← Κύπρος

ΠΕΤΡΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ν. ΚΑΛΛΙΣΘΕΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4705/2010, 24/3/2020

ΠΕΤΡΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ν. ΚΑΛΛΙΣΘΕΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4705/2010, 24/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A209 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4705/2010 Μεταξύ: ΠΕΤΡΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Ενάγοντα και ΚΑΛΛΙΣΘΕΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενης -------------------------------- Ημερομηνία:24 Μαρτίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη/αιτήτρια: Ο κ. Α. Γλυκής για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση: Ο κ. Ν. Χαραλαμπίδης για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση έφεσης) Η αιτήτρια με την παρούσα αίτηση της αιτείται την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.35 Θ.Θ.1-17,18 και 19, Δ.48 Θ.Θ. 1-7, 8

(1)(ee) και Δ.64 καθώς και στην συμφυή εξουσία, νομολογία και πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση του ο κ. Θεοφάνης Μιχαηλίδης ο οποίος είναι ασκούμενος δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια στην παρούσα διαδικασία και δηλώνει εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Εκτός της παραπομπής που κάνει στο φάκελο της υπόθεσης, δηλώνει γνώστης των γεγονότων της και όπου αναφέρεται σε γεγονότα που δεν εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση δηλώνει ότι αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του, γεγονότα τα οποία πιστεύει ως αληθή. Εξηγεί ότι ο λόγος που προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι η ίδια η αιτήτρια είναι διότι αφορά νομικό χειρισμό και αμιγώς νομικά ζητήματα αλλά και γιατί η ίδια η αιτήτρια αδυνατούσε να εμφανιστεί ενώπιον του Πρωτοκολλητή για να υπογράψει την ένορκη δήλωση. Αναφέρει τα εξής σε σχέση με την ανάγκη που επέβαλε την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Επιδιώκεται η αναστολή της απόφασης η οποία εκδόθηκε την 6.09.2019 (Τεκμ. 1). Την 15.10.2019 καταχωρήθηκε Έφεση από την αιτήτρια (Τεκμ. 2), και την ίδια ημερομηνία έλαβαν ειδοποίηση καταχώρησης Έφεσης και από τον καθ' ου η αίτηση. Υποστηρίζει ότι όπως πιστεύει είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης διότι, εάν εκτελεστεί η απόφαση, δεν θα μπορεί να αποδοθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθώς, όπως υποστηρίζει, η Έφεση που καταχώρησε η αιτήτρια έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και θα είναι αδύνατη η αποκατάσταση του διεκδικούμενου δικαιώματος σε μεταγενέστερο στάδιο. Υποστηρίζει ότι ο καθ' ου η αίτηση αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα τα οποία τον επηρεάζουν σημαντικά στην καθημερινότητα του. Είναι επιπλέον ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση ότι δεν είναι σε θέση να φροντίζει τον εαυτό του, ότι λαμβάνει αμφιλεγόμενη και αχρείαστη φαρμακευτική αγωγή από τους προσωπικούς του ιατρούς, η οποία όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αδιαμφισβήτητα του προκαλεί σοβαρές παρενέργειες. Επομένως, καθίσταται ξεκάθαρο, ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να μη μπορεί να διαχειριστεί τα ποσά που θα δοθούν σε αυτόν και υπάρχει σοβαρή πιθανότητα όταν παραλάβει τα χρήματα αυτά να τα σπαταλήσει άσκοπα ή να τα μεταφέρει σε τραπεζικούς λογαριασμούς στο εξωτερικό ή να φύγει ή να διαφύγει ή να αποχωρήσει από τα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, μεταφέροντας μαζί του τα συγκεκριμένα ποσά της απόφασης και σε μια τέτοια περίπτωση η αιτήτρια δεν θα έχει οποιοδήποτε ένδικο ή άλλο μέσο για να διεκδικήσει επιστροφή των χρημάτων της και συνεπώς η Έφεση που καταχώρησε θα παραμείνει άνευ αντικείμενου. Το γεγονός ότι καταχώρησε και ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση Έφεση, ισχυρίζεται, δεικνύει ότι υπάρχουν ακόμη περισσότερες και πολύ καλές πιθανότητες να ανατραπεί η πρωτόδικη απόφαση. Επανερχόμενος στο ζήτημα της ενδεχόμενης αδυναμίας του καθ' ου η αίτηση και της ικανότητας του να επιστρέψει τα χρήματα που θα του καταβάλει η αιτήτρια, δυνάμει της πρωτόδικης απόφασης, επικαλείται την αφερεγγυότητα του και τα ψυχολογικά του προβλήματα που ο ίδιος επικαλείται ότι αντιμετωπίζει σε αντίθεση με την αιτήτρια η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο καλυπτόταν από ασφαλιστική Εταιρεία, η οποία έχει υποχρέωση με βάση τον νόμο να καλύψει τις απαιτήσεις του καθ' ου η αίτηση και η οποία λειτουργεί σύμφωνα με τους Περί Ασφαλιστικών Εταιρειών Νόμους, όπου όλες οι απαιτήσεις είναι εξασφαλισμένες με βάση τα αποθεματικά που επιβάλλονται από αυστηρότατη νομοθεσία. Περαιτέρω, εκφράζει τη θέση ότι η παρούσα αίτηση δεν είναι τέτοιας φύσης που να δικαιολογεί την κατάθεση εγγύησης, εκ μέρους της αιτήτριας, αλλά, μέσω της Ασφαλιστικής της Εταιρείας, ήτοι τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λίμιτεδ, η οποία υποχρεούται δυνάμει της κείμενης νομοθεσία να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη στην αιτήτρια, αφού διατηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος, ασφαλιστικό συμβόλαιο με την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία, δηλώνει φερέγγυα και ικανή να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση του δικαστηρίου. Περαιτέρω εισηγείται ότι εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, δεν παραβιάζεται επ' ουδενί η αρχή ότι ο καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να απολαμβάνει τους καρπούς της επιτυχίας του, καθ' ότι υπάρχει ουσιαστικός λόγος, όπως πιο πάνω αναλυτικά επεξηγείται για παρέκκλιση από την αρχή αυτή, αλλά και εν πάση περιπτώσει γιατί η ασφαλιστική εταιρεία της αιτήτριας, είναι απολύτως φερέγγυα. Η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα εξασφαλίσει ένα υγιές και ορθό ισοζύγιο μεταξύ των συμφερόντων της αιτήτριας και αυτών του καθ' ου η αίτηση. Η αίτηση αποσκοπεί στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος έφεσης και όχι η παράκαμψη της διαδικασίας ή η αποστέρηση των καρπών του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος ξεκάθαρα και σαφέστατα είναι αφερέγγυος σε αντίθεση με την αιτήτρια, η οποία καλύπτεται από την Ασφαλιστική της Εταιρεία, η οποία είναι καθ' όλα φερέγγυα. Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης του να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.35 Θ.4, Θ.18 - 19, Δ.39.Θ.2, Δ.40 Θ.1, 7, 11, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4, 7,8,9, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60), Άρθρα 29,32, και 47, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6) Άρθρα 7, 8 και 9, στο Σύνταγμα, στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και στη νομολογία. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση (παρατίθενται αυτολεξεί): «
  1. Η παρούσα αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος.
  2. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και ελλιπής.
  3. Ο ενόρκως δηλών, Θεοφάνης Μιχαηλίδης δεν μπορεί να στηρίξει την παρούσα αίτηση καθώς δεν έχει προσωπική γνώση των όσων ισχυρίζεται και/ή δεν θα μπορούσε να έχει τέτοια γνώση και/ή δεν αποκαλύπτει με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο την πηγή της γνώσης του για τα γεγονότα που αναφέρει και/ή για ουσιώδη γεγονότα που αναφέρει με αποτέλεσμα το αίτημα της Αιτήτριας να παραμένει αστήρικτο και ατεκμηρίωτο.
  4. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του Θεοφάνη Μιχαηλίδη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 18.10.19 για λογαριασμό της Εναγόμενης / Αιτήτριας στερούνται κάθε λογικής και/ή τα όσα αναφέρει δεν είναι αρκετά και/ή ικανοποιητικά και/ή επαρκή και/ή αληθή ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης.
  5. Τα γεγονότα που επικαλείται η Εναγόμενη/ Αιτήτρια μέσω του Θεοφάνη Μιχαηλίδη δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος και/ή οι προβαλλόμενοι ως λόγοι για τους οποίους η Εναγόμενη/ Αιτήτρια αιτείται την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης είναι γενικοί, ασαφείς και αόριστοι και δεν ικανοποιούνται τα κριτήρια και/ή οι αρχές που έχουν καθιερώσει οι θεσμοί και/ή η νομολογία για τέτοια αναστολή εκτέλεσης και/ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και/ή δεν υπάρχουν εκείνες οι εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την αιτούμενη αναστολή εκτέλεσης.
  6. Η Εναγόμενη/ Αιτήτρια δεν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας στην καταχωρηθείσα Έφεση. Οι λόγοι έφεσης της Εναγόμενης/ Αιτήτριας αφορούν την από μέρους του πρωτόδικου δικαστηρίου αξιολόγηση μαρτυρίας και τα συνακόλουθα ευρήματα του σε ζητήματα αξιοπιστίας. Το Εφετείο επεμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου συγκρούονται με την κοινή λογική, ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματά του, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση.
  7. Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης/ Αιτήτριας περί καλής υπόθεσης και επιτυχίας της έφεσης προβάλλεται γενικά, αόριστα και ατεκμηρίωτα. Αντίθετα, η εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση ημερομηνίας 06.09.2019 είναι, σε σχέση με τους λόγους Έφεσης της Εναγόμενης, καθ΄ όλα νομικά και νομολογιακά ορθή, δίκαιη και εμπεριστατωμένη και ως εκ τούτου η Έφεση της Εναγόμενης/ Αιτήτριας θα απορριφθεί.
  8. Σε κάθε περίπτωση δε, η πιθανότητα και/ή το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της Έφεσης που η Αιτήτρια/ Εναγόμενη επικαλείται δεν είναι καθοριστικό ζήτημα και/ή αποφασιστικής σημασίας παράγοντας και/ή προϋπόθεση και/ή κριτήριο και/ή δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγοντας στην επίλυση ενός τέτοιου θέματος αλλά είναι παράγοντας οριακής σημασίας, εκτός εάν μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της Έφεσης, οπότε και ο λόγος αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Κάθε άλλο παρά μπορεί στην παρούσα υπόθεση να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ότι θα είναι επιτυχής η Έφεσης της Εναγόμενης/Αιτήτριας.
  9. Σε περίπτωση που εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης αυτό θα επιφέρει μεγάλη αδικία στον Ενάγοντα/ Καθ' ου η Αίτηση αφού σε καμιά περίπτωση δεν υφίστανται οι ειδικές εκείνες περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούν την στέρηση από τον Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση των καρπών της επιτυχίας του.
  10. Η Εναγόμενη/ Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη σοβαρού και άμεσου κινδύνου πλήρους αποδυνάμωσης του αποτελέσματος της Έφεσης σε περίπτωση επιτυχίας της και σε καμία περίπτωση δεν καταδεικνύει δυσμενείς και ανεπανόρθωτες συνέπειες ώστε να μην μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, κριτήρια που θα πρέπει να πληρoύνται ώστε να διαταχθεί αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης.
  11. Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης/ Αιτήτριας ότι σε περίπτωση μη έγκρισης της αίτησης θα καταστεί η έφεση άνευ αντικειμένου και θα είναι αδύνατη η αποκατάσταση του διεκδικούμενου δικαιώματος μεταγενέστερα είναι γενική και/ή αόριστη και/ή αβάσιμη και/ή ατεκμηρίωτη. Η Εναγόμενη/ Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει σε καμία περίπτωση τον ως άνω ισχυρισμό της και ούτε έχει υποδείξει με ποιο τρόπο θα προκληθεί τέτοια αδικία ώστε να μην μπορεί να αποδοθεί μεταγενέστερα δικαιοσύνη και/ή να δικαιολογείται η διαταγή αναστολής.
  12. Η μη έγκριση της αίτησης σε καμία περίπτωση δεν καθιστά την έφεση άνευ αντικειμένου καθώς το αντικείμενο για το οποίο επιδιώκεται αναστολή της εκτέλεσης είναι χρηματικό ποσό και/ή χρηματική αποζημίωση και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα αδυναμίας αποκατάστασης του μεταγενέστερα της έφεσης.
  13. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του Ενάγοντα/ Καθ' ου η αίτηση και της διατήρησης της σημερινής κατάστασης πραγμάτων μέχρι και την εκδίκαση της καταχωρηθείσας από την Εναγόμενη/Αιτήτρια Έφεσης.
  14. Δεν τεκμηριώνεται μέσα από την Ένορκη Δήλωση του Θεοφάνη Μιχαηλίδη ότι η Εναγόμενη/ Αιτήτρια και/ή η ασφαλιστική εταιρεία Γενικές ασφάλειες Κύπρου Λίμιτεδ θα έχουν την οικονομική δυνατότητα αποπληρωμής του εξ' αποφάσεως χρέους μετά την εκδίκαση της Έφεσης που καταχώρησε η Εναγόμενη/ Αιτήτρια και/ή δεν έχει καταδειχθεί φερεγγυότητα για εύλογο μελλοντικό χρόνο, εντός του οποίου αναμένεται λογικά η ολοκλήρωση της εκδίκασης της Έφεσης που καταχώρησε η Εναγόμενη/Αιτήτρια και/ή δεν υπάρχει δυνατότητα να προβλεφθεί σήμερα κατά πόσο σε 5 περίπου χρόνια από σήμερα, που κατά μέσο όρο απαιτείται να εκδικαστεί μια Πολιτική Έφεση, η Εναγόμενη/Αιτήτρια και/ή η Εταιρεία «Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λίμιτεδ» θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσουν τον Ενάγοντα.
  15. Η πλευρά της Εναγόμενης/ Αιτήτριας δεν έχει παράσχει καμία εγγύηση και/ή εξασφάλιση προς τον Ενάγοντα/ Καθ' ου η Αίτηση έτσι ώστε ο τελευταίος να μην μείνει εκτεθειμένος, για αυτό το λόγο το αίτημα είναι καταχρηστικό και/ή αδικαιολόγητο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εγκριθεί και/ή πετύχει.
  16. Η αίτηση της Εναγόμενης/ Αιτήτριας είναι καταχρηστική και έχει ως μόνο σκοπό να εμποδίσει τον Ενάγοντα/ Καθ' ου η αίτηση από το να λάβει ότι δικαιωματικά έχει επιδικασθεί υπέρ του πρωτοδίκως και/ή αποσκοπεί στην καθυστέρηση της απόδοσης στον Ενάγοντα του επιδικασθέντος προς όφελος του ποσού με την απόφαση ημερομηνίας 06.09.19 και/ή αποσκοπεί στο να προκαλέσει ζημιά στον Ενάγοντα.
  17. Σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος αναστολής μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης της Εναγόμενης/Αιτήτριας θα διαρρεύσει μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου ο Ενάγοντας θα συνεχίσει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του, επιπροσθέτως των 10 και πλέον χρόνων που διέρρευσαν από το επίδικο δυστύχημα ημερομηνίας 12.06.2009 μέχρι την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 06.09.
  18. Τυχόν παροχή του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει βλάβη στον ενάγοντα και θα του στερήσει τα νόμιμα δικαιώματα του όπως αυτά προβλέπονται από τον Νόμο ενώ θα παραβιάσει και το θεμελιώδες δικαίωμα του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση για διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων εντός εύλογου χρόνου, όπως αυτό προβλέπεται από το Α.30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας.
  19. Η πρωτόδικη απόφαση έχει εφεσιβληθεί και από μέρος του Ενάγοντα/ Καθ΄ ου η αίτηση και υπάρχει το πολύ ορατό ενδεχόμενο το επιδικασθέν υπέρ του ποσό να αυξηθεί.
  20. Η αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι παραπλανητική.
  21. Η παρούσα αίτηση δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της Δικαιοσύνης». Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η δικηγόρος κα Χριστιάνα Αντωνίου του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τον καθ' ου η αίτηση. Πέραν της προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης και της εξουσιοδότησης που έχει για την εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση υποστήριξης της ένστασης με ένορκη δήλωση της, κατ' ουσία επαναλαμβάνει την αιτιολογική βάση του κάθε λόγου ένστασης τους οποίους και υιοθετεί και οι οποίοι ήδη έχουν καταγραφεί αυτούσιοι πιο πάνω, περαιτέρω προχωρεί σε απάντηση ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τον ενόρκως δηλούντα κ. Μιχαηλίδη και εκφράζει τις θέσεις του καθ' ου η αίτηση σε απάντηση σε αυτούς. Ειδικότερα σε σχέση με τον ισχυρισμό εκ μέρους της αιτήτριας περί της επιτυχίας της Έφεσης η κα Αντωνίου αναφέρει ότι εξ όσων γνωρίζει και όπως συμβουλεύεται, το κριτήριο για να διαταχθεί αναστολή είναι να έχουν καταδειχθεί τέτοιες καλές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης στον απαιτούμενο μάλιστα βαθμό που να υπάρχει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία της χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος. Η αιτήτρια τουναντίον, όχι μόνο δεν έχει καταδείξει πιθανότητα επιτυχίας της Έφεσης της στον πιο πάνω απαιτούμενο βαθμό, αλλά καμία πιθανότητα επιτυχίας έχει καταδείξει. Αντίθετα, ο ενόρκως δηλών περιορίστηκε σε γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες αναφορές περί καλών πιθανοτήτων επιτυχίας. Υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε και έκρινε ως αξιόπιστη και αποδέχτηκε πλήρως τη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά του καθ' ου η αίτηση παραπέμποντας σε συγκεκριμένες αναφορές της πρωτόδικης απόφασης. Ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης υπό του δικαστηρίου τής προσαχθείσας μαρτυρίας ήταν η επιδίκαση των αποζημιώσεων ως αυτές καταγράφονται πιο κάτω. Οι λόγοι Έφεσης της αιτήτριας αφορούν ζητήματα αξιολόγησης μαρτυρίας και ζητήματα αξιοπιστίας. Το Εφετείο επεμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου συγκρούονται με την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματά του, κάτι που όπως εισηγείται δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση και ως εκ τούτου δεν υπάρχει έστω και μικρό ενδεχόμενο επιτυχίας της Έφεσης της αιτήτριας. Ούτε όμως οι καλές πιθανότητες επιτυχίας δεν είναι καθοριστικής σημασίας ζήτημα και αποφασιστικής σημασίας παράγοντας ή κριτήριο για να επιτύχει το αίτημα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης. Επί πλέον το αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης είναι χρηματική αποζημίωση του οποίου η αποκατάσταση σε καμιά περίπτωση δεν δύναται να θεωρηθεί αδύνατη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού δύναται να αξιωθεί επιστροφή χρηματικής αποζημίωσης σε οποιοδήποτε μελλοντικό χρονικό διάστημα. Η ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος επιρρίφθηκε στην αιτήτρια σε ποσοστό 100% με ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, όπως καταγράφηκαν στην απόφαση, τα οποία δεν αμφισβητούνται δια της Έφεσης σε σχέση με το ζήτημα της ευθύνης και άρα έχουν καταστεί τελεσίδικα. Παραδέχεται ότι τα προβλήματα υγείας που έχουν προκληθεί στον καθ' ου η αίτηση συνεπεία του τραυματισμού του, όπως και τα σοβαρότατα ψυχολογικά προβλήματα τα οποία τον επηρεάζουν σημαντικότατα στην καθημερινότητα του τα οποία όμως δεν τον εμποδίζουν να φροντίζει τον εαυτό του σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του κ. Μιχαηλίδη και ούτε λαμβάνει κατά τον κ. Μιχαηλίδη αμφιλεγόμενη και αχρείαστη φαρμακευτική αγωγή από τους προσωπικούς του ιατρούς και ότι αυτή του προκαλεί σοβαρές παρενέργειες οι οποίες θα τον οδηγήσουν όταν του καταβληθεί η επιδικασθείσα αποζημίωση, στην άσκοπη σπατάλη της ή να τη μεταφέρει στο εξωτερικό ή να φύγει και ο ίδιος από την Κυπριακή Δημοκρατία, ισχυρισμούς και φόβους τους οποίους αποδίδει σε αποκύημα της φαντασίας του κ. Μιχαηλίδη, και στερούνται σοβαρότητας. Η ύπαρξη ή μη ψυχολογικών προβλημάτων του καθ' ου η αίτηση αποτέλεσε το βασικό επίδικο ζήτημα στην πρωτόδικη διαδικασία και υπέρ του και στη βάση αυτού του ευρήματος επιδικάστηκαν όλες οι αποζημιώσεις πλην του ποσού των €4.834,00 που αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις. Είναι δε τουλάχιστον παράδοξο, αντιφατικό και καταχρηστικό, αλλά και γεγονός που αφορά αυτή τούτη την Έφεση και τους λόγους της, στην οποία γίνεται άρνηση της ύπαρξης ψυχολογικών προβλημάτων του καθ' ου η αίτηση και για τούτο εφεσιβάλλεται σχετικό εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου και από την άλλη να επικαλείται, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, τα ψυχολογικά προβλήματα του καθ' ου η αίτηση για να καταδείξει την εκ μέρους του αδυναμία σωστής διαχείρισης της αποζημίωσης που του έχει επιδικάσει το πρωτόδικο δικαστήριο. Ούτως ή άλλως παρέμεινε ανεδαφική, ατεκμηρίωτη και αόριστη επίκληση της ανεπανόρθωτης βλάβης από την πλευρά της αιτήτριας καθώς δεν στοιχειοθετείται, ούτε και είναι αρκούντως πειστική η θέση της ότι η Έφεση της αιτήτριας, σε περίπτωση επιτυχίας της, θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί φυγής του καθ' ου η αίτηση από την Κύπρο, όταν αυτός αποζημιωθεί, αντιτείνει ότι αυτός διατηρεί οικογενειακή στέγη, έχει σύζυγο και 2 ανήλικα παιδιά τους οποίους υπεραγαπά και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται ούτε να εγκαταλείψει, ούτε να τα μεταφέρει στο εξωτερικό. Περεταίρω η κατάσταση της υγείας του χρήζει ιατρικής παρακολούθησης ανά τακτά χρονικά διαστήματα και ως εκ τούτου η απομάκρυνση του από τον θεράποντα ιατρό του θα έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την ψυχική του υγεία, γεγονός που αντιλαμβάνεται και ο ίδιος και δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση να συμβεί. Τέλος, ισχυρίζεται ότι είναι η δική του Έφεση για τις επιδικασθείσες αποζημιώσεις τις οποίες θεωρεί χαμηλές, που έχει πάρα πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας σε αντίθεση με αυτή της αιτήτριας. Με την επίδικη απόφαση επιδικάστηκαν τα ακόλουθα ποσά ως αποζημιώσεις που δικαιούται ο καθ' ου η αίτηση: (α) το ποσό των €30.000,00 ως γενικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία του ατυχήματος (12.6.2009) μέχρι εξόφλησης. (β) το ποσό των €4.834,00 ως ειδικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από 12.6.2009 μέχρι εξόφλησης. (γ) το ποσό των €153.298,00 ως απώλεια εισοδήματος από 12.6.2009 μέχρι την έκδοση της απόφασης, με νόμιμο τόκο από την έκδοση της απόφασης μέχρι εξόφλησης. (δ) το ποσό των €104.664,00 ως απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων με νόμιμο τόκο από την έκδοση της απόφασης μέχρι εξόφλησης. (ε) Δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της πλευράς του καθ' ου η αίτηση το ποσό της απόφασης, εξαιρουμένων των δικηγορικών εξόδων, ανέρχεται σήμερα, περιλαμβανομένων των τόκων, περίπου στις €311.000,
  22. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Η παρούσα αίτηση στηρίζεται επί της Δ.35 Θ.18, η οποία είναι πανομοιότυπη με την Αγγλική Δ.58 Θ.
  23. αποσκοπεί στην έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης εκδοθείσας στα πλαίσια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Συγκεκριμένα η Δ.35 Θ.18 προνοεί τα ακόλουθα: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order, and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been direct. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given». Σε μετάφραση: «Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί, υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη». Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου βάσει της Δ.35 Θ. 18 έχουν επεξηγηθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε κάποιες από τις οποίες θα κάνω ειδικότερη αναφορά στη συνέχεια. Προκύπτει από αυτές ότι το εν λόγω ζήτημα ανάγεται εις την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ότι η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικο χαρακτήρα της μέχρι την ακύρωση, ή τροποποίηση της από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Δημητρίου,
(1989)1 C.L.R. 592 λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με τις προϋποθέσεις αναστολής απόφασης: «Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Την διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπόν της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης». Οι δύο αυτοί παράγοντες εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης (βλ. Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου,
(1990)1 Α.Α.Δ. 284). Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35 Θ. 18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατ' εξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης». Οι αρχές που διέπουν το θέμα έχουν καθοριστεί από τη νομολογία και συνοψίστηκαν ως ακολούθως στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978: «Η νομική βάση της αίτησης για αναστολή είναι η Διαταγή 35 καν. 18. Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. ..... Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης». Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά., (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, τονίστηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται έχοντας υπόψη ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να αποστερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, τους καρπούς της επιτυχίας του και παράλληλα το ένδικο μέσο της έφεσης, που ασκείται δικαιωματικά, να μην χάνει την αποτελεσματικότητά του. Περαιτέρω στην ίδια υπόθεση αναφέρθηκαν ακόμη τα εξής: «Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας θετικός αλλά οριακής σημασίας. Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση τέτοιου ζητήματος. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατόν να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής σε βάρος της πρώτης». Όπως υποδεικνύεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual practice) του 1958, στη σελίδα 1697 με αναφορά σε αγγλική νομολογία: "It is in the discretion of the Court to grant or refuse a stay and the Court will grant it where the special circumstances of the case so require (Becker - v - Earl´s Court Ltd
(1911)56 SJ 206; The Ratata [1897] P at p. 132; A. G. - v - Emerson
(1889)24 QBD pp.58,59). Στην παράγραφο 451 του συγγράμματος, υπό τον τίτλο "Stay of execution generally" αναφέρεται επίσης μεταξύ άλλων ότι: «. . . On the contrary, the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgment or order is limited in its extent, and can only be exercised on grounds that are relevant to a stay of the enforcement proceedings themselves, and not to matters which may operate as a defence in law or relief in equity, for such matters must be specifically raised by way of defence in the action itself. The special circumstances which entitle the court to stay execution of a money judgment are circumstances which go to the enforcement of the judgment and not those which go to its validity or correctness». Αντικείμενο της αναστολής δυνάμει της Δ.35 Θ.18 είναι η υποχρέωση ή το καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται αρχή η οποία επιβεβαιώνεται μέσα από την απόφαση Λύρας Nτίνος M. κ.ά. ν. Λαϊκή Kυπριακή Tράπεζα (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ (Aρ. 1),
(1997)1 ΑΑΔ 1384). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Πατσαλοσαββής ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων,
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 45, η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης συναρτάται άμεσα με τους σκοπούς για τους οποίους επιδιώκεται η αναστολή οι οποίοι και σαφώς θα πρέπει να εξυπηρετούν την σωστή απονομή της δικαιοσύνης και όχι την κατάχρηση δικαιοδοσίας και την αποστέρηση των δικαιωμάτων ενός διαδίκου που έχει επιτύχει με την έκδοση απόφασης υπέρ του. Έχω μελετήσει με προσοχή την ένορκη δήλωση του κ. Μιχαηλίδη με την οποία υποστηρίζει την αίτηση και διαπιστώνω ότι η αιτήτρια δεν παρέθεσε ικανοποιητικούς και πειστικούς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όπως το έχει αιτηθεί και στην πληρότητα του. Ούτε και απέδειξε ότι κάτι τέτοιο είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης και ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις να πληγεί, έστω προσωρινά, η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης και να αποστερηθεί ο καθ' ου η αίτηση τους καρπούς της επιτυχίας του. Έχω μελετήσει όσα ο κ. Μιχαηλίδης επικαλείται με σκοπό τη στήριξη του αιτήματος. Δεν έχω πειστεί ικανοποιητικά ότι αυτά οδηγούν σε ασφαλές συμπέρασμα υπέρ του αιτήματος καθότι: (α) δεν τεκμηριώνεται αρκούντως η θέση ότι τυχόν μη έκδοση του διατάγματος αναστολής θα πλήξει την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος της αιτήτριας για έφεση. Ούτε και τεκμηριώνεται η θέση περί ανεπανόρθωτης βλάβης ένεκα του κινδύνου να καταστεί άνευ αντικειμένου η καταχωρηθείσα εκ μέρους της αιτήτριας έφεση. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Τα προβλήματα υγείας από τα οποία υποφέρει ο καθ' ου η αίτηση τα οποία προκλήθηκαν σύμφωνα με τη μαρτυρία που αποδέχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο μετά από αξιολόγηση που έτυχε, από μόνα τους δεν οδηγούν και σε συμπέρασμα ότι ο καθ' ου η αίτηση θα κατασπαταλήσει τα ποσά των αποζημιώσεων που θα λάβει με αποτέλεσμα αν η Έφεση πετύχει να μη μπορεί να τα επιστρέψει πίσω. Εξάλλου τα όσα αναφέρει ο κ. Μιχαηλίδης στην ένορκη δήλωση του περί αδυναμίας του να διαχειριστεί τα οικονομικά του στη βάσει των όσων αντιτείνει η κα Αντωνίου για το ζήτημα κρίνονται απλά ως εικασίες. (β) Περαιτέρω διαπιστώνω ότι η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος αναστολής. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατόν να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής σε βάρος της πρώτης και η αιτήτρια έχει αποτύχει πλήρως στην απόδειξη της αιτήσεως της. (γ) Ούτε και έχει αποδείξει ότι έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης της, χωρίς ασφαλώς την περαιτέρω συζήτηση του θέματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, κριτήριο για να διαταχθεί αναστολή είναι να έχουν καταδειχθεί τέτοιες καλές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης στον απαιτούμενο μάλιστα βαθμό, που να υπάρχει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία της, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος. Σε αντίθεση με το πιο πάνω κριτήριο, ο ενόρκως δηλών, κ. Μιχαηλίδης περιορίστηκε σε γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες αναφορές περί καλών πιθανοτήτων επιτυχίας. Η αιτήτρια κρίνω ότι δεν έχει καταδείξει πιθανότητα επιτυχίας της Εφέσεως της στον πιο πάνω απαιτούμενο βαθμό. Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμα και αν η αιτήτρια είχε έστω καλές πιθανότητες ή ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην Έφεσή της - όπως ο κ. Μιχαηλίδης ισχυρίζεται - οι καλές πιθανότητες επιτυχίας δεν είναι καθοριστικής σημασίας ζήτημα και αποφασιστικής σημασίας παράγοντας ή κριτήριο για να επιτύχει το αίτημα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης (βλ. Παπά v. Οικονομίδου κ.ά.
(2010)1 (Α) ΑΑΔ 58). Συμφωνώντας με την υπόδειξη της πλευράς του καθ' ου η αίτηση ότι είναι τουλάχιστον παράδοξο και αντιφατικό το ζήτημα όπως το θέτει η αιτήτρια, να αρνείται από την μια την ύπαρξη των ψυχολογικών προβλημάτων του ενάγοντος και για τούτο εφεσιβάλλει σχετικό εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου και από την άλλη να τα επικαλείται, στα πλαίσια της παρούσας αιτήσεως, ως λόγο της από μέρους του αδυναμίας σωστής διαχείρισης ή και σπατάλης των ποσών που του επιδικάστηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο θα έλεγα ότι αυτές παρέμειναν απλά ως εικασίες. Δεν παραγνωρίζω ότι οι απαντητικοί ισχυρισμοί της κας Αντωνίου, η οποία υποστήριξε με ένορκη δήλωση της την ένσταση του καθ' ου η αίτηση, έχουν παραμείνει αναντίλεκτοι, εφόσον η αιτήτρια παρέλειψε να κάνει χρήση των προνοιών της Δ.48, κ. 4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή του δικαιώματος αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Δεν κρίνω σκόπιμο να επανέλθω στην συζήτηση των επιμέρους πτυχών της υπόθεσης και των εκατέρωθεν θέσεων. Η αιτήτρια ουσιαστικά επικαλείται τον κίνδυνο που ελλοχεύει ο καθ' ου η αίτηση να σπαταλήσει το ποσό των αποζημιώσεων που δικαιούται με βάση την πρωτόδικη απόφαση και σε περίπτωση που πετύχει η Έφεση να μη μπορεί η αιτήτρια να το διεκδικήσει πίσω με επιτυχία. Προς τούτο επικαλείται την ανικανότητα του για εργασία και τα διάφορα προβλήματα υγείας του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει αποκαλυφθεί αν ο καθ' ου η αίτηση διαθέτει οποιανδήποτε περιουσία που θα κάλυπτε ενδεχομένως το ποσό των αποζημιώσεων ή μέρος του σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Η απόδοση πρωτοδίκως στην αιτήτρια της πλήρους ευθύνης για το δυστύχημα, συμπέρασμα που δεν έχει εφεσιβληθεί και επομένως έχει καταστεί τελεσίδικο, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι για όποια ζημιά υπέστη ο καθ' ου η αίτηση δικαιούται να αποζημιωθεί. Τα ως άνω με οδηγούν σε συγκερασμό των εκατέρωθεν απόψεων που υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι θα ήταν δίκαιος. Οδηγούμαι στα ακόλουθα: (α) Η αίτηση αποτυγχάνει ως προς το μέρος που αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις ήτοι για το ποσό των €4.834,00 με νόμιμο τόκο από την 12.06.2009 μέχρι εξοφλήσεως. (β) Η αίτηση αποτυγχάνει ως προς το ζήτημα του επιδικασθέντος ποσού ως γενικές αποζημιώσεις ύψους €30.000,00 με νόμιμο τόκο από την 12.06.2009 μέχρι εξοφλήσεως. (γ) Η αίτηση αποτυγχάνει επίσης και ως προς το ποσό των €153,298,00 που επιδικάστηκε στον καθ' ου η αίτηση ως απώλεια εισοδήματος από την 12.06.2009 μέχρι την έκδοση της απόφασης με νόμιμο τόκο από την έκδοση της απόφασης μέχρι εξοφλήσεως. (δ) Η αίτηση πετυχαίνει ως προς το μέρος της απόφασης που αφορά την απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων τα οποία υπολογίστηκαν στο ποσό των €104.664,00 με νόμιμο τόκο από της έκδοσης της απόφασης. Νοείται ότι για το ποσό αυτό με υπολογισμένο τον νόμιμο τόκο για 5 έτη, θα εξασφαλιστεί με τραπεζική εγγύηση προς όφελος του καθ' ου η αίτηση. Η τραπεζική εγγύηση θα παραχωρηθεί εντός 60 ημερών διαφορετικά παύει να έχει ισχύ η αναστολή της απόφασης ως προς αυτό το ποσό. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Σύμφωνα με τα πιο πάνω η αίτηση πετυχαίνει εν μέρει και αποτυγχάνει για το υπόλοιπο μέρος της. Η πλευρά της αιτήτριας δεν προέβη σε οποιανδήποτε εισήγηση περί παροχής εγγύησης ή άλλης εξασφάλισης προς όφελος του καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση που πετύχαινε η αίτηση. Τουναντίον επικαλέστηκε την φερεγγυότητα της ασφαλιστικής εταιρείας που καλύπτει για το επίδικο δυστύχημα την αιτήτρια. Με αυτά ως δεδομένα κρίνω ότι η πιο δίκαιη διαταγή ως προς τα έξοδα θα ήταν όπως αυτά επιδικαστούν υπέρ του καθ' ου η αίτηση μόνο ως προς τα αυτών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν α/πό το δικαστήριο. Σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα, αν και δεν έγινε μνεία για αυτά κατά τη συζήτηση, κρίνω ότι και αυτά θα διέπονται από τις νομολογιακές αρχές όπου ο αποτυχών διάδικος καταβάλλει τα έξοδα που το δικαστήριο επιδίκασε εναντίον του και ο δικηγόρος που εισπράττει το ποσό, αναλαμβάνει ρητή υποχρέωση συμμόρφωσης με οποιανδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα στα πλαίσια εκδίκασης της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους v. Panayides Constracting 2/3 Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978 και Μάριος Τσιάτταλος κ.α. v. Αλέξανδρος Μαρκαντώνη, Πολ. Έφεση Αρ. Ε151/2017 σχ.με Ε152/2017 ημερ. 29.01.2018). (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.