← Κύπρος

ISABEL LUCINDA LOPES PEREIRA DA SILVA VAN POETEREN ν. FATMA HALA AMDULKADIR, Αρ. Αγωγής:1395/19, 1/6/2020

ISABEL LUCINDA LOPES PEREIRA DA SILVA VAN POETEREN ν. FATMA HALA AMDULKADIR, Αρ. Αγωγής:1395/19, 1/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A210 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1395/19 Μεταξύ: ISABEL LUCINDA LOPES PEREIRA DA SILVA VAN POETEREN Ενάγουσας και FATMA HALA AMDULKADIR Εναγόμενης ------------------------------- Ημερομηνία: 1 Ιουνίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/αιτήτρια: Ο κ. Σ. Π. Τσαγκάρης για P. TSANGARIS & ASSOCIATES LLC Για την εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Η. Ηλία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για συνοπτική απόφαση) Το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2 r.1) καταχωρίστηκε την 12.07.2019, στις 2.10.2019 Σημείωμα Εμφανίσεως από την εναγόμενη και την 25.11.2019 καταχωρήθηκε τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα και την ίδια ημερομηνία καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση. Στις 16.01.2020 καταχωρίστηκε ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως. Η καθ' ης η αίτηση Μετά από σχετικό αίτημα από πλευράς αιτήτριας και έγκρισης του η Καθ' ης η Αίτηση έτυχε αντεξέτασης στις 27.01.2020 σε σχέση με τη γνώση της ελληνικής γλώσσας στην οποία συντάχθηκε η ένορκη δήλωση της με την οποία υποστηρίζει την ένσταση της. Όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, η Καθ' ης η Αίτηση δεν καταχώρησε ακόμα Υπεράσπιση. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ιδίας της Αιτήτριας και από ένορκη δήλωση την οποία υποστηρίζει ο σύζυγος της κ. Hans Van Poeteren, δια της οποίας αίτησης αξιώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης ως οι αξιώσεις της στην υπό τον ανωτέρω αριθμό και τίτλο αγωγή. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως η Αιτήτρια αξιώνει την έξωση της εναγόμενης από την κατοικία δικής της ιδιοκτησίας ευρισκόμενη σε δήμο της Επαρχίας Λεμεσού, στη συνέχεια («η επίδικη οικία»), καθώς επίσης και αναγνωριστική απόφαση ότι η Καθ' ης η Αίτηση κατέχει και/ή χρησιμοποιεί την επίδικη οικία άνευ οιασδήποτε εξουσιοδότησης και/ή αδείας από την Αιτήτρια και/ή ως παράνομος επεμβασίας. Η Αιτήτρια, με την τελική αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της, απέσυρε άνευ βλάβης του δικαιώματος της να επαναφέρει την εν λόγω αξίωση αναλόγως της πορείας της παρούσας αίτησης, την αξίωση της (αιτητικό Γ της Έκθεσης Απαιτήσεως), για το ποσό των €1,500.00 μηνιαίως από 22.05.2019 (ημερομηνία κατά την οποία η Αιτήτρια κατέστη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας), μέχρι εκκενώσεως της και παραδόσεως της κατοχής της στην Αιτήτρια, ως αποζημίωση και/ή απώλεια ενοικίου και/ή ως διαφυγόν κέρδος, συνεπεία παράνομης επέμβασης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της στην Έκθεση Απαιτήσεως της η Αιτήτρια είναι η νόμιμη και εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας (σχετικό Πιστοποιητικό Εγγραφής το Τεκμ. 1 επί της Ε/Δ της) την οποία έλαβε την 23.05.2019 δυνάμει δωρεάς από τον σύζυγο της (και πρώην σύζυγο της Καθ' ης η Αίτηση). Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση στις 28.05.2019, αφού η Αιτήτρια κατέστη νόμιμη και εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας, με επιστολή ημερ. 28.05.2019 των τότε δικηγόρων της (Τεκμ. 2 επί της Ε/Δ της Αιτήτριας), πληροφόρησε την Καθ' ης η Αίτηση ότι κατέστη νέα ιδιοκτήτρια της επίδικης Οικίας και κάλεσε αυτήν όπως εντός 10 ημερών από την ημέρα παραλαβής της ρηθείσας επιστολής να την εκκένωνε και να της παρέδιδε την πλήρη κατοχή της. Παρά την λήψη δια προσωπικής επίδοσης της αναφερθείσας επιστολής από την Καθ' ης η Αίτηση, καθώς 2ης επιστολής ημερ. 13.09.2019 των τότε δικηγόρων της Αιτήτριας προς τον δικηγόρο της Καθ' ης η Αίτηση (Τεκμ. 3 επί της Ε/Δ της Αιτήτριας), όπου της ζητήθηκε εκ νέου να εκκενώσει την επίδικη οικία ως και να παρέδιδε την κατοχή της, η Καθ' ης η Αίτηση παρέλειψε και αρνήθηκε να συμμορφωθεί και συνεχίζει μέχρι σήμερα να κατέχει παράνομα και χρησιμοποιεί και νέμεται την επίδικη οικία άνευ οιασδήποτε εξουσιοδότησης ή αδείας ως παράνομος επεμβασίας. Έτσι με την παρούσα αγωγή της και ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, η Αιτήτρια επιδιώκει μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την Καθ' ης η Αίτηση να εγκαταλείψει της επίδικη οικία και να παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή στην Αιτήτρια. Ως προς τα γεγονότα που προηγήθηκαν της καταχώρησης της παρούσας αγωγής και αίτησης προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ότι την 19.01.2016 ο πρώην σύζυγος της Καθ' ης η Αίτηση (και νυν σύζυγος της Αιτήτριας), υπό την τότε ιδιότητα του ως κατά ½ μερίδιο συνιδιοκτήτης της επίδικης οικίας, καταχώρησε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού αίτηση για αναγκαστική πώληση της λόγω αδιανέμητου οικίας, ακολουθώντας σχετική απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου για αναγκαστική πώληση της δια δημοπρασίας. Η Καθ' ης η Αίτηση η οποία παρέλειψε να ενεργήσει εντός της εκ του Νόμου ταχθείσας προθεσμίας για να καταχωρούσε έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης, καταχώρησε αίτηση παράτασης του χρόνου καταχώρησης Έφεσης η οποία εν τέλει απορρίφθηκε την 27.11.2018 (Τεκμ. 1 της Ε/Δ Hans) και δεν έχει εφεσιβληθεί. Ως συνεπακόλουθο αποτέλεσμα, διενεργήθηκε νομίμως και προσηκόντως αναγκαστική πώληση της επίδικης οικίας δια δημοπρασίας την οποίαν εξαγόρασε ο πρώην σύζυγος της Καθ' ης η Αίτηση (και νυν σύζυγος της Αιτήτριας). Η Αιτήτρια έχει υιοθετήσει ενόρκως τα ως άνω γεγονότα και βεβαιώνει την αιτία της αγωγής της, δηλώνοντας ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει Υπεράσπιση ή και καλή Υπεράσπιση ή και αληθινή ή καλόπιστη Υπεράσπιση, γεγονός το οποίο σε συνδυασμό με το ότι οι αξιώσεις της Αιτήτριας είναι τόσο ξεκάθαρες, θα πρέπει να ενεργοποιήσει την εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η Καθ' ης η Αίτηση στην ένσταση της υποστηρίζει τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους ενίσταται (παρατίθενται συνοπτικά): «

(1)Παράλειψη αναφοράς εις τα πραγματικά γεγονότα και/ή δοσοληψιών που οι διάδικοι και/ή ο σύζυγος της Αιτήτριας (πρώην σύζυγος της Καθ' ης η Αίτηση) είχαν μεταξύ τους. Η Αιτήτρια δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια
(2)Δόλια μεταβίβαση και/ή συγκατάθεση μεταβίβασης δωρεάν από τον σύζυγο της Αιτήτριας της επίδικης Οικίας στην Αιτήτρια. Παράβαση μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση και του πρώην συζύγου της συμφωνίας και οφειλή του τελευταίου ποσού €136.000,00 προερχόμενο από ασφάλεια σύνταξης έναντι του οποίου ουδέν ποσό έχει καταβάλει. Η ως άνω συμφωνία είναι εις γνώση της Αιτήτριας και εντούτοις προχώρησε με την παρούσα αγωγή της.
(3)Η υπό κρίση Αίτηση είναι πρόωρη, καταπιεστική και άνευ νομικού και ουσιαστικού αποτελέσματος.
(4)Η Καθ' ης η Αίτηση έχει πολύ καλή υπεράσπιση ενόψει του δόλιου τρόπου μεταβίβασης από τον πρώην σύζυγο της στην Αιτήτρια της επίδικης Οικίας». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1(α) - 6, και 9, Δ.48, Θ. 1 - 4, 8 και 9, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι κατά την αντεξέταση της Καθ' ης η Αίτηση, διαφάνηκε καθαρά με παραδοχές της ιδίας της Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, δεν γράφει ή διαβάζει την Ελληνική και ούτε μπορούσε να κατανοήσει το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση της. Είναι δε για αυτούς τους λόγους που υποστηρίζεται από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση ότι αυτή δεν θα πρέπει να ληφθεί υπ' όψη και ως εκ τούτου - καθώς αυτή παραμένει χωρίς πραγματική υποστήριξη -, είναι έκθετη σε απόρριψη. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ: Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.18 Θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land, (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Από την διατύπωση της Δ.18 Θ.1(α) προκύπτει ότι ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. Πρέπει επίσης να συνοδεύει την αίτηση του από ένορκη δήλωση από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ' όσων γνωρίζει, ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Σταυρινίδης ν. Chekoslovenska Obchondi Banka A.S.,
(1972)1 AAΔ 130. Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο, τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 782. Σύμφωνα με τη νομολογία μας όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Αφού έχω δώσει σε αδρές γραμμές τη νομική πτυχή που διέπει την έκδοση συνοπτικής απόφασης θα προχωρήσω στην εξέταση του ζητήματος του παράτυπου της ένορκης δήλωσης με την οποία υποστηρίζεται η ένσταση. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω η Ε/Δ της Καθ' ης η Αίτηση με την οποία υποστηρίζει τους λόγους για τους οποίους προβάλλει ένσταση είναι διατυπωμένη στην ελληνική γλώσσα ενώ πουθενά δεν αναφέρει ότι γνωρίζει την Ελληνική και επίσης, δεν συνοδεύεται από οποιανδήποτε σχετική ένορκη δήλωση μεταφραστή. Περαιτέρω, ως προαναφέρεται, κατά την αντεξέταση της Καθ' ης η Αίτηση διαφάνηκε με παραδοχές της ιδίας ότι δεν γνωρίζει την Ελληνική, δεν γράφει ή διαβάζει ελληνικά και ούτε μπορούσε να κατανοήσει το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση της. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι η ένορκη δήλωση οιουδήποτε προσώπου, πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή σ' αυτόν και αυτή να συνοδεύεται με τη μετάφραση της, καθώς επίσης και με σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή, δια της οποίας να βεβαιώνει το πιστό και αληθές του περιεχομένου της. Επομένως η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σύμφωνα με το Annual Practice 1995, σελ. 683, περιλαμβάνει ουσιαστικά την κατάθεση ένορκης δήλωσης μεταφραστή. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Krishnakanthan,
(2011)1 AAΔ λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση, παρόλη την απουσία σχετικής πρόνοιας στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, η πρακτική που ακολουθείται και προδιαγράφεται στους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς και αναφέρομαι στο Annual Practice 1955, σελ. 683 δίδει κατεύθυνση προς τη σωστή διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί. Η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά, από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκη δήλωση που είναι συνταγμένη στα ελληνικά από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τη γλώσσα δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. (Βλ. Φωτίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 783). Η σημείωση του πρωτοκολλητή, ότι μεταφράστηκε από ελληνικά σε αγγλικά, που στην προκείμενη περίπτωση όπως υποστήριξε ο συνήγορος του αιτητή, είναι ικανοποιητική για να τεκμηριώσει την αναγκαιότητα ύπαρξης της, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αξία, αφού, στην καλύτερη περίπτωση, βεβαιώνει ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως μεταφράστηκε στον ενόρκως δηλούντα από πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Σκοπός της βεβαίωσης του πρωτοκολλητή (jurat) είναι η αποφυγή με τρόπο αναντίλεκτο οποιωνδήποτε αμφισβητήσεων (El-Boustani
(1991)1 A.A.Δ. 736). Αφήνω που μεθοδολογία, όπως η παρούσα, μπορεί να οδηγήσει και να ενισχύσει τη σκέψη ότι ένας ενόρκως δηλών, μπορεί θεωρητικά και να αποφύγει τις συνέπειες ενδεχόμενης διαδικασίας ψευδορκίας, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δηλώσεως δεν του αποδόθηκε σωστά. Με γνώμονα τα πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι δεν έχει ακολουθηθεί η σωστή διαδικασία. Ως αποτέλεσμα τούτου, δεν υπάρχει οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο το οποίο θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει, εκ πρώτης όψεως, βάσιμο λόγο για να προχωρήσει το Δικαστήριο να εξετάσει τους προβληθέντες από τους καθ' ων η αίτηση ισχυρισμούς περί της νομιμότητας ή όχι της κράτησης του αιτητή». Στο σύγγραμμα "Το Δίκαιο της Απόδειξης" των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη στην σελίδα 88, αναφέρεται ότι: «Η ένορκη δήλωση αλλοδαπού αιτητή που δεν γνωρίζει την Ελληνική και η οποία συνοδεύει την αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, μπορεί να υπογραφεί από αυτόν νοουμένου ότι τόσο η ένορκη δήλωση όσο και ο όρκος, του έχουν προηγουμένως μεταφραστεί από μεταφραστή που επίσης ορκίζεται ως προς την ορθότητα της μετάφρασης (Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1(B) AAΔ.772). To ίδιο, ισχύει και για τα έγγραφα που συνοδεύουν ή αφορούν σε μια τέτοια ένορκη δήλωση (Αναφορικά με την Αίτηση του Papy Nsatsu Mambu, Αρ. Αίτ. 24/12, ημερ. 28.06.12) και επεκτείνεται ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου προκύπτει δυσκολία κατανόησης του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης από τον δικηγόρο του αντίδικου λόγω της σύνταξης της σε γλώσσα άλλη από την Ελληνική (Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Abdallah και Άλλων, ΠΕ 69/11, 25.06.12). Κατά προέκταση, η ίδια προσέγγιση μπορεί να θεωρείται ότι εφαρμόζεται και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση αίτησης ή ένορκης δήλωσης αλλοδαπού προσώπου που δεν γνωρίζει την Ελληνική ή άλλη επίσημη γλώσσα της χώρας μας (βλ. Κατ΄ αναλογίαν, Geningconsult (Cyprus) Ltd v. MCR Resource Management Ltd και Άλλων, Αρ. Αίτ. 30/01, ημερ. 30.3.01 [αδημοσίευτη], με αναφορά στην πρωτόδικη προσέγγιση)». Η νομολογιακή προσέγγιση και υιοθέτηση των προαναφερθέντων αρχών, εντοπίζεται σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Ενδεικτική είναι η υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Φωτίου κ.α.,
(2003)1(Β) ΑΑΔ 781, όπου τονίστηκαν τ' ακόλουθα: «Η δεύτερη αιτήτρια είναι Ολλανδή υπήκοος και δεν γνωρίζει ελληνικά. Παρά ταύτα, η ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την αίτηση είναι διατυπωμένη στα ελληνικά, ενώ στο τέλος επιβεβαιώνεται από Πρωτοκολλητή ότι η ενόρκως δηλούσα ορκίστηκε και υπόγραψε ενώπιόν του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Είμαι της άποψης ότι η συγκεκριμένη δήλωση δεν συνιστά ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου. Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν (Αναφορικά με τον Saab Abbas Nazar
(2003)1 Α.Α.Δ. 772)». Περαιτέρω στην αίτηση Αναφορικά με την αίτηση του Saab Abbas Nazar,
(2003)1 Α.Α.Δ. 772, λέχθηκαν τ' ακόλουθα: «Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ' αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση (Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παραγρ. 314)». Διαφορετική από την πιο πάνω προσέγγιση, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο ο ενόρκως δηλών να μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες τυχόν ενδεχόμενης διαδικασίας ψευδορκίας, όπως ειδικώς λέχθηκε στην Αναφορικά με την Αίτηση του Krishnakanthan Sangaralingam,
(2011)1 ΑΑΔ 7. Είναι δε γεγονός ότι κατά την αντεξέταση της Καθ' ης η Αίτηση, διαφάνηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι δεν γνωρίζει καθόλου ελληνικά και μάλιστα σε ερώτηση που της υπεβλήθη κατά πόσο μπορούσε να αναγνώσει και κατανοήσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής της απάντησε αρνητικά παραδεχόμενη ότι δεν μπορεί. Από τον ως άνω λόγο και μόνο, ως ξεκάθαρα υποδεικνύει η πιο πάνω νομολογία, η Ε/Δ της εναγόμενης που υποστηρίζει την ένσταση της ενάντια στην υπό κρίση αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη και ως εκ τούτου απορρίπτεται αφήνοντας κατ' ακολουθία την ένστασή της παντελώς μετέωρη και άνευ πραγματικού υποβάθρου. Συνακόλουθα, η παράλειψη της Καθ' ης η Αίτηση να λάβει οποιαδήποτε μέτρα ώστε να διορθώσει την εν λόγω παρατυπία είτε ζητώντας άδεια για καταχώρηση άλλης ένορκης δήλωσης είτε άλλως πώς, κρίνεται μοιραία για την υποστήριξη των λόγων ένστασης της η οποία παρέμεινε ως αναφέρω πιο πάνω μετέωρη και άνευ πραγματικού υποβάθρου. Σημειώνεται ότι στον φάκελο της υπόθεσης, εκτός από την Έκθεση Απαίτησης και την παρούσα Αίτηση, δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο δικόγραφο ή έγγραφο για να στηρίξει τις οιεσδήποτε θέσεις της Καθ' ης η Αίτηση που θα μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψιν από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης. Συνεπώς, με την απουσία οιωνδήποτε γεγονότων από πλευράς Καθ' ης η Αίτηση και λαμβάνοντας υπ' όψιν την Έκθεση Απαίτησης και τους ισχυρισμούς και γεγονότα που υποστηρίζουν την υπό κρίση Αίτηση, όπως αυτά τέθηκαν από την πλευρά της Αιτήτριας, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι πληρούνται στην ολότητα τους οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης και ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει καθόλου Υπεράσπιση ή δεν έχει παρουσιάσει οποιανδήποτε Υπεράσπιση. Όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο, στην περίπτωση αιτήσεων βασιζόμενων σε ένορκες δηλώσεις, τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται, στο βαθμό και στην έκταση που το βάρος απόδειξης επιβάλλει. Η αποτυχία τεκμηρίωσης της ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση, αυτομάτως συνιστά και αποτυχία απόδειξης της ύπαρξης υπεράσπισης στην αγωγή. Ως περαιτέρω αποτέλεσμα, οι ισχυρισμοί και θέσεις της Αιτήτριας έχουν μείνει αναντίλεκτοι και δεν έχουν αμφισβητηθεί προσηκόντως από την Καθ' ης η Αίτηση με οποιονδήποτε τρόπο και ως εκ τούτου αναπόφευκτα καθίσταται δυνατή η έγκριση της υπό κρίσης Αίτησης και έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πέραν όμως της πιο πάνω κατάληξης μου σε σχέση με το ανυποστήρικτο της ένστασης θα εξετάσω στη συνέχεια, για σκοπούς πληρότητας, κατά πόσον πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1 (α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών για την έκδοση συνοπτικής απόφασης παρόλο που η Καθ' ης η Αίτηση δεν το εγείρει ή και προωθεί ως λόγο ένστασης. Ως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, η αγωγή της ενάγουσας καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης, αλλά όχι Υπεράσπιση. Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκες δηλώσεις της ιδίας της ενάγουσας και του συζύγου της Hans Van Poeteren, τα γεγονότα των δηλώσεων των οποίων ευρίσκονται σε προσωπική τους γνώση και οι οποίοι προσφέρουν θετική μαρτυρία για τα όσα δηλώνουν. Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας και τα επισυναπτόμενα σε αυτή τεκμήρια, επιβεβαιώνουν και επαληθεύουν την αιτία της αγωγής, υποστηρίζουν και τεκμηριώνουν πλήρως και επαρκώς την έγκριση των αιτούμενων θεραπειών, καθώς επίσης και το ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει οποιανδήποτε Υπεράσπιση στην αγωγή. Κρίνω ότι υπό το φως των πιο πάνω, η Αιτήτρια απέσεισε το αναλογούν σε αυτήν βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της, με αποτέλεσμα πλέον να μετατίθεται στην Καθ' ης η Αίτηση το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή και εύλογη Υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι συντρέχουν τέτοια γεγονότα και στοιχεία που να θεωρούνται επαρκή για να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπισθεί. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais,
(1991)1 A.A.Δ. 239, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. CO LTD v. The Central Co-Operative Industries Co ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Το γεγονός όμως ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής, δεν συνεπάγεται ότι, για τη χορήγηση άδειας προς υπεράσπιση αρκεί η προβολή αόριστων ή γενικών ισχυρισμών. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται η προβολή ισχυρισμών στην αναγκαία έκταση, πάντοτε σε συνάρτηση με το εκάστοτε επίδικο ζήτημα. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση στην υπόθεση Caterchef NV Ltd ν. PCP Electronics Ltd,
(1999)1 ΑΑΔ 1912, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου. Τη θέση μας ενισχύει το παρακάτω απόσπασμα από την Annual Practice
(1959)σελ. 250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Harrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362; Ray v. Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6(n.)». Σχετικές είναι επίσης οι αποφάσεις στις υποθέσεις Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides,
(1983)1 C.L.R. 333 και M. Loizides Agencies Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ,
(2011)1Β ΑΑΔ 1280. Περαιτέρω, εφόσον παρατίθενται λεπτομέρειες προβαλλόμενης καλής υπεράσπισης, το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει κατά πόσο οι προβαλλόμενες θέσεις είναι έκδηλα ψευδείς. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο Ένστασης ότι δήθεν η Αιτήτρια παρέλειψε να αναφερθεί στα πραγματικά γεγονότα και δοσοληψίες της Καθ' ης η Αίτηση με τον κ. Ηans Van Poeteren, σημειώνω ότι αυτός θα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και αβάσιμος εφόσον η Καθ' ης η Αίτηση παρέλειψε να παρουσιάσει οιαδήποτε γεγονότα τεκμηρίωσης του ρηθέντος λόγου ένστασης ο οποίος στερείται οποιουδήποτε υποστηρικτικού υπόβαθρου. Τα πραγματικά γεγονότα και οι δοσοληψίες στις οποίες γίνεται αναφορά από την Καθ' ης η Αίτηση δεν αποδεικνύονται με μαρτυρία αλλά και εν πάση περιπτώσει δεν σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Ο επόμενος λόγος ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση αναφέρεται σε ύπαρξη δόλου μεταξύ της Αιτήτριας και του συζύγου της κ. Ηans Van Poeteren αναφορικά με την μεταβίβαση δια δωρεάς της επίδικης οικίας στην Αιτήτρια. Σύμφωνα όμως με τα αναμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης ο σύζυγος της Αιτήτριας την 19.05.2019 αγόρασε νόμιμα την επίδικη οικία δια διαδικασίας δημοπρασίας και όντας απόλυτος ιδιοκτήτης, άσκησε το ιδιοκτησιακό του δικαίωμα μεταβιβάζοντας την δια δωρεάς στην Αιτήτρια σύζυγο του. Η Καθ' ης η Αίτηση είχε το δικαίωμα να ακουστεί και εφεσιβάλει την εν λόγω διαδικασία ως και να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αναχαιτίσει την αναγκαστική πώληση της επίδικης οικίας, εφόσον τούτο κρίνετο ορθό από το εκδικάσαν Δικαστήριο, αλλά αυτή παρέλειψε να ενεργήσει εντός της εκ του Νόμου ταχθείσας προθεσμίας. Είναι γεγονός ότι στη συνέχεια, η Καθ' ης η Αίτηση προέβη σε Αίτηση παράτασης του χρόνου καταχώρησης Έφεσης η οποία εν τέλει απορρίφθηκε την 27.11.2018 (Τεκμ. 1 της Ε/Δ Hans), και δεν έχει εφεσιβληθεί. Ως συνεπακόλουθο αποτέλεσμα, διενεργήθηκε νομίμως και προσηκόντως αναγκαστική πώληση της επίδικης οικίας δια δημοπρασίας την οποίαν εξαγόρασε ο πρώην σύζυγος της Καθ' ης η Αίτηση (και νυν σύζυγος της Αιτήτριας). Κρίνω στη βάση των γεγονότων αυτών ότι η Καθ' ης η Αίτηση κωλύεται από του να ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια ενήργησε δόλια με τον σύζυγο της και ή ότι παραπλανήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο, αφού η Αιτήτρια κατέστη καθ' όλα νόμιμα εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας ακολουθώντας τη ορθή διαδικασία. Η υπό της Καθ' ης η Αίτηση ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας από τον πρώην σύζυγο της (και νυν σύζυγο της Αιτήτριας), σε σχέση με τις μεταξύ τους περιουσιακές διαφορές, είναι η φανερό ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν συνιστούν υπεράσπιση ή και καλή υπεράσπιση και είναι εντελώς άσχετοι με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, ως προκύπτει και από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, οι περιουσιακές διαφορές της Καθ' ης η Αίτηση με τον πρώην σύζυγο της έχουν τύχει ήδη χειρισμού από αλλοδαπό Οικογενειακό Δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση, λόγω της φύσης τους ως "ισχυριζόμενες" περιουσιακές διαφορές συζύγων, δεν θα μπορούσαν να ενταχθούν στην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου αλλά του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Σημειώνεται περαιτέρω ότι, πουθενά στην Ε/Δ Καθ' ης η Αίτηση αναφέρεται ότι τούτη προτίθεται να προβεί σε ανταπαίτηση ή και να προσθέσει τον πρώην σύζυγο της ως διάδικο στην παρούσα αγωγή ούτως ώστε οι υπ' αυτής εγερθέντες ισχυρισμοί να αποτελέσουν επίδικα θέματα. Η Αιτήτρια, όπως ήδη έχει καταγραφεί πιο πάνω, απέστειλε δύο επιστολές στην Καθ' ης η Αίτηση (ήτοι την 28.05.2019 και 13.09.2019 (Τεκμ. 2 και 3 της Ε/Δ Αιτήτριας), δια των οποίων δόθηκε χρονικό περιθώριο στην Καθ' ης η Αίτηση να παρέδιδε την επίδικη οικία αλλά αυτή αρνήθηκε να το πράξει με αποτέλεσμα η Αιτήτρια μη έχοντας άλλη επιλογή να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Η Καθ' ης η Αίτηση περαιτέρω επικαλείται ότι η Αιτήτρια είναι ένοχη απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, με τρόπο που καθιστά την υπό κρίση Αίτηση καταπιεστική, άνευ νομικού και ουσιαστικού αποτελέσματος κατά τον τρόπο τον οποίο προωθηθεί ως επίσης και η εν λόγω αγωγή. Ο ρηθείς ισχυρισμός κρίνω ότι είναι καθόλα αβάσιμος, αφού η Αιτήτρια δεν φαίνεται ότι απέκρυψε οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός - τουλάχιστον κάτι τέτοιο δεν αποκαλύπτεται από την Καθ' ης η Αίτηση - αλλά αντιθέτως κρίνω ότι προέβη στην αναγκαία υπό τις περιστάσεις παράθεση γεγονότων σχετικών με τα επίδικα ζητήματα. Με την υπό κρίση Αίτηση δεν επιδιώχθηκε η έκδοση οιουδήποτε διατάγματος μονομερώς για να επικαλείται την οιαδήποτε καταπίεση η Καθ' ης η Αίτηση, αλλά αποτελεί αίτηση δια κλήσεως παρέχοντας της το δικαίωμα να ενστεί και ακουσθεί, κάτι που έγινε. Στην Αγωγή αρ. 1542/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, μεταξύ THE OLD BULL "N" BUSH PUBLIMITED v. Χάρη Κρασσά κ.α., Απόφαση ημερ. 29.5.2003, εξετάστηκε από τον τότε Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου κ. Μ. Φωτίου ζήτημα απόκρυψης γεγονότων σε αίτηση δια κλήσεως, λέχθηκαν από αυτόν τα ακόλουθα τα οποία υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας: «Ενόψει του ότι στη δική μας περίπτωση η αίτηση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση, ούτως ώστε ουσιαστικά μετατράπηκε σε αίτηση με κλήση, αυτή έπαψε να θεωρείται μονομερής και επομένως δεν εγείρεται (κι ούτε ηγέρθη) θέμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Έτσι, δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω σχετικά με την εν λόγω υποχρέωση ενός αιτητή όταν αποτείνεται μονομερώς για προσωρινό διάταγμα». Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθ' ότι απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, κρίνω ότι ουδεμία απόκρυψη γεγονότων έγινε - τουλάχιστον τέτοια δεν αποκαλύπτονται από την Καθ' ης η Αίτηση - καθ' ότι σύμφωνα με το υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου, τα τεκμήρια και τα όσα εκτίθενται στην Ε/Δ της Αιτήτριας και της Ε/Δ Hans, διαφαίνεται ότι η Αιτήτρια έχει προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων που ήταν στην γνώση της, τα οποία όφειλε να θέσει για να καταδείξει για να αποσείσει το βάρος που είχε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της Καθ' ης η Αίτηση, πάσχουν αφ' ενός από έλλειψη πειστικότητας και αφ' ετέρου δεν αποκαλύπτει γεγονότα, λεπτομέρειες και πληροφορίες προς υποστήριξη των θέσεων της. Και τούτο καθώς οι θέσεις της Καθ' ης η Αίτηση τέθηκαν με νεφελώδες και καθόλου πειστικό τρόπο, χωρίς την αναγκαία στήριξη και δεν υπάρχει τίποτε το απτό και συγκεκριμένο. Ακόμη δεν παρατίθενται θετικά γεγονότα με τρόπο πειστικό. Συνοψίζοντας, όλα όσα ανέλυσα πιο πάνω καταλήγω ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή και βάσιμη υπεράσπιση αλλά περιορίζονται στην παρουσίαση ενός γενικού και σκιώδους πλαισίου ισχυρισμών, με αποτέλεσμα το κριτήριο της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή αποκάλυψης τέτοιων γεγονότων που θα ήτο ουσιώδη για να της διδόταν δικαίωμα υπεράσπισης, να μην ικανοποιείται. Επομένως, επανερχόμενος αφενός στο ζήτημα της αντικανονικότητας και παρατυπίας της Ε/Δ της Καθ' ης η Αίτηση, η απουσία της οποίας κατέστησε την ένσταση της χωρίς πραγματικό υπόβαθρο και αφετέρου εξετάζοντας επί της ουσίας τους λόγους ένστασης, από την οποία ελλείπει οποιοδήποτε ουσιώδες ή σχετικό στοιχείο που θα της προσέδιδε σε συνδυασμό με όσα προβάλλει στην ένορκη δήλωση της τέτοια βαρύτητα έτσι που θα μπορούσε να δοθεί το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση της, οδηγούμαι αναπόδραστα σε απόρριψη της Ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω να εγκρίνω την αίτηση και να εκδώσω απόφαση σύμφωνα με τα αιτητικά Α και Β του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Το αιτητικό Γ απορρίπτεται άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της Αιτήτριας σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Επιδικάζονται τα έξοδα της αγωγής και της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.