CAC CORAL LIMITED ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ κ.α., Έφεση αρ.: 426/2016, 10/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A180 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Έφεση αρ.: 426/2016 Αναφορικά με το άρθρο 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 Μεταξύ των: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εφεσείουσα και
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
- XXXX ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ
- XXXX ΑΣΤΡΑ Εφεσίβλητοι Και με βάση ειδοποίηση δυνάμει του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου 169(Ι)/2015, ημερομηνίας 09.05.2019 Μεταξύ των: CAC CORAL LIMITED Εφεσείουσα και
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
- XXXX ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ
- XXXX ΑΣΤΡΑ Εφεσίβλητοι Αίτηση ημερομηνίας 10.11.2016 Ημερομηνία: 10.11.2020 Εμφανίσεις: Για Εφεσείουσα: κύριος Ν. Καλλένος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Εφεσίβλητο 1: κυρία Δ. Κουρουσίδου για Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Για Εφεσίβλητη 2: Καμία εμφάνιση Για Εφεσίβλητη 3: Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 18.02.2016, στάλθηκαν στην Εφεσείουσα ειδοποιήσεις «Τύπου ΙΕ» με βάση το άρθρο 44ΚΒ § 1 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 («ο Νόμος 9/1965»). Δι' αυτών γνωστοποιούνταν η πρόθεση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, του Γραφείου Λεμεσού, να μεταβιβάσει στην κυρία XXXX Άστρα το ακίνητο με αριθμό εγγραφής XXXX, στη Λεμεσό, δυνάμει σύμβασης πώλησης που είχε κατατεθεί με αριθμό ΠΩΕ XXXX/1999 και κατόπιν αίτησης με αριθμό ΑΕΑ XXXX/2015 («ο Διευθυντής» «το ακίνητο» «το ΠΩΕ» «η ΑΕΑ» και «η αγοράστρια»). Η Εφεσείουσα επωφελείται πρώτων υποθηκών επί του ακινήτου, με αριθμούς ΥXXXX/1989 ποσού εγγραφής 12.500,00 Λίρες Κύπρου πλέον τόκους, και ΥXXXX/1992 ποσού εγγραφής 5.000,00 Λίρες Κύπρου πλέον τόκους. Της παραχωρήθηκαν από την ενυπόθηκη οφειλέτρια κυρία XXXX Αριστοδήμου άλλως XXXX. Εκκρεμούν και αιτήσεις για αναγκαστική πώληση με αριθμούς ΑΝΠ XXXX/2011 και ΑΝΠ XXXX/2011 αντίστοιχα («οι υποθήκες» «η ενυπόθηκη οφειλέτρια» και «οι αιτήσεις εκποίησης»). Περαιτέρω, η Εφεσείουσα επωφελείται και της εγγραφής ΜΕΜΟ ΕΒXXXX/2009 επί του ακινήτου, που αφορά στη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή 1577/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Δια των ειδοποιήσεων, η Εφεσείουσα ενημερώνονταν ότι έχει το δικαίωμα ένστασης ή υποβολής αίτησης για μεταφορά των εμπράγματων απαιτήσεών της σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της ενυπόθηκης οφειλέτριας. Την 17.03.2016, η Εφεσείουσα αντέδρασε στην Ειδοποίηση «Τύπου ΙΕ» που αφορούσε στις υποθήκες της. Με επιστολή της, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση λειτουργού της κύριου XXXX, διαμαρτυρήθηκε για τις διατάξεις αυτές του Νόμου 9/1965 και υπέβαλε αίτηση για μεταφορά των υποθηκών της σε άλλα ακίνητα της ενυπόθηκης οφειλέτριας. Δια της επιστολής της αυτής δεν επικαλέστηκε ακριβώς συγκεκριμένους λόγους ένστασης εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο 44ΚΒ § 3 του Νόμου 9/1965 ή και τέτοιους που δεν προβλέπονται στο άρθρο αυτό, επί των οποίων να καλεί τον Διευθυντή να μην ασκήσει τις εξουσίες του με βάση τον Νόμο 9/1965 ή να τις ασκήσει και να αποφασίσει να μην προβεί στη μεταβίβαση του ακινήτου στην αγοράστρια. Το περιεχόμενο της ένστασής της ήταν ότι δεν προβλέπονται στον Νόμο 9/1965 περαιτέρω λόγοι ένστασης, για να μπορεί να ενστεί. Για τους σκοπούς της αίτησης για μεταφορά, επισύναψε πιστοποιητικό έρευνας επί της περιουσίας της ενυπόθηκης οφειλέτριας. Περαιτέρω, δήλωνε ότι το εξασφαλισμένο χρέος ανέρχεται σε 1.025.413,26 Ευρώ πλέον τόκους από 01.03.2016, επισυνάπτοντας και καταστάσεις λογαριασμού. Από το πιστοποιητικό έρευνας, φαίνεται ότι η ενυπόθηκη οφειλέτρια είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των ακόλουθων ακινήτων, τα οποία είναι στο σύνολό τους βεβαρημένα με εμπράγματα βάρη άλλων πιστωτών αλλά και της Εφεσείουσας:
- Χωράφι με αριθμό εγγραφής XXXX, της Επαρχίας Λευκωσίας, μερίδιο 1/1, αξίας 30.000,00 Ευρώ·
- Χωράφι με αριθμό εγγραφής XXXX, στους Εργάτες της Επαρχίας Λευκωσίας, μερίδιο 1/1, αξίας 240.500,00 Ευρώ·
- Χωράφι με αριθμό εγγραφής XXXX, στους Εργάτες της Επαρχίας Λευκωσίας, μερίδιο 1/1, αξίας 15.300,00 Ευρώ·
- Χωράφι με αριθμό εγγραφής XXXX, στη Λευκωσία (Γερόλακος), μερίδιο 1/2, αξίας μη εκτιμημένης·
- Χωράφι με αριθμό εγγραφής XXXX, στη Λευκωσία (Γερόλακος), μερίδιο 1/1, αξίας μη εκτιμημένης·
- Χωράφι με αριθμό εγγραφής XXXX, στη Λευκωσία (Γερόλακος), μερίδιο 1/2, αξίας μη εκτιμημένης·
- Χωράφι με αριθμό εγγραφής XXXX, στη Λευκωσία (Γερόλακος), μερίδιο 1/1, αξίας μη εκτιμημένης. Την 13.10.2016, ο Διευθυντής δεν αποδέχθηκε την ένσταση της Εφεσείουσας ως τέτοια, εφόσον δεν υποβλήθηκε για κάποιον συγκεκριμένο λόγο ένστασης. Όσον αφορά το αίτημά της για μεταφορά των υποθηκών της, έγινε δεκτό για τα ακίνητα υπό τα σημεία 1 και 3 ανωτέρω. Για το ακίνητο υπό το σημείο 2 ανωτέρω δεν έγινε δεκτό, για τον λόγο ότι αντιβαίνει το άρθρο 29 του Νόμου 9/1965, ενώ για τα ακίνητα υπό τα σημεία 4 έως και 7 ανωτέρω δεν έγινε δεκτό, για τον λόγο ότι βρίσκονται σε κατεχόμενη περιοχή. Δια της απάντησης αυτής του Κτηματολογίου, η Εφεσείουσα ενημερώνονταν ότι η μεταφορά θα γίνει αμέσως μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου στην αγοράστρια, επομένως γνωστοποιούνταν εκ νέου η πρόθεση του Διευθυντή να μεταβιβάσει το ακίνητο στην αγοράστρια, εκτός εάν προσκομιστεί διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά, εντός 30 ημερών. Την 10.11.2016, η Εφεσείουσα άσκησε Έφεση, κάνοντας χρήση του άρθρου 51 του Νόμου 9/1965, με την οποία ζητά Διατάγματα που να ακυρώνουν και/ή να παραμερίζουν και/ή να κηρύσσουν αντισυνταγματικές και άνευ νομικής ισχύος τις γνωστοποιήσεις του Διευθυντή περί της πρόθεσής του να μεταβιβάσει, ημερομηνίας 18.02.2016 και ημερομηνίας 13.10.2016, και την απόφασή του επί της ένστασης και αίτησης για μεταφορά ημερομηνίας 13.10.2016, καθώς και Διατάγματα που να κηρύσσουν τα άρθρα 44ΙΗ έως και 44ΚΖ του Νόμου 9/1965 ως αντίθετα με τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προβάλλει συνολικά 7 λόγους έφεσης. Ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι νομικά αβάσιμες και άκυρες, παράνομες γιατί δεν προσφέρεται εύλογη αποζημίωση στην Εφεσείουσα, αδικαιολόγητες, και ότι παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα της Εφεσείουσας, όπως το περιουσιακό δικαίωμα και το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι. Υποβοηθούν, όπως λέει, την ενυπόθηκη οφειλέτρια να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και δεν λαμβάνουν υπόψη τους όρους της υποθήκευσης. Είναι επίσης εσφαλμένες, καθότι βασίστηκαν σε διατάξεις του Νόμου 9/1965 που είναι άκυρες, αντισυνταγματικές και άδικες, κατά συνέπεια είναι και οι ίδιες αντισυνταγματικές και άκυρες, αλλά και γιατί ο Διευθυντής δεν άσκησε ορθά τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει ο Νόμος 9/
- Η Έφεση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κύριου XXXX, λειτουργού στις υπηρεσίες της Εφεσείουσας, δια της οποίας αναφέρει τα προαναφερόμενα γεγονότα και επισημαίνει πως το ΠΩΕ της αγοράστριας υπογράφθηκε εν αγνοία της Εφεσείουσας και χωρίς τη συγκατάθεσή της και κατά παράβαση της προϋφιστάμενης υποθήκευσης, ενώ το προϊόν της πώλησης δεν εισπράχθηκε από την Εφεσείουσα. Όπως είναι η θέση του κύριου XXXX, σε περίπτωση που προχωρήσει και υλοποιηθεί η απόφαση μεταβίβασης, η Εφεσείουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, εφόσον οι υποχρεώσεις της ενυπόθηκης οφειλέτριας θα μείνουν ανεξασφάλιστες, αφού θα έχει απωλέσει όσα δικαιώματα και οφέλη λαμβάνει δια της υποθήκευσης σήμερα, κατά παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι. Η ίδια η ενυπόθηκη οφειλέτρια θα έχει αποφύγει τις υποχρεώσεις της χωρίς οποιοδήποτε κόστος. Η Εφεσείουσα θεωρεί ότι έχει περιουσιακό δικαίωμα, λόγω της υποθήκευσης, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος, το οποίο θα απωλέσει, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η υπόλοιπη περιουσία της ενυπόθηκης οφειλέτριας δεν είναι ελεύθερη, αλλά εκτενώς βεβαρημένη. Στην ίδια περίμετρο που σχετίζεται με την απώλεια υποθήκευσης θεωρεί και ότι οι διατάξεις του νόμου για τους «εγκλωβισμένους αγοραστές», που επιτρέπουν ουσιαστικά να συμβεί κάτι τέτοιο, πάσχουν συνταγματικά. Εντωμεταξύ, στο πλαίσιο της Έφεσής της, την 10.11.2016, η Εφεσείουσα αιτήθηκε μονομερώς αναστολής εκτέλεσης της απόφασης του Διευθυντή μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης. Η αίτηση κατέστη δια κλήσεως και την 25.11.2016 εκδόθηκαν διατάγματα «ως η αίτηση», λόγω μη εμφάνισης των Καθ' ων η αίτηση την 25.11.
- Τότε, από προφανή παραδρομή κατά τη σύνταξη των διαταγμάτων, είχαν συνταχθεί όχι τα διατάγματα που ζητούσε η Εφεσείουσα με την ενδιάμεση αίτησή της (για αναστολή) και είχαν εκδοθεί από το Δικαστήριο, αλλά τα τελικά διατάγματα που ζητούσε η Εφεσείουσα με την Έφεσή της και τα οποία ουδέποτε είχαν εκδοθεί από το Δικαστήριο. Το γεγονός αυτό φαίνεται ότι δεν απασχόλησε περαιτέρω για κάποιον λόγο. Το αντιπαρέρχομαι προσωρινά, όμως θα επανέλθω σε αυτό σε κατάλληλο χρόνο. Η Εφεσείουσα κατέστησε διάδικους τον Διευθυντή, την ενυπόθηκη οφειλέτρια και την αγοράστρια. Η ενυπόθηκη οφειλέτρια δεν φαίνεται να εμφανίστηκε στη διαδικασία. Την 30.11.2017, ο Διευθυντής υπέβαλε και ένσταση, προβάλλοντας 12 λόγους ένστασης για τους οποίους, κατά τη γνώμη του, η Έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Αυτοί συνοψίζονται στο ότι ο τρόπος με τον οποίον η Εφεσείουσα ήγειρε ζητήματα συνταγματικότητας δεν ήταν ο ορθός, ότι οι αποφάσεις του Διευθυντή δεν παραβιάζουν ανεπίτρεπτα οποιοδήποτε δικαίωμα της Εφεσείουσας, ο Διευθυντής ενήργησε νόμιμα και ορθά, και ότι οι διατάξεις του Νόμου 9/1965 επί των οποίων βασίστηκε δεν πάσχουν συνταγματικά. Η ένσταση του Εφεσίβλητου 1 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κύριου XXXX, κτηματολογικού λειτουργού, ο οποίος, ως προς τα γεγονότα, αναφέρει, πρόσθετα σε ό,τι ήδη κατέστη γνωστό στο Δικαστήριο δια της Έφεσης και δεν αμφισβητείται, πως η αγοράστρια συμβλήθηκε για την αγορά του ακινήτου την 15.10.1999 και κατέθεσε το ΠΩΕ της στο Κτηματολόγιο την 25.11.
- Έπειτα, στην ΑΕΑ της, ως απόδειξη πληρωμής προσκόμισε αντίγραφο της συμφωνίας πώλησης και ένορκη δήλωσή της ότι εκπλήρωσε πλήρως τις υποχρεώσεις της έναντι στην πωλήτρια/ενυπόθηκη οφειλέτρια. Ο ενόρκως δηλών προσκομίζει αντίγραφο της ΑΕΑ της αγοράστριας με την τεκμηρίωση που εκείνη είχε. Από αυτήν, προκύπτει ότι το ΠΩΕ πρόβλεπε τίμημα πώλησης 15.000,00 Λίρες Κύπρου που θα πληρώνονταν ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης· εξ ου και χρησιμοποιήθηκε η υπογεγραμμένη συμφωνία πώλησης ως απόδειξη πληρωμής, μαζί με την ένορκη δήλωση της αγοράστριας ότι πλήρωσε το ποσό αυτό κατά την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης. Στην παράγραφο 6 του ΠΩΕ αναφέρεται και η ύπαρξη υποθήκευσης προς όφελος της Εφεσείουσας και προβλέπεται η υποχρέωση της ενυπόθηκης οφελέτριας να καταβάλει στην Εφεσείουσα το ποσό των 10.000,00 Λιρών Κύπρου εντός τριών ετών από την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης, οπότε και θα γίνονταν η μεταβίβαση του ακινήτου στην αγοράστρια. Μετά την πάροδο των τριών ετών, η αγοράστρια είχε καταχωρίσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αγωγή ειδικής εκτέλεσης εναντίον της ενυπόθηκης οφειλέτριας, με αριθμό XXXXX/2004, στο πλαίσιο της οποίας την 12.10.2005 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο διατάσσονταν η ενυπόθηκη οφειλέτρια να μεταβιβάσει στην αγοράστρια το ακίνητο (που συνιστά το διαμέρισμα XXXX στην πολυκατοικία «XXXX» στην οδό XXXX στη Λεμεσό) ελεύθερο από οποιαδήποτε επιβάρυνση ή εμπόδιο. Η αγοράστρια προχώρησε στην πληρωμή των φόρων για το ακίνητο, όπως και των δημοτικών και άλλων τελών, και με βάση όλα τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του ο Διευθυντής αποφάσισε ότι δικαιολογείται η μεταβίβαση. Ο κύριος XXXX λέει ότι υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες αγοραστές ακινήτων που έχουν κατατεθειμένα πωλητήρια έγγραφα στο Κτηματολόγιο, έχοντας εξοφλήσει το τίμημα πώλησης, χωρίς όμως να έχουν εξασφαλιστεί τίτλοι ιδιοκτησίας, και ότι οι πρόνοιες του Νόμου 9/1965 παρέχουν προστασία προς τους καλόπιστους τρίτους, ήτοι αγοραστές, που τήρησαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν από τη σύμβαση πώλησης. Παρουσιάζει και την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου πριν ψηφιστεί στον τροποποιητικό Νόμο 139(Ι)/
- Ένσταση καταχώρισε και η αγοράστρια, Εφεσίβλητη 3, δια της οποίας προβάλλει 13 λόγους ένστασης, ότι η Εφεσείουσα είναι καταχρηστικά που υποβάλλει την Έφεση, ενώ στην ουσία δεν έπραξε έγκαιρα προς προστασία των συμφερόντων της ή για εκτέλεση των εξασφαλίσεών της· ότι επίσης η Έφεσή της είναι γενική και ατεκμηρίωτη, χωρίς πραγματικό και νομικό υπόβαθρο, και δεν τίθενται με τον ορθό τρόπο τα ζητήματα συνταγματικότητας. Η απόφαση του Διευθυντή, όπως υπερασπίζεται η Εφεσίβλητη 3, δεν παραβιάζει ανεπίτρεπτα οποιοδήποτε δικαίωμα της Εφεσείουσας, είναι σύμφωνη με τον Νόμο 9/1965 και ορθή και εκπληρώνει τον σκοπό του Νόμου 9/1965, ο οποίος είναι σύμφωνος με τις διατάξεις του Συντάγματος. Η αγοράστρια ισχυρίζεται ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό ή στέρηση των δικών της συνταγματικών δικαιωμάτων. Η ένσταση της Εφεσίβλητης 3 υποστηρίζεται από την ένορκη της δήλωση. Επί των γεγονότων, πέραν των όσων κατέστησαν ήδη γνωστά στο Δικαστήριο δια των έγγραφων προτάσεων της Εφεσείουσας και του Εφεσίβλητου 1 και δεν αμφισβητούνται, η Εφεσίβλητη 3 επισημαίνει, παρατηρώντας την ίδια μαρτυρία, ότι η Εφεσείουσα έχει και ΜΕΜΟ επί των άλλων ακινήτων της ενυπόθηκης οφειλέτριας που εξασφαλίζουν επαρκώς το λαβείν της, εάν προωθήσει και την εκτέλεσή τους, ώστε να μην είναι αναγκαία και η διάσωση των υποθηκών της, υπό τις περιστάσεις. Εφόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου 9/1965, η ίδια, η οποία προσπαθούσε ήδη να λάβει τον τίτλο της (εξ ου και εξασφάλισε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης, που όμως δεν αναφέρει εάν κατέθεσε στο Κτηματολόγιο), χρησιμοποίησε τις διατάξεις του Νόμου 9/1965 που της επέτρεπαν να υποβάλει αίτηση για απεγκλωβισμό της. Ισχυρίζεται, η αγοράστρια, ότι η εντύπωση που είχε ήταν ότι η Εφεσείουσα δεν θα προχωρούσε με εκποίηση των υποθηκών της, εξ ου και αγόρασε το ακίνητο, ειδάλλως, λέει, δεν θα το αγόραζε. Θεωρεί ότι η Εφεσείουσα παράβηκε την τραπεζική πρακτική και τις συμβάσεις της, μη επιδιώκοντας εκτέλεση των εξασφαλίσεών της και ότι η συμπεριφορά της αυτή καθιστά την Έφεσή της καταχρηστική. Προβάλλει τις δικές της θέσεις περί συνταγματικότητας. Η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Ουδείς αντεξετάστηκε. Οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν σχοινοτενείς αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Έχω υπόψη μου ό,τι χρήσιμα εκτέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στην Έφεση, στις ενστάσεις, στην ικανή επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Το Μέρος VIB του Νόμου 9/1965 «προστασία αγοραστών» εισήγαγε στον νόμο διαδικασία μεταβίβασης των ακινήτων για τα οποία υφίστανται κατατεθειμένα πωλητήρια έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν στους αγοραστές τους, για τον λόγο ότι είναι βεβαρημένα με προγενέστερα εμπράγματα βάρη πιστωτών των πωλητών. Μέσα από το σύνολο των διατάξεων του Μέρους VIB, φαίνεται πως ο νομοθέτης θεώρησε αυτούς τους αγοραστές «εγκλωβισμένους» στα χρέη των πωλητών και επέλεξε να τους προστατεύσει έναντι των δικαιωμάτων των πιστωτών, τα οποία, στην προκειμένη περίπτωση, υποχωρούν εκεί όπου δεν είναι δυνατόν να διασωθούν, μεταφερόμενα σε κάποιαν άλλη ακίνητη περιουσία. Το άρθρο 44ΙΣΤ, δια του οποίου είχαν αρχικά ανασταλεί οι εκποιήσεις, αναφέρεται ξεκάθαρα σε ενυπόθηκα ακίνητα για τα οποία συνάφθηκαν συμφωνίες πώλησης, μη αφήνοντας αμφιβολία ότι οι διατάξεις του μέρους αυτού εφαρμόζονται ειδικότερα στις περιπτώσεις ακινήτων με προγενέστερες εμπράγματες απαιτήσεις, λόγω χρεών των πωλητών. Η «προστασία αγοραστών», ανεξαρτήτως εάν όταν αυτοί συμβλήθηκαν είχαν καθόλου γνώση της ύπαρξης των εμπράγματων απαιτήσεων πιστωτών ή όχι (και ενώ το να συμβάλλεται ένα πρόσωπο για ήδη βεβαρημένο ακίνητο, συνθήκη καθόλου πρωτόγνωρη νομικά, αλλιώς θα αντιμετωπίζονταν στο δίκαιο), υπό τις προϋποθέσεις που θεσπίζει πλέον ο Νόμος 9/1965, ως τροποποιήθηκε για τον σκοπό αυτό από τους Νόμους 142(Ι)/2014, 53(Ι)/2015, 133(Ι)/2015, 139(Ι)/2015, 198(Ι)/2015 και μεταγενέστερους, και ανεξαρτήτως οποιουδήποτε άλλου νόμου, συνιστά συγκεκριμένη επιλογή του νομοθέτη, με υπόβαθρο στην τοπική κοινωνία· οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό ή άλλο, που ο νομοθέτης σαφώς γνωρίζει καλύτερα. Ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να εφαρμόζει τους νόμους που με τη σοφία του, και ασκώντας τη δική του εξουσία, θεσπίζει το νομοθετικό σώμα. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε γενικό έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων, αλλά σε εκδίκαση των υποθέσεων των οποίων επιλαμβάνεται[1]. Κάθε νόμος τεκμαίρεται συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αντίθεσή του με το Σύνταγμα[2]. Ο έλεγχος συνταγματικότητας που κατασταλτικά ασκεί ένα Δικαστήριο, πλέον διάχυτα μετά την Attorney General of the Republic v. Mustafa Ibrahim and Others
(1964)CLR 195, είναι δικανικός στη φύση του· δεν υπεισέρχεται στον σκοπό του νομοθέτη και στις ευρύτερες επιπτώσεις της νομοθετικής επιλογής του[3], για μία συγκεκριμένη κοινωνική τάξη. Αυτή συνιστά πτυχή της αρχής της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών. Απόρροια της ίδιας και κατ' επέκταση του τεκμηρίου της συνταγματικότητας των νόμων, συνιστούν η προσπάθεια του Δικαστηρίου να ερμηνεύει τους νόμους κατά τρόπο συμβατό με το Σύνταγμα[4], καθώς και η αποφυγή της ενασχόλησής του με τη συνταγματικότητα του νόμου, εκτός εάν αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο για την επίλυση της ενώπιον του διαφοράς, και το ζήτημα που άπτεται της συνταγματικότητας τίθεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο. Εκεί όπου χρειάζεται και μπορεί να ασκηθεί κατασταλτικός έλεγχος συνταγματικότητας από τη δικαστική εξουσία, το Δικαστήριο ασκεί ένα έργο εξαιρετικό, εξισορροπητικό, δια του οποίου εμπεδώνει και διασφαλίζει την αρχή της νομιμότητας, στην οποία και το Κοινοβούλιο υπάγεται, με την έννοια της τήρησης της υποχρέωσης και του ιδίου να εφαρμόζει τον υπέρτατο νόμο του Κράτους, που είναι το Σύνταγμα. Το Μέρος VIB, ως εξαιρετικό σύνολο διατάξεων μέσα στον Νόμο 9/1965, έχει χρονικά περιορισμένη εφαρμογή. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΗ, αφορά στις συμβάσεις που κατατέθηκαν μέχρι την 31.12.2014 ή με βάση το άρθρο 12 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(Ι)/2011 (πλέον) μέχρι την 31.12.
- Ο Διευθυντής εξουσιοδοτείται από τον νομοθέτη να μεταβιβάζει αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αίτησης ακίνητα στους «εγκλωβισμένους» αγοραστές. Οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 44Κ § 1 είναι απλά να έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης και να υπάρχει ξεχωριστό πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου. Οι περιπτώσεις του άρθρου 44Κ § 2 και 3 προσδίδουν ακόμα περισσότερη ελαστικότητα, εφόσον λαμβάνουν υπόψη και την απλή δυνατότητα πληρωμής του συνόλου του τιμήματος πώλησης. Η εξουσία του Διευθυντή να προβαίνει και αυτεπάγγελτα σε μεταβιβάσεις και η απλότητα και ελαστικότητα των προϋποθέσεων αποδοχής αιτήσεων μεταβίβασης φαίνεται να στόχευσαν στο να επιλυθεί τάχιστα το πρόβλημα των «εγκλωβισμένων αγοραστών» που απασχόλησε την κυπριακή κοινωνία. Κατ' επέκταση, να μην εφαρμοστεί το συνηθισμένο δίκαιο στις περιπτώσεις αυτές. Σε περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη διενέργεια μεταβίβασης, σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΒ §§ 1, 2, ο Διευθυντής, με έγγραφη ειδοποίηση κατά τον «Τύπο ΙΕ», γνωστοποιεί στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, που αναφέρονται στον νόμο και περιλαμβάνουν τον εμπράγματο πιστωτή, την πρόθεσή του να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι του αγοραστή, μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος 45 ημερών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης. Με την ειδοποίηση αυτή, οι παραλήπτες ενημερώνονται και ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44ΚΒ § 3, ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση του βάρους (διαδικαστικά) και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Η ένσταση του άρθρου 44ΚΒ § 3 είναι εσωτερική, διοικητική ένσταση, που σκοπεύει στην πληροφόρηση του Διευθυντή ως προς το εάν υπάρχουν δεδομένα που μπορούν να ανατρέψουν την πορεία προς τη μεταβίβαση. Έτσι προβάλλονται λόγοι που συνυφαίνονται με τη συνδρομή των προϋποθέσεων αποδοχής της μεταβίβασης, άρα εκ των πραγμάτων περιορισμένοι στο ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Εάν είναι τεκμηριωμένη η ένσταση, ο Διευθυντής δεν προχωρά στη μεταβίβαση. Εάν δεν είναι τεκμηριωμένη, προχωρά στη μεταβίβαση, ως το άρθρο 44ΚΒ §
- Το άρθρο 44ΚΒ § 8 προβλέπει ότι, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της υποβληθείσας ένστασης, ο Διευθυντής προχωρεί σε έκδοση αιτιολογημένης απόφασης, την οποία κοινοποιεί στο ενιστάμενο πρόσωπο και στον αγοραστή, με την οποία πληροφορεί τον ενιστάμενο για τους λόγους απόρριψης της ένστασής του, καθώς και για την απόφασή του να προχωρήσει στη μεταβίβαση, εκτός εάν, εντός χρονικού διαστήματος 30 ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης προσκομίσει εκδοθέν δικαστικό διάταγμα που να απαγορεύει τη μεταβίβαση του ακινήτου. Η αίτηση για μεταφορά, που προβλέπει το άρθρο 44ΚΒ § 4, μπορεί να γίνει «τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου 2». Η φράση αυτή έχει το νόημα πως ο Διευθυντής θα πρέπει να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου στον αγοραστή γιατί πληρούνται οι προϋποθέσεις της μεταβίβασης. Η μεταφορά προβλέπεται ως δυνατότητα «αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης». Είναι, όπως φαίνεται, ο τρόπος να διασώσει την εμπράγματη απαίτησή του ο πιστωτής ενόψει της μεταβίβασης. Ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και, νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, προχωρά σε μεταφορά. Ακολουθεί τυχόν υποδείξεις του προσώπου που αιτείται της μεταφοράς. Σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά, ο Διευθυντής προχωρά στη μεταβίβαση. Η μη ύπαρξη άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα του πωλητή δεν είναι λόγος να μην γίνει η μεταβίβαση. Η δυνατότητα μεταφοράς είναι διευρυμένη με βάση το άρθρο 44ΚΒ § 7 ώστε εκτείνεται και σε ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε πρόσωπα συνδεόμενα με τον πωλητή ή το χρέος. Το άρθρο 44ΚΒ § 5 υποχρεώνει το πρόσωπο που ενίσταται ή αιτείται μεταφοράς να προσκομίζει τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με Κανονισμούς για την τεκμηρίωση της ένστασής τους ή της μεταφοράς. Αντίστοιχα, το άρθρο 44ΚΑ δίνει τη δυνατότητα στον Διευθυντή να αναζητά στοιχεία που τυχόν απαιτούνται. Δια της Κ.Δ.Π. 198/2015, θεσπίστηκαν οι περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμοί του 2015, οι οποίοι εξειδικεύουν και υποβοηθούν περαιτέρω την εφαρμογή του Μέρους VIB του Νόμου 9/
- Ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία για την εξέταση της ΑΕΑ, ο Κανονισμός 4 προβλέπει ευρέως το είδος των στοιχείων, αφήνοντας εκεί στον Διευθυντή το περιθώριο να κρίνει την καταλληλότητα ή επάρκειά τους ανά περίπτωση, εάν αποδεικνύουν τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης. Ομοίως, ο Κανονισμός 6 προβλέπει ευρέως ως προς το αποδεικτικά στοιχεία τεκμηρίωσης της ένστασης, όπως και ο Κανονισμός 7 ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά. Ο Κανονισμός 8 προβλέπει ότι ο Διευθυντής λαμβάνει υπόψη του, για τη μεταφορά, το ποσό του υπολοίπου του χρέους, τις εκθέσεις εκτίμησης που έχουν ετοιμαστεί για τον σκοπό αυτό, τις εισηγήσεις του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη, την αξία των εμπράγματων απαιτήσεων, και οποιαδήποτε άλλα στοιχεία τα οποία κρίνει σχετικά. Το ένδικο μέσο της Έφεσης του άρθρου 51 του Νόμο 9/1965 είναι ειδικό ένδικο μέσο τύπου "judicial review". Μπορεί να ενεργοποιηθεί, εντός καθορισμένης προθεσμίας, από κάθε πρόσωπο του οποίου τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε διαταγή, γνωστοποίηση ή απόφαση του Διευθυντή, που εκδίδεται με βάση τον Νόμο 9/
- Συνιστά το αποκλειστικό μέσο ελέγχου του τρόπου με τον οποίον ο Διευθυντής ασκεί την εξουσία του με βάση τον νόμο αυτό· εξουσία του Διευθυντή που κινείται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Η αναθεώρηση (reviewing) της προσβαλλόμενης πράξης δια Έφεσης γίνεται με βάση τις αρχές που διέπουν την αναθεώρηση πράξεων που εμπίπτουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, αλλά με αρκετές διαφορές. Μια τέτοια διαφορά λόγου χάριν είναι πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του[5]. Ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται, εφαρμόζονται ανάλογα όσα ισχύουν στην Έφεση που ασκείται με βάση το άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου Κεφ. 224 («το Κεφ. 224») και τους συναφείς διαδικαστικούς κανονισμούς. Είναι σχετικό να επισημανθεί πως ο Διευθυντής, με βάση τον Νόμο 9/1965, όπως και με βάση το Κεφ. 224, δεν έχει εξουσίες να αποφασίζει ευρέως αμφισβητούμενα γεγονότα ή ουσιαστικά δικαιώματα, απορρέοντα από συμφωνίες ή άλλως πώς. Ακόμα και σε ορισμένες περιπτώσεις όπου μπορεί να θεωρηθεί ότι ασκεί ένα οιονεί δικαστικό έργο, είναι περιορισμένη η δυνατότητά του και δεν μπορεί να καταπιάνεται με βαθύτερες πραγματικές πτυχές ή νομικές αξιολογήσεις, που ξεφεύγουν από τα τεχνικά κτηματολογικά δεδομένα[6]. Κατ' επέκταση, ούτε και το Δικαστήριο που αναθεωρεί τις πράξεις του μπορεί να μπει σε διαδικασία διάγνωσης ουσιαστικών δικαιωμάτων ή να ενεργήσει ως Δικαστήριο αγωγής. Δεν ασκεί πολιτική δικαιοδοσία, αλλά αναθεωρητική δικαιοδοσία. Έτσι και στην Αποστόλου ν. Ευθυμίου κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 906, για παράδειγμα, όπου προσβάλλονταν βάσει του άρθρου 80 του Κεφ. 224 η γνωστοποίηση της πρόθεσης του Διευθυντή να μεταβιβάσει ακίνητο στους εφεσίβλητους, απορρίπτοντας την ένσταση του εφεσείοντος (στην οποία ο εφεσείων είχε υποστηρίξει ότι οι εφεσίβλητοι ουδέποτε κατείχαν το ακίνητο και δικαιούχος ήταν ο ίδιος δυνάμει εχθρικής κατοχής), εκτός εάν εντός 30 ημερών προσκομίζονταν διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά (αυτή είναι μια συνήθης πρόνοια στο νομοθετικά καθορισμένο δικαίωμα δικαστικής αναθεώρησης), το Ανώτατο Δικαστήριο όπου οδηγήθηκε τελικά η υπόθεση επικύρωσε την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου· ότι δεν υπήρχε δικαιοδοσία διάγνωσης του δικαιώματος κυριότητας του εφεσείοντος είτε από τον Διευθυντή είτε από το Δικαστήριο της Έφεσης. Το ότι κατά κανόνα η διάγνωση των νόμιμων δικαιωμάτων επί της ακίνητης περιουσίας συνιστά διάγνωση αστικών δικαιωμάτων που ανήκει στην πολιτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, όπου τα επηρεαζόμενα πρόσωπα μπορούν να προσκομίσουν αποδεκτή μαρτυρία και να επιχειρηματολογήσουν για τις θέσεις τους, φαίνεται και μέσα από άλλες αποφάσεις[7] που δημιουργούν ένα διαχρονικό δόγμα. Ένα δόγμα που πάντως δεν αλλάζει στην περίπτωση που η διαφορά δεν είναι επί της εγγραφής της κυριότητας, αλλά επί των όσων διαλαμβάνει ο Νόμος 9/1965, μεταξύ υποθήκης και κατατεθειμένου πωλητηρίου εγγράφου, δηλαδή μεταξύ εμπραγμάτων βαρών ή άλλως πώς. Η δυνατότητα άσκησης Έφεσης για αναθεώρηση των πράξεων του Διευθυντή με βάση τον Νόμο 9/1965 ή το Κεφ. 224 δεν εμποδίζει το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για τυχόν διάγνωση αστικών δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται Έφεσης μπορεί βεβαίως να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο· πάντα όμως σε σχέση με την προσβαλλόμενη πράξη και εντός του πλαισίου των υπό αναθεώρηση εξουσιών του Διευθυντή. Στο πλαίσιο της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, δεν εμποδίζεται κατ' ανάγκη να ασκεί κατασταλτικό έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου επί του οποίου βασίστηκε ο Διευθυντής, κατ' επέκταση τη συνταγματικότητα/νομιμότητα των πράξεων του Διευθυντή. Η όλη σημασία του "judicial review" εξάλλου έγκειται εκεί, στη δυνατότητά του να παράσχει θεραπεία (relief) από έκνομες πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας, στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου, ακόμα κι αν βασίζονται σε νομοθετήματα που ο νομοθέτης θέσπισε παραβαίνοντας τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, και που η εκτελεστική εξουσία, όπως ο Διευθυντής, δεν μπόρεσε να μην εφαρμόσει. Προϋπόθεση, όμως, για να ασκήσει κατασταλτικό έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής, το Δικαστήριο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, είναι να έχει τη δικαιοδοσία να ενεργήσει ως Αναθεωρητικό Δικαστήριο, ως Δικαστήριο Έφεσης, και έπειτα να συντρέχουν και όλες οι αρχές περί του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, ορισμένες μόνον από τις οποίες έχουν προαναφερθεί. Γι' αυτό, ελέγχει παράλληλα (καθότι θα ήταν αδύνατον να ελέγξει προδικαστικά) εάν παραδεκτά έχει υποβληθεί η Έφεση, ώστε να μπορέσει να αντλήσει περαιτέρω αναθεωρητική δικαιοδοσία ή και να προσδιορίσει την έκτασή της. Η μία παράμετρος του παραδεκτού της Έφεσης είναι η ιδιότητα του Εφεσείοντος σε συνάρτηση με το αντικείμενο της Έφεσης και τα λοιπά γεγονότα, και η άλλη είναι ο χρόνος εντός του οποίου ασκείται η Έφεση. Οι παράμετροι αυτοί δεν εξετάζονται απομονωμένα, αλλά σε συνάρτηση με το όλο πραγματικό πλαίσιο. Συναφώς να λεχθεί πως το άρθρο 51 του Νόμου 9/1965 δίδει locus standi μόνο στο πρόσωπο τα νόμιμα συμφέροντα του οποίου παραβλάπτονται. Όπως και το άρθρο 80 του Κεφ.224 δίνει locus standi μόνο σε πρόσωπο που έχει παράπονο (με την έννοια του "person aggrieved"). Δεν διαφέρουν ουσιωδώς οι έννοιες λόγω της διαφοράς στη διατύπωση, ώστε να υποτεθεί ότι η ιδιότητα του προσώπου τα συμφέροντα του οποίου παραβλάπτονται απαιτεί κάτι παραπάνω από την ιδιότητα του "person aggrieved". Η ιδιότητα του "person aggrieved" είναι συνηθισμένο προαπαιτούμενο σε υποθέσεις τέτοιου είδους νομοθετικά προβλεπόμενων ένδικων μέσων, σαν της Έφεσης κατά πράξεων της εκτελεστικής εξουσίας, εν προκειμένω του Διευθυντή, που κινούνται και στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Μπορεί να συναντήσει, κανείς, ποικίλες φράσεις για να τύχει περιγραφής η ιδιότητα του "person aggrieved". Η ομοιότητα των εννοιών προκύπτει και από την παλαιά Peyiotis ν. Polemidis
(1982)1 CLR 442, που αναφέρεται μεταξύ άλλων στη Re Sidebotham [1880] 14 Ch.D. 458 και στην Ealing Borough Council v. Jones [1959] 1 All E.R. 286. Και η έννοια του άρθρου 51 του Νόμου, όπως και η έννοια του άρθρου 80 του Κεφ. 224, παραπέμπουν στο πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου, αλλά και πάλι υφίστανται διαφορές, έχοντας κατά νου πως και το «έννομο συμφέρον» στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου διευρύνεται ολοένα και περισσότερο στη σύγχρονη νομική εποχή. Σε κάθε περίπτωση, δεν αρκεί η απλή δυσαρέσκεια για να προσδώσει την ενεργητική νομιμοποίηση. Χρειάζεται ο επηρεασμός να έχει έδαφος, πραγματικό και νομικό, να περιορίζει δικαίωμα ή να αυξάνει υποχρεώσεις. Η προϋπόθεση του να υπάρχει αυτή η ιδιότητα είναι πολύ σημαντική και υπάρχει για να αποτρέπει τυχόν ενοχλητικές ή αβάσιμες αντιδράσεις κατά των αποφάσεων του Διευθυντή, που μπορεί να συνιστούν απλά εκτόνωση γενικευμένης δυσαρέσκειας, που δεν σχετίζεται κατά κύριο λόγο με συγκεκριμένη έκνομη ή λανθασμένη πράξη του Διευθυντή. Στη Mobil Oil Cyprus Ltd v. Έλληνα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 837, απασχόλησε, σε συνάρτηση με την έννοια του "person aggrieved", η περίπτωση όπου οι Εφεσείοντες εφεσίβαλαν απόφαση του Κτηματολογίου με την οποία είχε εγκριθεί η θεραπεία που οι ίδιοι είχαν ζητήσει από το Κτηματολόγιο. Στο ερώτημα εάν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει παραβίαση εννόμων δικαιωμάτων τους, η απάντηση που δόθηκε ήταν αρνητική, βασιζόμενη και στον λόγο της παλαιάς Harrup v. Bayley and others
(1856)119 ER 845, όπου και εκεί είχε προσβληθεί πράξη που είχε εξουσιοδοτηθεί και ζητηθεί να γίνει από τον ίδιο τον εφεσείοντα. Η προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να ασκηθεί Έφεση είναι οι 30 ημέρες από τη λήψη γνώσης της προσβαλλόμενης πράξης, με δυνατότητα παράτασής της από το Δικαστήριο, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Όπως υποδείχθηκε και στη Διευθυντής Κτηματολογίου ν. Καρακώτου
(2005)1 Α.Α.Δ. 99, το άρθρο 80 του Κεφ. 224 (κατ' επέκταση και το άρθρο 51 του Νόμου), η απόφαση του Διευθυντή που δεν προσβάλλεται εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών ή οποιασδήποτε παράτασης δοθεί από το Δικαστήριο για τον σκοπό αυτό, καθίσταται οριστική και τελεσίδικη και δεν παρέχεται ευχέρεια στη συνέχεια να διορθωθεί ή να τροποποιηθεί δια άλλου μηχανισμού. Επί του προκείμενου, η προθεσμία των 30 ημερών τηρήθηκε όσον αφορά την πράξη του Διευθυντή ημερομηνίας 13.10.
- Αυτή συνιστά και το αντικείμενο της Έφεσης. Κατά την αναθεώρησή της, αναθεωρείται δικαστικά το σύνολο της διαδικασίας που ακολούθησε ο Διευθυντής για να καταλήξει στην προσβαλλόμενη πράξη. Η Εφεσείουσα έλαβε την ειδοποίηση «Τύπου ΙΕ», κατ' εφαρμογή του Νόμου 9/1965, επειδή επωφελείται των υποθηκών και του ΜΕΜΟ. Η ιδιότητά της αυτή της έδιδε εκ του νόμου δικαίωμα να ενστεί. Η αντίδρασή της, ωστόσο, στην ειδοποίηση «Τύπου ΙΕ», όπως φαίνεται από την επιστολή της ημερομηνίας 17.03.2016 και την ένορκη δήλωση του κύριου XXXX, αφενός αναφέρονταν μόνον στις υποθήκες, όχι και στο ΜΕΜΟ, αφετέρου δεν εξέφραζε ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου στην αγοράστρια για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44ΚΒ § 3 του Νόμου 9/1965 ή ακόμα και για κάποιον λόγο που δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό, αλλά που θα έπρεπε, κατά τη θέση της Εφεσείουσας, να ληφθεί υπόψιν από τον Διευθυντή, ώστε να μην ασκήσει την εξουσία του να μεταβιβάσει ή να την ασκήσει και να αποφασίσει να μην μεταβιβάσει (ασχέτως του τι θα έπραττε ο Διευθυντής σε τέτοια περίπτωση). Ήταν «ένσταση σε σχέση με τους λόγους που αναφέρονται στον νόμο για την μεταβίβαση», υπό τύπο παραπόνου που η Εφεσείουσα δεν μπορεί να ενστεί ευρύτερα, προβάλλοντας και άλλους λόγους ένστασης. Ο Διευθυντής δεν είχε ενώπιον του συγκεκριμένο λόγο ένστασης για να εξετάσει, αλλά ένα γενικευμένο παράπονο, ότι υπάρχει αυτός ο Νόμος με περιεχόμενο που βλάπτει τον ενυπόθηκο πιστωτή. Είναι αμφίβολο εάν ο Διευθυντής μπορούσε να δώσει άλλην απάντηση από εκείνην που ήδη έδωσε στο παράπονο αυτό ή εάν θα μπορούσε να βασιστεί στο παράπονο της Εφεσείουσας, ως εκτέθηκε στην επιστολή της ημερομηνίας 17.03.2016 και στην ένορκη δήλωση του κύριου XXXX, και να μην εφαρμόσει τον Νόμο. Έπειτα, πέραν του ότι η Εφεσείουσα απείχε από του να υποβάλει γνήσια και συγκεκριμένη ένσταση στην πρόθεση του Διευθυντή να μεταβιβάσει το ακίνητο στην αγοράστρια, το κρισιμότερο είναι πως χρησιμοποίησε τις πρόνοιες του Νόμου 9/1965 και αιτήθηκε τη μεταφορά των υποθηκών της σε άλλη ακίνητη περιουσία της ενυπόθηκης οφειλέτριας. Η αίτηση για μεταφορά αφορούσε τις υποθήκες της, εφόσον (όπως είναι και η θέση της αγοράστριας και φαίνεται από το υλικό που εκτέθηκε στο Δικαστήριο) είχε εγγράψει ήδη ΜΕΜΟ και στα υπόλοιπα ακίνητα της ενυπόθηκης οφειλέτριας, εξασφαλίζοντας το χρέος της και σε έκταση που δεν της παρέχουν οι υποθήκες (περιορισμένων ποσών εγγραφής). Οπότε, ο τρόπος διατύπωσης της ένστασής της, λεκτικά και υπό τύπο παραπόνου που δεν μπορεί να ενστεί ευρύτερα, σε συνάρτηση με την αίτησή της για μεταφορά των υποθηκών της σε άλλη ακίνητη περιουσία της ενυπόθηκης οφειλέτριας, ευλόγως εξωτερίκευσαν το νόημα ότι η Εφεσείουσα αποδέχεται να απαλλαχθεί το ακίνητο από τις υποθήκες της (κατ' επέκταση να μεταβιβαστεί στην αγοράστρια). Πώς αλλιώς θα ήταν δυνατή η μεταφορά των υποθηκών της, που η ίδια αξίωσε, χωρίς αυτές να έχουν πρώτα αφαιρεθεί από το συγκεκριμένο ακίνητο. Αξιώνοντας η ίδια τη μεταφορά των υποθηκών της, προκειμένου να γίνει η μεταβίβαση με βάση τον Νόμο 9/1965, κρίνω ότι απώλεσε το έννομο συμφέρον που είχε να ενίσταται στη μεταβίβαση και έπειτα να εφεσιβάλλει τη σχετική γνωστοποίηση ή απόφαση του Διευθυντή να μεταβιβάσει, αποδεχόμενος δικό της αίτημα για μεταφορά (ασχέτως της έκτασης στην οποία το αποδέχτηκε). Η «επιφύλαξη» ή «διαμαρτυρία» της Εφεσείουσας, που κατά τα λοιπά δικαιωματικά διατυπώνεται στην επιστολή της ημερομηνίας 17.03.2016 και στην ένορκη δήλωση του κύριου XXXX, αφορά στην πιθανή οικονομική ζημιά της από την εφαρμογή του Μέρους VIB του Νόμου 9/1965 (π.χ. λόγω της μείωσης της αξίας των εξασφαλίσεών της ή και της ουσιαστικής εξουδετέρωσής τους, εάν η έκταση των επιβαρύνσεων της λοιπής ακίνητης περιουσίας της ενυπόθηκης οφειλέτριας είναι τέτοια που δεν θα επιτρέψει ικανοποίηση, κ.λπ.). Το ότι, όμως, επηρεάζεται από την εφαρμογή του Νόμου, είναι κάτι το δεδομένο· εξ ου και της γνωστοποιήθηκε η πρόθεση μεταβίβασης και της δόθηκε δικαίωμα (στην έκταση που δόθηκε) για ακρόαση, δια υποβολής ένστασης. Και δεν υπέβαλε ουσιαστικά ένσταση. Επέλεξε να υποβάλει (διατυπώνοντας την αντίθεσή της με τον Νόμο) αίτηση για μεταφορά, αφήνοντας να νοηθεί ότι θα ήταν ικανοποιημένη με την πράξη του Διευθυντή να μεταφέρει τις υποθήκες της σε άλλη ακίνητη περιουσία της ενυπόθηκης οφειλέτριας. Σημειώνεται ότι η Εφεσείουσα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που η ίδια προσκόμισε στον Διευθυντή και στο Δικαστήριο, όπως το πιστοποιητικό έρευνας της ακίνητης περιουσίας της ενυπόθηκης οφειλέτριας, διατηρούσε και γνώση του ότι τα υπόλοιπα ακίνητα της ενυπόθηκης οφειλέτριας ήταν όλα ήδη βεβαρημένα. Ωστόσο, αιτήθηκε της μεταφοράς των υποθηκών της σε αυτά τα άλλα ακίνητα, έτσι επιτρέποντας στις υποθήκες της να επιβιώσουν, ανεξαρτήτως του πώς θα διαμορφωθεί η αξία τους ή εάν θα έχουν καθόλου προοπτικές ικανοποίησης στο μέλλον. Ο Διευθυντής αποδέχθηκε την αίτηση της Εφεσείουσας για μεταφορά, επιλέγοντας συγκεκριμένα ακίνητα για να μεταφέρει τις υποθήκες της Εφεσείουσας, και παρέχοντας αιτιολογία γιατί δεν αποδέχεται τη μεταφορά σε άλλα ακίνητα. Στους λόγους Έφεσης, δεν προσβάλλεται το μέρος της απόφασης του Διευθυντή να μην αποδεχθεί τη μεταφορά σε συγκεκριμένα ακίνητα σε συνάρτηση με τα κριτήρια που έλαβε υπόψιν του (π.χ. γιατί παραβιάζει το άρθρο 29 του Νόμου 9/1965 η μεταβίβαση ενός ακινήτου, γιατί δεν μπορεί να υποθηκευτεί ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην κατεχόμενη περιοχή, στον Γερόλακο, αλλά μπορεί να επιβαρυνθεί με ΜΕΜΟ, κ.λπ.). Ούτε είναι ισχυρισμός της Εφεσείουσας ότι ο Διευθυντής θα έπρεπε να μεταφέρει τις υποθήκες της, που έχουν συγκεκριμένα ποσά εγγραφής, ασχέτως του ύψους του χρέους που εξασφαλίζουν, σε όλη την ακίνητη περιουσία της ενυπόθηκης οφειλέτριας. Η Εφεσείουσα, με την Έφεσή της, εξαντλεί τους λόγους της στη συνταγματικότητα του Νόμου 9/1965 και κατ' επέκταση των πράξεων του Διευθυντή βάσει αυτού, επικαλούμενη συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματά της, μα χωρίς διασύνδεση με τη δική της πρότερη συμπεριφορά σε σχέση με τον Νόμο 9/
- Το ζήτημα, έχοντας πάντα κατά νου και το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο, και τη Mobil Oil Cyprus Ltd (ανωτέρω), είναι πως, εφόσον δεν υπάρχει κάποια απόφαση του Διευθυντή για εξάλειψη ή ακύρωση των υποθηκών της Εφεσείουσας, αλλά για μεταφορά, και εφόσον την απαλλαγή του ακινήτου από τις υποθήκες την εξουσιοδότησε - την αιτήθηκε - η ίδια η Εφεσείουσα, δια του αιτήματός της για μεταφορά τους σε άλλη ακίνητη περιουσία της ενυπόθηκης οφειλέτριας (εν γνώσει του ότι ήταν ήδη βεβαρημένη), η Εφεσείουσα δεν έχει locus standi να εφεσιβάλλει, με αυτό το ειδικό μέσο της Έφεσης, την απόφαση του Διευθυντή ως προς το να απαλλάξει το ακίνητο από τις υποθήκες και να διενεργήσει τη μεταφορά των υποθηκών της σε άλλα (βεβαρημένα) ακίνητα της ενυπόθηκης οφειλέτριας. Ως προς το να πράξει δηλαδή αυτό που η Εφεσείουσα τον εξουσιοδότησε. Χωρίς να εμποδίζεται φυσικά η Εφεσείουσα (εφόσον έχει διατυπώσει και σχετικές επιφυλάξεις δικαιωμάτων, σε σχέση με τη ζημιά που υφίσταται) να αποταθεί στην πολιτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δια αγωγής με οποιεσδήποτε αξιώσεις αποζημίωσης για τυχόν ζημιές που θεωρεί ότι υπέστη εξαιτίας νόμου που θεσπίστηκε και (αναγκαστικά) εφαρμόστηκε και η ίδια θεωρεί αντισυνταγματικό. Δεν διαφεύγει καθόλου της προσοχής μου ότι στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου, ειδικότερα στη βάση του άρθρου 146 § 2 του Συντάγματος, η απώλεια εννόμου συμφέροντος λόγω αποδοχής της προσβαλλόμενης πράξης της δημόσιας διοίκησης μπορεί να συμβεί όταν ο λόγος γίνεται για ανεπιφύλακτη αποδοχή που εκφράζεται με πλήρη γνώση των γεγονότων ώστε η προσβολή της πράξης που αποδέχθηκε ο διοικούμενος να καταλήγει και σε ένα άδικο αποτέλεσμα· περαιτέρω, ότι άδικο αποτέλεσμα στο να προωθηθεί μια διοικητική προσφυγή, ακόμα και εναντίον πράξης που έτυχε προηγουμένως αποδοχής με κάποιον τρόπο, μπορεί και να μην δημιουργείται σε κάποιες περιπτώσεις ή συχνά, όπως για παράδειγμα δεν δημιουργήθηκε στην Πέτου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:C317, Αναθεωρητική Έφεση 83/2013, ημερομηνίας 16.07.
- Εκεί συσχετίστηκε ο μηχανισμός απώλειας εννόμου συμφέροντος ένεκα ανεπιφύλακτης αποδοχής με την αρχή του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct), η οποία εφαρμόζεται στο Αγγλοσαξωνικό Δίκαιο, σύμφωνα με τις αρχές της επιεικείας (equity). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η απώλεια ενός δικαιώματος λόγω συμπεριφοράς, στην προκείμενη περίπτωση, του εννόμου συμφέροντος, επιβάλλεται από τους κανόνες της επιεικείας, διότι, αν τους επιτρεπόταν να ασκήσουν το δικαίωμα τους, σύμφωνα με τον Νόμο, για προσβολή της διοικητικής πράξης που αποδέχτηκαν, αυτό θα κατέληγε σε άδικο αποτέλεσμα. Όπως δεν διαφεύγει της προσοχής μου και το γεγονός πως η ολοένα και μεγαλύτερη ευρύτητα του εννόμου συμφέροντος στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου συνυφαίνεται με την ανάγκη καλύτερης προστασίας των διοικούμενων, στη σύγχρονη, πολυπλοκότερη εποχή. Στην περίπτωση της Έφεσης κατά απόφασης του Διευθυντή προς αναθεώρηση της πράξης του με βάση τις ειδικές διατάξεις των Νόμων 9/1965 και Κεφ. 224, η ευρύτητα δεν είναι τόση. Ειδικότερα στην Έφεση του άρθρου 44ΚΒ § 3 του Νόμου 9/1965, καθορίζεται συγκεκριμένα και ποια είναι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα που μπορούν να ενστούν, κατ' επέκταση και να υποβάλουν Έφεση με βάση το άρθρο 51 του Νόμου 9/
- Μεταξύ του "Volenti non fit injuria", που αναφώνησε ο Lord Campbell C.J. στην Harrup (ανωτέρω), που και αυτό το δόγμα του κοινού δικαίου το συναντάμε στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων, σε ορισμένες περιπτώσεις και ως πλήρη υπεράσπιση, μέχρι τις προϋπόθεσεις απώλειας του εννόμου συμφέροντος στο διοικητικό δίκαιο για σκοπούς διοικητικής προσφυγής, υπάρχει μια απόσταση, και ό,τι ισχύει για το ειδικό ένδικο διάβημα των Εφέσεων στο Κυπριακό δίκαιο είναι καλύτερα κάπου στη μέση. Αυτή τη δύσκολη θέση είναι που επιχείρησε να ανιχνεύσει κατά κάποιον τρόπο και η Mobil Oil Cyprus Ltd (ανωτέρω), με βάση την πιο ευρεία έννοια του "person aggrieved". Το πραγματικό υπόβαθρο στη Mobil Oil Cyprus Ltd (ανωτέρω) ήταν ότι οι εφεσίβλητοι εκμίσθωσαν στους εφεσείοντες τμήμα της εξ αδιαιρέτου ακίνητης ιδιοκτησίας τους. Η μεταξύ τους συμφωνία διαλάμβανε υποχρέωση των εφεσιβλήτων να εκδώσουν χωριστό τίτλο για το εκμισθωθέν μέρος, έτσι ώστε σε περίπτωση ψήφισης του εκκρεμούντος τότε νομοσχεδίου περί εγγραφής μακροχρονίων μισθώσεων, η σύμβαση να εγγραφεί, πράγμα για το οποίο οι εφεσίβλητοι παρέσχαν ανέκκλητη συγκατάθεση. Η ίδια συμφωνία τους πρόβλεπε την υποχρέωσή τους να μην πωλήσουν, μεταβιβάσουν, υποθηκεύσουν το ακίνητο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης. Μετά τη ψήφιση του σχετικού νόμου, οι διάδικοι υπέβαλαν αίτηση εγγραφής της μίσθωσης, η οποία, όμως, δεν έγινε αρχικά δεκτή, γιατί στο μεταξύ οι εφεσίβλητοι είχαν πωλήσει μέρος του ακινήτου τους σε τρίτο πρόσωπο που με τη σειρά του το υποθήκευσε στην Τράπεζα. Ο νέος συνιδιοκτήτης δεν είχε υπογράψει τη σύμβαση μίσθωσης ούτε υπήρχε η συγκατάθεσή του, η οποία ήταν απαραίτητη. Η διαμαρτυρία των εφεσειόντων, δια του νομικού τους συμβούλου, είχε ως αποτέλεσμα να γίνει δεκτή κατ' αρχήν η αίτηση, με την πρόνοια ότι η εγγραφή θα γίνει μόλις οι εφεσίβλητοι εξασφαλίσουν χωριστό τίτλο για το μίσθιο. Αυτή ήταν μια δική τους εισήγηση προς τον Διευθυντή, που έγινε δεκτή από τον τελευταίο. Υπήρξε καθυστέρηση ως προς την προσκόμιση των συγκαταθέσεων που απαιτήθηκαν, ωστόσο με απόφασή του ο Διευθυντής γνωστοποίησε στους ενδιαφερόμενους την απόφασή να προχωρήσει στην εγγραφή της μίσθωσης χωρίς άλλη προειδοποίηση, εκτός εάν εντός 30 ημερών από της ημερομηνίας της ταχυδρόμησης της επιστολής αυτής παρουσίαζαν στο γραφείο του δικαστικό διάταγμα για τη μη εγγραφή της μίσθωσης ή απόδειξη ότι είχαν αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο για την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Με βάση αυτό το πραγματικό υπόβαθρο το Δικαστήριο θεώρησε την υπόθεση ιδιαίτερη, ένεκα του ότι οι ίδιοι οι εφεσείοντες, που στην Έφεσή τους χαρακτήριζαν την απόφαση παράνομη, ήταν οι ίδιοι που είχαν ζητήσει την εγγραφή της μίσθωσης, γεγονός που τους αφαιρούσε την ιδιότητα του "person aggrieved", όταν ο Διευθυντής έπραξε ακριβώς ό,τι του ζήτησαν. Οι τυχόν διατυπώσεις επιφυλάξεων ως προς οποιαδήποτε δικαιώματα, άνευ βλάβης των οποίων συνηθέστερα συμβαίνει η αλληλογραφία δια της οποίας διεκδικείται ενέργεια ή απόφαση του Διευθυντή, δεν απασχόλησε στη Mobil Oil Cyprus Ltd (ανωτέρω). Δεν ήταν όμως και σχετικό να απασχολήσει. Δεν διαφοροποιείται η περίπτωση όταν μια αίτηση στον Διευθυντή γίνεται με επιφύλαξη και γίνεται αποδεκτή, από την περίπτωση όπου μια αίτηση στον Διευθυντή γίνεται χωρίς επιφύλαξη και γίνεται αποδεκτή. Ο Διευθυντής, σε κάθε περίπτωση, αποδέχεται ένα αίτημα, ασχέτως του πώς υποβλήθηκε αυτό, εφόσον υποβλήθηκε με την προοπτική να γίνει δεκτό· προοπτική με βάση την οποία δεν δημιουργείται δικαίωμα ένστασης επί του ιδίου, που μετέπειτα να μπορεί να ενεργοποιεί και τη δικαιοδοσία της Έφεσης, για να ελεγχθεί αναθεωρητικά αυτή η συγκεκριμένη - η προκληθείσα - απόφαση. Τέτοια ιδιαιτερότητα υπάρχει και στην παρούσα περίπτωση, που η Εφεσείουσα αιτήθηκε μεταφοράς των υποθηκών της σε άλλη ακίνητη περιουσία της ενυπόθηκης οφειλέτριας και το αίτημά της έγινε δεκτό από τον Διευθυντή. Δεν παρατηρούνται ουσιώδεις διαφοροποιήσεις από τη Mobil Oil Cyprus Ltd (ανωτέρω), ικανές να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε κάποιον διαφορετικό χειρισμό. Ακριβώς επειδή η Εφεσείουσα δεν έχει locus standi να εφεσιβάλλει απόφαση του Διευθυντή που η ίδια εξουσιοδότησε (να μεταφέρει τις υποθήκες της, έτσι απαλλάσσοντας το ακίνητο από αυτές, άρα μη εξαλείφοντας ή ακυρώνοντάς τες), το Δικαστήριο αυτό, αυτής της ειδικής δικαιοδοσίας της Έφεσης, μη έχοντας παραδεκτή Έφεση και άρα δικαιοδοσία να αναθεωρήσει την προσβαλλόμενη πράξη του Διευθυντή, δεν μπορεί να υπεισέλθει και σε ζητήματα συνταγματικότητας του Νόμου· δεν χρειάζεται δηλαδή να υπεισέλθει για να εκδικάσει κάποιαν ενώπιον του διαφορά επί του τρόπου εφαρμογής του Νόμου 9/1965 από τον Διευθυντή και να απαντήσει συγκεκριμένα επίδικα θέματα. Ενώ το Δικαστήριο της Έφεσης σε γενικές γραμμές μπορεί να υπεισέρχεται και σε ζητήματα συνταγματικότητας, και τέτοια έχουν εκτεθεί και στις έγγραφες προτάσεις και στην επιμελή αγόρευση του κύριου XXXX, και έχουν απασχολήσει ήδη και άλλα Δικαστήρια στο πλαίσιο αυτής της δικαιοδοσίας τους, στην προκειμένη περίπτωση, υπό αυτές τις περιστάσεις, η οποιαδήποτε αναφορά του Δικαστηρίου είτε στη συνταγματική κατοχύρωση των δικαιωμάτων που απολαμβάνει ένας ενυπόθηκος πιστωτής είτε στη συνταγματικότητα του Μέρους VIB του Νόμου 9/1965 θα ήταν απλά θεωρητική ή ακαδημαϊκή. Εάν οι περιστάσεις, που από μόνη της η Εφεσείουσα διαμόρφωσε δια του τρόπου που αντέδρασε στη γνωστοποίηση του «Τύπου ΙΕ» (απλά λεκτική ένσταση ως παράπονο στο δυσμενές περιεχόμενο του Νόμου και παράλληλη αίτηση για μεταφορά των υποθηκών της κατ' εφαρμογή του Νόμου), ήταν διαφορετικές, και κυρίως εάν υπήρχε σε αυτή την αντίδρασή της συγκεκριμένο αντικείμενο αναγόμενο στην άσκηση της εξουσίας του Διευθυντή σε συνάρτηση με τα γεγονότα και την εφαρμογή του Νόμου και του Συντάγματος, το Δικαστήριο θα μπορούσε να υπεισέλθει σε θέματα συνταγματικότητας, χωρίς να αποκλείεται να κατέληγε και σε διαπίστωση περί αντισυνταγματικότητας. Δεν θα μπορούσε να το πράξει, όμως, για να ικανοποιήσει μια γενικευμένη αντίδραση του ενυπόθηκου πιστωτή σε έναν δυσάρεστο νόμο, απλά με αφορμή την προσβαλλόμενη απόφαση, που προσβλήθηκε με Έφεση με μόνο σκοπό αυτόν της ανάδειξης της αντισυνταγματικότητας του Νόμου, και απλά επειδή είναι Δικαστήριο, αδιάφορα από το είδος και την έκταση της δικαιοδοσίας του. Η διασφάλιση της νομιμότητας και ο σεβασμός του κράτους δικαίου (rule of law) ουδέποτε συμβαίνουν δια της διασάλευσης των ιδίων. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η Έφεση, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, δεν μπορεί να επιτύχει και γι' αυτό απορρίπτεται. Ο λόγος απόρριψης δεν έχει να κάνει με την αποδοχή οποιουδήποτε λόγου ένστασης των Εφεσίβλητων 1 και 3, αλλά είναι δικαιοδοτικός και δεν τέθηκε από τους Εφεσίβλητους συναφές ζήτημα (και δεν εξαρτάται από τη συμφωνία ή μη διαφωνία των μερών η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου). Λαμβάνω υπόψη τη μη αναγκαιότητα συνένωσης του Διευθυντή ως διάδικου για να υπερασπιστεί τη νομιμότητα και ορθότητα της απόφασής του και το γεγονός ότι το είδος αυτό της διαδικασίας δεν συνιστά αντιπαράθεση μεταξύ του πιστωτή και του αγοραστή για το ποιο εμπράγματο βάρος θα υπερισχύσει. Κρίνω δικαιότερο κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της. Τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 25.11.2016, που όμως συντάχθηκαν την 13.12.2016 ως τελικά διατάγματα βάσει της Έφεσης, ουδέποτε πράγματι εκδόθηκαν έτσι από το Δικαστήριο, και η σύνταξή τους, ως επιμέρους διαδικαστική πράξη, είναι άκυρη και ακυρώνεται. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όλα τα αντίγραφα εκείνων των διαταγμάτων που βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου να σημανθούν ως λανθασμένα και άκυρα. (Υπ.) ............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] The Republic and Ν.P. Loftis 1 R.S.C.C.
- [2] Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών v. Κυριακίδη
(1966)3 Α.Α.Δ. 640 [3] The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 CLR 640. [4] Μάτσης v. Δημοκρατίας
(1969)3 Α.Α.Δ. 245 [5] Peyiotis ν. Polemidis
(1982)1 CLR 442, Kafieros and Another v. Theocharous and Others
(1978)1 CLR 619, Στυλιανού ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2010)1 Α.Α.Δ. 1860, κ.λπ. [6] Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 CLR 210. [7] The inhabitants of the Village of Karpashia v. The Church Committee of Ayia Marina Church of Diorios and Others
(1971)1 CLR 411, Hassidoff v. Santi and Others
(1970)1 CLR 220, Melpomeni Panayiotou Chrysanthou and Others v. Neoclis Antoniades
(1969)1 CLR 622, Chakkarto v. The Attorney-General
(1961)CLR 231 και Chrysanthou & Others v. Antoniades
(1969)1 CLR 622, και άλλες πιο πρόσφατες όπως η Ιωάννου κ.α. ν. Σιακαλλή κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ. 1877. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο