← Κύπρος

ΣΑΒΒΑ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 717/2019, 18/11/2020

ΣΑΒΒΑ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 717/2019, 18/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 717/2019 Μεταξύ: XXXX ΣΑΒΒΑ Ενάγουσα και

  1. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΗ
  2. PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED Εναγόμενες Αίτηση ημερομηνίας 05.05.2020 Ημερομηνία: 18.11.2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενες/Αιτήτριες: κυρία Ε. Μιχαηλίδου Για Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: για Μάριος Χαρτσιώτης & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή της, η Ενάγουσα διεκδικεί χρηματικό ποσό ύψους 2.327,00 Ευρώ, για ειδικές ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που συνέβη την 29.10.
  3. Κατ' αυτό, επήλθε σύγκρουση μεταξύ του οχήματος με αριθμό εγγραφής XXXX που οδηγούσε η Ενάγουσα, και του οχήματος με αριθμό εγγραφής XXXX που οδηγούσε η Εναγόμενη 1, η οποία είναι ασφαλισμένη στην Εναγόμενη
  4. Η Ενάγουσα καταλογίζει ευθύνη στην Εναγόμενη 1 για το τροχαίο ατύχημα, δικογραφεί λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης 1, καθώς και λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών της. Έπειτα, ισχυρίζεται ότι το ποσό των 2.327,00 Ευρώ (πλην του αφαιρετέου ποσού των 200,00 Ευρώ) που διεκδικεί με την αγωγή της πληρώθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία GAN DIRECT INSURANCE LTD δυνάμει ασφαλιστικής κάλυψης, οπότε δια της Ενάγουσας είναι αυτή η ασφαλιστική εταιρεία της Ενάγουσας που ουσιαστικά ενάγει, για να ανακτήσει από τις Εναγόμενες 1 και 2 τα καταβληθέντα ποσά. Η αγωγή είναι ταχείας εκδίκασης. Με την κοινή υπεράσπισή τους, οι Εναγόμενες 1 και 2 εγείρουν τέσσερις προδικαστικές ενστάσεις, ότι: (α) η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να προωθεί απαίτηση και να ενάγει και κωλύεται εκ της συμπεριφοράς της, (β) το αγώγιμο έχει παραγραφεί με βάση τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66(Ι)/2012 [«ο Νόμος 66(Ι)/2012»], (γ) υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση κατά παράβαση του άρθρου 30 § 2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, και (δ) υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας, εφόσον η Ενάγουσα θα μπορούσε να περιλάβει την όποια απαίτησή της στην αγωγή με αριθμό 2675/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία αφορά το ίδιο ατύχημα. Άνευ βλάβης αυτών των προδικαστικών ενστάσεων, οι Εναγόμενες παραδέχονται ότι συνέβη το τροχαίο ατύχημα μεταξύ των δύο οχημάτων, αλλά αρνούνται την ευθύνη της Εναγόμενης 1, δικογραφούν λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νόμιμων καθηκόντων της Ενάγουσας, αρνούνται τις ειδικές ζημιές και ζητούν την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας. Με απάντησή της στην υπεράσπιση των Εναγόμενων, η Ενάγουσα αρνείται κατά γενικό τρόπο τις προδικαστικές ενστάσεις όπως και την υπεράσπιση των Εναγόμενων και επικαλείται εκ νέου το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησής της. Κατά την προδικασία, και αφού είχαν δοθεί από το Δικαστήριο οδηγίες για ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων, οι Εναγόμενες, την 05.05.2020, υπέβαλαν την υπό κρίση αίτηση, βάσει της Δ.27 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας [«ΚΠΔ»], δια της οποίας ζητούν διαταγή του Δικαστηρίου όπως το νομικό σημείο (προδικαστικές ενστάσεις) που εγείρεται με τα σημεία της παραγράφου 1 (α) και (β) της Έκθεσης Υπεράσπισής τους, δηλαδή το θέμα της παραγραφής, αποφασιστεί προδικαστικά, εφόσον από αυτό εξαρτάται και η δυνατότητα ακρόασης όλης της αγωγής. Η λειτουργός της Εναγόμενης 2, κυρία XXXXX, η οποία υποστηρίζει την αίτηση αυτή με ένορκη της δήλωση, επισημαίνει ότι το άρθρο 6 § 2 του Νόμου 66(Ι)/2012 προβλέπει ότι εάν η αξίωση αφορά σε αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, ο χρόνος εντός του οποίου μπορεί να εγερθεί αγωγή είναι τα 3 χρόνια από την ημέρα που συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός εάν το πρόσωπο υπέστη σωματική βλάβη της οποίας έλαβε γνώση μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος αρχίζει από εκείνη την ημέρα που έλαβε γνώση. Στην προκειμένη περίπτωση, το ατύχημα παραδεκτά, εκ των δικογράφων, έλαβε χώρα την 29.10.2015, δεν τίθεται θέμα σωματικής βλάβης εφόσον η Ενάγουσα αξιώνει μόνον ειδικές αποζημιώσεις, και η αγωγή καταχωρίστηκε την 05.04.2019, ενώ θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί μέχρι τον Οκτώβριο του
  5. Θεωρεί ότι, εάν ευσταθεί το νομικό σημείο που εγείρει η πλευρά των Εναγόμενων, δεν θα χρειαστεί το Δικαστήριο να μπει στη διαδικασία να ακούσει μαρτυρία. Η αίτηση αυτή των Εναγόμενων συνάντησε την ένσταση της Ενάγουσας, η οποία, με συνολικά 11 λόγους ένστασης, θεωρεί ότι δεν δικαιολογείται η προδικαστική εκδίκαση, καθώς, ως συνοψίζονται οι λόγοι, δεν πρόκειται για αμιγώς νομικό σημείο, αλλά και η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και καθυστερημένη, η δε αποδοχή της κατ' εξαίρεση ακρόασης του σημείου προδικαστικά επηρεάζει το δικαίωμα της Ενάγουσας να έχει μια δίκαιη δίκη, ενώ εμφιλοχωρεί και κακοπιστία στην αίτηση. Ο δικηγόρος κύριος XXXXX, ο οποίος υποστηρίζει την ένσταση με ένορκη του δήλωση, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, και επισημαίνει ότι επειδή η αγωγή της Ενάγουσας εγείρεται με βάση την αρχή της υποκατάστασης βάσει ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για να ανακτήσει η ασφαλιστική εταιρεία, η οποία ενάγει δια της Ενάγουσας, χρήματα που η ίδια κατέβαλε στην Ενάγουσα, η βάση της αγωγής της Ενάγουσας δεν είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας ή μόνον αυτή. Τα γεγονότα που συνυφαίνονται με αυτές τις ιδιότητες και τα δικαιώματα βάσει υποκατάστασης αρνούνται οι Εναγόμενες δια της υπεράσπισής τους, ιδίως δια της παραγράφου 7 αυτής, επομένως ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι δεν υπάρχει αδιαμφισβήτητη κοινή πραγματική βάση· και η μόνη κοινή πραγματική βάση, ότι το τροχαίο ατύχημα συνέβη την 29.10.2015, δεν αρκεί, για να μπορεί να καθοριστεί η τύχη της αγωγής της Ενάγουσας με προδικαστική διαδικασία. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει το καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση των Εναγόμενων, αφού είχαν ήδη δοθεί οδηγίες για ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων και σε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη συμπλήρωση των δικογράφων και ενώ είχαν αναφέρει ότι θα μεσολαβούσε προσπάθεια διευθέτησης, ενώ, με δεδομένο ότι η αγωγή είναι ταχείας εκδίκασης, πρόκειται για αίτηση που επιβραδύνει τη διαδικασία αυτή. Η ακρόαση της αίτησης της Ενάγουσας διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση από τη μια και την ένσταση από την άλλη, χωρίς αντεξέταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Διατηρώ υπόψη μου ό,τι έχει αναφερθεί στο Δικαστήριο δια της αίτησης, της ένστασης και δια των αγορεύσεων των συνηγόρων. Η αίτηση των Εναγόμενων έχει ως νομική της βάση και τη Δ.27,κκ.1,2 ΚΠΔ, η οποία, μεταξύ άλλων, δίνει στους διάδικους το δικαίωμα να εγείρουν νομικά σημεία δια των δικογράφων τους, και αντίστοιχα στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να τα εξετάζει σε κατάλληλο χρόνο. Εάν η απόφαση επί αυτών καθορίζει ουσιαστικά και όλη την υπόθεση, το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει να απορρίψει την αγωγή, εάν το νομικό σημείο αφορά σε αυτήν, ή την υπεράσπιση ή ανταπαίτηση, αντίστοιχα, ή προβεί σε άλλη διαταγή ή χειρισμό που αρμόζει. Εάν η παραγραφή συνιστά καθαρά νομικό σημείο (point of law), ικανό να εξεταστεί προδικαστικά, ή όχι, εξαρτάται από τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να εξαρτάται από την ανάγκη ακρόασης μαρτυρίας, για τη διαπίστωση δεδομένων από τα οποία προϋποτίθεται η εφαρμογή κάποιου κανόνα παραγραφής, οπότε να πρέπει να εξετάζεται κατά προτεραιότητα αφού ακουστεί και η αγωγή. Σε άλλες περιπτώσεις όχι· εξ ου και έχουμε στη νομολογία μας και παραδείγματα όπου η παραγραφή απασχόλησε προδικαστικά και χωρίς πλήρη ακρόαση της υπόθεσης, όπως, μεταξύ άλλων, και η Φεσσά ν. Κασάπη

(1994)1 Α.Α.Δ. 337, που επικαλείται η συνήγορος των Εναγόμενων. Οδηγός, σε κάθε περίπτωση, είναι η υφιστάμενη δικογραφία, από την οποία προκύπτει η βάση της αγωγής και τυχόν κοινή πραγματική βάση ή αντίστοιχα τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Στη Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία
(2009)1 ΑΑΔ 1609, για παράδειγμα, η παραγραφή εξαρτάτο από την ερμηνεία της ασφαλιστικής σύμβασης και τη συμπεριφορά των μερών με βάση αυτήν και δημιουργούνταν πολυπλοκή γεγονότων, ενώ η υπόθεση είχε οριστεί για πλήρη ακρόαση μετά από αίτημα των μερών, για να αλλάξουν πλεύση στην πορεία, σε στάδιο ακρόασης, να αιτηθούν εκδίκασης προδικαστικών σημείων. Στη Χ'Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949 συνοψίστηκαν οι αρχές που προέκυψαν και από την παλαιότερη νομολογία[1]. Έτσι, λέχθηκε ότι η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρίζεται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή και αργότερα, στην αίτηση για Οδηγίες. Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο, εάν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Αυτές οι αρχές έχουν παγιωθεί. Εξαιρετικά απλή και καθαρή περίπτωση ήταν και η πρόσφατη Φιλίππου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:A386, Πολιτική Έφεση 280/2013, ημερομηνίας 16.11.2020, όπου επικυρώθηκε η πρωτόδικη προσέγγιση να γίνει δεκτή αίτηση με βάση τη Δ.27 ΚΠΔ για το θέμα της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο να προχωρήσει και σε απόρριψη της αγωγής. Εκεί η επιβολή στον ενάγοντα πειθαρχική ποινής φυλάκισης αποτελούσε εκτελεστή διοικητική πράξη και ως εκ τούτου ο έλεγχος της ορθότητας και νομιμότητας της ενέπιπταν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που μπορεί να εκδικάζει διοικητικές προσφυγές. Δεν κρίθηκε αναγκαίο να ακουστεί ολόκληρη η αγωγή για να αποφασιστεί το ζήτημα, με δεδομένη την κοινή πραγματική βάση, μα ούτε και το Δικαστήριο να απωλέσει χρόνο για νέα διαδικασία εκδίκασης της προδικαστικής ένστασης μετά την αποδοχή της αίτησης βάσει της Δ.27 ΚΠΔ. Παρόμοια απλότητα υπήρξε και στην παλαιότερη Βαλανίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου
(2008)1 ΑΑΔ
  1. Αντίθετα, στην Παπαθανασίου ν. Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου κ.α., Πολ. ΕΦ. Ε178/2014, ημερομηνίας 11.08.2020, υπήρχε ασάφεια σε σχέση με την ύπαρξη ή όχι διορισμού του εφεσείοντα στην επίδικη θέση που δεν επέτρεπε την προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος της δικαιοδοσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ενώ ζητήματα όπως η δικαιοδοσία και η παραγραφή άλλοτε εξαρτώνται από διαγνώσεις επί του πραγματικού και άλλοτε όχι, από την υφιστάμενη νομολογία, περιλαμβανομένης της προαναφερθείσας, δεν προκύπτει ότι το στάδιο της προδικασίας είναι ακατάλληλο για να αξιολογηθεί αίτημα για προδικαστική εκδίκαση σημείου που φέρεται ως νομικό, αδιάφορα από το εάν έχει γίνει ένορκη αποκάλυψη εγγράφων ή όχι. Απεναντίας, και από την προαναφερόμενη νομολογία, προκύπτει ότι είναι το κατάλληλο στάδιο, εφόσον η αγωγή δεν έχει οριστεί μέχρι στιγμής για Ακρόαση. Ένα τέτοιο στάδιο είναι και αυτό που υποβάλλουν την αίτησή τους οι Εναγόμενες. Ενάγουσα στην αγωγή αυτή είναι μόνον η κυρία XXXX, και όχι η ασφαλιστική της εταιρεία, ασχέτως της όποιας μεταξύ τους υπόσχεσης, συμφωνίας ή σχέσης. Η Ενάγουσα, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησής της, ενάγει τις Εναγόμενες στη βάση του αστικού αδικήματος της (οδικής) αμέλειας και της παράβασης καθηκόντων που τελειώθηκε την 29.10.2015, και καλεί το δικαστήριο να διαγνώσει την ευθύνη της Εναγόμενης 1 για το αδίκημα αυτό, δικογραφώντας σχετικά λεπτομέρειες αμέλειας και ειδικές ζημιές, προκειμένου να επιδικάσει προς όφελός της και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 ειδικές αποζημιώσεις και έξοδα. Το Δικαστήριο, σε περίπτωση εκδίκασης της αγωγής αυτής, θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία σχετική με το τροχαίο ατύχημα και τις ζημιές της Ενάγουσας. Σε περίπτωση που το σημείο της παραγραφής αποφασιστεί προς όφελος των Εναγόμενων, δεν θα χρειαστούν άλλα τα διαβήματα, ασχέτως εάν αυτά τα διαβήματα λαμβάνουν χώρα σε αγωγή που εκδικάζεται με την ταχεία διαδικασία. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα αποζημιώθηκε από τη δική της ασφαλιστική εταιρεία, με βάση μεταξύ τους συμφωνία, αλλά η ίδια θεωρεί ταυτόχρονα ότι μπορεί να ενάγει (ότι δεν έχει εκχωρήσει αυτό το δικαίωμά της στην ασφαλιστική της εταιρεία[2]), δεν είναι αυτό που προσδιορίζει τη βάση της αγωγής έναντι στις Εναγόμενες. Οι Εναγόμενες εγείρουν προδικαστικά μόνον το θέμα της παραγραφής του αγώγιμου χαρακτήρα αυτής της αξίωσης, όποιος και εάν την προωθεί δικαστικά, με μόνο δεδομένο, κοινά αποδεκτό, ότι το τροχαίο ατύχημα συνέβη το έτος 2015 και η αγωγή (από οποιονδήποτε) εγέρθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 6 § 2 του Νόμου 66(Ι)/
  2. Με μόνο αυτό το δεδομένο, και με βάση το άρθρο 6 § 2 του Νόμου 66(Ι)/2012, ο αγώγιμος χαρακτήρας της αξίωσης της Ενάγουσας θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι έχει παραγραφεί μετά την 29.10.
  3. Εξάλλου, δεν δικογραφήθηκε από την Ενάγουσα, στο απαντητικό της δικόγραφο, οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίον θεωρεί ότι η προδικαστική ένσταση που περιέχεται στην παράγραφο 1(β) της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγόμενων δεν πρέπει να ισχύει, με δεδομένη τη συμπλήρωση της τριετίας, για την οποία δεν χρειάζεται να ακουστεί και μαρτυρία. Απεναντίας, η Ενάγουσα αρνείται με γενικότητα την προδικαστική αυτή ένσταση, χωρίς να εισάγει θετικούς ισχυρισμούς ή λόγους που να μπορούν να οδηγήσουν στο Δικαστήριο σε οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα ή ακόμα και να ασκήσει εξουσίες με βάση τον Νόμο 66(Ι)/
  4. Υπάρχει, όμως, ένα ακόμα δεδομένο, που επισκιάζει το αίτημα των Εναγόμενων και εμποδίζει το Δικαστήριο προς το παρόν να προβεί σε καταληκτική κρίση επί του θέματος της παραγραφής. Αυτό είναι η αναφορά των ίδιων των Εναγόμενων, στην παράγραφο 1(δ) της Έκθεσης Υπεράσπισής τους, ότι, για το ίδιο τροχαίο ατύχημα, είχε υποβληθεί και η αγωγή XXXXX/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Εάν τυχόν η Ενάγουσα είναι εναγόμενη στην αγωγή XXXXX/2017 που ήγειραν οι Εναγόμενες εναντίον της, θα μπορούσε ενδεχομένως να επωφεληθεί της πρόνοιας του άρθρου 18 του Νόμου 66(Ι)/2012, εγείροντας ανταπαίτηση στο πλαίσιο εκείνης της αγωγής, θεωρώντας ότι τέτοια ανταπαίτηση καταχωρίζεται κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής XXXXX/
  5. Έπειτα, εάν η Ενάγουσα έχει τη δυνατότητα έγερσης τέτοιας ανταπαίτησης, δεν εμποδίζεται να εγείρει τη σχετική απαίτησή της, αναφορικά με το ίδιο τροχαίο ατύχημα, δια ξεχωριστής αγωγής, η οποία στην πορεία να συνενωθεί και με την αγωγή XXXXX/
  6. Έχοντας υπόψη αυτό το δεδομένο, ότι το τροχαίο ατύχημα πιθανόν να κατέστη ήδη επίδικο από το 2017, από τις ίδιες τις Εναγόμενες ή οποιαδήποτε εξ αυτών, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των ιδίων των Εναγόμενων, το Δικαστήριο θεωρεί ασφαλέστερο, από άποψη δικαίου, να επιληφθεί του θέματος της παραγραφής σε μεταγενέστερο χρόνο, και να μην αναστείλει επί του παρόντος της αγωγή της Ενάγουσας λόγω παραγραφής. Γι' αυτό τον λόγο, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας αυτής, ένεκα του είδους της αίτησης και του λόγου που απορρίπτεται αυτή, χωρίς δηλαδή να αποκλείεται το ζήτημα της παραγραφής, όταν εξεταστεί κατά προτεραιότητα σε μεταγενέστερο χρόνο, να ισχύει, θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής της Ενάγουσας, υποκείμενα και σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χειρισμό. [Η αγωγή ορίζεται για Οδηγίες. Δίδονται οδηγίες.] (Υπ.)........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Mavromoustaki v. Yeroudes
(1965)1 CLR 176, Michaelides v. Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322 και άλλες. [2] Βλέπετε και Three Rivers D.C. v. Bank of England [1995] 4 All E.R. 312, ο λόγος της οποίας επαναλήφθηκε στη Λουκά ν. Eurolife Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 1524. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.