← Κύπρος

Α.Α. IRON GALLERY LIMITED ν. TOKAS & FILIPPOU CONTRACTORS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2720/2020, 21/12/2020

Α.Α. IRON GALLERY LIMITED ν. TOKAS & FILIPPOU CONTRACTORS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2720/2020, 21/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2720/2020 Μεταξύ: Α.Α. IRON GALLERY LIMITED Ενάγουσας και

  1. TOKAS & FILIPPOU CONTRACTORS LIMITED
  2. XXXX ΤΟΚΑΣ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 25.11.2020 Ημερομηνία: 21.12.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κύριος Π. Παυλίδης για KARAPATAKIS PAVLIDES LLC Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: κυρία Σ. Τόκα για ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΟΚΑΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Όπως αναφέρονται τα ουσιωδέστερα εκ των γεγονότων και στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.12.2020, με την αγωγή της, βάσει της οποίας εκδόθηκε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, η Ενάγουσα αξιώνει ποσό 32.802,00 Ευρώ για εργασίες που ισχυρίζεται ότι εκτέλεσε και παρέδωσε στην Εναγόμενη 1, διευθυντής της οποίας είναι ο Εναγόμενος
  3. Στον Εναγόμενο 2 καταλογίζει δόλιες προσπάθειες αποξένωσης εταιρικής περιουσίας, προς βλάβη της Ενάγουσας, και αξιώνει αποζημιώσεις. Στο πλαίσιο της αγωγής της, καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζήτησε την έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος που να διατάσσει τη δέσμευση ποσού τουλάχιστον 35.000,00 Ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 1 στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ με αριθμό XXXX, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Στη νομική βάση της αίτησης περιέχεται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  4. Την αίτηση υποστηρίζει με ένορκη του δήλωση ο κύριος XXXX, υπάλληλος της Ενάγουσας, ο οποίος εξηγεί ότι η Ενάγουσα, περί το 2018, εκτέλεσε προς όφελος της Εναγόμενης 1, κατόπιν προσφοράς της που είχε γίνει αποδεκτή, κατασκευαστικές εργασίες που περιγράφονται στο Τεκμήριο 1, τις οποίες παρέδωσε στην Εναγόμενη
  5. Κατά την παράδοσή τους, εκκρεμούσε η πληρωμή του ποσού των 37.802,00 Ευρώ για την εξόφλησή τους, ποσό που η Εναγόμενη 1 καθυστερούσε να πληρώσει, μέχρι που πρόβαλε ότι ήθελε να αποκόψει μέρος από την οφειλή, λόγω καθυστέρησης στην παράδοση των εργασιών ή για άλλους λόγους που σχετίζονται με την εκτέλεση των εργασιών ή και την ποιότητά τους. Η Εναγόμενη 1 κατέβαλε έναντι το ποσό των 5.000,00 Ευρώ και η πρόθεσή της ήταν, με την καταβολή και του επιπλέον ποσού των 15.000,00 Ευρώ σε μεταγενέστερη ημερομηνία, να διευθετηθεί η όποια οικονομική διαφορά της με την Ενάγουσα, εξ ου και της ζήτησε να υπογράψει σχετική συμφωνία. Η Ενάγουσα αρνήθηκε να υπογράψει τέτοια συμφωνία, με αποτέλεσμα, να εκκρεμεί, κατά την Ενάγουσα, η πληρωμή του ποσού των 32.802,00 Ευρώ, που η Ενάγουσα θεωρεί ότι της οφείλεται από την Εναγόμενη
  6. Όταν η Ενάγουσα πληροφορήθηκε από τον κύριο XXXX, μέτοχο μειοψηφίας της Εναγόμενης 1, ότι ο ίδιος βρίσκονταν σε διαδικασία αποχώρησης από την Εναγόμενη 1 και ότι η Εναγόμενη 1 είχε οικονομικές διαφορές μαζί του και οικονομικά προβλήματα, όπως και ότι η Εναγόμενη 1 είχε σταματήσει να αναλαμβάνει νέα έργα και απλά και μόνον εισέπραττε οφειλόμενα, αλλά και όφειλε σε τρίτους, και ότι υπήρχε το ορατό ενδεχόμενο να οδηγηθεί σε εκκαθάριση, και ο Εναγόμενος 2, διευθυντής της, προσπαθούσε να αποξενώσει εταιρική περιουσία (σκαλωσιές, μηχανήματα, εργαλεία και όχημα), θορυβήθηκε ότι υπάρχει ο κίνδυνος να μείνει ανικανοποίητο το χρέος. Εξέλαβε ότι εκβιάζεται να αποδεχθεί ένα πολύ χαμηλότερο ποσό από αυτό που η ίδια θεωρεί πως δικαιούται να λαμβάνει ως αμοιβή. Ο κύριος XXXX επιβεβαίωσε στον κύριο XXXX τις ανησυχίες του, ενημερώνοντάς τον ότι ήδη αποξενώθηκε εξοπλισμός, και το μοναδικό εταιρικό όχημα, αναφέροντάς του και τον αγοραστή του οχήματος. Ο κύριος XXXX ενημέρωσε, επίσης, τον ενόρκως δηλούντα, ότι πιθανόν ο Εναγόμενος 2 να σχεδίαζε τη σύσταση νέας εταιρείας, για να αναλαμβάνει δια εκείνης πλέον τυχόν μελλοντικές εργολαβίες. Ως αποτέλεσμα των ανησυχιών αυτών της Ενάγουσας, η Ενάγουσα επίσπευσε τις προσπάθειές της να επιλυθεί η διαφορά της με την Εναγόμενη 1, καταχωρίζοντας την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, και με την υπό εξέταση αίτησή της, ζητώντας την ενδιάμεση θεραπεία. Θεωρεί ότι η δέσμευση του τραπεζικού λογαριασμού της Εναγόμενης 1 ως το ποσό των 35.000,00 Ευρώ είναι ο μοναδικός τρόπος να εξασφαλίσει το λαβείν της, εάν επιτύχει δικαστική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 1, τον έλεγχο της οποίας έχει ο Εναγόμενος 2, και ότι γι' αυτό πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Την 27.11.2020, που ήταν ορισμένη η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το προσωρινό διάταγμα για τη δέσμευση του τραπεζικού λογαριασμού, υπό τον όρο ότι η Ενάγουσα θα υπέγραφε εγγύηση ύψους 20.000,00 Ευρώ, ορίζοντάς το ως επιστρεπτέο την 10.12.2020 ώρα 8:30 π.μ.. Την 09.12.2020, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 25.11.2020 και στη διατήρηση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 27.11.2020, με σχετική δικονομική βάση, προβάλλοντας συνολικά 14 λόγους για τους οποίους, κατά τη θέση τους, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το προσωρινό διάταγμα να ακυρωθεί. Αυτοί οι λόγοι συνοψίζονται στο ότι δεν υφίστατο το κατεπείγον ή ειδική περίσταση για να είχε εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς και υπήρξε και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, ενώ δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, η δε αίτηση έγινε καταχρηστικά, για να πληγεί η λειτουργία της Εναγόμενης 1 και να προκληθεί ζημιά στον Εναγόμενο
  7. Περαιτέρω, είναι η θέση των Εναγόμενων, ότι η εγγύηση ύψους 20.000,00 Ευρώ είναι ανεπαρκής. Ο Εναγόμενος 2, που υποστηρίζει με ένορκη δήλωσή του την ένσταση των Εναγόμενων, αναφέρει ότι ο ίδιος δεν είχε συμβληθεί οποτεδήποτε υπό τη ατομική του ιδιότητα με την Ενάγουσα και θεωρεί ότι η Ενάγουσα δεν έχει εναντίον του οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. Δεν αμφισβητεί ότι η Ενάγουσα εκτέλεσε εργασίες προς όφελος της Εναγόμενης 1, αλλά αμφισβητεί το κύρος της έγγραφης συμφωνίας που η Ενάγουσα προσκομίζει. Όσον αφορά τις εργασίες που εκτέλεσε η Ενάγουσα, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παραδόθηκαν δεόντως ή ολοκληρωμένες, ενώ παραδόθηκαν καθυστερημένα και με κακοτεχνίες, που οδήγησαν την Εναγόμενη 1 στην ανάγκη να πρέπει να αποταθεί αλλού για ολοκλήρωση του έργου. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι υπήρξε οικονομική διαφορά, ως συνέπεια της από μέρους της Ενάγουσας εκτέλεση εργασιών, για την οποία έγιναν προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης. Οι Εναγόμενοι δήλωσαν πρόθυμοι να καταβάλουν ποσό 20.000,00 Ευρώ στην Ενάγουσα και, ως ένδειξη καλής θέλησης, είχαν πληρώσει ήδη έναντι ποσό 5.000,00 Ευρώ, ωστόσο, όντως, η Ενάγουσα δεν είχε δεχθεί να υπογράψει συμφωνία εξώδικης διευθέτησης, οπότε η διαφορά τους απασχόλησε αλληλογραφία των δικηγόρων τους. Θεωρεί, ο κύριος XXXX, ο οποίος δεν αρνείται την ύπαρξη διαφορών του με τον μέτοχο μειοψηφίας, ότι την Ενάγουσα παρακίνησε να καταχωρίσει αγωγή ο μετοχικός του αντίπαλος, για να εξυπηρετηθούν αλλότρια κίνητρα, ότι υπάρχει σκευωρία μεταξύ του μετόχου μειοψηφίας και της Ενάγουσας. Όσον αφορά αυτά που η Ενάγουσα παρουσιάζει ως κινδύνους, ο κύριος XXXX τα θεωρεί ψεύδη, αναφέροντας, θετικά, ότι η Εναγόμενη 1, ως εργοληπτική εταιρεία Τάξης Δ', υποχρεούνται να κατέχει εξοπλισμό και κινητή περιουσία τουλάχιστον 27.000,00 Ευρώ, και επισυνάπτει προς αυτό τις ετήσιες άδειες μέχρι και το
  8. Όχι μόνον δεν προτίθεται να αποξενώσει περιουσία, αλλά προτίθεται να αναβαθμιστεί στην Τάξη Γ', εφόσον, όμως, επιλυθεί και η διαφορά των δύο μετόχων. Ο κύριος XXXX δεν αρνείται την πώληση του οχήματος της εταιρείας, ωστόσο την δικαιολογεί με τον ισχυρισμό ότι το όχημα ήταν πέραν του βασικού εξοπλισμού και είχε αγοραστεί αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του κύριου XXXX, η δε τιμή αγοράς του δεν είναι αυτή που λέει ο κύριος XXXX. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ουδεμία κίνηση έγινε για διάλυση της Εναγόμενης 1, και γι' αυτό ακριβώς η δέσμευση του μοναδικού τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας παραλύει τις εργασίες της, εφόσον από εκείνον τον λογαριασμό φεύγουν χρήματα για την πληρωμή υποχρεώσεων, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων προς το Κράτος. Κατ' επανάληψη, ο ενόρκως δηλών, προβάλλει ως επιχείρημα την αργοπορία της Ενάγουσας να διεκδικήσει οτιδήποτε και την ενεργοποίησή της όταν τυχαία βρέθηκε ο κύριος XXXX με τον κύριο XXXX, συγκυρία που ενισχύει τις υποψίες του για σκευωρία και εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών. Χαρακτηριστικά είναι όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 27(β) της ένορκης δήλωσής του, ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει άλλα χρήματα να πληρώσει τις υποχρεώσεις της, υπεργολάβους βιοπαλαιστές, εκτός από αυτά που έχει στον τραπεζικό λογαριασμό που δεσμεύτηκε, ενώ, κατά τη θέση του, η Ενάγουσα καθόλου δεν θα επηρεαστεί, εφόσον είχε ξεχάσει επί μακρόν την απαίτησή της. Θεωρεί ότι η Ενάγουσα δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής της, είτε εναντίον της Εναγόμενης 1 είτε εναντίον του Εναγόμενου 2, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τέτοιας φύσης, και ότι εξαπατήθηκε το Δικαστήριο, μάλιστα καταλογίζοντας και πειθαρχικά επιλήψιμη συμπεριφορά στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Την 10.12.2020, που ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου η αίτηση και το προσωρινό διάταγμα, οι Εναγόμενοι, έχοντας ήδη καταχωρίσει την ένστασή τους, ζήτησαν να οριστεί σε σύντομη ημερομηνία για Ακρόαση. Το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για Ακρόαση την 16.12.
  9. Αίτημα της Ενάγουσας, ημερομηνίας 15.12.2020, να συμπληρώσει την ένορκη δήλωση του κύριου XXXX με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.12.
  10. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Ουδείς αντεξετάστηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών έχουν καταχωρίσει γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Έχω υπόψη μου ό,τι επιμελώς τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου με την αίτηση, την ένσταση, και τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Με δεδομένο ότι το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση των Εναγόμενων, θα πρέπει να διαπιστωθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να προχωρήσει με την ουσία της αίτησης. Αυτό επιτάσσει το άρθρο 9 § 1 του Κεφ.
  11. Το κατεπείγον ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση, όπως προκύπτει και από το κείμενο του άρθρου 9 § 1 του Κεφ. 6, συνιστά δικαιοδοτικό όρο, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα φυσικής δικαιοσύνης ότι και τα δύο μέρη θα πρέπει να ακούγονται[1]. Η απουσία του κατεπείγοντος ή άλλης ιδιαίτερης περίστασης στερεί από το Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και αν έχει ήδη εκδοθεί και διαφανεί εκ των υστέρων ότι τα δεδομένα που το στήριξαν δεν είχαν παρουσιαστεί ορθά, θα πρέπει να το ακυρώσει[2]· αυτό συνιστά και «εύλογη αιτία» κατά το άρθρο 32 § 2 του Νόμου 14/
  12. Η επανεξέταση του κατεπείγοντος γίνεται με συνεκτίμηση των στοιχείων που παραθέτει και η πλευρά που πλέον καλείται και ακούγεται. Μπορεί να γίνει είτε αυτόνομα είτε στο πλαίσιο εξέτασης του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης. Συναφώς, η υποχρέωση του διαδίκου που κινείται μονομερώς και απασχολεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου υπό συνθήκες κατεπείγοντος ή κατ' επίκληση ιδιαίτερης περίστασης είναι να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά γεγονότα, ακόμα και αυτά που είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, εάν μπορούν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Πρόκειται για υποχρέωση που υπάρχει από το στάδιο της έκδοσης του διατάγματος και θεωρείται ύψιστης πίστης[3]. Η εξέταση των συγκεκριμένων ζητημάτων επιβάλλεται να γίνεται προκαταρκτικά γιατί, ως εκ της φύσης τους, επηρεάζουν την εγκυρότητα και τη βιωσιμότητα του εκδοθέντος διατάγματος, με ενδεχόμενο να καταστήσουν αχρείαστη τη διερεύνηση της ουσίας. Στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd

(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 203 επιχειρείται ο ορισμός του «κατεπείγοντος»: Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση. Εκτιμάται ανάλογα και με το είδος των θεραπειών που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η μονομερής ενέργεια μπορεί να μην δικαιολογείται από άποψη χρόνου, δηλαδή να υπάρχει ο χρόνος να ειδοποιηθεί η άλλη πλευρά, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά αδύνατη την ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5]. Η Ενάγουσα επιχείρησε να δεσμεύσει συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας της Εναγόμενης 1 που διαχειρίζεται ο Εναγόμενος 2, διευθυντής της εταιρείας, για να διασφαλίσει το λαβείν της σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της εναντίον της Εναγόμενης 1. Ειδικότερα, επιδίωξε και εξασφάλισε διάταγμα τύπου Mareva[6]. Κύρια επιδίωξη του διατάγματος αυτού είναι η παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του εναγόμενου, για τη διασφάλιση της ικανοποίησης ή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης η οποία ενδέχεται να εκδοθεί ή εκδόθηκε υπέρ του ενάγοντος, που άλλως πώς διαφαίνεται ότι, χωρίς τέτοιο διάταγμα, θα παραμείνει ανικανοποίητη. Τα διατάγματα Mareva έχουν περιορισμένο αλλά σημαντικό σκοπό: να αποτρέψουν τον εναγόμενο από του να «εξαφανίσει» τα περιουσιακά στοιχεία του, με σκοπό να καταστήσει ανέφικτη την ικανοποίηση ή εκτέλεση μιας προσδοκώμενης ή και ήδη εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Όπου στην έννοια της «εξαφάνισης» μπορεί περιλαμβάνεται η αποξένωση, η απομείωση (σε συνάρτηση με το ύψος του χρέους σε συγκεκριμένη περίπτωση) δια της επιβάρυνσης ή άλλως πώς, και άλλες ενέργειες που καταλήγουν πάντως ή μπορούν να καταλήξουν σε αφαίρεση της δυνατότητας ικανοποίησης ή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης. Οι τρόποι «εξαφάνισης» μερικές φορές μπορούν να είναι καινοφανείς ή και πολύπλοκοι. Παρόλο που τα διατάγματα αυτά ιστορικά άρχισαν να εκδίδονται για να εμποδίζεται η μεταφορά στο εξωτερικό περιουσίας που βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας, οι αρχές για την έκδοσή τους σταδιακά επεκτάθηκαν και σε άλλες περιπτώσεις. Τα διατάγματα αυτά συνιστούν δημιούργημα του σύγχρονου δικαίου της επιείκειας και ένα σπουδαίο εργαλείο[7] ή, όπως ο Lord Hoffman ανέφερε, προλογίζοντας το σύγγραμμα Commercial Injunctions (4th Edition) του Steven Gee Q.C., είναι το πιο αξιοσημείωτο δικαστικό δημιούργημα του τελευταίου αιώνα. Kατά κανόνα, όμως, εκδίδονται μονομερώς· λόγω της φύσης τους και του είδους της θεραπείας που επιτυγχάνεται δι' αυτών, του εγγενούς κινδύνου, με την επίδοση που θα διενεργηθεί και την αφαίρεση του στοιχείου του αιφνιδιασμού που ενυπάρχει στη λειτουργία τους, η δέσμευση, που θα χρονίσει, να καταστεί άνευ αντικειμένου· ειδικότερα, όσον αφορά χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό ή άλλες κινητές αξίες με αυξημένη και εύκολη κινητικότητα. Κρίνω ότι ένα τέτοιου είδους διάταγμα, όπως αυτό που εξασφάλισε η Ενάγουσα, καλώς εκδόθηκε μονομερώς, και ότι το Δικαστήριο δεν στερείται γι' αυτό τον λόγο δικαιοδοσίας να προχωρήσει με την εξέταση της ουσίας της αίτησης. Όπως επισημαίνεται και στη Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168, ο κανόνας του καθήκοντος αποκάλυψης που συνυφαίνεται με τον μονομερή χαρακτήρα του διατάγματος δημιουργήθηκε στο πλαίσιο τέτοιων διαταγμάτων Mareva, αν και ισχύει γενικότερα σε όλες τις περιπτώσεις προσωρινών διαταγμάτων που εκδίδονται μονομερώς. Δεν έχει σημασία εάν η απόκρυψη, όπου υπάρχει, είναι εσκεμμένη ή όχι. Σημασία έχει εάν αφορά σε ουσιώδη στοιχεία, τα οποία θα επιδρούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου, εάν εξ αρχής τα είχε ενώπιον του. Τα όσα ανέφερε ο κύριος XXXX στην ένορκη του δήλωση δεν παραλλάσσουν αλλά επιβεβαιώνουν τη γενικότερη και βασική εικόνα επί της οποίας ενήργησε το Δικαστήριο, όταν εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα· ότι δηλαδή υπάρχουν οικονομικές διαφορές μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, που συνιστούσε την εκτέλεση εργασιών από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη
  1. Ότι υπάρχει οφειλή για τις εκτελεσθείσες εργασίες, μα και διαφορές μετόχων στην Εναγόμενη 1, που επί του παρόντος δεν είναι επιλυμένες, και στο πλαίσιο των οποίων κάποιο τουλάχιστον περιουσιακό στοιχείο, ένα όχημα (είτε αγοράστηκε για την εξυπηρέτηση του άλλου μετόχου είτε όχι, είτε ανήκει στον βασικό εξοπλισμό είτε όχι), πράγματι, αποξενώθηκε. Δεν θεωρώ ότι η Ενάγουσα, με το να μην εκθέσει λεπτομέρειες και της εκδοχής των Εναγόμενων ή οτιδήποτε από όσα αναφέρει ο κύριος XXXX εξαπάτησε το Δικαστήριο, και γι' αυτό θα πρέπει να μην ακουστεί περαιτέρω[8]. Η αμφισβήτηση της αξίωσης της Ενάγουσας, εάν και τι ποσό οφείλεται και κατά πόσον η Ενάγουσα καθυστέρησε τις εργασίες της ή αυτές παρουσίαζαν κακοτεχνίες, ή ακόμα και εάν η αξίωση της Ενάγουσας είναι πραγματικά βάσιμη στο σύνολό της ή όχι, θα απασχολήσουν την αγωγή. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν στερείται δικαιοδοσίας να προχωρήσει με την εξέταση της ουσίας της αίτησης. Οι πληροφορίες αυτές που παρέχουν οι Εναγόμενοι έχουν ασφαλώς σημασία και μπορούν να εκτιμηθούν κατά την εξέταση αυτής. Το διάταγμα Mareva δεν παύει να είναι απαγορευτικό διάταγμα κατά την έννοια του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Το άρθρο 32 ορίζει τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να μπορεί να εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα: Θα πρέπει ο διάδικος που αιτείται το προσωρινό διάταγμα να αποδείξει ότι (α) υπάρχει σoβαρό ζήτημα πρoς εκδίκαση κατά την επ' ακρoατηρίoυ διαδικασία, (β) υπάρχει πιθανότητα να δικαιoύται σε θεραπεία, και ότι, (γ) εκτός εάν εκδoθεί παρεμπίπτoν απαγoρευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκoλo ή αδύνατoν να απoνεμηθεί πλήρης δικαιoσύνη σε μεταγενέστερo στάδιο. Ειδικότερα, η Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines and Others
(1976)1 C.L.R. 302, που επέτρεψε την είσοδο στην Κυπριακή νομολογία των διαταγμάτων Mareva, και η οποία αφορούσε το κλασικό αρχικό σχήμα του διατάγματος τύπου Mareva, τη δέσμευση τραπεζικού λογαριασμού (μη αντικειμένου της αγωγής) εντός της δικαιοδοσίας, ερμήνευσε τις προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος Mareva με βάση το άρθρο 32. Σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταγράφοντας τη δική τους ιστορική προσέγγιση η κάθε μία, κατέστησαν ακόμα πιο σαφές ότι ένα διάταγμα τύπου Mareva εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 32, η ευρύτητα του οποίου είναι μεγάλη, αλλά οδηγός επί του θέματος είναι και οι εκάστοτε αρχές της αγγλικής νομολογίας. Οι αρχές έκδοσης διαταγμάτων Mareva έτυχαν πληρέστερης ανασκόπησης στην εγχώρια Poltava Petroleum Co ν. Mexana Oil Ltd
(2001)1 (B) Α.Α.Δ. 1301. Παράλληλα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, τα κριτήρια έκδοσης ενός Mareva, όπως προκύπτουν μέσα από την αγγλική νομολογία, είναι (α) ο ενάγων να είναι πολύ πιθανόν να δικαιούται σε δικαστική απόφαση εναντίον του εναγόμενου, για ορισμένο ή οριστό πράγμα ή χρηματικό ποσό, και (β) να υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο εναγόμενος έχει περιουσία για να ανταποκριθεί στην ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, εν όλω ή εν μέρει, η οποία, όμως, δεν θα υπάρχει ή δεν θα μπορεί να εντοπιστεί, όταν εκδοθεί η εναντίον του δικαστική απόφαση, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα[9] (σε περιπτώσεις που έχει ήδη εκδοθεί η δικαστική απόφαση, υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο καθ' ου η αίτηση θα αποξενώσει την περιουσία του, προκειμένου να αποφύγει την εκτέλεσή της[10]). Ο κίνδυνος σε σχέση με την αποξένωση ή απομείωση της περιουσίας, με κάποια διαφοροποίηση από ό,τι γνωρίζουμε στην C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785 σε σχέση με τη δέσμευση ακίνητης περιουσίας (ότι δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί), θα πρέπει να είναι πραγματικός. Δηλαδή, θα πρέπει να διαφαίνεται μέσα από συγκεκριμένες κινήσεις και συμπεριφορά του εναγόμενου, παρά να αιωρείται ως υποκειμενικό συναίσθημα. Έτσι, στην Gorbunova v. Berezovsky and others [2013] All E.R. (D) 179 (Jan), το διάταγμα περιορίστηκε σε εκείνη την περιουσία που ήταν υπό τέτοιο υπαρκτό κίνδυνο. Ο σκοπός του εναγόμενου να θέσει συγκεκριμένη περιουσία εκτός της διάθεσης του Δικαστηρίου θα πρέπει, επίσης, να είναι εμφανής, να υποστηρίζεται από κάποια εκδηλωμένη συμπεριφορά, αλλά και από κάποια ορατή ικανότητα. Το ύψος των ποσών στα οποία αφορά η υπόθεση δεν είναι άσχετος παράγοντας[11]. Όταν υπάρχει στέρεη μαρτυρία (solid evidence) ότι ο εναγόμενος ενήργησε ανέντιμα, τότε είναι που η ανάγκη απόδειξης της πρόθεσης εξαφάνισης της περιουσίας υπαναχωρεί. Σε ένα γενικό διάταγμα Mareva, είναι αναμενόμενο να εξαιρούνται τα έξοδα που είναι απαραίτητα για συναλλαγές που είναι συνήθεις για τη διαβίωση και την εργασία του εναγόμενου ή και για τη νομική του υπεράσπιση[12], και σε περίπτωση που η περιουσία υπερβαίνει το χρέος, να ορίζεται μέγιστο ποσό μέχρι το οποίο ισχύει η απαγόρευση[13]. Τα διατάγματα Mareva, όπως εξάλλου και όλα τα προσωρινής φύσης διατάγματα, δεν δημιουργούν κάποια πρώιμη εξασφάλιση, δηλαδή δεν καθιστούν τον ενάγοντα, πριν από την έκδοση κάποιας δικαστικής απόφασης, εξασφαλισμένο πιστωτή, ούτε είναι και μοχλός πίεσης προκειμένου ο εναγόμενος να δεχθεί τελική απόφαση (σε περιπτώσεις που τέτοια δεν υπάρχει)[14]. Με άλλα λόγια, δεν είναι αυτοσκοπός. Σύμφωνα με μία αυστηρότερη προσέγγιση, δεν σκοπούν καν πρώτιστα στη διασφάλιση της ικανοποίησης τυχόν εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, αλλά στην πρόληψη τυχόν κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, δια της μεθόδευσης ματαίωσης ή αποτυχίας εκτέλεσης της προσδοκώμενης δικαστικής απόφασης. Εξ ου και προϋποθέτουν να διαφαίνεται κάπου τέτοιος σκοπός από μέρους του εναγόμενου. Οι σκοποί του Mareva συζητήθηκαν ικανοποιητικά στην Polly Peck International Plc v. Nadir [1992] 4 All E.R. 769[15] και περαιτέρω στην πιο πρόσφατη Group Seven Ltd v. Allied Investment Corporation Ltd [2013] EWHC 1509 (Ch)[16]. Συχνά ένα διάταγμα Mareva συνδυάζεται με υποβοηθητικό ή υποστηρικτικό διάταγμα έρευνας και ένορκης αποκάλυψης περιουσίας, που σκοπεύει στο να καταστήσει αποτελεσματική τη λειτουργία του[17], ή και με άλλα διατάγματα. Η αποτελεσματικότητα των Mareva μπορεί και να εξαρτάται από την εκτέλεση ενός υποστηρικτικού διατάγματος έρευνας και αποκάλυψης[18]. Όταν τα διατάγματα αυτά χρησιμοποιούνται για πάγωμα τραπεζικών λογαριασμών επιχειρήσεων, μπορούν να προκαλέσουν τόση ζημιά, που ο Lord Donaldson τα χαρακτήρισε ως τα "πυρηνικά όπλα" του δικαίου[19]. Ως προς τις μορφές ενός Mareva, αυτό μπορεί να είναι περιορισμένο στο ύψος της απαίτησης (maximum sum orders), που είναι το πιο συνηθισμένο ή περιορισμένο σε συγκεκριμένο αντικείμενο η αξία του οποίου μπορεί να είναι ίση ή και μεγαλύτερη από το χρέος, χωρίς να αποκλείεται να είναι μικρότερη, ή απεριόριστα, σε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία, που εκείνα κατ' εξαίρεση μπορούν να εκδοθούν. Είναι σπανιότερες οι περιπτώσεις στις οποίες ζητείται δέσμευση του συνόλου της περιουσίας ενός διαδίκου, χωρίς κάποιο περιορισμό. Στη Marketrends (Capital Market) Ltd ν. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759, που επαναλήφθηκε στη Spidertrade Co FinanceLtd ν. Χ'Γαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 121, υποδείχθηκε ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους. Στη Spidertrade (ανωτέρω), λέχθηκε ότι, παρότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και παρότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης, την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Συνδυαστικά, οι αρχές με βάση τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ή και να διατηρηθεί σε ισχύ ένα διάταγμα Mareva είναι οι εξής:
  1. Το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει δικαιοδοσία επί του εναγόμενου·
  2. θα πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[20]·
  3. θα πρέπει να υπάρχει καλή βάση αγωγής και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[21]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια·
  1. εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[22]. Στην περίπτωση του διατάγματος Mareva, λόγω της φύσης του, η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται με τον σκοπό του, που είναι η χρήση του κυρίως ως «βοήθημα» στη διαδικασία εκτέλεσης και στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών οι οποίες τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας[23]. Αυτό που εξετάζεται είναι ουσιαστικά η τυχόν ύπαρξη κινδύνου μετακίνησης ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και κατά συνέπεια κινδύνου μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης ή τέλος η ανάγκη διευκόλυνσης της εκτέλεσης. Η προϋπόθεση συνήθως εξετάζεται επί του πραγματικού σε συνάρτηση και με τις υπόλοιπες προϋποθέσεις, που πρέπει να ικανοποιούνται στα διατάγματα Mareva, δηλαδή: (α) με την αποξένωση να υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης· (β) ο εναγόμενος να έχει περιουσία για να ανταποκριθεί στην ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, εν όλω ή εν μέρει· (γ) να υπάρχει πραγματικός (αντικειμενικός) κίνδυνος αποξένωσης, απομείωσης ή εξαφάνισης της περιουσίας (real risk of disposal of or dissipation), που δεν εμπίπτει στη συνήθη δραστηριότητα του εναγόμενου ή και στέρεη μαρτυρία (solid evidence) ότι ο εναγόμενος ενήργησε ανέντιμα. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι θα επέλθει όντως τέτοια εξαφάνιση, αλλά η απόδειξη πρέπει να εστιάζει σε αυτό τον κίνδυνο και στις πραγματικές του διαστάσεις. Αυτές οι προϋποθέσεις διαδέχεται η μία την άλλη με μια λογική αλληλουχία, ώστε εάν λόγου χάριν δεν υπάρχει περιουσία για να ανταποκριθεί ο εναγόμενος, εν όλω ή εν μέρει, σε κάποια ενδεχόμενη δικαστική απόφαση, δεν έχει και νόημα η εξέταση του κινδύνου αποξένωσης (ανύπαρκτης περιουσίας). Συναφή με τον κίνδυνο εξαφάνισης περιουσιακών στοιχείων, όχι εξαντλητικά τιθέμενα, είναι και τα ακόλουθα, που έχουν επισημανθεί[24]: η φύση των περιουσιακών στοιχείων (όσο περισσότερο αυτά μπορούν να εξαφανιστούν, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κίνδυνος), η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου ή των επιχειρήσεών του, ο χρόνος κατά τον οποίον ο εναγόμενος ασκεί την επιχείρησή του (εάν είναι κάποια σταθερή εργασία, μπορεί να είναι λιγότερες οι πιθανότητες εξαφάνισης περιουσιακών στοιχείων), η κατοικία ή η διαμονή του εναγόμενου, η πιστωτική ικανότητα του εναγόμενου στο παρελθόν και στο παρόν, οποιεσδήποτε εκφρασμένες δηλώσεις του, σε σχέση με την υπό αναφορά περιουσία, τυχόν διασύνδεσή του με άλλες εταιρείες ή πρόσωπα που παράβηκαν όρους κάποιας συμφωνίας ή δικαστικής απόφασης, και η συμπεριφορά του σε σχέση με την απαίτηση του ενάγοντος (κατά πόσο παρουσιάζει τάσεις υπεκφυγής ή απροθυμίας ή κατά πόσο εγείρει πλασματικές ή ανούσιες υπερασπίσεις ή τηρεί πλήρη σιωπή). Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία να επιληφθεί των ζητημάτων που εγείρει η Ενάγουσα με την αγωγή της. Όσον αφορά την Εναγόμενη 1, η Ενάγουσα ενάγει στη βάση της παράβασης σύμβασης, αξιώνει συγκεκριμένο ποσό που αφορά στην αμοιβή της για εκτελεσθείσες εργασίες, προσκομίζει σχετικές αποδείξεις, και μάλιστα την ύπαρξη της οφειλής δεν την αρνείται η Εναγόμενη 1, η οποία ενδεχομένως να θέλει να συμψηφίσει δική της ανταπαίτηση. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι, όσον αφορά την Εναγόμενη 1, πληρούνται οι πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Από την άλλη, όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, το Δικαστήριο τείνει να συμφωνεί με τους Εναγόμενους ότι, παρόλο που η Ενάγουσα τον ενάγει όχι στη βάση σύμβασης αλλά στη βάση δόλιας αποξένωσης περιουσίας προκειμένου η Εναγόμενη 1 να μην εκτελέσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι στην Ενάγουσα, δηλαδή με βάση το άρθρο 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, με τη μαρτυρία που προσκομίζει η Ενάγουσα σε αυτό το στάδιο, και για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, δεν προκύπτει τόσο ισχυρή υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου
  3. Η Ενάγουσα δεν δίδει επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής της εναντίον του Εναγόμενου 2, στον βαθμό που απαιτείται σε αυτή τη διαδικασία, για να επιτρέψει στο Δικαστήριο να εκδώσει προσωρινό διάταγμα και εναντίον του Εναγόμενου 2, εναντίον του οποίου, εξάλλου, η Ενάγουσα διεκδικεί, δια της γενικά οπισθογραφημένης Έκθεσης Απαίτησής της, μόνον αποζημιώσεις για παραδειγματισμό και τιμωρία. Δηλαδή, η γενικά οπισθογραφημένη Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας σε συνάρτηση με την ένορκη δήλωση του κύριου XXXX, καθιστούν την υπόθεση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 2 κάπως αδύναμη, και την ενδιάμεση θεραπεία εναντίον του Εναγόμενου 2 και δυσανάλογη αλλά και αδικαιολόγητη. Βεβαίως, το προσωρινό διάταγμα, εάν ήθελε παραμείνει σε ισχύ αναφορικά με την Εναγόμενη 1, αυτό θα δεσμεύει και τον Εναγόμενο 2, αναγκαστικά, ως αξιωματούχο της Εναγόμενης
  4. Εξυπακούεται ότι, με τη διαπίστωση ότι δεν πληρείται η προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανοτήτων επιτυχίας της αγωγής της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 2, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν προδικάζει την ουσία της αγωγής της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου
  5. Η Ενάγουσα μπορεί να αποδείξει επιτυχώς την πάντως υφιστάμενη νομική της βάση εναντίον του Εναγόμενου 2, κατά την εκδίκαση της αγωγής. Η δε διευκρίνιση του Δικαστηρίου περί της δέσμευσης του Εναγόμενου 2, σε περίπτωση διατήρησης της ισχύος του προσωρινού διατάγματος εναντίον της Εναγόμενης 1, όπως τέτοια δέσμευση θα υπάρχει και όσον αφορά υπαλλήλους ή εντολοδόχους του νομικού προσώπου της Εναγόμενης 1, δεν έχει την έννοια της έκδοσης διατάγματος εναντίον του Εναγόμενου 2 ή άλλων προσώπων. Για το εάν το προσωρινό διάταγμα θα διατηρηθεί σε ισχύ ή όχι αναφορικά με την Εναγόμενη 1, περισσότερο εξαρτάται από το εάν η Ενάγουσα ικανοποιεί την προϋπόθεση να είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, με όλες τις προεκτάσεις που εξηγήθηκαν προηγουμένως. Με βάση τη μαρτυρία που προσκομίζει η Ενάγουσα, θεμελιώνει επαρκώς τον κίνδυνο αποξένωσης εταιρικής περιουσίας κατά τρόπο ώστε να μην μπορέσει να ικανοποιηθεί η απαίτησή της, εάν τυχόν εκδοθεί δικαστική απόφαση προς όφελός της. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 οφείλει, με βάση τον νόμο, να διατηρεί συγκεκριμένου ύψους περιουσία, για να συνεχίσει να δραστηριοποιείται σε συγκεκριμένη τεχνική τάξη, δεν εξαλείφει τον κίνδυνο, αυτόν που βιώνει η Ενάγουσα και τεκμηριώνει με τα περιστατικά που εκθέτει, να παύσει να δραστηριοποιείται η Εναγόμενη 1, και συνεπώς να μην πρέπει να διατηρεί και οποιαδήποτε περιουσία. Η αδιαμφισβήτητη διαφορά των δύο μετόχων και η ήδη υφιστάμενη αποξένωση του εταιρικού οχήματος, που επίσης δεν αμφισβητείται, με τη δικαιολογία ότι απλά αυτό δεν συνιστά βασικό εταιρικό εξοπλισμό (η αποξένωση του οποίου θα επηρέαζε ενδεχομένως την επαγγελματική άδεια) ή ότι ανήκε στον μέτοχο μειοψηφίας με τον οποίον υφίσταται η διαφορά, πλαισιώνουν τον κίνδυνο που προδιαγράφει η Ενάγουσα, σε συνάρτηση με το εύλογο της πιθανότητας η επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μετόχων να είναι με τον διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1, τον επιμερισμό τους ανάμεσα στους δύο μετόχους, και κατ' επέκταση την εκούσια εκκαθάριση της Εναγόμενης
  6. Ακόμα κι αν η Εναγόμενη 1 αρνείται ένα τέτοιο ενδεχόμενο, δεν μπορεί να αποκλειστεί υπό το φως των δεδομένων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία, σε συνάρτηση και με την ισχυρή υπόθεση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 1, έστω και κατά το μέρος της απαίτησης της Ενάγουσας που δεν αμφισβητείται από την Εναγόμενη 1, πληρούν, για το Δικαστήριο, και την προϋπόθεση του να αποδειχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Βεβαίως, θα πρέπει να λεχθεί ότι η ύπαρξη προσωρινού διατάγματος, δεν εμποδίζει την Εναγόμενη 1 από του να τεθεί σε εκκαθάριση, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Το κριτήριο δεν είναι ακριβώς ή από μόνο του εάν θα τεθεί η Εναγόμενη 1 σε εκκαθάριση ή όχι, αλλά εάν, σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1 διαθέσει το περιουσιακό στοιχείο του οποίου ζητήθηκε η δέσμευση (το οποίο δεν προκύπτει από κάπου ότι δεν υφίσταται), δεν θα έχει επαρκή εταιρική περιουσία να διατεθεί προς ικανοποίηση απόφασης που τυχόν ήθελε εκδοθεί προς όφελος της Ενάγουσας. Η οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1 δεν είναι άσχετη, προς στοιχειοθέτηση του κινδύνου, ως προς τον οποίο, πάντως, η Ενάγουσα, έδωσε επαρκείς πραγματικές διαστάσεις, ακόμα και μέσα από την εξ ακοής αλλά αρκετά συγκεκριμένη μαρτυρία του που προσκόμισε. Στο ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice), που συνυπολογίζεται για την έκδοση ή διατήρηση σε ισχύ ενός προσωρινού διατάγματος, ακόμα και εάν πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όσα αναφέρει και η Εναγόμενη 1, και αναλογίζεται εάν είναι δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα. Ότι η Εναγόμενη 1 χρειάζεται τα χρήματά της, για να τα χρησιμοποιεί και να πληρώνει τις υποχρεώσεις της, είναι ευλόγως αναμενόμενο, και κατανοητό. Στις πλείστες των περιπτώσεων έκδοσης διαταγμάτων που δεσμεύουν χρηματικά ποσά, η δέσμευση αφορά σε αναγκαία χρηματικά ποσά· σπανίως υπάρχουν αχρείαστα ή μη άμεσα αναγκαία και διαρκώς διαθέσιμα χρήματα, που να μπορούν ανεπαίσθητα να παραμείνουν δεσμευμένα, για όσο χρονικό διάστημα χρειαστεί για να εκδικαστεί η διαφορά· πόσω μάλλον σε εταιρείες του βεληνεκούς της Εναγόμενης
  7. Λαμβάνει, όμως, υπόψη, το Δικαστήριο, και το γεγονός ότι το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε αφορά σε έναν συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό, μέχρι ενός συγκεκριμένου ποσού, και όχι απεριόριστα, και δεν εμποδίζεται με οποιονδήποτε τρόπο η Εναγόμενη 1 είτε να χρησιμοποιεί τον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό για κάθε άλλο ποσό υπερβαίνον το δεσμευμένο ποσό, ή και να ανοίξει οποιονδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό, για να εξυπηρετεί τις τρέχουσες δραστηριότητές της. Συνιστά θέση της ίδιας της Εναγόμενης 1, ότι η ίδια συνεχίζει να δραστηριοποιείται στον τομέα της. Στη μαρτυρία της Εναγόμενης 1, τα όσα αναφέρθηκαν περί αναγκαιότητας χρησιμοποίησης του ποσού αυτού που δεσμεύθηκε για συνήθεις εργασίες ενέχουν, κατά την εντύπωση που δημιουργήθηκε στο Δικαστήριο τουλάχιστον, βαθμό γενικότητας (π.χ. τι επιταγές εκδόθηκαν ακριβώς, για τι ποσά, και για τι οφειλές) και υπερβολής (ότι θα «παραλύσει» ολόκληρη η επιχειρηματική δραστηριότητα της Εναγόμενης 1), ικανό ώστε το Δικαστήριο να εκτιμά ότι, από τη μια η Εναγόμενη 1 θεωρεί το δεσμευμένο ποσό (που υπάρχει) ως να ήταν και το μοναδικό διαθέσιμο κεφάλαιό της ή το τελευταίο της, που θα πρέπει να διατεθεί έναντι όλων των υφιστάμενων πιστωτών της (υπαλλήλων, Κράτους, κ.λπ.) και δεν έχει αλλά ούτε και μπορεί να εξεύρει άλλα κεφάλαια (εκδοχή που συνάδει με αυτήν της Ενάγουσας), από την άλλη η ίδια ισχυρίζεται ότι είναι μια υγιής επιχείρηση, με οικονομική δυνατότητα και επάρκεια, που θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί προς όφελος της Ενάγουσας, εφόσον αναλαμβάνει νέα έργα, έχει εισπρακτική ροή και πλάνα αναβάθμισης (που και εκείνα εξαρτώνται από την επίλυση της μετοχικής διαφοράς). Εν τέλει, το κάπως αντιφατικό των πληροφοριών που δίδει η Εναγόμενη 1 ενισχύουν την εικόνα για τον κίνδυνο που είναι ορατός και για την Ενάγουσα, ότι, εάν δεν διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα, η Ενάγουσα μπορεί όντως να παραμείνει ανικανοποίητη. Το Δικαστήριο δεν έχει πληροφορία ως προς το τι ποσό υπάρχει επί του παρόντος κατατεθειμένο στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό. Από την άλλη, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι, εάν η Εναγόμενη 1 τεθεί σε εκκαθάριση, το πλαίσιο εκκαθάρισης παρέχει θεραπείες για τους πιστωτές με βάση ορισμένες αρχές ή και ότι η δέσμευση του ποσού που επιθυμεί η Ενάγουσα, εάν όντως είναι τέτοια η επίδρασή του για την Εναγόμενη 1, κάτι που δεν κατέστη πειστικά σαφές, δεν αποκλείεται να επιταχύνει αυτό που η ίδια φοβάται για την Εναγόμενη
  8. Το ποσό που δεσμεύτηκε είναι αυτό των 35.000,00 Ευρώ, που αφορά στο σύνολο της απαίτησης της Ενάγουσας, εκ 32.802,00 Ευρώ, πλέον στα έξοδα ή μέρος αυτών. Μέρος της απαίτησης αυτής, εκ 15.000,00 Ευρώ, είναι ποσό που, με βάση και τη μαρτυρία της Εναγόμενης 1, θα πρόσφερε η Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα, για να επέλθει εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς τους. Λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ όλων των άλλων, το είδος δραστηριοτήτων της Εναγόμενης 1, το μέγεθός της (δύο μέτοχοι), η ευρύτερη οικονομική κατάσταση που διαμορφώθηκε ενόψει και της πανδημίας και περιβάλλει τη διαφορά των μερών, όπως και τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς. Λαμβάνεται υπόψη, αντίστοιχα, το είδος εργασιών της Ενάγουσας και το δικό της μέγεθος, και το γεγονός ότι είναι αμοιβή εργασιών που εκτελέσθηκαν που διεκδικεί, που δεν είναι λιγότερο αναγκαία από την αμοιβή εργασιών οποιουδήποτε άλλου προσώπου παρείχε στην Εναγόμενη 1 υπηρεσίες. Υπό όλες τις περιστάσεις που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, και γνωρίζοντας αυτές, το νόμο, τη νομολογία, τη δραστικότητα του προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι θα πρέπει να το ακυρώσει, αλλά ότι θα πρέπει να το διατηρήσει σε ισχύ, για κάποιο μικρότερο ποσό, της τάξεως των 20.000,00 Ευρώ. Η μείωση του ποσού της δέσμευσης δεν βρίσκει αντίθετη την πλευρά της Ενάγουσας, όπως διαφαίνεται μέσα από τη δική της μαρτυρία. Η ύπαρξη του προσωρινού διατάγματος, δεν εμποδίζει την Εναγόμενη 1 να αιτηθεί στο Δικαστήριο αυτό τη διαφοροποίηση ή αποδέσμευση συγκεκριμένου ποσού από το ποσό που είναι δεσμευμένο, για συγκεκριμένο σκοπό, οπότε και το Δικαστήριο να αξιολογήσει το αίτημα, υπό το φως των ενώπιον του δεδομένων. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης που αναφέρονται σε αργοπορία ή σε κατάχρηση της διαδικασίας, δεν καταδεικνύεται, από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, και όσα έχουν ήδη αναφερθεί προηγουμένως, ότι υπήρξε πρόθεση της Ενάγουσας να εκδικηθεί τους Εναγόμενους, συνωμοτώντας με τον μέτοχο μειοψηφίας, ενώ ό,τι απασχολεί το Δικαστήριο δεν είναι ο χρόνος που η Ενάγουσα ήγειρε την δι' αγωγής απαίτησή της, αλλά ο χρόνος που αιτήθηκε της ενδιάμεσης θεραπείας στο πλαίσιο της απαίτησής της. Ως προς τον τελευταίο, η αίτηση καταχωρίστηκε αμέσως μετά την καταχώριση της αγωγής της και δεν παρατηρείται οποιαδήποτε καθυστέρηση. Δεν θεωρώ ότι μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε οποιονδήποτε άλλο λόγο ένστασης της Εναγόμενης 1 για να έχει μια διαφορετική κατάληξη. Το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε την 27.11.2020 τροποποιείται και εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με την εξής διατύπωση, την οποία είναι δυνατόν το Δικαστήριο να αναμορφώσει, ώστε να ρυθμίζει επαρκέστερα την περίσταση και να αίρει οποιεσδήποτε αμφιβολίες, σε σχέση με το περιεχόμενο του διατάγματός του: Εκδίδεται διάταγμα το οποίο παγοποιεί (freezing order) και/ή δεσμεύει τον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 1 (TOKAS & FILIPPOU CONTRACTORS LIMITED HE 352854) στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ με αριθμό XXX μέχρι του χρηματικού ποσού των 20.000,00 Ευρώ (Είκοσι Χιλιάδων Ευρώ) και δια του οποίου απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 (TOKAS & FILIPPOU CONTRACTORS LIMITED HE 352854) δια των αξιωματούχων της και/ή οποιοδήποτε προσώπου ενεργεί υπό οδηγίες και/ή εντολή και/ή εκ μέρους και/ή εκπροσωπεί την Εναγόμενη 1 (TOKAS & FILIPPOU CONTRACTORS LIMITED HE 352854), από του να αποξενώσει και/ή αποσύρει και/ή μεταφέρει και/ή προβεί σε ανάληψη και/ή διενεργήσει οποιαδήποτε τραπεζική πράξη και/ή συναλλαγή σε σχέση με το δεσμευμένο ποσό των 20.000,00 Ευρώ (Είκοσι Χιλιάδων Ευρώ) στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 1 (TOKAS & FILIPPOU CONTRACTORS LIMITED HE 352854) στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ με αριθμό XXXX, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Σημ.: Οποιοδήποτε ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 1 (TOKAS & FILIPPOU CONTRACTORS LIMITED HE 352854) στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ με αριθμό XXXX υπερβαίνει το δεσμευμένο ποσό των 20.000,00 Ευρώ (Είκοσι Χιλιάδων Ευρώ) είναι ελεύθερο και μπορεί να διατεθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Η αίτηση όσον αφορά τον Εναγόμενο 2 απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 27.11.2020 όσον αφορά τον Εναγόμενο 2 ακυρώνεται. Ως προς τα έξοδα της αίτησης, ενόψει του ότι η αίτηση της Ενάγουσας έχει επιτύχει στην αίτησή της εναντίον της Εναγόμενης 1, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 2 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.)............... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557· Staνros Hotels Aprts Ltd κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [4] Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Nippon Yusen Kaisha v. Karageorghis
(1975)1 W.L.R. 1093· Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulkcarries S.A.
(1975)2 Lloyd΄s Rep. 509· εγχώριες Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines Ltd a.o.
(1976)1 C.L.R. 302· Sunoil Bunkering Limited v. Jaouhar Maritime Transport Co. Ltd
(1987)1 C.L.R. 627· Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd
(1987)1 C.L.R. 583· Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 C.L.R. 182· Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ κ.α. ν. Του Πλοίου «Nikolay Markin» κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 122· Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 (A) Α.Α.Δ. 162, κ.λπ.. [7] Cardile v. LED Builders Pty Ltd
(1999)198 CLR 380· Searose Ltd v. Seatrain UK Ltd [1981] 1 W.L.R. 894· Barclay-Johnson v. Yuill [1980] 3 All E.R. 190· Art Trend Ltd v. Blue Dolphin (Pte) Ltd [1982-1983] SLR 362. [8] Global Cruises S.A. κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1E Α.Α.Δ. 607· Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248· United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Co
(2002)1B Α.Α.Δ. 938· Electromatic Constructions Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 358, Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1A Α.Α.Δ. 82· Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besumo Ltd
(2004)1A Α.Α.Δ.
  1. [9] Z Ltd v. A-Z and AA-LL [1982] 1 All E.R. 556· Congentra AG v. Sixteen Thirteen Marine SA, The Nicholas M [2009] 1 All E.R. (Comm)
  2. [10] Orwell Steel (Erection and Fabrication) Ltd v. Asphalt and Tarmac (UK) Ltd [1985] 3 All E.R.
  3. [11] Republic of Haiti v. Duvalier [1989] 1 All E.R.
  4. [12] Βλ. και Atlas Maritime Co SA v. Avalon Maritime Ltd, The Coral Rose (No 3) [1991] 4 All E.R. 783· Normid Housing Association Ltd v. Ralphs and Mansell and Assicurazioni Generali SpA (No 2) [1989] 1 Lloyd's Rep 274· Polly Peck International plc v. Nadir (No 2) [1992] 4 All E.R.
  5. [13] Βλ. και Iraqi Ministry of Defence v. Arcepey Shipping Co SA, The Angel Bell [1980] 1 All E.R. 480· TDK Tape Distributor (UK) Ltd v. Videochoice Ltd [1985] 3 All E.R. 345· Arbuthnot Leasing International Ltd v. Havelot Leasing Ltd [1991] 1 All E.R. 591· United Mizrahi Bank v. Doherty [1998] 2 All E.R.
  6. [14] Jackson v. Sterling Industries Ltd [1987] HCA 23· Camdex International Ltd v. Bank of Zambia (No. 2) [1997] 1 W.L.R.
  7. [15] Fourie v. Le Roux & Ors [2007] 1 All E.R.
  8. [16] Lakatamia Shipping Company Ltd v. Su & Ors [2014] EWCA Civ
  9. [17] Gidrxslme Shipping Co Ltd v. Tantomar-Transportes Maritimos Lda [1994] 4 All E.R.
  10. [18] Motorola Credit Corpn v. Uzan [2002] 2 All ER (Comm)
  11. [19] Bank Mellat v. Nikpour [1985] FSR
  12. [20] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. [21] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [22] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. [23] Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583. [24] Barclay-Johnson v. Yuill (ανωτέρω)· Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd (ανωτέρω)· Gee, S. & Andrews, G. M.
(1987). Mareva Injunctions: Law and Practice. Longwood Pr Ltd. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.