← Κύπρος

K.M. (PAMPAKAS) COFFEE LTD ν. RAVICO DEVELOPMENT LTD, Αρ. Αγωγής: 429/2020, 19/3/2020

K.M. (PAMPAKAS) COFFEE LTD ν. RAVICO DEVELOPMENT LTD, Αρ. Αγωγής: 429/2020, 19/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A208 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 429/2020 Μεταξύ: K.M. (PAMPAKAS) COFFEE LTD Ενάγουσας και RAVICO DEVELOPMENT LTD Εναγόμενης Ημερομηνία: 19 Μαρτίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/ αιτήτρια: Ο κ. Σ. Σωφρονίου Για την εναγόμενη/ καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Αλ. Τσιρίδης και η κα Ελένη Αποστολίδου για Κώστας Τσιρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος) Η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση της μονομερώς την 25.02.2020 και ορίστηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου την επόμενη. Στη συνέχεια, αφού έλαβε γνώση για την καταχώρηση της η πλευρά της καθ' ης η αίτηση εμφανίστηκε κατά την ημέρα που ήταν αρχικά ορισμένη δηλώνοντας ότι θα ενίστατο κάτι που είχε ως αποτέλεσμα η αίτηση να μην εξεταστεί μονομερώς και να δοθούν αμέσως οδηγίες για καταχώρηση της ένστασης με τον ταυτόχρονο ορισμό της για ακρόαση στις 11.03.2020 ημερομηνία κατά την οποία και επιφυλάχθηκε η παρούσα. Με πέντε αιτητικά, όπως αυτά διατυπώθηκαν στην αίτηση, η αιτήτρια ουσιαστικά επιδιώκει την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσεται η καθ' ης η αίτηση, εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια καταστήματος ευρισκόμενο στην Λεμεσό ή οι αντιπρόσωποι της να εισέρχονται σε αυτό και να επαναρχίσουν την λειτουργία του ως καφετέριας/ εστιατορίου/ snack bar (στη συνέχεια «το κατάστημα»). Επιδιώκει ακόμα την έκδοση διατάγματος που να επιτρέψει στην αιτήτρια να επανακτήσει την κατοχή και την ελεύθερη χρήση του καταστήματος από αυτή, το οποίο κατ' ισχυρισμό η αιτήτρια είχε ενοικιάσει από τον Μάρτιο του 2019 και χρησιμοποιούσε μέχρι και την 19.02.2020 οπότε και η αιτήτρια ανέκτησε την κατοχή του με εκτέλεση δικαστικού εντάλματος που είχε εκδοθεί εναντίον της προηγούμενης ενοικιάστριας εταιρείας, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεότερης ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Με το αιτητικό Ε επιζητούσε την έκδοση ανάλογου διατάγματος εναντίον των δικαστικών επιδοτών οι οποίοι είχαν εκτελέσει το ένταλμα ανάκτησης κατοχής του καταστήματος που να τους διατάσσει να επανακτήσουν το κατάστημα και να επιστρέψουν την κατοχή του στην αιτήτρια. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.40, Κ.1, Δ.43(Α), Κ.1, Δ.48 Κ.1-3 και 8 και στη Δ.64. Στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο(Κεφ.6), άρθρα 4-9 και 14

(2),- Στον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60) άρθρα 32, 42 και
  1. Στη νομολογία και στις εγγενείς, γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, στη Πρακτική και στους Κανόνες της Επιείκειας προς το σκοπό ακριβοδίκαιης, ορθότερης, ταχείας και αποδοτικής απονομής της Δικαιοσύνης. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτουν με ένορκες δηλώσεις τους ο διευθυντής της αιτήτριας κ. Χρίστος Ξενοφώντος και ο, διευθυντής της εταιρείας CALDI COFFEE CYPRUS LTD κ. Ανδρέας Λαζάρου οι οποίοι δηλώνουν γνώστες των γεγονότων της. Ο κ. Χρίστος Ξενοφώντος δηλώνει στην ένορκη δήλωση του ότι η αιτήτρια, η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με επιχείρηση εστίασης και καφετεριών, ότι ο προηγούμενος ενοικιαστής του καταστήματος το οποίο λειτουργούσε ως καφετέρια, ήταν μέχρι και 28.11.2018 η εταιρεία CALDI COFFEE CYPRUS LTD (στη συνέχεια «η CALDI» οπότε και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση και διάταγμα έξωσης της από το κατάστημα. Ισχυρίζεται ότι στη συνέχεια ακολούθησαν διαπραγματεύσεις για επίλυση των οικονομικών τους κυρίως διαφορών (καθυστερημένα και οφειλόμενα ενοίκια). Οι διαφορές τους εκτείνονταν και σε σωρεία δικαστικών ενδιάμεσων και άλλων διαδικασιών και διαταγμάτων μέχρι και την 19.02.2020 οπότε εκτελέστηκε από αρμόδιο δικαστικό επιδότη ένταλμα ανάκτησης κατοχής του καταστήματος με αρ.9/19 ημερ. 29.03.2019 το οποίο αφού ακυρώθηκε, εκδόθηκε αργότερα στις 22.05.2019 άλλο με αρ.28/19 προς όφελος της νυν καθ' ης η αίτηση. Ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση κακώς ενήργησε με την έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής από τη στιγμή που γνώριζε ότι από το τέλος Μαρτίου του 2019 αποδέχτηκε την ενάγουσα ως τη νέα ενοικιάστρια της στο κατάστημα το οποίο με προφορική συμφωνία (στη συνέχεια «η Συμφωνία»), ενοικίασε στην αιτήτρια η οποία έκτοτε αφού το εξόπλισε κατάλληλα και νόμιμα το κατείχε συμβατικά και το εκμεταλλευόταν και χρησιμοποιούσε ως καφετέρια και εστιατόριο-snack bar. Ουσιαστικά προβάλλει ότι υπήρξε αλλαγή στο ενοικιοστασιακό καθεστώς του καταστήματος οπότε και θα έπρεπε να είχε σταματήσει κάθε άλλη περαιτέρω δικαστική διαδικασία κατά της προηγούμενης ενοικιάστριας της CALDI, εφ' όσον πλέον το κατάστημα είχε ενοικιαστεί στην αιτήτρια έχοντας πλέον άμεσο και σοβαρό ζημιογόνο αντίκτυπο και αποτέλεσμα σε αυτή εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Προς τούτο, με την εκτέλεση του εντάλματος ανάκτησης κατοχής του καταστήματος από την προηγούμενη ενοικιάστρια, την CALDI, η οποία είχε από έτους παύσει να είναι ενοικιάστρια, καταλογίζει στην καθ' ης η αίτηση αντισυμβατική συμπεριφορά, δόλο, απόκρυψη της πραγματικότητας για εξαπάτηση και εκβιασμό της αιτήτριας η οποία είχε υποβληθεί σε τεράστια έξοδα για τον εξοπλισμό και λειτουργία του καταστήματος ως καφετέριας καθιστώντας την μια από τις πιο γνωστές και κερδοφόρες καφετέριες στην Λεμεσό. Αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς είναι η οικονομική καταστροφή και απώλεια της καλής εμπορικής της φήμης. Η καθ' ης η αίτηση αντί να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον της αναβίωσε ουσιαστικά απόφαση και διατάγματα που είχε εξασφαλίσει εναντίον της προηγούμενης ενοικιάστριας με τα οποία η αιτήτρια δεν έχει οποιαδήποτε σχέση ή ανάμιξη και ευθύνη. Ο ενόρκως δηλών στη συνέχεια επαναλαμβάνει επί της ουσίας όλα τα πιο πάνω ως λεπτομέρειες απάτης, δόλου και εκβιασμού που η καθ' ης η αίτηση άσκησε κατά της καθ' ης η αίτηση. Γι' αυτό και η αιτήτρια ως νομοταγής, αναγκάστηκε και ήγειρε την παρούσα αγωγή και ως κατεπείγουσας φύσης τη παρούσα Αίτηση. Παρουσιάζει στοιχεία στα οποία ήδη έγινε αναφορά πιο πάνω τα οποία κατά την άποψη της συνηγορούν στο ότι από τον Μάρτιο του 2019 ήταν κάτοχος του καταστήματος με προφορική συμφωνία ενοικίασης του. Αναφέρεται δε σε λεπτομέρειες και όρους της κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας ενοικίασης του καταστήματος με την καθ' ης η αίτηση. Μεταξύ δε αυτών ότι η αιτήτρια θα πλήρωνε προς την καθ' ης η αίτηση από την 01.04.2019 και εξής ως μηνιαίο ενοίκιο το ποσό των €3.500,00 και θα κάλυπτε και θα πλήρωνε μέρος των οφειλόμενων ενοικίων της προηγούμενης ενοικιάστριας ύψους περίπου €40.000,
  2. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της ότι κατέβαλε στην καθ' ης η αίτηση €14.500,00 ήτοι €4.000,00 σε μετρητά και €10.500,00 της κατάθεσε επ' ονόματι της στον τραπεζικό της λογαριασμό. Ήταν δε περαιτέρω όρος της συμφωνίας τους, όπως ισχυρίζεται, όπως το υπόλοιπο ποσό των €40.000,00 καταβάλει η αιτήτρια στην καθ' ης η αίτηση τμηματικά με 35 μηνιαίες δόσεις των €1.000,00 μηνιαίως και προς τούτο την 28.03.2019 εξέδωσε 35 μεταχρονολογημένες επιταγές προς όφελος της καθ' ης η αίτηση προς €4.500,00 της κάθε μιας πληρωτέες την 1η κάθε επόμενου μήνα από 1.04.2019 για όλη τη χρονική περίοδο ισχύος της ενοικίασης ήτοι 35 μήνες. Ισχυρίζεται ότι κατέβαλε 3 μεταχρονολογημένες επιταγές των €1.434,00 και μια επιταγή πληρωτέα την ίδια ημέρα, ήτοι την 28.03.2019, για το ποσό των €1.500,00 και επί πλέον σε μετρητά €2.000,
  3. Προς τούτο υπεγράφη ως ¨ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ¨ Δήλωση και/ή Αναγνώριση καταβολής και/ή Συμφωνία (Τεκμ.8). Με την πιο πάνω απόδειξη υποστηρίζει ότι έλαβε ¨σάρκα και οστά¨ η προφορική συμφωνία ενοικίασης του καταστήματος μεταξύ των διαδίκων. Την επόμενη η ενάγουσα ανέλαβε νόμιμα, συμφωνημένα και με την ελεύθερη συγκατάθεση της εναγόμενης και χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από τη CALDI την αδιαφιλονίκητη κατοχή, χρήση και εκμετάλλευση του καταστήματος μετατρέποντας το πλέον και εξοπλίζοντας το με νέα μοντέρνα και λειτουργική επίπλωση, σκεύη, συσκευές και μηχανές, και εν γένει με τον αναγκαίο για το είδος της επιχείρησης του εξοπλισμό τον οποίο και περιγράφει λεπτομερώς όπως και την αξία των επί μέρους αντικειμένων του. Προς απόδειξη της πιο πάνω δημιουργηθείσας σχέσης τους παρουσιάζει ως τεκμήρια δέσμη αποδείξεων και τιμολογίων όπως και αποδείξεις της ταμειακής μηχανής της καφετέριας. Κατέβαλλε δε και τον τρέχοντα λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος στην Α.Η.Κ. και των κοινοχρήστων του καταστήματος. Αναφέρεται στα γεγονότα της ανάκτησης της κατοχής του καταστήματος με λεπτομερή περιγραφή τους και παρέχει λεπτομέρειες της ζημιάς, βλάβης και απώλειας που υφίσταται η ενάγουσα όπως και της προβλεπόμενης ζημιάς που θα υποστεί. Ο κ. Ανδρέας Λαζάρου δηλώνει ότι είναι ο διευθυντής και ο μόνος μέτοχος της εταιρείας CALDI. Αναφέρεται στην εμπλοκή του και τη γνώση του για τη συμφωνία που σύναψε η αιτήτρια με την καθ' ης η αίτηση με την οποία θα διευθετούνταν και οι οικονομικές υποχρεώσεις της δικής του εταιρείας. Ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε η καθ' ης η αίτηση, ανακτώντας την κατοχή του καταστήματος ισχυρίζεται ότι είναι εκβιαστικός και παράνομος. Σημαντική είναι δε η θέση του ότι: «Εν πάση περιπτώσει η CALDI από τις 28/3/2019 και μετά, έπαυσε να έχει οποιαδήποτε ενοικιαστική σχέση ή άλλη σχέση με τη RAVICO και το πιο πάνω κατάστημα-πλήν του υπόλοιπου του χρέους της προς τη RAVICO,- το οποίο ούτως ή άλλως φροντίζω να βρώ τρόπο να το διευθετήσω και εξοφλήσω». Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.Δ. 27, 39 42Α, 43Α, Δ.48 θθ 1-9, Δ.64, στα άρθρα 29, 30, 31, 32, 42 και 44 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 2, 4, 5, 9 και 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, άρθρο 6, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 9, 23, 26 και 30, στο άρθρο 77.
(1)(α) του Κεφ. 149, στη νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση: «
  1. Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται και/ή δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα στην καταχώρηση και προώθηση των ζητουμένων διαταγμάτων στην υπό κρίση Αίτηση.
  2. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή πραγματικά αστήρικτη και/ή λανθασμένη και/ή ασύμφωνη με τους σχετικούς νόμους και/ή διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή στην ορθή πρακτική.
  3. Δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  4. Δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση ούτε και πιθανότητες επιτυχίας της υπόθεσης.
  5. Δεν έχει καταδειχθεί η ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθούν αυτά.
  6. Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από επαρκή και/ή ικανοποιητική μαρτυρία και/ή η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει εύλογη αιτία για την οποία δικαιούται να της επιτραπεί η άσκηση οποιασδήποτε απαγόρευσης προς την Καθ΄ ης η αίτηση.
  7. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά τα χέρια και/ή σκόπιμα απέκρυψε γεγονότα και/ή σκόπιμα προέβη σε αναληθείς και/ή ψευδείς ισχυρισμούς και/ή δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων της παρούσας με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
  8. Η υπό κρίση Αίτηση είναι κακόπιστη και εκδικητική εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση.
  9. Η Αίτηση αποτελεί προσπάθεια εκ μέρους της Αιτήτριας να παρεμποδίσει την Καθ΄ ης η αίτηση να κατέχει και εκμεταλλεύεται την περιουσία της.
  10. Η Αίτηση αποτελεί προσπάθεια της Αιτήτριας να λάβει κατοχή και να εκμεταλλεύεται το υποστατικό της Καθ΄ ης η αίτηση, χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε αντίτιμο και/ή χωρίς να έχει οποιαδήποτε συμφωνία ενοικίασης και/ή χωρίς να έχει οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα επί του εν λόγω υποστατικού.
  11. Η έκδοση των ζητηθέντων διαταγμάτων συνιστά παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της Καθ΄ ης η αίτηση να κατέχει και να διαθέτει την περιουσία της όπως η ίδια επιθυμεί.
  12. Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και προσπάθεια ακύρωσης και/ή καταστρατήγησης απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια άλλης αγωγής μεταξύ άλλων διαδίκων, με βάση την οποία εκδόθηκε και εκτελέστηκε ένταλμα ανάκτησης κατοχής του υποστατικού από την Καθ΄ ης η αίτηση, εναντίον της οποίας απόφασης και/ή εντάλματος η Αιτήτρια δεν έλαβε οποιοδήποτε δικαστικό μέτρο.
  13. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει τεράστια αδικία και θα προκαλέσει ζημιά στην Καθ΄ ης η αίτηση η οποία θα αποστερηθεί την περιουσία της και τα οφέλη που θα μπορούσε να έχει από την εκμετάλλευση αυτής.
  14. Η παρούσα Αίτηση και η Αγωγή θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο με έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η αίτηση/Εναγομένης, καθώς δεν προκύπτει βάση αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας εναντίον της καθ' ης η αίτηση από τα δικόγραφα της Αιτήτριας». Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο εκ των διευθυντών της καθ' ης η αίτηση κ. Ηρακλής Αγαθοκλέους ο οποίος δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης λόγω της προσωπικής του εμπλοκής στην υπόθεση με την υπογραφή και ενόρκων δηλώσεων στα πλαίσια των προηγούμενων δικαστικών διαδικασιών οι οποίες αποσκοπούσαν στην ανάκτηση της κατοχής του επίδικου υποστατικού από την Caldi κατά τους μήνες Οκτώβριο του 2019 και Ιανουάριο του
  15. Οι ενδιάμεσες δε αυτές αιτήσεις υποστηρίζονταν όλες από ένορκες δηλώσεις των ομνυόντων όπως και στην υπό κρίση αίτηση, ήτοι τους κ.κ. Ξενοφώντος και Λαζάρου και σκοπός των αιτήσεων ήταν η αναστολή, ακύρωση και παραμερισμός του διατάγματος και του εντάλματος ανάκτησης κατοχής του επίδικου υποστατικού. Το ένταλμα εν τέλει εκτελέστηκε στις 19.02.2020 αφού το δικαστήριο απέρριψε τις σχετικές αιτήσεις. Τόσο το διάταγμα όσο και το ένταλμα εκδόθηκαν στα πλαίσια της αγωγής αρ. 2740/16 με διάδικους την καθ΄ ης η αίτηση στην παρούσα και την εταιρεία Caldi. Ο ενόρκως δηλών δηλώνει εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση προς υποστήριξη των λόγων ένστασης τους οποίους και υιοθετεί, δηλώνει δε ότι όπου αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία δεν γνωρίζει προσωπικά αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης και πληροφόρησης του. Δηλώνει ότι έχει διαβάσει το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος, τη μονομερή αίτηση και τις ένορκες δηλώσεις που την υποστηρίζουν, το περιεχόμενο των οποίων αρνείται και απορρίπτει, υποστηρίζοντας ότι μεγάλο μέρος τους συνιστούν περιέχουν ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης υποστηρίζει ότι η καθ' ης η αίτηση είναι πράγματι η ιδιοκτήτρια του καταστήματος το οποίο είχε ενοικιάσει με γραπτή συμφωνία ενοικίασης στην εταιρεία Caldi και σε αυτό λειτουργούσε καφετέρια με την ονομασία Caldi. Υποστηρίζει ότι λόγω του ότι η εταιρεία Caldi παρέλειπε συστηματικά να καταβάλλει τα συμφωνημένα ενοίκια, η καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε την αγωγή 2740/2016 εναντίον της Caldi με την οποία ζητούσε πληρωμή των οφειλόμενων ενοικίων και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του καταστήματος. Στις 28.11.2018 εκδόθηκε εκ συμφώνου η Απόφαση. Ακολούθως, λόγω παράλειψης της εταιρείας Caldi να συμμορφωθεί με την Απόφαση, προωθήθηκε από πλευράς της καθ' ης η αίτηση ένταλμα ανάκτησης κατοχής του καταστήματος τον Ιανουάριο του 2019 το οποίο στη συνέχεια αποσύρθηκε αφού στο μεταξύ επήλθε διευθέτηση του τρόπου πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους της εταιρείας Caldi. Λόγω και πάλι παράλειψης πληρωμών από πλευράς της εταιρείας Caldi, περί το Μάϊο του 2019 καταχωρήθηκε 2ο ένταλμα ανάκτησης κατοχής. Το ένταλμα αυτό δεν εκτελέστηκε αφού, σύμφωνα με ενημέρωση που έτυχαν από τους δικαστικούς επιδότες, έπρεπε πρώτα να είχαν ζητήσει την άδεια του δικαστηρίου ενόψει της απόσυρσης του 1ου εντάλματος. Κατόπιν τούτου, αιτήθηκαν και εξασφαλίσαμε στις 20.08.2019 άδεια του δικαστηρίου για έκδοση νέου εντάλματος ανάκτησης κατοχής, το οποίο εκτελέστηκε στις 19.02.
  16. Τα κλειδιά του καταστήματος παραδόθηκαν στη δικηγόρο τους η οποία και τα παρέδωσε σε αυτόν. Ο ενόρκως δηλών μετά από συμβουλή των δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση δηλώνει ότι δεν αποκαλύπτεται βάσιμη και νόμιμη αιτία αγωγής στο δικόγραφο της ενάγουσας, επί της οποίας να εδράζεται το δικαίωμα της ενάγουσας να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση και να προωθεί τα ζητούμενα διατάγματα. Τόσο στην παράγραφο 11.(στ)(IV) του κλητηρίου εντάλματος, όσο και στην παράγραφο 11.(στ)(IV) της ενόρκου δηλώσεως του κ. Ξενοφώντος που υποστηρίζει την αίτηση, γίνεται αναφορά σε ύπαρξη προφορικής συμφωνίας ενοικίασης διάρκειας 35 μηνών, δηλαδή σχεδόν 3 χρόνων. Η όλη απαίτηση της ενάγουσας στηρίζεται στην ύπαρξη της εν λόγω προφορικής συμφωνίας. Χωρίς την ύπαρξη συμφωνίας, η ενάγουσα δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα και κατ' επέκταση απαίτηση έναντι της καθ΄ ης η αίτηση. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, για να είναι έγκυρη και εκτελεστή συμφωνία ενοικίασης πέραν του ενός έτους, αυτή θα πρέπει να είναι γραπτή. Προφορική συμφωνία ενοικίασης διάρκειας 35 μηνών, ήτοι σχεδόν 3 χρόνων, όπως η ισχυριζόμενη στις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας, δεν είναι έγκυρη ούτε εκτελεστή. Η αγωγή και η υπό κρίση αίτηση εδράζεται, πηγάζει και περιστρέφεται γύρω από την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας. Εφόσον στη βάση των ισχυρισμών της ίδιας της ενάγουσας, η κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία είναι εκ του Νόμου άκυρη και μη εκτελεστή, αποτελεί τη θέση τους ότι δεν υπάρχει αιτία αγωγής και κατ' επέκταση αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας. Ως εκ τούτου εισηγείται ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί συμπαρασύροντας και την υπό κρίση αίτηση. Ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι ουδέποτε η καθ' ης η αίτηση συμφώνησε είτε προφορικά είτε γραπτώς με την ενάγουσα για ενοικίαση του καταστήματος της σε αυτήν. Ουδέποτε η αιτήτρια κατέστη ενοικιαστής ή νόμιμος κάτοχος του καταστήματος. Επίσης, ουδέποτε η εταιρεία Caldi εγκατέλειψε το υποστατικό, παρά μόνο στις 19.02.2020 κατόπιν εκτέλεσης του εντάλματος ανάκτησης κατοχής του καταστήματος από τους δικαστικούς επιδότες. Σε σχέση με την ιδιότητα των διαδίκων ισχυρίζεται ότι η καθ΄ ης η αίτηση ιδιοκτήτρια του καταστήματος, είναι εταιρεία της οποίας μοναδικός μέτοχος είναι το Ταμείο Συντάξεως και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, το οποίο υπάγεται σε αυστηρό έλεγχο όσον αφορά τη διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων και εσόδων. Όλες ανεξαιρέτως οι συμφωνίες ενοικίασης στις οποίες εμπλέκεται η καθ΄ ης η αίτηση, είναι γραπτές και όχι προφορικές. Στην έκδοση της πιο πάνω Απόφασης είχαν καταλήξει, μετά από συζητήσεις και συναντήσεις που είχαν με τους εκπροσώπους της Caldi. Αναφέρεται στους παρευρισκόμενους στις συναντήσεις αυτές και είναι σημαντική η εκπροσώπηση της Caldi από τους κ.κ. Αντρέα Λαζάρου και Γιάννο Παμπακά όπου ο κ. Γιάννος Παμπακάς τους είχε παρουσιαστεί ως ο ιδιοκτήτης της Caldi και τον κ. Αντρέα Λαζάρου τους τον παρουσίασε ως τον διευθυντή της εταιρείας του και ότι παρευρίσκονταν υπό αυτή τους την ιδιότητα. Πληροφορήθηκε επίσης από τους δικηγόρους τους ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης της Aπόφασης οι κ.κ. Γιάννος Παμπακάς και Αντρέας Λαζάρου ήταν παρόντες στο δικαστήριο εκπροσωπώντας την Caldi. Καταγράφει το περιεχόμενο της εκδοθείσας Απόφασης η οποία προνοούσε τα εξής: «Α. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 να πληρώσουν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως με τους Εναγόμενους αρ. 2 και 3 στους Ενάγοντες το ποσό των €115.506,00 πλέον τόκο προς 3,5% ετησίως από 28.11.2018 μέχρι εξοφλήσεως. Β. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 να πληρώνουν στους Ενάγοντες το ποσό των €3,500 μηνιαίως μέχρι παραδόσεως του προαναφερόμενου υποστατικού. Γ. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 να πληρώσουν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως στους Ενάγοντες το ποσό των €4,304, έξοδα της αγωγής συμπεριλαμβανομένων των εξόδων εκδόσεως της απόφασης αυτής με τόκο επ' αυτού προς 3,5% ετησίως από 28.11.2018 μέχρι εξοφλήσεως συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης και του διατάγματος έξωσης από μήνα σε μήνα για περίοδο 35 μηνών εφόσον οι Εναγόμενοι 1 πληρώνουν στους Ενάγοντες από 1.12.2018 και την πρώτη μέρα εκάστου επομένου μηνός με 7 μέρες χάριν, μέχρι 1.2.2019 το ποσό των €5,900 (ήτοι €3,500 ενδιάμεσα οφέλη πλέον €1,000 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και €1,400 έναντι των εξόδων) και από 1.3.2019 και την πρώτη μέρα εκάστου επομένου μηνός με 7 μέρες χάριν, το ποσό των €4,500 (ήτοι €3,500 ενδιάμεσα οφέλη πλέον €1,000 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους). Νοουμένου ότι καταβάλλονται τα πιο πάνω ποσά κάθε μήνα από 11.12.2018 και για διάστημα 35 μηνών, με το πέρας των 35 μηνών η απόφαση όσον αφορά το εξ αποφάσεως χρέος και τα έξοδα θα θεωρείται ως εξοφληθείσα και η αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος ανάκτησης κατοχής θα ακυρωθεί». Με την πιο πάνω Απόφαση, η Caldi θα συνέχιζε να κατέχει το κατάστημα και να το λειτουργεί για περίοδο ακόμη 35 μηνών νοουμένου ότι κάθε μήνα θα κατέβαλλε το ποσό των €3.500,00 ως ενοίκιο πλέον €1.000,00 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της. Ουσιαστικά με αυτή τη ρύθμιση η Caldi θα πλήρωνε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της το οποίο ήταν €115,506,00 το ποσό των €35.000,00 πλέον το ενοίκιο του κάθε μήνα που παρέμενε και χρησιμοποιούσε το κατάστημα. Με την πληρωμή των €35.000,00 στη λήξη των 35 μηνών, η απόφαση θα θεωρείτο ως εξοφληθείσα. Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών αναφέρεται με λεπτομέρεια και σε παραπομπή σε σχετικά τεκμήρια στις διάφορες προσπάθειες για συμμόρφωση στην ως άνω απόφαση οι οποίες όμως τελικά απέτυχαν με αποτέλεσμα οι δικηγόροι της αιτήτριας να αποστείλουν επιστολή με ημερομηνία 04.01.2019 με την οποία καθιστούσαν ολόκληρο το ποσό της απόφασης απαιτητό και ζητούσαν από την Caldi να εκκενώσει άμεσα και παραδώσει ελεύθερη κατοχή του καταστήματος. Η επιστολή επιδόθηκε στην Caldi μαζί με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η Caldi και πάλι παρέλειψε να συμμορφωθεί με αποτέλεσμα να δώσουν οδηγίες στους δικηγόρους τους να προχωρήσουν με διαδικασίες για την έξωση της και ανάκτηση της κατοχής του καταστήματος. Αναφέρεται δε στα εντάλματα ανάκτησης κατοχής του καταστήματος με τους αντιπροσώπους της Caldi και με τον κ. Γιάννο Παμπακά να εμφανίζεται από το 2017 ως ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της και ως ιδιοκτήτης της, να ζητούν χρόνο προς συμμόρφωση της. Είναι δε σημαντικά αυτά που ακολουθούν από την ένορκη δήλωση του κ. Δημοσθένους τα οποία παραθέτω αυτούσια λόγω της σημαντικότητας τους με τα οποία η καθ' ης η αίτηση αντικρούει τη βασική θέση της αιτήτριας ως προς την ισχυριζόμενη συμφωνία του Μαρτίου του 2019 η οποία επισφραγίστηκε με το Τεκμ. 8: «Λόγω του ότι ο κ. Παμπακάς και κ. Λαζάρου μας δήλωσαν αδυναμία να πληρώσουν όλα τα ποσά άμεσα και επομένως θα προχωρούσαμε με τη διαδικασία ανάκτησης κατοχής του επίδικου υποστατικού, ζήτησαν όπως δεχθούμε να μας δώσουν μεταχρονολογημένες επιταγές μιας άλλης εταιρείας του κ. Παμπακά, της K. M. (PAMPAKAS) COFFEE LIMITED (από τούδε και στο εξής η «Pampakas») για τα ποσά που αναφέρονταν στην απόφαση εις ένδειξη καλής θέλησης και πίστης από μέρους τους, ότι εάν τους επιτρέπαμε να συνεχίσουν να παραμένουν στο Κατάστημα θα εισπράτταμε τα ενοίκια πλέον το συμφωνηθέν ποσό έναντι του εξ αποφάσεων χρέους. Με τις επιταγές θα κάλυπταν μέρος των ποσών που εκκρεμούσαν προς πληρωμή σύμφωνα με την Απόφαση σε σχέση με τους μήνες που πέρασαν, δηλαδή από το Δεκέμβριο 2018 που έπρεπε να είχαν πληρώσει μέχρι το Μάρτιο του
  17. Το υπόλοιπο μέρος των ενοικίων για τους μήνες Δεκέμβριο μέχρι Μάρτιο καλύφθηκε περί τις 18/3/2019 με κατάθεση ποσού €10,500.00 που προέβη η εταιρεία Caldi μέσω του διευθυντή της κ. Λαζάρου σε λογαριασμό της Καθ΄ ης η αίτηση. Η απόδειξη κατάθεσης αποτελεί το Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του κ. Ξενοφώντος, η οποία, στην υπογραφή καταθέτη, φέρει την υπογραφή του κ. Λαζάρου όπως μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί με μια απλή αντιπαράθεση της με την υπογραφή του επί της ένορκης δήλωσης του που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση. Επίσης θα κάλυπταν με μεταχρονολογημένες επιταγές τα μελλοντικά 35 ενοίκια, ούτως ώστε να μην προχωρήσουμε με την εκτέλεση του εντάλματος ανάκτησης. Περί τις 28/3/2019 στα γραφεία των δικηγόρων μας στην παρουσία των κ.κ. Σωτήρη Γαβριήλ και Χάρη Παφίτη ο κ. Λαζάρου παρέδωσε στο Χάρη Παφίτη και στον Σωτήρη Γαβριήλ 35 μεταχρονολογημένες επιταγές για το ποσό των €4.500 οι οποίες κάλυπταν την περίοδο από 1/4/2019 μέχρι 28/2/2022, ως η Απόφαση, 3 μεταχρονολογημένες επιταγές εκ €1.434 έκαστη, 1 επιταγή ημερομηνίας 28/3/2019 για το ποσό των €1.500 και το ποσό των €2.000 μετρητά. Προς τούτο δόθηκε απόδειξη παραλαβής των ποσών στον κ. Λαζάρου. Όπως μου ανέφερε ο Χάρης Παφίτης, την απόδειξη υπόγραψε ενώπιον του ο κ. Αντρέας Λαζάρου και την υπόγραψε και ο ίδιος ως το πρόσωπο που παρέλαβε τις επιταγές και τα μετρητά. Αντίγραφο της απόδειξης επισυνάπτω ως Τεκμήριο 7 η οποία επίσης αποτελεί το Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του κ. Ξενοφώντος. Με τα πιο πάνω ποσά που δόθηκαν έναντι της απόδειξης Τεκμήριο 7, την κατάθεση των μετρητών Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του κ. Ξενοφώντος και της επιταγής που είχε δοθεί στις 15/3/2019 για το ποσό των €4,500 που εξέδωσε και πάλι η αιτήτρια και την παρέδωσε ο κ. Λαζάρου στην Καθ΄ ης η αίτηση, η εταιρεία Caldi συνέχισε να παραμένει και εκμεταλλεύεται το Κατάστημα μας. Αντίγραφο της επιταγής ημερομηνίας 15/3/2019 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  18. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι βασική έγνοια μας ήταν να εισπράξουμε το λαβείν μας. Ποιος εξέδωσε τις επιταγές που θα κάλυπταν το χρέος, δεν μας ενδιέφερε. Εν πάση περιπτώσει όμως, ως ανέφερα πιο πάνω, μας είχαν διαβεβαιώσει ότι προέρχονταν από άλλη εταιρεία του κ. Παμπακά ο οποίος μας παρουσιαζόταν ως ιδιοκτήτης της εταιρείας Caldi και της καφετέριας Caldi». Επίσης στην επόμενη παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως προβάλλεται ο ακόλουθος ισχυρισμός με τον οποίο εξηγείται η εμπλοκή στη διαφορά της αιτήτριας που είναι εταιρεία που όπως παρουσιάστηκε ανήκε στον ίδιο τον κ. Παμπακά: «Ως λόγο για την έκδοση των επιταγών από την Pampakas, ο κ. Λαζάρου και ο κ. Παμπακάς προέβαλαν ότι η Αιτήτρια δεν έχει λεφτά και χρησιμοποιούσαν για τις πληρωμές της Αιτήτριας λεφτά από τους λογαριασμούς της Pampakas που ανήκει επίσης στον κ. Παμπακά. Όπως είπε ο κ. Παμπακάς, η εταιρεία αυτή έχει τα αρχικά των ονομάτων των παιδιών του και όλες τις πληρωμές που αφορούν την καφετέρια Caldi τις κάνουν από αυτή την εταιρεία που έχει χρήματα. Με αυτό τον τρόπο και για κάλυψη του εξ αποφάσεως χρέους της Caldi δόθηκαν οι επιταγές από την Pampakas, τις οποίες χρησιμοποιεί τώρα στην υπό εξέταση Αίτηση η Αιτήτρια, για να πείσει το Δικαστήριο ότι έγινε τάχα ενοικιαστής, αφού δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό για την ύπαρξη συμφωνίας ενοικίασης, ούτε γραπτή συμφωνία ούτε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο έστω και αλληλογραφία που να υποστηρίζει αυτό τον ισχυρισμό της. Ο λόγος που δεν υπάρχει ούτε συμφωνία ούτε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ή αλληλογραφία που να δείχνει ότι έγιναν τουλάχιστον συζητήσεις και διαπραγματεύσεις για σύναψη συμφωνίας, είναι γιατί ποτέ δεν έγινε συζήτηση για σύναψη συμφωνίας με την Pampakas, ούτε βέβαια συνάφθηκε ποτέ συμφωνία ενοικίασης μαζί της». Ο ενόρκως δηλών με παραπομπή σε τεκμήρια διευκρινίζει περαιτέρω την εμπλοκή και αλληλοσύνδεση της αιτήτριας με την Caldi τα οποία διαψεύδουν τους ενόρκως δηλούντες για την αιτήτρια σε σχέση με τον ισχυρισμό τους περί νέου ενοικιαστή και προφορικής συμφωνίας. Η ύπαρξη δε των επιταγών αυτών, που προηγούνται χρονολογικά ακόμη και της κατ' ισχυρισμό πρότασης για σύναψη συμφωνίας ενοικίασης, υποστηρίζουν κατά τον ενόρκως δηλούντα την αλήθεια των λεγομένων τους. Οι επιταγές της Pampakas δόθηκαν γιατί πίσω και από τις δύο εταιρείες, δηλαδή την αιτήτρια και την Caldi βρίσκεται το ίδιο φυσικό πρόσωπο, δηλαδή ο κ. Γιάννος Παμπακάς, ο οποίος διαχειριζόταν και χρησιμοποιούσε αναλόγως τους λογαριασμούς των δύο εταιρειών του. Οι επιταγές και τα χρήματα που παραλήφθηκαν από την καθ' ης η αίτηση ήταν στα πλαίσια συμβιβαστικής λύσης που κατέληξαν με την εταιρεία Caldi, η οποία δεν είχε συμμορφωθεί με την εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση ημερ. 28.11.
  19. Με αυτόν τον διακανονισμό η εταιρεία Caldi συνέχισε να παραμένει στο κατάστημα και για τούτο και αποσύρθηκε το 1ο εκδοθέν ένταλμα ανάκτησης κατοχής. Έτσι η παραλαβή των επιταγών της Pampakas, τις οποίες παρέλαβαν από τον κ. Λαζάρου, διευθυντή της Caldi δεν κατέστησε την αιτήτρια ενοικιάστρια. Ούτε βέβαια η απόδειξη παραλαβής Τεκμ. 7 συνιστά σύναψη συμφωνίας, ως ο ισχυρισμός της αιτήτριας. Εξάλλου η απόδειξη παραλαβής φέρει την υπογραφή του διευθυντή της εταιρείας Caldi και όχι του διευθυντή της αιτήτριας, τον οποίο οι ομνύοντες στην αίτηση δεν αναφέρουν καν ότι βρισκόταν στη συνάντηση όπου δόθηκε το Τεκμ.
  20. Ο ενόρκως δηλών στη συνέχεια απαντά στους επί μέρους ισχυρισμούς των ενόρκως δηλούντων προς υποστήριξη της αίτησης υποστηρίζοντας ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια καθώς δεν αποκάλυψε όλη την αλήθεια. Θα αποφύγω προς αποφυγή επαναλήψεων να τους καταγράψω σε αυτό το μέρος καθώς θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε αυτούς στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει και στο κατάλληλο σημείο. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι η καταχώρηση της αγωγής και της υπό κρίση αίτησης, συνιστά προσπάθεια της Αιτήτριας, των ομνυόντων και του κ. Παμπακά να παραπλανήσουν το δικαστήριο και με δόλιο τρόπο να εξασφαλίσουν διατάγματα τα οποία θα νομιμοποιούν την αιτήτρια να κατέχει και λειτουργεί έστω και προσωρινά το κατάστημα, ενώ δεν είναι και δεν υπήρξε ποτέ ενοικιαστής του καταστήματος. Δηλώνει επίσης όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους ότι η αιτήτρια δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή της αφού αυτή στηρίζει στον ισχυρισμό της περί σχεδόν τριετούς προφορικής συμφωνίας ενοικίασης η οποία σύμφωνα με το νόμο δεν είναι έγκυρη ούτε εκτελεστή. Τέλος, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια δεν απέδειξε τέτοια ζημιά, η οποία δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί σε κατοπινό στάδιο. Δεν μπορεί δε να υπέστη ζημιά αφού, ως η θέση τους, η αιτήτρια δεν υπήρξε ποτέ ενοικιαστής του καταστήματος. Από την άλλη πέραν της γενικής, αόριστης και ανυποστήρικτης τοποθέτησης περί ζημιών που προέβη, στην περίπτωση που αυτή αποδειχθεί, μπορεί να αποζημιωθεί από την καθ΄ ης η αίτηση η οποία ως προανέφερα είναι ιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας στην οποία βρίσκεται το κατάστημα. Πρόκειται δε για θυγατρική εταιρεία της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου και είναι σε θέση να αποζημιώσει την αιτήτρια εάν ήθελε φανεί ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά από τη μη έκδοση του διατάγματος. Αντίθετα η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει υπέρμετρη ζημιά στην καθ΄ ης η αίτηση η οποία θα στερηθεί και πάλι την περιουσία της. Ήδη η καθ΄ ης η αίτηση απώλεσε ενοίκια άνω των €140.000,
  21. Όπως φαίνεται από τις επιταγές Τεκμ. 6 και 7 στην ένορκη δήλωση του κ. Ξενοφώντος, αυτές έχουν επιστραφεί στον εκδότη χωρίς να τιμηθούν και οι ομνύοντες στην Αίτηση δεν ανέφεραν τίποτε για το λόγο που αυτές δεν τιμήθηκαν. Η συμπεριφορά της αιτήτριας σε συνδυασμό με τα Τεκμ. 6 και 7 υποστηρίζουν ότι η αιτήτρια δεν είναι σε θέση να αποζημιώσει την καθ΄ ης η αίτηση στην περίπτωση που το δικαστήριο ήθελε εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, ούτε υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι η αιτήτρια έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει την καθ΄ ης η αίτηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η καθ' ης η αίτηση αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους με τον κ. Τσιρίδη να συνοψίζει τις θέσεις της καθ' ης η αίτηση και επισημαίνει διάφορα σημαντικά επί μέρους ζητήματα και προφορικά και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Καταλυτική επίδραση στην υπόθεση είναι η εκ συμφώνου Απόφαση εναντίον προηγούμενης ενοικιάστριας εταιρείας ονόματι Caldi στις 28.11.2018 στα πλαίσια της αγωγής 2740/16 Ε. Δ. Λεμεσού (Τεκμ. 2 στην αίτηση). Λόγω δε ακριβώς της παράλειψης πληρωμών και συμμόρφωσης της Caldi με την εκδοθείσα εκ συμφώνου απόφαση, η καθ΄ ης η αίτηση προώθησε ένταλμα ανάκτησης κατοχής του καταστήματος. Είναι ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι το ένταλμα αποσύρθηκε αφού η ίδια σύναψε προφορική συμφωνία ενοικίασης με την καθ΄ ης η αίτηση για χρονική περίοδο 35 μηνών, δίδοντας προς τούτο μεταχρονολογημένες επιταγές προπληρώνοντας 35 ενοίκια και καταβάλλοντας ταυτόχρονα και ποσά έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της Caldi. Έλαβε δε κατοχή του καταστήματος από τη Caldi την 1.04.
  22. Λόγω προβλημάτων στην τίμηση των επιταγών, η καθ΄ ης η αίτηση εξασφάλισε και προώθησε την εκτέλεση νέου εντάλματος ανάκτησης κατοχής του καταστήματος το οποίο εκτελέστηκε στις 19.02.
  23. Το ένταλμα, ως ο ισχυρισμός πάντοτε της αιτήτριας, η καθ΄ ης η αίτηση το εξασφάλισε δόλια στα πλαίσια της ως άνω αγωγής 2740/16 Ε.Δ. Λεμεσού έναντι της Caldi, ενώ γνώριζε ότι η Caldi είχε εγκαταλείψει το κατάστημα και ενώ γνώριζε ότι η αιτήτρια κατέστη ενοικιαστής και κάτοχος από το Μάρτιο του
  24. Το γεγονός αυτό η καθ΄ ης η αίτηση το απέκρυψε από το δικαστήριο, με αποτέλεσμα η αιτήτρια η οποία δεν έλαβε γνώση του εντάλματος, να εκδιωχθεί από το κατάστημα. Ως ο ισχυρισμός της αιτήτριας, η προφορική συμφωνία ενοικίασης αφορούσε διάρκεια 35 μηνών. Στη βάση αυτής της ισχυριζόμενης προφορικής συμφωνίας, αιτείται την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων που όλα αποσκοπούν ουσιαστικά στο να λάβει κατοχή του καταστήματος η αιτήτρια. Από την άλλη, η πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε συμφωνία ενοικίασης με την αιτήτρια. Ότι ουδέποτε εγκατέλειψε η Caldi το κατάστημα παρά μόνο στις 19.02.2020 όταν εκτελέστηκε το εκδοθέν ένταλμα ανάκτησης κατοχής. Ενώ εκκρεμούσε η εκτέλεση του εντάλματος η Caldi αποτάθηκε στο δικαστήριο με διάφορες αιτήσεις που αποσκοπούσαν στην ακύρωση, παραμερισμό και αναστολή εκτέλεσης του εκδοθέντος εντάλματος. Τις αιτήσεις υποστήριζαν με ένορκες δηλώσεις οι διευθυντές της Caldi και της αιτήτριας οι οποίοι έλαβαν και είχαν γνώση των διαδικασιών και των προσπαθειών της καθ΄ ης η αίτηση να ανακτήσει κατοχή του καταστήματος τουλάχιστον από τον Ιούλιο του
  25. Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει είναι η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος της αιτήτριας στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης όπως καταγράφηκαν πιο πάνω. Τα γεγονότα αυτά για να αποφασιστούν από το δικαστήριο θα πρέπει να εντρυφήσει στην ουσία της υπόθεσης, πράγμα ανεπίτρεπτο για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης. Για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Η εξέταση των εν λόγω προϋποθέσεων θα πρέπει να γίνει μέσα στα περιορισμένα πλαίσια που τάσσει ο Νόμος και η Νομολογία, αποφεύγοντας επιμελώς να κρίνει την ουσία της αγωγής (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557). Στην περίπτωση που αποφασίσει ότι αυτές πληρούνται σωρευτικά, τότε θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152 και Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη των προσωρινών διαταγμάτων καθώς επίσης όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία αυτής (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 23). Σύμφωνα με τη νομολογία μας προτού εξετάσει το δικαστήριο κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο διαφαίνεται μέσα από το δικόγραφο της ενάγουσας, ότι αυτή έχει αγώγιμο δικαίωμα κατά της εναγόμενης/καθ΄ ης η αίτηση. Η διαπίστωση αυτή είναι ουσιώδους σημασίας, αφού με τη διαπίστωση μη ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας, τόσο η αίτηση όσο και η αγωγή είναι καταδικασμένες σε απόρριψη. Η αιτήτρια στο δικόγραφο της ισχυρίζεται ότι συνήψε προφορική συμφωνία ενοικίασης με την καθ΄ ης η αίτηση διάρκειας 35 μηνών, η διάρκεια της οποίας υποστηρίζεται από τις 35 μεταχρονολογημένες επιταγές που παρέδωσε στην καθ΄ ης η αίτηση. Το άρθρο 77
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149), ρητά αναφέρει ότι: «Σύμβαση που αφορά τη μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας για περίοδο που υπερβαίνει το ένα έτος δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή εκτός αν (α) είναι γραπτή και (β) υπογράφεται στο τέλος αυτής, από το κάθε πρόσωπο που βαρύνεται από τη σύμβαση ή από πρόσωπο το οποίο είναι ικανό προς το συμβάλλεσθαι και το οποίο έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να υπογράψει εκ μέρους του πιο πάνω προσώπου στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, οι οποίοι και προσυπογράφουν τη σύμβαση ως μάρτυρες». Στο σύγγραμμα των κ.κ. Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα Injunctions Πρώτη Έκδοση Λευκωσία 2016 στις σελίδες 55 και 57 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Η άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου προσδιορίζεται στο άρθρο 31του ίδιου Νόμου το οποίο προβλέπει για την παροχή θεραπείας σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση η οποία στηρίζεται στο νόμο ή στις αρχές της επιείκειας. Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγων να ικανοποιήσει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου. Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η αξίωση είτε για «διηνεκές» είτε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν αποτελεί θεραπεία όπως είναι, για παράδειγμα, η θεραπεία των αποζημιώσεων. Γι' αυτό και το δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία του απαγορευτικού διατάγματος. .. Ο ενάγων θα αποτύχει να εξασφαλίσει απαγορευτικό διάταγμα, ιδιαίτερα αν αυτό είναι διηνεκές, αν δεν καταφέρει να αποδείξει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Thome v. BBC [1967] 2 All ER. 1225 CA στην οποία αποφασίστηκε ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να εξασφαλίσει απαγορευτικό διάταγμα για να σταματήσει το BBC να μεταδίδει αντιγερμανικά προγράμματα, αφού κρίθηκε ότι ο ενάγων δεν είχε αγώγιμο δικαίωμα. Στην υπόθεση Day v. Brownrigg [1878] 10 Ch D 294 ο ενάγων με την αγωγή που διεκδικούσε απαγορευτικό διάταγμα για να παρεμποδίσει τον εναγόμενο γείτονα του να χρησιμοποιεί το ίδιο όνομα για την κατοικία του με αυτή που ήδη χρησιμοποιούσε ο ενάγων. Το δικαστήριο αρνήθηκε την έκδοση διατάγματος κρίνοντας ότι ο νόμος δεν αναγνωρίζει αποκλειστική χρήση ονόματος για κατοικία». Στην υπό εξέταση υπόθεση, η αιτήτρια στηρίζει το δικαίωμα της να αποταθεί στο δικαστήριο και αιτηθεί τα αιτούμενα διατάγματα στην ύπαρξη προφορικής συμφωνίας ενοικίασης διάρκειας 35 μηνών. Τέτοια συμφωνία, ως ρητά αναφέρεται στο άρθρο 7
(1)(α) του Κεφ. 149 το οποίο παρέθεσα πιο πάνω, είναι άκυρη και μη εκτελεστή. Επομένως από απλή ανάγνωση του δικογράφου της αιτήτριας και χωρίς το δικαστήριο να αποφασίζει επί της ουσίας της υπόθεση αλλά στη βάση των ισχυρισμών και μόνο της αιτήτριας η οποία έχει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της, το δικαίωμα της δεν βρίσκει έρεισμα στο Νόμο. Με τη διαπίστωση της ακυρότητας της συμφωνίας και κατ' επέκταση της ανυπαρξίας συμφωνίας ενοικίασης, το δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Έκδοση τους θα καθιστούσε την αιτήτρια ενοικιαστή και κάτοχο χωρίς η τελευταία να έχει τέτοιο νομικό δικαίωμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίσει ότι η αιτήτρια δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση το δικαστήριο μπορεί να απορρίψει από αυτό το στάδιο και την αγωγή της Ενάγουσας για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας. Αυτά όμως βρίσκουν έρεισμα και στη Δ.27 Θ.Θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών τους οποίους παραθέτω για σκοπούς ευκολίας: «Δ.
  1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just». Σε μετάφραση: «
  3. Οποιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφα του οποιοδήποτε νομικό σημείο και οποιοδήποτε σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο που θα ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό.
  4. Αν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση σ' αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οποιοδήποτε καλό αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ' αυτή, το Δικαστήριο μπορεί τότε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα στην Αγωγή που θα είναι δίκαιο». Στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 15.03.2012 του Ε.Δ. Λευκωσίας στην αγωγή αρ. 4324/2011 Quinn κ.ά. ν. Anglo Irish Bank Corporation Limited κ.ά. ο κ. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), απέρριψε την αγωγή στο στάδιο αναθεώρησης προσωρινού διατάγματος. Στην τελευταία σελίδα της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: «Στην προκειμένη περίπτωση η εξέταση αυτή έγινε στα πλαίσια της αναθεώρησης του προσωρινού διατάγματος. Αν και σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις μπορεί στα πλαίσια αυτά να απορριφθεί μια αγωγή (βλ. Plyford Holdings Ltd v. Rosestage Enterprises Ltd [2007] 1 B ΑΑΔ 1042), εν τούτοις όπως έχει προηγουμένως καταδειχθεί η παρούσα αποτελεί τέτοια περίπτωση. Με βάση λοιπόν όλους τους παραπάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται συμπαρασύροντας το προσωρινό διάταγμα και κάθε άλλη διαδικασία σε αυτή η οποία βρίσκεται σε εκκρεμότητα». Στην υπό εξέταση υπόθεση και στη βάση των γεγονότων της όπως έχουν καταγραφεί πιο πάνω διαπιστώνω ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα της αιτήτριας βάσει του οποίου επιδιώκει τις αιτούμενες θεραπείες και επομένως το δικαστήριο μπορεί από το παρόν στάδιο να προβεί στην εν λόγω διαπίστωση και να απορρίψει τόσο την αίτηση όσο και την αγωγή όπως τελικά είναι και η απόφαση μου. Παρόλη την πιο πάνω κατάληξη μου και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα προχωρήσω για να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960). Σύμφωνα με τη νομολογία η αιτήτρια φέρει το βάρος να αποδείξει στο δικαστήριο ότι ικανοποιούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) (βλ. Φεσάς
(1990)1 ΑΑΔ 704). Το άρθρο 32, παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επί του προκειμένου θεωρείται κλασσική η απόφαση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (πιο πάνω), όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: (
  1. i)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (
  2. ii)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (iii) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σε σχέση με το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται των πιο πάνω προϋποθέσεων σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει: (α) Ο αιτητής να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι μέσα από τα δικόγραφα του αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. (β) Η ύπαρξη της πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία θα πρέπει να διαπιστώνεται από ακριβή μαρτυρία και όχι γενικόλογη (γ) Ο αιτητής θα πρέπει να πείσει το δικαστήριο με την ένορκη δήλωση του επεξηγώντας και αιτιολογώντας με σαφή και θετική μαρτυρία γιατί θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Για τη διαπίστωση ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, το δικαστήριο αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο η αιτήτρια έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης αυτής, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα της αιτήτριας. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα της δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό» και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων της καθ΄ ης η αίτηση. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από την αιτήτρια να εγείρει μέσα στα δικόγραφα της το αγώγιμο δικαίωμα της το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει η καθ΄ ης η αίτηση και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη της δήλωση. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν έχει δικαίωμα να της παραβιάζει τα εν λόγω δικαιώματα της (βλ. σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions» των κ.κ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη πρώτη έκδοση 2016, σελ. 123 και επόμενες). Η αιτήτρια στην παρούσα κρίνω ότι απέτυχε να αποδείξει στο απαιτούμενο επίπεδο ότι υφίσταται η πρώτη αυτή προϋπόθεση. Στηρίζει την αγωγή της σε ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία ενοικίασης διάρκειας 35 μηνών. Ήδη όπως έχω καταγράψει και πιο πάνω η αιτήτρια στηρίζει το δικαίωμα της σε άκυρη και μη εκτελεστή συμφωνία, η οποία ως τέτοια ούτε δικαιώματα παράγει ούτε υποχρεώσεις. Με την επίκληση άκυρης και μη εκτελεστής συμφωνίας ενοικίασης, η αιτήτρια απέτυχε να δείξει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα. Είναι αναμφισβήτητο ότι η καθ΄ ης η αίτηση είναι ιδιοκτήτρια του καταστήματος και χωρίς να προβαίνω σε εύρημα φαίνεται ότι η αιτήτρια ουδέν νομικό δικαίωμα έχει επ' αυτού και εξ αυτού, αφού η κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία ενοικίασης είναι άκυρη και μη εκτελεστή. Βρίσκω ότι η αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι μέσα από τα δικόγραφα της αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Ως έχει νομολογηθεί, όταν διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων προϋποθέσεων και ο προβληματισμός για το ισοζύγιο της ευχέρειας (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1Γ ΑΑΔ 1980) Ως αναφέρεται στην υπόθεση Σεβαστού, θα ήταν αντιφατικό να μην υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα. Προχωρώ όμως για σκοπούς πληρότητας και σε συντομία στην εξέταση και των υπόλοιπων προϋποθέσεων. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά [1996] 1 Α ΑΑΔ 253, Re Lord Cable (deceased) Garatt and others v. Wafers and others [1976] 3 All ER. 417). Παρόλο που και πάλι το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό, εντούτοις δεν μπορεί να θεωρηθεί αρκετή η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού. Η αιτήτρια στην αγωγή της, ζητά αναγνωριστικό διάταγμα ότι είναι νόμιμη ενοικιάστρια του καταστήματος, ζητά διατάγματα που να της επιτρέπουν να κατέχει και λειτουργεί το κατάστημα και αντίστοιχα διάταγμα που να διατάσσει την εναγόμενη να της παραδώσει το κατάστημα και τέλος ζητά να της επιδικαστούν αποζημιώσεις. Όλη η απαίτηση της εδράζεται στην ύπαρξη του δικαιώματος της να κατέχει το κατάστημα στη βάση συναφθείσας προφορικής συμφωνίας. Προς υποστήριξη της συναφθείσας προφορικής συμφωνίας δεν προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία είτε υπό τη μορφή εγγράφου που να βεβαιώνει την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας ή έστω αλληλογραφίας με την καθ΄ ης η αίτηση που να παραπέμπει σε συζητήσεις που γίνονταν με σκοπό την ενοικίαση του καταστήματος στην αιτήτρια. Η θέση της καθ΄ ης η αίτηση βέβαια είναι ότι δεν έγινε ποτέ συμφωνία ενοικίασης με την αιτήτρια, εξ ου και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Η αιτήτρια προς υποστήριξη του ισχυρισμού της, επικαλείται τις επιταγές που εξέδωσε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της Caldi ως προκύπτει από την εκ συμφώνου απόφαση. Το δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα αποφασίσει κατά πόσο τα μέρη συμφώνησαν ή όχι για την ενοικίαση του καταστήματος στην αιτήτρια, ούτε κατά πόσο η αιτήτρια κατείχε και λειτουργούσε το κατάστημα, αφού αυτά τα θέματα είναι διαφιλονικούμενα και άπτονται της ουσίας της υπόθεσης. Παρόλα αυτά το δικαστήριο θα πρέπει να ασχοληθεί με τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι συνήψε προφορική συμφωνία ενοικίασης διάρκειας 35 μηνών. Έχοντας κατά νου ότι τέτοια προφορική συμφωνία είναι άκυρη και μη εκτελεστή, ως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, κρίνω ότι και μόνο εξ αυτού του λόγου δεν υπάρχουν τέτοιες πιθανότητες. Σε σχέση με τα πιο πάνω θα μπορούσα να παραπέμψω στις ακόλουθες αποφάσεις: Στην υπόθεση Tsiaos v. Kyprianou,
(1982)1 CLR 839, το γεγονός ότι δεν υπήρχε δικαίωμα αναγνωρισμένο από το σχετικό νόμο σε σχέση με άντληση νερού, αποφασίστηκε ότι εντασσόταν στη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 και κρίθηκε ότι αυτή δεν ικανοποιήθηκε. Στην υπόθεση Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201, το Εφετείο συμφώνησε ότι οι ενάγουσες δεν είχαν παρά μόνο «απλές δυνατότητες» να εξασφαλίσουν τα διατάγματα που ζητούσαν και επομένως ορθά κρίθηκε ότι δεν επληρούτο η δεύτερη προϋπόθεση. Στην υπόθεση Σκορδής ν. Λάντου κ.ά.,
(2008)1Β ΑΑΔ 844, η οποία θεωρώ ότι προσομοιάζει με την παρούσα, κρίθηκε ορθή η πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν ικανοποιήθηκε η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 για ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, αφού ο ενάγων δεν είχε καταχωρήσει τη συμφωνία για αγορά γης στο Κτηματολόγιο εντός 6 μηνών όπως προέβλεπε το Κεφ. 232 και ούτε υπήρχε μαρτυρία για δημιουργία οποιουδήποτε καταπιστεύματος. Στην παρούσα υπόθεση, εφόσον η κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία στην οποία στηρίζει το δικαίωμα της να κατέχει το κατάστημα η αιτήτρια είναι εκ του Νόμου άκυρη και μη εκτελεστή, προκύπτει ότι η αιτήτρια δεν έχει ορατή πιθανότητα να εξασφαλίσει διάταγμα που να της επιτρέπει να κατέχει το εν λόγω κατάστημα, ή διάταγμα που να διατάσσει την καθ΄ ης η αίτηση να της παραδώσει κατοχή του καταστήματος. Για τον ίδιο λόγο, ήτοι της άκυρης και μη εκτελεστής προφορικής συμφωνίας, η αιτήτρια δεν έχει ορατή πιθανότητα να της επιδικαστούν αποζημιώσεις, για ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστη από την έξωση της από το κατάστημα. Οι ίδιοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν φαίνεται να έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή. Ως εκ τούτου ούτε αυτή η προϋπόθεση υφίσταται με αποτέλεσμα η αίτηση να είναι απορριπτέα. Η νομολογία μας αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση «να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος» είναι καλά γνωστή και η ερμηνεία που της έχει αποδώσει είναι συνοπτικά πως, για να μπορέσει να εκδοθεί στο ενδιάμεσο στάδιο ένα ενδιάμεσο διάταγμα θα πρέπει ο αιτητής να καταδείξει πως, η μη έκδοση του διατάγματος στο στάδιο αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να εμποδιστεί ο αιτητής/ενάγων από του να ικανοποιήσει τη δικαστική απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ του στο τέλος της διαδικασίας. Ενδεικτικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Phasarias C. (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 785, Κυρισάββα κ.ά. v. Κύζη
(2001)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 1245). Επομένως, η αιτήτρια είχε υποχρέωση να δείξει πως, εάν δεν εκδοθούν τα ενδιάμεσα διατάγματα στο στάδιο αυτό, δεν θα μπορέσει να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί στα πλαίσια της αγωγής. Η αιτήτρια όμως έχει αποτύχει να προσκομίσει επαρκή μαρτυρία ή έστω οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει τη ζημιά που θα υποστεί εάν δεν εκδοθούν τα ενδιάμεσα διατάγματα σε αυτό το στάδιο. Στην απόφαση Papapetrou Bros Ltd. ν. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε κατ' έφεση την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο απέρριψε την αίτηση για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, αφού το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι εφεσείοντες/ενάγοντες δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο συνεπεία της αδυναμίας των εναγόμενων να ικανοποιήσουν την αξίωση των εναγόντων. Αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε διεξέλθει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, το μόνο μαρτυρικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τα γεγονότα αυτά προκύπτει ότι η εφεσίβλητη είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εφεσείουσας εταιρείας και σε ποσοστό 30% μέτοχος της. Σε μια μόνο παράγραφο της ένορκης δήλωσης αναφέρεται, χωρίς να αποκαλύπτονται οποιαδήποτε γεγονότα, ότι οι εφεσείοντες θα υποστούν «ανυπολόγιστες ζημιές». Κατά συνέπεια η θέση του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε καμιά μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο είναι ορθή. Δεν υπήρχαν τα γεγονότα εκείνα στα οποία να βασισθεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ των εφεσειόντων. Τα γεγονότα στην υπόθεση Κυρίσαββα (πιο πάνω) διαφέρουν από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σ' εκείνη υπήρχαν επαρκή γεγονότα που δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου». Η Papapetrou επιβεβαιώνει προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία μόνη αναφορά ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ο ενάγων ζημιά είναι γενική και αόριστη και δεν καταδεικνύει ανεπανόρθωτη ζημιά. Παραπέμπω σχετικά επίσης και στην υπόθεση Aνδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2),
(2008)1 ΑΑΔ 626 και στο σύγγραμμα Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα Injunctions, Πρώτη Έκδοση, Λευκωσία, 2016 (Παράρτημα 3) σελ. 136 όπου αναφέρεται: «
(5)Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν αρκούν. Για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ο ενάγων θα πρέπει με την ένορκη δήλωσή του να πείσει το δικαστήριο. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του τύπου «αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά», δεν αρκούν. Τέτοιοι ισχυρισμοί χρειάζονται να επεξηγηθούν και να αιτιολογηθούν με σαφή και θετική μαρτυρία, ώστε να γίνουν δεχτοί από το δικαστήριο». Ο κ. Ξενοφώντος στην ένορκη του δήλωση στην παράγραφο 17 ισχυρίζεται ότι θα υποστεί βλάβη ύψους €57.391,00 για στέρηση του εξοπλισμού της επιχείρησης και απώλειας του. Στη δε παράγραφο 14(β) ισχυρίζεται ότι ο δικαστικός επιδότης δεν προχώρησε στην κατάσχεση του εξοπλισμού της καφετέριας. Ο ισχυρισμός του περί ύπαρξης ζημιάς ύψους €57.391,00 καταρρίπτεται και/ή ακυρώνεται από τον ισχυρισμό του ότι ο επιδότης δεν κατάσχεσε τον εξοπλισμό. Από την ίδια την ένορκη του δήλωση προκύπτει ότι δεν υπέστη τέτοια ζημιά. Ισχυρίζεται ο κ. Ξενοφώντος ότι θα υποστεί απώλεια εισοδημάτων, ως επίσης θα υποστεί βλάβη η επιχειρηματική φήμη της ενάγουσας λόγω απομάκρυνσης της από την αγορά. Οι ισχυριζόμενες βλάβες και ζημιές όμως δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία πέραν της απλής αναφοράς τους, ο ενόρκως δηλών τις κοστολογεί αναφέροντας κάποια ποσά. Πουθενά η αιτήτρια δεν ισχυρίζεται ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν θα μπορέσει να την αποζημιώσει οικονομικά. Ως αναφέρει ο κ. Αγαθοκλέους στην ένορκη του δήλωση, η καθ΄ ης η αίτηση ανήκει στο Ταμείο Συντάξεων των Υπαλλήλων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου και ως τέτοια έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει την αιτήτρια εάν ήθελε φανεί ότι υπέστη ζημιά. Η βλάβη που κατ' ισχυρισμό θα υποστεί η αιτήτρια φαίνεται ότι είναι ικανή να αποζημιωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων και η καθ΄ ης η αίτηση έχει την οικονομική δυνατότητα να την αποζημιώσει. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 Β ΑΑΔ 1361, Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1 Γ ΑΑΔ 1759 και Electromatic Constructions Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)] 1 Α ΑΑΔ 258 όπου δεν εκδόθηκαν παρεμπίπτοντα διατάγματα αφού οι ενάγοντες μπορούσαν να αποζημιωθούν. Ειδικότερα στην τελευταία υπόθεση προβλήθηκε η φερεγγυότητα της Δημοκρατίας, όπως στην περίπτωση μας που πίσω από την καθ΄ ης η αίτηση βρίσκεται ένας φερέγγυος ημικρατικός οργανισμός. Στην υπόθεση Σοφοκλέους κ.ά. ν. Παύλου,
(2012)1Γ ΑΑΔ 2047 που ζητείτο η έκδοση προστακτικού διατάγματος, όπως στην παρούσα ζητείται να διαταχθεί η καθ΄ ης η αίτηση να παραδώσει κατοχή του καταστήματος στην αιτήτρια, αποφασίστηκε ότι το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια είτε να εκδώσει προστακτικό διάταγμα είτε να επιδικάσει αποζημιώσεις. Ως αναφέρθηκε, ένα διάταγμα διατακτικής μορφής πρέπει να εκδίδεται σε αραιές περιπτώσεις και τότε μόνο όταν ο ενάγων δείχνει ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να του προκληθεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον αν δεν δοθεί το διάταγμα. Στην παρούσα περίπτωση, πέραν του ότι η ζημιά που επικαλείται η αιτήτρια είναι άμεσα συνδεδεμένη με την άκυρη κατά νόμο προφορική συμφωνία ενοικίασης και επομένως δεν δικαιούται σε αποζημιώσεις, η αιτήτρια πουθενά δεν επικαλείται ότι δεν μπορεί να ενοικιάσει άλλο κατάστημα και να διεξάγει τις εργασίες της. Σύμφωνα δε με αυτόν τον συλλογισμό της καθ' ης η αίτηση με τον οποίο συμφωνώ με την ενοικίαση άλλου καταστήματος και τη συνέχιση διεξαγωγής των εργασιών της, επίσης δεν θα υποστούν βλάβη οι εργοδοτούμενοι της, ως ο ισχυρισμός της, αφού θα συνεχίσουν να εργάζονται σε αυτήν. Ο όποιος ισχυρισμός της αιτήτριας περί ανεπανόρθωτης βλάβης στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα όχι μόνο δεν υποστηρίζεται αλλά εξαλείφεται αφού δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε ισχυρισμό που να δικαιολογεί αφενός γιατί πρέπει να λάβει κατοχή του συγκεκριμένου καταστήματος και αφετέρου γιατί δεν μπορεί να ενοικιάσει άλλο κατάστημα πλην του επίδικου και να συνεχίσει τη διεξαγωγή της επιχείρησης της. Από τα πιο πάνω φαίνεται ξεκάθαρα ότι η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει τέτοια ζημιά που να καθιστά αναγκαία την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Επομένως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση έχει εκπληρωθεί. Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, τέθηκε η αρχή ότι η ικανοποίηση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32 που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του δικαστηρίου πριν αυτό περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Στο στάδιο της εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας, το δικαστήριο εξετάζει την επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Καθοδηγητική επί του προκειμένου είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1(B) AAΔ 778, στη σελ. 795: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Μετά την πιο πάνω κατάληξη μου περί μη εκπλήρωσης καμιάς από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 δεν κρίνω πλέον σκόπιμο να εξετάσω τον παράγοντα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Θα με απασχολήσει όμως ακόμα ένα ζήτημα, αυτό της πλήρους αποκάλυψης ή της μη απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. Τα ενδιάμεσα διατάγματα είναι μέρος του δικαίου της επιείκειας ανεξάρτητα αν αυτά εκδίδονται μονομερώς ή δια κλήσεως. Στο σύγγραμμα Διατάγματα-Injunctions των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου όπου στην σελίδα 5 στην οποία γίνετε μια ιστορική αναδρομή αναφέρεται: «Το διάταγμα («injunction») είναι μια από τις θεραπείες που ανέπτυξε το δίκαιο της επιείκειας στην Αγγλία ώστε να πληρ0ωθούν τα κενά και να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες του κοινού δικαίου». Και στη συνέχεια αναφέρονται στη σελίδα 7 τα ακόλουθα: «Στην Κύπρο εφαρμόζονται οι αρχές της επιείκειας δυνάμει του άρθρου 29
(1)(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, εφόσον αυτές δεν είναι ασυμβίβαστες με το Σύνταγμα ή άλλο νόμο». Στη σελίδα 60 του ιδίου συγγράμματος επιβεβαιώνεται ότι ένας αιτητής θα πρέπει να προσέρχεται στο δικαστήριο με καθαρά χέρια, ανεξάρτητα από το αν η αίτηση είναι μονομερής ή δια κλήσεως. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο «Η συμπεριφορά του ενάγοντα ως λόγος για τη μη χορήγηση του διατάγματος» εντός του κεφαλαίου Γενικές Αρχές για την Έκδοση Διαταγμάτων: «Δυο από τα βασικότερα αξιώματα του δικαίου της επιεικείας είναι ότι «όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια» και «όποιος επιζητεί επιείκεια, πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια». Τα δυο αξιώματα στηρίζονται στην ίδια φιλοσοφία ότι ο ενάγων ο οποίος επιζητεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας ή θεραπεία που εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, θα πρέπει να συμπεριφέρθηκε καθόλα έντιμα και δίκαια έναντι του αντιδίκου του. . Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η μέχρι σήμερα συμπεριφορά του ενάγοντα δεν ήταν «η ενδεδειγμένη», το πιθανότερο είναι ότι θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και θα αρνηθεί τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. Καταρχάς θα πρέπει να τονιστεί ότι η συμπεριφορά του ενάγοντα που λαμβάνεται υπόψη, είναι αυτή που αφορά την επίδικη διαφορά με τον εναγόμενο και σχετίζεται άμεσα με την αιτούμενη θεραπεία». Η αρχή αυτή επιβεβαιώνεται και στην πολύ γνωστή απόφαση στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. ν. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015 όπου το Δικαστήριο ανέφερε: «Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Πιο κάτω αναλύονται οι νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε σχέση με το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όπως έχω αναφέρει πιο πάνω ότι θα πρέπει να εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση. Όπως σχετικά αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd και Άλλου (ανωτέρω): «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. [Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin SA. v. Ship t(Platon ch"
(1978)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and Others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030. Στη Zachariades v. Liveras and Others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades(ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co. [1939] 4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μή αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) και Άλλου,
(1990)1 Α.Α.Δ. 219· και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co. και Άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 490 η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω.) Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria [1984]1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen [1908] Ρ.189. Boyce v. Gill [1981] 64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστόφορου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Η πιο πάνω απόφαση επικροτήθηκε και στην απόφαση El-Sayegh Hani Moussa ν. Credit Suisse
(1996)1 ΑΑΔ 836 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου για παραμερισμό της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος στη βάση του ότι δεν υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη στην μονομερή αίτηση για επίδοση. Όπως σχετικά αναφέρθηκε: «Εν τέλει το δικαστήριο κατέληξε, στην αίτηση διά κλήσεως, ότι δεν υπήρξε από τον εφεσείοντα πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη στοιχείων όταν αποτάθηκε για άδεια σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με καθιερωμένες αρχές, αυτό καθιστούσε τη διαδικασία μεμπτή και δικαιολογούσε τον παραμερισμό ή ακύρωση του αποτελέσματος. Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στη νομολογία. Οι αρχές αυτές συζητήθηκαν και εντελώς πρόσφατα και αποσαφηνίστηκαν από την Ολομέλεια στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd και Άλλου
(1996)1 A.A.Δ. 597, με την οποία συμφωνούμε. Επισημαίνουμε ότι και για περιπτώσεις αυτής της φύσης ισχύει το ίδιο όπως και για περιπτώσεις έκδοσης ασφαλιστικών διαταγμάτων: η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τον παραμερισμό ή ακύρωση διατάγματος εκδοθέντος σε μονομερή αίτηση. Ωστόσο, κατά το πρωτόδικο εύρημα, στην προκείμενη περίπτωση υπήρχε από μέρους του εφεσείοντος πρόθεση να παραπλανήσει το δικαστήριο». Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά και Adeona Holdings Ltd Πολ. Έφεση Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015 επαναλαμβάνονται και συνοψίζονται οι καλά γνωστές αρχές της νομολογίας επί του θέματος και σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 AAΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 AAΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 AAΔ 598 και Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ. α.
(2004)1Γ AAΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd's Rep. 54).Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ.Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd's Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων». Σχετική είναι η αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Cyrpus Trading Corporation Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd και Άλλου
(1999)1 ΑΑΔ 1168, ότι: «είναι νομολογημένο ότι η παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων οδηγεί στην ακύρωση διατάγματος που εκδίδεται σε μονομερή αίτηση» και ότι «η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα». Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Larissa Fedossova (Aρ. 2)
(1997)1 ΑΑΔ 1333 με παραπομπή στην αγγλική απόφαση Castelli v. Cook [1849] 7 Hare, 89, 94: «Ένας ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου. Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος το δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυφθεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί». Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαπιστώνω ότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε σημαντικά γεγονότα αλλά τουναντίον απέκρυψε και άλλα εξίσου σημαντικά. Οι ομνύοντες στην αίτηση επικαλούνται δόλο της καθ΄ ης η αίτηση στην εξασφάλιση του εντάλματος ανάκτησης κατοχής για το οποίο οι ίδιοι δεν είχαν οποιαδήποτε γνώση. Ωστόσο, τα Τεκμ. 11 και 12 στην ένορκη δήλωση του κ. Αγαθοκλέους τους διαψεύδουν. Τους διαψεύδει επίσης το ίδιο το Τεκμ. 3 που οι ίδιο επισύναψαν στην ένορκη τους δήλωση. Τα τεκμήρια αυτά όχι μόνο διαψεύδουν την άγνοια τους, αλλά δείχνουν ότι έλαβαν μέτρα ενώπιον των δικαστικών επιδοτών και ενώπιον του δικαστηρίου για τα εν λόγω εντάλματα. Η αιτήτρια δεν αποκάλυψε στο δικαστήριο ότι λήφθηκαν δικαστικά μέτρα για αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος έξωσης και το δικαστήριο κατόπιν που άκουσε τα μέρη και τους ομνύοντες οι οποίοι ήταν οι ίδιοι όπως και στην παρούσα Αίτηση, απέρριψε όλες τις αιτήσεις και το ένταλμα προχώρησε και εκτελέστηκε κανονικά. Ο κ. Ξενοφώντος στην παράγραφο 12(α) της ένορκης του δήλωσης, ισχυρίζεται ότι η προφορική συμφωνία ενοικίασης έλαβε «σάρκα και οστά» με την υπογραφή της Απόδειξης Παραλαβής. Αποφεύγει όμως να αναφέρει ότι την απόδειξη παραλαβής υπέγραψε ο κ. Λαζάρου, διευθυντής της Caldi. Αφήνει να πλανάται ότι η Απόδειξη Παραλαβής υπογράφτηκε από τον ίδιο. Η αιτήτρια απέκρυψε από το δικαστήριο ότι η ίδια σταμάτησε την πληρωμή των επιταγών και ακολούθως έκλεισε το λογαριασμό από τον οποίο εξέδωσε τις μεταχρονολογημένες επιταγές, επομένως δεν μπορούσαν να πληρωθούν τα ενοίκια ή το εξ αποφάσεως χρέος της Caldi. Η επισύναψη απλώς των επιταγών δεν θεραπεύει την παράλειψη της να υποδείξει και να φέρει εις γνώση του δικαστηρίου το εν λόγω γεγονός, ως έχει νομολογηθεί. Κρίνω ότι τα πιο πάνω γεγονότα τέθηκαν προς παραπλάνηση του δικαστηρίου και υποστηρίζουν ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο δικαστήριο για να αξιώσει μονομερώς παρεμπίπτοντα διατάγματα. Επομένως και για αυτόν τον λόγο η αίτηση δεν θα πετύχαινε. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Ενόψει όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, καταλήγω να απορρίψω την αγωγή συμπαρασύροντας και την αίτηση ημερ. 25.02.2020 η οποία και απορρίπτεται. Σε σχέση με το αιτητικό υπό στοιχείο Ε, το οποίο στρέφεται εναντίον των δικαστικών επιδοτών οι οποίοι δεν είναι διάδικοι παρατηρώ ότι ως η κοινή παραδοχή, έχουν ήδη εκτελέσει το ένταλμα και δεν έχουν κατοχή του καταστήματος για να την παραδώσουν. Οι καθ' ων η αίτηση δεν εμφανίστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία και είναι άγνωστο αν επιδόθηκε καν σ' αυτούς η αίτηση. Ούτε και προωθήθηκε το αιτητικό αυτό από την αιτήτρια στην γραπτή της εισήγηση. Για τούτο και απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα τόσο της αγωγής όσο και της αίτησης ακολουθούν το αποτέλεσμα και θα είναι υπέρ της εναγόμενης/ καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας/ αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 429/2020 Μεταξύ: K.M. (PAMPAKAS) COFFEE LTD Ενάγουσας και RAVICO DEVELOPMENT LTD Εναγόμενης Ημερομηνία: 19 Μαρτίου, 2020 Αίτηση Ημερομηνίας: 12.3.2020 Δικαστήριο Ενόψει της κατάληξης μου στην αίτηση ημερ. 25.2.20 η οποία φαίνεται στην απόφαση η οποία δόθηκε μόλις προ ολίγου και που είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ίδιας της αγωγής, πλέον η ως άνω αίτηση δεν έχει αντικείμενο και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί με τα έξοδα της. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.