Φωτόπουλου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή αρ.: 4164/2012, 30/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4164/2012 Μεταξύ:
- XXX Φωτόπουλου
- XXX Φωτόπουλος, υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα XXX Φωτόπουλου Ενάγοντες και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενη -------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2020 Για τους ενάγοντες: κα Π. Κυριακίδου για Κυριακίδου, Λαμάρη Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη: κα Μ. Αναστασίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες αξιώνουν από την εναγομένη, ως περιορίστηκε στο στάδιο των αγορεύσεων, το ποσό των €104.301,57 πλέον τόκους καθότι, ως προβάλλεται, η τελευταία παραβίασε το ευρωπαϊκό δίκαιο. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, έχουν δηλωθεί στην ολότητα τους ως παραδεκτά και συνακόλουθα, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Έχουν, ως ακολούθως: i. Στις 31.7.2005 συνέβηκε τροχαίο δυστύχημα, κατά το οποίο έχασε τη ζωή του ο XXX Φωτόπουλος. Ο τελευταίος ήταν ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου και επέβαινε σε αυτό ως συνοδηγός και με τη συγκατάθεση του το οδηγούσε ο XXX Συμεού. Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στη Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία (Δημόσια) Λτδ (από τώρα θα καλείται «η ασφαλιστική εταιρεία»), για κινδύνους έναντι τρίτου, δηλαδή στην έκταση που η ασφάλιση οχημάτων είναι εκ του Νόμου υποχρεωτική. Παρεχόταν ασφαλιστική κάλυψη έναντι τρίτου, μόνο στον αποβιώσαντα και στη σύζυγό του. ii. Οι ενάγοντες στην παρούσα, καταχώρισαν εναντίον του XXX Συμεού, οδηγού του αυτοκινήτου, στο οποίο ως έχει αναφερθεί, επέβαινε ο αποθανόντας ως συνοδηγός, την αγωγή με αρ. XXX7/2006, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής, στις 30.11.2007 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου, για το ποσό των Λ.Κ.61.045 (€104.301,57), με τόκο 6% επί του ποσού των Λ.Κ.58.600 (€100.124,04) από 31.7.2005 μέχρι 2.5.2006 και 8% επί του ποσού των Λ.Κ.61.045 (€104.301,57) από 3.5.2006 μέχρι εξόφλησης, το οποίο κατανεμήθηκε, ως η σχετική απόφαση του Δικαστηρίου (βλ. Τεκ. 1). iii. Στη συνέχεια, η ασφαλιστική εταιρεία, καταχώρισε εναντίον των εναγόντων στην παρούσα, την αγωγή με αρ. XXX2/2007 στο πλαίσιο της οποίας, στις 19.6.2008 εκδόθηκε απόφαση, με την οποία η ασφαλιστική απαλλάχτηκε της υποχρέωσης της να ικανοποιήσει την πιο πάνω αγωγή με αρ. XXX7/2006, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία εκδόθηκε εναντίον του XXX Συμεού (βλ. Τεκ. 2 και 3). iv. Ακολούθως, στις 18.7.2008 καταχωρίστηκε έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης ημερ. 19.6.2008 (βλ. Τεκ. 4). Παρουσιάστηκαν δε τα σχετικά πρακτικά και τα περιγράμματα αγορεύσεων (βλ. Τεκ. 5, 6.1 και 6.2). Στις 13.7.2011 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση, με την οποία απέρριψε την πιο πάνω έφεση, επισημαίνοντας ότι το άρθρο 14 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση έναντι Τρίτου), Νόμου, «δεν εφαρμόζεται λοιπόν στις περιπτώσεις που η ευθύνη αποζημίωσης προκύπτει σε σχέση με θάνατο, σωματική βλάβη ή ζημιά σε περιουσία του ασφαλισμένου, αφού αυτός δεν είναι τρίτο πρόσωπο εν τη εννοία του Νόμου ως έχει ήδη κριθεί. Τούτο δε αφορά απαιτήσεις τόσο προς όφελος της περιουσίας του ασφαλισμένου όσο και προς όφελος των εξαρτημένων του εφόσον και οι δύο απαιτήσεις περνούν μέσα από το κατά πόσο το πρόσωπο σε σχέση με το θάνατο του οποίου εγείρεται η απαίτηση είναι τρίτος.» (βλ. Τεκ. 7). Στη συνέχεια, οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 14.9.2012 την παρούσα αγωγή, με την οποία αξιώνουν από την Δημοκρατία αποζημιώσεις για παράβαση του ευρωπαϊκού δικαίου ενόψει της ερμηνείας που δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω αγωγή. Στο πλαίσιο της πιο πάνω αγωγής, στις 6.10.2014, εγκρίθηκε μερικώς σχετική αίτηση και εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατάχθηκαν οι ενάγοντες να παράσχουν στην εναγόμενη καλύτερες και περαιτέρω λεπτομέρειες και ειδικότερα, σε τι συνίσταται η παραβίαση του δικαίου της ευρωπαϊκής ένωσης από την πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως επίσης αναστάληκε η διαδικασία μέχρι να παρασχεθούν οι λεπτομέρειες. Σε έφεση που καταχωρίστηκε εναντίον της πιο πάνω απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο, με απόφαση του ημερ. 10.7.2018, παραμέρισε την πιο πάνω απόφαση, εκτός από το μέρος που εγκρίθηκε και εξέδωσε διάταγμα ως η αίτηση. Τελικά οι ενάγοντες παράσχαν τις αιτούμενες λεπτομέρειες στις 21.12.2018 και ως, μεταξύ άλλων, προβάλλεται σε αυτές, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε στις 13.7.2011, παραβιάζει τις ακόλουθες οδηγίες: i. Άρθρο 3
(1)της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24.4.1972[1] (από τώρα θα καλείται η 1η οδηγία). ii. Άρθρο 1
(4)και 2
(1)της οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ημερ. 30.12.1983[2] (από τώρα θα καλείται η 2η οδηγία). iii. Άρθρο 1 της οδηγίας 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ημερ. 14.5.1990[3] (από τώρα θα καλείται η 3η οδηγία). Η οδηγία 2009/103/ΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ημερ. 16.9.2009, ουσιαστικά κωδικοποίησε, μεταξύ άλλων, τις πιο πάνω οδηγίες. Στο στάδιο τούτο επισημαίνεται ότι η πιο πάνω οδηγία τέθηκε σε ισχύ μετά το επίδικο ατύχημα (31.7.2005) και πριν την έκδοση απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο (13.7.2011). Οι ενάγοντες προβάλλουν ότι τα σχετικά άρθρα των πιο πάνω οδηγιών και η νομολογία, απαγορεύουν εθνική ρύθμιση που έχει ως αποτέλεσμα τον αυτόματο αποκλεισμό της υποχρέωσης του ασφαλιστή να αποζημιώσει το θύμα τροχαίου ατυχήματος, όταν το ατύχημα προκλήθηκε από οδηγό ο οποίος δεν ήταν ασφαλισμένος δυνάμει της σχετικής σύμβασης και το θύμα, που επέβαινε στο όχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν ασφαλισμένο ως οδηγός. Έτσι, ως ισχυρίζονται, το Ανώτατο Δικαστήριο, με την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απαλλάχθηκε η ασφαλιστική εταιρεία από την υποχρέωση να ικανοποιήσει την αγωγή με αρ. XXX7/2006, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κατάφορα παραβίασε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εναγόμενη προβάλλει ότι, με την αγωγή τους οι ενάγοντες, δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα και επιπρόσθετα ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίζεται η αρχή ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποκαθιστούν τη ζημιά που προξενείται σε ιδιώτες από παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου, εφόσον βέβαια πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία και στις οποίες θα γίνει αναφορά πιο κάτω (βλ. συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90 Francovich κατά Ιταλικής Δημοκρατίας κ.ά., ημερ. 19.11.1991 και συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-46/93 και C-48/93 Brasserie du pêcheur SA κατά Γερμανίας κ.ά., ημερ. 5.3.1996). Η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται επίσης και όταν η παραβίαση προκύπτει από απόφαση Δικαστηρίου, κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό, εφόσον ο παραβιασθείς κανόνας του κοινοτικού δικαίου αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η παραβίαση είναι κατάφωρη και υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβίασης της υποχρέωσης που υπέχει το κράτος και της ζημιάς που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (βλ. υπόθεση C-224/01 Kobler κατά Αυστρίας, ημερ. 30.9.2003, C-173/2003 Traghetti κατά Ιταλίας, ημερ. 13.6.2006). Με βάση την πιο πάνω νομολογία, όταν υφίσταται παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τότε δικαιολογείται η επιδίκαση αποζημιώσεων. Οι ενάγοντες με την έκθεση απαίτησης τους προβάλλουν ότι η εναγόμενη παραβίασε το ενωσιακό δίκαιο και ότι συνεπεία αυτού υπέστηκαν ζημιά. Συνεπώς, η σχετική προδικαστική ένσταση, ότι με την παρούσα αγωγή δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα, απορρίπτεται. Το κατά πόσο πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις για την επιδίκαση αποζημιώσεων, θα εξεταστεί κατωτέρω. Αναφορικά δε με την έτερη προδικαστική ένσταση, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, επισημαίνεται ότι, ως έχει νομολογηθεί, εναπόκειται στην έννομη τάξη του κάθε κράτους μέλους να ορίσει το Δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την επίλυση διαφορών σχετικών με την αποζημίωση αυτή (βλ. υπόθεση Kobler, ανωτέρω). Η δικαιοδοσία που έχει ένα Δικαστήριο και οι υποθέσεις που μπορούν να υπαχθούν σε αυτό, είναι κατ' εξοχή πλάσματα Νόμου (βλ. Lapertas Fisheries Ltd v. Του πλοίου "Sea Way L" κ.ά.
(1999)1 Γ Α.Α.Δ. 1555). Πέρα από τις εξουσίες που του παρέχει το Σύνταγμα, το Ανώτατο Δικαστήριο ασκεί πρωτόδικη δικαιοδοσία, ως Ναυτοδικείο (βλ. άρθρο 19(α) και 29
(2)(α) του Ν. 14/60) και περαιτέρω, έχει αρμοδιότητα να δικάζει αποκλειστικά, σε πρώτο βαθμό «τέτοια άλλα θέματα τα οποία το Δικαστήριο δυνατό να λάβει εξουσία να ακούει και αποφασίζει κατά πρώτο βαθμό δυνάμει του παρόντα ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου που ισχύει εκάστοτε» (βλ. άρθρο 19(β), του ίδιου Νόμου). Δεν υφίσταται Νόμος με δικαιοδοτικές προεκτάσεις στο Ανώτατο Δικαστήριο ώστε να εκδικάζει, σε πρώτο βαθμό, αγωγές για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου. Αντιθέτως, το Επαρχιακό Δικαστήριο, ως καθορίζεται στο άρθρο 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, έχει εξουσία να ακούει και να αποφασίζει για κάθε αγωγή σε πρώτο βαθμό. Με την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις για παράβαση του ενωσιακού δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, αρμόδιο Δικαστήριο για να εκδικάσει την παρούσα αγωγή δεν είναι άλλο από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Συνακόλουθα, η σχετική, περί του αντιθέτου εισήγηση, της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγομένης, απορρίπτεται. Ακολούθως, θα εξεταστεί κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση αποζημιώσεων για την κατ' ισχυρισμό παραβίαση του ενωσιακού δικαίου. Το άρθρο 1(Α) του Συντάγματος ρητά προνοεί ότι «ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από θα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία». Το 1991 το ΔΕΚ εξέδωσε την απόφαση Francovic ανωτέρω που κατέστη εμβληματική και είναι σχετική με τα επίδικα ζητήματα. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου, ότι προηγήθηκαν οι υποθέσεις C-6/60 Humblet ημερ. 16.12.1960, Συλλ. Νομολογίας 1960 και C-13/68 Salgoil ημερ. 19.12.1968 Συλλ. Νομολογίας 1968
- Η υπόθεση Francovic, ανωτέρω, αφορούσε τη μη εμπρόθεσμη μεταφορά οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Αναγνωρίστηκε ότι το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει την αρχή ότι τα κράτη υποχρεούνται να αποκαθιστούν τις ζημιές που προκαλούνται στους ιδιώτες από τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου που τους καταλογίζονται. Στην πιο πάνω απόφαση, καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις της ευθύνης του κράτους (βλ. σκέψεις 38-46). Στη μεταγενέστερη σημαντική υπόθεση Brasserie du pêcheur SA, ανωτέρω, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει κατά πόσο η απόφαση στην Francovic, ανωτέρω, έχει εφαρμογή και στην περίπτωση όπου ο εθνικός νομοθέτης ενήργησε κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου αλλά και να διευκρινίσει περαιτέρω τους όρους και τις προϋποθέσεις της ευθύνης του κράτους. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, η αρχή ότι, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποκαθιστούν τη ζημιά που προξενείται σε ιδιώτες από παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου καταλογιζόμενες σε αυτά ισχύει και όταν η προσαπτόμενη παράβαση αποδίδεται στον εθνικό νομοθέτη. Επισημάνθηκε ότι, όταν παράβαση του κοινοτικού δικαίου από κράτος-μέλος, καταλογίζεται στον εθνικό νομοθέτη, ενεργούντα σε τομέα στον οποίο διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης, κατά την πραγματοποίηση νομοθετικών επιλογών, οι ζημιούμενοι ιδιώτες δικαιούνται αποζημίωσης εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: i. Ο παραβιαζόμενος κανόνας κοινοτικού δικαίου απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες, ii. Η παράβαση είναι κατάφωρη και τέλος, iii. Υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης και της ζημιάς που υπέστη ο ιδιώτης. Το Εθνικό Δικαστήριο, ως αναφέρθηκε, δεν δύναται στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας την οποία εφαρμόζει να εξαρτά την αποκατάσταση της ζημιάς από την ύπαρξη πταίσματος, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας του πολιτειακού οργάνου το οποίο καταλογίζεται η παράβαση, βαίνοντας πέραν της κατάφορης παράβασης του κοινοτικού δικαίου (βλ. παράγραφος 3 του καταληκτικού της πιο πάνω απόφασης). Η μεταγενέστερη υπόθεση Kobler, ανωτέρω, είναι επίσης σημαντική για τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης καθότι αναφέρεται στη θεμελίωση της ευθύνης του κράτους μέλους για παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου από αποφάσεις του Ανώτατου Εθνικού Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που περιέβαλλαν τη συγκεκριμένη υπόθεση σε συντομία είχαν ως ακολούθως. Ο Kobler, συνδεόταν από 1.3.1986 με το Αυστριακό Δημόσιο με σύμβαση δημοσίου δικαίου ως τακτικός καθηγητής πανεπιστημίου. Το 1996 ζήτησε την χορήγηση του ειδικού επιδόματος αρχαιότητας καθηγητών πανεπιστημίου, δυνάμει του σχετικού νόμου. Υποστήριξε ότι, καίτοι δεν έχει συμπληρώσει 15ετή υπηρεσία ως καθηγητής σε αυστριακό πανεπιστήμιο, εντούτοις είχε την απαιτούμενη αρχαιότητα αν λαμβανόταν υπόψη η διάρκεια της υπηρεσίας του σε πανεπιστήμια άλλων κρατών μελών της κοινότητας. Ήταν η θέση του ότι, η προϋπόθεση αρχαιότητας 15 ετών που να είχε συμπληρωθεί αποκλειστικά σε αυστριακά πανεπιστήμια, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη υπηρεσία σε πανεπιστήμια άλλων κρατών μελών, συνιστά έμμεση διάκριση η οποία κατά το κοινοτικό δίκαιο είναι αδικαιολόγητη. Στο πλαίσιο της διαφοράς που ανέκυψε, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Αυστρίας, το 1997, υπέβαλε στο ΔΕΚ προδικαστικά ερωτήματα. Τον επόμενο χρόνο ανακάλεσε την αίτηση του για έκδοση προδικαστικής απόφασης και με απόφαση του της ίδιας ημέρας απέρριψε την αγωγή του Kobler με το σκεπτικό ότι το ειδικό επίδομα αρχαιότητας συνιστά ένα είδος ανταμοιβής για την επίδειξη πίστης, η οποία, εξ αντικειμένου δικαιολογεί απόκλιση από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων. Ακολούθως άσκησε αγωγή, με την οποία ζητούσε την αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστη υποστηρίζοντας ότι η πιο πάνω απόφαση συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Ακολούθως, Δικαστήριο της Βιέννης υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΚ. Με την πιο πάνω απόφαση, αναγνωρίστηκε η αρχή ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποκαθιστούν ζημιές που υπέστησαν οι ιδιώτες από παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου, καταλογιστέες σε αυτά, εφαρμόζεται, επίσης, όταν η παραβίαση προκύπτει από απόφαση Δικαστηρίου που κρίνει σε τελευταίο βαθμό. Αναφορικά δε με τις προϋποθέσεις θεμελίωσης ευθύνης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «
- Όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οφείλουν τα κράτη μέλη να αποκαθιστούν τις ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες από παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου που τους καταλογίζονται, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτές είναι τρεις, ήτοι ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η παραβίαση να είναι κατάφωρη και να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβιάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το κράτος και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (προαναφερθείσα απόφαση Haim, σκέψη 36).
- Η ευθύνη του Δημοσίου για ζημίες προκληθείσες με απόφαση εθνικού δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό, η οποία έρχεται σε αντίθεση με κανόνα του κοινοτικού δικαίου, διέπεται από τις ίδιες προϋποθέσεις.
- Όσον αφορά, ειδικότερα, τη δεύτερη από τις προϋποθέσεις αυτές και την εφαρμογή της για τη θεμελίωση ενδεχόμενης ευθύνης του Δημοσίου λόγω αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ιδιομορφία του δικαστικού λειτουργήματος, καθώς και οι νόμιμες απαιτήσεις της ασφαλείας δικαίου, όπως επίσης υπογράμμισαν τα κράτη μέλη που κατέθεσαν παρατηρήσεις στην παρούσα υπόθεση. Η ευθύνη του Δημοσίου λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου με απόφαση εθνικού δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στην εξαιρετική περίπτωση στην οποία ο δικαστής προδήλως αγνόησε το εφαρμοστέο δίκαιο.
- Προκειμένου να καθοριστεί αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, το επιληφθέν της αγωγής αποζημιώσεως εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξετάσει όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί.
- Μεταξύ αυτών των στοιχείων περιλαμβάνονται, ιδίως, ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιασθέντος κανόνα, ο αυτοπροαίρετος χαρακτήρας της παραβιάσεως, ο συγγνωστός ή ασύγγνωστος χαρακτήρας της νομικής πλάνης, η ενδεχόμενη διατύπωση γνώμης ενός κοινοτικού οργάνου, καθώς και η μη συμμόρφωση του συγκεκριμένου δικαστηρίου προς την υποχρέωσή του να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα δυνάμει του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
- Εν πάση περιπτώσει, η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου είναι κατάφωρη, όταν η σχετική απόφαση εκδόθηκε κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., υπ' αυτή την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame, σκέψη 57). .
- Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή κατά την οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποκαθιστούν τις ζημιές που υπέστησαν οι ιδιώτες από παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου καταλογιστέες σε αυτά εφαρμόζεται, επίσης, όταν η παραβίαση προκύπτει από απόφαση δικαστηρίου κρίνοντας σε τελευταίο βαθμό, εφόσον ο παραβιασθείς κανόνας του κοινοτικού δικαίου αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η παραβίαση είναι κατάφωρη και υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβιάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το κράτος και της ζημιάς που υπέστησαν οι ζημιωθέντες. Προκειμένου να καθοριστεί αν η παραβίαση είναι κατάφωρη, στην περίπτωση που η συγκεκριμένη παραβίαση προκύπτει από μια τέτοια απόφαση, ο αρμόδιος εθνικός δικαστής οφείλει, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιομορφία του δικαστικού λειτουργήματος, να εξετάσει αν η παραβίαση έχει πρόδηλο χαρακτήρα. Στην έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους απόκειται να ορίσει το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την επίλυση διαφορών σχετικών με την αποζημίωση αυτή». Το ΔΕΚ στην απόφαση Kobler έκρινε ότι ενόψει των περιστατικών της υπόθεσης η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως ενέχουσα πρόδηλο χαρακτήρα και, κατά συνέπεια, ως κατάφωρη. Σχετική είναι και η μεταγενέστερη υπόθεση Traghetti, ανωτέρω, στην οποία υιοθετήθηκαν τα όσα αναφέρονται στην Kobler. Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι η υπόθεση C-537/03 Candolin κ.ά. κατά Rohjola, ημερ. 30.6.
- Στην πιο πάνω υπόθεση, η Candolin καθώς και άλλα δύο πρόσωπα, μεταξύ αυτών και ο Paanamen, ταξίδευσαν με το όχημα του τελευταίου το οποίο οδηγούσε άλλο πρόσωπο. Επεσυνέβηκε τροχαίο ατύχημα το οποίο προκάλεσε το θάνατο της Candolin και σοβαρά τραύματα στους άλλους επιβάτες. Ο οδηγός και όλοι οι άλλοι επιβάτες βρισκόντουσαν σε κατάσταση μέθης. Το πλημμελειοδικείο του Pori καταδίκασε τον οδηγό σε ποινή φυλάκισης και τον υποχρέωσε να αποζημιώσει όλους τους επιβαίνοντες. Αναφορικά με το ζήτημα της καταβολής των αποζημιώσεων από την ασφαλιστική, το Δικαστήριο εκτιμώντας ότι οι επιβάτες όφειλαν να αντιληφθούν την κατάσταση μέθης του οδηγού, έκρινε ότι ουδείς εξ αυτών έχει δικαίωμα να λάβει αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρεία. Με βάση τις πρόνοιες της σχετικής εθνικής νομοθεσίας, αν συνέτρεχε «ειδικός λόγος» θα μπορούσε η ασφαλιστική να υποχρεωθεί να καταβάλει τις αποζημιώσεις. Έτσι, το Δικαστήριο, αφού συνεκτίμησε τις σοβαρές σωματικές βλάβες ενός εκ των επιβαινόντων, ιδιοκτήτη του οχήματος και το γεγονός ότι ο οδηγός λόγω της οικονομικής του κατάστασης, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα κατάφερνε να αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη, έκρινε ότι η ασφαλιστική πρέπει να καταβάλει την αποζημίωση σε σχέση με αυτόν. Αντιθέτως, έκρινε ότι δεν μπορούσε να γίνει επίκληση κάποιου «ειδικού λόγου», όσον αφορά την Candolin και τον άλλο επιβάτη. Σε δεύτερο βαθμό, κρίθηκε ότι η ασφαλιστική δεν πρέπει να καταβάλει αποζημίωση σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Ακολούθως υπέβαλαν αίτηση αναιρέσεως και υποβλήθηκαν σχετικά προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΚ. Το τελευταίο στην απόφαση του επεσήμανε ότι «Τα κράτη μέλη πρέπει να ασκούν τις αρμοδιότητες τους τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα των άρθρων 3
(1), της πρώτης οδηγίας, 2
(1), της δεύτερης οδηγίας και 1 της τρίτης οδηγίας, των οποίων ο σκοπός είναι να εξασφαλίσουν ότι η υποχρεωτική ασφάλιση της ευθύνης από αυτοκινητιστικά ατυχήματα πρέπει να παρέχει σε όλους τους επιβάτες που είναι θύματα την δυνατότητα να αποζημιωθούν για τη ζημιά που υπέστησαν. Κατά συνέπεια, οι εθνικοί κανόνες, ως αναφέρθηκε, που διέπουν την αποζημίωση των θυμάτων αυτοκινητιστικού ατυχήματος δεν μπορούν να στερήσουν στις διατάξεις αυτές της πρακτικής τους αποτελεσματικότητας. Τούτο θα συμβεί ιδίως στη περίπτωση που, με βάση απλώς και μόνο την συμβολή του επιβάτη στην επέλευση της ζημιάς, μια εθνική ρύθμιση, η οποία λαμβάνει ως γνώμονα γενικά και αφηρημένα κριτήρια, είτε δεν αναγνωρίζει στον επιβάτη το δικαίωμα να λάβει αποζημίωση βάση της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της ευθύνης από αυτοκινητιστικά ατυχήματα είτε περιορίζει δυσανάλογα το δικαίωμα αυτό. Μόνον υπό εξαιρετικές συνθήκες είναι δυνατό να περιοριστεί, βάσει εκτιμήσεως της συγκεκριμένης περιπτώσεως, η έκταση της αποζημιώσεως του θύματος ., δεν έχει σημασία το γεγονός ότι ο σχετικός επιβάτης είναι ο κύριος του αυτοκινήτου του οποίου ο οδηγός προκάλεσε το ατύχημα». Έτσι, το ΔEK έκρινε ότι το άρθρο 2
(1)της δεύτερης οδηγίας και άρθρο 1 της τρίτης οδηγίας, αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία καθιστά δυνατό να αποκλειστεί ή να περιοριστεί δυσανάλογα, βάσει της συμβολής ενός επιβάτη στην επέλευση της ζημιάς που αυτός υπέστη, η αποζημίωση που καταβάλλεται λόγω της υποχρεωτικής ασφάλισης της ευθύνης από αυτοκινητιστικά ατυχήματα. Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι ο σχετικός επιβάτης είναι ο κύριος του αυτοκινήτου του οποίου ο οδηγός προκάλεσε το ατύχημα. Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα, είναι και η μεταγενέστερη υπόθεση C-442/10 Churchill Insurance Company Limited v. Benjamin Wilkinson και Tracy Evans v. Equity Claims Limited, ημερ. 1.12.2011. Τα γεγονότα που την περιβάλλουν, έχουν ως κατωτέρω. Ο Wilkinson δηλώθηκε ως οδηγός σε ασφαλιστήριο έγγραφο που συνήφθηκε με την ασφαλιστική Churchill. Στις 23.11.2005 επέτρεψε σε φίλο του να οδηγήσει το αυτοκίνητο του, ενώ ο ίδιος επέβαινε σε αυτό γνωρίζοντας ότι δεν ήταν ασφαλισμένος. Ο οδηγός έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και συγκρούστηκε με όχημα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση με αποτέλεσμα ο Wilkinson να υποστεί βαριές σωματικές βλάβες. Η ασφαλιστική αναγνώρισε ότι όφειλε να τον αποζημιώσει πλην όμως ζήτησε να της καταβάλει, ως ασφαλισμένος, ποσό ίδιο με την οφειλόμενη αποζημίωση, αξίωση την οποία αμφισβήτησε. Η Evans ήταν ιδιοκτήτρια μιας μοτοσυκλέτας για την οποία συνήψε σύμβαση ασφάλισης με την Equity ως αποκλειστική οδηγός. Στις 4.8.2004, επέτρεψε σε φίλο της, να την οδηγήσει με την ίδια ως συνεπιβάτη. Η μοτοσυκλέτα, από αμέλεια του οδηγού, προσέκρουσε στο όπισθεν μέρος φορτηγού οχήματος με αποτέλεσμα η Evans να τραυματιστεί σοβαρά. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ασφαλιστική είχε το δικαίωμα να λάβει αποζημίωση για τα ποσά που υποχρεώθηκε να καταβάλει στην Evans, δεδομένου ότι αυτή επέτρεψε σε ανασφάλιστο τρίτο να οδηγήσει τη μοτοσυκλέτα. Τόσο στη πρώτη περίπτωση η Churchill όσο και στη δεύτερη η Evans άσκησαν έφεση κατά των πιο πάνω αποφάσεων και υποβλήθηκαν αιτήματα για έκδοση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι το άρθρο 1
(1)της τρίτης οδηγίας και το άρθρο 2
(1)της δεύτερης οδηγίας, έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν εθνικές ρυθμίσεις που έχει αποτέλεσμα τον αυτόματο αποκλεισμό της υποχρέωσης του ασφαλιστή να αποζημιώσει το θύμα τροχαίου ατυχήματος όταν το ατύχημα προκλήθηκε από οδηγό ο οποίος δεν ήταν ασφαλισμένος δυνάμει της σχετικής σύμβασης και το θύμα, που επέβαινε στο όχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν ασφαλισμένο ως οδηγός του συγκεκριμένου οχήματος και είχε επιτρέψει στο πρόσωπο αυτό να οδηγεί. Η πιο πάνω απάντηση, ως επισημάνθηκε, δεν διαφέρει ανάλογα με το αν το ασφαλισμένο θύμα γνώριζε ότι το πρόσωπο στο οποίο επέτρεψε να οδηγήσει το όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο ως οδηγός ή αν πίστευε ότι ήταν ή, ακόμη, αν έλαβε υπόψη του το ζήτημα αυτό. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η οδηγία 2009/103 δε βρισκόταν σε ισχύ κατά το χρόνο του ατυχήματος πλην όμως, βρισκόταν σε ισχύ όταν εκδόθηκε η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αντίστοιχες διατάξεις των οδηγιών, για τις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω, περιλήφθηκαν εν συνεχεία αυτούσιες στην οδηγία 2009/103. Στην αιτιολογική σκέψη 1 της τελευταίας αυτής οδηγίας αναγνωρίζεται ότι ήταν «σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίηση των εν λόγω τεσσάρων οδηγιών (72/166/ΕΟΚ, 84/5/ΕΟΚ, 88/357/ΕΟΚ, 90/232/ΕΟΚ και 2000/26/ΕΚ) .». Το ΔΕΕ, έχει τονίσει ότι σκοπός των άρθρων 3
(1)της πρώτης οδηγίας, 2
(1)της δεύτερης οδηγίας και 1 της τρίτης οδηγίας είναι να διασφαλιστεί ότι η υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα θα παρέχει σε όλους τους επιβάτες που είναι θύματα ατυχήματος το οποίο προκαλείται από αυτοκίνητο, τη δυνατότητα να αποζημιωθούν για τις ζημιές που υφίστανται. Το άρθρο 3
(1)της πρώτης οδηγίας αντιτίθεται στο να μπορέσει ο ασφαλιστής να επικαλεστεί νομικές διατάξεις ή συμβατικές ρήτρες για να αρνηθεί να αποζημιώσει τους τρίτους που είναι θύματα ατυχήματος το οποίο προκλήθηκε από το ασφαλισμένο αυτοκίνητο (Βλ. C-129/94 Ruiz Bernaldez [1996] ECR I-1829, σκέψη 20). Το άρθρο 2
(1)της δεύτερης οδηγίας απλώς και μόνο υπενθυμίζει την υποχρέωση αυτή. Κατά παρέκκλιση το εδάφιο 2 του άρθρου 2
(1)ορίζει ότι ορισμένα θύματα τροχαίου ατυχήματος μπορούν να μην αποζημιωθούν από τον ασφαλιστή, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης που τα ίδια δημιούργησαν (πρόσωπα που επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητο το οποίο γνώριζαν ότι είχε κλαπεί), (Bernaldez, ανωτέρω, σκέψη 21). Η τρίτη οδηγία επέκτεινε την ευθύνη για σωματικές βλάβες σε όλους τους επιβάτες πλην του οδηγού. Οι πιο πάνω τρεις οδηγίες, δεν σκοπεύουν να εναρμονίσουν τους κανόνες των κρατών μελών που ισχύουν στην αστική ευθύνη. Ο σκοπός τους ήταν να εξασφαλίσουν την ελεύθερη διακίνηση οχημάτων και προσώπων που ταξιδεύουν με αυτά και να διασφαλίσουν ότι τα θύματα τροχαίων ατυχημάτων θα έχουν την ίδια μεταχείριση σε όλες τις χώρες της ένωσης ανεξάρτητα το που επισυμβαίνει το ατύχημα (βλ. C-348/98 Ferreira ημερ. 14.9.2000 σκέψεις 23 και 24 και Bernaldez, ανωτέρω, παρ. 13-16, Candolin, ανωτέρω, σκέψη 17 και Churchill, ανωτέρω, σκέψη 27). Έχουν δε επίσης ως σκοπό, να προστατεύσουν μιαν ιδιαίτερη ευάλωτη κατηγορία δυνητικών θυμάτων, ήτοι τους επιβάτες των αυτοκινήτων, καλύπτοντας τα κενά που υφίστανται στις νομοθεσίες ορισμένων κρατών μελών όσον αφορά την υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη αυτών των επιβατών (βλ. 5η αιτιολογική σκέψη της τρίτης οδηγίας και C-356/05, Farrell, ημερ. 19.4.2007, σκέψη 24). Όπως έχει ήδη αναφερθεί το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 19.6.2008 στα πλαίσια της αγωγής XXX2/2007 εξέδωσε απόφαση με την οποία η ασφαλιστική εταιρεία απαλλάχθηκε της υποχρέωσης, να ικανοποιήσει την αγωγή με αριθμό XXX7/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία εκδόθηκε υπέρ των εναγόντων στη παρούσα και εναντίον του οδηγού του αυτοκινήτου. Σε έφεση που καταχωρίστηκε εναντίον της πιο πάνω απόφασης ημερ. 19.6.2008, το Ανώτατο Δικαστήριο στις 13.7.2011 εξέδωσε απόφαση, ως αυτή εκτίθεται ανωτέρω, αφού προηγουμένως ερμήνευσε τον σχετικό Νόμο. Οι διάδικοι δεν ήγειραν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα συγκεκριμένα ζητήματα και δεν ζήτησαν, δυνάμει και των προνοιών του άρθρου 34Α
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, να παραπέμψει προδικαστικό ερώτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Το ΔΕΕ, στο πλαίσιο της υπόθεσης Churchill, ανωτέρω, ξεκαθάρισε το συγκεκριμένο ζήτημα, αποφαινόμενο ότι οι σχετικές οδηγίες για τις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική ρύθμιση που έχει ως αποτέλεσμα τον αυτόματο αποκλεισμό της υποχρέωσης του ασφαλιστή να αποζημιώσει το θύμα του τροχαίου ατυχήματος, όταν το ατύχημα προκλήθηκε από οδηγό ο οποίος δεν ήταν ασφαλισμένος δυνάμει της σχετικής σύμβασης και το θύμα, που επέβαινε στο όχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο ως οδηγός του συγκεκριμένου οχήματος και είχε επιτρέψει στο πρόσωπο αυτό να οδηγήσει. Όπως έχει επισημανθεί, η πιο πάνω απάντηση δεν διαφέρει ανάλογα με το αν το ασφαλισμένο θύμα γνώριζε ότι το πρόσωπο, στο οποίο επέτρεψε να οδηγήσει το όχημα, δεν ήταν ασφαλισμένο ως οδηγός ή αν πίστευε ότι ήταν ή, ακόμη, αν έλαβε ή όχι υπόψη του το ζήτημα αυτό. Η πιο πάνω απόφαση, στην υπόθεση Churchill, εκδόθηκε την 1.12.2011 δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου (13.7.2011). Στην υπόθεση C-168/15 Tomasova, ημερ. 28.7.2016 αποφασίστηκε ότι δεν υπήρξε κατάφωρη παραβίαση του ενωσιακού δικαίου από τη στιγμή που μετά την έκδοση της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου εκδόθηκε μεταγενέστερη απόφαση του ΔΕΕ με περιεχόμενο διαφορετικό από την απόφαση του εθνικού δικαστηρίου. Επισημαίνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση υπήρχε, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου, προγενέστερη απόφαση του ΔΕΕ με παρόμοιο περιεχόμενο, πλην όμως, αυτό δεν θεωρήθηκε αρκετό για να θεμελιωθεί κατάφωρη παραβίαση (βλ. σκέψεις 29-33). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι ενάγοντες, στα πλαίσια της πιο πάνω έφεσης, δεν υπέβαλαν αίτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ και δεν ήγειραν ζητήματα παραβίασης του ενωσιακού δικαίου. Λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό σαφήνειας των σχετικών οδηγιών, τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι και την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το γεγονός ότι δεν εγέρθηκαν ενώπιον του τελευταίου οι σχετικές οδηγίες και η μέχρι τότε νομολογία και επιπρόσθετα, το γεγονός ότι το συγκεκριμένο ζήτημα ξεκαθάρισε μετά την απόφαση Churchill, η οποία εκδόθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν βρίσκεται ενώπιον εξαιρετικής περίπτωσης στην οποία προδήλως αγνοήθηκε το εφαρμοστέο δίκαιο και η περί τούτου νομολογία. Έτσι, δεν υφίσταται κατάφωρη παραβίαση του ενωσιακού δικαίου. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, το γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υπέβαλε, αυτεπαγγέλτως, προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μεταβάλλει την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη. Στην περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν διαφορετική, που εν πάση περιπτώσει δεν συμβαίνει, στη συνέχεια, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα εξεταστεί κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν επιτύχει να αποδείξουν ότι υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, μία από τις προϋποθέσεις για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του κράτους για αποζημίωση στον ιδιώτη, είναι να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης και της ζημιάς που υπέστη ο ιδιώτης. Στην υπόθεση Brasserie, ανωτέρω, επισημάνθηκε ότι, προς καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης, ο εθνικός δικαστής μπορεί να ερευνήσει αν ο ζημιωθείς κατέβαλε την δέουσα επιμέλεια, ώστε να αποφύγει τη ζημιά ή να περιορίσει την έκταση της και ιδίως αν χρησιμοποίησε εγκαίρως όλα τα μέσα έννομης προστασίας που διέθετε (βλ. σκέψη 84 και επίσης C-104/89 και C39/90 Mulder κ.ά. ν. Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ημερ. 19.5.1992, σκέψη 33). Στην υπό εξέταση περίπτωση, στο πλαίσιο της αγωγής XXX7/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του οδηγού του αυτοκινήτου, ως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω. Δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας ότι οι ενάγοντες επιχείρησαν να εισπράξουν το εξ αποφάσεως χρέος με οποιοδήποτε τρόπο. Τα όσα σχετικά ανέφερε, στο στάδιο των αγορεύσεων η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων, ότι δεν μπορούν να εκτελέσουν την απόφαση, για τους λόγους που εξήγησε, ασφαλώς και δεν λαμβάνονται υπόψη αφού, όπως έχει νομολογιακά αναγνωριστεί, ο δικηγόρος δεν δύναται να εισάγει μαρτυρία στο πλαίσιο των αγορεύσεών του. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν υφίσταται μαρτυρία ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν την δέουσα επιμέλεια ώστε να αποφύγουν τη ζημιά ή να περιορίσουν την έκταση της, λαμβάνοντας υπόψη και τα μέσα εκτέλεσης που προβλέπονται από το Νόμο. Εκείνο που ουσιαστικά επιζητούν οι ενάγοντες, είναι να επιλέξουν το πρόσωπο από το οποίο θα λάβουν αποζημίωση. Εκδόθηκε απόφαση υπέρ αυτών και εναντίον του οδηγού και δεν υφίσταται μαρτυρία ότι έπραξαν οτιδήποτε για να τους καταβληθεί το εξ αποφάσεως χρέος. Έτσι, οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά, ακόμη και στην περίπτωση που υπήρξε κατάφωρη παραβίαση του ενωσιακού δικαίου, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί ανωτέρω. Έτσι, και γι' αυτό το λόγο, η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα. Η επιδίκαση εξόδων απόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ο κανόνας είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης. Όπως έχει επισημανθεί στην Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1Β Α.Α.Δ. 818, «Απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, δικαιολογείται μόνον εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στην γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων ή μέρους τους» (βλ. επίσης Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:A256, Πολ. Έφ. 388/2011, ημερ. 7.7.2017). Στην υπό εξέταση περίπτωση, δικαιολογείται απόκλιση από τον κανόνα, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης και του γεγονότος ότι επρόκειτο για ένα πρωτότυπο ζήτημα. Έτσι, κρίνεται ορθό και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ [1] «Κάθε Κράτος μέλος λαμβάνει υπό την επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 4, όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση. Η έκταση της καλυπτομένης ευθύνης και οι όροι και συνθήκες της καλύψεως καθορίζονται με βάση τα μέτρα αυτά.» [2] 1
(4)«Κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1. Η διάταξη αυτή δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να προσδώσουν ή όχι στην παρέμβαση του οργανισμού αυτού επικουρικό χαρακτήρα, ούτε το δικαίωμα να ρυθμίζουν τις προσφυγές μεταξύ του οργανισμού αυτού και του υπεύθυνου ή των υπεύθυνων του ατυχήματος και των άλλων ασφαλιστών ή οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης που υποχρεούνται να αποζημιώσουν το θύμα για το ίδιο ατύχημα. Το θύμα μπορεί σε κάθε περίπτωση να απευθυνθεί απευθείας στον οργανισμό, ο οποίος, με βάση τις πληροφορίες που του παρέχει το θύμα, έπειτα από αίτησή του, είναι υποχρεωμένος να του δώσει αιτιολογημένο απάντηση σχετικά με την παρέμβασή του. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλείσουν από την παρέμβαση του οργανισμού αυτού τα πρόσωπα τα οποία επιβιβάστηκαν με τη θέλησή τους στο όχημα που προκάλεσε τη ζημία, στην περίπτωση που ο οργανισμός μπορεί να αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο. Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν ή να αποκλείσουν την παρέμβαση του οργανισμού αυτού σε περίπτωση που οι υλικές ζημίες προκλήθηκαν από όχημα αγνώστων στοιχείων. Μπορούν επίσης να επιτρέψουν μία απαλλαγή, για τις υλικές ζημίες που προκαλούνται από ανασφάλιστο όχημα, αντιτάξιμη στο θύμα, όχι ανώτερη από 500ECU. Εξάλλου, κατά την παρέμβαση του οργανισμού αυτού, κάθε κράτος μέλος εφαρμόζει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του, με την επιφύλαξη κάθε άλλης πρακτικής ευνοϊκότερης για τα θύματα.» 2
(1)«Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου κάθε διάταξη του νόμου ή συμβατική ρήτρα που περιλαμβάνεται σε ασφαλιστήριο συμβόλαιο εκδιδόμενο σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ και αποκλείει την ασφάλιση της χρήσης ή της οδήγησης οχημάτων από πρόσωπα: - στα οποία δεν έχει επιτρ4απεί ρητά ή σιωπηρά η χρήση ή η οδήγηση, ή - τα οποία δεν διαθέτουν άδεια οδηγήσεως του σχετικού οχήματος, ή - τα οποία δεν έχουν συμμορφωθεί με τις εκ του νόμου υποχρεώσεις τεχνικού χαρακτήρα που αφορούν την κατάσταση και την ασφάλεια του εν λόγω οχήματος, να θεωρείται, για την εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ, ανίσχυρη όσον φορά την προσφυγή τρίτων θυμάτων ατυχήματος. Πάντως η διάταξη ή η ρήτρα που αναφέρονται στην πρώτη περίπτωση μπορούν να αντιταχθούν σε πρόσωπα που επιβιβάστηκαν με τη θέλησή τους στο όχημα που προκάλεσε τη ζημία, εφόσον ο ασφαλιστής μπορεί να αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα είχε κλαπεί. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια - όσον αφορά τα ατυχήματα που συμβαίνουν στο έδαφός τους - να μην εφαρμόζουν τη διάταξη του πρώτου εδαφίου, εάν και εφόσον το θύμα μπορεί να αποζημιωθεί για τη ζημία από οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης.» [3] «Υπό την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, η ασφάλιση που προβλέπει το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ καλύπτει την ευθύνη για σωματικές βλάβες όλων των επιβατών, πλην του οδηγού, που προκύπτουν από την κυκλοφορία ενός οχήματος. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοείται ως «όχημα» οποιοδήποτε όχημα όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο