← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Ανδρέας Αργυρού κ.α., Αρ. Αγωγής: 5811/2012, 17/7/2020

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Ανδρέας Αργυρού κ.α., Αρ. Αγωγής: 5811/2012, 17/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A212 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5811/2012 Μεταξύ: EMPORIKI BANK - CYPRUS LTD Ενάγουσας και Ανδρέας Αργυρού 2. Στέλιος Αργυρού 3. Ελένη Αργυρού Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 11.9.2015 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσας και 1. Ανδρέας Αργυρού 2. Στέλιος Αργυρού 3. Ελένη Αργυρού Εναγόμενων Ημερομηνία: 17 Ιουλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Ο κ. Χ. Γαλανός για Χαράλαμπος Γαλανός Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Α. Δημητρίου για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως η ενάγουσα τράπεζα αξιώνει από τους εναγόμενους προσωπικά και/ή αλληλέγγυα και ειδικότερα εναντίον του εναγόμενου 1 ως πρωτοφειλέτη και των εναγόμενων 2 και 3 ως εγγυητών του, το υπόλοιπο που παρουσιάζει ο λογαριασμός δανείου που ανοίχθηκε για σύμβαση δανείου ύψους €200.000,00 η οποία υπογράφτηκε κατά/ή περί την 4.08.2008 και εκταμιεύτηκε προς όφελος του εναγόμενου 1 από την ενάγουσα. Η δανειακή σύμβαση είχε εξασφαλιστεί επιπρόσθετα και με την παραχώρηση της υποθήκης Υ.8876/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού σε κτήμα ιδιοκτησίας του εναγόμενου 2. Η ενυπόθηκη υποχρέωση του εναγόμενου 2 συνοδευόταν από ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 1.08.2008 υπογεγραμμένο από τον εναγόμενο 2 με το οποίο η ενάγουσα διορίστηκε ως ανέκκλητος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του εναγόμενου 2 παρέχοντας της διάφορες εξουσίες. Κατά ή περί την 13.07.2009 η ενάγουσα ενημέρωσε με επιστολή της τον εναγόμενο 1 για την έγκριση του αιτήματος του εναγόμενου 1 για τη συνέχιση του πιο πάνω υφιστάμενου προσωπικού του δανείου, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου κατά την ημερομηνία εκείνη ανερχόταν στα €202.592,29σ. τηρουμένων των όρων και των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην εν λόγω επιστολή. Μεταξύ άλλων οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις θα συνέχιζαν να εξασφαλίζουν το δάνειο. Κατά ή περί την 17.07.2009 η εν λόγω επιστολή συνυπογράφτηκε από τον εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη, από τον εναγόμενο 2 ως προσωπικά εγγυητή και ως ενυπόθηκο εγγυητή και από την εναγόμενη 3 ως υφιστάμενη εγγυήτρια οι οποίοι και αποδέχθηκαν το περιεχόμενο της. Κατά ή περί την 17.07.2009 η ενάγουσα ενημέρωσε τους εναγόμενους 2 και 3 ως υφιστάμενους εγγυητές, δυνάμει της εγγυήσεως τους για την πρόθεση της ενάγουσας να τροποποιήσει τους όρους του Δανείου παραδίδοντας στον καθένα από αυτούς επιστολές με τον τίτλο «Ενημέρωση και Συγκατάθεση Παροχέα Εξασφάλισης για την Τροποποίηση Διευκολύνσεων». Οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν τις εν λόγω επιστολές δίδοντας τη ρητή συγκατάθεση στην τροποποίηση των όρων του Δανείου. Λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 δεν αποπλήρωνε κανονικά τις δόσεις του δανείου του η ενάγουσα απέστειλε στους εναγόμενους συστημένες επιστολές ημερ. 18.05.2011 με τις οποίες τους καλούσε να εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις τους εντός 10 ημερών. Σε περίπτωση που δεν το έπρατταν θα απαιτείτο η εξόφληση ολόκληρου του δανείου και το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού τους μετά το πέρας της προθεσμίας των δέκα ημερών θα επιβαρυνόταν με ψηλότερο επιτόκιο συμπεριλαμβανομένου τόκου υπερημερίας. Η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 29.06.2011 κάλεσε τον εναγόμενο 2 με συστημένη επιστολή της όπως συμμορφωθεί με της υποχρεώσεις του δυνάμει της Υποθήκης που παραχώρησε προς όφελος της Τράπεζας και τον προειδοποίησε ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του θα ασκούσε όλα της τα δικαιώματα που απέρρεαν από την Υποθήκη. Παρά τις πιο πάνω προειδοποιήσεις οι εναγόμενοι δεν τακτοποίησαν τις καθυστερημένες δόσεις τους και ως εκ τούτου στις 28.07.2011 με επιστολή της η ενάγουσα τερμάτισε τη δανειακή σύμβαση και τους κάλεσε να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού τους που τότε ανερχόταν στο ποσό των €199.648,23σ. Με συστημένη επιστολή επίσης της ίδιας ως άνω ημερομηνίας η ενάγουσα ενημέρωσε τον εναγόμενο 2 για τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης τους και ως προς την επίδικη υποθήκη με την άσκηση όλων των δικαιωμάτων της. Οι εναγόμενοι με την Υπεράσπιση τους ενώ παραδέχονται τη σύναψη της πιο πάνω δανειακής σύμβασης αρνούνται τις λεπτομέρειες αυτής και των συμφωνηθέντων επιτοκίων και του όρου περί επιβολής τόκου υπερημερίας ισχυριζόμενοι ότι αυτοί είναι καταχρηστικοί, παράνομοι, άκυροι και ανεφάρμοστοι ή συνιστά ποινική ρήτρα. Ισχυρίζονται ακόμα ότι η εγγύηση των εναγόμενων 2 και 3 είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη καθώς παραβιάζει τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι απαλλάχθηκαν από την εξ εγγυήσεως ευθύνη τους. Παρόμοιος ισχυρισμός προβάλλεται και ως προς τη σύμβαση υποθήκης όπως και παρόμοια και για τις πρόνοιες του Πληρεξουσίου που δόθηκε στην ενάγουσα εκ μέρους του εναγόμενου 2. Περαιτέρω οι εναγόμενοι αρνούνται τα περί σύναψης νέας συμφωνίας, περί ενημέρωσης τους για τα εκάστοτε υπόλοιπα του λογαριασμού τους και τον τερματισμό. Ανταπαιτητικά οι εναγόμενοι 2 και 3 αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη ισχυριζόμενη εγγύηση των εναγόμενων 2 και 3 είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη και ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 απαλλάχθηκαν της οποιασδήποτε ευθύνης τους ως εγγυητές. Με την Aπάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς και υπερασπίσεις που προβάλλουν οι εναγόμενοι επαναλαμβάνοντας με παραπομπή στους δικούς τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαιτήσεως και παρόμοια αρνείται τους ισχυρισμούς της Ανταπαίτηση και αξιώνει την απόρριψη των αξιώσεων τους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Η ενάγουσα κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, τους Κωνσταντίνο Χριστοφόρου (ΜΕ1), Μαρία Παντελή (ΜΕ2), Ανδρέα Χαραλάμπους (ΜΕ3) και Πωλίνα Κουρσάρου (ΜΕ4) η πλευρά των εναγόμενων κάλεσε ως μάρτυρα της τον κ. Παναγιώτη Παναγιώτου (ΜΥ1). Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ότι η ανταπαίτηση θα συνεκδικαζόταν με την αγωγή. Ο κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1), κατάθεσε την δήλωση του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Σε αυτήν, πέραν της ιδιότητας υπό την οποία κατέθετε, αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία προκύπτουν από τον φάκελο των δανειοδοτήσεων των εναγόμενων. Κατάθεσε επίσης τα διάφορα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση και τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμ. 1 - 15. Ο μάρτυς ανέφερε ότι ήταν στην υπηρεσία της EMPORIKI BANK CYPRUS LTD από τις 29.10.2007 μέχρι 30.03.2015. Περαιτέρω ότι από τις 31.03.2015 είναι ένας εκ των Λειτουργών του Τμήματος Παρακολούθησης Ρυθμίσεων και Δικαστικών Υποθέσεων της ενάγουσας. Στα καθήκοντα του ανήκει ο έλεγχος και η παρακολούθηση των λογαριασμών που έχουν τερματιστεί. Από τη θέση του αυτή και την μελέτη του φακέλου της παρούσης υπόθεσης, είναι ενήμερος αναφορικά με τις δοσοληψίες του επίδικου λογαριασμού του εναγόμενου αρ.1, ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθώς του ανατέθηκαν καθήκοντα παρακολούθησης της και έτσι έχει στην κατοχή και στη φύλαξη του όλα τα σχετικά με την παρούσα αγωγή έγγραφα, αρχεία, συμφωνίες και καταστάσεις λογαριασμών. Υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης και την Απάντηση στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Αναφέρθηκε στις διαδικασίες που είχαν ως αποτέλεσμα τη συγχώνευση των δύο τραπεζών ΕMPORIKI BANK - CYPRUS LTD με την ALPHA BANK CYPRUS LTD καταθέτοντας το σχετικό διάταγμα ως Τεκμ.1. Ο μάρτυς ανέφερε ότι κατά ή περί τις 4.08.2008 υπεγράφη η επίδικη δανειακή σύμβαση και οι ακόλουθοι είναι οι ουσιώδεις όροι της: « (α) Το δάνειο ήταν για περίοδο 8 ετών (96 μηνών) και θα έπρεπε να εξοφληθεί με 8 τριμηνιαίες δόσεις των €3.481,50σ. και 72 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των €3.405,54σ. έκαστη. Η αποπληρωμή του δανείου θα άρχιζε ένα μήνα μετά από την λήξη της περιόδου χάριτος. (β) Το δάνειο θα επιβαρυνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που αποτελείτο από τριών μηνών Euribor πλέον 2,00% ετησίως περιθώριο. (γ) Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή τόκου και προμήθειας, συμφωνήθηκε ότι ολόκληρο το υπόλοιπο του δανείου και τόκοι και προμήθειες θα καθίσταντο ληξιπρόθεσμα και πληρωτέα αμέσως. (δ) Σε περίπτωση υπερημερίας θα επιβαλλόταν επιπλέον επιτόκιο υπερημερίας προς 5,00%, πλέον του τελικού επιτοκίου. (ε) Η Ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να μεταβάλλει το επιτόκιο υπερημερίας , το ποσοστό της προμήθειας και των λογιστικών δικαιωμάτων με σχετική ειδοποίηση προς τον Εναγόμενο αρ. 1 ή με ανακοίνωση στον τύπο. (στ) Το δάνειο δεν θα κεφαλαιοποιείτο περισσότερο από δύο φορές τον χρόνο». Εφαρμόζοντας την πιο πάνω συμφωνία η ενάγουσα χορήγησε στον εναγόμενο αρ.1 δάνειο ύψους €200.000,00 και άνοιξε στο όνομα του τον λογαριασμό δανείου με αρ.[ ]. Το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε πλήρως στις 4.08.2008. Παραστατικό της εκταμίευσης ημερ.4.08.2008 κατατέθηκε ως Τεκμ. 2. Ως Τεκμ. 3 ο μάρτυς κατέθεσε την συμφωνία δανείου. Ως Τεκμ. 4 κατέθεσε τις επιστολές ημερ. 23.07.2008 τις οποίες η ενάγουσα παρέδωσε στους εναγόμενους αρ.2 και 3 και με τις οποίες τους ενημέρωνε για τις λεπτομέρειες του δανείου που θα παραχωρείτο στον εναγόμενο αρ.1, του τόκου και των χρεώσεων στην οποία επισυνάφθηκε δήλωση περιουσιακής κατάστασης του εναγόμενου αρ.1, η οποία ετοιμάστηκε και υπογράφηκε από τον εναγόμενο αρ.1. Οι εν λόγω ενημερωτικές επιστολές συνυπογράφηκαν από τους εναγόμενους αρ.2 και 3. Προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο αρ.1 χορηγήθηκαν οι πιο κάτω εγγυήσεις και εξασφαλίσεις: (α) Σύμβαση εγγύησης ημερ.4.08.2008 (Τεκμ. 5) σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενοι αρ.2 και 3 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα τις παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις του εναγόμενου αρ.1 προς την ενάγουσα για ολόκληρο το δανειζόμενο ποσό, δηλαδή €200.000,00 πλέον τόκους και έξοδα. (β) Σύμβαση Υποθήκης ημερομηνίας 4.08.2008 (Τεκμ. 6) μετά του σχετικού εγγράφου Υποθήκης με αρ. Υ.8876/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος αρ.2 στις 4.08.2008 υπέγραψε προς όφελος της Emporiki Bank - Cyprus Limited Α' Σειράς σύμβαση και δήλωση Υποθηκεύσεως ακινήτου με αρ. Υ8876/2008 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού συνοδευόμενη από το σχετικό έγγραφο Υποθήκης για το ποσό των €700.000,00 πλέον σύνθετο τόκο προς τριμηνιαίο Εuribor πλέον 2% κυμαινόμενο από 4.08.2008, επί του ακινήτου υπ' αρ. εγγραφής [ ], Φ/Σχ.54/500604, Τμήμα 2, Τεμάχιο [ ] στον Άγιο Νεκτάριο Δήμος Λεμεσού, Επαρχίας Λεμεσού, ιδιοκτησίας το όλο. (γ) Ανέκκλητο Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερ.1.08.2008 (Τεκμ. 7), το οποίο υπέγραψε ο εναγόμενος αρ.2 με το οποίο όπως ανέφερε ο ως άνω μάρτυς η ενάγουσα διορίστηκε ως ανέκκλητος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του με τις μεταξύ άλλων ακόλουθες εξουσίες: (
  2. i)Να πωλεί και/ή εγγράφει το ενυπόθηκο ακίνητο ή οποιονδήποτε μέρος του σε οποιονδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα η ενάγουσα ήθελε θεωρήσει πρέπον κατά την απόλυτη κρίση της σε τιμή όχι κατώτερη από την αξία καταναγκαστικής πώλησης (forced sale value) όπως αυτή θα καθορισθεί από οποιονδήποτε εκτιμητή της ενάγουσας και υπό οποιουσδήποτε όρους, η όποια τιμή και όροι θα είναι δεσμευτικοί σε σχέση με τον εναγόμενο αρ.2. (
  3. ii)Nα υπογράφει εκ μέρους του εναγόμενου αρ.2 οποιεσδήποτε συμφωνίες για την πώληση του ακινήτου με αρ. εγγραφής [ ], Φ/Σχ.54/500604, Τμήμα 2, Τεμάχιο [ ], στον Δήμο Λεμεσού, Άγιος Νεκτάριος της Επαρχίας Λεμεσού. (iii) Να λάβει το προϊόν οποιασδήποτε τέτοιας πώλησης. (
  4. iv)Να παρουσιάζεται εκ μέρους του εναγόμενου αρ.2 ενώπιον του Κτηματολογικού και/ή Φορολογικού Γραφείου ή άλλης αρμόδιας αρχής. (
  5. v)Να διαθέτει το προϊόν της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ή οποιουδήποτε μέρους του έναντι των υποχρεώσεων του εναγόμενου αρ.1. Ο μάρτυς κατάθεσε επιστολή ημερομηνίας 13.07.2009 ως Τεκμ. 8 με την οποία η ενάγουσα ενημέρωνε τον εναγόμενο αρ.1 για την έγκριση της στο αίτημα αυτού για την συνέχιση του πιο πάνω υφιστάμενου προσωπικού δανείου, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου κατά την εν λόγω ημερομηνία ανερχόταν σε €202.592,29σ. τηρουμένων των όρων και των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην εν λόγω επιστολή. Μεταξύ άλλων οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν από τους εναγόμενους στην ενάγουσα θα συνέχιζαν να εξασφαλίζουν το ως άνω δάνειο. Ανέφερε ακόμα ότι κατά ή περί την 17.07.2009 η εν λόγω επιστολή συνυπογράφτηκε από τον εναγόμενο αρ.1 ως πρωτοφειλέτη και από τον εναγόμενο αρ.2 ως υφιστάμενο εγγυητή και ενυπόθηκο εγγυητή και από την εναγόμενη αρ.3 ως υφιστάμενο εγγυητή, αποδεχόμενοι το περιεχόμενο της. Περαιτέρω ότι η ενάγουσα με την επιστολή της ημερομηνίας 17.07.2009 ενημέρωσε τους εναγόμενους αρ.2 και 3, ως υφιστάμενους εγγυητές, δυνάμει της ως άνω εγγύησης τους, για την πρόθεση της να τροποποιήσει τους όρους του πιο πάνω δανείου παραδίδοντας στον καθένα από αυτούς επιστολή με τίτλο «Ενημέρωση και Συγκατάθεση Παροχέα Εξασφάλισης για Τροποποίηση Διευκολύνσεων». Οι εναγόμενοι αρ.2 και 3 υπέγραψαν τις εν λόγω επιστολές δίδοντας την ρητή συγκατάθεση τους στην τροποποίηση των όρων του ως άνω δανείου. Η σχετική επιστολή ημερ. 17.07.2009 προς τους εναγόμενους 2 και 3 κατατέθηκε ως Τεκμ. 9. Τη συμπληρωματική συμφωνία της σύμβασης δανείου η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ως άνω Σύμβασης Δανείου και μαζί αποτελούν μία ενιαία συμφωνία με ημερ. 17.07.2009 την κατάθεσε ως Τεκμ. 10. Οι τροποποιήσεις της εν λόγω συμφωνίας είναι οι ακόλουθες: (α) Η διάρκεια του βασικού επιτοκίου (Euribor/ Libor) της συμφωνίας τροποποιηθεί από 3 MONTH EURIBOR + 4% σε 8,5% ΚΥΜΑΙΝΟΜΕΝΟ=(ΒΕΧ Εμπορικής 5% πλέον 3,5% περιθώριο) ΚΥΜΑΙΝΟΜΕΝΟ. (β) Για να υλοποιηθεί η πιο πάνω τροποποίηση θα έπρεπε να κλείσει ο υφιστάμενος λογαριασμός υπ'αρ.[ ] και να ανοιχθεί νέος λογαριασμός υπ' αριθμό [ ]. Η εν λόγω συμπληρωματική συμφωνία ημερ.17.07.2009 ως ανέφερε ο μάρτυς συνυπογράφει τόσο από τον εναγόμενο αρ.1 ως πρωτοφειλέτη, όσο και από τους εναγόμενους αρ.2 και 3 ως υφιστάμενους εγγυητές, συμφωνώντας με το περιεχόμενο της. Δυνάμει των όρων της πιο πάνω συμπληρωματικής συμφωνίας στις 17.07.2009 ο λογαριασμός δανείου με αρ. [ ] έκλεισε και ανοίχθηκε νέος λογαριασμός με αρ. [ ]. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα κατά περιόδους απέστελλε προς τον εναγόμενο αρ.1 καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες μεταξύ άλλων αναγραφόταν το χρεωστικό υπόλοιπο, οι όποιες αυξομειώσεις του επιτοκίου και του τόκου υπερημερίας. Ο εναγόμενος αρ.1 ουδέποτε αμφισβήτησε τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού. Περαιτέρω ο ως άνω μάρτυς ανέφερε ότι επειδή στις 18.05.2011 ο ως άνω λογαριασμός δανείου του εναγόμενου αρ. 1 παρουσίαζε καθυστερημένες δόσεις ύψους €15.007,32σ. και ο εναγόμενος αρ.1 δεν πλήρωνε κανονικά τις δόσεις του ως άνω δανείου του, η ενάγουσα απέστειλε στους εναγόμενους αρ.1, 2 και 3 συστημένες επιστολές ημερ.18.05.2011 (Τεκμ. 11), με τις οποίες τους κάλεσε όπως εντός δέκα 10 ημερών εξοφλήσουν τις ως άνω καθυστερημένες δόσεις ύψους €15.007,32σ. και ότι σε περίπτωση που δεν το έπρατταν θα απαιτείτο εξόφληση ολοκλήρου του δανείου και το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού μετά το πέρας της πιο πάνω προθεσμίας θα επιβαρυνόταν με επιτόκιο 15,50%, το οποίο αναλύεται σε Βασικό Επιτόκιο Εμπορικής Τράπεζας 5%, πλέον 3,50% περιθώριο, πλέον 7% τόκος υπερημερίας μέχρι την εξόφληση του, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Ένεκα δε της καθυστέρησης στην καταβολή των δόσεων του ως άνω δανείου, πέραν των πιο πάνω επιστολών απέστειλε στον εναγόμενο αρ.2 συστημένη επιστολή ημερ. 29.06.2011 (Τεκμ. 12) με την οποία τον καλούσε όπως συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του δυνάμει της Υποθήκης που παραχώρησε προς όφελος της ενάγουσας και τον προειδοποίησε ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του θα ασκούσε όλα τα δικαιώματα της όπως αυτά απορρέουν από την Υποθήκη Υ.8876/2008 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού που ενέγραψε προς όφελος της ενάγουσας. Παρά τις πιο πάνω προειδοποιήσεις της ενάγουσας, οι εναγόμενοι αρ.1, 2 και 3 δεν τακτοποίησαν τις καθυστερημένες δόσεις τους και ως εκ τούτου η ενάγουσα στις 28.07.2011 απέστειλε στους εναγόμενους αρ.1, 2 και 3 συστημένες επιστολές τερματισμού (Τεκμ. 13), με τις οποίες τους κάλεσε όπως εντός 15 ημερών εξοφλήσουν πλήρως το χρεωστικό υπόλοιπο του πιο πάνω δανείου το οποίο στις 28.07.2011 ανερχόταν στο ποσό των €199.648,23σ. πλέον τόκους προς 16%, το οποίο αναλύεται σε Βασικό Επιτόκιο Εμπορικής Τράπεζας, πλέον 3,50% περιθώριο, πλέον 7% τόκος υπερημερίας από τις 28.07.2011 μέχρι πλήρους εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου ετησίως. Περαιτέρω η ενάγουσα με συστημένη επιστολή της ιδίας ημερομηνίας 28.07.2011 (Τεκμ.14), ενημέρωσε τον εναγόμενο αρ.2 για τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης του και ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του, θα ασκούσε όλα τα δικαιώματα της όπως αυτά απορρέουν από την Υποθήκη Υ.8876/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού που ενέγραψε προς όφελος της ενάγουσας. Περαιτέρω ο μάρτυς ανέφερε ότι λόγω της υπηρεσίας του τόσο στην Emporiki Bank - Cyprus Ltd και στη συνέχεια, μετά τη συγχώνευση των δύο τραπεζών, στην Alpha Bank Cyprus Ltd, γνωρίζει ότι τόσο η Emporiki Bank- Cyprus Ltd τηρούσε τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή όσο και η Alpha Bank Cyprus Ltd τηρεί τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν τους λογαριασμούς των πελατών της ενάγουσας συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού του εναγόμενου αρ.1. Περαιτέρω ανέφερε ότι όλες οι καταστάσεις λογαριασμού, όλων των λογαριασμών, όλων των πελατών της ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένου των καταστάσεων λογαριασμού του εναγόμενου αρ.1, αποτελούν καταχωρήσεις και μέρος των τραπεζικών βιβλίων που χρησιμοποιούνται κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της ενάγουσας, δηλαδή αρχικά της Emporiki Bank- Cyprus Ltd και στην συνέχεια, μετά την συγχώνευση των δύο τραπεζών, της Alpha Bank Cyprus Ltd, και είναι αποθηκευμένα σε άυλη μορφή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας στον οποίο έχουν πρόσβαση λειτουργοί της ενάγουσας, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυς. Οι καταστάσεις λογαριασμού του εναγόμενου αρ.1 αποτελούν αντίγραφα των καταχωρήσεων των ηλεκτρονικών τραπεζικών βιβλίων της ενάγουσας, δηλαδή αρχικά της Emporiki Bank - Cyprus Ltd και στην συνέχεια της Alpha Bank Cyprus Ltd. Οι καταχωρήσεις που καταγράφονται στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου αρ.1 έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας, δηλαδή αρχικά της Emporiki Bank - Cyprus Ltd και στην συνέχεια της Alpha Bank Cyprus Ltd. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής στον οποίο τηρούνται τα τραπεζικά βιβλία της ενάγουσας καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένος στις κτιριακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας και βρίσκεται υπό τον έλεγχο και την φύλαξη της Ενάγουσας, δηλαδή αρχικά της Emporiki Bank- Cyprus Ltd και στην συνέχεια της Alpha Bank Cyprus Ltd, στην οποία τα τραπεζικά βιβλία και όλες οι καταχωρήσεις αυτών μεταφέρθηκαν αυτούσια, μετά την συγχώνευση των δύο τραπεζών. Περαιτέρω ανέφερε ότι έχει συγκρίνει τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού του εναγόμενου αρ.1 με τις αρχικές καταχωρήσεις που είναι στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας και έχει διαπιστώσει ότι οι καταχωρήσεις των καταστάσεων λογαριασμών του εναγόμενου αρ.1 είναι ορθές και αντανακλούν επακριβώς τις καταχωρήσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Κατάθεσε ως Τεκμ. 15 την ως άνω κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. Ανέφερε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού υπ' αρ. [ ] στις 28.07.2011 διαμορφώθηκε στο ποσό των €199.648,23σ. πλέον τόκους προς 16% το οποίο αναλύεται σε Βασικό Επιτόκιο Εμπορικής Τράπεζας, πλέον 3,50% περιθώριο, πλέον 7% τόκος υπερημερίας από τις 28.07.2011 μέχρι πλήρους εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου ετησίως. Μετά την καταχώρηση της παρούσης αγωγής όπως ανέφερε ο πιο πάνω μάρτυς στις 14.12.2012, ο ως άνω λογαριασμός δανείου πιστώθηκε μόνο με το ποσό των €848,20σ. στις 3.02.2014. Ανέφερε ότι στις 25.11.2013 η ενάγουσα προχώρησε στη μείωση του τόκου υπερημερίας από 7% σε 1,75% δηλαδή το επιτόκιο του ως άνω λογαριασμού μειώθηκε από 16% σε 10.75%. Ισχυρίστηκε ότι εναγόμενος αρ.1 υπέγραψε όλα τα έγγραφα που απαρτίζουν την συμφωνία δανείου με ελεύθερη βούληση, εγνωσμένα και εθελούσια και με πλήρη επίγνωση των προνοιών που εμπεριέχονται σε αυτή. Επίσης η συμφωνία δανείου διέπεται από σαφής όρους ως αυτή εμφαίνεται στις σχετικές συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου αρ.1 και ήταν καθόλα νόμιμες και σύμφωνες με την εκάστοτε πρακτική και Νομοθεσία. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο όρος που αναφέρεται στην παράγραφο 4(δ) της Έκθεσης Απαίτησης, δηλαδή ο τόκος υπερημερίας, σε καμία περίπτωση είναι καταχρηστικός, παράνομος, άκυρος και ανεφάρμοστος και ούτε συνιστά ποινική ρήτρα που είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη αλλά αυτός είναι σύμφωνος με την σχετική Νομοθεσία και Νομολογία και η ενάγουσα απορρίπτει την ανταπαίτηση και αναφέρει ότι η επίδικη εγγύηση των εναγόμενων αρ.2 και 3, είναι καθ' όλα νόμιμη, έγκυρη και εφαρμόσιμη και σε καμία περίπτωση αυτή είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη και ως επίσης οι εναγόμενοι 2 και 3 σε καμία περίπτωση απαλλάχθηκαν από τις ευθύνες τους από την συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 04.08.2008. Περαιτέρω ο μάρτυς ανάφερε ότι η επίδικη Υποθήκη είναι καθ' όλα νόμιμη, έγκυρη και εφαρμόσιμη και σε καμία περίπτωση αυτή καταρτίστηκε κατά παράβαση ή καθ' υπέρβαση των προνοιών της περί Υποθηκών Νομοθεσίας και καθ' όλα νόμιμα ο εναγόμενος αρ.2 εξουσιοδότησε τον εναγόμενο αρ.1 να παραχωρήσει την πιο πάνω Υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας και ως επίσης το επίδικο Πληρεξούσιο Έγγραφο είναι καθ' όλα έγκυρο, νόμιμο και εφαρμόσιμο. Ο μάρτυς επεξήγησε περαιτέρω αναφορές σε διάφορα τεκμήρια απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Σε σχέση με το Τεκμ. 10 ανέφερε ότι είναι ο κατάλογος με τις χρεώσεις της τράπεζας όπως ίσχυαν σε διάφορες περιόδους και ο οποίος διδόταν στους πελάτες της και ήταν αναρτημένος σε όλα τα καταστήματα της. Σε σχέση με το Τεκμ. 11 ανέφερε ότι είναι οι τρεις επιστολές που απεστάλησαν στους εναγόμενους και όπου διακρίνεται η σφραγίδα του ταχυδρομείου με ευδιάκριτο τον αριθμό του συστημένου που αποδεικνύει ότι αυτές απεστάλησαν με συστημένο ταχυδρομείο. Το Τεκμ. 12 φαίνεται ότι απευθύνεται στον εναγόμενο αρ.2. Στο Τεκμ. 13 φαίνονται οι σφραγίδες του ταχυδρομείου και ο αριθμός κάθε συστημένης επιστολής τερματισμού. Ο μάρτυς επεξήγησε το Τεκμ. 15 που είναι η Κατάσταση Λογαριασμού και τις διάφορες εγγραφές σε αυτή και την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού από της έναρξης της δανειακής σύμβασης όπως και των χρεώσεων τόκων με τους οποίου επιβαρυνόταν ο επίδικος λογαριασμός. Η χρέωση για το ποσό των €20,00 αφορά έξοδα καθυστερημένων δόσεων του δανείου, χρέωση που καλύπτεται από τον πίνακα χρεώσεων το Τεκμ. 10. Οι χρεώσεις τόκων όπως ανέφερε βασίζονται στην συμπληρωματική συμφωνία χαρακτηρίζοντας ως τέτοια το Τεκμ. 10. Ο μάρτυς (ΜΕ1), κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι είναι πτυχιούχος στα λογιστικά και ότι από το 2007 εργάστηκε αρχικά στην Εμπορική Τράπεζα και από τον Μάρτιο του 2013 μετά τη συγχώνευση της στην Alpha Bank. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά οποιονδήποτε από τους εναγόμενους ούτε και ήταν παρών κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης ή της υποθήκης. Ανέφερε ότι παρόλο ότι γνωρίζει τα πρόσωπα που υπέγραψαν ως μάρτυρες στη σύμβαση εντούτοις δεν γνωρίζει λεπτομέρειες της διαδικασίας που ακολουθήθηκε κατά την υπογραφή της εφόσον δεν ήταν παρών. Ο μάρτυς σε σωρεία ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν έκανε αναφορά και επεξήγησε διάφορες καταγραφές στα τεκμήρια που κατάθεσε και ειδικότερα τα ισχύοντα εκάστοτε επιτόκια και τους τόκους με τους οποίους χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός. Επέμεινε για τις ορθές χρεώσεις που γίνονταν κάθε φορά και διαφώνησε με υποβολές περί λανθασμένων χρεώσεων των τόκων και ειδικότερα του Euribor με συγκεκριμένες αναφορές από τον λογαριασμό με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να χρεωνόταν με παράνομες χρεώσεις. Επέμεινε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν στον εναγόμενο αρ. 1 στη διεύθυνση που είχε δώσει στην τράπεζα και ενημερωνόταν σχετικά με την κίνηση του. Εξήγησε ότι το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμ. 6), είναι έγκυρο και το αποδέχθηκε το κτηματολόγιο. Σε σχέση με την πρώτη χρέωση που εμφαίνετε στο Τεκμ. 15, επέμεινε ότι το ποσό που αφορά μεταφέρθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό του εναγόμενου 1 και προς τούτο υπέδειξε το Τεκμ. 2 όπου φαίνεται η σχετική πίστωση. Ανέφερε ότι υπάρχουν μάρτυρες για τις υπογραφές των εγγυητών και προς τούτο παρέπεμψε στο Τεκμ. 4. Η ενάγουσα τερμάτισε την επίδικη σύμβαση σύμφωνα με το Τεκμ. 13 στις 28.07.2011 λόγω καθυστέρησης στην καταβολή των δόσεων. Πριν προχωρήσω στην επί μέρους αξιολόγηση καθενός από τους μάρτυρες ξεχωριστά θα ήθελα να επισημάνω ότι ο κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1) όπως και η κα Μαρία Παντελή (ΜΕ2) και ο κ. Ανδρέας Χαραλάμπους (ΜΕ3) των οποίων η μαρτυρία και η αξιολόγηση της θα ακολουθήσει δεν μου διαφεύγει ότι είναι υπάλληλοι της ενάγουσας οι (ΜΕ1 και 2) και ο ΜΕ3 υπήρξε υπάλληλος της. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αντιμετωπίζω τη μαρτυρία τους με προσοχή και επιφυλακτικότητα για τον λόγο ότι αυτοί συνδέονται, λόγω της εργασιακής τους σχέσης με την ενάγουσα. Το γεγονός βέβαια αυτό από μόνο του δεν συνηγορεί εξ αντικειμένου σε συμπέρασμα ότι οι μάρτυρες αυτοί είναι προκατειλημμένοι ή αναξιόπιστοι. Συνεπώς η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους θα γίνει με αυξημένη προσοχή ώστε να διαπιστωθεί ότι αυτοί κατέθεσαν με μόνο γνώμονα την παράθεση της αλήθειας και ότι δεν παρεισέφρησαν στη μαρτυρία τους στοιχεία προερχόμενα από πρόθεση εξυπηρέτησης των συμφερόντων της ενάγουσας με την προβολή αναληθών γεγονότων. Ο κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1), κλήθηκε λόγω της εμπλοκής του στην υπόθεση κατά τον τρόπο που εξήγησε και ειδικότερα λόγω των καθηκόντων που ασκεί στο συγκεκριμένο Τμήμα της ενάγουσας. Παρόλο ότι δεν είχε προσωπική συμμετοχή κατά την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων, εντούτοις δεν είχε κανένα λόγο να μη πει με πειστικό τρόπο όσα περιήλθαν στην αντίληψη και γνώση του συνεπεία της κατάληξης και της ανάθεσης σε αυτόν του χειρισμού της υπόθεσης εκ μέρους της ενάγουσας. Τόσο στην εξέταση όσο και κατά την αντεξέτασή του φάνηκε ότι ήταν καλός γνώστης της όλης υπόθεσης την οποία είχε μελετήσει εις βάθος, με ειλικρίνεια, σταθερότητα και βεβαιότητα ως προς τα λεγόμενα του απάντησε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν χωρίς να υποπέσει σε οποιανδήποτε αντίφαση κατά την αντεξέτασή του. Εξάλλου για όσα ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί θετικά λόγω της μη συμμετοχής του στη σύναψη των συμβάσεων κατάθεσαν στη συνέχεια οι ΜΕ2 και ΜΕ3. Απαντούσε ευθέως και χωρίς υπεκφυγές, κατάθεσε για όσα γνώριζε προσωπικά και όσα υπέπεσαν στην αντίληψη του στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του τεκμηριώνοντας κάθε φορά τις απαντήσεις του με παραπομπή σε σχετικά έγγραφα επί των οποίων ουσιαστικά βασιζόταν η μαρτυρία του. Ουσιαστικά το μοναδικό σημείο στο οποίο αντεξετάστηκε και αμφισβητήθηκε η γνώση του ήταν ως προς το ζήτημα του ύψους του Εuribor με το οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός από τις 4.08.2008 μέχρι τις 17.07.2009 το οποίο θα σχολιάσω στη συνέχεια στο κατάλληλο σημείο της απόφασης μου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της και εξαγάγω από αυτή τα ευρήματα μου αναφορικά με την σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου, της συμφωνίας εγγύησης και της εγγραφής υποθήκης σε ακίνητο του εναγόμενου 2 όπως και το πληρεξούσιο έγγραφο που παρέσχε στην ενάγουσα ο τελευταίος τα οποία θεωρώ ως έγκυρα έγγραφα και ότι συνάφθηκαν νομότυπα. Η κα Παντελή (ΜΕ2), της οποίας η δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Β το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε, ανέφερε ότι ήταν λειτουργός στην EMPORIKI BANK CYPRUS LTD από το 2002 μέχρι το Μάρτιο 2015 και από το Μάρτιο 2015 εργάζεται στην Ενάγουσα. Ανέφερε ότι κατά ή περί τις 4.08.2008 στην παρουσία της και ως μάρτυρας υπογράφτηκε η επίδικη δανειακή σύμβαση μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου αρ.1. Οι Εναγόμενοι αρ.2 και 3 κατά ή περί τις 4.08.2008 στην παρουσία της και ως μάρτυρας των υπογραφών τους υπέγραψαν έγγραφο σύμβασης εγγύησης με την οποία εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα τις παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις του Εναγόμενου αρ.1 προς την Ενάγουσα για ποσό ύψους €200.000,00. Σε σχέση με την επίδικη Υποθήκη μετά του ανεκκλήτου Πληρεξουσίου Εγγράφου ημερ.1.08.2008 το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εγγράφου Υποθήκης υπογράφηκαν στην παρουσία της και υπέγραψε και η ίδια ως μάρτυρας αυτών. Αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμ. 6 και διευκρίνισε ότι είχε υπογράψει στην Τράπεζα και στη συνέχεια όταν είχαν ετοιμαστεί όλα τα αναγκαία έγγραφα κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο. Η μάρτυς δεν αντεξετάστηκε. Δεν έχω κανένα λόγο να μην αποδεχθώ τη μαρτυρία της στην ολότητα της εφόσον δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε μέρος της. Κρίνω ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η μάρτυρας απαντούσε ευθέως και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν μου έδωσε την εντύπωση μάρτυρος που ήθελε να παρουσιάσει αναληθή γεγονότα ως αληθή. Τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε καθίστανται ευρήματα μου. Ο κ. Χαραλάμπους (ΜΕ3), από το 2002 εργαζόταν στην Emporiki Bank - Cyprus Ltd και στην συνέχεια με την εξαγορά της από την Alpha Bank Cyprus Ltd από το 2015 εργάστηκε στην ενάγουσα από όπου έφυγε το 2016. Ανέφερε ότι τώρα εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος σε εταιρεία η οποία ασχολείται με αναδιαρθρώσεις δανείων και μελέτες ως οικονομικοί σύμβουλοι. Ο πιο πάνω μάρτυρας ανέφερε ότι γνωρίζει τον εναγόμενο αρ.1 από την σχέση του με την Emporiki Bank - Cyprus Ltd και στη συνέχεια με την Alpha Bank Cyprus Ltd και στη συνέχεια ανάφερε ότι έχει γνώση για το επίδικο δάνειο γιατί είχε χειριστεί αυτός στη συνέχεια τις δανειοδοτήσεις που του παρασχέθηκαν. Ο μάρτυς ανέφερε ότι ο ίδιος προσωπικά υπόγραψε ως μάρτυρας την συμπληρωματική συμφωνία ημερ.17.07.2009 του επίδικου δανείου (Τεκμ. 10), για την οποία ανάφερε ότι την υπόγραψαν τόσο ο εναγόμενος αρ. 1 όσο και οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 και σύμφωνα με την πιο πάνω συμφωνία και συγκεκριμένα την παράγραφο 4 αυτής, τα μέρη έχουν συμφωνήσει όπως η διάρκεια του Βασικού Επιτοκίου (Euribor/Libor) της Συμφωνίας τροποποιηθεί από 3 MONTH EURIBOR + 4% σε 8,5% ΚΥΜΑΙΝΟΜΕΝΟ = (BEX EΜΠΟΡΙΚΗΣ 5% + 3,5% ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ) ΚΥΜΑΙΝΟΜΕΝΟ. Στη συνέχεια ο πιο πάνω μάρτυς ανάφερε ότι στα 15 χρόνια που εργάστηκε τόσο στην Emporiki Bank - Cyprus Ltd και στην συνέχεια στην Alpha Bank Cyprus Ltd, οι ως άνω δύο τράπεζες δύο φορές το χρόνο για υποθέσεις που αφορούσαν δάνεια έστελναν καταστάσεις λογαριασμού στους πρωτοφειλέτες, καταστάσεις στις οποίες αναγραφόταν τόσο το υπόλοιπο όσο και το ύψος του επιτοκίου. Αναφέρθηκε στα Τεκμ.11 που είναι οι επιστολές με ημερομηνία 18.05.2011 τις οποίες απέστειλε η ενάγουσα στον εναγόμενο αρ.1 ως πρωτοφειλέτη και στους εναγόμενους αρ. 2 και 3 ως εγγυητές. Ο μάρτυς αυτός επιβεβαίωσε την συστημένη αποστολή των πιο πάνω επιστολών, τις οποίες όπως ανάφερε υπόγραψε και ο ίδιος. Στη συνέχεια ο μάρτυς ανάφερε ότι στο Τεκμ. 12, δηλαδή στην επιστολή ημερομηνίας 29.06.2011 που στάλθηκε από την Emporiki Bank - Cyprus Ltd στον εναγόμενο αρ. 2 υπό την ιδιότητα του ως ενυπόθηκος οφειλέτης υπάρχει η υπογραφή του και ότι η επιστολή αυτή έχει αποσταλεί με συστημένο ταχυδρομείο. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις επιστολές με ημερομηνία 28.07.2011 (Τεκμ. 13) τις οποίες απέστειλε η ενάγουσα στον εναγόμενο αρ.1 ως πρωτοφειλέτη και στους εναγόμενους αρ. 2 και 3 ως εγγυητές. Ο μάρτυς αυτός επιβεβαίωσε τη συστημένη αποστολή των πιο πάνω επιστολών ημερομηνίας 28.07.2011, επιστολές τις οποίες όπως ανάφερε υπόγραψε και ο ίδιος. Οι ως άνω επιστολές (Τεκμ. 13), αφορούσαν το τερματισμό του επίδικου δανείου. Ανάφερε ότι στο Τεκμ. 14, δηλαδή στην επιστολή ημερομηνίας 28.07.2011 που στάλθηκε από την Emporiki Bank - Cyprus Ltd στον εναγόμενο αρ.2 υπό την ιδιότητα του ως ενυπόθηκος οφειλέτης υπάρχει η υπογραφή του και ότι η επιστολή αυτή έχει αποσταλεί με συστημένο ταχυδρομείο. Σε όλες τις επιστολές των Τεκμ.11, 12, και 13 υπάρχει αυτοκόλλητη απόδειξη του Ταχυδρομείου περί της αποστολής τους. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι είναι πτυχιούχος οικονομικών και εργαζόταν ως Λειτουργός Δανειοδοτήσεων και στην συνέχεια Λειτουργός Καθυστερήσεων. Δεν είχε συμμετοχή στην κατάρτιση της αρχικής δανειοδότησης. Εξήγησε ότι ήταν πρακτική της Τράπεζας να αποστέλλει καταστάσεις λογαριασμού αλλά δεν ήταν ο ίδιος αρμόδιος για την αποστολή αλλά αυτή η εργασία γινόταν από άλλο πρόσωπο. Παρόμοια με τους προηγούμενους μάρτυρες κρίνω και τον ως άνω μάρτυρα του οποίου τη μαρτυρία αποδέχομαι στην ολότητα της και τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα μου. Η μαρτυρία του μάρτυρος παρουσίαζε συνοχή και ήταν άμεσα συνυφασμένη με την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε αλλά και με τη προσωπική του εμπλοκή κατά τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων. Ο μάρτυς γνώριζε όλες τις πτυχές που χαρακτηρίζουν την υπόθεση, η μαρτυρία του ήταν σταθερή και με βεβαιότητα απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του χωρίς αμφιταλαντεύσεις. Μελετώντας τη μαρτυρία του μάρτυρος δεν διέκρινα ότι υπήρξε οποιαδήποτε επί της ουσίας αμφισβήτηση της. Η κα Κουρσάρου (ΜΕ4), είναι υπεύθυνη του Κλάδου Μεταβιβάσεων και Υποθηκών του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Ανέφερε ότι η επίδικη υποθήκη όπου ενυπόθηκος οφειλέτης είναι ο εναγόμενος 2 για τον οποίο υπέγραψε ο εναγόμενος 1 βάσει πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο σήμερα έχει ανακληθεί και ενυπόθηκος δανειστής η ενάγουσα Αlpha Bank Cyprus Ltd. Η υποθήκη έχει εκτελεσθεί με τον καθόλα νόμιμο τρόπο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και ότι έχει ακολουθηθεί η καθόλα νόμιμη διαδικασία για τον καταρτισμό της, διαδικασία την οποία και εξήγησε. Ανέφερε ότι αφού ακολουθήθηκε η ορθή και νόμιμη διαδικασία, σύμφωνα με τα αρχεία και έγγραφα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, δικαιούχος της επίδικης υποθήκης είναι πλέον η Alpha Bank Cyprus Limited. Κατά την εγγραφή της εξήγησε κατά την αντεξέτασή της ήταν η ίδια παρούσα ως υπεύθυνη του Κλάδου και τα έγγραφα φέρουν και την υπογραφή της. Η υποθήκη αφορούσε το ποσό των €700.000,00 και η εξάλειψη της δεν είναι ζήτημα που αφορά το κτηματολόγιο και είναι η τράπεζα που προσκομίζει συγκεκριμένο έντυπο υπογεγραμμένο από την τράπεζα οπότε ως κτηματολόγιο προχωρούν στην εξάλειψη της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αντικειμενική και όσα ανέφερε αντικατοπτρίζουν την διαδικασία εγγραφής της επίδικης υποθήκης η οποία εξακολουθεί να ισχύει και ότι η διαδικασία εγγραφής της έγινε νομότυπα ως είναι και το εύρημα μου. Πριν την παράθεση της μαρτυρίας της Υπεράσπισης κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα έντυπο με τις διακυμάνσεις/ μεταβολές του Euribor για την επίδικη περίοδο το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμ. 16. Το περιεχόμενο του ως άνω τεκμηρίου δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός με την επιφύλαξη εκ μέρους της ενάγουσας ότι λαμβανόταν υπόψη σύμφωνα με την μαρτυρία του κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1) το ισχύον Euribor δύο εργασίμων ημερών προηγουμένως και αν μεσολαβούσε Σαββατοκύριακο τότε ίσχυε το Euribor της προηγούμενης Παρασκευής. Η Γραπτή Δήλωση του Νικόλα Μακρή η οποία κατατέθηκε στα πλαίσια της της Αγωγής 5812/2012 Ε.Δ. Λεμεσού στις 12.03.2018 σημειώθηκε ως Τεκμ. 17. Η Γραπτή Δήλωση της Μαρίας Παντελή στις 12.03.2018 στα πλαίσια της Αγωγής 5812/2012 Ε.Δ. Λεμεσού και ως Τεκμ. 18 και τα πρακτικά που τηρήθηκαν στις 27.02.2018 στα πλαίσια της Αγ. 5812/2012 Ε.Δ. Λεμεσού ως Τεκμ. 19 όπου σχετικές είναι οι σελ. 6 και 7 χωρίς αποδοχή του περιεχομένου τους εκ μέρους της ενάγουσας. Στην ως άνω υπόθεση ως εναγόμενοι 2,3 και 4 εμφαίνονται οι ίδιοι οι εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή. Για την πλευρά της Υπεράσπισης κατάθεσε ο κ. Παναγιώτου (ΜΥ1), ο οποίος εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και ο οποίος κατάθεσε το Τεκμ. 20 που είναι αντίγραφα των εγγράφων που είχαν καταχωρηθεί στο φάκελο της επίδικης υποθήκης σε μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι το 2015, και αφορούν έγγραφα της διαδικασίας της έκδοσης του Διατάγματος για επικύρωση του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης των δύο Τραπεζών και κατά συνέπεια του ενυπόθηκου πιστωτή και της εγγραφής του στη συνέχεια στο κτηματολόγιο. Κατά την αντεξέτασή του, παρόλο ότι δεν ήταν ο σκοπός της παρουσίας του στο Δικαστήριο να παράσχει μαρτυρία σε σχέση με την εγγραφή της επίδικης υποθήκης εντούτοις επικαλούμενος την εμπειρία του όταν ρωτήθηκε επί τούτου ουσιαστικά επιβεβαίωσε τα όσα είχε αναφέρει και η κα Κουρσάρου (ΜΕ4), για τη διαδικασία που ακολουθείται στο κτηματολόγιο κατά την εγγραφή μιας υποθήκης. Αποδέχομαι επίσης την μαρτυρία του μάρτυρος κ. Παναγιώτου (ΜΥ1) αφού σε κανένα σημείο της δεν αμφισβητήθηκε. Ουσιαστικά με την μαρτυρία του επιβεβαίωσε τα όσα ανάφερε η κα Κουρσάρου (ΜΕ4), και επίσης επιβεβαίωσε την εγκυρότητα της επίδικης υποθήκη και ότι δικαιούχος της είναι η Alpha Bank Cyprus Limited. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών στις αγορεύσεις τους υποστήριξαν με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες τις εκατέρωθεν θέσεις. Προέβησαν σε ανάλυση της μαρτυρίας κατά πως βέβαια ο καθένας την αντιλήφθηκε. Ο μεν συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκαν οι αξιώσεις της όπως αυτές προσδιορίστηκαν από την μαρτυρία που παρουσίασε και από την άλλη ότι η Υπεράσπιση δεν παρουσίασε καμιά μαρτυρία που να υποστηρίζει τις θέσεις της ούτε και η ανταπαίτησή της αποδείχθηκε κατά τον προσήκοντα τρόπο. Από την άλλη, από πλευράς Υπεράσπισης ο συνήγορος των εναγόμενων εισηγήθηκε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι έχει αποτύχει η πλευρά της ενάγουσας να αποδείξει την ύπαρξη οφειλής σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης ή και δεν αποδείχθηκε τέτοια οφειλή ως αποτέλεσμα παραβίασης των όρων της συμφωνίας, επίσης η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την κατάρτιση και ή τη σύναψη και ή την κατάθεση έγκυρης και ή νόμιμης υποθήκης και δεν απέδειξαν ότι νομίμως απέκτησαν τα δικαιώματα ενυπόθηκου δανειστή. Επιπρόσθετα εξέφρασαν τη θέση ότι οι επίδικες εγγυήσεις των εναγόμενων 2 και 3 είναι άκυρες ή και δέον όπως ακυρωθούν από το Δικαστήριο. Όπου απαιτηθεί στη συνέχεια θα γίνει ειδικότερος σχολιασμός σημείων από αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Η παρούσα υπόθεση είναι αστικής φύσεως διαφορά όπου τα αμφισβητούμενα γεγονότα θα πρέπει να αποδεικνύονται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης σύμφωνα με την πάγια νομολογία σε αστικές υποθέσεις το φέρει από την μια η ενάγουσα όσον αφορά τις αξιώσεις της και από την άλλη οι εναγόμενοι όσον αφορά την ανταπαίτηση τους. Η κάθε πλευρά έχει την υποχρέωση να προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη των αξιώσεων της. Η ενάγουσα οφείλει με ικανοποιητική και επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία να αποδείξει σε τέτοιας φύσης υποθέσεις τα ακόλουθα: (α) Ότι συνάφθηκε μεταξύ του εναγόμενου 1 έγκυρη σύμβαση παροχής σε αυτόν δανείου. (β) Ότι καταβλήθηκε, εκταμιεύθηκε το ποσό του δανείου προς τον εναγόμενο 1. (γ) Ότι συνάφθηκε η σύμβαση εγγύησης μεταξύ της και των εναγόμενων 2 και 3 για τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 όπως αυτές απορρέουν από τη σύβαση δανείου. (δ) Ότι υπήρξε παράβαση των όρων της σύμβασης δανείου και ότι ήταν δικαιολογημένος ο τερματισμός της. (ε) Ότι οι εναγόμενοι 1,2 και 3 ειδοποιήθηκαν για την μη πληρωμή των οφειλόμενων δόσεων και τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου. (στ) Ότι υπάρχει χρέος οφειλόμενο από τον εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη και τους εναγόμενους 2 και 3 ως εγγυητών του δυνάμει της σύμβασης εγγύησης αλλά και της σύμβασης υποθήκης (από τον εναγόμενο 2) προς την ενάγουσα και το ύψος αυτού, δυνάμει της επίδικης σύμβασης. Από την πλευρά τους δε οι εναγόμενοι οφείλουν και έχουν το βάρος να αποδείξουν ως προς την Ανταπαίτηση τους ότι η επίδικη σύμβαση εγγύησης και υποθήκης είναι άκυρη. Ως προς το υπόλοιπο του εκάστοτε λογαριασμού το οποίο απαιτεί δυνάμει της σύμβασης δανείου η απόδειξη θα πρέπει να γίνεται με την κατάθεση αναλυτικών καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού στις οποίες να φαίνονται με επαρκή λεπτομέρεια οι χρεοπιστώσεις στο επίδικο λογαριασμό αλλά και ο τρόπος υπολογισμού του τόκου έτσι ώστε να είναι δυνατή η κατάληξη μετά βεβαιότητας ως προς το πως προκύπτει το υπόλοιπο του λογαριασμού αλλά και τι περιλαμβάνει αυτό (βλ. D. & G. Products Ltd v. Premixco Asphaliding Co. Ltd,

(1999)1 AAΔ 263 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Σταυρινού
(2005)1(B) ΑΑΔ 1390). Η δε απόδειξη επακριβώς του ποσού που απαιτεί η ενάγουσα είναι βέβαια δική της υποχρέωση (βλ. Γρηγορίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2010)1(B) ΑΑΔ 846). Σύμφωνα με τη νομολογία μας είναι η υποχρέωση της εκάστοτε τράπεζας να αποδείξει τα δέοντα στον απαιτούμενο βαθμό και όχι υποχρέωση του εναγόμενου να αποδείξει τα αντίθετα (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.,
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 829). Η ενάγουσα τράπεζα εν προκειμένω είχε την υποχρέωση να αποδείξει την κατάρτιση της σύμβασης και αργότερα της τροποποιητικής της, το υπόλοιπο του λογαριασμού που ανοίχθηκε προς τον σκοπό αυτό, την εγγραφή της υποθήκης και τον νόμιμο τερματισμό της σύμβασης δανείου. Εξετάζοντας το δικόγραφο της Υπεράσπισης των εναγόμενων διαπιστώνω ότι αυτοί ελάχιστους ισχυρισμούς της ενάγουσας αρνήθηκαν. Σύμφωνα με την τροποποιημένη Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι παραδέχονται τις παραγράφους 1, 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης της ενάγουσας και εν μέρει την παράγραφο 4 αυτής. Σε σχέση με τις παραγράφους 5, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16 και 17 της Έκθεσης Απαίτησης περιορίζονται στην παράθεση της στερεότυπης φράσης «οι εναγόμενοι δεν παραδέχονται τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαιτήσεως και καλούν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους». Η πλευρά των εναγόμενων δεν παρουσίασε μαρτυρία ούτε και υποβλήθηκαν στους μάρτυρες που παρουσίασε η ενάγουσα οτιδήποτε που να διαφοροποιούσε την εικόνα που παρουσιάζεται στην Έκθεση Απαιτήσεως αλλά και στη μαρτυρία που αυτή προσκόμισε. Μελετώντας την Έκθεση Υπεράσπισης, το μόνο που αναφέρουν οι εναγόμενοι με κάποια λεπτομέρεια στην παράγραφο 3 είναι ότι ο όρος της παραγράφου 4(δ) της Έκθεσης Απαίτησης είναι καταχρηστικός, παράνομος, άκυρος και ανεφάρμοστος ή/και συνιστά ποινική ρήτρα που είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη. Επίσης τα μοναδικά σημεία που αμφισβητούν οι εναγόμενοι είναι την παράγραφο 6 α της Έκθεσης Απαίτησης, δηλαδή ότι η επίδικη εγγύηση είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη και ως επίσης την παράγραφο 6 β της Έκθεσης Απαίτησης ότι η επίδικη υποθήκη είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη γιατί σύμφωνα με αυτούς η δήλωση υποθήκης ή/και η σύμβαση υποθήκης καταρτίστηκαν κατά παράβαση ή/και καθ' υπέρβαση των προνοιών της Περί Υποθηκών Νομοθεσίας και περαιτέρω ο εναγόμενος αρ.2 ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ο ίδιος εξουσιοδότησε τον εναγόμενο αρ.1 να παραχωρήσει την επίδικη Υποθήκη. Επίσης οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την παράγραφο 6(γ) της Έκθεσης Απαίτησης και ανάφεραν ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο είναι παράνομο, άκυρο και ανεφάρμοστο. Είναι δε γεγονός ότι πλείστοι εκ των πιο πάνω ισχυρισμών των εναγόμενων προβλήθηκαν κατά τρόπο γενικό και αόριστο ούτε και προσκόμισαν κατά την παράθεση της μαρτυρίας τέτοια μαρτυρία που θα μπορούσε να ανατρέψει την μαρτυρία για όλα αυτά την οποία προσκόμισε η πλευρά της ενάγουσας. Αντίθετη είναι η αντίληψη που αποκόμισα ότι δηλαδή ουσιαστικά εγκατέλειψαν αυτούς τους ισχυρισμούς τους. Σε κάθε περίπτωση, όπου υποβλήθηκαν σε μάρτυρες της ενάγουσας αντίθετοι ισχυρισμοί και/ή θέσεις, αυτές απαντήθηκαν εμπεριστατωμένα και με πειστικό τρόπο και σε παραπομπή στις έγγραφες συμφωνίες που είχαν συναφθεί. Συγκεκριμένα όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγόμενων ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο είναι παράνομο, άκυρο και ανεφάρμοστο και ότι ο εναγόμενος αρ.2 ουδέποτε εξουσιοδότησε τον εναγόμενο αρ.1 να παραχωρήσει την επίδικη υποθήκη, καθ' όλη την ακροαματική διαδικασία παρατηρώ ότι ουδέποτε αναφέρθηκε κάτι τέτοιο από τους εναγόμενους, οι οποίοι σημειώνω δεν προσήλθαν ενώπιον του δικαστηρίου για να καταθέσουν σχετικά και να ανατρέψουν τη σχετική μαρτυρία που προσφέρθηκε από την ενάγουσα και ούτε επίσης όταν οι μάρτυρες της ενάγουσας κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1), κα Παντελή (ΜΕ2) και κα Κουρσάρου(ΜΕ4) αναφέρθηκαν στην επίδικη υποθήκη και πληρεξούσιο, σε καμιά περίπτωση υποβλήθηκε σε αυτούς από τον δικηγόρο των εναγόμενων κατά την αντεξέταση τους ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο είναι παράνομο, άκυρο και ανεφάρμοστο και ότι ουδέποτε ο εναγόμενος αρ.2 εξουσιοδότησε τον εναγόμενο αρ.1 να παραχωρήσει την επίδικη Υποθήκη. Επίσης κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τους εναγόμενους που να υποστηρίζει την θέση τους ότι η επίδικη εγγύηση ήταν παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη και ότι ο όρος 4 της παραγράφου 4(δ) της Έκθεσης Απαίτησης είναι καταχρηστικός, παράνομος και ανεφάρμοστος ή/και συνιστά ποινική ρήτρα που είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη και ούτε τέτοια θέση είχε υποβληθεί κατά την αντεξέταση από τον δικηγόρο των εναγόμενων. Από την άλλη η ενάγουσα παρουσίασε όσα έγγραφα ήταν αναγκαία προς απόδειξη της υπόθεσης της αλλά και προφορική μαρτυρία για υποστήριξη της και απόσειση του βάρους απόδειξης από τους ώμους της. Δεν υπήρξε αμφισβήτηση της πλην ενός σημείου στο οποίο όπως ανέφερα και πιο πάνω αντεξετάστηκε ο κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1). Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι ο επίδικος λογαριασμός δεν χρεωνόταν με το σωστό Euribor, σημείο βέβαια το οποίο ο κ. Χριστοφόρου επεξήγησε με το δέοντα τρόπο. Συγκεκριμένα ο δικηγόρος των εναγόμενων κατά την αντεξέτασή του υπέβαλε ότι το Euribor με το οποίο χρέωνε η ενάγουσα τον επίδικο λογαριασμό ήταν λανθασμένο και συγκεκριμένα πιο ψηλό. Ο μάρτυς αντέτεινε σε αυτόν τον ισχυρισμό ότι ο λόγος που εμφανιζόταν η διαφορά στις συγκεκριμένες ημερομηνίες που του υποδείχθηκαν από τα εκάστοτε ισχύοντα ποσοστά αυτού του επιτοκίου, οφειλόταν στο γεγονός ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε και ούτε είχε τη δυνατότητα τις συγκεκριμένες ημέρες να γνώριζε το ύψος του Euribor αλλά έπρεπε να ανατρέξει στο Euribor το οποίο ίσχυε δύο εργάσιμες ημέρες προηγουμένως όπως ήταν η πρακτική που ακολουθούσε η ενάγουσα. Αποδέχομαι την πιο πάνω εξήγηση. Σε άλλο κατάλληλο σημείο της απόφασης μου στη συνέχεια θα γίνει περαιτέρω αναφορά στο ζήτημα αυτό. Στην υπόθεση Π.Ε. αρ. 32/2011 Γιώργος Χαραλάμπους v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ημερ.3.03.2016 στη σελ.8, λέχθηκε ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί στην Υπεράσπιση (για υπερχρεώσεις και τρόπο υπολογισμού τόκου) για αμφισβήτηση του χρεωστικού υπολοίπου δεν αρκούν. Επίσης στην Π.Ε. αρ.60/2011 Γλαύκος Μιχαηλίδης κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ.12.07.2016, σελ. 8, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Θα συμφωνήσουμε με το Πρωτόδικο Δικαστή ότι οι εν λόγω αναφορές ενέχουν έκδηλα το στοιχείο της γενικότητας χωρίς την παράθεση οποιωνδήποτε λεπτομερειών οι οποίες θα προσέδιδαν, αφ' ενός την βάση για τεκμηρίωση καλής Υπεράσπισης και αφ' ετέρου, την δυνατότητα στο Πρωτόδικο Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για να παραχωρήσει την δυνατότητα καταχώρησης Υπεράσπισης και προώθησης της υπόθεσης για δίκη». Στην επίδικη συμφωνία δανείου ισχύουν οι πρόνοιες του περί Ελευθεροποιήσεως του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν. 160(Ι)/1999) και σύμφωνα με τον όρο 3 της επίδικης συμφωνίας, δηλαδή το Τεκμ. 3 η ενάγουσα είχε το δικαίωμα μέσα στα επιτρεπόμενα από το νόμο πλαίσια να μεταβάλλει το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας και/ή οποιοδήποτε άλλο επιτόκιο και τα περιθώρια. Η ενάγουσα με συστημένες επιστολές της ημερ.18.05.2011 που απέστειλε σε όλους τους εναγόμενους (Τεκμ. 11) και ως επίσης με συστημένη επιστολή που απέστειλε στον ενυπόθηκο οφειλέτη εναγόμενο αρ. 2 (Τεκμ. 12), γνωστοποίησε σ' αυτούς ότι το επιτόκιο τόσο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού όσο και του επίδικου δανείου ανερχόταν σε 15,50%. Επίσης η ενάγουσα με συστημένες επιστολές τερματισμού ημερ. 28.07.2011 που απέστειλε σε όλους τους εναγόμενους (Τεκμ. 13) γνωστοποίησε σ' αυτούς ότι από τις 28.07.2011 ημερομηνία τερματισμού, το επιτόκιο ανερχόταν σε 16%. Στην υπόθεση Αντώνης Κόμπος v. Universal Bank Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ.194 στην σελ.3 και 7 αναφερθήκαν τα πιο κάτω: «Εξετάσαμε τους αντίστοιχους ισχυρισμούς. Έχουμε προσέξει ότι η αύξηση του επιτοκίου σε 12,5% άρχισε από τις 6/10/2002 όπως πληροφορήθηκαν οι εφεσείοντες με την επιστολή τερματισμού ημερ.27/9/2002 (τεκμ.9) και όπως επαναλήφθηκε με τις επιστολές ημερ.20/11/2002 προς τους εγγυητές του εφεσείοντα, Κοσμά Κόμπο και Διαμιανό Κόμπο, τεκμ. 10 και 11 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τους όρους των σχετικών συμφωνιών οι τόκοι υπολογιζόνταν καθημερινά και κεφαλοποιούνταν κάθε εξάμηνο ήτοι κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και με τα όσα αναφέρθηκαν από την πλευρά των εφεσιβλήτων, οδήγησαν στο τελικό οφειλόμενο υπόλοιπο όπως φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού τεκμ. 18 και 19. Αντίθετη μαρτυρία από πλευράς του εφεσείοντα δεν υπήρχε. Στον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν.160
(1)/1999) δεν υπάρχει απαγόρευση (όπως υπήρχε στην προηγούμενη περί τόκου Νομοθεσία) σχετικά με το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου, φτάνει να συμφωνήσει με αυτό το πρόσωπο που λαμβάνει το δάνειο. Όπως ορθά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, αυτό το δέχθηκαν οι Εφεσείοντες κατά τη σύναψη των δύο συμφωνιών. Δεν παρατέθηκε οποιαδήποτε αυθεντία από πλευράς του Εφεσείοντος που να υποστηρίζει την θέση του ότι ο καθορισμός του επιτοκίου στο 12,50% από τις 6/10/02 και μετά, είναι παράνομος , επειδή έγινε με την ίδια επιστολή που τερματίζονταν οι σχετικές συμφωνίες». Στην υπόθεση Π.Ε. αρ.173/2011 Αντώνης Κόμπος v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω στη σελ. 7: «Όταν έγινε η συμφωνία το ανώτατο επιτόκιο με το Ν.2/97 ήταν 9%. Τα επιτόκια ελευθεροποιήθηκαν από 1/1/2001 με το Ν.160
(1)/
  1. Δεν υπάρχει πλέον απαγόρευση σχετικά με το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου. Προκύπτει ευχέρεια των πιστωτικών ιδρυμάτων για αλλαγή στο επιτόκιο νοουμένου ότι θα ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση. Οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας να τροποποιήσουν το επιτόκιο μέχρι το επιτρεπόμενο νόμιμο επιτόκιο. Στην προκειμένη περίπτωση η κα Τ. Θεμιστοκλέους ανέφερε ότι με ανακοινώσεις οι Ενάγοντες κοινοποίησαν την αύξηση του επιτοκίου ( βλ. τεκμ. 8 μέχρι 18). Περαιτέρω με τον τερματισμό της συμφωνίας ( Τεκμ.19) οι Ενάγοντες μεταξύ άλλων κοινοποιούσαν ότι ο λογαριασμός θα επιβαρύνεται με επιτόκιο 11,5% (σχετικές είναι οι αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ, Πολιτική΄Εφεση αρ.163/2006, ημερ.5/5/2009 και Κόμπου v. Universal Bank Ltd, Πολιτική ΄Εφεση αρ.340/2006 ημερ.27/2/2009). Συνεπώς κα πάλιν η σχετική εισήγηση του συνηγόρου του εναγομένου δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται». Είναι δε γεγονός ότι η τροποποίηση που επήλθε στον ως άνω Νόμο 160 (Ι)/1999 με τον Νόμο 141(Ι)/14 δια του οποίου περιορίζεται ο τόκος υπερημερίας σε ανώτατο ποσοστό 2%, δεν αφορά την επίδικη συμφωνία δανείου, καθότι αυτή καταρτίστηκε τις 04.08.2008 και τερματίσθηκε με επιστολές της ενάγουσας ημερ. 28.07.2011 (Τεκμ. 13) πριν δηλαδή την εφαρμογή του ως άνω τροποποιητικού νόμου. Όπως αναφέρθηκε στην Π.Ε. αρ.386/2010, ημερ.15.11.2016, σελ.8 και 9
  2. Σταύρος Ξιούρουππας κ.ά v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ο ως άνω νόμος καλύπτει συμφωνίες που τερματίστηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του τροποποιητικού Νόμου 141(Ι)/14 που ήταν 9.09.2014 και ο ως άνω Νόμος 141
(1)/14 δεν έχει αναδρομική ισχύ. Επίσης στην πιο πάνω απόφαση αναφερθήκαν τα πιο κάτω:- «Είναι λοιπόν σαφές ότι ο Νόμος δεν είχε οποιαδήποτε αναδρομική ισχύ σε προηγηθείσες συμβάσεις. Έτσι στο βαθμό που ο νομοθέτης ήθελε να καλύψει προηγηθείσες συμβάσεις και να διαφοροποιήσει ενδεχομένως την υφιστάμενη νομολογία, το έπραξε για όλες τις συμφωνίες μετά τις 9/9/2014 ή σε αυτές που βρίσκονταν ακόμη σε ισχύ έστω και αν είχαν συνομολογηθεί προηγουμένως. Συνεπώς δεν εφαρμόζεται η τροποποίηση στα επίδικα γεγονότα εφόσον οι προαναφερθείσες συμφωνίες τερματίστηκαν με σχετικές ειδοποιήσεις της τράπεζας στις 2/4/
  1. Αυτή η θέση είναι ορθή, πλην όμως αφ' ενός ο Νόμος μη καθορίζοντας ανώτατο επιτόκιο άφησε το θέμα να καθορίζεται ελευθέρως και αφ' ετέρου παραγνωρίζει ότι η ίδια μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περιλάμβανε και τη δυνατότητα η Τράπεζα να αυξομειώνει το επιτόκιο εκτός από το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές πρόνοιες και διαζευκτικά ανάλογα με τις εκάστοτε κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή την τραπεζική πρακτική. Οι συμφωνίες δεν αμφισβητήθηκαν ότι υπογράφηκαν και ότι οφείλονταν ποσά εξ ου και νομίμως τερματίστηκαν». Στην πρόσφατη απόφαση του κ. Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. στην αγωγή 2536/2009 Ε.Δ. Λευκωσίας Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. ARCHIMIDES & PAVLOS PARASKEVAIDES LTD κ.α., σελ.6, 7, 12, 13 επεξηγείται πλήρως και με κάθε λεπτομέρεια για πιο λόγο δεν έχει εφαρμογή ο τροποποιητικός Νόμος 141(Ι)/ 2014 για τις συμβάσεις που έχουν τερματιστεί πριν τις 9.09.
  2. Τα όσα κατέγραψε ο αδελφός Δικαστής υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου. Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας και της νομολογίας επί του ζητήματος βρίσκω ότι ο υπολογισμός του τόκου όπως αυτός αξιώνεται έγινε σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα και εντός του νομοθετικού πλαισίου που διέπει το ζήτημα. Tα Τεκμ. 11, δηλαδή την προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 18.05.2011, το Τεκμ. 12, δηλαδή η επιστολή προς τον εναγόμενο αρ. 2 ενυπόθηκο οφειλέτη ημερομηνίας 29.06.2011, το Τεκμ. 13, δηλαδή επιστολές τερματισμού προς τους εναγόμενους 1, 2 και 3 και Τεκμ. 14, δηλαδή η επιστολή προς τον εναγόμενο αρ. 2 ενυπόθηκο οφειλέτη, κατά την ακροαματική διαδικασία δεν τέθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός εκ μέρους των εναγόμενων ότι δεν απεστάλησαν οι πιο πάνω επιστολές, δηλαδή ουσιαστικά αποδέχτηκαν την αποστολή τους. Τόσο ο κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1) όσο και ο κ. Χαραλάμπους (ΜΕ3) οι οποίοι αμφότεροι αναφέρθηκαν στην επιστολή των πιο πάνω επιστολών σε καμία περίπτωση αντεξετάστηκαν επ' αυτού του σημείου από τον δικηγόρο των εναγόμενων. Ο κ. Χαραλάμπους (ΜΕ3) κατά την κατάθεση του ανάφερε ότι ο ίδιος μαζί με κάποιον άλλο συνάδελφο του υπογράψαν τις πιο πάνω επιστολές και είχαν σταλεί από την ενάγουσα στους εναγόμενους με συστημένη επιστολή και μάλιστα όπως ανέφερε το γεγονός ότι οι πιο πάνω επιστολές δηλαδή τα τεκμήρια 11, 12, 13 και 14 είχαν σταλεί με συστημένη επιστολή φαίνεται από την σχετική σφραγίδα του ταχυδρομείου που φαίνεται επί των ως άνω επιστολών. Οι πιο πάνω επιστολές δηλαδή τα Τεκμ. 11, 12, 13 και 14 έχουν σταλεί όπως φαίνεται και σε αυτές εις την διεύθυνση Γωνία Αγίας Ειρήνης & Μιχαλάκη Παρίδη 3091, Λεμεσός, δηλαδή στην διεύθυνση που αναγράφεται και εις την επίδικη σύμβαση δανείου (Τεκμ. 3 και 4), δηλαδή επιστολές προς τους εναγόμενους 2 και 3 ημερομηνίας 23.07.2008, Τεκμ. 5 δηλαδή Σύμβαση εγγύησης των εναγόμενων 2 και 3, Τεκμ. 6 δηλαδή την επίδικη υποθήκη, Τεκμ. 7 το ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμ. 8 δηλαδή επιστολή προς τον εναγόμενο 1 ημερομηνίας 13.07.2009, Τεκμ. 10 δηλαδή τη Συμπληρωματική Συμφωνία ημερομηνίας 17.07.
  3. Σύμφωνα με τη νομολογία μας αφ' ης στιγμής οι επιστολές αυτές στάλθηκαν στη διεύθυνση που αναγραφόταν στη Συμφωνία και δεν επιστράφηκαν ενεργοποιείται το τεκμήριο της ορθής παραλαβής τους από το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΜΠΟΥ v. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ (Π.E. 173/2011) ημερομηνίας 27.04.2016, ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ v. ΛΑΜΠΡΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ κ.ά.
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 479, BARCLAYS BANK PLC v. JGL (CONSTRUCTIONS) LTD κ.ά.
(2000)1Γ Α.Α.Δ.1726, σελ.1733, ΑΝΔΡΕΟΥ v. P & D CRYSTAL LINE CO. LTD
(2001)1 A.A.Δ.1521, THEODOROU v. ABBOT OF KYKKO MONASTERY
(1965)1 C.L.R. 9, 18, ΠΙΤΤΑΚΑ v. Γ&Β ΧΑΤΖΗΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΤΔ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, 1906-7). Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι σύμφωνα με τη δοθείσα επί του θέματος μαρτυρία ότι όλες οι επιστολές αποστάλθηκαν στους εναγόμενους στην διεύθυνση τους και κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο κάτι που καθίσταται εύρημα μου. Στην πρόσφατη υπόθεση EMPORIKI BANK CYPRUS LIMITED v. EVEROCEAN SHIPPING LIMITED κ.α. Πολ. Αγωγή με αρ. 5893/2012 ημερ.18.02.2019, σελ.26, ο κ. Χ. Μαλαχτός, Π (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα πιο κάτω: «Από την μαρτυρία του προκύπτει ότι για να βρίσκεται κολλημένη αυτοκόλλητη απόδειξη αποστολής με συστημένο ταχυδρομείο πάνω σε ένα αντίγραφο επιστολής, σημαίνει ότι η επιστολή παραλήφθηκε από το ταχυδρομείο για να αποσταλεί συστημένη και παραδόθηκε η αυτοκόλλητη απόδειξη στον υπάλληλο της Τράπεζας που προέβηκε στην «ταχυδρόμηση» ως απόδειξη του γεγονότος. Είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία του Αγαθοκλέους σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 35 που είναι τα φωτοαντίγραφα των προειδοποιητικών επιστολών με επικολλημένη στο κάθε ένα την αυτοκόλλητη απόδειξη αποστολής της επιστολής, συνιστά, ικανοποιητική μαρτυρία που αποδεικνύει ότι οι προειδοποιητικές επιστολές ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους στις διευθύνσεις που αναγράφονται σε αυτές». Επομένως καθίσταται εύρημα μου ότι οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση και της παράβασης των όρων της συμφωνίας τους με την μη καταβολή έγκαιρα των συμφωνηθέντων δόσεων τους όσο και του τερματισμού της σύμβασης. Σε σχέση ειδικότερα με το ζήτημα του τερματισμού της σύμβασης (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd κ.ά. ημερ. 02.10.2015 ΠΕ 84/2009, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479, Latifundia Properties Ltd v. Ψακή
(2003)1 ΑΑΔ 670 και Πιττάκας v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895 αλλά και με μια άλλη διάσταση ως προς το ζήτημα την Έλληνας κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε. αρ. 87/2013 ημερ. 03.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A503 όπου κρίθηκε ότι η καταχώρηση αγωγής από μόνη της μπορεί να θεωρηθεί και ως τερματισμός της σύμβασης). Ο κ. Χριστοφόρου κατά την αντεξέτασή του σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.15) και το θέμα του τραπεζικού βιβλίου, ανάφερε ότι ο ίδιος είναι πολύ καλός γνώστης της υπόθεσης και ανέφερε τα ακόλουθα: «Όλες οι εγγραφές που παρουσιάζονταν εις στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, δηλαδή το Τεκμήριο 15, έχουν ελεγχθεί και συγκριθεί με τις εγγραφές του τραπεζικού βιβλίου της Emporiki Bank- Cyprus Ltd και αυτές ήταν ορθή αντιγραφή/ αναπαραγωγή των αρχικών καταχωρήσεων από το τραπεζικό βιβλίο της Emporiki Bank- Cyprus Ltd στο τραπεζικό βιβλίο της Alpha Bank Cyprus Ltd». Ο κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1) και ως πρώην υπάλληλος στην Emporiki Bank - Cyprus Ltd και μεταγενέστερα της Alpha Bank Cyprus Ltd και από τη θέση του ως λειτουργός του τμήματος παρακολούθησης ρυθμίσεων και δικαστικών υποθέσεων τόσο στην Emporiki Bank - Cyprus Ltd όσο και στην Alpha Bank Cyprus Ltd και γνώστης της επίδικης υπόθεσης ανέφερε κατά την αντεξέτασή του ότι ήταν στο γραφείο του ο επίδικος φάκελος και ότι είχαν μεταφερθεί επακριβώς όλες οι καταχωρήσεις από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή/ τραπεζικό βιβλίο της Emporiki Bank - Cyprus Ltd στην επίδικη κατάσταση και όπως ο ίδιος ανάφερε λεπτομερώς προχώρησε σε σύγκριση αυτών, δηλαδή κάθε καταχώρησης και δεν είχαν καμία διαφορά μεταξύ τους. Αποδέχομαι την πιο πάνω μαρτυρία και ότι από αυτή μπορώ να εξαγάγω ανάλογα και ασφαλή συμπεράσματα και όσα ανέφερε ο μάρτυς καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα μου εφόσον συνάδουν και με τους όρους των συναφθεισών συμφωνιών. Παρόλο ότι με τα πιο πάνω και την αξιολόγηση που έτυχε η προσφερθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα, κρίνω ότι η πλευρά της ενάγουσας έχει αποσείσει το όποιο αποδεικτικό βάρος την βάραινε εντούτοις μια σύντομη ανασκόπηση των λόγων για τους οποίους οι εναγόμενοι προβάλλουν στην αγόρευση τους προς υποστήριξη της θέσης τους ότι θα πρέπει να απορριφθεί η παρούσα αγωγή και να πετύχει η ανταπαίτηση τους κρίνω ότι είναι χρήσιμη. Ο πρώτος ισχυρισμός τους είναι ότι δεν κατατέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου καταστάσεις λογαριασμών που να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9. Η ενάγουσα με την προσκομισθείσα μαρτυρία (Τεκμ 15) το οποίο συνοδεύεται από το Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και ειδικότερα με τα όσα έχει επεξήγησε προφορικά ο κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1), κρίνω ότι ικανοποίησε όλες τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  1. Πέραν όμως της πιο πάνω αποδοχής της σχετικής μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από την ενάγουσα τα ακόλουθα που ειπώθηκαν από τον κ. Χ. Μαλαχτό, Π όπως ήταν τότε στο Ε.Δ. Λεμεσού στην υπόθεση EMPORIKI BANK CYPRUS LIMITED v. EVEROCEAN SHIPPING LIMITED κ.α., Πολ. Αγωγή με αρ.5893/2012 στη σελ.21 είναι σχετικά: «.η θέση που προκύπτει από την Νομολογία πως μία κατάσταση λογαριασμού, που δεν έχει αποδειχθεί, δεν παύει από του να συνιστά μαρτυρικό υλικό η αποδειχτική αξία του οποίου μπορεί να αποτιμηθεί από το Δικαστήριο και ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης να κριθεί ή να μην κριθεί ικανοποιητικό στοιχείο προς τεκμηρίωση της αξίωσης. Εάν το περιεχόμενο της αμφισβητηθεί και η Τράπεζα δεν μπορεί με την μαρτυρία που παρουσιάζει να δώσει εξηγήσεις για χρεώσεις που παρουσιάζονται σε αυτή ή υπάρχει μαρτυρία από την υπεράσπιση ότι συγκεκριμένες χρεώσεις είναι αδικαιολόγητες ή ότι παραλείπονται πιστώσεις οι οποίες θα έπρεπε να ήταν καταχωρημένες η αντιμετώπιση της κατάστασης και η βαρύτητα που θα αποδοθεί από το Δικαστήριο μπορεί να είναι διαφορετική από την περίπτωση όπου δεν αμφισβητήθηκε καμία συγκεκριμένη καταχώρηση. Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν τις καταστάσεις λογαριασμών αποδεχόμενοι ουσιαστικά ότι το περιεχόμενο τους ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι καταστάσεις των λογαριασμών που παρουσιάστηκαν αποδίδουν την πραγματική εικόνα των δοσοληψιών που έλαβαν χώρα και αποδεικνύουν τα χρεωστικά υπόλοιπα κατά την 27.07.2012». Στην παρούσα υπόθεση η κατάσταση του επίδικου λογαριασμού που παρουσιάστηκε και κατατέθηκε ως Τεκμ. 15 αποδίδει την πραγματική εικόνα και αποδεικνύει το ορθό χρεωστικό υπόλοιπο την 28.07.2011, ημέρα τερματισμού της επίδικης συμφωνίας και ημερομηνίας 20.09.2019 τελευταία εγγραφή της επίδικης κατάστασης. Η ενάγουσα με την προσκομισθείσα εκ μέρους της μαρτυρία και τα κατατεθέντα τεκμήρια απέδειξε την ορθότητα της ως άνω κατάστασης. Παρατηρώ όμως ότι οι εναγόμενοι κατά την ακροαματική διαδικασία και ειδικότερα κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας σε κανένα σημείο δεν αμφισβήτησαν καμία συγκεκριμένη καταχώρηση, καμία χρέωση και ούτε ισχυρίστηκαν ότι οι πιστώσεις που αναφέρονται στην επίδικη κατάσταση είναι λανθασμένες πλην του υπολογισμού του επιτοκίου Euribor όπως θα αναλυθεί περαιτέρω αμέσως στη συνέχεια. Οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι δεν έχει αποδειχθεί το πραγματικό υπόλοιπο είτε αρνητικό είτε θετικό λόγω λανθασμένης επιβολής του επιτοκίου Euribor. Ούτε και αυτός ο ισχυρισμός τους όμως ευσταθεί για τους κάτωθι λόγους: (α) Η ενάγουσα με την προσκομισθείσα εκ μέρους της μαρτυρίας και τα κατατεθέντα τεκμήρια απέδειξε την ορθότητα της επίδικης κατάστασης (Τεκμ. 15). Οι εναγόμενοι είναι γεγονός ότι κατά την αντεξέταση του κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1) υπέβαλαν τον ισχυρισμό ότι το Εuribor με το οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός είναι λανθασμένος, ισχυρισμός ο οποίος είναι λανθασμένος για τον λόγο ότι ο ίδιος ο δικηγόρος των εναγόμενων με ερώτηση που υπέβαλε στον κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1) κατά την αντεξέτασή του του έθεσε ως εξής το ζήτημα με σχετική ερώτηση: «Συμφωνούμε ότι η χρέωση του επίδικου λογαριασμού σύμφωνα με τον όρο 3 α της επίδικης συμφωνίας θα έπρεπε να ήταν 3 μηνών Euribor πλέον 3% περιθώριο» και στη συνέχεια τον παρέπεμψε στην αναγραφή κατά την ημερομηνία 4.08.2008 υποβάλλοντας του ότι το σωστό επιτόκιο θα έπρεπε να ήταν 4,97%. Ο κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1), εξήγησε ότι επειδή είναι πρακτικά αδύνατο η Τράπεζα να γνωρίζει το Εuribor της ίδια ημέρας και ότι ήταν πάγια τακτική να χρεώνεται το Εuribor που εκάστοτε ισχύει δύο εργάσιμες ημέρες προηγουμένως. Ο ισχυρισμός αυτός του κ. Χριστοφόρου ανατρέπει από μόνος του την επιχειρηματολογία της Υπεράσπισης καθότι στο παράδειγμα αυτό η ενάγουσα θα έπρεπε όπως φαίνεται και από το Τεκμ. 16 τη ημερομηνία 4.08.2008, ημερομηνία κατά την οποία ανοίχτηκε ο επίδικος λογαριασμός να χρέωνε Εuribor 4,97%, ενώ τη συγκεκριμένη ημερομηνία δηλαδή στις 4.08.2008 χρέωσε Εuribor 4,968% δηλαδή πιο χαμηλό επιτόκιο και αυτό που ίσχυε καθώς σύμφωνα με τον μάρτυρα η ενάγουσα χρέωσε επιτόκιο Εuribor το οποίο ίσχυε δύο εργάσιμες μέρες προηγουμένως, δηλαδή στις 31.07.
  2. Αυτή η πρακτική ακολουθήθηκε και στη συνέχεια, δηλαδή η ενάγουσα μετέβαλλε το Εuribor ανά τριμηνία χρεώνοντας το Εuribor δύο εργάσιμων ημερών προηγουμένως. Παρόμοια ήταν η χρέωση και στις ημερομηνίες 4.11.2008, 4.02.2009 και 4.05.2009 παραδείγματα τα οποία προβάλλει στην αγόρευση του (σελ. 16 και 17), ο συνήγορος των εναγόμενων. Περαιτέρω το περιθώριο στις ημερομηνίες αυτές σύμφωνα με τη μαρτυρία δεν ήταν σε ποσοστό 2% αλλά 3% όπως ήταν και σχετική υποβολή στον κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1) κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Επομένως οι εναγόμενοι ήταν γνώστες ότι αυτό ήταν το σωστό περιθώριο και επίσης ήταν γνώστες ότι το σωστό περιθώριο κατά τη δεδομένη στιγμή ήταν 3%, κάτι που αποδέχτηκαν. Ακόμα ξεκάθαρα φαίνεται και από τα Τεκμ. 9 και 10 δηλαδή την επιστολή ημερομηνίας 17.07.2009 προς τους εναγόμενους αρ.2 και 3 και συμπληρωματική συμφωνία 17.07.2009 ότι το επιτόκιο άλλαξε από 3 μηνών Euribor + 4% σε 8,5% κυμαινόμενο = (ΒΕΧ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ 5% + 3,5% ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ) ΚΥΜΕΝΟΜΕΝΟ. Δηλαδή η ενάγουσα με το δικαίωμα που της παραχωρούσε ο όρος 3 της επίδικης συμφωνίας προχώρησε στην αλλαγή του περιθωρίου καταρχάς από 2% σε 3% και στη συνέχεια σε 4% πράγμα το οποίο φαίνεται και στα ως άνω δύο τεκμήρια τα οποία όλοι οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση και υπόγραψαν και τα αποδέχτηκαν. Οι πιο πάνω αλλαγές του περιθωρίου περιήλθαν εις γνώση του εναγόμενου αρ.1 και έγιναν αποδεχτές με τις καταστάσεις που απέστελλε η ενάγουσα στον εναγόμενο αρ.1, καθότι όπως ανάφερα τόσο ο κ. Χριστοφόρου (ΜΕ1), όσο και ο κ. Χαραλάμπους (ΜΕ3), η ενάγουσα απέστελλε καταστάσεις στον εναγόμενο αρ.1 δύο φορές το χρόνο γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του δικηγόρου των εναγόμενων και σε αυτές φαίνονταν οι χρεώσεις των ισχυόντων επιτοκίων. Σε σχέση με τα πιο πάνω σχετική είναι η υπόθεση Π.E. αρ.173/2011 Κόμπος v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Εν πάση περιπτώσει είναι ξεκάθαρο από τη μαρτυρία, όπως ορθά εκρίθη πρωτοδίκως ότι ο εφεσείων γνώριζε για την υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού του, λάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμών και ως εκ τούτου εμποδίζεται να ισχυρίζεται ότι δεν υποχρεούται να εξοφλήσει το υπόλοιπο που ο ίδιος χρησιμοποίησε μέσω του χρηματιστή του». Η ενάγουσα σύμφωνα με την προσφερθείσα μαρτυρία αξιώνει για το υπόλοιπο του επίδικου δανείου τόκο 16% επί του ποσού των €199.648,23σ. από 28.07.2011 μέχρι 24.11.2013 και τόκο 10,75% επί του ποσού των €199.6458,23σ. από 25.11.2013 μέχρι 03.02.2014 και τόκο 10,50% από 04.02.2014 μέχρι πλήρους εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30 Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, καθότι η ενάγουσα τις 25.11.2013 προχώρησε στην μείωση του τόκου υπερημερίας από 7% σε 1,75% δηλαδή το επιτόκιο του ως άνω λογαριασμού μειώθηκε από 16% σε 10,75%, αξιώσεις οι οποίες είναι σύμφωνα με την σχετική Νομοθεσία και Νομολογία όπως έχουν παρατεθεί πιο πάνω. Τα ως άνω έχουν αποδειχθεί ότι συνιστούν το οφειλόμενο ποσό εκ μέρους των εναγόμενων προς την ενάγουσα. Σε αντίθεση με την εκτενή επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων όπως προκύπτει από το Τεκμ. 15 και το Πιστοποιητικό του άρθρου 35
(3)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 ως ετροποποιήθη με τον Ν.32(Ι)/2014 τα οποία δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης, κρίνω ότι συνάδουν με τους όρους της επίδικης σύμβασης και στη βάση αυτών κρίνω ότι αποδείχθηκε η ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου ποσού από τους εναγόμενους προς την ενάγουσα. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Alpha Bank Cyprus Ltd δεν είναι ενυπόθηκη δανείστρια και δεν έχει αποδείξει ότι απέκτησε δικαιώματα ως ενυπόθηκη δανείστρια. Πρόκειται για μη δικογραφημένο ισχυρισμό ο οποίος δεν μπορεί να ληφθεί υπ' όψιν (βλ. Π.Ε. αρ. 64/2011 Γεωργίου Παπαχριστοδούλου v. Hellenic Bank Public Company Ltd, ημερ.16.06.2016). Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα αυτός ο ισχυρισμός καταρρίπτεται. Οι εναγόμενοι στην παράγραφο 5.2 της Υπεράσπισης τους σε σχέση με το θέμα της επίδικης Υποθήκης προβάλλουν ότι: «Η επίδικη υποθήκη είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη γιατί η δήλωση υποθήκης ή και η σύμβαση υποθήκης καταρτίστηκαν κατά παράβαση ή και καθ' υπέρβαση των προνοιών της Περί Υποθηκών Νομοθεσίας και εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος αρ.2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ο ίδιος εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο αρ.1 να παραχωρήσει την εν λόγω υποθήκη». Συνάγεται από τους πιο πάνω ισχυρισμούς ότι ουσιαστικά δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η ενάγουσα Alpha Bank Cyprus Ltd είναι ενυπόθηκη δανείστρια. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, ο ισχυρισμός αυτός των εναγόμενων δεν ευσταθεί καθ' ότι δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της κας Κουρσάρου (ΜΕ4), η οποία ανέφερε ότι ακολουθήθηκε εν γένει η ορθή και νόμιμη διαδικασία και ότι σύμφωνα με τα αρχεία και έγγραφα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, δικαιούχος της επίδικης υποθήκης Υ8876/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού είναι η Alpha Bank Cyprus Limited. Οι εναγόμενοι εισηγούνται ότι δεν υπάρχει εξουσιοδοτημένη χρέωση του λογαριασμού βάσει του Τεκμ.
  1. Βέβαια ο ισχυρισμός αυτός των εναγόμενων είναι λανθασμένος και ανυπόστατος, καθ' ότι από το Τεκμ. 2, δηλαδή το παραστατικό της εκταμίευσης ημερ.4.08.2008 φαίνεται ότι το ποσό των €200.000,00 πιστώθηκε στο όνομα του εναγόμενου αρ.1 και ισόποσο ποσό χρεώθηκε το επίδικο δάνειο. Το γεγονός ότι το ποσό των €200.000,00 εκταμιεύτηκε πλήρως, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ότι ο εναγόμενος αρ.1 δεν έλαβε το ως άνω ποσό των €200.000,
  2. Είναι δε στη λογική των πραγμάτων ότι δεν θα γίνονταν ούτε οποιεσδήποτε καταθέσεις σε αυτόν. Οι εναγόμενοι αρ.2 και 3 ισχυρίζονται ότι οι επίδικες εγγυήσεις τους είναι άκυρες λόγω παράβλεψης της ενάγουσας να τους προστατέψει ως εγγυητές. Πρόκειται περί ανυπόστατου ισχυρισμού καθ' ότι: (α) Από ότι φαίνεται ξεκάθαρα στις επιστολές ημερ. 23.07.2008 (Τεκμ. 4), επιστολές τις οποίες υπόγραψαν οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 στις πιο πάνω επιστολές αναγράφεται τόσο ο χρόνος πληρωμής των δόσεων όσον και η προθεσμία αποπληρωμής κάθε δόσης και της συνολικής οφειλής. Επίσης στις πιο πάνω επιστολές ημερ. 23.07.2008 στο σημείο πάνω από την υπογραφή των εναγόμενων αρ. 2 και 3 αναγράφεται ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 παρέλαβαν αντίγραφο της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης του πρωτοφειλέτη που είχε ετοιμαστεί και δοθεί από τον πρωτοφειλέτη στην Τράπεζα, (β) οι εναγόμενοι κατά την ακροαματική διαδικασία δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία και τεκμήριο που να τεκμηριώνει τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους, αλλά ούτε και ο δικηγόρος τους κατά την αντεξέταση των ΜΕ 1 και 3 υπόβαλε σε αυτούς έναν τέτοιο ισχυρισμό (βλ. Κόμπου v. Universal Bank Ltd (πιο πάνω). Οι εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι οι εγγυήσεις τους είναι άκυρες διότι η ενάγουσα σύμφωνα με αυτούς παρέλειψε να τους ενημερώσει για τις πέραν των τριών απλήρωτων δόσεων σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 12 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου (Ν.197(Ι)/2013) και άρθρο 97 του Κεφ.
  3. Η θέση αυτή των εναγόμενων απορρίπτεται καθώς δεν πρόσφεραν οποιανδήποτε μαρτυρία για να αποδείξουν, δυνάμει του άρθρου 12
(3)(α) και (β) του ως άνω νόμου ότι δηλαδή (α) συνεπεία της μη ενημέρωσης παραβλάφτηκε η τελική της ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη και (β) ουδέποτε κατήγγειλαν την σύμβαση εγγύησης ως άκυρη εξαιτίας παράβασης ουσιώδους όρου αυτής από την ενάγουσα. Εξάλλου οι σχετικές αιτιάσεις που προβάλλουν οι εναγόμενοι 2 και 3 εκτός από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκαν με μαρτυρία και τη σημασία αυτού του ζητήματος σε συσχετισμό με τη Συμπληρωματική Συμφωνία της 17.07.2009 (Τεκμ. 9 και 10) και ειδικότερα να υποδεικνύονταν στη βάση του περιεχομένου του Τεκμ. 15, δεν συνάδουν ούτε με όσα αποδέχθηκαν υπογράφοντας τη σύμβαση εγγύησης (Τεκμ. 5) και δη με τους όρους της παρ. 4 (α) -(η). Επομένως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ο ίδιος ο νόμος θέτει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Ως αποτέλεσμα της παρασχεθείσας μαρτυρίας από πλευράς ενάγουσας και των ευρημάτων στα οποία κατέληξα με την αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της και έχει αποσείσει το βάρος που είχε προς απόδειξη των αξιώσεων της εναντίον όλων των εναγόμενων υπό την ιδιότητα που ενάχθηκαν και ότι αποδείχθηκε επίσης η νομότυπη εγγραφή της επίδικης υποθήκης για την οποία η ενάγουσα δικαιούται διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου όπως και της κατάρτισης του επίδικου ανέκκλητου πληρεξουσίου εγγράφου. Από την άλλη η πλευρά των εναγόμενων και εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων βρίσκω ότι δεν παρουσίασαν μαρτυρία στη βάση της οποίας να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις τους και ως εκ τούτου η ανταπαίτηση τους απορρίπτεται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως ως κατωτέρω: (α) Εναντίον των εναγόμενων αρ.1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €198.800,03σ. πλέον τόκους προς 16% επί του ποσού των €199.648,23σ. από 28.07.2011 μέχρι 24.11.2013 και τόκο προς 10,75% επί του ποσού των €199.648,23σ. από 25.11.2013 μέχρι 03.02.2014 και τόκο 10,50% επί του ποσού των €198.800,03σ. από 04.02.2014 μέχρι πλήρους εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου ετησίως. (β) Διάταγμα εναντίον του εναγόμενου αρ.2 που να διατάσσει την πώληση του ακινήτου υπ'αρ.[ ], Φ/Σχ.54/500604, Τμήμα 2, Τεμάχιο [ ], στον Δήμο Λεμεσού, Άγιος Νεκτάριος της Επαρχίας Λεμεσού, ιδιοκτησία το όλο του εναγόμενου αρ.2 υποθηκευμένο το όλο προς όφελος της ενάγουσας με την υποθήκη υπ' αρ. Υ. 8876/2008 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, με το προϊόν που θα προκύψει από την πώληση όπως χρησιμοποιηθεί προς μερική ή ολική ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. (γ) Εκδίδεται διάταγμα ότι μέχρι την πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, η ενάγουσα θα είναι ο ανέκκλητος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του εναγόμενου αρ.2 με όλες τις εξουσίες που προβλέπει το Ανέκκλητο Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερομηνίας 1.08.2008 και με την δυνατότητα κατάθεσης του εν λόγω Πληρεξουσίου στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολόγιο για σκοπούς πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και θα είναι ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων ομού και/ή κεχωρισμένως. Σε σχέση με την ανταπαίτηση τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων και εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων. Λόγω του ότι η αγωγή και η ανταπαίτηση δηλώθηκε ότι θα συνεκδικάζονταν θα υποβληθεί ένας κατάλογος εξόδων. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.