NYDA LTD ν. S DROUSSIOTIS REAL ESTATES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1066/2020, 5/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1066/2020 Μεταξύ: NYDA LTD Ενάγουσας και
- S DROUSSIOTIS REAL ESTATES LTD
- JOUKRINTA TRADING LIMITED Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 13.08.2020 Ημερομηνία: 05.11.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κυρία Ι. Μιχαήλ για A.G. EROTOCRITOU LLC Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: κα Γ. Σεργίδου για ΚΑΝΝΑΒΑ, ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [Λόγω των υγειονομικών μέτρων που είναι σε ισχύ για την αντιμετώπιση του Covid-19, η διαδικασία διεξάγεται χωρίς τη φυσική παρουσία των διαδίκων/συνηγόρων των διαδίκων και η απόφαση διαβιβάζεται ηλεκτρονικά σε αυτούς και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα] Την 15.06.2020, η Ενάγουσα καταχώρισε αγωγή βάσει της οποίας εκδόθηκε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Διεκδικεί δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι έχουν παραβεί τις συμφωνίες εκχώρησης που συνήψαν με την Ενάγουσα την 31.01.2020, αναφορικά με δύο κατατεθειμένα πωλητήρια έγγραφα για την αγορά δύο ακινήτων, και ότι οι εν λόγω συμφωνίες εκχώρησης έχουν νόμιμα τερματιστεί. Περαιτέρω, αξιώνει αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, ύψους 25.000,00 Ευρώ και 70.000,00 Ευρώ αντίστοιχα, που συνιστούν τα ποσά που κατέβαλε προκαταβολικά δυνάμει των συμφωνιών εκχώρησης και/ή στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στο πλαίσιο της αγωγής της, την 13.08.2020, η Ενάγουσα καταχώρισε δια κλήσεως αίτηση, με την οποία ζητά ενδιάμεσες θεραπείες. Αναφορικά με την Εναγόμενη 1, αιτείται διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 η μεταφορά εκτός Κυπριακής Δημοκρατίας οποιασδήποτε (κινητής) περιουσίας της αξίας μέχρι 25.000,00 Ευρώ και διατάγματος με το οποίο να της απαγορεύεται η διάθεση, διαχείριση ή μείωση της αξίας οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων της μέχρι 25.000,00 Ευρώ, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων που πηγάζουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 21.09.2007 μεταξύ της Εναγόμενης 1 και άλλων εταιρειών για το διαμέρισμα με αριθμό εγγραφής XXXXX στο συγκρότημα "XXXXX 51", που ανεγέρθηκε επί του τεμαχίου γης με αριθμό εγγραφής XXXXX, τεμάχιο 364, Φ/Σχ.54/590102 στη Νεάπολη, στη Λεμεσό, το οποίο είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο με αριθμό ΠΩΕ 3936/07 («το ακίνητο Α303» και «το ΠΩΕ 3936/07»), και των δικαιωμάτων που πηγάζουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 20.01.2006 μεταξύ της Εναγόμενης 1 και άλλου προσώπου, που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με αριθμό ΠΩΕ 287/06 και αφορά σε δύο άλλα ακίνητα. Αναφορικά με την Εναγόμενη 2, η Ενάγουσα αιτείται διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 2 η μεταφορά εκτός Κυπριακής Δημοκρατίας οποιασδήποτε (κινητής) περιουσίας της αξίας μέχρι 70.000,00 Ευρώ και διατάγματος με το οποίο να της απαγορεύεται η διάθεση, διαχείριση ή μείωση της αξίας οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων της μέχρι 70.000,00 Ευρώ, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων που πηγάζουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 19.11.2009 μεταξύ της Εναγόμενης 2 και άλλων εταιρειών για το διαμέρισμα με αριθμό εγγραφής XXXXX στο συγκρότημα " XXXXX 51", που ανεγέρθηκε επί του τεμαχίου γης με αριθμό εγγραφής XXXXX, τεμάχιο 364, Φ/Σχ.54/590102 στη Νεάπολη, στη Λεμεσό, το οποίο είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο με αριθμό ΠΩΕ 1957/09 («το ακίνητο Α305» και «το ΠΩΕ 1957/09»). Πέραν των απαγορευτικών διαταγμάτων, η Ενάγουσα αιτείται υποβοηθητικού διατάγματος έρευνας και αποκάλυψης όλων των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόμενων που έχουν αξία άνω των 5.000,00 Ευρώ και όλων των τραπεζικών λογαριασμών τους. Η αίτηση έχει σχετική δικονομική βάση, εφόσον βασίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και στις αρχές που ισχύουν όσον αφορά τα διατάγματα τύπου Mareva. Υποστηρίζεται από την εκτενή ένορκη δήλωση της κυρίας XXXX, διευθύντριας της Ενάγουσας. Κατά τις θέσεις της Ενάγουσας, οι Εναγόμενες είναι συνδεόμενες εταιρείες, γι' αυτό και συνενώνει τις απαιτήσεις της. Η Ενάγουσα ήθελε να επενδύσει σε ακίνητη περιουσία για σκοπούς πολιτογράφησης της δικαιούχου της, γι' αυτό συμφώνησε να αγοράσει από την Εναγόμενη 1 το ακίνητο XXXXX έναντι 250.000,00 Ευρώ, και από την Εναγόμενη 2 το ακίνητο XXXXX έναντι 700.000,00 Ευρώ. Τα δύο ακίνητα είχαν μεν ξεχωριστούς τίτλους, αλλά δεν είχαν μεταβιβαστεί στις αρχικές αγοράστριες, δηλαδή στις Εναγόμενες, επομένως συνάφθηκαν συμφωνίες εκχώρησης. Η ανάγκη για αμεσότητα, όπως λέει η Ενάγουσα, αντανακλάτο και στους όρους των επίδικων συμφωνιών εκχώρησης. Πρόβλεπαν υποχρέωση των Εναγόμενων να εξασφαλίσουν φοροαπαλλακτικά εντός 60 ημερών από την υπογραφή τους, όρος που, κατά την Ενάγουσα, κατέστη ουσιώδης, ώστε η μόνη συγγνωστή υπέρβαση του χρονικού αυτού ορίου θα ήταν για λόγους που δεν θα οφείλονταν σε υπαιτιότητα των Εναγόμενων. Ταυτόχρονα με την υπογραφή των συμφωνιών εκχώρησης, η Ενάγουσα πλήρωσε για το ακίνητο XXXXX προκαταβολή 25.000,00 Ευρώ και για το ακίνητο Α305 προκαταβολή 70.000,00 Ευρώ. Οι συμφωνίες εκχώρησης δεν κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο και όπως φαίνεται περιλήφθηκαν ρήτρες να μην κατατεθούν πριν από την πληρωμή του συνόλου του τιμήματος πώλησης. Η Ενάγουσα καταλογίζει στις Εναγόμενες ότι υπαίτια παρέλειψαν να εξασφαλίσουν τα φοροαπαλλακτικά εντός της προθεσμίας των 60 ημερών, με αποτέλεσμα οι συμφωνίες εκχώρησης να καταστούν «ανεκτέλεστες». Την 21.04.2020, η Ενάγουσα τερμάτισε τις συμφωνίες εκχώρησης και αιτήθηκε επιστροφής των προκαταβολών. Δια της αλληλογραφίας των μερών, εξέλαβε ότι τα δύο ακίνητα είναι και τα τελευταία περιουσιακά στοιχεία που έχουν οι Εναγόμενες, γεγονός που πυροδότησε τις ανησυχίες της ότι η απαίτησή της για επιστροφή των χρημάτων που προκατάβαλε μπορεί να μείνει ανικανοποίητη. Οι ανησυχίες της αυτές δεν κατευνάστηκαν, παρά τις εκ των υστέρων αντίθετες τοποθετήσεις των Εναγόμενων. Οι περαιτέρω συζητήσεις μεταξύ των μερών για εύρεση εξώδικης λύσης δεν καρποφόρησαν. Από έρευνα που διεξήγαγε η Ενάγουσα στο Κτηματολόγιο, διαπίστωσε ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης 2 είναι το ακίνητο XXXXX βάσει του ΠΩΕ 1957/
- Η Εναγόμενη 1, εκτός από το ακίνητο XXXXX βάσει του ΠΩΕ 3936/07, είναι και η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 4, Φ/Σχ.0/2-207-342, Τεμάχιο XXXXX, το οποίο είναι βεβαρημένο με εμπράγματα βάρη άλλων πιστωτών, ενώ επωφελείται και του ΠΩΕ 287/2006 που αφορά σε δύο άλλα ακίνητα. Την 12.10.2020, οι Εναγόμενες καταχώρισαν ένσταση, δια της οποίας προβάλλουν συνολικά 25 λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη τους, η αίτηση της Ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί συνοψίζονται στο ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων του είδους που αιτείται η Ενάγουσα και αυτά δεν είναι δίκαιο να εκδοθούν, ενώ η αίτηση της Ενάγουσας ενέχει στοιχεία κατάχρησης της διαδικασίας. Η ένσταση έχει σχετική δικονομική βάση και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κύριου XXXX, διευθυντή των δύο εναγόμενων εταιρειών. Ο ενόρκως δηλών δεν αμφισβητεί ότι συνάφθηκαν οι επίδικες συμφωνίες με την Ενάγουσα, αλλά διαφωνεί με τον τρόπο που η Ενάγουσα τις ερμηνεύει και ότι ο τερματισμός στον οποίον επέλεξε να προβεί ήταν νόμιμος. Κατά τη θέση των Εναγόμενων, δεν παράβηκαν τον επίμαχο όρο των συμφωνιών σχετικά με τον χρόνο εξασφάλισης των φοροαπαλλακτικών και εξηγεί τη δική του οπτική επί τούτου και προσκομίζει επίσης έγγραφη μαρτυρία. Ως προς τις οικονομικές δυνάμεις των Εναγόμενων, πέραν του επηρεασμού των αξιών των ακινήτων λόγω της πανδημίας, θεωρεί ότι η ακίνητη ιδιοκτησία των εταιρειών, που είναι αυτή που φαίνεται στο Κτηματολόγιο, είναι επαρκής. Ισχυρίζεται ότι οι εταιρείες δεν είναι αναξιόχρεες με τον τρόπο που προσπαθεί να παρουσιάσει η Ενάγουσα ούτε έχουν προβλήματα ρευστότητας. Η θέση των Εναγόμενων είναι πως, εάν δεσμευτεί περιουσία τους με τον τρόπο που ζητά η Ενάγουσα, θα υποστούν τεράστια ζημιά, εφόσον δεν θα μπορούν να την εκμεταλλευτούν με οποιονδήποτε τρόπο. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων των δύο πλευρών· ουδείς αντεξετάστηκε. Οι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρισαν πολυσέλιδες αγορεύσεις, για να υποστηρίξουν και να εξηγήσουν περαιτέρω τις θέσεις των μερών. Έχω υπόψη μου ό,τι έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δια της αίτησης της Ενάγουσας, της ένστασης των Εναγόμενων, και όλη την επιχειρηματολογία των συνηγόρων τους. Κύρια επιδίωξη του διατάγματος τύπου Mareva[1] είναι η παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του εναγόμενου, για τη διασφάλιση της ικανοποίησης ή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης η οποία ενδέχεται να εκδοθεί ή εκδόθηκε υπέρ του ενάγοντος, που άλλως πώς διαφαίνεται ότι, χωρίς τέτοιο διάταγμα, θα παραμείνει ανικανοποίητη. Τα διατάγματα Mareva έχουν περιορισμένο αλλά σημαντικό σκοπό: να αποτρέψουν τον εναγόμενο από το να «εξαφανίσει» τα περιουσιακά στοιχεία του, με σκοπό να καταστήσει ανέφικτη την ικανοποίηση ή εκτέλεση μιας προσδοκώμενης ή και ήδη εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Στην έννοια της «εξαφάνισης» μπορεί περιλαμβάνεται η αποξένωση, η απομείωση (σε συνάρτηση με το ύψος του χρέους σε συγκεκριμένη περίπτωση) δια της επιβάρυνσης ή άλλως πώς, και άλλες ενέργειες που καταλήγουν πάντως ή μπορούν να καταλήξουν σε αφαίρεση της δυνατότητας ικανοποίησης ή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης. Οι τρόποι «εξαφάνισης» μερικές φορές μπορούν να είναι καινοφανείς ή και πολύπλοκοι. Παρόλο που τα διατάγματα αυτά ιστορικά άρχισαν να εκδίδονται για να εμποδίζεται η μεταφορά στο εξωτερικό περιουσίας που βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας, οι αρχές για την έκδοσή τους σταδιακά επεκτάθηκαν και σε άλλες περιπτώσεις. Τα διατάγματα αυτά συνιστούν δημιούργημα του σύγχρονου δικαίου της επιείκειας και ένα σπουδαίο εργαλείο[2] ή, όπως ο Lord Hoffman ανέφερε, προλογίζοντας το σύγγραμμα Commercial Injunctions (4th Edition) του Steven Gee Q.C., είναι το πιο αξιοσημείωτο δικαστικό δημιούργημα του τελευταίου αιώνα. Το διάταγμα Mareva, εν πάση περιπτώσει, δεν παύει να είναι απαγορευτικό διάταγμα κατά την έννοια του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Το άρθρο 32 ορίζει τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να μπορεί να εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα: Θα πρέπει ο διάδικος που το αιτείται να αποδείξει ότι (α) υπάρχει σoβαρό ζήτημα πρoς εκδίκαση κατά την επ' ακρoατηρίoυ διαδικασία, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιoύται σε θεραπεία, και ότι, (γ) εκτός εάν εκδoθεί παρεμπίπτoν απαγoρευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκoλo ή αδύνατoν να απoνεμηθεί πλήρης δικαιoσύνη σε μεταγενέστερo στάδιο. Οι προϋποθέσεις αυτές αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557 και σε πολλές άλλες αποφάσεις. Η Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines and Others
(1976)1 C.L.R. 302, που επέτρεψε την είσοδο στην Κυπριακή νομολογία των διαταγμάτων Mareva, και η οποία αφορούσε το κλασικό αρχικό σχήμα του διατάγματος τύπου Mareva, τη δέσμευση τραπεζικού λογαριασμού (μη αντικειμένου της αγωγής) εντός της δικαιοδοσίας, ερμήνευσε τις προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος Mareva με βάση το άρθρο 32. Σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταγράφοντας τη δική τους ιστορική προσέγγιση η κάθε μία, κατέστησαν ακόμα πιο σαφές ότι ένα διάταγμα τύπου Mareva εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 32, η ευρύτητα του οποίου είναι μεγάλη, αλλά οδηγός επί του θέματος είναι και οι εκάστοτε αρχές της αγγλικής νομολογίας. Οι αρχές έκδοσης διαταγμάτων Mareva έτυχαν πληρέστερης ανασκόπησης στην εγχώρια Poltava Petroleum Co ν. Mexana Oil Ltd
(2001)1 (B) Α.Α.Δ. 1301. Παράλληλα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, τα κριτήρια έκδοσης ενός Mareva, όπως προκύπτουν μέσα από την αγγλική νομολογία, είναι (α) ο ενάγων να είναι πολύ πιθανόν να δικαιούται σε δικαστική απόφαση εναντίον του εναγόμενου, για ορισμένο ή οριστό πράγμα ή χρηματικό ποσό, και (β) να υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο εναγόμενος έχει περιουσία για να ανταποκριθεί στην ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, εν όλω ή εν μέρει, η οποία, όμως, δεν θα υπάρχει ή δεν θα μπορεί να εντοπιστεί, όταν εκδοθεί η εναντίον του δικαστική απόφαση, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα[3] (σε περιπτώσεις που έχει ήδη εκδοθεί η δικαστική απόφαση, υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο καθ' ου η αίτηση θα αποξενώσει την περιουσία του, προκειμένου να αποφύγει την εκτέλεσή της[4]). Ο κίνδυνος σε σχέση με την αποξένωση ή απομείωση της περιουσίας, με κάποια διαφοροποίηση από ό,τι γνωρίζουμε στην C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785 σε σχέση με τη δέσμευση ακίνητης περιουσίας (ότι δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί), στα διατάγματα Mareva θα πρέπει να είναι πραγματικός. Δηλαδή, θα πρέπει να διαφαίνεται μέσα από συγκεκριμένες κινήσεις και συμπεριφορά του εναγόμενου, παρά να αιωρείται ως υποκειμενικό συναίσθημα. Έτσι, στην Gorbunova v. Berezovsky and others [2013] All E.R. (D) 179 (Jan) το διάταγμα περιορίστηκε σε εκείνη την περιουσία που ήταν υπό τέτοιο υπαρκτό κίνδυνο. Ο σκοπός του εναγόμενου να θέσει συγκεκριμένη περιουσία εκτός της διάθεσης του Δικαστηρίου θα πρέπει, επίσης, να είναι εμφανής, να υποστηρίζεται από κάποια εκδηλωμένη συμπεριφορά, αλλά και από κάποια ορατή ικανότητα. Το ύψος των ποσών στα οποία αφορά η υπόθεση δεν είναι άσχετος παράγοντας[5]. Όταν υπάρχει στέρεη μαρτυρία (solid evidence) ότι ο εναγόμενος ενήργησε ανέντιμα, τότε είναι που η ανάγκη απόδειξης της πρόθεσης «εξαφάνισης» της περιουσίας υπαναχωρεί. Σε ένα γενικό διάταγμα Mareva είναι αναμενόμενο να εξαιρούνται τα έξοδα που είναι απαραίτητα για συναλλαγές που είναι συνήθεις για τη διαβίωση και την εργασία του εναγόμενου ή και για τη νομική του υπεράσπιση[6], και σε περίπτωση που η περιουσία υπερβαίνει το χρέος, να ορίζεται μέγιστο ποσό μέχρι το οποίο ισχύει η απαγόρευση[7]. Τα διατάγματα Mareva, όπως εξάλλου και όλα τα προσωρινής φύσης διατάγματα, δεν δημιουργούν κάποια πρώιμη εξασφάλιση, δηλαδή δεν καθιστούν τον ενάγοντα, πριν από την έκδοση κάποιας δικαστικής απόφασης, εξασφαλισμένο πιστωτή, ούτε είναι και μοχλός πίεσης προκειμένου ο εναγόμενος να δεχθεί τελική απόφαση (σε περιπτώσεις που τέτοια δεν υπάρχει)[8]. Με άλλα λόγια, δεν είναι αυτοσκοπός. Σύμφωνα με μία αυστηρότερη προσέγγιση, δεν σκοπούν καν πρώτιστα στη διασφάλιση της ικανοποίησης τυχόν εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, αλλά στην πρόληψη τυχόν κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, δια της μεθόδευσης ματαίωσης ή αποτυχίας εκτέλεσης της προσδοκώμενης δικαστικής απόφασης. Εξ ου και προϋποθέτουν να διαφαίνεται κάπου τέτοιος σκοπός από μέρους του εναγόμενου. Οι σκοποί του Mareva συζητήθηκαν ικανοποιητικά στην Polly Peck International Plc v. Nadir [1992] 4 All E.R. 769[9] και περαιτέρω στην Group Seven Ltd v. Allied Investment Corporation Ltd [2013] EWHC 1509 (Ch)[10]. Συχνά ένα διάταγμα Mareva συνδυάζεται με υποβοηθητικό ή υποστηρικτικό διάταγμα έρευνας και ένορκης αποκάλυψης περιουσίας, που σκοπεύει στο να καταστήσει αποτελεσματική τη λειτουργία του[11], ή και με άλλα διατάγματα. Η αποτελεσματικότητα των Mareva μπορεί και να εξαρτάται από την εκτέλεση ενός υποστηρικτικού διατάγματος έρευνας και αποκάλυψης[12]. Όταν τα διατάγματα αυτά χρησιμοποιούνται για πάγωμα τραπεζικών λογαριασμών επιχειρήσεων, μπορούν να προκαλέσουν τόση ζημιά, που ο Lord Donaldson τα χαρακτήρισε ως τα "πυρηνικά όπλα" του δικαίου[13]. Ως προς τις μορφές ενός Mareva, αυτό μπορεί να είναι περιορισμένο στο ύψος της απαίτησης (maximum sum orders), που είναι το πιο συνηθισμένο, ή περιορισμένο σε συγκεκριμένο αντικείμενο η αξία του οποίου μπορεί να είναι ίση ή και μεγαλύτερη από το χρέος, χωρίς να αποκλείεται να είναι μικρότερη, ή απεριόριστα, σε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία, που εκείνα κατ' εξαίρεση μπορούν να εκδοθούν. Είναι σπανιότερες οι περιπτώσεις στις οποίες ζητείται δέσμευση του συνόλου της περιουσίας ενός διαδίκου και χωρίς κάποιο περιορισμό. Στη Marketrends (Capital Market) Ltd ν. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759, που επαναλήφθηκε στη Spidertrade Co FinanceLtd ν. Χ'Γαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 121, υποδείχθηκε ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους. Στη Spidertrade (ανωτέρω), λέχθηκε ότι, παρότι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και παρότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης, την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Συνδυαστικά, οι αρχές με βάση τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ή και να διατηρηθεί σε ισχύ ένα διάταγμα Mareva, προστιθέμενες στις αρχές που πρέπει να ισχύουν για να εκδοθεί ένα οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα, δημιουργούν το εξής πλέγμα αρχών: 1. Το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει δικαιοδοσία επί του εναγόμενου· 2. θα πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[14]· 3. θα πρέπει να υπάρχει καλή βάση αγωγής και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[15]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια·
- εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[16]. Στην περίπτωση του διατάγματος Mareva, λόγω της φύσης του, η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται με τον σκοπό του, που είναι η χρήση του κυρίως ως «βοήθημα» στη διαδικασία εκτέλεσης και στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών οι οποίες τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας[17]. Αυτό που εξετάζεται είναι ουσιαστικά η τυχόν ύπαρξη κινδύνου μετακίνησης ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και κατά συνέπεια κινδύνου μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης ή τέλος η ανάγκη διευκόλυνσης της εκτέλεσης. Η προϋπόθεση συνήθως εξετάζεται επί του πραγματικού σε συνάρτηση και με τις υπόλοιπες προϋποθέσεις, που πρέπει να ικανοποιούνται στα διατάγματα Mareva, δηλαδή: (α) με την αποξένωση να υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης· (β) ο εναγόμενος να έχει περιουσία για να ανταποκριθεί στην ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, εν όλω ή εν μέρει· (γ) να υπάρχει πραγματικός (αντικειμενικός) κίνδυνος αποξένωσης, απομείωσης ή «εξαφάνισης» της περιουσίας (real risk of disposal of or dissipation), που δεν εμπίπτει στη συνήθη δραστηριότητα του εναγόμενου ή και στέρεη μαρτυρία (solid evidence) ότι ο εναγόμενος ενήργησε ανέντιμα. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι θα επέλθει όντως τέτοια «εξαφάνιση», αλλά η απόδειξη πρέπει να εστιάζει σε αυτό τον κίνδυνο και στις πραγματικές του διαστάσεις. Αυτές οι προϋποθέσεις διαδέχεται η μία την άλλη με μια λογική αλληλουχία, ώστε εάν λόγου χάριν δεν υπάρχει περιουσία για να ανταποκριθεί ο εναγόμενος, εν όλω ή εν μέρει, σε κάποια ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, δεν έχει και νόημα η εξέταση του κινδύνου αποξένωσης (ανύπαρκτης περιουσίας). Συναφή με τον κίνδυνο «εξαφάνισης» περιουσιακών στοιχείων, όχι εξαντλητικά τιθέμενα, είναι και τα ακόλουθα, που έχουν επισημανθεί[18]: η φύση των περιουσιακών στοιχείων (όσο περισσότερο αυτά μπορούν να «εξαφανιστούν», τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κίνδυνος), η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου ή των επιχειρήσεών του, ο χρόνος κατά τον οποίον ο εναγόμενος ασκεί την επιχείρησή του (εάν είναι κάποια σταθερή εργασία, μπορεί να είναι λιγότερες οι πιθανότητες «εξαφάνισης» περιουσιακών στοιχείων), η κατοικία ή η διαμονή του εναγόμενου, η πιστωτική ικανότητα του εναγόμενου στο παρελθόν και στο παρόν, οποιεσδήποτε εκφρασμένες δηλώσεις του, σε σχέση με την υπό αναφορά περιουσία, τυχόν διασύνδεσή του με άλλες εταιρείες ή πρόσωπα που παράβηκαν όρους κάποιας συμφωνίας ή δικαστικής απόφασης, και η συμπεριφορά του σε σχέση με την απαίτηση του ενάγοντος (κατά πόσο παρουσιάζει τάσεις υπεκφυγής ή απροθυμίας ή κατά πόσο εγείρει πλασματικές ή ανούσιες υπερασπίσεις ή τηρεί πλήρη σιωπή). Το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, επί του οποίου βασίζει επίσης την αίτησή της η Ενάγουσα, δίνει και αυτό τη δυνατότητα στο Δικαστήριο όπου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, σε οποιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής (προϋπόθεση που απαντά στις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960), και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Η παρεμπόδιση ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης συνυφαίνεται με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και κατά βάση την ικανοποιεί, ενώ το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 δεν αφαιρεί οτιδήποτε από το ευρύτερο πλαίσιο που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Καταρχάς, να λεχθεί πως, παρά τον όγκο των ισχυρισμών και των εγγράφων που εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τις διαστάσεις που κυρίως η Ενάγουσα έχει δώσει στη διαφορά της με τις Εναγόμενες, θα συμφωνήσω με τη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόμενων, ότι η βάση αγωγής της Ενάγουσας και τα γεγονότα που την περιστοιχίζουν είναι απλά. Η αξίωση της Ενάγουσας είναι να αποζημιωθεί από τη ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη δια της υποτιθέμενα αντισυμβατικής συμπεριφοράς των Εναγόμενων, που οδήγησε στον από μέρους της τερματισμό των συμφωνιών της με τους Εναγόμενους. Έπειτα, απαντώντας εν τάχει στους λόγους ένστασης των Εναγόμενων που αφορούν στο νομικά αβάσιμο της αίτησης και στα στοιχεία κατάχρησης, όπως λέχθηκε και προηγουμένως η αίτηση φέρει σχετική νομική βάση, που έχει αναλυθεί μόλις προηγουμένως, και που δίδει πάντως στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να την εξετάσει κατ' ουσία. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς της Ενάγουσας, σε συνάρτηση με τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από τις Εναγόμενες, δεν προκύπτει ότι η αίτηση της έγινε για σκοπό άλλον από το να εξασφαλιστεί το λαβείν της, όπως λόγου χάριν για να καταπιέσει ή να καταστρέψει τη λειτουργία και φήμη των Εναγόμενων ή για να τις εκδικηθεί για κάτι. Επίσης, το παρόν Δικαστήριο έχει αδιαμφισβήτητα τη δικαιοδοσία επί της επίδικης διαφοράς. Περνώντας στην ουσία της αίτησης, έχοντας κατά νου και το πλέγμα νομικών αρχών που έχουν προαναφερθεί, διαπιστώνω ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Η Ενάγουσα έχει θέσει ένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση· γνωστές στο δίκαιο νομικές βάσεις που είναι η παράβαση σύμβασης και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός. Θεωρώ επίσης ότι έχει ορατές (για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας) πιθανότητες επιτυχίας, που διαφαίνονται από την όψη της μαρτυρίας που διαθέτει και είναι σχετικές με τις νομικές της βάσεις. Το γεγονός ότι δεν καταχωρίστηκε η Έκθεση Απαίτησής της μέχρι στιγμής, δεν συνεπάγεται αδυναμία διάγνωσης των πιθανοτήτων επιτυχίας, με βάση όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Δηλαδή, εάν η εκδοχή της Ενάγουσας δεν αμφισβητηθεί από πλευράς των Εναγόμενων, τότε είναι πολύ πιθανόν η Ενάγουσα να καταφέρει να αποδείξει σχετική απαίτησή της και να δικαιούται σε μία απόφαση για τα χρηματικά ποσά που αξιώνει. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, τα πράγματα είναι κάπως πιο πολύπλοκα για την Ενάγουσα, ιδίως όσον αφορά την αίτησή της και για έκδοση διατάγματος τύπου Mareva μαζί με υποβοηθητικό διάταγμα έρευνας και αποκάλυψης, όπου προστίθενται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις. Ασχέτως εάν οι Εναγόμενες έχουν ή δεν έχουν κινητή περιουσία, τραπεζικούς λογαριασμούς ή και ρευστότητα, είναι κοινά παραδεκτό γεγονός ότι έχουν ακίνητη περιουσία εντός της δικαιοδοσίας. Είναι επίσης ισχυρισμός των Εναγόμενων, που δεν αμφισβητήθηκε περαιτέρω, ότι η αξία αυτής της ακίνητης περιουσίας επαρκεί για να καλύψει την αξίωση της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο δεν θα μπει στη διαδικασία να υπολογίσει την καθαρή αξία της ακίνητης περιουσίας των Εναγόμενων. Δεν έχει ούτε επαρκή ούτε στέρεη βάση για να πράξει κάτι τέτοιο, οι αξίες των χρεών και των ακινήτων μεταβάλλονται, από παράγοντες που δεν ελέγχονται. Με αυτό όμως το δεδομένο, την ύπαρξη γνωστής και επαρκούς αξίας ακίνητης περιουσίας των Εναγόμενων εντός της δικαιοδοσίας, δεν προκύπτει με κάποιο ξεκάθαρο τρόπο η ανάγκη χρησιμοποίησης και του μηχανισμού ενός Mareva σε συνδυασμό με ένα υποβοηθητικό διάταγμα έρευνας και αποκάλυψης, για να εντοπιστεί και να παγοποιηθεί και κεφάλαιο κίνησης των Εναγόμενων ή για να δεσμευτεί οριζοντίως άλλη περιουσία τους. Θα ήταν μια δυσανάλογη ενέργεια έναντι στο ζητούμενο της Ενάγουσας που είναι να εξασφαλίσει το λαβείν της. Λόγω και της δραστικότητα ενός τέτοιου μηχανισμού. Τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος Mareva, όπως εξηγήθηκε, διέπουν συγκεκριμένες πρόσθετες προϋποθέσεις. Μία από αυτές είναι να υπάρχει ο κίνδυνος αποξένωσης και να είναι πραγματικός. Μέσα από τη μαρτυρία που εκτέθηκε στο Δικαστήριο δεν εντοπίζεται ο κίνδυνος αποξένωσης υφιστάμενης περιουσίας των Εναγόμενων, προς υπονόμευση δικαστικής απόφασης που πιθανόν να δικαιούται η Ενάγουσα. Δεν προκύπτει ότι οι Εναγόμενες προέβησαν σε συγκεκριμένες ενέργειες, εκτός του πλαισίου συνήθους δράσης τους σε σχέση με την περιουσία τους, με προσανατολισμό να βλάψουν την απαίτηση της Ενάγουσας ή σε τέτοιες που να δίδουν ορατές και πραγματικές διαστάσεις σε κάποιον κίνδυνο. Ούτε τα γεγονότα συνηγορούν στο ότι η ύπαρξη πιστωτών από μόνη της ή η μη εξασφάλιση των φοροαπαλλακτικών από τις Εναγόμενες εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, αλλά λίγες ημέρες μετά, συνιστά ένδειξη οικονομικής αδυναμίας, αφερεγγυότητας, ανεντιμότητας ή άλλο που να οδηγεί το Δικαστήριο να κλίνει προς την αναγκαιότητα ενός Mareva συνοδευόμενου από υποβοηθητικό διάταγμα έρευνας και αποκάλυψης. Νοείται ότι τα χρήματα που κατέβαλε η Ενάγουσα προκαταβολικά, σε περίπτωση που αποδειχθεί μέσα από την εκδίκαση της αγωγής της ότι ήταν νόμιμος ο τερματισμός των συμφωνιών και ότι η Ενάγουσα τα δικαιούται πίσω, δεν συνιστούν συγκεκριμένο αντικείμενο ιδιοκτησίας της Ενάγουσας που η ίδια μπορεί να το δεσμεύσει, για να μπορέσει να το πάρει πίσω εάν επιτύχει στην αγωγή της, να μην «εξαφανιστεί». Συνιστούν αξία που τέτοια μπορεί να αποδοθεί στην Ενάγουσα δια αποζημιώσεων. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν προσανατολίζεται καθόλου προς ένα Mareva, για τους λόγους που έχει εξηγήσει και σχετίζονται με την εφαρμογή των κάπως αυστηρότερων προϋποθέσεων Mareva στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεν αποκλείει την ικανοποίηση της προϋπόθεσης του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 για τη χορήγηση άλλης ενδιάμεσης θεραπείας. Ξεκαθαρίζοντας βεβαίως και το ότι η πιθανότητα μη ύπαρξης άμεσα διαθέσιμου ρευστού για να πληρωθεί μια ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, πιθανότητα που κατά κύριο λόγο υφίσταται σε όλες τις αγωγές για χρέη ή αποζημιώσεις, δεν είναι αυτή που συνιστά ανεπανόρθωτη ζημιά ή ανυπέρβλητη δυσκολία ή αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης, με κάποιαν έννοια του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Όμως η προϋπόθεση αυτή του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, συνυφαίνεται με την προϋπόθεση του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Με βάση το άρθρο αυτό, είναι δυνατή η δέσμευση ακίνητης περιουσίας σε κάποιον επαρκή βαθμό για την ικανοποίηση της απαίτησης και των εξόδων του ενάγοντος, εάν διαφανεί ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της σε τρίτο πρόσωπο (ασχέτως εάν όντως θα λάβει χώρα) είναι πιθανόν να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Δεν θα διαφωνήσω με την πλευρά της Ενάγουσας ότι υπάρχουν ομοιότητες με τα γεγονότα της Phasarias C (Automotive Center) Ltd (ανωτέρω). Εκεί υποδείχθηκε και το ότι δεν χρειάζεται απόδειξη της πρόθεσης αποξένωσης, αλλά αρκεί η δυνατότητα επηρεασμού της προοπτικής ικανοποίησης του χρέους. Κι εκεί, οι ενάγοντες αξίωναν μόνον χρηματικό ποσό, αρκετά μικρότερο, ολόκληρη η κινητή περιουσία των εναγόμενων ήταν δεσμευμένη και υπήρχε μόνον ένα ακίνητο, επίσης βεβαρημένο, υπερέχουσας αξίας, του οποίου οι ενάγοντες ήθελαν να εμποδίσουν την αποξένωση ή περαιτέρω επιβάρυνση, για να διασφαλίσουν ότι θα μείνει διαθέσιμη περιουσία για την ικανοποίηση δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδίδονταν προς όφελος των εναγόντων. Υπάρχουν βεβαίως και διαφορές με τη Phasarias C (Automotive Center) Ltd (ανωτέρω). Ενδεικτικά, μία διαφορά είναι πως στην παρούσα υπόθεση, για τις συμφωνίες αγοράς ακινήτων δια εκχώρησης είναι ενδεχομένως σχετικές και οι πρόνοιες ή και οι θεραπείες που παρέχει ο περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος 81(Ι)/2011, παρά τις απαγορευτικές ρήτρες των συμφωνιών εκχώρησης[19]. Η διαφοροποίηση αυτή όμως δεν θεωρώ ότι μπορεί να είναι και καθοριστική ως προς τη δυνατότητα διεκδίκησης απαγορευτικού διατάγματος. Ομοιότητες και διαφορές υπάρχουν πάντως και με αρκετές άλλες υποθέσεις, γιατί πρόκειται για μία κλασική περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Το μέτρο του άρθρου αυτού είναι η επάρκεια, ενώ δεν παραγνωρίζεται και η αναγκαιότητα τέτοιες δεσμεύσεις ακινήτων, που δεν είναι άμεσα αντικείμενα της αγωγής, να γίνονται με τη δέουσα φειδώ. Θεωρώ ότι η δέσμευση των πωλητηρίων εγγράφων και των ακινήτων Α303 και Α305 που εκχωρήθηκαν στην Ενάγουσα και είναι τα αντικείμενα των επίδικων συμβάσεων, θα ήταν μία επαρκής διασφάλιση της ικανοποίησης της αξίωσής, ώστε να μην χρειάζεται επί του παρόντος η παρέμβαση του Δικαστηρίου σε περαιτέρω περιουσία των Εναγόμενων. Και στο ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice), που συνυπολογίζεται σε περίπτωση που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 ή του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 αντίστοιχα, τέτοια διατάγματα δεν θα επηρέαζαν τρίτα πρόσωπα να ασκήσουν τυχόν δικά τους δικαιώματα. Δεν θα επηρέαζαν ούτε τις Εναγόμενες σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορούν να ασκούν δραστηριότητές τους. Δεν διαφεύγει καθόλου της προσοχής του Δικαστηρίου η πιθανή ανάγκη των Εναγόμενων, εφόσον η Ενάγουσα λέει ότι τερμάτισε τις συμφωνίες εκχώρησης και δεν επιθυμεί να αγοράσει πλέον τα ακίνητα αυτά, να θέλουν τα πωλήσουν σε άλλα πρόσωπα, να τα εκμεταλλευτούν, και πάντως να μην εξαναγκαστούν να διατηρήσουν στην κυριότητά τους σε αυτά, ειδικότερα εάν και το αντικείμενο εργασιών της Εναγόμενης 1 σχετίζεται με τη διάθεση ακινήτων. Έχω, επίσης, υπόψη μου τις θέσεις των Εναγόμενων ότι, λόγω της ματαίωσης της εκτέλεσης των συμφωνιών εκχώρησης, που για τις ίδιες ήταν αδικαιολόγητη, μπορεί να έχουν όντως υποστεί ζημιά· συμφώνησαν να λάβουν συγκεκριμένα τιμήματα πώλησης από την Ενάγουσα και στο μεταξύ η αξία των ακινήτων μειώθηκε, και τέτοια ζημιά δεν μπορεί να αποκλειστεί να εξαλείφει την απαίτηση της Ενάγουσας να της επιστραφούν οι προκαταβολές. Το Δικαστήριο, όμως, δεν μπορεί να εξετάσει τη μαρτυρία και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς σε βάθος σε αυτό το στάδιο και να προβεί σε διαγνώσεις της υπόθεσης του ενός διαδίκου έναντι της υπόθεσης του άλλου. Ο άξονας γύρω από τον οποίον κινείται είναι η υπόθεση της Ενάγουσας, στο πλαίσιο της οποίας γίνεται παρεμπιπτόντως η αίτηση για ενδιάμεσες θεραπείες. Εάν επιθυμούν οι Εναγόμενες να πωλήσουν τα ακίνητα Α303 και Α305, παρά την έκδοση τέτοιων απαγορευτικών διαταγμάτων, δεν θα εμποδιστούν από το να αποταθούν στο Δικαστήριο αυτό και να ζητήσουν ανάλογες διαφοροποιήσεις ή θεραπείες, οπότε και να ελεγχθούν τότε τυχόν παράλληλες εγγυήσεις που θα μπορούσαν να παρασχεθούν στην Ενάγουσα, υπό το φως συγκεκριμένων πράξεων ή επικείμενων εισπράξεων από τη ρευστοποίηση της περιουσίας αυτής. Με την ελεγχόμενη διατήρηση της κυριότητας των Εναγόμενων επί των ακινήτων Α303 και Α305 με βάση τα κατατεθειμένα πωλητήρια έγγραφα, ως ένα ελάχιστο status quo, δεν εμποδίζεται επίσης η μεταβίβαση των τίτλων των ακινήτων αυτών στις Εναγόμενες από τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες, προς εκτέλεση των πωλητηρίων. Η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, ουδόλως εμποδίζει την Ενάγουσα ή και τις Εναγόμενες να επιδιώξουν τυχόν άλλες θεραπείες με βάση τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο 81(Ι)/2011, όπως ούτε και τυχόν εφαρμογή του νόμου εκείνου εμποδίζει το Δικαστήριο σε αυτή του τη δικαιοδοσία να εκδώσει προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα. Εάν από την άλλη πωληθούν τα ακίνητα Α303 και Α305, χωρίς οποιαδήποτε διασφάλιση της απαίτησης της Ενάγουσας, ενόψει και του ύψους της, εάν επιτύχει στην αγωγή της, τότε υπάρχει το ενδεχόμενο να μην μπορέσει να ικανοποιηθεί. Λαμβάνοντας υπόψη τους νόμους και τις νομολογιακές αρχές που έχουν αναφερθεί και εφαρμόζοντάς τα επί των γεγονότων, ως αυτά έχουν εκτεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και στον βαθμό που δεν αμφισβητήθηκαν, και θεωρώντας πως τούτο θα ήταν και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης: Α. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1, άλλως SPYROS DROUSSIOTIS REAL ESTATES LIMITED, να ακυρώσει και/ή να αποσύρει από το Κτηματολόγιο το πιο κάτω αναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο και/ή να πωλήσει, δωρίσει, εκχωρήσει ή άλλως πώς διαθέσει σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο ή με οποιονδήποτε τρόπο επιβαρύνει το πιο κάτω περιγραφόμενο ακίνητο και ως άλλως πώς περιγράφεται το ακίνητο αυτό στο ξεχωριστό πιστοποιητικό εγγραφής του, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Λεπτομέρειες πωλητηρίου εγγράφου και ακινήτου ΠΩΕ 3936/07 που συνάφθηκε την 21.09.2007 για το ακίνητο με διακριτικό αριθμό XXXXX μέρος του συγκροτήματος " XXXXX 51" επί του τεμαχίου με αριθμό εγγραφής XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ.54/590102, στη Νεάπολη, στη Λεμεσό και ως άλλως πώς περιγράφεται το ακίνητο αυτό στο ξεχωριστό πιστοποιητικό εγγραφής του. (σημείωση: επιτρέπεται η μεταβίβαση του ακινήτου από τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες στην Εναγόμενη 1, σύμφωνα με το ΠΩΕ 3936/07, χωρίς να επηρεάζεται η ισχύς του παρόντος διατάγματος και επί της νέας εγγραφής) Β. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη 2 να ακυρώσει και/ή να αποσύρει από το Κτηματολόγιο το πιο κάτω αναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο και/ή να πωλήσει, δωρίσει, εκχωρήσει ή άλλως πώς διαθέσει σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο ή με οποιονδήποτε τρόπο επιβαρύνει το πιο κάτω περιγραφόμενο ακίνητο και ως άλλως πώς περιγράφεται το ακίνητο αυτό στο ξεχωριστό πιστοποιητικό εγγραφής του, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Λεπτομέρειες πωλητηρίου εγγράφου και ακινήτου ΠΩΕ 1957/09 που συνάφθηκε την 19.11.2009 για το ακίνητο με διακριτικό αριθμό XXXXX μέρος του συγκροτήματος " XXXXX 51" επί του τεμαχίου με αριθμό εγγραφής XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ.54/590102, στη Νεάπολη, στη Λεμεσό και ως άλλως πώς περιγράφεται το ακίνητο αυτό στο ξεχωριστό πιστοποιητικό εγγραφής του. (σημείωση: επιτρέπεται η μεταβίβαση του ακινήτου από τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες στην Εναγόμενη 2, σύμφωνα με το ΠΩΕ 1957/09, χωρίς να επηρεάζεται η ισχύς του παρόντος διατάγματος και επί της νέας εγγραφής) Παρά την κατάληξη της διαδικασίας αυτής σε έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων προς όφελος της Ενάγουσας, στον βαθμό που η Ενάγουσα επιδίωκε και Mareva μαζί με υποβοηθητικό διάταγμα έρευνας και αποκάλυψης ή απαγορεύσεις εκτεταμένα επί όλη της περιουσίας των Εναγόμενων, η αίτησή της δεν έχει επιτύχει πλήρως. Εκείνη η έκταση του αιτήματός της ενδεχομένως να προκάλεσε και την ένσταση των Εναγόμενων. Εάν οι Εναγόμενες ήξεραν εξ αρχής ότι το αίτημα θα ήταν μόνον για δέσμευση των υφιστάμενων πωλητηρίων και των ακινήτων XXXXX και XXXXX που ήδη εκχωρήθηκαν στην Ενάγουσα, και με εφικτές τις ανάλογες διασφαλίσεις σε περίπτωση εύρεσης αγοραστή για τα ακίνητα αυτά, ενδεχομένως να εκτιμούσαν διαφορετικά τα πράγματα ή και να μην αντιδρούσαν με ένσταση. Και η ένσταση των Εναγόμενων, στον βαθμό εκείνο που εκτείνονταν το αίτημα της Ενάγουσας σε Mareva και υποβοηθητικό διάταγμα έρευνας και αποκάλυψης και απαγορεύσεις επί άλλης περιουσίας των Εναγόμενων δεν ήταν πλήρως αδικαιολόγητη. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι θα ήταν δίκαιο τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας αυτής να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής· συνεπώς θα είναι στην πορεία της αγωγής και αναλόγως του αποτελέσματός της. (Υπ.).............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Nippon Yusen Kaisha v. Karageorghis
(1975)1 W.L.R. 1093· Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulkcarries S.A.
(1975)2 Lloyd΄s Rep. 509· εγχώριες Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines Ltd a.o.
(1976)1 C.L.R. 302· Sunoil Bunkering Limited v. Jaouhar Maritime Transport Co. Ltd
(1987)1 C.L.R. 627· Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd
(1987)1 C.L.R. 583· Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 C.L.R. 182· Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ κ.α. ν. Του Πλοίου «Nikolay Markin» κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 122· Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 (A) Α.Α.Δ. 162, κ.λπ.. [2] Cardile v. LED Builders Pty Ltd
(1999)198 CLR 380· Searose Ltd v. Seatrain UK Ltd [1981] 1 W.L.R. 894· Barclay-Johnson v. Yuill [1980] 3 All E.R. 190· Art Trend Ltd v. Blue Dolphin (Pte) Ltd [1982-1983] SLR
- [3] Z Ltd v. A-Z and AA-LL [1982] 1 All E.R. 556· Congentra AG v. Sixteen Thirteen Marine SA, The Nicholas M [2009] 1 All E.R. (Comm)
- [4] Orwell Steel (Erection and Fabrication) Ltd v. Asphalt and Tarmac (UK) Ltd [1985] 3 All E.R.
- [5] Republic of Haiti v. Duvalier [1989] 1 All E.R.
- [6] Βλ. και Atlas Maritime Co SA v. Avalon Maritime Ltd, The Coral Rose (No 3) [1991] 4 All E.R. 783· Normid Housing Association Ltd v. Ralphs and Mansell and Assicurazioni Generali SpA (No 2) [1989] 1 Lloyd's Rep 274· Polly Peck International plc v. Nadir (No 2) [1992] 4 All E.R.
- [7] Βλ. και Iraqi Ministry of Defence v. Arcepey Shipping Co SA, The Angel Bell [1980] 1 All E.R. 480· TDK Tape Distributor (UK) Ltd v. Videochoice Ltd [1985] 3 All E.R. 345· Arbuthnot Leasing International Ltd v. Havelot Leasing Ltd [1991] 1 All E.R. 591· United Mizrahi Bank v. Doherty [1998] 2 All E.R.
- [8] Jackson v. Sterling Industries Ltd [1987] HCA 23· Camdex International Ltd v. Bank of Zambia (No. 2) [1997] 1 W.L.R.
- [9] Fourie v. Le Roux & Ors [2007] 1 All E.R.
- [10] Lakatamia Shipping Company Ltd v. Su & Ors [2014] EWCA Civ
- [11] Gidrxslme Shipping Co Ltd v. Tantomar-Transportes Maritimos Lda [1994] 4 All E.R.
- [12] Motorola Credit Corpn v. Uzan [2002] 2 All ER (Comm)
- [13] Bank Mellat v. Nikpour [1985] FSR
- [14] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. [15] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [16] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. [17] Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583. [18] Barclay-Johnson v. Yuill (ανωτέρω)· Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd (ανωτέρω)· Gee, S. & Andrews, G. M.
(1987). Mareva Injunctions: Law and Practice. Longwood Pr Ltd. [19] Βλέπετε και άρθρο 3 § 2 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(Ι)/2011. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο