκούνται με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113, δεν προβλέπεται ο τύπος της αίτησης, παρά μόνον το περιεχόμενο του τίτλου της, όπως και των ενδιάμεσων αιτήσεων. Με βάση τον Κανονισμό 3:
- The Rules of Court for the time being in force relating to civil actions, and the general practice and procedure of the Courts in the Colony (or, in default of local provision, the practice and procedure observed by the Courts in England), shall apply as regards all proceedings in relation to applications to which these rules relate so far as may be practicable, except if and so far as the Law or these rules otherwise provide. σε μετάφραση
- Οι Κανόνες του Δικαστηρίου που ισχύουν επί του παρόντος σχετικά με αστικές αγωγές και η γενική πρακτική και διαδικασία των Δικαστηρίων στην αποικία (ή, σε περίπτωση απουσίας εγχώριας ρύθμισης, η πρακτική και η διαδικασία που ακολουθούν τα Δικαστήρια στην Αγγλία), θα εφαρμόζονται για όλες τις διαδικασίες που αφορούν αιτήσεις στις οποίες αναφέρονται οι παρόντες κανόνες στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό, εκτός εάν και εφόσον ο Νόμος ή οι κανόνες αυτοί προβλέπουν διαφορετικά. Ο εν λόγω Κανονισμός, που τελεί υπό την επιφύλαξη τυχόν διαφορετικής πρόνοιας του Νόμου, σε συνάρτηση και με το άρθρο 214
(1)του εγχώριου περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 που διέπει την εξουσία του Δικαστηρίου της Εκκαθάρισης κατά την ακρόαση αίτησης εκκαθάρισης, μα και όλο το κεφάλαιο της Εκκαθάρισης, φαίνεται να δικαιολογεί καλύτερα την αναδρομή όχι στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, μα στους Companies (Winding up) Rules 1949 της Αγγλίας [βλ. και Printek Dataforms Express Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 1193 και Azomvashinvest, Πολιτική Αίτηση 64/2017, ημερομηνίας 23.05.2017]. Ειδικότερα στη R.26 και στη R.30 που προνοεί για την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση εκκαθάρισης και πρέπει να προέρχεται από τον αιτητή και να βεβαιώνει (to verify) την αίτηση, οπότε και συνιστά prima facie απόδειξη των όσων αναφέρονται στην αίτηση. Έπειτα, στη συναφή Αγγλική νομολογία. Όπως προκύπτει από την Αγγλική νομολογία, εκτενέστερες ή συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις σε αιτήσεις εκκαθάρισης μπορεί να είναι αναγκαίες μόνον σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις· για παράδειγμα, όταν υπάρχει ισχυρισμός δόλου ή παράνομης ή αθέμιτης συμπεριφοράς. Έτσι, στη Re A B C Coupler and Engineering Co Ltd (No 2) [1962] 1 WLR 1236), όπου η αίτηση εκκαθάρισης ήταν στη βάση του ότι τα πρόσωπα που εμπλέκονταν στη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας ήταν ένοχα κακής χρήσης ή άλλου παραπτώματος, λέχθηκε ότι: .where grave charges were levelled against individuals in a winding-up petition, or where the case was one of complexity turning upon the conduct of persons more or less in the relationship of partners in a company, the court would not in the exercise of its discretionary jurisdiction be satisfied with prima facie evidence but require the petitioner to substantiate his case more fully; that in such cases it would require, where practicable, the evidence of witnesses with direct knowledge of the matters to which they were testifying, and upon which they could be cross-examined, and which conformed to the ordinary rules of admissibility. .. Σε μετάφραση .όπου υποβάλλονται σοβαρές κατηγορίες εναντίον προσώπων σε μια αίτηση εκκαθάρισης ή όταν η υπόθεση είναι περίπλοκη και αφορά τη συμπεριφορά προσώπων λίγο πολύ στη σχέση των εταίρων σε μια εταιρεία, το δικαστήριο δεν θα ασκήσει τη διακριτική του δικαιοδοσία ικανοποιούμενο με εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία, αλλά απαιτεί από τον αιτητή να τεκμηριώσει την υπόθεσή του πληρέστερα· σε τέτοιες περιπτώσεις, θα απαιτούσε, όπου αυτό είναι εφικτό, τη μαρτυρία μαρτύρων με άμεση γνώση επί των θεμάτων για τα οποία μαρτυρούν, και επί των οποίων θα μπορούσαν να εξεταστούν αντεξεταζόμενα, και προς συμμόρφωση με τους συνήθεις κανόνες της αποδεκτότητας.. . Άλλες περιπτώσεις ήταν αυτές που υπέδειξαν οι Re Davis Investments (East Ham) Ltd [1961] 1 WLR 1396, CA και Re W R Willcocks & Co Ltd [1973] 3 WLR 669) ή οι Re Armvent Ltd [1975] 1 WLR 1679 και Re St Piran Ltd [1981] 3 All ER 270, που θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν έχουν σχέση με τον λόγο της αίτησης που εκτίθεται στην αίτηση της Αιτήτριας, που είναι ο κλασικός λόγος που αφορά σε ανικανότητα πληρωμής χρεών της Καθ' ης η αίτηση, όπου με την απόδειξη της γνησιότητας του χρέους, το διάταγμα εκκαθάρισης θα μπορούσε να προκύπτει "as a matter of course", όπως η ήταν η έκφραση του Danckwerts L.J στη In re Davis Investments (East Ham) Ltd (ανωτέρω, σελ. 1398). Σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου χρειάζεται περαιτέρω υποστήριξη η αίτηση εκκαθάρισης, που πάντως δεν έχει εκθέσει η νομολογία εξαντλητικά γιατί κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά, το Δικαστήριο, το οποίο έχει πάντως τέτοια ευρεία εξουσία, όπως προκύπτει και από το άρθρο 214
(1)του εγχώριου περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, μπορεί (δεν περιορίζεται από του) να απαιτήσει είτε περαιτέρω μαρτυρία, είτε και τροποποίηση της υφιστάμενης αίτησης ώστε να αντικατασταθεί η τυπική υφιστάμενη ένορκη δήλωση με εκτενέστερη ένορκη δήλωση. Εφόσον υπάρχει εκείνη η νομική βάση, του άρθρου 214
(1)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, από την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει εξουσία για να χειριστεί αναλόγως την αίτηση, δεν προκύπτει η ανάγκη χρησιμοποίησης της Δ.48,κ.4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και της νομολογίας του «καλού λόγου». Έτσι, κατ' αντίθεση με ό,τι ενθαρρύνει η εφαρμογή της Δ.48,κ.4
(2), το να υπάρχουν εκτενείς ένορκες δηλώσεις ή συνημμένα έγγραφα και μαρτυρία γεγονότων επί αμφισβητούμενων ουσιωδών θεμάτων δεν είναι κάτι που επιτρέπεται σε αιτήσεις εκκαθάρισης, όπως καταδεικνύει και η Re Koscot Interplanetary (UK) Ltd; Re Koscot AG [1972] 3 All ER
- Ακόμα και η αντεξέταση ενόρκως δηλούντων σε αιτήσεις εκκαθάρισης δεν είναι μια συνηθισμένη διαδικασία. Σχετική είναι η Re a Company (No 00962 of 1991), ex p Electrical Engineering Contracts (London) Ltd [1992] BCLC
- Σε αυτή την υπόθεση, λέχθηκαν και τα εξής (η υπογράμμιση δική μου): The debt itself is, I understand, disputed upon other grounds. Whether they are substantial grounds will not be influenced by cross-examination upon this issue. It does not seem to me that the jurisdiction which exists ought to be exercised in the unusual way of directing cross-examination in order to discover whether or not there is a substantial dispute as to the alleged debt and it may be as to the alleged cross-claim or set-off by the company against the petitioner. The resolution of such matters is not for this court. The court is simply required to find out is there or is there not a substantial dispute. σε μετάφραση Το ίδιο το χρέος αμφισβητείται, για άλλους λόγους. Το αν είναι ουσιαστικοί λόγοι δεν θα επηρεαστούν από την αντεξέταση αυτού του ζητήματος. Δεν νομίζω ότι η δικαιοδοσία που υπάρχει πρέπει να ασκείται με τον ασυνήθιστο τρόπο διενέργειας αντεξέτασης, προκειμένου να ανακαλύπτεται εάν υπάρχει ή όχι ουσιαστική διαφωνία ως προς το φερόμενο χρέος και μπορεί να αφορά ανταξίωση ή συμψηφισμό από την εταιρεία εναντίον του αιτητή. Η επίλυση τέτοιων θεμάτων δεν εναπόκειται στο δικαστήριο. Το δικαστήριο υποχρεούται απλώς να διαπιστώσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά. Συναφώς με ό,τι αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση, ο γενικός κανόνας είναι ότι ο απλήρωτος πιστωτής δικαιούσαι σε διάταγμα εκκαθάρισης ex debito justitiae ("as of right")[2]. Ο κανόνας, όμως, αυτός υπόκειται στην υπερέχουσα αρχή πως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης[3], η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Γι' αυτό και η νομολογία επί των αιτήσεων εκκαθάρισης συνιστά απλά οδηγό, παρά ένα αυστηρό πλαίσιο. Όταν αιτείται πιστωτής στη βάση της ανικανότητας της εταιρείας να πληρώσει χρέη, το διάταγμα της εκκαθάρισης συνήθως εκδίδεται, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι για να μην εκδοθεί και το βάρος για την απόδειξη τέτοιων λόγων το έχει η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία[4]. Ως γενικός κανόνας πρακτικής, το πρόσωπο η απαίτηση του οποίου αμφισβητείται από την εταιρεία καλόπιστα και για ουσιώδεις λόγους (παρά για κακό σκοπό που απλά εκτίθεται με ειλικρίνεια[5]), μπορεί να μην δικαιούται σε διάταγμα εκκαθάρισης. Είναι εξάλλου γνωστό ότι η αίτηση για εκκαθάριση δεν συνιστά μέσο για εξαναγκασμό πληρωμής χρεών που ο χρεώστης αμέλησε να εξοφλήσει[6]. Συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας να προωθείται αίτηση εκκαθάρισης βασισμένη σε μη πληρωμή χρέους, όταν υπάρχει bona fide διαφωνία ως προς το ότι το χρέος οφείλεται καθόλου. Η αίτηση σε τέτοια περίπτωση δεν αποκλείεται να θεωρηθεί και ως καταπιεστική[7]. Στη Re a Company No 00212 of 1995, The Times, 7 April 1995 λέχθηκε (λόγος Rattee J) ότι όταν το χρέος αμφισβητείται καλόπιστα και για ουσιαστικούς λόγους, ο ορθός χειρισμός της αίτησης είναι η διαγραφή της, ανεξάρτητα από το εάν η εταιρεία είναι ή δεν είναι αφερέγγυα. Στην απουσία, όμως, καλόπιστων και ουσιαστικών λόγων αμφισβήτησης του χρέους, η μη πληρωμή του χρέους συνιστά επαρκή μαρτυρία της ανικανότητας πληρωμής[8]. Όταν αμφισβητείται μόνον το ύψος του χρέους και όχι αυτή η ύπαρξή του, δεν επηρεάζεται η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης, εάν κατά τα λοιπά πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου. Στη Re Record Tennis Centres Ltd [1991] BCC 509, ο Hoffmann J διέγνωσε, για παράδειγμα, επί των γεγονότων που εκτέθηκαν ενώπιον του, πως η αμφισβήτηση του χρέους της εταιρείας δεν ήταν καλόπιστη, αλλά ότι η διαφωνία ήταν μια εφεύρεση προκειμένου να αποφευχθεί η εκκαθάριση. Στη Re a Company (No 001946 of 1991), ex parte Fin Soft Holding SA [1991] BCLC 737, επίσης, διαπιστώθηκε η μη ύπαρξη ουσιαστικών λόγων αμφισβήτησης του χρέους, αλλά η εταιρεία αναζητούσε τρόπο αποφυγής της εκκαθάρισης. Άλλη περίπτωση ήταν η Re a Company (No 006685 of 1996) [1997] 1 BCLC
- Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, και σε διάφορες άλλες, το Δικαστήριο είχε ενώπιον του μαρτυρία για να διαγνώσει όχι εάν υφίσταται ή όχι χρέος ή την αλήθεια σε σχέση με κάποιο γεγονός, αλλά εάν η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία καλόπιστα και για ουσιαστικούς λόγους είναι που αμφισβητεί χρέος, δηλαδή γνήσια. Έχοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω αρχές, σε συνάρτηση με τα δεδομένα αυτής της υπόθεσης, να λεχθεί καταρχάς πως σε αυτή τη δικαιοδοσία δεν υπάρχει η δυνατότητα διάγνωσης του πότε παραδόθηκε η κατοχή του ακινήτου στην Αιτήτρια, και εάν, με βάση τη δικαστική απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, υπάρχει ακόμα εξ αποφάσεως χρέος ή όχι και το ύψος του ή εάν αυτό έχει εξοφληθεί επειδή εκπληρώθηκε συγκεκριμένος όρος της δικαστικής απόφασης, ή όχι. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι απλά η διαπίστωση του εάν υπάρχει ή δεν υπάρχει καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση του χρέους από την Καθ' ης η αίτηση, που να καθιστά δικαιότερη την μη έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, ή εάν ό,τι προβάλλεται από την Καθ' ης η αίτηση δεν επαρκεί για να καταδείξει τέτοια καλόπιστη και ουσιαστική διαφορά και να ανακόψει το δικαίωμα και κατ' επέκταση το locus standi της Αιτήτριας. Όπως λέχθηκε, το βάρος απόδειξης σε σχέση με την αμφισβήτηση του χρέους το έχει η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία, όχι η Αιτήτρια. Οτιδήποτε χρειαστεί το Δικαστήριο σε σχέση με την αίτηση εκκαθάρισης, θα το πράξει με βάση το άρθρο 214
(1)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε αίτηση, ειδικότερα αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η αίτηση της Αιτήτριας ημερομηνίας 28.02.2020, για όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται. Λόγω της φύσης της διαδικασίας αυτής, και έχοντας κατά νου ότι η καταχώριση της αίτησης αυτής από την Αιτήτρια ήταν και το αποτέλεσμα κοινών χειρισμών κατά τις εμφανίσεις που προηγήθηκαν και με τις οποίες ζητείτο χρόνος για τέτοιες αιτήσεις, αλλά και το γεγονός ότι δεν είναι πρωτόγνωρο στην πράξη αιτήσεις εκκαθάρισης να αντιμετωπίζονται ως απλές ενδιάμεσες δια κλήσεως αιτήσεις και επ' αυτών να εφαρμόζεται η Δ.48,κ.4
(2), ασχέτως της πιο πάνω προσέγγισης, κρίνω πως δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιδικαστούν έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση. Εξάλλου το αποτέλεσμα αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα αποδοχής κάποιου λόγου ένστασής της Καθ' ης η αίτηση. Κάθε πλευρά τα έξοδά της, όσον αφορά την αίτηση αυτή. Δίδονται οδηγίες σε σχέση με την αίτηση εκκαθάρισης. Η αίτηση εκκαθάρισης ορίζεται για Ακρόαση την 26.10.2020 ώρα 11:00 π.μ.. Η ημερομηνία 11.12.2020 ακυρώνεται. Κατά την ακρόαση της αίτησης, κάθε πλευρά θα πρέπει να παρουσιάσει την υπόθεσή της (to put the case). Για τον σκοπό αυτό, μπορεί να προσκομίσει μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσής της ή να περιοριστεί στην υφιστάμενη μαρτυρία. Είναι αντιληπτό ότι κοινή επιθυμία των μερών είναι η διαδικασία να διεξαχθεί στη βάση γραπτής μαρτυρίας (υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή ενόρκων δηλώσεων), αντί προφορικής. Ασφαλώς, η μαρτυρία θα πρέπει να είναι μέσα στο πλαίσιο που έθεσε η αίτηση και αντίστοιχα η ένσταση, επί των θεμάτων δηλαδή που είναι αμφισβητούμενα, και άρα επίδικα. Αμφότερες οι πλευρές να καταχωρίσουν την έγγραφη μαρτυρία τους, υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων, μέχρι την 26.10.2020 ώρα 11:00 π.μ.. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλέπετε και Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου Lipa
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976 [2] Re Sklan Ltd [1961] 1 WLR 1013 και Re James Millward [1940] Ch
- [3] Re P & J Macrae Ltd [1961] 1 WLR
- [4] Re Lummus Agricultural Services Ltd [1999] BCC 953 at 956,
- [5] 'a thoroughly bad reason . put forward honestly' (Taylor's Industrial Flooring Ltd v. M & H Plant Hire (Manchester) Ltd [1990] BCC 44). [6] Re a Company (No 003729 of 1982) [1984] 1 WLR 1090 και Stonegate Securities Ltd v. Gregory [1980] 1 All ER 241 (CA). [7] Βλ. και Re a Company (No 00751 of 1992), ex parte Avocet Aviation Ltd [1992] BCLC
- [8] Taylor's Industrial Flooring Ltd v. M & H Plant Hire (Manchester) Ltd [1990] BCC
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο