ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. ΠΑΜΠΟΡΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1800/2020, 1/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A195 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1800/2020 Μεταξύ:
- ΧΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
- ΧΧΧΧ ΧΑΤΖΗΤΤΟΦΗ Ενάγοντες και
- ΧΧΧΧ ΠΑΜΠΟΡΗΣ
- ΠΑΜΠΟΡΗ ΧΧΧΧ
- ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΧΧΧ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 04.09.2020 Ημερομηνία: 01.12.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΤΖΗΣΤΕΡΚΩΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: κύριος Η. Αγαθοκλέους για ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ - ΝΕΟΦΥΤΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες, με την αγωγή τους, βάσει της οποίας εκδόθηκε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, αξιώνουν αναγνωριστική απόφαση ότι η εγγραφή του διαμερίσματος ΧΧΧΧ στην οδό ΧΧΧΧ, στον ΧΧΧΧ, Ενορία ΧΧΧΧ, Τοποθεσία ΧΧΧΧ, στη Λεμεσό, με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, Φ/Σχ.ΧΧΧΧ, Τεμάχιο ΕΠΙ ΧΧΧΧ, Τμήμα ΧΧΧΧ («το ακίνητο») στο όνομα της Εναγόμενης 3, περί την 13.06.2019, έγινε κατόπιν δόλου ή ψευδών παραστάσεων ή απάτης και είναι άκυρη και χωρίς νομική ισχύ. Περαιτέρω, ζητούν διατάγματα δια των οποίων να διατάσσεται η ακύρωση της μεταβίβασης του ακινήτου αρχικά στην Εναγόμενη 2 και έπειτα στην Εναγόμενη 3, και η επανεγγραφή του στην Ενάγουσα 2, δυνάμει πωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 10.12.
- Ζητούν περαιτέρω διατάγματα με τα οποία να αναγνωρίζονται ως έγκυρα και ισχυρά το εκχωρητήριο έγγραφο ημερομηνίας 26.10.2020 και το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 10.12.2015 και να επιτρέπεται η κατάθεσή τους στο Κτηματολόγιο, δήλωση ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 συνωμότησαν μεταξύ τους για παράνομη μεταβίβαση του ακινήτου, και διάφορες αποζημιώσεις. Στο πλαίσιο της αγωγής τους, την 04.09.2020, οι Ενάγοντες καταχώρισαν την υπό εξέταση αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος δια του οποίου να εμποδίζεται η Εναγόμενη 3, επί του παρόντος εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, δωρίσει, διαθέσει ή άλλως πώς αποξενώσει, διανέμει, επιβαρύνει το ακίνητο, μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 («ο Νόμος 14/1960») και 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 («το Κεφ. 6»). Η Ενάγουσα 2 υποστηρίζει την αίτηση με ένορκη της δήλωση, δια της οποίας ισχυρίζεται ότι ήταν κάποτε η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, το οποίο της μεταβιβάστηκε την 19.02.2009 από την Κυβέρνηση ως παροχή βοήθειας και στήριξης σε εκτοπισθέντες και παθόντες της τουρκικής εισβολής και το οποίο μέχρι και σήμερα κατέχει. Eίναι ηλικίας 77 ετών με προβλήματα υγείας. Περί το 2009-2010, δώρισε το ακίνητο στον υιό της, Ενάγοντα 1, ο οποίος βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, με τη συμφωνία ότι η χρήση του θα παρέμενε στην ίδια μέχρι τον θάνατό της. Για το σκοπό της πράξης αυτής, συνέταξαν εκχωρητήριο έγγραφο, το οποίο, όμως, δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Επειδή ο Ενάγων 1, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, αντιμετώπιζε διάφορα οικονομικά και άλλα προβλήματα, με πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 10.12.2015, το οποίο επίσης δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, πώλησε πίσω στην Ενάγουσα 2 το ακίνητο έναντι τιμήματος 35.000,00 Ευρώ. Όταν προ μηνών επέστρεψε ο Ενάγων 1 στην Κύπρο και επιχειρήθηκε η μεταβίβαση του ακινήτου πίσω στην Ενάγουσα 2 βάσει του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 10.12.2015, διαπιστώθηκε ότι αυτό το ακίνητο, στο οποίο διέμενε και διαμένει η Ενάγουσα 2, είχε πωληθεί από τον άλλο της υιό στον Εναγόμενο 1 βάσει πληρεξουσίου εγγράφου και πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 28.12.2015 που είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Στη συνέχεια, εκείνο το πωλητήριο συμβόλαιο αποσύρθηκε από το Κτηματολόγιο και το ακίνητο μεταβιβάστηκε στη μητέρα του Εναγόμενου 1, Εναγόμενη
- Η Ενάγουσα 2 δεν γνωρίζει τους Εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι, όμως, φαίνονται να έχουν συμβληθεί για το ακίνητο· ακίνητο στο οποίο διαμένει η Ενάγουσα 2 με πεποίθηση ότι είναι η δικαιούχος για την εγγραφή του. Κατά την αντίληψη της Ενάγουσας 2, ο άλλος της υιός, ο οποίος συνεργάζονταν με τον Εναγόμενο 1 σε διάφορες παράνομες δραστηριότητες, απέσπασε από τον Ενάγοντα 1, με ψευδείς παραστάσεις, πληρεξούσιο έγγραφο, για να μεθοδευτεί η μεταβίβαση του ακινήτου στο οποίο διαμένει η ίδια η μητέρα τους, και γι' αυτό μετανοεί. Στη συνέχεια, υποτίθεται πως εφευρέθηκε η λύση της μεταβίβασης του ακινήτου στην Εναγόμενη 3 για να φαίνεται, κατά τις θέσεις της Ενάγουσας 2, ότι υπήρξε καλόπιστη αγοράστρια. Ωστόσο, η Ενάγουσα 2 θεωρεί ότι υπάρχει δόλος σε όλα τα διαβήματα, και στην Εναγόμενη
- Η ενόρκως δηλούσα προσκομίζει έγγραφη μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων της, που είναι οι θέσεις αμφότερων των Εναγόντων. Το προσωρινό διάταγμα για τη δέσμευση του επίδικου ακινήτου εκδόθηκε μονομερώς την 08.09.2020, βάσει των όσων αναφέρονται στην αίτηση των Εναγόντων και τη μαρτυρία που τη συνοδεύει, και ορίστηκε ως επιστρεπτέο την 15.09.2020, προκειμένου να ακουστεί η Εναγόμενη 3-Καθ' ης η αίτηση. Την 15.09.2020, η Εναγόμενη 3 εμφανίστηκε και ζήτησε χρόνο για να καταχωρίσει ένσταση, οπότε η αίτηση ορίστηκε για Οδηγίες την 29.09.2020 και έπειτα για Ακρόαση την 26.11.
- Ένσταση καταχωρίστηκε τελικά την 27.10.
- Σε αυτήν, η Εναγόμενη 3 προβάλλει συνολικά 14 λόγους για τους οποίους, κατά τη θέση της, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το προσωρινό διάταγμα να ακυρωθεί. Αυτοί οι λόγοι συνοψίζονται στο ότι δεν έχει πληρωθεί ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος και υπήρξε και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 3, η οποία, προφανώς ενοχλημένη από την τροπή που πήρε η από μέρους της απόκτηση του ακινήτου, επισημαίνει τις αντιφάσεις και - κατά τη θέση της - παραδοξότητες στην ουσιαστική εκδοχή των Εναγόντων, που την οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν γνήσια βάση αγωγής ή και πιθανότητες επιτυχίας. Επισημαίνει ότι ήταν εν γνώσει του Ενάγοντος 1 η μεταβίβαση του ακινήτου στην ίδια τουλάχιστον προ 18 μηνών, που φαίνεται και από το πιστοποιητικό έρευνας, και ουδέν έπραξαν οι Ενάγοντες, επομένως θεωρεί ότι δεν υπήρξε το κατεπείγον. Η ενόρκως δηλούσα θεωρεί ότι το πρόβλημα της ενόρκως δηλούσας και των Εναγόντων είναι η κακή επικοινωνία ή κακές σχέσεις που έχουν με τον άλλο υιό και αντίστοιχα αδελφό τους, ζητήματα που όμως την ίδια δεν την αφορούν, που ως καλόπιστη τρίτη αγόρασε το ακίνητο νόμιμα και νομότυπα. Αναφέρει τις προσωπικές της περιστάσεις καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες απέκτησε το ακίνητο σε τιμή ευκαιρίας, με χρήση των οικονομιών της για τις οποίες εργάστηκε σκληρά στη ζωή της, με γνωστή σε αυτήν υφιστάμενη ενοικίαση, και για τους λόγους για τους οποίους δεν προχώρησε με έξωση της ηλικιωμένης, άρρωστης, μόνης και ταλαιπωρημένης γυναίκας (Ενάγουσας 2), προς βοήθεια της οποίας, μάλιστα, πλήρωνε και έξοδα χρήσης που την αφορούσαν. Αναφέρει πως δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με προηγούμενες δοσοληψίες, δεν έχει πρόθεση να αποξενώσει το ακίνητο, αλλά και η εκδίκαση της αγωγής θα διαρκέσει για χρόνια, οπότε την επηρεάζει η δέσμευση του ακινήτου και κατ' επέκταση ο περιορισμός των δικαιωμάτων της. Προσκομίζει επίσης έγγραφη μαρτυρία, προς υποστήριξη των δικών της θέσεων. Η ακρόαση της αίτησης και του προσωρινού διατάγματος διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων· ουδείς αντεξετάστηκε. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Έχω υπόψη μου ό,τι έχει αναφερθεί στο Δικαστήριο, ακόμα και εάν δεν επαναλαμβάνεται στο κείμενο της απόφασης αυτής με τη λεπτομέρεια που αναφέρεται στις σχετικές ένορκες δηλώσεις των μερών. Με δεδομένο ότι το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση της Εναγόμενης 3, θα πρέπει να επανεξεταστεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να προχωρήσει με την ουσία της αίτησης, την οποίαν η Εναγόμενη 3 αμφισβητεί με σχετικούς λόγους ένστασης. Αυτό επιτάσσει το άρθρο 9 § 1 του Κεφ.
- Το κατεπείγον ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση, όπως προκύπτει και από το κείμενο του άρθρου 9 § 1 του Κεφ. 6, συνιστά δικαιοδοτικό όρο, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα φυσικής δικαιοσύνης ότι και τα δύο μέρη θα πρέπει να ακούγονται[1]. Η απουσία του κατεπείγοντος ή άλλης ιδιαίτερης περίστασης στερεί από το Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και αν έχει ήδη εκδοθεί και διαφανεί εκ των υστέρων ότι τα δεδομένα που το στήριξαν δεν είχαν παρουσιαστεί ορθά, θα πρέπει να το ακυρώσει[2]· αυτό συνιστά και «εύλογη αιτία» κατά το άρθρο 32 § 2 του Νόμου 14/
- Η επανεξέταση του κατεπείγοντος γίνεται με συνεκτίμηση των στοιχείων που παραθέτει και η πλευρά που πλέον καλείται και ακούγεται. Μπορεί να γίνει είτε αυτόνομα είτε στο πλαίσιο εξέτασης του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης. Συναφώς, η υποχρέωση του διαδίκου που κινείται μονομερώς και απασχολεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου υπό συνθήκες κατεπείγοντος ή κατ' επίκληση ιδιαίτερης περίστασης είναι να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά γεγονότα, ακόμα και αυτά που είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, εάν μπορούν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Όπως επισημαίνεται και στη Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168, ο κανόνας του καθήκοντος αποκάλυψης που συνυφαίνεται με τον μονομερή χαρακτήρα του διατάγματος. Ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις προσωρινών διαταγμάτων που εκδίδονται μονομερώς. Δεν έχει σημασία εάν η απόκρυψη, όπου υπάρχει, είναι εσκεμμένη ή όχι. Σημασία έχει εάν αφορά σε ουσιώδη στοιχεία, τα οποία θα επιδρούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου, εάν εξ αρχής τα είχε ενώπιον του. Πρόκειται για υποχρέωση που υπάρχει από το στάδιο της έκδοσης του διατάγματος και θεωρείται ύψιστης πίστης[3]. Η εξέταση των συγκεκριμένων ζητημάτων επιβάλλεται να γίνεται προκαταρκτικά γιατί, ως εκ της φύσης τους, επηρεάζουν την εγκυρότητα και τη βιωσιμότητα του εκδοθέντος διατάγματος, με ενδεχόμενο να καταστήσουν αχρείαστη τη διερεύνηση της ουσίας. Στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 203 επιχειρείται ο ορισμός του «κατεπείγοντος»: «Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί». Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση. Εκτιμάται ανάλογα και με το είδος των θεραπειών που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η μονομερής ενέργεια μπορεί να μην δικαιολογείται από άποψη χρόνου, δηλαδή να υπάρχει ο χρόνος να ειδοποιηθεί η άλλη πλευρά, όπως και σε αυτή την περίπτωση υπήρχε ο χρόνος να ειδοποιηθεί η Εναγόμενη 3 πριν από την έκδοση του διατάγματος, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά αδύνατη την ειδοποίηση της άλλης πλευράς πριν από την έκδοση του διατάγματος[5]. Σημειώνεται, επίσης, επειδή προβάλλει και σχετικούς ισχυρισμούς η πλευρά της Εναγόμενης 3, ότι ο χρόνος κατά τον οποίον εγείρεται η απαίτηση των Εναγόντων δεν είναι ακριβώς σχετικός με ό,τι εδώ εξετάζεται[6]. Πιο σχετικός είναι ο χρόνος κατά τον οποίον υπάρχει η δυνατότητα επιδίωξης ενδιάμεσης θεραπείας. Η αίτηση των Εναγόντων καταχωρίστηκε την ίδια ημέρα που καταχωρίστηκε και η αγωγή τους. Εάν και γιατί δεν καταχωρίστηκε και αγωγή νωρίτερα, προκειμένου να επιδιωχθεί και ενδιάμεση θεραπεία (λόγου χάριν γιατί οι Ενάγοντες δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα ή για άλλους λόγους, όπως για παράδειγμα η απουσία του Ενάγοντος 1 στο εξωτερικό ή και τα γεγονότα που και η ίδια η Εναγόμενη 3 ισχυρίζεται, ότι η Ενάγουσα 2 είναι ηλικιωμένη και με διάφορα προβλήματα, ώστε και η ίδια η Εναγόμενη 3 να είχε αποφύγει να επιδιώξει έξωσή της), δεν είναι ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί με προοπτική να λειτουργήσει τιμωρητικά για τους Ενάγοντες, εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που δικαιολογούν την ενδιάμεση θεραπεία. Εάν οι περιστάσεις δικαιολογούν ενδιάμεση θεραπεία, είναι ευρύτατη η εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, που το άρθρο 9 του Κεφ. 6 δεν περιορίζει θέτοντας και προϋποθέσεις ανάληψης δικαιοδοσίας. Με την αίτησή τους, οι Ενάγοντες ζήτησαν δέσμευση του ακινήτου που συνιστά το αντικείμενο της αγωγής. Η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, που πρόσθετα συνιστούν και το αντικείμενο της αγωγής, κατά λογική αναγκαιότητα, η οποία διαφαίνεται και μέσα από την Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολ. Έφ. 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014, γίνεται μονομερώς, ικανοποιώντας την «ιδιαίτερη περίσταση» του άρθρου 9 του Κεφ.
- Ειδικότερα, λόγω της φύσης των δεσμευτικών αυτών διαταγμάτων, που ενέχουν το στοιχείο του αιφνιδιασμού του προσώπου που κατέχει το επίδικο αντικείμενο, προκειμένου να επιτευχθεί η παρεμπόδιση διάθεσής του, η προηγούμενη ειδοποίηση του κατέχοντος το αντικείμενο η δέσμευση του οποίου ζητείται αναπόφευκτα δημιουργεί από μόνη της κίνδυνο, που τείνει να θέτει και άνευ ουσίας την επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας. Κίνδυνο που δεν μπορεί να σταθμιστεί εκ των προτέρων με κριτήρια όπως το ποιόν του ανθρώπου στον οποίον απευθύνεται το διάταγμα. Κίνδυνο να παράσχει τον χρόνο και τη διαδικαστική ευκαιρία και δυνατότητα στον Καθ' ου η αίτηση να διαθέσει το επίδικο πράγμα· ειδικότερα εάν η διάθεση αυτή καθιστά και την αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία άνευ αντικειμένου ή σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως και στην παρούσα περίπτωση, και την αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, υπενθυμίζεται ότι οι Ενάγοντες προβάλλουν και ισχυρισμούς περί δόλου. Αν και είναι άγνωστο σε αυτό το στάδιο εάν ευσταθούν ή όχι, δημιουργούν μία συνθήκη, που το Δικαστήριο κρίνει ότι συνιστά ιδιαίτερη συνθήκη, όπου το να αξιώνει ένας ενάγων τίτλο ακινήτου που θεωρεί ότι του αποσπάστηκε με δόλο, και, σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο να ειδοποιεί το πρόσωπο που ο ενάγων θεωρεί δόλιο, ότι ο ενάγων θέλει να δεσμεύσει αυτό το ακίνητο (άρα δημιουργώντας το ενδεχόμενο, εάν το πρόσωπο αυτό είναι όντως δόλιο, να πράξει δόλια), εκτρέπει την ενδιάμεση θεραπεία από την όποια λογική της. Όσον αφορά τον επίσης δικαιοδοτικό όρο της αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, από τα γεγονότα που εισέφερε με τη δική της ένορκη δήλωση η Εναγόμενη 3, δεν αλλάζει ουσιωδώς το βασικό πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξ αρχής κινήθηκε το Δικαστήριο, για να εκδώσει μονομερώς το προσωρινό διάταγμα. Ο λόγος πάντοτε για τη ρηχή επιφάνεια της ουσίας πάνω στην οποία κινείται το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία. Απεναντίας, όσα και η Εναγόμενη 3 αναφέρει στην ένορκη της δήλωση επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της διαφοράς μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων, για το επίδικο ακίνητο που εγγράφθηκε επί της Εναγόμενης 3 αλλά την κατοχή έχουν οι Ενάγοντες ή η Ενάγουσα
- Το πώς και γιατί κατέληξε το ακίνητο στην ιδιοκτησία της Εναγόμενης 3 συνιστά τη διαφορά η οποία ασφαλώς θα εκδικαστεί σε κατάλληλο χρόνο, για να διαφανεί τότε ποια από τις όποιες διαφορετικές εκδοχές θα ισχύει. Και αυτή η παρατήρηση, η οποία έπεται της διαπίστωσης ότι το Δικαστήριο είχε τη δικαιοδοσία να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα μονομερώς με βάση το άρθρο 9 του Κεφ. 6, και δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί δικαιοδοτικοί λόγοι ένστασης της Εναγόμενης 3, μας φέρνει στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Να λεχθεί, όμως, αρχικά πως και το άρθρο 4 του Κεφ. 6, επί του οποίου βασίζεται η αίτηση των Εναγόντων, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει ή να αρνηθεί να εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα για ακίνητη περιουσία, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής[7]. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν εξαιρείται από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, που παρέχει και ευρύτερη εξουσία. Τα διατάγματα που επιζητούνται σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 4 ή και 5 του Κεφ. 6 εκδίδονται επίσης μέσα στο πλαίσιο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960[8] και εφόσον ισχύουν οι προϋποθέσεις του. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 ορίζει το ίδιο τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, για να μπορεί να εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Οι προϋποθέσεις αυτές αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557 μα και σε πολλές άλλες αποφάσεις. Νοουμένου πάντοτε ότι το Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία επί του εναγόμενου, όπως και στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει ο διάδικος που αιτείται την ενδιάμεση θεραπεία να αποδείξει ότι:
- Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[9]·
- υπάρχει καλή βάση αγωγής και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια· 3. εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[11]. Όπως γνωρίζουμε από την C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Έχοντας υπόψη τις προϋποθέσεις αυτές και τις νομολογιακές αρχές που σχετίζονται μαζί τους, αλλά και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεν θα συμφωνήσω με την Εναγόμενη 3 ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης της ενδιάμεσης θεραπείας που αιτήθηκαν οι Ενάγοντες. Με βάση τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2, σε συνάρτηση με τη γενικά οπισθογραφημένη απαίτησή της, προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση· γνωστή και αναλόγως συνηθισμένη στο δίκαιο αιτία αγωγής. Οι Ενάγοντες, όπως προαναφέρθηκε, αξιώνουν την ακύρωση των διαθέσεων του επίδικου ακινήτου, που ισχυρίζονται ότι έγιναν δόλια. Διεκδικούν τον τίτλο του ακινήτου αυτού και αποζημιώσεις. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι αυτή η αγωγή δεν μπορεί να εκδικαστεί, για οποιονδήποτε λόγο. Και δεν μπορεί να αποκλείσει και τις πιθανότητες επιτυχίας της, που από το διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό και απλά στην όψη του, είναι ορατές· δηλαδή, εάν οι Εναγόμενοι δεν υπερασπιστούν την υπόθεσή τους (όπως άλλωστε έχουν δικαίωμα και αναμένεται να πράξουν), η απαίτηση των Εναγόντων θα είναι δυνατόν να προχωρήσει και να απολήξει σε προς όφελός τους απόφαση· δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αποκλείει αυτή την προοπτική εκ προοιμίου. Ασχέτως εάν η Εναγόμενη 3 σκοπεύει ή δεν σκοπεύει να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο, δεν αμφισβητείται ότι είναι αυτό το ακίνητο συνιστά το αντικείμενο της αγωγής των Εναγόντων, και, εάν αποξενωθεί, δεν είναι ότι απλά αποσυνδέεται η Εναγόμενη 3 από την αιτία αγωγής των Εναγόντων, που δεν αποσυνδέεται, αλλά θα είναι δύσκολο για τους Ενάγοντες να προωθήσουν τη θεραπεία που επί του παρόντος αιτούνται, της διεκδίκησης του ακινήτου. Του ακινήτου η σχέση του οποίου με την αγωγή δεν προκύπτει από απώλεια της αξίας του, που μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και να αφορά σε συγκεκριμένο ποσό αποζημίωσης. Αφορά ενεργά στην κυριότητά του, τα στοιχεία της οποίας μοιράζονται αυτή τη στιγμή, οι Ενάγοντες από τη μια, που έχουν τη φυσική κατοχή του, που συνιστά σημαντικό στοιχείο κυριότητας, και η Εναγόμενη 3 από την άλλη, η οποία είναι η εγγεγραμμένη κυρία του ακινήτου. Και στο ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice), που συνυπολογίζεται σε περίπτωση που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 ή του άρθρου 4 του περί Κεφ. 6 αντίστοιχα, θεωρώ ότι το προσωρινό διάταγμα δεν θα επηρέαζε την Εναγόμενη 3 σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να ασκεί οποιεσδήποτε δραστηριότητές της ή που θα άλλαζε άρδην τα δεδομένα της καθημερινότητάς της. Δεν διαφεύγει καθόλου της προσοχής του Δικαστηρίου η πιθανή ανάγκη της Εναγόμενης 3 να διαθέσει το ακίνητο, και πάντως να μην εξαναγκαστεί να διατηρήσει την κυριότητά της σε ένα ακίνητο του οποίου εξάλλου την κατοχή έχουν οι Ενάγοντες, και υπό όλες τις δυσάρεστες για την Εναγόμενη 3 περιστάσεις, που ενδεχομένως, εάν καλόπιστα ενήργησε, να πρέπει να αντιμετωπίσει. Έχω υπόψη μου όλες τις θέσεις της Εναγόμενης 3, την κατάσταση στην οποία βρέθηκε, και κατανοώ. Το Δικαστήριο, όμως, δεν μπορεί να εξετάσει τη μαρτυρία και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς σε βάθος σε αυτό το στάδιο και να προβεί σε διαγνώσεις της υπόθεσης του ενός διαδίκου έναντι της υπόθεσης του άλλου. Ο άξονας γύρω από τον οποίον κινείται είναι η υπόθεση των Εναγόντων, στο πλαίσιο της οποίας γίνεται παρεμπιπτόντως η αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία. Εάν επιθυμεί η Εναγόμενη 3 να διαθέσει ή να επιβαρύνει το επίδικο ακίνητο, παρά την έκδοση τέτοιου απαγορευτικού διατάγματος, δεν θα εμποδιστεί πάντως από το να αποταθεί στο Δικαστήριο αυτό και να ζητήσει ανάλογες διαφοροποιήσεις ή θεραπείες, οπότε και να ελεγχθεί το σύνολο των τότε διαθέσιμων δεδομένων. Με την ελεγχόμενη διατήρηση της όποιας κυριότητας της Εναγόμενης 3 επί του ακινήτου, ως ένα ελάχιστο status quo, ενώ δεν επηρεάζεται τόσο η Εναγόμενη 3, από την άλλη διασφαλίζεται το αντικείμενο της αγωγής των Εναγόντων, ώστε το Δικαστήριο να θεωρεί πιο δίκαιο να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που έχει εκδοθεί. Λαμβάνοντας υπόψη τους νόμους και τις νομολογιακές αρχές που έχουν αναφερθεί και εφαρμόζοντάς τα επί των γεγονότων, ως αυτά έχουν εκτεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και στον βαθμό που δεν αμφισβητήθηκαν, και θεωρώντας πως τούτο θα ήταν και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 08.09.2020 καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα της αίτησης, ακολουθώντας τον συνήθη κανόνα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών και εναντίον της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557· Staνros Hotels Aprts Ltd κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφ. 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολ. Έφ. 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [4] Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολ. Έφ. 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γεώργιος Χριστοδούλου ν. Αntonious M.F.M. Vraets
(1999)1 A.A.Δ.
- [7] Palestine Plantations Company Ltd. v. Olivier and Co. Ltd., 16 C.L.R.
- [8] Παπαστράτης v. Πετρίδη
(1979)1 Α.Α.Δ. 231. [9]American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. [10]Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [11]Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο