ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5350/2015, 18/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A207 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5350/2015 Μεταξύ: ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ Εναγόντων και
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ
- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΛΕΦΤΗΣ
- ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΑΣΙΤΗΣ
- ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΖΗΝΩΝΟΣ
- ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Εναγόμενων Ημερομηνία:18 Μαρτίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους/αιτητές: Η κα Μ. Σ. Πατσαλίδου Για την ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Παρ. Παυλίδης για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για παραμερισμό και/ή διαγραφή της Αγωγής) Οι εναγόμενοι/ αιτητές (στη συνέχεια «οι αιτητές»), με την υπό κρίση αίτηση τους αιτούνται τον παραμερισμό και/ή διαγραφή της εκθέσεως απαιτήσεως, του κλητηρίου εντάλματος όπως και της προς αυτούς επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Στα αιτητικά, τα οποία παρατίθενται στη συνέχεια αυτολεξεί, συμπεριλαμβάνεται κατά κάποιο τρόπο συνοπτικά και η αιτιολογία τους: « Α. Παραμερισμόν και/ή διαγραφήν της Εκθέσεως Απαιτήσεως, καταχωρηθείσης την 05/12/17, ήτοι εκπροθέσμως, παρανόμως, άνευ προηγουμένως ληφθείσης αδείας του Δικαστηρίου και κατά παράβασιν των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Β. Παραμερισμόν και/ή ακύρωσιν της, προς αυτούς, επιδόσεως της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής. Γ. Παραμερισμόν και/ή ακύρωσιν και/ή απόρριψιν και/ή διαγραφήν του Κλητηρίου Εντάλματος της, υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής και της Οπισθογραφήσεως αυτής, ως ανυποστάτου, παρατύπου, παρανόμου και/ή ως καταχωρηθείσης εναντίον των Εναγομένων, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, υπό την προσωπικήν τους ιδιότητα, ως εμφαίνεται εις το Κλητήριο Ένταλμα, ενώ εις την Οπισθογράφησιν Απαιτήσεως η Ενάγουσα αξιοί την έκδοσιν Αποφάσεων και/ή Δηλώσεων του Δικαστηρίου εν σχέσει με αποφάσεις, πράξεις και/ή παραλείψεις του Συνδέσμου Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων (Σ.Α.Λ.Α.), μη διαδίκου εις την παρούσαν, όστις σημειωτέον αποτελεί ανύπαρκτον και/ή μη συγκροτημένον σώμα ή νομικόν πρόσωπο και/ή εναντίον των Εναγομένων, υπό την ιδιότητα των ως μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του «Σ.Α.Λ.Α.» και μόνον, ήτοι ουχί υπό την προσωπικήν των ιδιότητα. Δ. Παραμερισμόν και/ή ακύρωσιν και/ή απόρριψιν και/ή διαγραφήν του Κλητηρίου Εντάλματος της, υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής και της Οπισθογραφήσεως αυτής, ως σκανδαλώδους και ενοχλητικής (frivolous and vexatious), συνιστώσης ταυτόχρονα Κατάχρησιν της Διαδικασίας του Δικαστηρίου (Abuse of the Process of the Court), ανυποστάτου (demurrable), παρατύπου, παρανόμου και/ή αντικανονικής, καθ'ότι ουδέν εύλογο αγώγιμο δικαίωμα της Εναγούσης (reasonable cause of action) αποκαλύπτεται εναντίον των Εναγομένων, υπό την προσωπικήν των ιδιότητα ή άλλως πως, ως μη κατονομαζομένων και/ή μη αναφερομένων και/ή μη σχετιζομένων καθ' οιονδήποτε τρόπον και/ή υφοιανδήποτε ιδιότητα με την υπ'αρ. 54/12 Απόφασιν της Εναγούσης, ημερομηνίας 19/11/12, ήτις αποτελεί την αιτίαν και βάσιν της Αγωγής. Ε. Διαζευκτικώς προς το υπό (Β), (Γ) και (Δ) ανωτέρω, απόρριψιν της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής, λόγω παραλείψεως συνέχισης της διαδικασίας και/ή ελλείψει προωθήσεως τη Αγωγής». Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Κ.1-9 (j)(n)(o)(u)(v), Δ.2 Κ.1,4(α), Δ.16 Κ.9, Δ.9 K.1,2,3,9
(1),
(2),
(3), Δ.7 Κ.1,2,3,4 και 7, Δ.19 Κ.26, Δ.27 Κ.1,2,3, Δ.20 Κ.1, Δ.26 Κ.1, 13, Δ.39 και Δ.64, επί του περί της Προστασίας Ανταγωνισμού Νόμου 13(I)/2008, άρθρα 42 και 43, επί των σχετικών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου και της εν γένει νομολογίας, της διακριτικής εξουσίας, πρακτικής και συμφυούς εξουσίας του δικαστηρίου (Inherent Jurisdiction of the Court). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτουν με ένορκη δήλωση την οποία συνυπογράφουν όλοι οι αιτητές. Δηλώνουν ότι ήταν αδειούχοι λιμενικοί αχθοφόροι στο λιμάνι της Λεμεσού. Η άδεια τους παραχωρήθηκε νόμιμα και νομότυπα από την Αρχή Λιμένων Κύπρου (Α.Λ.Κ.) και ίσχυε μέχρι την 7.08.2015, οπότε εκείνη την ημερομηνία, μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις με την Α.Λ.Κ. και του αρμόδιου Υπουργείου, όλοι οι κατά την ως άνω ημερομηνία αδειούχοι λιμενικοί αχθοφόροι, συμπεριλαμβανομένων και των αιτητών υπέβαλαν εγγράφως την παραίτηση τους και η Α.Λ.Κ. εξαγόρασε την άδεια τους, υπό μορφή αποζημίωσης. Εξηγείται από τους ενόρκως δηλούντες ότι οι κατά καιρούς υφιστάμενοι αχθοφόροι, δυνάμει των όρων της άδειας τους, ήταν αυτοεργοδοτούμενα πρόσωπα, φορολογούνταν χωριστά από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και για σκοπούς υπαγωγής τους σε οποιανδήποτε συμφωνία και/ή σύμβαση τραπεζική ή άλλη μετά τρίτων, υπέγραφαν και δεσμεύονταν κεχωρισμένως. Δηλώνουν ότι όλοι οι αχθοφόροι, ανά διετία εξέλεγαν πενταμελές συμβούλιο για σκοπούς της εσωτερικής διοίκησης τους και μόνον, εκλέγοντας περαιτέρω και αρχιαχθοφόρους για σκοπούς καταμερισμού εργασίας στους χώρους της προκυμαίας, φόρτωσης, εκφόρτωσης, αποθήκευσης, στοιβασίας και διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων μέχρι και πέραν του τελωνειακού ελέγχου. Η ως άνω εσωτερική διαμόρφωση των αχθοφόρων κρίθηκε αναγκαία, τόσον διά τους πιο πάνω λόγους, όσον και για σκοπούς ρύθμισης των σχέσεων τους με την εκδότρια των αδειών τους Α.Λ.Κ. και άλλων συναφών φορέων της λιμενικής βιομηχανίας. Οι ενόρκως δηλούντες αναφέρουν ακόμα ότι ήταν εκλεγμένοι από το σύνολο των αχθοφόρων, ως το πενταμελές τους συμβούλιο, κατά τα έτη 2012 έως και 2013, για σκοπούς εσωτερικής διοίκησης όλων των αδειούχων αχθοφόρων του Λεμεσού για σκοπούς κατανομής των λιμενικών εργασιών και/ή υπηρεσιών και συμμέτοχοι σε οποιεσδήποτε διαβουλεύσεις και ενημέρωση της Α.Λ.Κ. η οποία ήταν η αρμόδια Αρχή και η εκδότρια των εξατομικευμένων αδειών των αχθοφόρων. Δηλώνουν ότι ο καθένας από τους αδειούχους αχθοφόρους, ήταν κάτοχος εξατομικευμένης άδειας αχθοφόρου, η οποία εκδιδόταν από την Α.Λ.Κ. και δεν έχουν ούτε και είχαν ποτέ οποιανδήποτε εταιρική ιδιότητα ή εταιρικό σχήμα, αλλά όλοι, δυνάμει των προνοιών του σχετικού περί Λιμενεργατών (Ρύθμιση Απασχόλησης) Νόμου Κεφ.184, ήταν αυτοεργοδοτούμενοι. Δηλώνουν περαιτέρω ότι από όσα γνωρίζουν καλά και πιστεύουν και όπως έχουν συμβουλευτεί τη δικηγόρο τους, η υπ' αρ. 54/2012 απόφαση της ενάγουσας, εκδόθηκε την 19.11.2012 εναντίον του Συνδέσμου Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων (Σ.Α.Λ.Α.), υπό την αποδιδόμενη σε αυτόν ιδιότητα και όχι εναντίον τους προσωπικά και/ή υπό οποιανδήποτε ιδιότητα σχετιζόμενη με τον Σ.Α.Λ.Α., δηλαδή ως δήθεν μέλη του διοικητικού συμβουλίου του. Επισυνάπτουν τη σχετική απόφαση της ενάγουσας ως Τεκμ. Α η οποία κατ' αυτούς μιλά από μόνη της. Σύμφωνα με τους ενόρκως δηλούντες, η ως άνω απόφαση εκδόθηκε εναντίον του Σ.Α.Λ.Α., δηλαδή εναντίον ανύπαρκτου προσώπου φυσικού ή νομικού και/ή μη συγκροτημένου σώματος. Σύμφωνα με την ως άνω απόφαση της ενάγουσας είχε σημειωθεί κατ' ισχυρισμό παράβαση του Σ.Α.Λ.Α. η οποία έλαβε χώρα κατά ή περί το έτος 1995, όταν ο αριθμός των αδειούχων λιμενικών αχθοφόρων ανερχόταν στους 111, ενώ κατά τον χρόνο εκδόσεως της απόφασης ανερχόταν στους
- Σε κανένα σημείο της ως άνω απόφασης (Τεκμ. Α), καθορίστηκε ο ακριβής χρόνος της δήθεν παράβασης και η ενάγουσα αρκέστηκε στην αόριστη αναφορά περί δήθεν κατ' εξακολούθηση παράβαση από πλευράς Σ.Α.Λ.Α., η οποία παραμένει άγνωστο μέχρι σήμερα σε ποιους, πότε και με ποιο τρόπο αποτείνονταν οι καταγγέλλοντες, επιδιώκοντας την εισδοχή τους στον Σ.Α.Λ.Α., καθώς επίσης και ποιοι και πότε δεν δέχθηκαν τη συμμετοχή τους στον ανύπαρκτο Σ.Α.Λ.Α.. Οι ενόρκως δηλούντες διατείνονται ότι από την ανάγνωση της πιο πάνω απόφασης της ενάγουσας, αβίαστα συνάγεται το συμπέρασμα ότι όχι μόνον δεν στρέφεται εναντίον τους, αλλά πολύ περισσότερο καμιά αναφορά δεν γίνεται σε σχέση με αυτούς, είτε προσωπικά, είτε υπό οποιανδήποτε κατ' ισχυρισμό της αποδιδόμενη σε αυτούς ιδιότητα, δηλαδή ως δήθεν μελών του διοικητικού συμβουλίου του Σ.Α.Λ.Α., καθ' οιονδήποτε χρόνο. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, οι ενόρκως δηλούντες δηλώνουν ότι παραμένει άγνωστο στους ίδιους το πώς και γιατί έχουν επιλεγεί ως εναγόμενοι, αφού ουδέποτε υπήρξαν καθ' ων η αίτηση ή καθ' ων η Έκθεση Αιτιάσεων της ενάγουσας, ενώ ταυτόχρονα όπως ήδη έχει αναφερθεί, η υπ' αρ. 54/12 απόφαση της ενάγουσας δεν κατονομάζει κανένα από αυτούς, παρά μόνον τον Σ.Α.Λ.Α. και ως εκ τούτου δεν αποδίδονται σ' αυτούς, υπό οποιανδήποτε ιδιότητα, είτε προσωπικά, είτε άλλως πως, οποιεσδήποτε ευθύνες για πράξεις ή παραλείψεις τους. Οι ενόρκως δηλούντες ισχυρίζονται ότι παρά το γεγονός ότι προφανώς η καταχωρηθείσα Αγωγή αποσκοπεί στην είσπραξη του προστίμου που επιβλήθηκε μόνον στον Σ.Α.Λ.Α., ύψους €214,063.00, υπό μορφή αστικού χρέους προς τη Δημοκρατία, έχει ως βάση και αιτία της την πιο πάνω απόφαση της ενάγουσας, αυτή ουδέποτε, είτε προσωπικά είτε υπό την ιδιότητα τους ως αδειούχοι λιμενικοί αχθοφόροι του λιμανιού της Λεμεσού, καθ' όσον χρόνο διατηρούσαν ο καθένας την προαναφερθείσα ιδιότητα, έλαβαν οποιανδήποτε απόφαση ή είχαν ενεργό και/ή οποιανδήποτε δράση στην λήψη οποιασδήποτε απόφασης, η οποία να αφορά τις κατ' ισχυρισμό παραβάσεις του Σ.Α.Λ.Α. και/ή με οποιονδήποτε γενικά τρόπο αυτούς που τον κατάγγειλαν. Οι ενόρκως δηλούντες υπό το φως όλων των πιο πάνω και όπως συμβουλεύονται τη δικηγόρο τους, ισχυρίζονται με έμφαση ότι εκ των πραγμάτων δεν αποκαλύπτουν κανένα εύλογο αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας (reasonable cause of action) εναντίον τους, αφού η ως άνω η υπ' αρ. 54/12 απόφαση της ενάγουσας η οποία αποτελεί την αιτία και βάση της παρούσας Αγωγής, καθόλου δεν τους αφορά και ως εκ τούτου θα πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως σκανδαλώδης και ενοχλητική (frivolous and vexatious), η οποία συνιστά ταυτόχρονα κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου (Abuse of the Process of the Court), είναι ανυπόστατη (demurrable), παράτυπη, αντικανονική και γενικά είναι θνησιγενής εν τη γενέσει της, δεδομένων τόσον των προνοιών του περί Προστασίας Ανταγωνισμού Νόμου (Ν.13(I)/2008), όσον και του κειμένου της εν λόγω απόφασης (Τεκμ. Α). Πέραν και επιπρόσθετα των ανωτέρω και σύμφωνα με νομική συμβουλή την οποίαν έλαβαν, αποτελεί ισχυρισμό τους, ότι η Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο ότι, όπως εμφαίνεται στο Κλητήριο Ένταλμα, καταχωρήθηκε εναντίον τους προσωπικά, ενώ στην Οπισθογράφηση Απαίτησης, η ενάγουσα αξιώνει την έκδοση αποφάσεων και/ή δηλώσεων του δικαστηρίου σε σχέση με αποφάσεις, πράξεις κα/ή παραλείψεις του Σ.Α.Λ.Α., μη διαδίκου στην παρούσα, κα/ή εναντίον τους υπό την ιδιότητα τους δήθεν ως μελών του διοικητικού συμβουλίου του Σ.Α.Λ.Α. και μόνον, δηλαδή όχι υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι αποτελεί νομική παραδοξότητα το γεγονός ότι η ενάγουσα αξιώνει την έκδοση απόφασης για το ποσόν των €214.063,00, τόσον εναντίον του Σ.Α.Λ.Α., παρ' ότι μη διάδικος στην παρούσα, όσον και εναντίον τους ως δήθεν μελών του Σ.Α.Λ.Α., δηλαδή μιας ανύπαρκτης νομικής οντότητος, και τούτο ενώ το ανωτέρω ποσό επιβλήθηκε υπό μορφή διοικητικού προστίμου υπό της ενάγουσας εναντίον του Σ.Α.Λ.Α. και μόνον, όπως αναγράφεται στο Τεκμ. Α. Επιπλέον, σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της παρούσας υπόθεσης η Έκθεση Απαιτήσεως καταχωρήθηκε από πλευράς της ενάγουσας την 05.12.2017, δηλαδή εκπρόθεσμα, παράνομα και χωρίς προηγουμένως να λάβει άδεια υπό του Δικαστηρίου και κατά παράβαση των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και έτσι πρέπει να παραμερισθεί και/ή διαγραφεί, με συνακόλουθο το αίτημα τους για την απόρριψη της Αγωγής, επί παραλείψει συνέχισης της διαδικασίας και/ή ελλείψει προώθησης της Αγωγής. Για όλους αυτούς τους λόγους αιτούνται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας. Η ενάγουσα /καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια «η καθ' ης η αίτηση»), καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμούς στο άρθρο 30.2, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στη Δ.1, Δ.2, Δ.9, Δ.14, Δ.16 Δ.27, Δ.39, Δ.40 θ.θ. 7 και 11, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1-9 και 11, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14 του 1960, όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2, 29, 30, 31, 41 και 43, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: « (α) Τα αιτούμενα διατάγματα είναι αντιφατικά και συγκρουόμενα μεταξύ των. (β) Η Αίτηση είναι νομικά αστήρικτη και αβάσιμη. (γ) Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. (δ) Τα γεγονότα τα οποία εκτίθενται προς υποστήριξη της Αίτησης είναι αβάσιμα και ανυπόστατα και άσχετα με τα αιτούμενα διατάγματα. (ε) Τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτήν δεν μπορούν να εξετασθούν στο παρόν στάδιο και/ή είναι πρόωρο να εξετασθούν και αποφασισθούν στο παρόν στάδιο και/ή στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. (στ) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και σκοπό έχει να περιορίσει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. (ζ) Η Αίτηση σκοπό έχει να περιπλέξει τα πράγματα και να καθυστερήσει η δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. (η) Και αν ακόμη ήθελε αποδειχθεί ότι υπάρχει οποιαδήποτε παρατυπία στη διαδικασία επίδοση της Αγωγής και Οπισθογράφησης στους Αιτητές, τότε πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία την οποία το Δικαστήριο μπορεί να θεραπεύσει. (θ) Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι αντιφατικοί και συγκρουόμενοι μεταξύ των». Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η Έλενα Χρίστου η οποία δηλώνει ότι εργάζεται ως Βοηθός Γραμματειακού Λειτουργού στο Επαρχιακό Γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας στην Λεμεσό. Πέραν της γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης, την οποία δηλώνει ότι αντλεί από το φάκελο της υπόθεσης και της εξουσιοδότησης της να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, δηλώνει ότι έχει μελετήσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και το περιεχόμενο του τεκμηρίου που επισυνάπτεται σε αυτή και δηλώνει ότι αρνείται το περιεχόμενο τους στο βαθμό και/ή στην έκταση που δε συνάδει με το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου και για τους ακόλουθους λόγους όπως συμβουλεύεται από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση: « (α) Τα αιτούμενα διατάγματα είναι αντιφατικά και συγκρουόμενα μεταξύ των. (β) Η Αίτηση είναι νομικά αστήρικτη και αβάσιμη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Οι ίδιοι οι Αιτητές δεν έχουν τηρήσει τα προβλεπόμενα στη Δ.16 Θ.9 την οποίαν επικαλούνται προς νομική στήριξη της αίτησης. (γ) Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και όπως αυτά εκτίθενται κατωτέρω. (δ) Τα γεγονότα τα οποία εκτίθενται προς υποστήριξη της Αίτησης είναι αβάσιμα και ανυπόστατα και άσχετα με τα αιτούμενα διατάγματα και σκοπό έχουν να περιορίσουν τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση ο ΣΑΛΑ συνιστά ένωση επιχειρήσεων, ως η έννοια αυτή καθορίζεται στον Νόμο και συγκεκριμένα στο άρθρο 2 του Νόμου 13(Ι)/2008 του Περί Προστασίας Ανταγωνισμού ως «ένωση επιχειρήσεων» σημαίνει εταιρεία, συνεταιρισμός, ένωση, σύλλογος, ίδρυμα ή σώμα προσώπων με νομική ή χωρίς νομική προσωπικότητα, που εκπροσωπεί εμπορικά συμφέροντα άλλων επί μέρους επιχειρήσεων και λαμβάνει αποφάσεις ή συνάπτει συμφωνίες προς προώθηση των συμφερόντων αυτών. (ε) Τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτήν δεν μπορούν να εξετασθούν στο παρόν στάδιο και/ή είναι πρόωρο να εξετασθούν και αποφασισθούν στο παρόν στάδιο και/ή στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας αφού σκοπό έχουν να περιορίσουν την εξουσία του Δικαστηρίου και αρμοδιότητά του για τον καθορισμό των επίδικων θεμάτων προς πλήρη και τελική διευθέτηση αυτών. και/ή την απόφασή του επί της τυχόν ευθύνης των Εναγομένων να προβούν και να πληρώσουν το επιβληθέν ποσό το οποίο τους έχει επιβληθεί από τη Αρχή Προστασίας Ανταγωνισμού και το οποίο έχει επικυρωθεί και από το Διοικητικό Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 7/12/
- Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α, η απόφαση της Αρχής Προστασίας του Ανταγωνισμού ημερομηνίας 19/11/2012 και ως Τεκμήριο Β, η απόφαση της υπόθεσης Αρ. 259/2013, ημερομηνίας 7/12/2015, ECLI:CY:AD:2015:D818, του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Αναθεωρητική Δικαιοδοσία η οποία επικυρώνει την απόφαση της Αρχής Προστασίας Ανταγωνισμού. Ειδικότερα τα όσα προβάλλονται στις παραγράφους 10 - 15 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση δεν μπορούν να εξετασθούν στο παρόν στάδιο αλλά θα μπορούσαν να εκτεθούν στο πλαίσιο της υπεράσπισης και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο, αφού πρώτα οι Εναγόμενοι/ Αιτητές εκθέσουν λεπτομερώς στο πλαίσιο Έκθεσης Υπεράσπισης τους. (στ) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και σκοπό έχει να περιορίσει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ειδικότερα και με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου, Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας ημερομηνίας 7/12/2015, Τεκμήριο Β δια της οποίας επικυρώθηκε η απόφασης της Ε.Π.Α. (ζ) Η Αίτηση σκοπό έχει να περιπλέξει τα πράγματα και να καθυστερήσει η δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. (η) Και αν ακόμη ήθελε αποδειχθεί ότι υπάρχει οποιαδήποτε παρατυπία στη διαδικασία για έκδοση και επίδοση της αγωγής και Οπισθογράφησης, τότε πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία την οποία το Δικαστήριο μπορεί να θεραπεύσει. Ειδικότερα και εξ' όσων γνωρίζω και συμβουλεύομαι με βάση τη Διάταξη 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η μη συμμόρφωση με τα προβλεπόμενα στους Θεσμούς αναφορικά μεταξύ άλλων με τον χρόνο, τόπο, τύπο και περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή. Εξάλλου και σε κάθε περίπτωση και με βάση τη νομολογία οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας έχουν τεθεί με σκοπό τη διευκόλυνση και τη λύση των διαφορών επί της ουσίας και όχι για να προβάλλουν εμπόδια τα οποία και προκύπτουν από παρατυπία. (θ) Οι Εναγόμενοι υπό διαμαρτυρία/Αιτητές μπορεί να καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία για το λόγο ότι η απόφαση της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού ημερομηνίας 19/11/2012, εκδόθηκε εναντίον του Συνδέσμου Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων. Με βάση το άρθρο 2 του Νόμου «ένωση επιχειρήσεων» σημαίνει εταιρεία, συνεταιρισμός, ένωση, σύλλογος, ίδρυμα ή σώμα προσώπων με νομική ή χωρίς νομική προσωπικότητα, που εκπροσωπεί εμπορικά συμφέροντα άλλων επί μέρους επιχειρήσεων και λαμβάνει αποφάσεις ή συνάπτει συμφωνίες προς προώθηση των συμφερόντων αυτών. (ι) Η ίδια η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση των Εναγόμενων/ Αιτητών ως το πενταμελές συμβούλιο οπόταν και προκύπτει ότι ενεργούν ως σώμα προσώπων που εκπροσωπούν συμφέροντα άλλων. (κ) Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι αντιφατικοί και συγκρουόμενοι μεταξύ των». Τέλος, εισηγείται ότι η Αίτηση δεν περιέχει τόσα και τέτοια γεγονότα κατά τρόπο ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και υπό τις περιστάσεις η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των αιτητών. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει, από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω σε αυτό το σημείο τη μέχρι τώρα πορεία της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου:
- Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (O.2 r.1) την 30.12.
- Οι αιτητές καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης Υπό Όρους (Conditional Appearance) την 14.01.
- Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε Έκθεση Απαιτήσεως την 05.12.2017 η οποία επιδόθηκε την 20.01.
- Η παρούσα αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή απόρριψης και/ή διαγραφής του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαιτήσεως, καταχωρήθηκε από τους αιτητές την 10.06.2019, ενώ η ένσταση της καθ' ης η αίτηση καταχωρήθηκε την 02.10.
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Η Δ.20 θ.1 προνοεί ότι ο ενάγων ο οποίος καταχωρεί αγωγή με Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, οφείλει εντός δέκα ημερών από την ημέρα που θα καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του εναγόμενου, να καταχωρήσει και να παραδώσει Έκθεση Απαίτησης. Προκύπτει ακόμη από τις ίδιες πρόνοιες ότι το δικαστήριο έχει δικαίωμα να επεκτείνει το πιο πάνω αναφερόμενο χρονικό διάστημα αν υπάρξει σχετικό αίτημα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι χρόνοι που προνοούνται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τίθενται με σκοπό την τήρηση τους από τους διαδίκους τους οποίους αφορούν. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τη νομολογία που αναπτύχθηκε σε σχέση με την Δ.64, η οποιαδήποτε παράλειψη τήρησης των προθεσμιών αλλά και άλλων υποχρεώσεων που προνοούνται στους θεσμούς, αποτελεί πλέον παρατυπία η οποία μπορεί να διορθωθεί. Η πιο πάνω όμως διάταξη (Δ.64), δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί με τρόπο που να απολήγει στην κατάργηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Οικονομίδου v. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ,
(2005)1(Β) ΑΑΔ 1157) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως η Διαταγή 64, δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς οι οποίοι πρέπει να τηρούνται (βλέπε Πετρίχου v.Χατζηιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81,84). Όπως τονίζεται στην ίδια υπόθεση η Διαταγή 64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να προβεί αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές διαδικασίες βάσει της Διαταγής 64». Με την επίκληση της θεραπεύονται τυχόν παρεκκλίσεις από τα όσα τάσσουν οι Θεσμοί, και τούτο νοουμένου ότι η εν λόγω παρεκκλίσεις και/ή παρατυπίες είναι θεραπεύσιμες. Σημειώνεται όμως ότι το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εφαρμόζει αυτεπάγγελτα τις πρόνοιες της Δ.64, αλλά μόνο μετά από επίκληση τους με σχετικό αίτημα από το διάδικο που επιθυμεί τη διόρθωση της παρατυπίας. Αν και εφόσον το δικαστήριο βρεθεί αντιμέτωπο με ένα τέτοιο αίτημα, τότε, σύμφωνα με τη νομολογία μας, η απόφαση του θα είναι αποτέλεσμα της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας, η οποία εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στην λήψη διορθωτικών μέτρων εκ μέρους του διαδίκου που επιθυμεί τη διόρθωση, τόσο μεγαλύτερο είναι και το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του αιτήματος. Εκείνο που πρέπει να σημειωθεί εδώ είναι ότι η πορεία της διαδικασίας του δικαστηρίου δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση των διαδίκων και η τήρηση των θεσμών δεν αποτελεί θέμα επιλογής. Το δικαστήριο έχει ευθύνη, στα πλαίσια της υποχρέωσης του να ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία, να παίρνει αποφάσεις αναφορικά με μη συμμόρφωση προς τις πρόνοιες των θεσμών αλλά και αναφορικά με ενδεχόμενη εκτροπή τής ενώπιον του διαδικασίας (βλ. σχετικά Εταιρεία Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου,
(2009)1 ΑΑΔ σελ. 356, MI HOLDINGS PUBLIC LTD v. Παναγή,
(2006)1 ΑΑΔ 298, Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ,
(1998)1 ΑΑΔ 81, Παναρέτου κ.α. ν. Δημοκρατία,
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1707, Καλιά κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(1996)3 ΑΑΔ 149). Στην προκειμένη περίπτωση, η καθ' ης η αίτηση επέλεξε να καταχωρήσει την υπό εξέταση Έκθεση Απαιτήσεως εκπρόθεσμα και χωρίς να έχει προηγηθεί άδεια του δικαστηρίου και ούτε λήφθηκε οποιοδήποτε διορθωτικό μέτρο μέχρι σήμερα προς τούτο, χωρίς να έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη αυτή. Το δικαστήριο δεν θα μπορεί αυτεπάγγελτα να προβεί σε διορθωτικές κινήσεις. Επομένως, δεν είχα κανένα ενδοιασμό όπως εγκρίνω το αιτητικό Α της αίτησης, λόγω της εκπρόθεσμης και χωρίς προηγούμενη λήψη προς τούτο άδειας από το δικαστήριο για καταχώρηση της Έκθεσης Απαιτήσεως εκπρόθεσμα την 5.12.2017, η οποία έγινε κατά παράβαση των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και ως εκ τούτου αυτή παραμερίζεται και διαγράφεται. Η Δ.19 Κ.26 επί της οποίας στηρίζεται, μεταξύ άλλων, η Αίτηση, έχει ως εξής: «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceeding, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action». Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής». Η Δ.27 Κ.3 επί της οποίας επίσης στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία». Είναι καλά γνωστό πως τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στην Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο Κ.4 της Δ.19 επιτάσσει όπως τα δικόγραφα περιέχουν εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Η έννοια του ουσιαστικού σχετίζεται εδώ με ό,τι είναι απαραίτητο. Όμως το ουσιαστικό γεγονός εξαρτάται πάντοτε από τις φυσικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Οι διάδικοι θα πρέπει να τηρούν τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων και δεν εναπόκειται στο δικαστήριο να τους υποδείξει τον τρόπο που θα πρέπει να καταγράφουν τις αντίστοιχες θέσεις των (Knowles v. Roberts,
(1988)38 Ch. D. 263, 270). Στην υπόθεση Αγγελίδου ν. Μούσουλου,
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1846, στη σελ. 1850 αναφέρθηκαν τα εξής αναφορικά με τη σύνταξη δικογράφων: «Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει και τελειώνει η προσφερόμενη δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης ενός εκάστου διαδίκου. Η Δ.19 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ' αντίθεση προς τη μαρτυρία, και κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά από ένα διάδικο πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση (βλ. Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530, Γεωργίου Καψού
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 164 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685)». Η εξουσία του δικαστηρίου να διαγράφει ισχυρισμούς είναι αναμφίβολα δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων αντίθετων με τους κανόνες που έθεσε η Δ.19 Κ.4 (βλ. Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852.) Ο κύριος σκοπός της Δ.19 Κ. 26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Κατά την εξέταση της αίτησης για διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Κ.26, δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 Κ. 3. Ο εν λόγω Θεσμός προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την διαγραφή οποιουδήποτε δικογράφου για τον λόγο ότι αυτό δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε κάθε τέτοια περίπτωση ή στην περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση καταδεικνύεται από τα δικόγραφα να είναι κακόπιστη και ενοχλητική το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναστολή ή την απόρριψη της αγωγής ή να εκδώσει απόφαση αναλόγως όπως θεωρήσει δίκαιο». Ο πιο πάνω Θεσμός είναι πανομοιότυπος με τον Θεσμό 4 της Διάταξης 25 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με την Ετήσια Πρακτική (Annual Practice) του 1958, η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο με τον πιο πάνω κανονισμό ασκείται μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί, ότι δεν υπάρχει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή όπου πεισθεί, ότι η διαδικασία είναι κακόπιστη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Δεν διατάσσεται διαγραφή δικογράφου εκτός αν αυτό είναι τόσο ανυπόστατο (demurrable) ώστε να μην δύναται να διασωθεί ούτε με διαταγή για τροποποίησή του (βλ. σελ. 574 υπό τον τίτλο: «Scope of this Rule»). Η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd,
(1991)1 ΑΑΔ 246, Nur Celik Sanayi Ve Ticaret A.A. κ.α. ν. Το Πλοίο Marwa M κ.α.,
(2003)1 ΑΑΔ 1159 και Nagle v. Feilden,
(1966)1 All E R 689). Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.27 Κ.3, η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. Drummond - Jackson v. British Medical Association and others,
(1970)1 All E.R. 1094, In Re Pelmako Development Ltd v. In Re The Companies Law, Cap 113
(1991)1 A.A.Δ. 246, Cyprus Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1852, 1860 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 21). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα, το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1953, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R. 418, C.A.). Η αίτηση δυνάμει του πιο πάνω Θεσμού μπορεί να υποβληθεί πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης, όχι, όμως, πριν την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης. Πριν την παράδοση Έκθεσης Απαίτησης δεν μπορεί να διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας δυνάμει του πιο πάνω κανονισμού. Και αυτό είναι λογικό και αναμενόμενο, αφού όταν γίνεται επίκληση του πιο πάνω θεσμού δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας και το θέμα κρίνεται από το δικαστήριο μόνο υπό το φως των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. Ετήσια Πρακτική του 1958, σελ. 575 υπό τους τίτλους: «Application» και «No reasonable cause of action»). Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι ο υπό συζήτηση κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ένα δικόγραφο κρινόμενο και ιδωμένο μέσα από τους ισχυρισμούς και μόνο που εκτίθενται σε αυτό είτε δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, είτε αποκαλύπτει μια διαδικασία, απαίτηση ή υπεράσπιση, καταπιεστική και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι προκύπτει, υπό το φως όλων των πιο πάνω και μετά την κρίση μου ότι δεν καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα η Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα Αγωγή, που έχει ως συνέπεια την έκδοση διατάγματος διαγραφής της, ότι ο πιο πάνω Θεσμός δεν τυγχάνει πλέον εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Το ότι η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο με την Δ.27 Θ.3 περιορίζεται στη διαγραφή δικογράφου και μόνο επιβεβαιώνεται και με την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Λ. Λουκά ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος,
(1999)1 ΑΑΔ 1316. Οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Δ.19 Θ.26 και Δ.27 Θ.3) ερμηνεύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.a.l.)
(1998)(1Γ) 1338 από όπου επαναλήφθηκε η αρχή ότι η Δ.27 Θ.3 παρέχει στο δικαστήριο την διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μία αγωγή: (α) όταν αυτή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής και (β) όταν από την δικογραφία διαφαίνεται ότι αυτή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική (frivolous or vexatious), ενώ η Δ.19 Θ.26 περιορίζει την διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου στην διαγραφή μέρους των δικογράφων και δεν παρέχει εξουσία διαγραφής ολόκληρης της αγωγής. Είναι καλά νομολογημένο ότι η εξουσία του δικαστηρίου να απορρίψει μία Αγωγή θα πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ (In Re Pelmaco Development Ltd). Και τούτο επειδή η απόρριψη Αγωγής αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί ότι η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται και στην σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου. Επί του πιο πάνω ζητήματος καθοδηγητική είναι η Ετήσια Πρακτική του 1958, σελ. 577 υπό τον τίτλο: «Inherent Jurisdiction». Στο μέρος αυτό διασαφηνίζεται, ότι πέραν από τους Θεσμούς το δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία (inherent jurisdiction) να διατάξει την διαγραφή οποιασδήποτε διαδικασίας που βρίσκεται ενώπιόν του, η οποία είναι εμφανώς καταπιεστική ή ενοχλητική (obviously frivolous and vexatious) ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου. Η εξουσία αυτή δεν επηρεάζεται με κανένα τρόπο ούτε και μειώνεται, είτε από τον Θεσμό 3, είτε από τον Θεσμό 4 της Διάταξης 25 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, οι οποίοι αντιστοιχούν με τους Θεσμούς 2 και 3, αντίστοιχα, της Διαταγής 27 των δικών μας Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Απεναντίας, η εξουσία αυτή αποτελεί εξουσία πρόσθετη προς την εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τους πιο πάνω θεσμούς και, συνάμα, πολύτιμη εξουσία, αφού όταν γίνεται η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Άρα σε αντίθεση με αίτηση, η οποία βασίζεται στην Δ.27, Θ.3 και η οποία αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο των δικογράφων και μόνο, στην περίπτωση που ο αιτητής επικαλείται την σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου, το δικαστήριο έχει την δυνατότητα να αποφασίσει το ζήτημα της διαγραφής στην βάση μαρτυρίας. Σημειώνεται, ότι η εξουσία αυτή ασκείται με περίσκεψη και φειδώ και όπου είναι ξεκάθαρο ότι η απαίτηση θα αποτύχει. Στην αγγλική υπόθεση Huntly v. Gaskell (No. 1)
(1905)2 Ch. 656 το Εφετείο της Αγγλίας (Court of Appeal) επιδοκίμασε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να διατάξει την διαγραφή της Οπισθογράφησης Κλητηρίου. Ειπώθηκε ως γενική αρχή, ότι όταν το δικαστήριο είναι της γνώμης, ότι η Οπισθογράφηση του Κλητηρίου είναι καταπιεστική και ενοχλητική (frivolous and vexatious) ή επιφέρει αμηχανία (embarrassment) ή κατά τα άλλα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, το δικαστήριο δύναται κατά την άσκηση της σύμφυτης του εξουσίας να διατάξει τη διαγραφή της. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ: Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αγωγή εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, στη δικογραφία και όπως αυτά προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης αλλά και συνάγονται από τις πρόνοιες των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών και τη Νομοθεσία. Θα μπορούσαν αυτά τα γεγονότα να προσδιοριστούν συνοπτικά στα ακόλουθα:
- Οι αιτητές ήταν αδειούχοι λιμενικοί αχθοφόροι στο λιμάνι της Λεμεσού, δυνάμει νομίμως και νομοτύπως εκδοθείσης σχετικής άδειας από την Α.Λ.Κ. έως την 07.08.2015, κατά την οποία μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις με την Α.Λ.Κ. και του αρμόδιου Υπουργείου, όλοι οι κατά την ως άνω ημερομηνία αδειούχοι λιμενικοί αχθοφόροι, συμπεριλαμβανομένων και των αιτητών, υπέβαλαν εγγράφως την παραίτηση τους και η Α.Λ.Κ. προέβη στην εξαγορά της άδειας τους, υπό μορφή αποζημίωσης.
- Όλοι οι κατά καιρούς υφιστάμενοι αχθοφόροι, δυνάμει των όρων της αδείας τους, ήταν αυτοεργοδοτούμενα πρόσωπα, φορολογούνταν χωριστά από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και για σκοπούς υπαγωγής τους σε οποιανδήποτε συμφωνία και/ή σύμβαση τραπεζική ή άλλη μετά τρίτων, υπέγραφαν και δεσμεύονταν ξεχωριστά.
- Περαιτέρω, όλοι οι αχθοφόροι, ανά διετία εξέλεγαν πενταμελές συμβούλιο, για σκοπούς εσωτερικής διοίκησης τους και μόνον, εκλέγοντας περαιτέρω και αρχιαχθοφόρους για σκοπούς καταμερισμού της εργασίας τους σε χώρους προκυμαίας, φόρτωσης εκφόρτωσης, αποθήκευσης, στοιβασίας και διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων μέχρι και πέραν του τελωνειακού ελέγχου.
- Η πιο πάνω αναφερθείσα εσωτερική διαμόρφωση των αχθοφόρων κρίθηκε αναγκαία, τόσον για τους προαναφερθέντες λόγους, όσο και για σκοπούς ρύθμισης των σχέσεων τους μετά της εκδότριας των αδειών τους της Α.Λ.Κ. και άλλων συναφών φορέων της λιμενικής βιομηχανίας.
- Οι αιτητές ήταν εκλεγμένοι από το σύνολο των αχθοφόρων, ως πενταμελές συμβούλιο κατά τα έτη 2012 και 2013 για σκοπούς εσωτερικής διοίκησης όλων των αδειούχων αχθοφόρων του λιμανιού Λεμεσού, για σκοπούς κατανομής λιμενικών εργασιών και/ή υπηρεσιών και συμμέτοχοι σε οποιεσδήποτε διαβουλεύσεις και ενημέρωση της Α.Λ.Κ., η οποία είναι η αρμόδια Αρχή και η εκδότρια των εξατομικευμένων αδειών καθενός από τους ενός αχθοφόρους.
- Καθένας από τους αδειούχους αχθοφόρους, ήταν κάτοχος εξατομικευμένης άδειας αχθοφόρου, η οποία εκδιδόταν από την Α.Λ.Κ. και δεν είχαν και ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε εταιρική ιδιότητα ή εταιρικό σχήμα, αλλά όλοι, δυνάμει των προνοιών του σχετικού περί Λιμενεργατών (Ρύθμιση Απασχόλησης) Νόμου, Κεφ. 184, ήταν αυτοεργοδοτούμενοι.
- Η υπ' αρ. 54/2012 Απόφαση των εναγόντων, εκδόθηκε την 19.11.2012 εναντίον του Σ.Α.Λ.Α. υπό αυτή την ιδιότητα και όχι εναντίον των αιτητών προσωπικά και/ή υπό οποιανδήποτε ιδιότητα σχετιζόμενη με τον Σ.Α.Λ.Α., δηλαδή ως δήθεν μελών του διοικητικού συμβουλίου του. Η σχετική Απόφαση της ενάγουσας (Τεκμ. Α) στην Αίτηση και Ένσταση, φανερώνει ότι η έκδοσή της εν λόγω Απόφασης με το περιεχόμενο της, αποτελεί κοινό έδαφος και/ή κοινό υπόβαθρο γεγονότων, έτσι ώστε να προσφέρεται η προδικαστική εκδίκαση των εγειρόμενων νομικών σημείων όπως γίνεται με την παρούσα Αίτηση.
- Η Απόφαση των εναγόντων εκδόθηκε εναντίον του Σ.Α.Λ.Α., δηλαδή εναντίον ανύπαρκτου προσώπου φυσικού ή νομικού και/ή μη συγκροτημένου σώματος.
- Σύμφωνα με την απόφαση των εναγόντων η σημειωθείσα κατ' ισχυρισμό παράβαση του Σ.Α.Λ.Α., έλαβε χώρα κατά ή περί το έτος 1995, όταν ο αριθμός των αδειούχων λιμενικών αχθοφόρων ανερχόταν στους 111, ενώ κατά το χρόνο έκδοσης της ανερχόταν στους
- Σε κανένα της σημείο η Απόφαση καθορίζει ή προσδιορίζει ακριβή χρόνο της παράβασης, και η ενάγουσα αρκείται στην αόριστη αναφορά, κατ' εξακολούθηση παράβαση από πλευράς Σ.Α.Λ.Α. Επομένως παραμένει άγνωστο σε ποιους, πότε και με ποιο τρόπο αποτείνονταν οι καταγγέλλοντες, επιδιώκοντας την εισδοχή τους στον Σ.Α.Λ.Α., καθώς επίσης και ποιοι και πότε δεν δέχθηκαν τη συμμετοχή τους στον Σ.Α.Λ.Α..
- Από απλή ανάγνωση της Απόφασης βγαίνει το συμπέρασμα ότι όχι μόνον δεν στρέφεται εναντίον των αιτητών και πολύ περισσότερο δεν γίνεται καμιά αναφορά στους αιτητές είτε προσωπικά είτε υπό οποιανδήποτε κατ' ισχυρισμό αποδιδόμενη σε αυτούς ιδιότητα όπως μελών του διοικητικού συμβουλίου του Σ.Α.Λ.Α. καθ' οιονδήποτε χρόνο.
- Παραμένει δε άγνωστο πώς και γιατί επιλέγηκαν ως εναγόμενοι, οι αιτητές, αφού ουδέποτε υπήρξαν καθ' ων η αίτηση ή καθ' ων η Έκθεση Αιτιάσεων των εναγόντων ενώ ταυτόχρονα όπως ήδη αναφέρθηκε, η υπ' αρ. 54/12 Απόφαση των εναγόντων, με ημερ. 19.11.2012, δεν κατονομάζει κανένα από αιτητές παρά μόνον τον Σ.Α.Λ.Α., και ως τούτου δεν αποδίδονται στους αιτητές, υπό οποιανδήποτε ιδιότητα, είτε προσωπικά, είτε άλλως πως, οποιεσδήποτε ευθύνες για πράξεις ή παραλείψεις τους.
- Είναι προφανές ότι η καταχωρηθείσα Αγωγή αποσκοπεί στην είσπραξη του επιβληθέντος στον Σ.Α.Λ.Α. προστίμου ύψους €214,063.00 υπό μορφή αστικού χρέους προς τη Δημοκρατία και έχει ως βάση και αιτία της την Απόφαση των εναγόντων. Είναι φανερό ότι ουδέποτε είτε προσωπικά, είτε υπό την ιδιότητα τους ως αδειούχοι λιμενικοί αχθοφόροι του λιμένος Λεμεσού, καθ' όσον χρόνο διατηρούσαν ο καθένας την προαναφερθείσα ιδιότητα, έλαβαν οποιανδήποτε Απόφαση ή είχαν ενεργό και/ή οποιανδήποτε δράση στην λήψη οποιασδήποτε απόφασης, η οποία να αφορά τις κατ' ισχυρισμό παραβάσεις του Σ.Α.Λ.Α. και/ή γενικά καθ' οιονδήποτε τρόπο αυτούς που τον κατάγγειλαν. Έχοντας επομένως υπ' όψιν μου, τα ως άνω γεγονότα καταλήγω ότι κανένα εύλογο αγώγιμο δικαίωμα αποκαλύπτεται ότι έχει η καθ' ης η αίτηση (reasonable cause of action) εναντίον των αιτητών, αφού η ως άνω υπ' αρ. 54/12 Απόφαση των εναγόντων ημερ. 19.11.2012, η οποία αποτελεί την αιτία και βάση της παρούσας Αγωγής, δεν τους αφορά καθόλου προσωπικά και ως εκ τούτου το Κλητήριο Ένταλμα υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλο Αγωγή και η Οπισθογράφηση του απορρίπτεται ως σκανδαλώδης και ενοχλητική (frivolous and vexatious) η οποία συνιστά συνιστώσα ταυτόχρονα κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου (Abuse of the Process of the Court), ανυπόστατη (demurrable), παράτυπη, αντικανονική και γενικά είναι θνησιγενής εν τη γενέσει της, δεδομένων τόσον των προνοιών του Περί της Προστασίας Ανταγωνισμού Νόμου (Ν.13(I)/2008), όσον και του κειμένου της εν λόγω Απόφασης. Πέραν όμως των πιο πάνω και επιπρόσθετα επισημαίνεται ότι η Αγωγή, ως εμφαίνεται στο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε εναντίον των αιτητών προσωπικά, ενώ στην Οπισθογράφηση Απαιτήσεως, αλλά και στην Έκθεση Απαιτήσεως, η ενάγουσα αξιώνει την έκδοση αποφάσεων και/ή δηλώσεων από το δικαστήριο σε σχέση με αποφάσεις, πράξεις κα/ή παραλείψεις του Σ.Α.Λ.Α., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα. Συμφωνώντας με την ευπαίδευτη συνήγορο των αιτητών αποτελεί πράγματι νομική παραδοξότητα το γεγονός ότι η ενάγουσα αξιώνει την έκδοση απόφασης για το ποσό των €214.063,00, τόσον εναντίον του Σ.Α.Λ.Α., παρ' ότι μη διάδικος/εναγόμενος στην παρούσα Αγωγή, όσον και εναντίον των αιτητών ως δήθεν μελών του Σ.Α.Λ.Α., δηλαδή ανύπαρκτης νομικής οντότητας και τούτο ενώ το ανωτέρω ποσό επιβλήθηκε υπό μορφή διοικητικού προστίμου υπό των εναγόντων εναντίον του Σ.Α.Λ.Α. και μόνον, ως καταγράφεται στην Απόφαση. Επομένως για τους πιο πάνω λόγους θα ενέκρινα και τα Διατάγματα των αιτητικών Γ και Δ. ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Παρά τα πιο πάνω προχωρώ και στην επί μέρους εξέταση των λόγων ένστασης όπως αυτοί απαριθμούνται στις παραγράφους 3(α)-(κ) της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση : α Στον λόγο ένστασης 3(α) προβάλλεται αόριστα και συνεπώς ατεκμηρίωτα ισχυρισμός περί αντιφατικότητας και σύγκρουσης μεταξύ των αιτούμενων διαταγμάτων. Επισημαίνεται προς τούτο ότι οι αιτητές αιτούνται το αιτητικό (Ε) διαζευκτικά με τα αιτητικά (Β), (Γ) και (Δ) και επομένως δεν διακρίνω μεταξύ τους αντιφατικότητα ή σύγκρουση και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. β. Προβάλλεται στην παρ. 3(β) ισχυρισμός ότι η Αίτηση είναι νομικά αστήρικτη και αβάσιμη. Έχω διεξέλθει τη νομική βάση της και δεν διαπιστώνω κάτι τέτοιο. Η Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων και στη Δ.16 Κ.9 βλ. σχετικά την υπόθεση Παπακόκκινου v. Landbropke P.L.C. κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ σελ. 1090 στην οποία λέχθηκε ότι η Διάταξη αυτή επιτρέπει δικονομικά την δυνατότητα καταχώρησης Εμφάνισης υπό Διαμαρτυρία, ακόμη και χωρίς άδεια ή Διάταγμα του Δικαστηρίου. (βλ. σχετική εκτεταμένη ανάλυση του ζητήματος και στην απόφαση της κας Λένας Δημητριάδου, Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην Αρ. Αγ. 491/2011 Ε.Δ. Αμμοχώστου Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Neate Gary Keith κ.ά. ημερ. 12.06.2012). γ. Οι ισχυρισμοί των παραγράφων 3 (γ), (δ) και (ε) είναι γεγονός, και συμφωνώ ως προς τούτο με την ευπαίδευτη συνήγορο των αιτητών, ότι η αγωγή έχει ως βάση την Απόφαση των εναγόντων η οποία στρεφόταν εναντίον του Συνδέσμου Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων Λεμεσού κ.ά. (Τεκμ.Α), και πουθενά δεν αναφέρεται το όνομα των παρόντων αιτητών είτε υπό την προσωπική τους ιδιότητα ή υπό οποιανδήποτε άλλη ιδιότητα. Ταυτόχρονα καθίσταται προφανές ότι η έκδοση της εν λόγω Απόφασης και το περιεχόμενο της, αποτελεί κοινό έδαφος και/ή κοινό υπόβαθρο γεγονότων, ούτως ώστε να προσφέρεται για την παρούσα αποτελώντας ασφαλές υπόβαθρο για την προδικαστική εκδίκαση των εγειρόμενων νομικών σημείων. Ούτε και φαίνεται από το περιεχόμενο της Απόφασης αυτής να έχει επιβληθεί οποιοδήποτε πρόστιμο στους αιτητές όπως παραπλανητικά αναφέρεται στην παράγραφο 3 (ε) της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. Σε σχέση πάλι με τον ισχυρισμό ότι η Αίτηση είναι πρόωρη θα πρέπει να λεχθεί, ότι η εξουσία που παρέχεται στο δικαστήριο να απορρίψει ή να αναστείλει μια Αγωγή πριν την καταχώρηση των δικογράφων, δυνάμει της σύμφυτης του εξουσίας είναι εντελώς ανεξάρτητη από τις πρόνοιες της Δ.19, Θ.6. Δεν μειώνει, όμως, ούτε και εξαλείφει την εξουσία του δικαστηρίου να απορρίψει ή να αναστείλει μια Αγωγή στο στάδιο στο οποίο βρίσκεται η παρούσα Αγωγή. Ούτε και μια τέτοια αίτηση προϋποθέτει ότι θα πρέπει να υποβάλλεται μετά την καταχώρηση και παράδοση της Υπεράσπισης, καθώς κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.27, Θ.3, που εν πάση περιπτώσει επιτρέπουν τη διαγραφή Έκθεσης Απαίτησης ουσιαστικά για τους ίδιους λόγους που μια απαίτηση μπορεί να διαγραφεί δυνάμει της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου, δηλαδή για τον λόγο ότι αυτή δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή αποκαλύπτει μια απαίτηση ενοχλητική και καταπιεστική και καταχρηστική της διαδικασίας. Δεν συνάδει ούτε με τις πιο πάνω αποφάσεις που έχω παραθέσει πιο πάνω, οι οποίες καταδεικνύουν, ότι το δικαστήριο δύναται να διαγράψει μια Έκθεση Απαίτησης πριν ακόμα την καταχώρηση της Υπεράσπισης. δ. Όσον αφορά τους λόγους περί του κακόπιστου της Αίτησης, η οποία σκοπεύει να περιπλέξει τα πράγματα και ότι αποσκοπεί σε καθυστέρηση και ότι είναι καταχρηστική σύμφωνα με την παρ. 3(στ) και (ζ) κατά την αντίληψη μου δεν βρίσκουν έρεισμα στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και στη νομολογία και ούτε στην Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) στην Υπ' αριθμό 259/2013 Έφεση ημερομηνίας 7.12.2015 (Τεκμ. Β) στην ένσταση. ε. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης της παρ. 3(η) περί άρσης τυχόν παρατυπίας ήδη έχω αναλύσει το ζήτημα πιο πάνω και το μόνο που θα μπορούσε να επαναληφθεί είναι ότι οι πρόνοιες της Δ.64 δεν αποτελούν πανάκεια και δεν οδηγούν σε αυτεπάγγελτη άρση οποιασδήποτε παρατυπίας και/ή μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες των Κανονισμών. στ. Στις παρ. 3(θ), (ι) και (κ) της ενόρκου δηλώσεως της ένστασης, οι λόγοι ένστασης αφορούν από την μια τον τρόπο που επέλεξαν οι αιτητές να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης υπό Όρους και/ή υπό Διαμαρτυρία, ο οποίος συνάδει τόσο με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς όσο και με τη Νομολογία. Αυτοί εμφαίνονται τόσο στην Αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και έχουν καταγραφεί πιο πάνω που την καθιστούν νομότυπο. Σε ό,τι αφορά την ιδιότητα των αιτητών, αυτοί εξηγούν ακριβώς στην παρ. 5 της ένορκης δήλωσης τους τα ακόλουθα: «Οι Εναγόμενοι/Αιτητές ήταν εκλελεγμένοι από το σύνολον των αχθοφόρων, ως πενταμελές συμβούλιον, κατά τα έτη 2012 έως και 2013 διά σκοπούς εσωτερικής διοίκησης όλων των αδειούχων αχθοφόρων του λιμένος Λεμεσού, διά σκοπούς κατανομής λιμενικών εργασιών και/ή υπηρεσιών και συμμέτοχοι εις οιασδήποτε διαβουλεύσεις και ενημέρωσιν της Αρχής Λιμένων Κύπρου, ήτις είναι η αρμόδια Αρχή και η εκδότρια των εξατομικευμένων αδειών ενός εκάστου αχθοφόρου» και όχι οποιουδήποτε Συνδέσμου Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων Λιμένος Λεμεσού (Σ.Α.Λ.Α). Αυτά εξάλλου επιβεβαιώνονται και στο Τεκμ. Β της ένορκης δήλωσης της καθ' ης η αίτηση δηλαδή στην ως άνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε Αναθεωρητική Έφεση 259/2013 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις που επισύναψε ο δικηγόρος των αιτητών για έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας νομικά ανύπαρκτου προσώπου ως διαδίκου ενώπιον Δικαστηρίου, δεν σχετίζονται με την δυνατότητα του ΣΑΛΑ να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου περί ανταγωνισμού ως καταγγελλόμενη επιχείρηση και με την εν γένει δυνατότητα του να συμμετέχει σε διαδικασία ενώπιον διοικητικών οργάνων». Και στη συνέχεια: «Επίσης η διαφοροποίηση των μελών ΣΑΛΑ στην πορεία εξέτασης των καταγγελιών, δεν συνεπαγόταν υποχρέωση της Επιτροπής να διακρίνει ποιοι αχθοφόροι προέβηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην καταγγελλόμενη συμπεριφορά, αφού η κατηγορία και το επιβληθέν πρόστιμο δεν τους αφορούσε προσωπικά αλλά ως ΣΑΛΑ». Ακόμα και βασιζόμενος στην ως άνω απόφαση που επικαλείται η καθ' ης η αίτηση διερωτώμαι ποια είναι πράγματι η προσωπική ευθύνη των εδώ Αιτητών. Επομένως κρίνω ότι ούτε ως προς αυτή τη πτυχή τους δεν έχουν έρεισμα τα επιχειρήματα της πλευράς της καθ' ης η αίτηση». ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας επομένως υπ' όψιν τα ως άνω γεγονότα, όπως αυτά έχουν καταγραφεί πιο πάνω, βρίσκω ότι η συνέχιση της Αγωγής ως έχει και ως αυτή έχει καταχωρηθεί και επιδοθεί στους εναγόμενους/αιτητές, της οπισθογράφησης της όπως και η Έκθεση Απαιτήσεως προσκρούει στους Θεσμούς και την προαναφερθείσα Νομοθεσία και Νομολογία. Επομένως είναι εξ υπαρχής θνησιγενής και δεν επιδέχεται τροποποίησης ή άλλης θεραπείας. Για όλους επομένως τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω να εγκρίνω την αίτηση και να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα ως τα αιτητικά Α, Β, Γ και Δ. Τα έξοδα της αίτησης και της αγωγής θα είναι υπέρ των αιτητών/ εναγόμενων και σε βάρος της καθ' ης η αίτηση/ ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο