← Κύπρος

Αναφορικά με την εταιρεία S.I.C. STUDENT INVESTMENT COMPANY LIMITED, Αίτηση: 119/2020, 11/12/2020

Αναφορικά με την εταιρεία S.I.C. STUDENT INVESTMENT COMPANY LIMITED, Αίτηση: 119/2020, 11/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A197 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αίτηση: 119/2020 Αναφορικά με την εταιρεία S.I.C. STUDENT INVESTMENT COMPANY LIMITED και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Ημερομηνία: 11.12.2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: ΑΡΕΤΗ ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για τον Έφορο Εταιρειών: Καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό αναφορά αίτησή της, η Αιτήτρια, S.I.C. Student Investment Company Limited (προηγούμενα Encanda Holdings Ltd) («η Αιτήτρια» και «η εταιρεία»), ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει την «εκ παραδρομής» καταχώριση στον Έφορο Εταιρειών του Καταστατικού εγγράφου της ημερομηνίας 15.12.2017, όπως επίσης και του τροποποιημένου Καταστατικού εγγράφου της ημερομηνίας 31.01.2019. Ζητά επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εκ νέου καταχώριση του Καταστατικού εγγράφου της, με ισχύ από 29.12.2017 (αναδρομικά), ημερομηνία κατά την οποία εγγράφθηκε η εταιρεία. Η νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 51 §§ 1, 2, 3 και 111 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, οι Κανονισμοί 3, 6(b)(
  2. t)και 8 των περί Εταιρειών Κανονισμών, οι Δ.48,κ.2 και Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, και οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧ, εκ των διευθυντών της εταιρείας, η οποία προσκομίζει και έγγραφη μαρτυρία. Όπως φαίνεται από την όλη μαρτυρία, η εταιρεία συστάθηκε την 29.12.2017 (αρ. εγγραφής ΗΕ 378082) με την επωνυμία Encanda Holdings Ltd ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, με ευρύτητα σκοπών, όπως του να διεξάγει εργασίες ιθύνουσας εταιρείας και εταιρείας επενδύσεων με δικά της κεφάλαια και γι' αυτό τον σκοπό να αποκτά και να κατέχει είτε στο όνομα της εταιρεία είτε στο όνομα εντολοδόχου μετοχές, μετοχικό κεφάλαιο, ομολογίες, ομολογιακό απόθεμα, ομόλογα, γραμμάτια, έγγραφα αναγνώρισης χρεών και χρεόγραφα, κ.λπ.., να διεξάγει εμπορικές επιχειρήσεις, εργασίες ή επιχειρήσεις γενικού εμπορίου, εισαγωγών, εξαγωγών, και συμβουλευτικές επιχειρήσεις, και άλλους σκοπούς. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας είναι 2.293 Αγγλικές Στερλίνες («GBP»), διαιρεμένο σε 1,000 μετοχές Α τάξης από 1,00 GBP η κάθε μία, 293 μετοχές Β τάξης από 1.00 GBP η κάθε μία και σε 1.000 μετοχές Γ τάξης από 1.00 GBP η κάθε μία. Στο Ιδρυτικό έγγραφο, επιφυλάχθηκε η εξουσία έκδοσης οποιωνδήποτε μετοχών κεφαλαίου είτε αρχικού είτε αυξημένου με οποιαδήποτε ή κάτω από την επιφύλαξη οποιωνδήποτε προνομιακών, ειδικών ή περιορισμένων δικαιωμάτων ή όρων σε σχέση με τα μερίσματα, την αποπληρωμή κεφαλαίου, το δικαίωμα ψήφου και άλλως πώς. Κατά την ίδρυση της εταιρείας, η ΧΧΧΧ από τη Ρωσία έλαβε τις 1,000 μετοχές Α τάξης. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του αρχικού Καταστατικού της εταιρείας, οι μετοχές Α τάξης φέρουν όλα τα δικαιώματα ψήφου (voting) και διαχείρισης (management) της εταιρείας, οι μετοχές Β τάξης φέρουν το δικαίωμα σταθερού ετήσιου μερίσματος που ανέχεται σε 1.000 GBP ανά μετοχή πληρωτέο κατά προτεραιότητα οποιωνδήποτε άλλων μερισμάτων, και οι μετοχές Γ τάξης φέρουν δικαίωμα σε μερίσματα ή οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα ήθελαν αποφασιστούν άνευ επηρεασμού των δικαιωμάτων των μετόχων μετοχών Β τάξης. Τα επόμενα άρθρα του Καταστατικού διέπουν τον τρόπο με τον οποίον η εταιρεία διαχειρίζεται τις μετοχές. Η εταιρεία, την 13.03.2018, μετονομάστηκε σε S.I.C. Student Investment Company Limited. Η έδρα της είναι στη Λεμεσό. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό αξιωματούχων της, ημερομηνίας 02.05.2019, διευθυντές της εταιρείας είναι η κυρία ΧΧΧΧ και ο κύριος ΧΧΧΧ και γραμματέας της εταιρείας η εταιρεία First Link Management Services Ltd. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό μετόχων της εταιρείας ημερομηνίας 21.03.2019, η εταιρεία Vocia Enterprises Limited κατέχει τις 293 μετοχές Β τάξης και ο κύριος ΧΧΧΧ τις 1.000 μετοχές Α τάξης. Με Ειδικό Ψήφισμα ημερομηνίας 31.01.2019 αποφασίστηκε η τροποποίηση του Καταστατικού της εταιρείας δια της αντικατάστασής του με νέο Καταστατικό, που επισυνάπτονταν στο εν λόγω Ειδικό Ψήφισμα. Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του τροποποιημένου Καταστατικού, οι μετοχές Α τάξης εξακολουθούν μεν να φέρουν όλα τα δικαιώματα ψήφου (voting) και διαχείρισης (management) της εταιρίας, αλλά φέρουν και δικαίωμα σε μερίσματα όπως η εταιρεία ήθελε αποφασίσει, και νοουμένου ότι δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των μετόχων μετοχών Β τάξης. Δεν υπήρξε αλλαγή στις μετοχές Β τάξης και στις μετοχές Γ τάξης. Με Ειδικό Ψήφισμα ημερομηνίας 05.03.2020 αποφασίστηκε η ακύρωση του αρχικού και του τροποποιημένου Καταστατικού και η καταχώριση του συνημμένου στο Ειδικό Ψήφισμα Καταστατικού, με ημερομηνία ισχύος την 29.12.2017 που εγγράφθηκε η εταιρεία. Στο άρθρο 5 του νέου Καταστατικού η τροποποίηση που θα επέλθει είναι ότι οι μετοχές Β τάξης θα φέρουν δικαίωμα μερίσματος 1.000,00 GBP ανά μετοχή πληρωτέο κατά προτεραιότητα οποιωνδήποτε άλλων μερισμάτων η εταιρεία ήθελε αποφασίσει, αλλά δεν έχουν δικαίωμα σταθερού ετήσιου μερίσματος 1.000,00 GBP ανά μετοχή. Το Δικαστήριο κάλεσε τους συνήγορους της Αιτήτριας να αγορεύσουν προς υποστήριξη της δυνατότητας του Δικαστηρίου να εκδώσει τα διατάγματα της φύσης που ζητούν, και ειδικότερα με την απόδοση αναδρομικής ισχύος. Η ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας κατέθεσαν για τον σκοπό αυτό γραπτή αγόρευση, με την οποίαν υποστηρίζουν αυτή τη δυνατότητα βάσει του νόμου και της νομολογίας, στα οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Έχω υπόψη μου ό,τι επιμελώς εκτέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Προφανώς το άρθρο 12 του Κεφ. 113 προβλέπει πως, τηρουμένων και των λοιπών διατάξεων του Νόμου και του Ιδρυτικού, η εταιρεία μπορεί να τροποποιεί το Καταστατικό της με Ειδικό Ψήφισμα, ήτοι να «αλλάσσει ή προσθέτει στο Καταστατικό της» και οποιαδήποτε τέτοια αλλαγή ή προσθήκη στο Καταστατικό που γίνεται με αυτό τον τρόπο είναι έγκυρη, σαν να υπήρχε από την αρχή. Η Αιτήτρια βεβαίως αποτείνεται στο Δικαστήριο με αυτή την αίτησή της, και δεν αρκείται σε κάποιο Ειδικό Ψήφισμα ούτε στη νομοθετική δυνατότητα. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 12 του Κεφ. 113 προβλέπει για τη δυνατότητα αλλαγών και προσθηκών στο Καταστατικό με Ειδικό Ψήφισμα, αλλά όχι για ακύρωση της καταχώρισης του Καταστατικού. Το ένα ζήτημα είναι, όπως ορθά προσδιορίζει και η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας, σε ποια έκταση μπορεί να τροποποιηθεί το Καταστατικό. Το Δικαστήριο κατ' αρχήν δεν μπαίνει στη διαδικασία να αξιολογεί εάν μία τροποποίηση είναι καλόπιστη ή προς το συμφέρον της εταιρείας, ζήτημα που εναπόκειται στην ίδια την εταιρεία να αποφανθεί, ωστόσο μία τροποποίηση που εξόφθαλμα, στην αντίληψη του μέσου παρατηρητή, δεν είναι προς συμφέρον της εταιρείας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή και από ένα Δικαστήριο, όταν πρέπει να αποφανθεί σχετικά[1]. Αν και είναι γενικά προς το συμφέρον μίας εταιρείας η αλλαγή με σκοπό την αποσαφήνιση των δικαιωμάτων των διαφόρων τάξεων μετοχών[2], η αποσαφήνιση δεν σημαίνει αφαίρεση ή αρνητικό επηρεασμό μετοχικών δικαιωμάτων. Υπάρχει όντως η παλαιά Allen v. Gold Reefs of West Africa Ltd [1900] 1 Ch 656, που επικαλείται και η Αιτήτρια, από την περίληψη και μόνον της οποίας μπορεί να συνάγεται ότι η τροποποίηση μπορεί και να επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα ενός μέλους ή τη σχέση του με την εταιρεία, και αναδρομικά· με τη λογική ότι οι μετοχές αποκτήθηκαν με δεδομένη τη νομοθετική δυνατότητα τροποποίησης του Καταστατικού. Σε κάποια παρερμηνεία της έννοιας της αναδρομικότητας μπορεί να παρασύρει και η εγκυκλοπαιδική αναφορά του Halsbury's Laws of England "The alteration may affect the rights of a member as between himself and the company by retrospective operation, since the shares are held subject to the statutory power of altering the articles", που παραπέμπει στην Allen (ανωτέρω). Η Allen (ανωτέρω), όμως, με όλο τον σεβασμό, δεν συνιστά αυθεντία ως προς το ζήτημα της αναδρομικότητας (retrospectivity) με τον τρόπο που επιχειρεί η Αιτήτρια να πείσει το Δικαστήριο. Δεν λέει η Allen (ανωτέρω) ότι το Καταστατικό μίας εταιρείας, που ως γνωστόν αποτελεί μία σύμβαση μεταξύ της εταιρείας και των μελών της, μπορεί να τροποποιηθεί κατά τρόπο ή με σκοπό να επηρεάσει παλαιότερες συναλλαγές των συμβαλλομένων. Η έννοια της αναδρομικότητας (retrospectivity) στην Allen (ανωτέρω) είναι ότι οι τροποποιήσεις στο Καταστατικό μιας εταιρείας ισχύουν από τη στιγμή που λαμβάνουν χώρα και για το μέλλον, για όλα τα μέλη της εταιρείας, και όχι μόνον γι' αυτούς που θα καταστούν μέλη της υπό την ισχύ του νέου Καταστατικού· άρα ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ορισμένα μέλη, όταν κατέστησαν μέλη, ίσχυαν άλλες πρόνοιες. Με αυτή την προσέγγιση, με αυτή την έννοια της αναδρομικότητας, είναι οι πλείστες των τροποποιήσεων του Καταστατικού μιας εταιρείας που έχουν εγγενώς αναδρομική ισχύ. Πιο χρήσιμα η Allen (ανωτέρω) συνιστά αυθεντία ως προς τον περιορισμό ότι οι τροποποιήσεις που γίνονται στο Καταστατικό θα πρέπει να είναι καλόπιστες και προς το συμφέρον της εταιρείας ως σύνολο, και οι τροποποιήσεις που εκφράζουν καταπίεση δεν μπορούν να συνιστούν τροποποιήσεις που γίνονται καλόπιστα. Και από τη M'Arthur (W & A) Ltd v. Gulf Line Ltd

(1909)46 SLR 497 προκύπτει ότι δικαιώματα που υπήρχαν κατά τον χρόνο απόκτησης των μετοχών δεν μπορούν να επηρεαστούν από τροποποιήσεις του Καταστατικού. Αυτού του είδους την αναδρομικότητα εξάλλου αποτρέπει και το ίδιο το άρθρο 23 του Κεφ. 113, ορίζοντας ότι, ανεξάρτητα από οτιδήποτε που περιλαμβάνεται στο Ιδρυτικό έγγραφο ή Καταστατικό εταιρείας, κανένα μέλος της εταιρείας δεν δεσμεύεται από αλλαγές που γίνονται στο Ιδρυτικό έγγραφο ή το Καταστατικό μετά την ημερομηνία που έγινε μέλος, αν και στην έκταση που η αλλαγή απαιτεί από αυτό να πάρει ή να εγγραφεί για περισσότερες μετοχές από όσες κατείχε την ημερομηνία που έγινε η αλλαγή, ή με οποιοδήποτε τρόπο αυξάνει την ευθύνη του από την ημερομηνία εκείνη να συνεισφέρει στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ή να καταβάλει χρήματα με άλλο τρόπο στην εταιρεία. Επειδή, ακριβώς, η σχέση των μελών της εταιρεία με την εταιρεία είναι συμβατική, και αυτή αποτυπώνεται στο Καταστατικό, αυτός ο κανόνας δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που το ίδιο το μέλος συμφωνεί γραπτώς είτε προ ή μετά από την αλλαγή να δεσμεύεται από μια τέτοια βλαπτική για το ίδιο αλλαγή. Από ικανό αριθμό δικαστικών αποφάσεων στην Αγγλική νομολογία προκύπτουν περαιτέρω περιορισμοί ως προς την έκταση της τροποποίησης του Καταστατικού μιας εταιρείας, που όμως δεν είναι επί του παρόντος, εφόσον δεν είναι τέτοιο ζήτημα που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενώ, λοιπόν, η Αιτήτρια αναμφίβολα μπορεί να τροποποιήσει το Καταστατικό της με Ειδικό Ψήφισμα, και οι τροποποιήσεις που θα επιφέρει να έχουν αναδρομική ισχύ, με την προαναφερόμενη έννοια, αποτείνεται στο Δικαστήριο αυτό. Είναι κατανοητό ότι ο Έφορος Εταιρειών αρνήθηκε να προβεί στην καταχώριση του Ειδικού Ψηφίσματος και αναζήτησε διάταγμα του Δικαστηρίου γιατί ό,τι αποφάσισε η Αιτήτρια δια του Ειδικού Ψηφίσματός της την 05.03.2020 ξεφεύγει και από το πλαίσιο του άρθρου 12 του Κεφ.
  1. Εφόσον αποφασίζει την ακύρωση καταχώρισης στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών του αρχικού Καταστατικού της, επικαλούμενη «παραδρομή». Η παρέμβαση αυτή στο μητρώο παραπέμπει όντως στο άρθρο 111 του Κεφ. 113, επί του οποίου εδράζει την αίτησή της η Αιτήτρια, δια του οποίου, όμως, το Δικαστήριο έχει απλά την εξουσία να διορθώνει το μητρώο με συγκεκριμένο τρόπο και για συγκεκριμένους λόγους· όχι να επιφέρει ουσιαστικά ακύρωση και εξαφάνιση του αρχικού Καταστατικού της εταιρείας από το μητρώο, για να καταχωρηθεί άλλο, ως αυτό να υπήρχε εξ αρχής, για να επανορθώσει ελαττώματα «βούλησης», όπως το παρουσιάζει η Αιτήτρια. Ειδικότερα, με βάση το άρθρο 111 του Κεφ. 113, εάν χωρίς ικανοποιητικό λόγο, το όνομα οποιουδήποτε προσώπου καταχωρείται ή παραλείπεται από το μητρώο μελών της ή γίνεται παράλειψη ή άσκοπη καθυστέρηση της καταχώρησης στο μητρώο του γεγονότος ότι οποιοδήποτε πρόσωπο έπαυσε να είναι μέλος, το πρόσωπο που είναι δυσαρεστημένο, ή οποιοδήποτε μέλος της εταιρείας, ή η εταιρεία, δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για διόρθωση του μητρώου. Όταν υποβάλλεται αίτηση με βάση το άρθρο 111 του Κεφ. 113, το Δικαστήριο δύναται είτε να απορρίψει την αίτηση ή δύναται να διατάξει διόρθωση του μητρώου και πληρωμή αποζημίωσης από την εταιρεία οποιωνδήποτε ζημιών που υπέστηκε το δυσαρεστημένο μέρος. Μετά από αίτηση με βάση το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο δύναται να αποφασίζει οποιοδήποτε θέμα σχετικά με το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου που είναι μέρος στην αίτηση αυτή όπως το όνομα του καταχωρείται ή παραλείπεται από το μητρώο, είτε το θέμα προέκυψε μεταξύ μελών ή φερομένων μελών, ή μεταξύ μελών ή φερομένων μελών από τη μια και της εταιρείας από την άλλη, και γενικά δύναται να αποφασίζει για κάθε ζήτημα που είναι αναγκαίο ή σκόπιμο να αποφασιστεί για τη διόρθωση του μητρώου. Η αίτηση της Αιτήτριας προφανώς δεν είναι αίτηση για να αποδοθεί θεραπεία από το Δικαστήριο με βάση το άρθρο 111 του Κεφ.
  2. Και η θεραπεία με βάση το άρθρο 111 του Κεφ. 113 δεν είναι συναφής με τα δεδομένα της υπόθεσης αυτής. Όπως συναφής δεν είναι και η πρόνοια του άρθρου 51 του Κεφ. 113, όπου επίσης εδράζει την αίτησή της η Αιτήτρια. Το δεύτερο, επομένως, ζήτημα που έθεσε το Δικαστήριο και επί του οποίου κάλεσε τη συνήγορο της Αιτήτριας να τοποθετηθεί, είναι το τι ζητά από το Δικαστήριο αυτό, και με ποια νομική βάση. Στην αγόρευσή της η συνήγορος της Αιτήτριας αναφέρει τελικά ότι δεν υπάρχει πρόνοια στον νόμο που να δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να τροποποιεί το Καταστατικό μιας εταιρείας και δη αναδρομικά, και επικαλείται εν τέλει τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου, παραθέτοντας εκτενώς εγχώρια νομολογία που εξηγεί τα περί της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει οποιαδήποτε εξουσία να παρεμβαίνει στα interna corporis των εταιρειών, περιλαμβανομένης της Αιτήτριας, και να επιχειρεί μαζί τους (εξ ου και οι τροποποιήσεις του Καταστατικού γίνονται δια Ειδικών Ψηφισμάτων), ούτε ο εσωτερικός τρόπος λειτουργίας της Αιτήτριας, όπως εντυπώνεται ή διαμορφώνεται δια του Καταστατικού της, συνιστά πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης μέσα στο οποίο ένα οποιοδήποτε Δικαστήριο να μπορεί και να πρέπει να λειτουργεί (και) ως Δικαστήριο δικαίου. Τουλάχιστον η Αιτήτρια δεν επικαλείται κάποια διαφωνία με την κάτοχο των μετοχών Β τάξης ως προς το να επέλθει κάποια τροποποίηση δια Ειδικού Ψηφίσματος και η ίδια παρουσιάζει το ζήτημα ως σύνηθες ζήτημα, το οποίο απλά συνάντησε την άρνηση του Εφόρου Εταιρειών να ακολουθήσει· άρνηση, όμως, που φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με τον τρόπο διατύπωσης των αποφάσεων της Αιτήτριας, που ουσιαστικά δεν ήταν για τροποποίηση του Καταστατικού της, αλλά για παρέμβαση στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και αναμόρφωσή του σε σχέση με την ύπαρξη και το περιεχόμενο του Καταστατικού της. Τέτοια παρέμβαση δεν επιτρέπεται δια των άρθρων 111 και 113 του Κεφ.
  3. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση της Αιτήτριας δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.)............... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Shuttleworth v. Cox Bros & Co (Maidenhead) Ltd [1927] 2 KB 9, CA που απέκλινε από τη Dafen Tinplate Co v. Llanelly Steel Co
(1907)Ltd [1920] 2 Ch
  1. Βλ. και Citco Banking NV v. Pusser's Ltd [2007] UKPC
  2. [2] Caledonian Insurance Co v. Scottish-American Investment Co Ltd 1951 SLT 23· Edinburgh Railway Access and Property Co v. Scottish Metropolitan Assurance Co 1932 SC
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.