EPSCO (CYPRUS) LTD ν. GILJAM κ.α., Αρ. Αγωγής: 27/2020, 14/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A199 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 27/2020 Μεταξύ: EPSCO (CYPRUS) LTD Ενάγουσα και
- XXXX GILJAM
- GSSC LTD
- VISSER V/H I. VAN RAALTE B.V. Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 29.10.2020 Ημερομηνία: 14.12.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: ΠΟΛΑΚΗΣ ΣΑΡΡΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: ΛΟΪΖΟΣ ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα, με την αγωγή της, για την οποία εξέδωσε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, αξιώνει διατάγματα που να απαγορεύουν στους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους τους από του να χρησιμοποιούν και/ή να αποκαλύπτουν και/ή να εκμεταλλεύονται και/ή να δημοσιοποιούν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή στοιχείο εμπιστευτικής φύσης και/ή αρχείο πελατών και/ή συνεργατών της Ενάγουσας τα οποία περιήλθαν σε γνώση τους και/ή στην κατοχή τους κατά τη διάρκεια της απασχόλησης και/ή εργοδότησης του Εναγόμενου 1 στην Ενάγουσα, και οποιαδήποτε συμφωνία και/ή έγγραφα και/ή πνευματική ιδιοκτησία της Ενάγουσας. Περαιτέρω, αξιώνει αποζημιώσεις. Στο πλαίσιο της αγωγής της, την 09.01.2020, η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ως αυτά που αξιώνει με την αγωγή της, υπό μορφή ενδιάμεσης θεραπείας, κατά κύριο λόγο στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, υποστηρίζοντας την αίτησή της με ένορκη δήλωση του κυρίου XXXX, διευθυντή και ιδιοκτήτη της Ενάγουσας. Στη μαρτυρία του, ο ενόρκως δηλών, αναφέρει πως ο Εναγόμενος 1 εργάζονταν στην Ενάγουσα από την 01.02.2014 μέχρι την 28.06.2019, σε διευθυντική θέση, ενώ από την 16.07.2019 συστάθηκε η Εναγόμενη 2, εταιρεία με το ίδιο αντικείμενο υπηρεσιών, της οποίας ο Εναγόμενος 1 είναι μέτοχος και διευθυντής. Η Εναγόμενη 3 λάμβανε υπηρεσίες από την Ενάγουσα. Περί τον Ιανουάριο του 2019, κατά τη διάρκεια απουσίας και αναπλήρωσης του Εναγόμενου 1, εντοπίστηκαν στον υπολογιστή του στοιχεία βάσει των οποίων ο ενόρκως δηλών σχημάτισε την πεποίθηση ότι ο Εναγόμενος 1 διέδιδε στην Εναγόμενη 3 κακεντρέχειες για το πρόσωπό του και εμπιστευτικές πληροφορίες στις οποίες είχε πρόσβαση λόγω της θέσης του. Ως αποτέλεσμα αυτής της ανακάλυψης, ο Εναγόμενος 1 τέθηκε υπό επιτήρηση και υπέγραψε εγχειρίδιο εμπιστευτικότητας, ενώ οι διαπραγματεύσεις με την Εναγόμενη 3 έπαυσαν. Ενώ την 27.06.2019 ανακοινώθηκε στον Εναγόμενο 1 ότι θα αναλάμβανε διευθυντικά καθήκοντα και σε νέο τομέα εργασίας της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος 1 την 28.06.2019 υπέβαλε την παραίτησή του, παραδίδοντας την εταιρική περιουσία. Τότε από τον φορητό υπολογιστή τη εταιρείας και το εταιρικό κινητό που παρέδωσε διαπιστώθηκε ότι διέγραψε όλα τα δεδομένα, που η Ενάγουσα θεωρεί δικά της και σημαντικά, και τα οποία δεν μπόρεσε να ανακτήσει με αγορά σχετικών υπηρεσιών από τρίτους. Η Ενάγουσα θεωρεί ότι ο Εναγόμενος 1 άρχισε ενέργειες σύστασης της δικής του εταιρείας ενόσω απασχολούνταν στην Ενάγουσα και παράλληλα αλίευε πελατολόγιο και συνεργάτες της Ενάγουσας, κάνοντας χρήση δικών της μεθόδων και υλικού, που χρησιμοποιεί χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει παραδείγματα που θεωρεί σχετικά. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση αυτή, προβάλλοντας λόγους για τους οποίους, κατά τη θέση τους, δεν πρέπει να χορηγηθεί στην Ενάγουσα ενδιάμεση θεραπεία. Στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, που συνοδεύει την ένσταση, ημερομηνίας 08.10.2020, ο Εναγόμενος 1 εκφράζει την πεποίθηση ότι η Ενάγουσα ήγειρε εναντίον του αγωγή εκδικητικά, επειδή ο Εναγόμενος 1 αποφάσισε να ανοίξει τη δική του ανταγωνιστική επιχείρηση. Διαψεύδει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί δόλιας προσέγγισης πελατών και συνεργατών της Ενάγουσας ή αποκάλυψη ή κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών, και εξηγεί τον τομέα εργασιών της Ενάγουσας. Εξηγεί, επίσης, πως ό,τι διέγραψε, παραδίδοντας την εταιρική περιουσία, ήταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που ανήκαν στον ίδιο και σε μέλη της οικογένειάς του, και δεν είχε χαθεί οποιοδήποτε δεδομένο ή έγγραφο της εταιρείας. Απαντά επί των παραδειγμάτων που προβάλλει η Ενάγουσα ως ενδεικτικών των δόλιων ενεργειών που καταλογίζει η Ενάγουσα στον Εναγόμενο, προς διάψευση. Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία, η Ενάγουσα, την 29.10.2020, καταχώρισε και την υπό εξέταση αίτηση, την οποία βασίζει στη Δ.48,κ.4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας («ΚΠΔ»), με την οποία ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει «απαντητική ένορκη δήλωση», ως το προσχέδιο που προσκομίζει. Στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου κυρίας XXXX, που συνοδεύει την αίτηση αυτή, δεν εξηγείται γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια επιτρέποντας την περαιτέρω μαρτυρία. Στο «προσχέδιο» ένορκης δήλωσης που η Ενάγουσα θέλει να καταχωρίσει φαίνεται να θέλει απλά να απαντήσει σε ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1, ως ακριβώς θα έπραττε σε ένα δικόγραφο, να τους αρνηθεί ή να τους παραδεχθεί, να επαναλάβει, να θέσει άλλη διάσταση επί των ιδίων γεγονότων, και να επιμείνει τελικά στη δική της εκδοχή. Στην αίτηση αυτή της Ενάγουσας ενίστανται οι Εναγόμενοι 1 και 2, προβάλλοντας λόγους ένστασης που συνοψίζονται στο ότι με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, και ανεξήγητα προέρχεται από άλλο πρόσωπο και όχι τον κύριο XXXX, δεν προβλήθηκε οτιδήποτε που να μαρτυρεί ότι υπάρχει καλός λόγος ή ότι είναι δίκαιο και ορθό και αναγκαίο να επιτραπεί η καταχώριση της περαιτέρω ένορκης δήλωσης, ενώ οι ισχυρισμοί που θέλουν να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, όπως διαφαίνονται μέσα από το προσχέδιο ένορκης δήλωσης, πέραν του ότι ήταν εξ αρχής γνωστοί στην Ενάγουσα και δεν συνιστούν νέα γεγονότα, δεν είναι και σχετικοί με τα επίδικα θέματα. Ο Εναγόμενος 1, στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αυτή, εξηγεί περαιτέρω τους λόγους ένστασης. Οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους και έχω υπόψη μου ό,τι ακριβώς έχει εκτεθεί στο Δικαστήριο. Η Δ.48,κ.4
(2)ΚΠΔ ορίζει ότι το Δικαστήριο, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Παρόλο που στους διαδικαστικούς κανονισμούς δεν εξηγείται ποιος είναι ο «καλός λόγος», ευλόγως, εφόσον αυτός συνυφαίνεται με τα δεδομένα αλλά και τη φύση της κάθε υπόθεσης, η νομολογία είναι αρκούντως βοηθητική, ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο μπορεί να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια σε ορισμένες περιπτώσεις, γιατί περί διακριτικής ευχέρειας πρόκειται[1]. Ως προς αυτές που μπορούν να θεωρηθούν κατευθυντήριες γραμμές επί του θέματος, δεν φαίνεται να διαφωνούν οι δύο πλευρές. Ο σκοπός είναι, σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του την πλήρη πραγματική εικόνα[2], μα στην έκταση που αυτό είναι αναγκαίο για να προσεγγίσει το υπό κρίση ζήτημα· όχι για να επιτραπεί στους διαδίκους η ανάπτυξη διαλόγου δια των ενόρκων δηλώσεων ή η επανάληψη, προς έμφαση, της δικής τους εκδοχής ή κάποια αχρείαστη, για τη θέση του πραγματικού πλαισίου, δευτερολογία[3] ή ακόμα και η κάλυψη ηθελημένου κενού στην αρχικά δοθείσα μαρτυρία - επί της οποίας ενδεχομένως το Δικαστήριο να είχε βασιστεί - ή η επούλωση κρίσιμων ελλείψεων, κατά τρόπο που η μετέπειτα διαφοροποίηση να προκαλεί αδικία. Είναι ήδη δεδομένο που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, και που μάλιστα δεν αμφισβητείται ως γεγονός, ότι ο Εναγόμενος, πρώην απασχολούμενος σε διευθυντική θέση στην Ενάγουσα, συνέστησε μια ανταγωνιστική εταιρεία, την Εναγόμενη
- Ο Εναγόμενος 1 δεν αμφισβητεί μεγάλο μέρος των γεγονότων, ως εκτίθενται, αλλά αυτά, από τη δική του οπτική, ερμηνεύονται διαφορικά και έχουν διαφορετική σημασία· τη δε σύσταση της ανταγωνιστικής εταιρείας φαίνεται ότι τη θεωρεί δικαιωματική, ως απόρροια της επαγγελματικής του εξέλιξης, που βασίζεται στο σύνολο των γνώσεων και των εμπειριών του. Εάν ο Εναγόμενος 1 υπονόμευσε τις εργασίες της Ενάγουσας δια της Εναγόμενης 2, κάνοντας χρήση συνεργασιών, πελατολογίων, μεθόδων που ήταν κατ' οποιονδήποτε τρόπο προστατευόμενα και εμπιστευτικά, ή όχι, αποτελεί ζήτημα που θα αξιολογηθεί ενδεχομένως κατά την εκδίκαση της αγωγής, αναλόγως της μαρτυρίας που η κάθε πλευρά τότε θα προσκομίσει. Οι επιμέρους λεπτομέρειες επί του πραγματικού επί του παρόντος, σε μια διαδικασία όπως αυτήν της κυρίως αίτησης, όπου το Δικαστήριο εξετάζει απλά εάν πληρούνται ή όχι συγκεκριμένες προϋποθέσεις, κυρίως με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, είναι εντελώς αχρείαστες. Δεν εξυπηρετούν σε οτιδήποτε το έργο του Δικαστηρίου ως προς την εξέταση της συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων για τη χορήγηση θεραπείας ενδιάμεσης, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης απαίτησης της Ενάγουσας. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να γνωρίζει όλα αυτά που η Ενάγουσα θέλει να εισαγάγει περαιτέρω στη μαρτυρία της· που θέλει να τα εισαγάγει όχι προς συμπλήρωση του πραγματικού πλαισίου με κάτι ουσιώδες που ευλόγως παρέλειψε γιατί δεν μπορούσε να προβλέψει τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων 1 και 2, αλλά προς απάντηση και διάψευση των ισχυρισμών του Εναγόμενου 1 επί των ιδίων ακριβώς γεγονότων και μέσα στο ίδιο πραγματικό πλαίσιο που διαμορφώνουν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι υπάρχει καλός λόγος για την καταχώριση της ένορκης δήλωσης που θα επιθυμούσε να καταχωρίσει η Ενάγουσα. Γι' αυτό δεν χρειάζεται να εξετάσει οποιονδήποτε άλλο λόγο ένστασης των Εναγόμενων 1 και
- Η αίτηση ημερομηνίας 29.10.2020 για καταχώριση απαντητικής ένορκης δήλωσης απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος στην οποία αφορούσε η αίτηση. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Φιλόκυπρου ν. Ματθαίου [2008] 1 Α.Α.Δ.
- [2] A. Messions & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα [2010] 1 Α.Α.Δ.
- [3] Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269, Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 643, Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφεση 29/2014, ημερομηνίας 03.11.2016, Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λίμιτεδ, κ.α., Πολ. Έφ. 312/2010, ημερομηνίας 17.07.2014. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο