Α.Α. IRON GALLERY LIMITED ν. TOKAS & FILIPPOU CONTRACTORS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2720/2020, 16/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A201 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2720/2020 Μεταξύ: Α.Α. IRON GALLERY LIMITED Ενάγουσα και
- TOKAS & FILIPPOU CONTRACTORS LIMITED
- XXXX ΤΟΚΑΣ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 25.11.2020 - Αίτημα αναβολής της Ακρόασης Αίτηση ημερομηνίας 15.12.2020 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ex tempore) Ημερομηνία: 16.12.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: Π. Παυλίδης για KARAPATAKIS PAVLIDES LLC Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΟΚΑΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα, με την αγωγή της, για την οποία εξέδωσε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, αξιώνει ποσό 32.802,00 Ευρώ που αφορά σε εργασίες που εκτέλεσε και παρέδωσε στην Εναγόμενη 1, πλέον παραδειγματικές αποζημιώσεις. Στο πλαίσιο της αγωγής της, την 25.11.2020, η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος Mareva με το οποίο να δεσμεύεται ποσό 35.000,00 Ευρώ από τον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 1 στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, με αριθμό XXXXX30-01, κατά κύριο λόγο στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, υποστηρίζοντας την αίτησή της με ένορκη δήλωση του κυρίου XXXX, υπαλλήλου της Ενάγουσας. Στη μαρτυρία του, ο ενόρκως δηλών, αναφέρει λεπτομέρειες σε σχέση με τις κατασκευαστικές εργασίες στεγάστρων που η Ενάγουσα εκτέλεσε και παρέδωσε στην Εναγόμενη 1, βάσει συμφωνίας ημερομηνίας 17.01.2018, για τις οποίες εκκρεμούσε πληρωμή 37.802,00 Ευρώ. Διενεργήθηκαν συναντήσεις και διαπραγματεύσεις, χωρίς ωστόσο να επιτευχθεί η πληρωμή του, ενώ διαφαίνονταν η προσπάθεια των Εναγόμενων 1 και 2 να γίνει αποκοπή ποσού λόγω καθυστέρησης. Εν τέλει, καταβλήθηκε έναντι του χρέους ποσό 5.000,00 Ευρώ περί τα τέλη του
- Ενώ θα καταβάλλονταν και μια επόμενη δόση, ύψους 15.000,00 Ευρώ, η Εναγόμενη 1 ζήτησε να υπογραφθεί συμφωνία προκειμένου να καταβάλει στην Ενάγουσα τέτοιο ποσό, πράγμα που η Ενάγουσα αρνήθηκε, οδηγώντας τη διαφορά σε δικηγόρους. Στην ένορκη του δήλωση ο κύριος XXXX αναφέρει ότι στο μεταξύ, ενώ δημιουργήθηκε η προαναφερόμενη οικονομική διαφορά με την Εναγόμενη 1, ο ίδιος ενημερώθηκε ότι ένας εκ των μετόχων της Εναγόμενης 1, ο κύριος XXXX, κάτοχος της μειοψηφίας του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου, θα αποχωρούσε από την Εναγόμενη 1, λόγω διαφωνίας του με τον άλλον μέτοχο της Εναγόμενης 1, τον Εναγόμενο
- Ο κύριος XXXX πληροφόρησε τον ενόρκως δηλούντα ότι η Εναγόμενη 1 έχει προβλήματα και δεν αναλαμβάνει πλέον έργα. Ο ενόρκως δηλών έλαβε επίσης πληροφορίες, όπως αναφέρει, τις οποίες του επιβεβαίωσε ο κύριος XXXX, ότι η Εναγόμενη 1 οφείλει και σε άλλους εργολάβους χρήματα, ότι ενδεχομένως να οδεύει προς εκκαθάριση, και ότι έρχονταν σε επαφές με αγοραστές για να πωλήσει εταιρική περιουσία, ενώ μέρος αυτής ενδεχομένως να έχει ήδη αποξενωθεί. Στη συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αναφέρει τις ανησυχίες του και γιατί θεωρεί ότι θα έπρεπε να δεσμευτεί ο τραπεζικός λογαριασμός της Εναγόμενης
- Την 27.11.2020, που ήταν ορισμένη η αίτηση της Ενάγουσας, το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς, λόγω της φύσης του, έπειτα από υπογραφή εγγύησης, από μέρους της Ενάγουσας, ύψους 20.000,00 Ευρώ. Ορίστηκε ως επιστρεπτέο την 10.12.2020 ώρα 8:30 π.μ., προκειμένου να ακουστεί η πλευρά των Εναγόμενων 1 και
- Την 09.12.2020, οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν ένσταση, προβάλλοντας λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση της Ενάγουσας για ενδιάμεση θεραπεία θα πρέπει να απορριφθεί και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 27.11.2020 να ακυρωθεί. Οι λόγοι αυτοί συνοψίζονται στο ότι δεν συνέτρεξε το κατεπείγον ή ειδικές περιστάσεις, υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων και η αίτηση της Ενάγουσας είναι καταχρηστική, ενώ και η εγγύηση των 20.000,00 Ευρώ είναι ανεπαρκής. Ο κύριος XXXX, ο οποίος υποστηρίζει με ένορκη δήλωσή του την ένσταση των Εναγόμενων, ως προς τα γεγονότα, αμφισβητεί το κύρος της συμφωνίας που ισχυρίζεται ότι συνήψε η Ενάγουσα με την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κύριου XXXX), χωρίς κατά τα λοιπά να αμφισβητεί την ύπαρξη συνεργασίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 ή την εκτέλεση εργασιών από μέρους της Ενάγουσας προς όφελος της Εναγόμενης
- Ο κύριος XXXX προβάλλει την εκδοχή ότι ουδέποτε παραλήφθηκαν ανεπιφύλακτα οι εργασίες αυτές, ουδέποτε παραδόθηκαν δεόντως ή ολοκληρωμένες, χωρίς να αμφισβητεί ότι προέκυψε διαφορά μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 σχετική με την εκτέλεση εργασιών από μέρους της Ενάγουσας και την πληρωμή της σε σχέση με τις εργασίες αυτές. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται μάλιστα ότι είχαν δεχθεί, στο πλαίσιο της προσπάθειας εξώδικης διευθέτησης, να πληρώσουν ποσό 20.000,00 Ευρώ στην Ενάγουσα, της κατέβαλαν ήδη 5.000,00 Ευρώ, αλλά η Ενάγουσα αρνήθηκε να δεσμευτεί ως προς την εξώδικη διευθέτηση. Ο κύριος XXXX ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα θα μπορούσε να προωθήσει σχετική απαίτησή της προ καιρού, κάτι που δεν έπραξε, ενώ αρνείται τους ισχυρισμούς του κύριου XXXX που σχετίζονται με δεινή οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1 ή πρόθεση αποξένωσης περιουσίας, θίγοντας τις προθέσεις του μέτοχου της Εναγόμενης 1, κύριου Φιλίππου, και του κύριου XXXX ως κακές. Επιπλέον, τοποθετείται σε σχέση με τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, που θεωρεί ότι δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση. Την 10.12.2020, που ήταν ορισμένη η αίτηση της Ενάγουσας και επιστρεπτέο το προσωρινό διάταγμα, η αίτηση ορίστηκε για Ακρόαση την 16.12.2020 ώρα 8:30 π.μ.. Ήταν αίτημα της πλευράς των Εναγόμενων 1 και 2, στο οποίο δεν διαφώνησε η πλευρά της Ενάγουσας, ότι η ακρόαση της υπόθεσης να οριστεί το συντομότερο δυνατόν. Η ένσταση, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του συνηγόρου της Ενάγουσας, παραλήφθηκε από τον ίδιο την 10.12.
- Την 14.12.2020, ο συνήγορος της Ενάγουσας επικοινώνησε με το Δικαστήριο, εκδηλώνοντας την πρόθεση να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο, την 14.12.2020, ανέφερε στον συνήγορο της Ενάγουσας ότι θα μπορούσε να υποβάλει και προφορικά το αίτημά του, δια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και να αποφανθεί άμεσα το Δικαστήριο επί αυτού. Παρά ταύτα, η Ενάγουσα, την 15.12.2020, καταχώρισε γραπτή αίτηση την οποία βασίζει στη Δ.48,κ.4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας («ΚΠΔ»), με την οποία ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ως το προσχέδιο που προσκομίζει. Στην ένορκη δήλωση του κυρίου XXXX, που συνοδεύει και την αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η ανάγκη προσδιορίζεται στο να απαντηθούν τα όσα αναφέρουν οι Εναγόμενοι στην ένστασή τους και να δοθεί πληροφορία που ήρθε εις γνώση του κύριου XXXX πριν από 2-3 ημέρες. Στο «προσχέδιο» ένορκης δήλωσης που η Ενάγουσα θέλει να καταχωρίσει φαίνεται να θέλει απλά να απαντήσει στα περί του κύρους της συμφωνίας (Τεκμήριο 1) και στο να αρνηθεί ότι έγινε παραποίηση κάποιας επιστολής, και έπειτα στο να πληροφορήσει το Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος 2 ενέγραψε νέα εταιρεία για να συνεχίσει τις εργασίες της Εναγόμενης 1, την οποία σκοπεύει να θέσει εκτός λειτουργίας. Εξαιτίας της καταχώρισης της αίτησής της αυτής, η Ενάγουσα ζήτησε ολιγοήμερη αναβολή της σημερινής ακρόασης του προσωρινού διατάγματος, αίτημα που προσέκρουσε στην ένσταση της πλευράς των Εναγόμενων, οι οποίοι δηλώνουν έτοιμοι για την ακρόαση, αλλά και επείγονται γι' αυτήν, με δεδομένη τη δραστικότητα του υφιστάμενου διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Ένσταση έχει, η πλευρά των Εναγόμενων, και στην καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η έκδοση του προσωρινού διατάγματος μονομερώς εμποδίζει, κατά τις θέσεις των Εναγόμενων, τη διαφοροποίηση του πραγματικού πλαισίου με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή την προσθήκη δεδομένων που προέκυψαν μετά. Από την άλλη, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εάν δεν της επιτραπεί και η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα παραβιαστεί το δικαίωμά της σε δίκαιη δίκη, εφόσον δεν θα πει όσα θέλει στο Δικαστήριο, για να υποστηρίξει πλήρως την ανάγκη της για ενδιάμεση θεραπεία. Έχω υπόψη μου τις θέσεις και των δύο πλευρών, καθώς και το περιεχόμενο όλων των αιτημάτων που εκτέθηκαν στο Δικαστήριο, είτε προφορικά είτε γραπτώς. Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται και της αίτησης για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σήμερα, κατόπιν αιτήματος της Ενάγουσας που βρίσκει σύμφωνη την πλευρά των Εναγόμενων, ως εξάλλου θα επιλαμβάνονταν και σχετικού προφορικού αιτήματος της Ενάγουσας βάσει της Δ.48.κ.2
(4)ΚΠΔ, και προκειμένου να αποφασιστεί άμεσα εάν θα πρέπει να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και γι' αυτό να αναβληθεί η ακρόαση του προσωρινού διατάγματος, ή όχι. Το Δικαστήριο δεν θα ήθελε να γίνει κανονική ακρόαση μιας τέτοιας αίτησης για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με καταχώριση γραπτής ένστασης, αγορεύσεις, κ.λπ.. Μέσα στο πλαίσιο διαχείρισης της ενώπιον του υπόθεσης (case management), αυτό είναι κάτι που μπορεί, υπό τα δεδομένα αυτής της υπόθεσης, σαφώς, να αποφύγει. Όπως αναφέρθηκε, οι θέσεις των δύο πλευρών είναι γνωστές στο Δικαστήριο, τόσον ο λόγος αναβολής όσο και ο λόγος που ζητείται η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι ξεκάθαρα. Και οι λόγοι των ενστάσεων των Εναγόμενων τόσον επί του αιτήματος αναβολής όσο και επί του αιτήματος να επιτραπεί στην Ενάγουσα να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, λαμβάνονται υπόψη. Το Δικαστήριο αποφαίνεται, όμως, επί θεμάτων διακριτικών για τα οποία υπάρχουν και επαρκείς νομολογιακές κατευθύνσεις. Γι' αυτό δεν θα ήθελε περαιτέρω επιχειρηματολογία, από μέρους των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, για να διαχειριστεί τα ενώπιον του διαδικαστικά θέματα. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε σχέση με την αναβολή των ακροάσεων των ενώπιον του υποθέσεων ασκείται δικαστικά, στη βάση των δεδομένων της κάθε υπόθεσης, σε συνάρτηση πάντα με τους λόγους επί των οποίων το αίτημα εδράζεται. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, καλείται να ισορροπήσει, αφενός τα εκατέρωθεν δικαιώματα των διαδίκων, αφετέρου την απόδοση της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο. Ο τελευταίος παράγων αντανακλά καίρια στην αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία του συστήματος δικαιοσύνης [βλέπετε, ενδεικτικά, Κωνσταντίνου ν. Μαυρονικόλα, ECLI:CY:AD:2018:A526, Πολ. Έφ. 509/2012, ημερομηνίας 05.12.2018, Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Callsat Telecom Ltd, ECLI:CY:AD:2018:A375, Πολ. Έφ. 423/2011, ημερομηνίας 20.07.2018, Fregata Holdings Limited v. Petrolina (Holdings) Public Ltd
(2012)1 A.A.Δ. 579]. Με δεδομένο ότι το προσωρινό διάταγμα ήδη εκδόθηκε μονομερώς την 27.11.2020, και ό,τι θα εξεταστεί στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης, υπό το φως πλέον και του πραγματικού πλαισίου που θέτει η πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2, είναι εάν αυτό το προσωρινό διάταγμα θα παραμείνει σε ισχύ ή όχι, η επιθυμία της Ενάγουσας να συμπληρωθεί, να ενισχυθεί ή να διαφοροποιηθεί η μαρτυρία επί της οποίας το Δικαστήριο ήδη βασίστηκε και εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα, και γι' αυτό να αναβληθεί και η ακρόαση του προσωρινού διατάγματος, εκλαμβάνεται ως μία προσπάθεια της Ενάγουσας να επικρατήσει ο δικός της λόγος, ενώ έχει ήδη ακουστεί μονομερώς, έναντι αυτού των Εναγόμενων. Εστιάζοντας στο περιεχόμενο της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η Δ.48,κ.4
(2)ΚΠΔ ορίζει ότι το Δικαστήριο, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Παρόλο που στους διαδικαστικούς κανονισμούς δεν εξηγείται ποιος είναι ο «καλός λόγος», ευλόγως, εφόσον αυτός συνυφαίνεται με τα δεδομένα αλλά και τη φύση της κάθε υπόθεσης, η νομολογία είναι αρκούντως βοηθητική, ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο μπορεί να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια σε ορισμένες περιπτώσεις[1]. Ως προς αυτές που μπορούν να θεωρηθούν κατευθυντήριες γραμμές επί του θέματος, με συνοπτικότητα να λεχθεί πως ο σκοπός είναι, σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του την πλήρη πραγματική εικόνα[2], μα στην έκταση που αυτό είναι αναγκαίο για να προσεγγίσει το υπό κρίση ζήτημα· όχι για να επιτραπεί στους διαδίκους η ανάπτυξη διαλόγου δια των ενόρκων δηλώσεων ή η επανάληψη, προς έμφαση, της δικής τους εκδοχής ή κάποια αχρείαστη, για τη θέση του πραγματικού πλαισίου, δευτερολογία[3] ή ακόμα και η κάλυψη ηθελημένου κενού στην αρχικά δοθείσα μαρτυρία - επί της οποίας ενδεχομένως το Δικαστήριο να είχε βασιστεί - ή η επούλωση κρίσιμων ελλείψεων, κατά τρόπο που η μετέπειτα διαφοροποίηση να προκαλεί αδικία. Είναι ήδη δεδομένο που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, και που μάλιστα δεν αμφισβητείται ως γεγονός, ότι η Ενάγουσα εκτέλεσε εργασίες για την Εναγόμενη 1 και υπάρχει υπόλοιπο οφειλόμενο γι' αυτές. Προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης απέτυχε. Κατά πόσον ευσταθούν ή όχι οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί και οι εκδοχές επί της ουσίας είναι κάτι που θα διαφανεί κατά την ακρόαση της αγωγής. Οι επιμέρους λεπτομέρειες επί του πραγματικού, επί του παρόντος, σε μια διαδικασία όπως αυτήν της κυρίως αίτησης, όπου το Δικαστήριο εξέτασε ήδη και θα αναθεωρήσει υπό τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων 1 και 2 εάν πληρούνται ή όχι συγκεκριμένες προϋποθέσεις, κυρίως με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και τις επιμέρους αρχές που ισχύουν για τα διατάγματα Mareva, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, είναι αχρείαστες. Δεν εξυπηρετούν σε οτιδήποτε το έργο του Δικαστηρίου ως προς την επανεξέταση της συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων για τη χορήγηση θεραπείας ενδιάμεσης, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης απαίτησης της Ενάγουσας. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να ξέρει την απάντηση της Ενάγουσας στις θέσεις των Εναγόμενων που έχουν να κάνουν με το κύρος της συμφωνίας του Τεκμηρίου 1 και την αυθεντικότητα κάποιας επιστολής. Εφόσον δεν αμφισβητείται η συμβατική σχέση γενικά. Το να επιτραπεί η απάντηση της Ενάγουσας στις επιμέρους ουσιαστικές θέσεις των Εναγόμενων δεν προσθέτει σε οτιδήποτε, ενώ μετατρέπει τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε απαντητικό δικόγραφο και ο σκοπός της δεν είναι αυτός. Όσον αφορά τώρα την πληροφορία που έλαβε ο κύριος XXXX, ότι ο Εναγόμενος 2 έχει συστήσει νέα εταιρεία, προβλημάτισε λίγο περισσότερο το Δικαστήριο. Η ύπαρξη κινδύνου αποξένωσης, του πραγματικού κινδύνου, είναι ζήτημα απόλυτα σχετικό στα διατάγματα Mareva, όπως αυτό που εκδόθηκε προς όφελος της Ενάγουσας, και το Δικαστήριο, ως προς αυτό το ζήτημα αυτό, αναζητεί και μαρτυρία, από αυτήν που ήδη προσκομίστηκε από την Ενάγουσα και αποτέλεσε τη βάση του προσωρινού διατάγματος. Όπως θα εξηγηθεί ενδεχομένως και στο πλαίσιο εκδίκασης του προσωρινού διατάγματος. Ωστόσο, η εξ ακοής μαρτυρία υποτιθέμενου γεγονότος που θέλει να εισφέρει στη μαρτυρία της εκ των υστέρων η Ενάγουσα, ότι δηλαδή ο Εναγόμενος 2 συνέστησε και άλλη εταιρεία, στον βαθμό που, αντικειμενικά θεωρούμενη και ανεξαρτήτως των ερμηνειών του μάρτυρα, ακόμα και εάν υποτεθεί ότι όντως αληθεύει το γεγονός, δεν υποδηλώνει είτε απομονωμένα είτε σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία συγκεκριμένο, απτό κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1, δεν θα θεωρούνταν σχετική να επιτραπεί, ακόμα και εάν δεν εκδίδονταν μονομερώς το προσωρινό διάταγμα. Η Ενάγουσα αναφέρει στην αρχική μαρτυρία της ορισμένες ενέργειες βάσει των οποίων εκλαμβάνει την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου και στις οποίες βασίστηκε το Δικαστήριο και εξέδωσε μονομερώς το προσωρινό διάταγμα. Αυτές, σε κάποιαν έκταση, αμφισβητούνται από τους Εναγόμενους 1 και 2. Το Δικαστήριο θα αξιολογήσει την εκατέρωθεν μαρτυρία για τον κίνδυνο αυτό, στον βαθμό που απαιτείται να το πράξει για ένα διάταγμα Mareva. Μα όσον αφορά το νέο γεγονός, δεν θα επιτραπεί η εισαγωγή του στη μαρτυρία της Ενάγουσας γιατί το Δικαστήριο δεν μπορεί να βοηθηθεί να συμπεράνει εξ αυτού, εκ της ενέργειας του Εναγόμενου 2 να συστήσει άλλη εταιρεία (έμμεσα), τέτοιο κίνδυνο. Συναφώς, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο και να εμποδίσει τον Εναγόμενο 2 από του να συστήνει εταιρείες ή να επιχειρεί αλλού, θεωρώντας πως έτσι διαφυλάσσεται η εταιρική περιουσία της Εναγόμενης 1. Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη του τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που θα ήθελε να καταχωρίσει η Ενάγουσα, λόγος για τον οποίον αιτείται της αναβολής, και την ύπαρξη ένστασης των Εναγόμενων 1 και 2, και έχοντας υπόψη τις νομολογιακές κατευθύνσεις, δεν θεωρεί ότι υπάρχει καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώριση τέτοιας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Διάβημα που, ούτως ή άλλως, κατά κανόνα, αποφεύγεται σε προσωρινά διατάγματα που ήδη εκδόθηκαν μονομερώς. Γι' αυτό, δεν θεωρεί και ότι θα πρέπει να αναβάλει την ακρόαση του προσωρινού διατάγματος. Δεν θεωρώ ότι με το να μην επιτραπεί η αναβολή της σημερινής ακρόασης ή η καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παραβλάπτει το δικαίωμα της Ενάγουσας να ακουστεί στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος. Έχει ακουστεί και ακούγεται επί των σχετικών θεμάτων. Κατανοώ, βεβαίως, και την προσπάθεια της Ενάγουσας να ενισχύσει όσο το περισσότερο την εκδοχή που ήδη έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Καλούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων να καταθέσουν τις αγορεύσεις τους σε σχέση με την αίτηση ημερομηνίας 25.11.2020 για έκδοση προσωρινού διατάγματος και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 27.11.2020, εκτός εάν κάποιο αίτημα αναβολής της σημερινής ακρόασης έχει οποιονδήποτε άλλο λόγο, που το Δικαστήριο είναι έτοιμο να εξετάσει. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Φιλόκυπρου ν. Ματθαίου [2008] 1 Α.Α.Δ. 510. [2] A. Messions & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα [2010] 1 Α.Α.Δ. 195. [3] Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269, Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 643, Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφεση 29/2014, ημερομηνίας 03.11.2016, Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λίμιτεδ, κ.α., Πολ. Έφ. 312/2010, ημερομηνίας 17.07.2014. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο