ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ALICE COURT ν. DEVELOTEC LIMITED, Αρ. Αγωγής: 176/2018, 25/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A190 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 176/2018 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ALICE COURT Ενάγουσα και DEVELOTEC LIMITED Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 24.09.2019 Ημερομηνία: 25.11.2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια στην αίτηση 24.09.2019 και Καθ' ης η αίτηση στην αίτηση 19.11.2020: κύριος Φ.Τ. Αποστολίδης Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση στην αίτηση 24.09.2019 και Αιτήτρια στην αίτηση 19.11.2020: κύριοι Στέλιος Κ. Στυλιανού & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα, με την αγωγή της, αξιώνει ποσό 10.394,58 Ευρώ ως υπόλοιπο κοινόχρηστων τελών που ισχυρίζεται ότι οφείλει η Εναγόμενη ως ιδιοκτήτρια μονάδας στην κοινόκτητη οικοδομή ALICE COURT που διαχειρίζεται η Ενάγουσα, για τη χρονική περίοδο από 31.01.1998 μέχρι 30.06.
- Η Εναγόμενη, με την υπεράσπισή της, αμφισβητεί την οφειλή επειδή δεν ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της επίδικης μονάδας καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο, ούτε έλαβε οποιαδήποτε σχετική ειδοποίηση, αλλά ούτε και πρόκειται για δαπάνες που έπρεπε να γίνουν ή υπολογίστηκαν ορθά σε σχέση με το εμβαδόν της μονάδας. Δικογραφεί ότι η ίδια κατέβαλε ποσά για επιδιόρθωση του διαμερίσματος και της πολυκατοικίας που δεν καλύφθηκαν από την Ενάγουσα, ότι η σύσταση της Ενάγουσας δεν της παρέχει νομιμοποίηση μα και οι υπηρεσίες της ήταν πλημμελείς, κατά τους τρόπους που αναφέρονται στην παράγραφο 11(δ) της υπεράσπισης της Εναγόμενης, ώστε της περιόρισαν ή και της στέρησαν το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και της δημιούργησαν ζημιές, έξοδα και ταλαιπωρία. Η Εναγόμενη προβάλλει ανταπαίτηση στη βάση των ισχυρισμών που εκθέτει στην υπεράσπισή της, δικογραφώντας περαιτέρω τις λεπτομέρειες ζημιών που ισχυρίζεται ότι υπέστη και που η Ενάγουσα αρνήθηκε ή παρέλειψε να καλύψει, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 12.506,96 Ευρώ, που διεκδικεί ανταπαιτητικά, μαζί με ποσό 2.350,00 Ευρώ για μελλοντικά έξοδα, στα οποία θεωρεί πως θα υποβληθεί. Η Ενάγουσα καταχώρισε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση την 16.05.
- Εκείνο ήταν και το τελευταίο δικόγραφο. Μετά το στάδιο της προδικασίας που ενεργοποιήθηκε με την Κλήση για Οδηγίες που εξέδωσε η Ενάγουσα την 17.05.2018 για την απαίτησή της, όταν πλέον η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση, η Ενάγουσα καταχώρισε και την υπό κρίση αίτηση, ημερομηνίας 24.09.2019, δια της οποίας ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης της Εναγόμενης (to be excluded), βάσει της Δ.21,κ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας («ΚΠΔ»), και τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται είναι όσα φαίνονται από τον φάκελο της υπόθεσης. Την 12.02.2020, η πλευρά της Εναγόμενης καταχώρισε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 24.09.2019, στην οποίαν, όμως, δεν αναφέρει συγκεκριμένους λόγους ένστασης, όπως επιβάλλουν η Δ.48,κ.4
(1)ΚΠΔ και ο Τύπος
- Όπως μπορεί να διαφανεί μέσα από την ένορκη δήλωση του κυρίου XXXX, διευθυντή της Εναγόμενης, που συνοδεύει την ένσταση, οι λόγοι αντίδρασης της Εναγόμενης στην αίτηση της Ενάγουσας συνοψίζονται στο ότι η Εναγόμενη θεωρεί πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αποκλεισμού της ανταπαίτησή της, εφόσον, όπως λέει, υπάρχει συνάφειά της με την απαίτηση της Ενάγουσας, ώστε να είναι επιθυμητό η συνεκδίκαση απαίτησης και ανταπαίτησης στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής να επιφέρει και επίλυση του συνόλου της διαφοράς μεταξύ των δύο πλευρών, ενώ πιστεύει ότι η αίτηση της Ενάγουσας είναι καταχρηστική και εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους και έχω υπόψη μου ό,τι λέχθηκε στο Δικαστήριο. Στο μεταξύ, παρατηρείται ότι δεν είχε εκδοθεί κλήση για Οδηγίες και από την Εναγόμενη για την ανταπαίτησή της, ούτε η Ενάγουσα/εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη αιτήθηκε απόρριψης της ανταπαίτησης. Η Εναγόμενη, την 19.11.2020, καταχώρισε μονομερώς αίτηση, που είναι ορισμένη την 01.12.2020, για να παραταθεί ο χρόνος αυτός βάσει της Δ.30,κ.2(β) ΚΠΔ. Η τελευταία αίτηση δεν βρίσκονταν στον φάκελο του Δικαστηρίου την 20.11.2020, όταν το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του επί της αίτησης της Ενάγουσας ημερομηνίας 24.09.2019, αλλά ούτε και η Εναγόμενη υπέβαλε κάποιο αίτημα σε σχέση με την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης της Ενάγουσας. Επί τούτου, να σημειωθεί πως, σύμφωνα με τη Δ.30,κ.1 ΚΠΔ, ο ενάγων σε κάθε αγωγή, έννοια που καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο και αναλόγως την ανταπαίτηση, υποχρεούται εντός 90 ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, να εκδώσει Κλήση για Οδηγίες. Σε περίπτωση που αμελήσει ή παραλείψει να το πράξει, ο εναγόμενος ή εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος ανάλογα δύναται, εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής ή ανταπαίτησης ανάλογα. Σε περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι προθεσμίες αυτές, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα ή εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα αναλόγως. Τέτοια απόρριψη της αγωγής ή της ανταπαίτησης δεν συνιστά κώλυμα καταχώρισης νέας με την ίδια αιτία, τηρουμένων των προνοιών περί παραγραφής σε οποιονδήποτε νόμο. Η Δ.30,κ.2(β) ΚΠΔ δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την προθεσμία των 90 ημερών για καταχώριση τέτοιας Κλήσης για Οδηγίες εάν καταδειχθεί ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Από την Χαραλάμπους ν. Γεωργίου, ECLI:CY:AD:2018:A173, Πολ. Έφ. 185/2017, ημερομηνίας 18.04.2018 και από την Χρυσοστόμου, Πολ. ECLI:CY:AD:2019:D475, Αίτ. 196/2019, ημερομηνίας 20.11.2019, η προσέγγιση ήταν πως, όταν παρέρχονται άπρακτες οι προθεσμίες της Δ.30,κ.1(α)(β) ΚΠΔ, το Δικαστήριο δεν έχει άλλην επιλογή από του να απορρίψει την απαίτηση ή ανταπαίτηση αναφορικά με την οποία δεν καταχωρίζεται η προβλεπόμενη Κλήση για Οδηγίες. Η Δ.30,κ.1(γ) τουλάχιστον δεν του παρέχει τέτοια ευχέρεια, ακόμα κι αν η αρχική αυστηρότητά της έχει καμφθεί με τις τροποποιήσεις που επιδέχθηκε μέχρι σήμερα η Δ.30 ΚΠΔ· δεν έχει καμφθεί σε βαθμό που να εξουδετερώνει τον λόγο θέσπισης της. Τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ενεργοποιεί πάντως η Δ.30,κ.2(β) ΚΠΔ, όταν υποβάλλεται σχετική αίτηση και εφόσον υπάρχει ένσταση στο να δοθεί τέτοια παράταση. Όπως προκύπτει από τη Χρίστου ν. Χατζησολωμή, Πολ. Εφ. 175/2017, ημερομηνίας 06.02.2018 και εμμέσως από την Δημοσθένους, Πολ. ECLI:CY:AD:2017:D213, Αίτ. 76/2017, ημερομηνίας 02.06.2017, δεν χρειάζεται υπέρμετρη αυστηρότητα στην εφαρμογή της Δ.30 ΚΠΔ ως προς τον χρόνο προσμέτρησης των προθεσμιών και η συγκατάθεση της πλευράς του εναγόμενου ή εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου στην καταχώριση εκπρόθεσμου δικογράφου αρκεί, για να ληφθεί ως βάση υπολογισμού των προθεσμιών. Συνακόλουθα, η συγκατάθεση του αντίδικου δεν μπορεί παρά να αρκεί και για την παράταση του χρόνου καταχώρισης Κλήσης για Οδηγίες, ώστε σε τέτοια περίπτωση να μην χρειάζεται το Δικαστήριο να μπει στη διαδικασία να εξετάσει εάν αυτό μπορεί να επιτρέψει ή όχι την παράταση της προθεσμίας. Η αίτηση βάσει της Δ.30,κ.2(β) ΚΠΔ θα πρέπει να καταχωρίζεται δια κλήσεως, ούτως ώστε να μπορεί να τοποθετείται η άλλη πλευρά. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη συμπλήρωση των δικογράφων για την ανταπαίτηση, 7 ημέρες μετά από την 16.05.2018 (βλέπετε Δ.26,κ.11 ΚΠΔ και τον Οδηγία Πρακτικής ημερομηνίας 28.07.2017), δηλαδή από την 23.05.2018, υπήρχε η προθεσμία των 90 ημερών που έδινε τη δυνατότητα στην Εναγόμενη να εκδώσει Κλήση για Οδηγίες αναφορικά με την ανταπαίτηση· δηλαδή μέχρι την 23.08.
- Έπειτα, υπήρχε η προθεσμία των 15 ημερών της Ενάγουσας να επιδιώξει απόρριψη της ανταπαίτησης λόγω μη προώθησής της· μέχρι την 07.09.
- Και οι δύο προθεσμίες παρήλθαν άπρακτες, και ακόμα και μέχρι σήμερα η πλευρά της Εναγόμενης / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας δεν έχει εκδώσει Κλήση για Οδηγίες για την ανταπαίτησή της, με ή χωρίς κάποια συγκατάθεση της Ενάγουσας / εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενης. Καταχώρισε αίτηση για να παραταθεί η προθεσμία των 90 ημερών, που έχει παρέλθει, την οποία όμως καταχώρισε μονομερώς. Η αίτηση αυτή θα πρέπει να επιδοθεί στην Ενάγουσα. Επί του παρόντος, το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην ουσία της αίτησης εκείνης και αρκεί να λεχθεί πως, εκκρεμούσης της αίτησης της Εναγόμενης για παράταση του χρόνου έκδοσης της Κλήσης για Οδηγίες αναφορικά με την ανταπαίτησή της, αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί εγκαταλειφθείσα μέχρι να αποφασιστεί η αίτησή της, ημερομηνίας 19.11.
- Η εκκρεμότητα της αίτησης εκείνης, δεν εμποδίζει την εξέταση της αίτησης της Ενάγουσας ημερομηνίας 24.09.
- Σύμφωνα με τη Δ.21,κ.10 ΚΠΔ όπου ο εναγόμενος εγείρει ανταπαίτηση, εάν ο ενάγων ή οποιοδήποτε πρόσωπο καθίσταται διάδικος σε αυτήν, προβάλλει ότι η απαίτηση του εναγόμενου δεν θα πρέπει να αποφασιστεί δια ανταπαίτησης, αλλά στο πλαίσιο ξεχωριστής αγωγής, το Δικαστήριο μπορεί, σε οποιοδήποτε χρόνο, να διατάξει τον αποκλεισμό της. Όπως προκύπτει από το κείμενο της Δ.21,κ.10 ΚΠΔ και επιβεβαιώνει και υφιστάμενη νομολογία, όπως μεταξύ άλλων η Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (Sal)
(1992)1 Α.Α.Δ. 719 και η G.D.L. Trading (Famagusta) Ltd v. Φαρκονάς
(2010)1 Α.Α.Δ. 63, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης με γνώμονα ό,τι προσπαθεί να διασφαλίσει και το σύνολο των ΚΠΔ, την καλύτερη διεξαγωγή της δίκης κατά τρόπο ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο πρόκλησης αδικίας ή δυσχέρειας (inconvenience ή embarrassment) στον ενάγοντα ή και σε άλλο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται η ανταπαίτηση. Κριτήρια κάπως πιο αντικειμενικά είναι το είδος της ανταπαίτησης και της σχέση της με την απαίτηση του ενάγοντος ή και τον ενάγοντα ή το πρόσωπο στο οποίο αφορά, που εμπερικλείονται στο ζητούμενο της προσφορότητάς (expedient) της ανταπαίτησης να εκδικαστεί στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής, έχοντας κατά νου ότι η δυνατότητα έγερσης ανταπαίτησης στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής προβλέπεται ως ένα δικονομικό μέσο για να εξυπηρετεί την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των διαδίκων, αλλά παράλληλα ή πλέον και την αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών και την οικονομία του δικαστικού χρόνου. Εάν με την εκδίκαση της ανταπαίτησης θα προκληθεί καθυστέρηση[1] στην εκδίκαση της αγωγής του ενάγοντος, γιατί λόγου χάριν η απαίτηση είναι απλή και η ανταπαίτηση δημιουργεί δυσανάλογη πολυπλοκότητα, ασχέτως της θεματικής συγγενικότητας ή συνάφειας μεταξύ των δύο[2], η οποία άλλωστε δεν επιβάλλεται, υπάρχει μια βάση για τον ενάγοντα να επιδιώξει τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης, που σε κάθε περίπτωση δεν σημαίνει κάποιαν ουσιαστική κρίση επί της αξίωσης του εναγόμενου, αλλά δικονομικό χειρισμό. Η συνάφεια, ενώ δεν είναι διαδικαστικό προαπαιτούμενο, η ασυνάφεια, ως παράγων πρόκλησης καθυστέρησης και δυσχέρειας, τότε έχει σημασία. Όπως επισημαίνεται στη Σιακόλας (ανωτέρω), κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειάς του, το Δικαστήριο συνεκτιμά όλα τα σχετικά γεγονότα που τείνουν να διαμορφώσουν και προδιαγράφουν το πλαίσιο της δίκης σε συνάρτηση με τα χρονικά όρια για την επίλυσή τους. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν καταχώρισε ένσταση που θα μπορούσε να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο, εφόσον δεν προβάλλει συγκεκριμένους λόγους ένστασης, δεν αναγκάζει το Δικαστήριο να αποδεχθεί την αίτηση της Ενάγουσας, εφόσον σε κάθε περίπτωση ασκεί διακριτική ευχέρεια και αυτή θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Η αίτηση της Ενάγουσας υποβάλλεται σε κατάλληλο χρόνο, εφόσον δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, και δεν προκύπτει από οπουδήποτε ότι υποβλήθηκε για να προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής ή για να βλαφθούν δικαιώματα της Εναγόμενης. Σε αυτό το πλαίσιο και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, και η απαίτηση και της ίδιας της Ενάγουσας δεν είναι απλή, ιδωμένη υπό την υπεράσπιση της Εναγόμενης, δια της οποίας η Εναγόμενη αμφισβητεί, μεταξύ άλλων, το διαχειριστικό έργο της Ενάγουσας που κατέληξε και στις συγκεκριμένες χρεώσεις κοινοχρήστων τελών για τη μονάδα. Στο ίδιο διαχειριστικό έργο αφορά και η ανταπαίτηση της Εναγόμενης, η οποία, κατά τις θέσεις της Εναγόμενης, κατέληξε στο να υποστεί και έξοδα η Εναγόμενη που θεωρεί βασικά ότι θα πρέπει να αποσβέσουν την απαίτηση της Ενάγουσας για κοινόχρηστα (να μην της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για κοινόχρηστα τέλη) αλλά και να αποζημιωθεί περαιτέρω. Η ανταπαίτηση της Εναγόμενης μπορεί μεν να εκδικαστεί και ξεχωριστά, αλλά με δεδομένο ότι αυτή φαίνεται να είναι εν πολλοίς προέκταση των υπερασπιστικών ισχυρισμών της και για να επιτύχει συμψηφισμό (set-off), θεωρώ ότι ο διαχωρισμός της από την απαίτηση της Ενάγουσας, σε περίπτωση που εκείνη δεν θεωρηθεί εγκαταλειφθείσα, θα δημιουργούσε δυσχέρεια στο δικαίωμα της Εναγόμενης να επιδιώξει εξισορρόπηση στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής. Από την άλλη, δεν θεωρώ ότι θα υπήρχε παρόμοια δυσχέρεια στην Ενάγουσα από τη διατήρηση της ανταπαίτησης στο πλαίσιο της αγωγής, εάν εκείνη δεν κριθεί ότι εγκαταλείφθηκε για άλλο λόγο, ως θα κριθεί στο πλαίσιο της αίτησης ημερομηνίας 19.11.2020. Με τη σημείωση ότι το γεγονός ότι μπαίνει η Ενάγουσα στη διαδικασία να υπερασπιστεί τις θέσεις της έναντι στις αξιώσεις της Εναγόμενης, είτε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής είτε στο πλαίσιο ξεχωριστής αγωγής, δεν συνιστά δυσχέρεια του είδους που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της Δ.21,κ.10 ΚΠΔ. Η ταχύτητα εκδίκασης της απαίτησης της Ενάγουσας δεν φαίνεται, από τα διαθέσιμα δεδομένα, όπως προκύπτουν και από τις ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων και τους καταλόγους μαρτύρων και τις συνόψεις μαρτυρίας τους, ότι θα μεγεθυνθεί κατ' εμφανή τρόπο μετά από διαχωρισμό της ανταπαίτησης από την αγωγή, εάν και εφόσον κριθεί ότι η ανταπαίτηση δεν εγκαταλείφθηκε. Τα ίδια πρόσωπα που θα καταθέσουν για την υπεράσπιση της Εναγόμενης φαίνεται ότι θα είναι και οι μάρτυρες για την ανταπαίτηση της ίδιας. Ο πιθανόν περισσότερος δικαστικός χρόνος που θα χρειαστεί για την παρουσίαση της μαρτυρίας της Εναγόμενης για να ανταποκριθεί στην ανάγκη στοιχειοθέτησης της ανταπαίτησης, συγκριτικά με τον δικαστικό χρόνο που θα χρειαστεί για να αρχίσει και να εκδικαστεί η ίδια αξίωση της Εναγόμενης σε μια νέα ξεχωριστή δικαστική διαδικασία, είναι εν τέλει προφανώς λιγότερος. Θεωρώ ότι είναι η ανταπαίτηση της Εναγόμενης, εφόσον κριθεί ότι αυτή δεν έχει εγκαταλειφθεί (και τούτο θα κριθεί στο πλαίσιο της αίτησης της Εναγόμενης ημερομηνίας 19.11.2020), θα ήταν πρόσφορο να εκδικαστεί στο πλαίσιο της αγωγής αυτής και ότι η εκδίκασή της στο πλαίσιο της αγωγής αυτής δεν προκαλεί δυσχέρεια ή αδικία στην πλευρά της Ενάγουσας, γι' αυτό η αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 24.09.2019 θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση ημερομηνίας 24.09.2019 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, λαμβανομένου υπόψη του διαδικαστικού θέματος, του είδους της αίτησης, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι εκκρεμεί και αίτηση για την παράταση της προθεσμίας καταχώρισης Κλήσης για Οδηγίες αναφορικά με την ανταπαίτηση ώστε να μην θεωρηθεί εγκαταλειφθείσα, αλλά και το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν πρόβαλε λόγους ένστασης, δεν θα επιδικαστούν προς όφελος της Εναγόμενης, αλλά θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της ανταπαίτησής της, με την προοπτική, σε περίπτωση που η ανταπαίτηση της Εναγόμενης απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, να επωφεληθεί των εξόδων αυτών η Ενάγουσα. [Δίδονται οδηγίες σε σχέση με την αίτηση ημερομηνίας 19.11.2020 (για επίδοση)]. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Gray ν. Webb [1882] 21 Ch.D., 802. [2] Said Galip v. Umit Suleyman
(1963)2 C.L.R., 129. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο