ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΙΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, Αγωγή αρ.: 1714/2015, 30/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A205 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1714/2015 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα και XXXX ΙΕΡΟΠΟΥΛΟΣ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 20.02.2020 Ημερομηνία: 30.12.2020 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο/Αιτητή: κυρία Μ. Αριστοτέλους για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: κύριος Ρ. Βερζανλής για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα καταχώρισε αγωγή δια της οποίας ισχυρίζεται πως ο Εναγόμενος παραβίασε τους όρους συμφωνίας που είχαν συνάψει την 06.02.
- Βάσει αυτής, η Ενάγουσα του είχε χορηγήσει όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό που, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ανέρχονταν σε 60.000,00 Ευρώ, και το οποίο ο Εναγόμενος υπερέβη. Η Ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία ορίου και απαίτησε από τον Εναγόμενο την πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού, που αξιώνει και με την αγωγή της, που ανέρχεται σε 68.645,93 Ευρώ, πλέον τόκους. Περαιτέρω, βάσει συμφωνίας υποθήκευσης ημερομηνίας 15.01.2002, με αριθμό δήλωσης ΥXXXX/2002 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, επί του όλου ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXX, Φ./Σχ.XXXX, Τεμ.XXXX, XXXX μερίδια, Αγία Φύλαξις (Βικλιά), στη Λεμεσό, που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εξασφαλίζει και το όριο, ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Με δικόγραφο Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως η σχέση που είχε συνάψει με την Ενάγουσα ήταν μακροχρόνια σχέση τραπεζίτη-καταναλωτή. Στο πλαίσιο αυτής, η Ενάγουσα είχε αναλάβει έναντί του καθήκοντα όπως η παροχή επενδυτικών πληροφοριών, εμπιστευτικών πληροφοριών, συμβουλών και καθοδήγησης, προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του. Ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί τη σύναψη και των επίδικων συμφωνιών, αλλά, κατά την εκδοχή του, ο σκοπός του ορίου ήταν η αγορά μετοχών της Ενάγουσας, τις οποίες αγόρασε με προτροπής της, ενώ η υποθήκη δεν παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση του ορίου. Ο Εναγόμενος καταλογίζει στην Ενάγουσα αμέλεια ή και δόλο ή και παράνομη συμπεριφορά. Περαιτέρω, θεωρεί πως και οι συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών ενέχουν ελαττώματα βούλησης (έλλειψη ελεύθερης συναίνεσης και εξαναγκασμό) και είναι προϊόντα ψευδών παραστάσεων, κατά τρόπο ώστε να υπάρχει επίδραση στο κύρος τους. Επίσης, αυτές περιέχουν παράνομους όρους, πέραν του ότι τις καθόριζαν εξυπακουόμενοι όροι, συναφείς προς την ευρύτερη σχέση των μερών, τους οποίους η Ενάγουσα παράβηκε, με διάφορους τρόπους που εκθέτει ο Εναγόμενος. Ο Εναγόμενος θεωρεί ότι είναι η ίδια η Ενάγουσα που τον εξανάγκασε και σε υπέρβαση ορίου. Καταλογίζει στην Ενάγουσα αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά και σε σχέση με τον τοκισμό και τον τρόπο καταχώρισης χρεώσεων στον τρεχούμενο λογαριασμό, ενώ τα γεγονότα που εκθέτει συνθέτουν και παράπονο μετόχου έναντι στην εταιρεία της Ενάγουσας, τη διοίκηση και τον τρόπο διακυβέρνησής της. Λόγω των επενδυτικών πληροφοριών και συμβουλών της Ενάγουσας, στις οποίες ο Εναγόμενος βασίστηκε, αγόρασε κατά καιρούς διάφορες μετοχές της Ενάγουσας, και, κατά τη θέση του, υπέστη ζημιά, για την οποία θεωρεί ότι ευθύνεται η Ενάγουσα, και σε σχέση με την οποία καταχώρισε εναντίον της την αγωγή XXXXX/
- Στη βάση όσων δικογραφεί ο Εναγόμενος, ό,τι ζητά από το Δικαστήριο είναι η απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας ως πρόωρης, καταχρηστικής ή και αβάσιμης. Συναφώς, εγείρει και υπό μορφή προδικαστικής ένστασης, μεταξύ άλλων, ζήτημα ότι, εφόσον αυτός καταχώρισε πρώτος αγωγή εναντίον της Ενάγουσας, στο πλαίσιο της οποίας, όπως αναφέρει, θα εξεταστούν τα ίδια ζητήματα σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, η Ενάγουσα δεν θα έπρεπε να καταχωρίσει την παρούσα αγωγή, για να αξιώνει το χρεωστικό υπόλοιπο. Η Ενάγουσα, με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, αρνείται ότι κάποια άλλη αγωγή εγείρει ίδια θέματα, και ότι η αγωγή της είναι πρόωρη ή καταχρηστική, καθώς και όλους τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου περί αμέλειας, δόλου, ψευδών παραστάσεων και παράνομης ή και αντισυμβατικής συμπεριφοράς. Επαναλαμβάνει την Έκθεση Απαίτησής της, διευκρινίζοντας ότι ο σκοπός χορήγησης του ορίου ήταν η εξυπηρέτηση προσωπικών αναγκών του Εναγόμενου. Η θέση της Ενάγουσας είναι πως οι όροι της συμφωνίας είναι αυτοί που ο ίδιος υπέγραψε με ελεύθερη βούληση και μέσα από ορθή και νόμιμη διαδικασία, καθώς και όσοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας τους, και ότι ο Εναγόμενος εμποδίζεται (is estopped) από του να προβάλλει τους ισχυρισμούς που εκθέτει στο δικόγραφό του. Η Ενάγουσα, κατά τη θέση της, ενεργούσε σε κάθε χρόνο νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας της με τον Εναγόμενο, ενώ ουδέποτε είχε αναλάβει έναντι στον Εναγόμενο τα καθήκοντα και ουδέποτε διατηρούσε τη σχέση του εύρους που αναφέρει ο Εναγόμενος. Το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού, κατά τη θέση της, είναι το ορθό, και είναι αυτό που φαίνεται και στις καταστάσεις λογαριασμού που απέστελλε στον Εναγόμενο. Η Ενάγουσα ζητά την απόρριψη της Ανταπαίτησης του Εναγόμενου. Ενώ η αγωγή, με αυτό το πλαίσιο διαφοράς, είχε οριστεί για Ακρόαση, ο Εναγόμενος, την 20.02.2020, καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση, δια κλήσεως, με την οποία ζητά διάταγμα που να αναστέλλει τη διαδικασία εκποίησης και/ή πλειστηριασμού και/ή να διατάσσει την ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου. Η αίτησή του βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 («Νόμος 14/1969»), στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 («Κεφ.6»), και στο άρθρο 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 («Νόμος 9/1965»). Υποστηρίζεται από την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του ιδίου του Εναγόμενου, δια της οποίας ο ενόρκως δηλών αναφέρει τις προσωπικές του συνθήκες, και πως, μεταξύ άλλων, έλαβε Ειδοποίηση ΙΑ την 17.01.2020, με την οποία η Ενάγουσα τον ενημέρωνε ότι θα προχωρούσε σε πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου βάσει των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/
- Είχε προηγηθεί Ειδοποίηση Ι, με την οποίαν η Ενάγουσα του ζητούσε να πληρώσει 104.172,18 Ευρώ βάσει της συμφωνίας ορίου που είναι επίδικη, αν και με την αγωγή της διεκδικεί μικρότερο ποσό. Ως προς τα γεγονότα, αναφέρει πως συνήψε με την Ενάγουσα τη συμφωνία ορίου, εν γνώσει της Ενάγουσας ότι ο σκοπός ήταν η αγορά δικών της μετοχών. Γι' αυτό άνοιξε και λογαριασμό όψεως με εταιρεία που ο Εναγόμενος θεωρεί πως ανήκει στην Ενάγουσα, τη SISCO LTD, ο οποίος τροφοδοτούνταν από τον τρεχούμενο λογαριασμό, για να έχει συνεχώς πιστωτικό υπόλοιπο και να γίνεται η αγορά των μετοχών. Η χρήση του ορίου για αγορά τέτοιων μετοχών έγινε από την 17.12.2010 μέχρι την 07.03.2013, περίοδο που ο Εναγόμενος διαχωρίζει σε επιμέρους χρονικές περιόδους, και εκθέτει γεγονότα για τις συνθήκες που τον οδήγησαν στην αγορά μετοχών στην κάθε περίοδο. Στην πρώτη χρονική περίοδο, από 17.12.2010 μέχρι 31.08.2011, οι παραστάσεις που λέει πως είχε από την Ενάγουσα και από την SISCO LTD ήταν ότι οι μετοχές της Ενάγουσας ήταν προτιμητέες, με επίκληση μιας δημοσιευμένης δήλωσης στον τύπο, που φέρονταν να προέρχεται από τον κύριο Κυπρή, και στην οποία αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, η μειωμένη έκθεση της Ενάγουσας στα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου («ΟΕΔ»), η έλλειψη κινδύνων και ο χαμηλός αριθμός μη εξυπηρετούμενων δανείων, και με παραπομπή στις ετήσιες εκθέσεις περί εταιρικής διακυβέρνησης της Ενάγουσας, δια των οποίων η Ενάγουσα, όπως εξέλαβε ο Εναγόμενος, παρουσίαζε ένα συντηρητικό επιχειρηματικό μοντέλο, με αίσθηση ευθύνης, σύνεση, σοβαρότητα, διαφάνεια και άλλα χαρακτηριστικά, που ώθησαν τον Εναγόμενο να αγοράσει μετοχές της Ενάγουσας μέσω της SISCO LTD. Παρά ταύτα, όπως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος, στη συνέχεια, η Ενάγουσα, χωρίς ενημέρωση του κοινού, αδικαιολόγητα κατά τη γνώμη του, επένδυσε σταδιακά σημαντικά σε ΟΕΔ, εκθέτοντας τον εαυτό της σε έκδηλο κίνδυνο, με τρόπο που παραβίασε και πρόνοιες του νόμου. Η Ενάγουσα είχε χαμηλό αριθμό μη εξυπηρετούμενων («κόκκινων») δανείων όχι γιατί έτσι πράγματι ήταν, αλλά διότι παραχωρούσε περιόδους χάριτος κατά τις οποίες θα καταβάλλονταν μόνον τόκοι, ώστε να μην παρουσιάζονται ως μη εξυπηρετούμενα, ασχέτως εάν ουσιαστικά δεν θα αποπληρώνονταν. Τότε ο Εναγόμενος διαπίστωσε ότι παραπλανήθηκε και ότι το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας ήταν αναποτελεσματικό και προέβαινε σε συσσωρευμένα λάθη, ενώ οι αξιωματούχοι της Ενάγουσας κατείχαν θέσεις σύγκρουσης συμφερόντων. Έτσι, όπως, λέει ο Εναγόμενος, πώλησε τις μετοχές του σταδιακά, σε μειωμένο ποσό συγκριτικά με την αξία στην οποία τις είχε αγοράσει, έχοντας υποστεί ζημιά. Τη δεύτερη περίοδο που αναφέρει ο Εναγόμενος, από 01.09.2011 μέχρι 26.10.2011, ο Εναγόμενος επένδυσε ξανά σε μετοχές της Ενάγουσας, γιατί, όπως λέει, ευελπιστούσε, βάσει και των δημοσιευμένων προβλέψεων της Ενάγουσας, να μειώσει τη ζημιά του, αλλά διαψεύστηκε και πάλι, μεγεθύνοντας τη ζημιά του. Την τρίτη περίοδο που περιγράφει ο Εναγόμενος, από την 31.10.2011 μέχρι την 28.02.2012, επένδυσε και πάλι σε μετοχές της Ενάγουσας, για να μετριάσει τις ζημιές των προηγούμενων περιόδων, εφόσον είχε πέσει και η τιμή της μετοχής της Ενάγουσας, παρά την ανακοίνωση ζημιών από το κούρεμα των ΟΕΔ, τις οποίες, όμως, και πάλι πώλησε. Αποφάσισε, τότε, όπως λέει, να μην αγοράσει ξανά μετοχές της Ενάγουσας, ωστόσο την τέταρτη περίοδο που αναφέρει, από την 12.03.2012 μέχρι την 27.06.2012, προσεγγίστηκε από τον κύριο Δημήτρη Κωνσταντίνου, που εκπροσωπούσε την Ενάγουσα, και του ζητήθηκε να συνδράμει στις προσπάθειες της Ενάγουσας να αντλήσει κεφάλαια. Ο κύριος Κωνσταντίνου του ανέφερε ότι η έκδοση κεφαλαίου γίνεται με μεγάλη έκπτωση και δεν διέτρεχε κίνδυνο. Βάσει των όσων του ανέφερε ο κύριος Κωνσταντίνου και πρόσθετα βάσει των διαφόρων δημόσιων δηλώσεων και ανακοινώσεων της Ενάγουσας και της SISCO LTD, και άλλες δημόσιες δηλώσεις, ο Εναγόμενος σχημάτισε την απόφαση να επενδύσει ξανά στην Ενάγουσα, και έπειτα, να πωλήσει εκ νέου όλες τις μετοχές της, για να μετριάσει τη ζημιά του. Στην πέμπτη περίοδο που αναφέρει ο Εναγόμενος, από την 10.08.2012 μέχρι την 07.03.2013, ο Εναγόμενος και πάλι αγόρασε αριθμό μετοχών της Ενάγουσας, πεπεισμένος από δηλώσεις, «φήμες» και δημοσιεύματα, επένδυση που ξανά είχε αποβεί ζημιογόνα για τον ίδιο, με τον τρόπο που εξηγεί. Συνδέει, ο Εναγόμενος, τις ζημιογόνες επενδυτικές του δραστηριότητες με τη χρήση του τρεχούμενου λογαριασμού του, λέγοντας πως, εάν η Ενάγουσα δεν τον έπειθε να επενδύσει στις μετοχές της, δεν θα χρησιμοποιούσε και τη διευκόλυνση που του χορήγησε. Διακρίνει τον τρόπο με τον οποίον τον ξεγέλασε η Ενάγουσα, ενώ ο ίδιος είχε εμπειρία επενδύσεων και σε μετοχές άλλης Τράπεζας. Για τη ζημιά που ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπέστη, καταχώρισε την αγωγή XXXXX/2014 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, και γι' αυτό, και λόγω της διασύνδεσης της απαίτησής του με την απαίτηση της Ενάγουσας, θεωρεί ότι η δεύτερη θα πρέπει να ανασταλεί, μέχρι να εκδικαστεί η δική του απαίτηση. Όσον αφορά το ενυπόθηκο ακίνητο, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι την 28.11.2007 συμφώνησε με τρίτα πρόσωπα να τους το πωλήσει, και έλαβε και προκαταβολή 20.000,00 Λίρες Κύπρου, που κατέθεσε στον λογαριασμό του. Θα προέβαινε σε διαχωρισμό με δικά του έξοδα, οπότε και θα του κατέβαλλαν το υπόλοιπο τίμημα, που συμφωνήθηκε συνολικά σε 200.000,00 Λίρες Κύπρου. Γι' αυτό, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για αναστολή του πλειστηριασμού, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, γιατί θα έχει εκτεθεί έναντι στους τρίτους αγοραστές, στους οποίους θα πρέπει να επιστρέψει τα χρήματα εντόκως, ενώ θα του έχει μείνει και το κόστος των εργασιών διαχωρισμού. Η Ενάγουσα, όπως λέει, δεν μπορεί να τον αποζημιώσει, γιατί θα έχει χάσει το ακίνητό του, ενώ και η οικονομική της κατάσταση, όπως διαφαίνεται από τις οικονομικές της καταστάσεις, δεν δείχνει ότι θα είναι σε θέση να τον αποζημιώσει. Τα δικαιώματα της Ενάγουσας, από την άλλη, δεν θα επηρεαστούν, καθότι το ακίνητο θα παραμείνει υποθηκευμένο. Κυρίως, εάν διατεθεί το εκπλειστηρίασμα προς εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού του, δεν θα μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του να γίνει set-off (συμψηφισμός) της αξίας των μετοχών του που ήταν ενεχυριασμένες (στην αξία που είχαν όταν εκδόθηκε το διάταγμα διαχείρισης) έναντι του χρέους του, που δεν αμφισβητεί ότι υπάρχει, αλλά δεν αποδέχεται, ως κατάσταση, η Ενάγουσα να διεκδικεί αυτό το ποσό, όταν ο ίδιος θεωρεί ότι αυτή του οφείλει περισσότερα. Θεωρεί ότι, με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα διατηρηθεί το status quo. Στην ένστασή της, η Ενάγουσα, προβάλλει, με σχετική δικονομική βάση, 11 λόγους, για τους οποίους, κατά τη θέση της, δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αυτοί συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οποιεσδήποτε από τις προϋποθέσεις έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, η δικονομική συμπεριφορά του Εναγόμενου τον αποτρέπει από του να διεκδικεί ενδιάμεση θεραπεία, περιλαμβανομένου του ότι με την ανταπαίτησή του δεν αξιώνει ακύρωση των επίδικων συμφωνιών που αξιώνει στο πλαίσιο της άλλης αγωγής, ενώ δεν αμφισβητεί την οφειλή, η δε προώθηση της διαδικασίας πλειστηριασμού είναι δικαιωματική, με βάση τη συμφωνία υποθήκευσης και τον νόμο. Η ένσταση της Ενάγουσας υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κύριου XXXX, λειτουργού στις υπηρεσίες της Ενάγουσας, που δηλώνει εξουσιοδοτημένος να προβεί στη σχετική ένορκη δήλωση, δια της οποίας ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα γεγονότα από την πλευρά της Ενάγουσας, ότι ο Εναγόμενος υποθήκευσε το ακίνητό του προς όφελος της Ενάγουσας και η υποθήκευση καλύπτει και τη διευκόλυνση του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό. Λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας ορίου και μη αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού, η συμφωνία ορίου τερματίστηκε και η Ενάγουσα καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό αγωγή με την οποία είναι γνωστό τι αξιώνει. Ο Εναγόμενος καταχώρισε την αγωγή XXXXX/2014 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, δια της οποίας διεκδικεί αποζημιώσεις για ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη από αγορά μετοχών με τη χρήση του ορίου του. Η Ενάγουσα έκανε χρήση της διαδικασίας που προβλέπεται στον νόμο για ιδιωτικό πλειστηριασμό, στέλνοντας σχετική Ειδοποίηση Ι και έπειτα Ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ. Ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος του είδους που αξιώνει ο Εναγόμενος. Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής και πιθανότητα επιτυχίας, γιατί όσα αναφέρει ο Εναγόμενος περί παραπλάνησής του δεν υποστηρίζονται πράγματι από μαρτυρία, αλλά από στοιχεία που είτε ο Εναγόμενος ερμήνευσε κατά τρόπο ώστε να δικαιολογεί τα διαβήματά του να συνεχίσει να επενδύσει στην Ενάγουσα, είτε δεν μπορεί να τα λάβει υπόψη το Δικαστήριο ως μαρτυρία. Ο ενόρκως δηλών εκθέτει τη συνεχή επενδυτική δραστηριότητα του Εναγόμενου, παρά το ότι, την πρώτη περίοδο, διαπίστωσε υποτίθεται πως η Ενάγουσα ήταν εκτεθειμένη σε τοξικά ΟΕΔ, με απλή δικαιολογία το ότι «ευελπιστούσε» να μειώσει τη ζημιά του. Θεωρεί ότι ο Εναγόμενος προέβαινε με δική του βούληση και ρίσκο σε συνεχή αγορά μετοχών και ότι δεν υπήρξε παραπλάνηση. Εξάλλου, είναι στο πλαίσιο της αγωγής XXXXX/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που ο Εναγόμενος αξιώνει ακύρωση των επίδικων συμφωνιών και είναι εκεί που θα έπρεπε να αξιώνει και οποιεσδήποτε ενδιάμεσες θεραπείες, εφόσον στην ανταπαίτηση που καταχώρισε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, αξιώνει μόνον διάταγμα που να κηρύσσει καταχρηστική και απορριπτέα την αγωγή. Ο Εναγόμενος, όπως είναι η θέση του ενόρκως δηλούντος, δεν αμφισβητεί την οφειλή του, και σε κάθε περίπτωση, αδιάφορα από το ύψος της, εάν το αμφισβητεί, δεν επηρεάζεται η δυνατότητα της Ενάγουσας να εκποιήσει το ενυπόθηκο ακίνητο. Είναι δικαίωμα της Ενάγουσας, όπως επεξηγεί περαιτέρω, να προβεί σε εκποίηση, με βάση τη συμφωνία υποθήκευσης και τους όρους της που υποδεικνύει, και τον νόμο. Όσον αφορά την προϋπόθεση του να είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ο ενόρκως δηλών υποδεικνύει αφενός το ότι ο Εναγόμενος δεν θα μπορούσε να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο ή μέρος του σε οποιοδήποτε πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας, που τέτοια δεν δόθηκε, αφετέρου ότι δεν κατατέθηκε οποιοδήποτε πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο. Σε κάθε περίπτωση, η Ενάγουσα έχει τη δυνατότητα αποζημίωσης, εάν ήθελε διαφανεί ότι ο Εναγόμενος υπέστη ζημιά, ενώ ο πλειστηριασμός θα είναι και προς όφελος του Εναγόμενου, έναντι στο χρέος του οποίου θα κατατεθεί το εκπλειστηρίασμα. Με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 14.12.2020, το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση του Εναγόμενου να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση και για έναν τέτοιο λόγο να αναβληθεί και η ακρόαση του προσωρινού διατάγματος. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των υφιστάμενων ενόρκων δηλώσεων, ουδείς αντεξετάστηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων της η κάθε μία. Έχω υπόψη μου ό,τι έχει αναφερθεί στο Δικαστήριο. Το άρθρο 32 § 1 του Νόμου 14/1960 προβλέπει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα, ακόμα και αν δεν αξιώνονται και δεν χορηγούνται μαζί και αποζημιώσεις ή άλλες θεραπείες, εάν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και πρόσφορο. Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 32 § 1 και το άρθρο 32 § 2 προβλέπουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να μπορεί να εκδοθεί ένα παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Οι προϋποθέσεις αυτές αναλύθηκαν και στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. Νοουμένου πάντοτε ότι το Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία επί του εναγόμενου, θα πρέπει ο διάδικος που αιτείται παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος να αποδείξει ότι:
- Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[1]·
- υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[2]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια· 3. εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[3]. Όπως γνωρίζουμε από την C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, επί του οποίου επίσης βασίζεται η αίτηση του Εναγόμενου, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει ή να αρνηθεί να εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα για ακίνητη περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής[4]. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν εξαιρείται από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, που παρέχει και ευρύτερη εξουσία. Τα διατάγματα που επιζητούνται σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 4 ή και 5 του Κεφ. 6 εκδίδονται επίσης μέσα στο πλαίσιο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960[5] και εφόσον ισχύουν οι προϋποθέσεις του. Το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου 9/1965 προβλέπει τη δυνατότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και οποιουδήποτε προσώπου θεωρείται ενδιαφερόμενο μέρος, κατά την έννοια του νόμου αυτού, να ανακόψει τη διαδικασία πλειστηριασμού που διεξάγεται με βάση τη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, με Έφεση κατά της Ειδοποίησης ΙΑ. Δεν φαίνεται, από το κείμενο του άρθρου αυτού ή από οπουδήποτε αλλού στον Νόμο 9/1965, να εμποδίζεται τη δυνατότητα του Δικαστηρίου της αγωγής να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Ωστόσο, εάν ο Νόμος 9/1965 προβλέπει ένα ειδικό ένδικο βοήθημα για την επίτευξη συγκεκριμένης θεραπείας, όπως είναι και η Έφεση για την ανακοπή του ιδιωτικού πλειστηριασμού που διεξάγεται με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, το Δικαστήριο της αγωγής, χωρίς να μπορεί να διευρύνει ή να τροποποιεί εμμέσως το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 44Γ
(3)του Νόμου 9/1965, ως προς τους λόγους που θέλησε ο νομοθέτης να είναι ικανοί να ανακόψουν έναν ιδιωτικό πλειστηριασμό, θα αξιολογήσει τη δεδομένη νομοθετική δυνατότητα αποκλειστικά στο πλαίσιο της δικής του δικαιοδοσίας· ευχερέστερα μέσα από την εξέταση της συνδρομής της προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 ως προς το κατά πόσον θα ήταν δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Μία προϋπόθεση την οποίαν εξετάζει, εάν ικανοποιηθεί πρώτα ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητες επιτυχίας. Επί αυτών, ακριβώς, να λεχθεί καταρχάς πως το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν αξιώνει με την ανταπαίτησή του τη διακήρυξη της ακυρότητας ή την ακύρωση οποιασδήποτε εκ των επίδικων συμφωνιών, δεν τον εμποδίζει από του να αιτηθεί στο Δικαστήριο παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, στο πλαίσιο της όποιας ανταπαίτησης ή ακόμα και της υπεράσπισής του. Ο Εναγόμενος, με το δικόγραφό του, παρά την περιπλοκή που δημιουργείται εκ της έκτασης και της δομής του, εγείρει γνωστούς στο δίκαιο λόγους, που συνιστούν ένα πάντως συζητήσιμο θέμα. Ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι είναι άκυρες οι επίδικες συμφωνίες (εκτός από ακυρώσιμες) στη βάση των οποίων η Ενάγουσα αξιώνει θεραπείες, και ζητά, τόσο δια της υπεράσπισής του όσο και δια της ανταπαίτησής του, την έκδοση προς όφελός του απόφασης του Δικαστηρίου, με την οποία να απορρίπτεται η αγωγή της Ενάγουσας. Περαιτέρω, ζητά να απορριφθεί η αγωγή της Ενάγουσας, με διάγνωση ότι αυτή είναι πρόωρη και καταχρηστική, επειδή ο ίδιος θεωρεί, για τους πραγματικούς και νομικούς λόγους που εκθέτει και θα απασχολήσουν σε στάδιο εκδίκασης της αγωγής, ότι, λόγω της δικής του απαίτησης και της φύσης της (ισχυρίζεται πως έλαβε την επίδικη διευκόλυνση από την Ενάγουσα κατόπιν προτροπής της, για να επενδύσει σε δικές της μετοχές, και υπέστη ζημιά) που κατ' ουσία προωθεί στην αγωγή 4755/2014, δεν θα μπορούσε η Ενάγουσα να διεκδικήσει και εκείνη το χρέος και αυτός να πρέπει να το πληρώσει, και ότι θα πρέπει πρώτα να εκδικαστεί και η δική του απαίτηση για αποζημίωση, στην αγωγή 4755/2014, και έπειτα να υπάρξει συμψηφισμός (set-off) ή εξάλειψη. Έως τότε, η απαίτηση της Ενάγουσας και κατ' επέκταση η αγωγή της, για τον Εναγόμενο, δεν έχουν λόγο ύπαρξης, και η θεραπεία που ζητά από το Δικαστήριο αυτό με το δικόγραφό του είναι να τον απαλλάξει από την υποχρέωση να καταβάλει στην Ενάγουσα το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού, που η Ενάγουσα επιχειρεί να τον εξαναγκάσει να καταβάλει, δια της αγωγής της. Ενώ το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί ότι εγείρεται ένα συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση, δεν έχει πειστεί και ως προς το ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της υπόθεσης του Εναγόμενου· στον βαθμό πάντοτε που απαιτείται για τους σκοπούς της διαδικασίας έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Οι πιθανότητες επιτυχίας δεν μπορεί παρά να προσδιορίζονται με βάση το αντικείμενο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του Εναγόμενου. Εδώ είναι που έχει κάποια σημασία το τι ζητά ο Εναγόμενος από το Δικαστήριο, ποια είναι η υπόθεσή του. Περαιτέρω, και η θεματική σχέση της διεκδικούμενης ενδιάμεσης θεραπείας με την απαίτηση ή ανταπαίτηση ή υπεράσπιση, στην οποία η ενδιάμεση θεραπεία διεκδικείται παρεμπιπτόντως, ήδη προκύπτει και αρχίζει να απασχολεί ως ανάγκη επί της οποίας λειτουργεί και η προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανοτήτων επιτυχίας. Προκύπτει ένεκα του ότι η ενδιάμεση θεραπεία ζητείται παρεμπιπτόντως, μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης του Εναγόμενου, σε συνάρτηση με τις πιθανότητες επιτυχίας της. Συναφώς, είναι εύλογο ότι ο αιτών ενδιάμεση θεραπεία δεν θα πρέπει να αιτείται από το Δικαστήριο κάτι εντελώς άσχετο με την υπόθεσή του και ασύνδετο με ό,τι αξιώνει γενικά από το Δικαστήριο, απλά επειδή υφίσταται ένα διαθέσιμο δικονομικό πλαίσιο. Εξάλλου, η δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα, όπως το άρθρο 32 § 1 του Νόμου 14/1960 ορίζει, είναι πάντοτε συναρτώμενη με την από μέρους του άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, και αυτό σημαίνει, πρόσθετα, στα παρεμπίπτοντα διατάγματα, ότι συγκεκριμενοποιείται ή και οριοθετείται από ό,τι καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο και κατά περιεχόμενο, στο πλαίσιο αυτής του της δικαιοδοσίας, στην κυρίως υπόθεση. Λέγοντας τα πιο πάνω, αναφέροντας ξανά και πως το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης του Εναγόμενου, εάν οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες ή ακυρώσιμες ή εάν ο Εναγόμενος υπέστη ζημιά εξαιτίας συμπεριφοράς της Ενάγουσας (αντισυμβατικής, παράνομης, αμελούς, δόλιας ή άλλης), βάσει της οποίας να μπορεί να αποδώσει τη θεραπεία που ζητά, της απόρριψης της αγωγής της Ενάγουσας ως αβάσιμης, πρόωρης ή καταχρηστικής, ό,τι διακρίνεται, στην όψη της μαρτυρίας, είναι το εξής: Ενώ ο Εναγόμενος επικαλείται την οφειλή του προς την Ενάγουσα ως μέρος της ζημιάς του (έκανε χρήση του ορίου για την επένδυση σε μετοχές της Ενάγουσας), την ίδια στιγμή ισχυρίζεται ακυρότητα ή ακυρωσία των επίδικων συμφωνιών, και ελαττώματα ένεκα των οποίων θα πρέπει να απαλλαχθεί από οποιαδήποτε υποχρέωσή του να πληρώσει την Ενάγουσα στη βάση αυτών των συμφωνιών. Ενώ ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ζημιώθηκε από τη δημιουργία οφειλής σε τρεχούμενο λογαριασμό, το όριο του οποίου χρησιμοποίησε για την αγορά κακών μετοχών της Ενάγουσας, ζητά αποζημίωση με άλλη αγωγή και, για τους λόγους που εκθέτει στην παρούσα αγωγή, θεωρεί ότι η δική του απαίτηση θα πρέπει να προηγηθεί και να υπάρξει συμψηφισμός (συνεπώς η αγωγή της Ενάγουσας να απορριφθεί ως πρόωρη ή και καταχρηστική), ταυτόχρονα αμφισβητεί το χρέος του προς την Ενάγουσα. Ο ίδιος ήγειρε τη δική του αγωγή για τη δικαστική διάγνωση της δικής του απαίτησης, ωστόσο θεωρεί ότι η Ενάγουσα, η οποία ισχυρίζεται - και δεν αμφισβητείται ο ισχυρισμός της - ότι δεν διεκδικεί οπουδήποτε αλλού το ίδιο χρέος, δεν θα πρέπει να επιδιώξει να διαγνωστεί δικαστικά και η δική της απαίτηση. Δεν είναι τόσο πειστικό προς το παρόν πώς ο Εναγόμενος θεωρεί ότι μπορεί και θα πρέπει να συμψηφιστεί η δική του απαίτηση με εκείνην της Ενάγουσας, εάν το χρέος του ιδίου προς την τελευταία δεν είναι αποδεδειγμένο ή παραδεδεγμένο, ότι υφίσταται σε συγκεκριμένο ποσό. Ο ίδιος ο Εναγόμενος, αμφισβητώντας παράλληλα και την ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης της Ενάγουσας εναντίον του, καθιστά αναγκαία τη δικαστική της διάγνωση από το Δικαστήριο, αλλά ταυτόχρονα αξιώνει να μην γίνει κάτι τέτοιο, δια της διεκδικούμενης θεραπείας απόρριψης της αγωγής της Ενάγουσας ως αβάσιμης, πρόωρης ή καταχρηστικής. Δεν εμποδίζεται ένας διάδικος να εγείρει διαζευκτικές αιτίες αγωγής ή υπεράσπισης στο δικόγραφο του, αλλά διεκδικώντας παρεμπίπτουσα θεραπεία, θα πρέπει η αντιφατικότητα που προκύπτει από τη διάζευξη των αιτιών στο δικόγραφο, να αίρεται σε κάποιον βαθμό, για να είναι εφικτό και για το Δικαστήριο να προσεγγίσει το ζητούμενο, του κατά πόσον υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας, σε βαθμό που να υπερβαίνει την απλή δυνατότητα. Αυτό δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Κάποια αντιφατικότητα υπάρχει και στους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, συσκοτίζοντας την υπόθεσή του, για τους σκοπούς έκδοσης του διατάγματος που αιτείται, χωρίς να σημαίνει ότι υπάρχει σκιά στην υπόθεσή του γενικά. Ο Εναγόμενος αναφέρει, από τη μια, ότι ο ίδιος εκποίησε το ενυπόθηκο ακίνητο και θα βρεθεί εκτεθειμένος στους αγοραστές στους οποίους το υποσχέθηκε και από τους οποίους προσμένει και άλλα χρήματα. Από την άλλη, αναφέρει ότι το ίδιο ακίνητο δεν επιθυμεί να εκποιηθεί, γιατί το θέλει. Από τη μια, λέει ότι δεν επιθυμεί την εκποίηση του ακινήτου γενικά, από την άλλη, ότι δεν επιθυμεί απλά η αξία του ακινήτου, το εκπλειστηρίασμα που θα προκύψει, να διατεθεί έναντι της οφειλής του χρεωστικού υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού, που είναι μέρος της ζημιάς του, του αντικειμένου της αποζημίωσης που ζητά δια της αγωγής XXXXX/
- Κατά τα λοιπά, δεν τον ενοχλεί ο ίδιος να επωφεληθεί της αξίας του ακινήτου διαφορετικά. Το ζήτημα είναι πως, εάν θα μπορούσε να υπάρξει σχετικότητα ή διασύνδεση με ό,τι ο Εναγόμενος ενδεχομένως αξιώνει σε κάποιαν άλλη αγωγή του (π.χ. διακήρυξη ακυρότητας ή ακύρωση της υποθήκευσης βάσει της οποίας η Ενάγουσα ενεργοποίησε ή θα ενεργοποιήσει ιδιωτικό πλειστηριασμό) ή με τον τρόπο εκποίησης ή και διάθεσης του εκπλειστηριάσματος, δεν μπορεί να υπάρξει με το πλαίσιο που θέτει ο Εναγόμενος σε αυτήν εδώ την υπόθεσή του, ως προς το ότι η αγωγή της Ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη ή πρόωρη ή καταχρηστική. Και να μην υπήρχε η αγωγή της Ενάγουσας καθόλου, άρα να μην υφίστατο και λόγος για την απαίτηση του Εναγόμενου σε αυτή την υπόθεση, η Ενάγουσα δεν θα εμποδίζονταν από το να προβεί σε εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, με βάση τις διατάξεις του Νόμου 9/
- Συνεπώς, το ερώτημα, για το Δικαστήριο, για να αντιληφθεί τη συσχέτιση της απαίτησης του Εναγόμενου με την ενδιάμεση θεραπεία που αιτείται, είναι πώς η δική του απαίτηση (να απορριφθεί η αγωγή της ως αβάσιμη, πρόωρη ή καταχρηστική) θα πρέπει να παρεμποδίσει την Ενάγουσα να πράξει τον πλειστηριασμό. Γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να παρεμποδίσει μια νομοθετική δυνατότητα, στο πλαίσιο της απαίτησης του Εναγόμενου, όπως εδώ προβάλλεται, να απορριφθεί η αγωγή της Ενάγουσας ως αβάσιμη, πρόωρη ή καταχρηστική. Δεν είναι καλά ορατός επίσης ο λόγος που ο Εναγόμενος θεωρεί ότι η απαίτησή του έναντι στην Ενάγουσα για αποζημίωση μπορεί να συμψηφιστεί με κάποιαν απαίτηση της Ενάγουσας για χρέος, αλλά εάν, για οποιονδήποτε λόγο και με οποιονδήποτε άλλον τρόπο (π.χ. πληρωμή από τρίτο, εκποίηση εξασφάλισης) αποσβεστεί η δική του οφειλή προς την Ενάγουσα, δεν μπορεί να επιβιώσει ανεξάρτητα η δική του απαίτηση για αποζημίωση. Αυτή η διαφαινόμενη αδυναμία της απαίτησης του Εναγόμενου για αποζημίωση να επιβιώσει εκτός ενός πλαισίου συμψηφισμού που ο ίδιος ο Εναγόμενος δημιούργησε ως υπεράσπιση και ανταπαίτηση, η έντονη εξάρτησή της από το να παραμένει ανεξόφλητη η οφειλή του προς την Ενάγουσα (από την οποία παράλληλα ο Εναγόμενος θεωρεί ότι πρέπει να απαλλαγεί, λόγω των ελαττωμάτων των συμφωνιών), άρα γι' αυτό να μην εκποιηθεί το ακίνητο εν προκειμένω, δημιουργεί επαρκείς αμφιβολίες, ως προς την ύπαρξη πιθανοτήτων επιτυχίας της. Αυτών των πιθανοτήτων επιτυχίας που αναζητούνται με βάση την υπόθεση του Εναγόμενου που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, όχι με βάση οποιαδήποτε άλλη υπόθεσή του. Πρόσθετα, ως και προς τη θέση του Εναγόμενου περί αβασιμότητας της απαίτησης της Ενάγουσας, και κατ' επέκταση την απαίτησή του να απορριφθεί η αγωγή της Ενάγουσας ως αβάσιμη ή και για τους λόγους που εκθέτει περί ελαττωμάτων βούλησης, ψευδών παραστάσεων, κ.λπ., σημειώνεται πως δεν αμφισβητείται, δια των δικογράφων και της μαρτυρίας στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, ότι η σύναψη της υποθήκευσης ήταν το 2002 που έγινε, δηλαδή αρκετά χρόνια πριν ο Εναγόμενος αρχίσει την επενδυτική του δραστηριότητα σε μετοχές της Ενάγουσας, και πριν του χορηγηθεί και το όριο στο τρεχούμενο λογαριασμό, που ο ίδιος συνδέει με τη ζημιογόνα επενδυτική του δραστηριότητα. Δεν υπάρχει, τουλάχιστον, οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου, σε αυτό το στάδιο, που να δείχνει είτε ότι και ο τρεχούμενος λογαριασμός ανοίχθηκε το 2002, είτε ότι η υποθήκευση καθαυτή έγινε, το 2002, για εξασφάλιση κεφαλαίων που συνδέονται με την κατ' ισχυρισμό ζημιογόνα επενδυτική δραστηριότητα του Εναγόμενου σε μετοχές της Ενάγουσας. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τα ελαττώματα βούλησης ή οι ψευδείς παραστάσεις ή όσα αναφέρει ο Εναγόμενος υπήρχαν και το 2002, αναφορικά με την υποθήκευση του ακινήτου, και διήρκησαν διαχρονικά ως το 2010, και δεν είχαν αρθεί για κάποιους λόγους, παρά την πάροδο των ετών. Η εντύπωση που δημιουργείται είναι πως ο Εναγόμενος θωρεί πως, εφόσον και επειδή η Ενάγουσα χρησιμοποιεί την υποθήκευση και ως εξασφάλιση για το όριο, τα ελαττώματα της συμφωνίας ορίου, εάν τέτοια υφίστανται κατά την εκδοχή του Εναγόμενου, θα πρέπει να επιμολύνουν και την υποθήκευση του ακινήτου, που όμως είχε συναφθεί χρόνια προηγουμένως (και πάλι, τούτο ασχέτως εάν ο ίδιος ο Εναγόμενος προβάλλει ταυτόχρονα και τη θέση η υποθήκη δεν εξασφαλίζει το όριο, και άρα ότι είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα, θέση που ενισχύει την αντιφατικότητα, που αναφέρθηκε προηγουμένως). Πρόκειται για δύο ξεχωριστές συμφωνίες, στη βάση των οποίων διεκδικεί η Ενάγουσα, και η επίκληση, από μέρους του Εναγόμενου, ακυρότητας ή ακυρωσίας και της μίας και της άλλης, ενώ απέχουν χρονικά αρκετά χρόνια, δεν διαφαίνεται καλά σε αυτό το στάδιο, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να δεχθεί ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της θέσης του Εναγόμενου περί ακυρότητας ή ακυρωσίας και της συμφωνίας υποθήκευσης, λόγω των όσων αναφέρει σχετικά με την επενδυτική του δραστηριότητα με τη χρήση του ορίου. Δηλαδή, δεν παρέχει τέτοια μαρτυρία ο Εναγόμενος σε αυτό το στάδιο, που να συνδέει καλύτερα και τη σύμβαση υποθήκευσης με την όλη υπόθεσή του. Η απλή επίκληση ακυρότητας ή ακυρωσίας της υποθήκευσης που συνάφθηκε το 2002, δεν επαρκεί, για να διαγνώσει το Δικαστήριο πιθανότητες επιτυχίας της υπόθεσης του Εναγόμενου, σε συνάρτηση και με το γεγονός πως όσα εκθέτει σχετίζονται με την επενδυτική του δραστηριότητα σε μετοχές της Ενάγουσας, την οποία ο ίδιος χρονολογεί από το
- Έτσι, από την μία η αντιφατικότητα των θέσεων που πέρασε και στη μαρτυρία του Εναγόμενου για την έκδοση ενδιάμεσης θεραπείας, σε διάφορες πτυχές της υπόθεσής του, από την άλλη η μη επαρκής σύνδεση της συμφωνίας υποθήκευσης του 2002 με την επενδυτική δραστηριότητα των περιόδων που αρχίζουν από το 2010 και μετέπειτα, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της υπόθεσης του Εναγόμενου, όπως αυτή παρουσιάζεται στο Δικαστήριο, σε βαθμό που απλά να υπερβαίνει την απλή δυνατότητα, για να μπορεί να αποδώσει ενδιάμεση θεραπεία και να αναστείλει ή να ακυρώσει προσωρινά τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου, παρεμπιπτόντως ή στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής του δικαιοδοσίας επί της υπόθεσης του Εναγόμενου, μέχρι την εκδίκαση αυτής. Αυτή η κατάληξη δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να προχωρήσει με την εξέταση οποιασδήποτε άλλης προϋπόθεσης και το θέμα θα πρέπει να λήξει εδώ. Σημειώνεται απλά, με συντομία, ότι, εάν το Δικαστήριο δέχονταν ακόμα και ότι υπήρχαν και πιθανότητες επιτυχίας, η διαθεσιμότητα του πεδίου της Έφεσης για να επιδιωχθεί είτε προσωρινά είτε οριστικά η αναστολή ή η ακύρωση του πλειστηριασμού που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 θα ήταν ένα από τα εμπόδια που θα υπήρχαν και πάλι, στο πλαίσιο εξέτασης της προϋπόθεσης του να είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Και δεν θα ήταν το μόνο, σε συνάρτηση με ό,τι ανέφερε ο Εναγόμενος περί της εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ίδιο, τη φύση της υπόθεσής του που συνιστά κατά βάση οικονομική διαφορά, και τη μη πληρότητα ή και πειστικότητα των όσων ο Εναγόμενος εξέθεσε αναφορικά με τη δυνατότητα της Ενάγουσας τράπεζας να τον αποζημιώσει, ενώ ο ίδιος αξιώνει εναντίον της, με άλλη αγωγή του, να λάβει αποζημίωση. Για όσα έχουν εξηγηθεί, κρίνω ότι η αίτηση του Εναγόμενου δεν μπορεί να επιτύχει και γι' αυτό απορρίπτεται. Δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε λόγος απόκλισης από τον κανόνα με βάση τον οποίον τα έξοδα της διαδικασίας επιβαρύνεται ο διάδικος ο οποίος δεν έχει επιτύχει σε αυτήν. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. [2]Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [3]Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.
- [4] Palestine Plantations Company Ltd. v. Olivier and Co. Ltd., 16 C.L.R.
- [5] Παπαστράτης v. Πετρίδη
(1979)1 Α.Α.Δ. 231. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο