← Κύπρος

Hadjiantonas (Kolas) Winery Limited κ.α. ν. Gordian Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2620/20, 18/11/2020

Hadjiantonas (Kolas) Winery Limited κ.α. ν. Gordian Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2620/20, 18/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2620/20 Μεταξύ:

  1. Hadjiantonas (Kolas) Winery Limited
  2. XXX Χατζιαντωνάς
  3. XXX Χατζιαντωνάς Ενάγοντες - Αιτητές και
  4. Gordian Holdings Limited
  5. XXX Χατζηχάννας ως Διαχειριστής / Παραλήπτης της περιουσίας της Hadjiantonas (Kolas) Winery Limited Eναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 16.11.2020 Ημερ.: 18.11.2020 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Χριστοφόρου (με την αποστολή αγόρευσης μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος) ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εκδίκαση Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές εξαιτούνται την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που να απαγορεύουν την προώθηση διαδικασίας πλειστηριασμού αλλά και που να αναστέλλουν τις εξουσίες του Εναγομένου αρ. 2 ως Διαχειριστή / Παραλήπτη της Ενάγουσας αρ. 1 εταιρείας που διορίστηκε από τους Εναγόμενους αρ.
  6. Αφού τέθηκε ο προβληματισμός του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο δικαιολογείτο η εξέταση της Αίτηση μονομερώς, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες δήλωσε ότι δεν επιμένει στην μονομερή έκδοση του αιτητικού

(1)αλλά επιμένει στην εξέταση μονομερώς του αιτητικού
(2)που αφορά στην αναστολή των εξουσιών του Διαχειριστή / Παραλήπτη. Αγόρευσε ακολούθως προς υποστήριξη της θέσης του αυτής. Όπως προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα αρ. 2 που συνοδεύει την Αίτηση είναι η θέση των Εναγόντων ότι για σκοπούς δραστηριοτήτων της η Ενάγουσα αρ. 1 προέβη στην σύναψη δανείων με την Τράπεζα Κύπρου τα οποία εξασφάλισαν με υποθήκες οι Ενάγοντες αρ. 2 και
  1. Λόγω της οικονομικής κρίσης οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και η Τράπεζα Κύπρου καταχώρησε εναντίον τους τις αγωγές με αρ. 3606/17, 3607/17 και 3608/17 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Εκκρεμούσης της αγωγής αρ. 3606/17 την 30.7.2018 η Τράπεζα Κύπρου απέστειλε στους Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή Ειδοποίηση Τύπου «Ι» προωθώντας διαδικασία πλειστηριασμού για την υποθήκη με αρ. YXXX. Στο πλαίσιο μονομερούς αιτήσεως εξεδόθη προσωρινό διάταγμα που απαγόρευε την προώθηση της διαδικασίας πλειστηριασμού, πλην όμως αυτό ακυρώθηκε την 7.1.
  2. Την 24.9.2018 η Εναγόμενη αρ. 1 απέστειλε στους Ενάγοντες Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ενημερώνοντας τους ότι προτίθετο να προχωρήσει στην πώληση του ακινήτου στις 2.3.2020, αλλά στις 7.11.2019 η Εναγόμενη αρ. 1 τους ειδοποίησε ότι η διαδικασία πλειστηριασμού είχε ακυρωθεί. Την 17.9.2020 έλαβαν Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» ημερ. 1.9.2020 ειδοποιώντας τους ότι η Εναγόμενη αρ. 1 προτίθετο να προχωρήσει με την πώληση του ακινήτου της Υποθήκης με αρ. ΥXXX την 13.11.2020, κατά της οποίας καταχωρίστηκε η Αίτηση / Έφεση αρ. 233/20, και την 29.10.2020 η Εναγόμενη αρ. 1 απέσυρε την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και ακύρωσε τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό. Η Εναγόμενη αρ. 1 έχει διορίσει την 7.10.2020 τον Εναγόμενο αρ. 2 ως Παραλήπτη / Διαχειριστή της περιουσίας της Εναγομένης αρ. 1 στην βάση ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Αυτός ενημέρωσε τον Ομνύοντα ότι προτίθεται να προχωρήσει στην πώληση της Ενάγουσας αρ. 1 εταιρείας σε τιμή που ο Ενάγοντας αρ. 2 θεωρεί πολύ μικρότερη της πραγματικής. Στα δε ακίνητα που βαρύνονται με τις υποθήκες XXXXX/08 και XXXXX/09 βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του Οινοποιείου της Ενάγουσας αρ. 1 αλλά και η οικία του Ενάγοντα αρ.
  3. Ο Εναγόμενος αρ. 2 από την 7.10.2020 έλαβε κατοχή της επιχείρησης οινοποιείου και προβαίνει σε πώληση περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας αρ. 1, και από τις εισπράξεις καταβάλλει μεταξύ άλλων μισθούς σε φρουρούς ασφαλείας τους οποίους ο ίδιος διόρισε. Θέση του Ενάγοντα αρ. 2 είναι ότι ο διορισμός του Εναγομένου αρ. 2 ως Διαχειριστή / Παραλήπτη είναι παράνομος αφού η μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου προς την Εναγομένη αρ. 1 έγινε κατά παράβαση του Νόμου. Προς τούτο προέβη και σε καταγγελία στην Αστυνομία στις 4.11.
  4. Η οικονομική δυνατότητα της Εναγομένης αρ. 1 δεν έχει εντοπιστεί, υπήρξε δε έντονη αμφισβήτηση όλων των εγγράφων και των υπολοίπων των λογαριασμών προς την Τράπεζα Κύπρου. Εισηγείται ότι, αν δεν ανασταλούν οι εξουσίες του Διαχειριστή / Παραλήπτη, θα προκληθεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά στην Ενάγουσα αρ. 1 με ανυπολόγιστο οικονομικό κόστος δια εκποίησης ενεργών περιουσιακών στοιχείων αυτής. Κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσια την παράγραφο 35 της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα αρ. 2: «Εν όψει των ανωτέρω η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι κατεπείγον αφού σε αντίθετη περίπτωση οι Εναγόμενοι / Καθ'ων η αίτηση εκκρεμούσης της εκδικάσεως της αγωγής θα δύναται παράνομα ως αναφέρω ανωτέρω να προωθούν την διαδικασία δια εκποίηση της περιουσίας μας δια δημοσίου πλειστηριασμού και/ή μέσο του διαχειριστή / Παραλήπτη προκαλώντας ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον τα Ακίνητα και ο θα έχει ήδη πωληθεί από πρόσωπο που δεν δικαιούτο να το πράξει, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα αποτροπής αυτής της διαδικασίας, έστω και προσωρινά. Περαιτέρω η αποκατάσταση της ζημιάς που είναι σίγουρο ότι θα προκληθεί με την πώληση των ακινήτων μας καθώς και της Εταιρείας δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί από τους Εναγόμενους καθότι η οικονομική επιφάνεια και δυνατότητα της Εναγομένης 1, η οποία επιχειρεί να πωλήσει ακίνητα αξίας πολλών εκατομμυρίων Ευρώ, παραμένει άγνωστη». Όσο μπορεί να συναχθεί από τα πιο πάνω, το κατ' επείγον συνδέεται με την διαδικασία εκποίησης της περιουσίας δια πλειστηριασμού. Επισημαίνω ότι στο παρόν στάδιο δεν εκκρεμεί κάποια διαδικασία πλειστηριασμού. Περαιτέρω ο διορισμός του Εναγομένου αρ. 2 έλαβε χώρα πέραν του ενός μηνός πριν από την καταχώριση της υπό εκδίκαση Αίτησης, η δε ισχυριζόμενη αναφορά αυτού για πώληση της Ενάγουσας αρ. 1 προς τον Ομνύοντα δεν τοποθετείται χρονικά στην Ένορκη Δήλωση. Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 αναφέρει ότι το Δικαστήριο θα έχει εξουσία να εκδίδει μονομερώς διατάγματα, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η ύπαρξη του κατ' επείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Το άρθρο αυτό έχει τύχει εξέτασης σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρω ενδεικτικά τις Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598, Re B.P.Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861, αναφορικά με την αίτηση για άδεια καταχώρησης αίτησης για ένταλμα certiorari αρ. αίτ. 92/02 Κ & Κ το Καϊμακλί Λτδ,
(2002)1 Α.Α.Δ. 1616). Στην Αίτηση της Εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για ένταλμα certiorari
(2005)1 Α.Α.Δ. 901 αναφέρθηκε ότι η έκδοση διαταγμάτων μονομερώς δεν πρέπει να είναι ο κανόνας, ούτε το σύνηθες αλλά ούτε και η εξαίρεση παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση, και αυτό γιατί συνιστά παρέκκλιση από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης αλλά και γιατί δημιουργεί περιπλοκές και καθυστέρηση στην διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση. Θεωρώ ότι το όλο θέμα επεξηγείται στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους για έκδοση Διατάγματος Certiorari,
(2010)1 Α.Α.Δ. 234, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η ευχέρεια με την οποία γίνονται αιτήσεις ex parte, και ακόμα περισσότερο η ευχέρεια με την οποία τα Δικαστήρια είναι διατεθειμένα να εγκρίνουν αιτήσεις ex parte, είναι το πιο ανησυχητικό φαινόμενο στην υπόθεση. Δυστυχώς έχει γίνει κατάχρηση και κακή αντίληψη της κατ΄εξαίρεση πρόνοιας η οποία παρέχει την ευχέρεια για έκδοση ex parte διαταγμάτων κατά παρέκκλιση κάθε κανόνα φυσικής δικαιοσύνης. Αν δεν ήταν για την πάγια νομολογία η οποία επιτρέπει να αναγνώριση της ισχύος ex parte διατάγματος, δεν μπορεί να διαπιστωθεί έρεισμα στο Σύνταγμα ή στους κανονισμούς της φυσικής δικαιοσύνης για διάταγμα το οποίο να επηρεάζει και μάλιστα να επηρεάζει σοβαρότατα τα δικαιώματα των δύο πλευρών σε μια υπόθεση χωρίς η άλλη πλευρά να ακουστεί. Δεν θα εξετάσω όμως το θέμα αυτό περαιτέρω από τη θεμελιακή πτυχή, πέραν του να παρατηρήσω ότι θα πρέπει τα Δικαστήρια να προβληματίζονται στο έπακρον όταν εκδίδουν ex parte διατάγματα. Είναι πολύ πιο απλό και πολύ πιο πρόσφορο η ex parte αίτηση να ορίζεται σε χρονικό διάστημα ολίγων ημερών, να επιδίδεται στην άλλη πλευρά και το Δικαστήριο να ακούσει και τις δύο πλευρές και να αποφασίσει οριστικά. Δεν ωφελεί να εκδίδεται διάταγμα το οποίο να διαιωνίζει την υπόθεση, όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση, ώστε να χρειάζεται να εμφανίζεται η άλλη πλευρά και να ακολουθεί ακρόαση με την ένστασή της και τα πράγματα να παρατείνονται, ή να αναβάλλεται για επίδοση αν η άλλη πλευρά δεν έχει ειδοποιηθεί. Τα Δικαστήρια οφείλουν, εφ΄όσον θεωρούν το θέμα ως επείγον, να σκέπτονται περισσότερο την απλή αυτή εναλλακτική οδό η οποία είναι και η ενδεδειγμένη ούτως ώστε να ακούουν και τις δύο πλευρές πριν εκδώσουν διάταγμα, έστω και ενδιάμεσο, επί μονομερούς αίτησης. Για να μην επεκταθώ, να πω ότι ο ενδιάμεσος επηρεασμός δικαιωμάτων μπορεί να έχει και δυσμενές αποτέλεσμα ως προς το μόνιμο επηρεασμό δικαιωμάτων». Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Έλενας Κυριάκου για έκδοση διατάγματος Certiorari,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1332 μάλιστα αναφέρθησαν τα πιο κάτω: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια με έχει παραπέμψει σε πρόσφατη δική μου απόφαση, στην Πολιτική Αίτηση 27/2010, ημερ. 23.2.2010, Βαλεντίνα Θεοφάνους, όπου εξέφρασα τις έντονες ανησυχίες μου για την παρατηρούμενη ευκολία με την οποία διατάγματα ex parte εκδίδονται από τα δικαστήρια, και παρατηρώ ότι και εκείνη η υπόθεση αφορούσε το Οικογενειακό Δικαστήριο. Η εντύπωσή μου είναι ότι οι διάδικοι χρησιμοποιούν τις διαδικασίες κατά το συμφέρον και ότι το Δικαστήριο δυστυχώς γίνεται συνεργός στην κατάχρηση αυτή. Διερωτώμαι με ποιο τρόπο θα μπορούσε να τονιστεί περαιτέρω η θεμελιακή διάσταση του Συντάγματος και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης ότι διατάγματα ex parte είναι η άκρα εξαίρεση και όχι ο συνήθης κανόνας. Πρέπει τα πράγματα να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το Δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή, εξυπηρετώντας το σκοπό της δικαιοσύνης, παρά να εκδώσει το διάταγμα. Σε μια περίπτωση στην οποία το θέμα κρίνεται έστω επείγον, τα δικαστήρια έχουν την ευχέρεια, και χωρίς την έκδοση ex parte διατάγματος, να ορίσουν την οποιαδήποτε ενώπιον τους αίτηση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, όπως είναι η υποχρέωση τους βάσει του Συντάγματος, και να ακούσουν και τις δύο πλευρές πριν αποφασίσουν να εκδώσουν οποιοδήποτε διάταγμα. Αυτό δεν είναι μόνο θέμα δικαιοσύνης και στοιχειώδους συμμόρφωσης με τα δικαστηριακά πλαίσια, είναι και θέμα διευκόλυνσης της διαδικασίας. Η εμπειρία δείχνει ότι διαδικασίες που αρχίζουν με ex parte διατάγματα έχουν επιπλοκές και δεν οδηγούν πουθενά». Έπεται πως η παρούσα δεν αποτελεί αυτήν την κατ' εξαίρεση περίπτωση όπου η Αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί χωρίς να ακουστεί και η άλλη πλευρά, ειδικά δεδομένου ότι έχει παρέλθει και χρόνος πέραν του ενός μηνός από τον κατ' ισχυρισμό παράνομο διορισμό του Εναγόμενου αρ. 2. Κατάληξη μου αποτελεί συνεπώς ότι δεν δικαιολογείται η εξέταση της Αιτήσεως μονομερώς. Δίδονται οδηγίες για επίδοση της Αίτησης. Η Αίτηση ορίζεται για τον σκοπό αυτό στις 25.11.2020 ώρα 8.45 π.μ.. (Υπ.) .............. Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.