← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΠΑΥΛΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5132/2011, 28/8/2020

ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΠΑΥΛΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5132/2011, 28/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A216 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5132/2011 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΠΑΥΛΟΥ Ενάγοντα και ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Εναγόμενου Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Η κα Ελπίδα Ασσιώτου για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για τoν Εναγόμενο: Ο κ. Αντώνης Γλυκής για ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΡΟOΙΜΙΟ: Με την αγωγή του ο ενάγων διεκδικεί αποζημιώσεις από τον επαγγελματία ιατρό (medical practitioner) εναγόμενο, για ιατρική αμέλεια. Αξιώνει αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες και ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστη εξαιτίας της αμέλειας που κατ' ισχυρισμό του επέδειξε ο εναγόμενος καθ' όλον τον χρόνο που ο ενάγων βρισκόταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο και φροντίδα του, όταν αυτός είχε εισαχθεί στην κλινική του στις 05.09.2011 και παρέμεινε εκεί πριν αυτός διακομισθεί από εκεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού (Γ.Ν.Λ.) στις 07.09.

  1. Ο εναγόμενος στην υπεράσπισή του αρνείται οποιανδήποτε ευθύνη για αμέλεια ή παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι η περίθαλψη του ενάγοντος στην κλινική του, για όσο διάστημα παρέμεινε εκεί, διενεργήθηκε με την επιβαλλόμενη φροντίδα και επιμέλεια. Γι' αυτό και απορρίπτει όλες τις αξιώσεις του ενάγοντος εναντίον του για αποζημιώσεις και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του ενάγοντος. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.2,r.1), και ακολούθως με την έκθεση απαίτησης του, ο ενάγων αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις από τον εναγόμενο για σωματικές και ψυχικές βλάβες, ζημιές και έξοδα που υπέστη λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των νομικών καθηκόντων του και/ή του ιατρικού και/ή νοσηλευτικού και/ή παραϊατρικού προσωπικού του, κατά τη διάρκεια της παραμονής και/ή νοσηλείας και/ή διάγνωσης και/ή εξέτασης και/ή παρακολούθησης και/ή θεραπείας και/ή άλλως πως που υποβλήθηκε από τον εναγόμενο στην κλινική του. Παρατίθενται λεπτομέρειες της αμέλειας και/ή της παράβασης των νομικών υποχρεώσεων του εναγόμενου και/ή του νοσηλευτικού και/ή ιατρικού και/ή άλλως πως προσωπικού του, όπου του καταλογίζονται αμελείς πράξεις και παραλείψεις οι οποίες συνοψίζονται στο ότι δεν έλαβε καθόλου υπόψη και/ή δεόντως τα συμπτώματα και την όλη κλινική εικόνα που παρουσίαζε ο ενάγων (έντονο κοιλιακό άλγος, εμετοί, ιδρώτας), ούτως ώστε να του χορηγήσει την κατάλληλη και/ή την ενδεδειγμένη αγωγή, με αποτέλεσμα την απόφραξη της λαγόνιας αρτηρίας και την νέκρωση μέρους του εντέρου του και ότι δεν έλαβε καθόλου υπόψη και/ή δεόντως το αίσθημα κρύου στο δεξί πόδι του ενάγοντος (ψυχρότητα κάτω άκρου), που αποτελούσε σύμπτωμα περιορισμού στην ροή αίματος, με συνέπεια τη νέκρωση του ιστού και τον ακρωτηριασμό του δεξιού ποδιού του με όλες τις συνέπειες που αυτά είχαν και έχουν στη ζωή του. Από τις ως άνω η ακροτελεύτια υπό στοιχείο (ιβ) αναφέρει τα ακόλουθα, τα οποία καταγράφω αυτολεξεί για τη σημασία τους σε συνδυασμό και με την προφορική μαρτυρία που δόθηκε: «Ανέλαβαν να περιθάλψουν το συγκεκριμένο περιστατικό, χωρίς να ήταν σε θέση να το πράξουν με την επιβαλλόμενη επιμέλεια και/ή φροντίδα και/ή προσοχή και/ή αντιμετώπισαν τον ενάγοντα επιπόλαια και/ή αδιάφορα». Οι αξιώσεις του ενάγοντος βασίζονται επίσης, σύμφωνα με την παρ. 17 της έκθεσης απαιτήσεως του, στον αποδεικτικό κανόνα «το πράγμα μιλά από μόνο του» (res ipsa loquitur) με την ακόλουθη διατύπωση: «Πέραν των πιο πάνω, ο ενάγοντας αναφέρει ότι δεν γνωρίζει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, αφού οι περιστάσεις που προκάλεσαν το ατύχημα ήταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο και εποπτεία του εναγόμενου και τυγχάνει εφαρμογής η αρχή res ipsa loquitur». Οι αξιώσεις του ενάγοντος εξειδικεύονται στην έκθεση απαιτήσεως, όπως αυτή τροποποιήθηκε, παρέχοντας λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμό του γεγονότων τα οποία συνέβησαν από τη στιγμή που εισήχθη στην κλινική του εναγόμενου στις 05.09.2011 μέχρι και που αποφασίστηκε το πρωί της 07.09.2011 η διακόμιση και εισαγωγή του στο Γ.Ν.Λ. Καταγράφονται επίσης λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών που υπέστη και των μελλοντικών ειδικών ζημιών όπως και αξιώσεις για απώλεια μελλοντικών απολαβών. Από την άλλη, ο εναγόμενος αρνείται στην υπεράσπισή του τους ισχυρισμούς του ενάγοντος και καταγράφει τις δικές του θέσεις και εκδοχή για το πως συνέβησαν τα γεγονότα και απαντά παράλληλα σε κάθε ένα ξεχωριστά από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, τον οποίο καλεί σε πλήρη και αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Αντέτεινε ότι δεν ευθύνεται για αμέλεια ή για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του, υποστηρίζοντας ότι τα όσα του καταλογίζονται ως αμελείς πράξεις ή παραλείψεις προήλθαν από άλλη αιτία ή αιτίες και/ή οφείλονται σε άλλους εξωγενείς παράγοντες για τους οποίους δεν φέρει καμιά ευθύνη. Θεωρεί τις λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών του ενάγοντος ως εξογκωμένες και/ή υπερβολικές και /ή ότι προήλθαν από άλλη αιτία και/ή ότι προϋπήρχαν. Γι' αυτούς δε τους λόγους, κατά τον ισχυρισμό του, ο ενάγων δεν δικαιούται τις αιτούμενες θεραπείες και αιτείται την απόρριψη της αγωγής και καταδίκη του στα έξοδα. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση ο ενάγων αρνείται γενικά αλλά και ειδικά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και επαναλαμβάνει, υιοθετώντας τους εκ νέου, τους δικούς του ισχυρισμούς όπως αυτοί καταγράφονται στην έκθεση απαιτήσεως του. Αποφεύγω για σκοπούς οικονομίας και αποφυγής επαναλήψεων, την εκτεταμένη και λεπτομερή παράθεση των δικογραφημένων ισχυρισμών εφόσον αυτοί συμπεριλήφθηκαν εν πολλοίς στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, της οποίας τα ουσιαστικά σημεία θα καταγραφούν πιο κάτω. Όπου δε κριθεί αναγκαίο θα επανέλθω σε αυτούς κατά την ανάλυση της μαρτυρίας και της νομικής πτυχής της υπόθεσης που θα ακολουθήσει. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η μαρτυρία του ενάγοντος: Ο ενάγων υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη Γραπτή του Δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 60 χρονών, ήταν υγιής και νυμφευμένος, ότι κατείχε τη θέση του επιστάτη στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (Α.Η.Κ.), ότι λάμβανε σύμφωνα με την κατάσταση μισθοδοσίας του (Τεκμ.1), ως μισθό το ποσό των €4.085,98σ. μηνιαίως ακάθαρτα, που αναλύεται σε €997.65σ. βασικό μισθό και €3.088,33σ. τιμαριθμικό επίδομα. Σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στους ισχυρισμούς και αξιώσεις του έναντι του εναγόμενου, ανέφερε ότι την Κυριακή 04.09.2011 γύρω στις 14:00 μετά το μεσημεριανό φαγητό, αισθάνθηκε έντονο πόνο στην κοιλιά και η σύζυγος του τον μετέφερε στις Α΄ Βοήθειες του Γ.Ν.Λ. Εκεί του έκαναν υπερηχογράφημα, αλλά δεν φάνηκε οτιδήποτε. Οι εκεί επί καθήκοντι γιατροί, του είπαν ότι υποψιάζονται πέτρες στη χολή και τον συμβούλευσαν, εάν εξακολουθούσε να αισθάνεται πόνο να πάει στο νοσοκομείο ξανά την επόμενη ημέρα. Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 05.09.2011, συνέχιζε να έχει έντονους πόνους στην κοιλιά, έκανε εμετούς και ίδρωνε. Τότε, η σύζυγος του, τον μετέφερε στην κλινική του εναγόμενου στον οποίον έδειξε το υπερηχογράφημα που έκανε την προηγούμενη ημέρα στο νοσοκομείο και του ανέφερε τα συμπτώματα που είχε. Ο εναγόμενος, χωρίς να του κάνει οποιεσδήποτε εξετάσεις, πέραν του αγγίγματος στην κοιλιά, διέταξε να παραμείνει στην κλινική του και να του χορηγηθεί φαρμακευτική αγωγή. Έτσι ακολούθησε τις οδηγίες του και έμεινε στην κλινική. Κατά την παραμονή του, του τοποθέτησαν ορό και του χορήγησαν αντιβίωση, ενώ ο εναγόμενος δεν του ανέφερε οτιδήποτε σχετικά με την κατάστασή του. Το πρωί της επόμενης ημέρας, δηλαδή στις 06.09.2011, λόγω των έντονων πόνων που συνέχιζαν, ανέφερε στον εναγόμενο και στις νοσοκόμες του ότι ο πόνος στην κοιλιά δεν υποχώρησε. Τους ανέφερε επίσης ότι ένιωθε πόνο και μούδιασμα στο δεξί πόδι, στο πέλμα, το οποίο ήταν παγωμένο. Ο εναγόμενος είδε το πόδι του και έδωσε οδηγίες να το σκεπάσουν για να ζεσταθεί, διαβεβαιώνοντας τον ότι έτσι θα περνούσε η αίσθηση του παγωμένου. Του ανέφερε χαρακτηριστικά ότι το τσιλλούσε όταν κοιμόταν και γι' αυτό πονούσε. Το μεσημέρι της ίδια ημέρας, δηλαδή στις 06.09.2011, όταν οι πόνοι που ένιωθε δεν περνούσαν, η σύζυγος του ρώτησε το γιατρό τι έχει το πόδι του και αυτός της είπε ότι θα καλέσει το νευρολόγο Δρα Ηλία Νικολαΐδη για να τον εξετάσει. Αφού τον πήρε τηλέφωνο, τους ανέφερε, ότι ο νευρολόγος θα ερχόταν στην κλινική του γύρω στις 16.30 το απόγευμα. Όταν τον εξέτασε ο νευρολόγος γύρω στις 18:45 ανέφερε ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα και ότι θα πρέπει να εξεταστεί από αγγειολόγο. Τότε, ο εναγόμενος ανέφερε στη σύζυγο και στα παιδιά του που ήταν εκεί, ότι κάλεσε τον αγγειοχειρουργό Δρα Χριστοδούλου, ο οποίος θα πήγαινε στην κλινική του για να τον εξετάσει. Στο μεταξύ, το απόγευμα της ίδιας ημέρας 6.09.2011, ο εναγόμενος, έστειλε τη σύζυγο του να αγοράσει αντιθρομβωτικές ενέσεις και του χορήγησε μια. Κατάθεσε ως Τεκμ. 2 τις υπόλοιπες ενέσεις που υπήρχαν στη συσκευασία. Η κατάσταση του όμως εξακολουθούσε να μη βελτιώνεται, έκανε εμετούς και πονούσε στην περιοχή της κοιλιάς και στο δεξί πόδι, ενώ ο αγγειολόγος που κάλεσε ο εναγόμενος δεν πήγε να τον εξετάσει. Όσο περνούσε η ώρα πονούσε περισσότερο και έτσι η σύζυγος του αναζήτησε τον εναγόμενο για να τον εξετάσει, όπως όμως είχε ενημερωθεί από το προσωπικό της κλινικής αυτός είχε φύγει από την κλινική για το σπίτι του. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, η σύζυγος του, αφού κατάφερε να βρει το κινητό του αγγειοχειρουργού Δρα Χριστοδούλου, επικοινώνησε μαζί του και του ζήτησε να πάει στην κλινική του εναγόμενου για να τον εξετάσει. Ο τελευταίος απάντησε στη σύζυγο του ότι σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον εναγόμενο, δεν του ανέφερε ότι το περιστατικό ήταν επείγον και ότι θα πήγαινε να τον δει την επόμενη ημέρα. Επίσης την καθησύχασε, λέγοντας της ότι με τα φάρμακα που συνέστησε να του χορηγηθούν, δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο. Καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας συνέχισε να έχει φρικτούς πόνους, δεν μπορούσε να κοιμηθεί και συνέχιζε να κάνει εμετούς. Ο εναγόμενος έλειπε από την κλινική και οι νοσοκόμες του δεν του παρείχαν καμία βοήθεια. Το πρωί της επόμενης ημέρας, δηλαδή στις 07.09.2011, τον εξέτασε ο αγγειοχειρουργός Δρ Χριστοδούλου, ο οποίος διέταξε την άμεση διακομιδή και εισαγωγή του στο Γ.Ν.Λ. Ισχυρίστηκε ότι το πόδι του είχε αρχίσει να μαυρίζει και η ιατρός που ήταν μέσα στο ασθενοφόρο είπε στον εναγόμενο ότι η εισαγωγή του έπρεπε να γινόταν από την προηγούμενη, με τον τελευταίο να φεύγει και να μην της απαντά. Κατέβαλε στον Δρα Χριστοδούλου το ποσό των €130,00 και προς τούτο κατάθεσε την σχετική απόδειξη πληρωμής του ως Τεκμ.
  2. Στις 9:30π.μ. μεταφέρθηκε πράγματι με ασθενοφόρο στο Γ.Ν.Λ. Εκεί, αφού υποβλήθηκε σε διάφορες εξετάσεις, διαγνώστηκε με ισχαιμία λεπτού εντέρου, ισχαιμία δεξιού ποδιού και θρόμβωση δεξιάς κοινής λαγόνιας αρτηρίας όπως αναγράφεται στο ιατρικό πιστοποιητικό του Δρος Τζιωρτζή ημ. 09.09.2011 (Τεκμ. 4). Στη συνέχεια τον μετέφεραν στη μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου για αναζωογόνηση και σταθεροποίηση της γενικής του κατάστασης και υποβλήθηκε σε επείγουσα ερευνητική λαπαροτομή, κατά την οποία ανευρέθηκε ισχαιμία - νέκρωση λεπτού εντέρου που αντιμετωπίσθηκε με εντεροκτομή και αναστόμωση. Επίσης υποβλήθηκε σε εμβολεκτομή, δηλαδή αφαίρεση μεγάλου θρόμβου από την δεξιά κοινή λαγόνιο αρτηρία. Κατάθεσε ως Τεκμ. 5 σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό του Γ.Ν.Λ. ημ. 24.01.2012 στο οποίο περιγράφεται η κατάσταση του. Μετά την πιο πάνω επέμβαση παρέμεινε στη μονάδα εντατικής θεραπείας για υποστήριξη των ζωτικών του λειτουργιών και αντιμετωπίσθηκε με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής υπό καταστολή και αναλγησία, σταθεροποίηση της κυκλοφορίας με τη χορήγηση υγρών, αντιβίωση, γαστροπροστασία και αντιπηκτική αγωγή. Στις 10.09.2011, ο γιος του Γιώργος υπέγραψε έντυπο συγκατάθεσης για ακρωτηριασμό του ποδιού του καθώς, όπως ανέφεραν οι γιατροί, δημιουργήθηκε νέκρωση των ιστών (γάγγραινα) στην περιοχή. Έτσι, την ίδια ημέρα υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό του δεξιού κάτω άκρου. Λόγω της κατάστασης του, παρέμεινε στη μονάδα εντατικής θεραπείας μέχρι την 13.09.
  3. Σχετικό είναι το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 09.04.2012 του Γ.Ν.Λ. (Τεκμ. 6). Μετά την έξοδο του από την μονάδα εντατικής θεραπείας, τον μετέφεραν στη χειρουργική κλινική, για περαιτέρω νοσηλεία και θεραπευτική αγωγή. Εκεί, εξετάσθηκε από αιματολόγο, ψυχολόγο και υποβαλλόταν σε έλεγχο με εργαστηριακές εξετάσεις. Στις 26.09.2011 του δόθηκε εξιτήριο από τη χειρουργική κλινική του νοσοκομείου με οδηγίες για εξέταση στα εξωτερικά ιατρεία της κλινικής και στους αιματολόγους, όπως και έκανε. Επανερχόμενος στις συνθήκες παραμονής του στην κλινική του εναγόμενου, ισχυρίστηκε ότι τον άφησε να σφαδάζει από τους πόνους καθησυχάζοντας τον ότι δεν έχει τίποτε. Ούτε και όταν του ανέφερε για το μούδιασμα στο πόδι δεν σκέφτηκε να κάνει ότι έπρεπε σαν γιατρός για να τον βοηθήσει. Τον άφησε στο έλεος του Θεού! ανέφερε χαρακτηριστικά. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ταλαιπωρήθηκε τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Αναγκάστηκε να προβεί σε προσθήκη τεχνητού μέλους και να ακολουθεί φυσιοθεραπευτική αγωγή που συνεχίστηκε μέχρι τον Απρίλιο του
  4. Για την προσθήκη του τεχνητού μέλους, κατέβαλε το ποσό των €7.700,00 και προς τούτο παρουσίασε ως Τεκμ. 7 το σχετικό τιμολόγιο από το Κέντρο Ορθοπεδικών Εφαρμογών Κ & Σ Κωνσταντίνου ημερ. 21.11.2011 και ως Τεκμ. 8 τις αποδείξεις πληρωμής. Παρουσίασε ως Τεκμ. 9 τη βεβαίωση που έλαβε από το Τμήμα Φυσιοθεραπείας του Γ.Ν.Λ. όπου αναφέρονται οι συνεδρίες φυσιοθεραπείας στις οποίες υποβλήθηκε εκεί. Πέραν των φυσιοθεραπειών που έκανε στο νοσοκομείο, επισκέφτηκε και έκανε συνολικά 10 φυσιοθεραπείες στο Κέντρο Φυσιοθεραπείας Πανίκος Ζαχαρίου, όπου κατέβαλε το ποσό των €250,00, κατάθεσε τη σχετική απόδειξη πληρωμής ως Τεκμ.
  5. Ο λόγος για τον οποίο αναγκάστηκε να επισκεφθεί και ιδιώτη φυσιοθεραπευτή ήταν το πιεσμένο πρόγραμμα του Τμήματος Φυσιοθεραπειών του νοσοκομείου και ήταν αναγκαίο να ολοκληρώσει τη θεραπεία του ενόψει της τοποθέτησης του τεχνητού μέλους. Λάμβανε αναγκαστικά φαρμακευτική αγωγή, την οποία και συνεχίζει και θα συνεχίσει να λαμβάνει όσο ζει, αφού μετά το πιο πάνω περιστατικό θα πρέπει να λαμβάνει καθημερινά αντιπηκτικά φάρμακα. Μέχρι το 2013 του παραχωρούνταν δωρεάν φάρμακα από το νοσοκομείο ενώ στη συνέχεια δεν τα δικαιούτο και έτσι τα αγοράζει από φαρμακείο. Ανάφερε ότι μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο, επισκέφθηκε τον ιδιώτη αγγειοχειρουργό Δρα Στυλιανό X" Παπά και τον καρδιολόγο Δρα Κωνσταντίνο Μακρίδη για την περαιτέρω και τη μετέπειτα νοσηλεία του, αφού η κατάσταση του, όπως την περιέγραψε, επέβαλλε την παρακολούθηση του από ειδικούς. Παρουσίασε ως Τεκμ. 11 απόδειξη πληρωμής του ποσού των €150,00 του Δρα Στυλιανού Χ" Παπά και ως Τεκμ. 12 δέσμη αιτήσεων από το Ταμείο Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης Υπαλλήλων της Α.Η.Κ., τις οποίες συμπλήρωνε και έστελνε στο ως άνω Ταμείο ως δικαιούχος με σκοπό κάλυψης μέρους των ιατρικών του εξόδων, αυτός είναι και ο λόγος όπως εξήγησε που δεν έχει όλες τις αποδείξεις επισκέψεων από όλους τους γιατρούς που τον παρακολουθούσαν και όσες έχει είναι αντίγραφα. Μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο, υποβλήθηκε σε διάφορες άλλες εξετάσεις και αναλύσεις αίματος κατόπιν οδηγιών των γιατρών που τον παρακολουθούσαν και προς τούτο παρουσίασε ως Τεκμ. 13 απόδειξη είσπραξης από το Κέντρο Εργαστηριακής Διάγνωσης Βιοϊατρικής Λεμεσού για το ποσό των €190,
  6. Παρουσίασε επίσης ως Τεκμ. 14 απόδειξη πληρωμής στο Ιατρικό Κέντρο Αχίλλειο για το ποσό των €57,61σ. και ως Τεκμ. 15 απόδειξη πληρωμής στην Πολυκλινική Υγεία για το ποσό των €52.00 για ακτινογραφίες στις οποίες έπρεπε να υποβληθεί ενώ το υπόλοιπο ποσό καταβλήθηκε από την Α.Η.Κ. Λόγω των πιο πάνω προβλημάτων και μόνιμων καταλοίπων, υπέφερε, υποφέρει και θα υποφέρει και θα ταλαιπωρείται για όλο το υπόλοιπο της ζωής του αφού η ζωή του έχει επηρεαστεί και άλλαξε δραματικά. Ο πόνος που νιώθει είναι φρικτός και δεν μπορεί να τον αντιμετωπίσει, μάλιστα, όπως του ανέφερε η παθολόγος του, ο πόνος αυτός ονομάζεται ¨πόνος φάντασμα¨, αφού νιώθει να πονά στο πέλμα, το οποίο έχει αφαιρεθεί. Μετά τον ακρωτηριασμό του ποδιού του δεν μπόρεσε να συνεχίσει την δουλειά του και να εργάζεται ως επιστάτης, επάγγελμα που ασκούσε μέχρι και την ημερομηνία του πιο πάνω περιστατικού και έτσι έκτοτε όπως και τώρα δεν εργάζεται και ούτε θα μπορέσει να εργαστεί ξανά. Ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να ασχολείται και να απολαμβάνει τις δραστηριότητες τις οποίες συνήθιζε πριν από το πιο πάνω περιστατικό και στερείται τις απολαύσεις της ζωής. Πριν το περιστατικό, συνήθιζε να περνά τον ελεύθερο του χρόνο στο χωράφι του και του άρεσε η φύση. Τώρα, δεν μπορεί να κάνει τίποτα από τα πιο πάνω. Περαιτέρω, είναι αναγκαία η χρησιμοποίηση ειδικού βοηθήματος βάδισης και ειδικού βοηθήματος μπάνιου για να μπορεί να περπατά και να αυτοεξυπηρετείται. Προς τούτο, κατάθεσε ως Τεκμ. 16 τα τιμολόγια από το Κέντρο Ορθοπεδικών Εφαρμογών για την αγορά των πιο πάνω βοηθημάτων, για τα οποία κατέβαλε το ποσό των €85.00 και €35.00 αντίστοιχα. Επίσης κατάθεσε ως Τεκμ. 17 τιμολόγιο από το ως άνω Κέντρο για την αγορά ειδικής εξωτερικής κάλτσας έναντι του ποσού των €200,00, η οποία πρέπει να αλλάζεται κάθε 2 χρόνια. Αναφερόμενος στις στερήσεις απόλαυσης της ζωής, έκανε μνεία του γεγονότος ότι δεν μπορεί να παίζει με τα εγγόνια του, ούτε να απολαμβάνει διακοπές αφού δυσκολεύεται να βρει ξενοδοχεία που να έχουν δωμάτια με υποδομές για ανάπηρους ή τις απαραίτητες διευκολύνσεις, όπως παραδείγματος χάριν ντουζιέρες αντί για μπανιέρες. Αναγκάστηκε να υποβάλει αίτημα στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για παροχή οικονομικής βοήθειας με σκοπό την απόκτηση αυτοκινήτου. Προς τούτο κατάθεσε ως Τεκμ. 18 σχετική απαντητική επιστολή που του έστειλαν από το 2011 χωρίς όμως να ενημερωθεί ακόμη για την απόφαση τους. Κατάθεσε ως Τεκμ. 19 την απόδειξη πληρωμής ποσού €12,00 για την εγγραφή του στην Παγκύπρια Οργάνωση Αποκατάστασης Αναπήρων. Λόγω του ότι δεν πήρε απάντηση, αναγκάστηκε να τοποθετήσει έξτρα πατίδι στο αυτοκίνητο του, για να μπορεί να οδηγεί με το αριστερό του πόδι. Αυτό του στοίχισε €400,00 και επίσης πληρώνει κάθε χρόνο αυξημένο ασφάλιστρο για την ασφάλεια του αυτοκινήτου του λόγω της κατάστασης του και της διαμόρφωσης που έκανε στο αυτοκίνητο του. Αναφερόμενος σε ζημιές και έξοδα στα οποία θα υποβάλλεται σε όλη του τη ζωή, ανέφερε ότι τον Αύγουστο του 2013 έπρεπε να προβεί σε αντικατάσταση της τεχνητής κνήμης και προς τούτο κατέβαλε το ποσό των €1.000,
  7. Κατάθεσε το σχετικό τιμολόγιο του Κέντρου Ορθοπεδικών Εφαρμογών με τις αποδείξεις πληρωμής για το ποσό των €300,00 και €700,00 αντίστοιχα ως Τεκμ.
  8. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι στις 15.02.2019 άλλαξε το τεχνητό του πόδι διότι έχει μεγαλώσει η θήκη και ήταν αναγκαία η αλλαγή του καταβάλλοντας προς τούτο €5.500,00 στο Κέντρο Ορθοπεδικών Εφαρμογών. Κατάθεσε τη σχετική απόδειξη ως Τεκμ.
  9. Για την ετοιμασία των ιατρικών εκθέσεων του νοσοκομείου κατέβαλε το ποσό των €112,77σ. (Τεκμ. 22). Υπολόγισε τα έξοδα στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί στο συνολικό ποσό των €16.212,38σ. Εξαιτίας της κατάστασης του, υποβάλλεται κάθε μήνα σε αναλύσεις πηκτικότητας και καταβάλλει κάθε φορά το ποσό των €10.00, κάτι που θα συνεχίσει να κάνει για όλο το υπόλοιπο της ζωής του, υπολόγισε το σχετικό κόστος για 20 χρόνια που είναι το προσδόκιμο ζωής στο ποσό των €2.400,
  10. Στη συνέχεια ο ενάγων διευκρίνισε ότι ο νευρολόγος Δρ Νικολαΐδης τον είχε επισκεφθεί στις 18:45 το απόγευμα μετά που είχε πάει η γυναίκα του γύρω στις 18:30 στην κλινική του και τον παρακάλεσε να πάει να τον δει επειγόντος, παρόλο ότι προηγουμένως τον είχε ειδοποιήσει σχετικά ο εναγόμενος. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι μέχρι που είχε πάθει θρόμβωση δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας αν και συμφώνησε ότι την προηγούμενη ημέρα της εισαγωγής του στην κλινική του εναγόμενου που ήταν Κυριακή, είχε εισαχθεί στο Γ.Ν.Λ., νοιώθοντας έντονο πόνο στην κοιλιά και αδιαθεσία. Δέχθηκε ότι είχε εξεταστεί εκεί και του έγινε υπερηχογράφημα και οι γιατροί εκεί δεν του βρήκαν κάτι και τον έστειλαν σπίτι του. Συμφώνησε ότι όταν είχε πάει στην κλινική του εναγόμενου είχε πόνο στην κοιλιά και έκανε εμετούς. Όταν του υποβλήθηκε ότι η χοληστερόλη του ήταν 855 mg, ανέφερε ότι αυτή ήταν ρυθμισμένη σε κανονικό επίπεδο και πως έπινε γι' αυτό χάπια. Ήταν η πρώτη φορά που είχε τύχει νοσηλείας στην κλινική του εναγόμενου. Δεν πήγε πίσω στο νοσοκομείο καθώς ο οικογενειακός τους ιατρός, ο Δρ Νικολαΐδης, του σύστησε την εν λόγω κλινική. Ανέφερε στον εναγόμενο ότι οι ιατροί στο νοσοκομείο δεν του είχαν βρει κάτι και ότι είχαν υποψίες ότι είχε πέτρες στη χολή και ότι θα τον έβλεπε ένας χειρουργός την επόμενη ημέρα. Είχε αναφέρει στον εναγόμενο ότι πονούσε στη κοιλιά, έκανε εμετούς, ίδρωνε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Παραδέχθηκε ότι ο εναγόμενος εξέτασε την κοιλιά του (ψηλάφηση) και πιθανόν να του έκανε και καρδιογράφημα. Δέχθηκε ότι όταν πήγε στον εναγόμενο είχε δώσει σε αυτόν τον ιατρικό του φάκελο του νοσοκομείου στον οποίο υπήρχαν οι ακτινογραφίες κοιλιάς, το υπερηχογράφημα και οι εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε στο νοσοκομείο. Επανέλαβε σε σχετική υποβολή ότι ο εναγόμενος τον εξέτασε στην κοιλιά και του έβαλε ορό και του σύστησε και έδωσε αντιβίωση. Σε υποβολή ότι ο εναγόμενος του έκανε κλινική εξέταση, του έβαλε τον ίδιο ορό Rocephin, (αντιβίωση) που είχε και στο νοσοκομείο η οποία είναι ειδική για μολύνσεις στην κοιλιά και ότι δεν χρειαζόταν κάτι άλλο παρά μόνο παρακολούθηση, ανέφερε ότι θυμόταν ότι του είχε βάλει ορό και τον εξέτασε στην κοιλιά τα άλλα δεν τα θυμόταν. Σε υποβολή ότι δεν είχε συμπτώματα, απάντησε ότι πονούσε την κοιλιά του και έκανε εμετούς την ώρα που πήγε στην κλινική. Παραδέχθηκε ότι την επόμενη ημέρα ειδοποιήθηκε ο νευρολόγος Δρ Νικολαΐδης, ο οποίος όπως ανέφερε ήταν ο γιατρός του γιού του. Επανέλαβε ότι ο Δρ Νικολαΐδης είχε πει ότι θα πήγαινε να τον δει στις 16:30, τελικά μόνο μετά που πήγε η γυναίκα του και τον βρήκε και τον παρακάλεσε, τον επισκέφθηκε τελικά στις 18:
  11. Σε υποβολή ότι τα φάρμακα που του χορήγησε ο εναγόμενος μεταξύ των οποίων και αντιπηκτική αγωγή Clexane για να ελεγχθεί εάν μπορούσε να δημιουργηθεί θρόμβος και του έγινε καρδιογράφημα μετά από συνεννόηση με τον Δρα Νικολαΐδη, ανέφερε ότι δεν το γνώριζε αυτό και ότι πιθανόν να του έκανε καρδιογράφημα. Σε υποβολή ότι μετά τις εξετάσεις που τον υπέβαλε δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα οξύ πρόβλημα γιατί η κοιλιά του ήταν μαλακή, χωρίς διάταση, χωρίς ευαισθησία και κανονικούς ήχους του εντέρου, κάτι που του είχε πει ο εναγόμενος, ανέφερε ότι ακόμα και μετά την ένεση που του είχε κάνει συνέχισαν οι πόνοι. Επέμεινε ότι ο εναγόμενος δεν τους ενημέρωνε για την κατάσταση της υγείας του. Σε υποβολή ότι το πρωϊνό της 06.
  12. δεν είχε παραπονεθεί για πόνο στην κοιλιά, ανέφερε ότι είχε τέτοιο πόνο και ότι ίδρωνε και επέμεινε ότι ήταν το πρωινό εκείνης της ημέρας που όταν σηκώθηκε ανέφερε ότι είχε πόνο στο πέλμα και ότι ήταν μουδιασμένο και παγωμένο και ήταν τότε που ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες να του σκεπάσουν το πόδι. Αρνήθηκε υποβολή ότι μέχρι το μεσημέρι δεν είχε συμπτώματα στο πόδι του, επιμένοντας ότι ένοιωθε πόνο στο πέλμα και δεν μπορούσε να περπατήσει. Στη συνέχεια σε υποβολή ότι ήταν στις 14:00 το μεσημέρι που παραπονέθηκε για το πόδι του και επειδή ο εναγόμενος δεν είναι νευρολόγος κάλεσε τον Δρα Νικολαΐδη, ανέφερε επί λέξη: «Ναι, νευρολόγος είναι ο κ. Νικολαΐδης, ναι, νευρολόγος». Στη θέση ότι ο Δρ Νικολαΐδης τον εξέτασε το απόγευμα γιατί τότε μπορούσε να πάει στην κλινική να τον δει, απάντησε: «Το απόγευμα ήρθε ο κύριος Νικολαΐδης, είπε ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα και πρέπει να με δει αγγειολόγος». Δέχθηκε ότι η εξέταση από τον Δρα Νικολαΐδη έγινε στην παρουσία του εναγόμενου. Ανέφερε ότι ο εναγόμενος κάλεσε αγγειολόγο χωρίς να του πει ότι είναι επείγον το περιστατικό. O ίδιος συνέχισε να έχει δυνατούς πόνους και για τούτο έψαχναν να βρουν τον εναγόμενο καθώς δεν είχε πει στον αγγειολόγο ότι ήταν επείγον το περιστατικό για να τον επισκεπτόταν αμέσως. Σε υποβολή ότι δεν ήταν το συγκεκριμένο αγγειολόγο που σύστησε ο εναγόμενος στον Δρα Νικολαΐδη αλλά κάποιον άλλον και ότι ο Δρ Νικολαΐδης του είπε ότι προτιμούσε να συνεργαστεί με τον Δρα Χριστοδούλου, ο ενάγων απάντησε ότι δεν θυμόταν να έγινε τέτοια συζήτηση μπροστά του. Σε υποβολή ότι εφόσον ο Δρ Νικολαΐδης επιθυμούσε τον Δρα Χριστοδούλου, ο εναγόμενος τον κάλεσε άμεσα στην κλινική του, απάντησε ότι εκτός του ότι τον κάλεσε καθυστερημένα δεν του είπε ότι ήταν επείγον το περιστατικό και τούτο το πληροφορήθηκε η γυναίκα του από τον ίδιο τον Δρα Χριστοδούλου, ο οποίος μετέβη στην κλινική την επόμενη ημέρα. Σε υποβολή ότι εκτός από την άμεση κλήση του Δρος Χριστοδούλου, ο εναγόμενος τον ενημέρωσε για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο ενάγων, απάντησε ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο. Όταν του υποδείχθηκε σχετικό πιστοποιητικό του Δρος Νικολαΐδη που αφορούσε την εξέταση που διενήργησε στον ενάγοντα στις 06.09.2011, παρόλο ότι δήλωσε ότι δεν το είχε ξαναδεί εντούτοις αναγνώρισε ότι τον αφορούσε και γι' αυτό τον λόγο αν και δεν είχε αποκαλυφθεί έγινε αποδεκτό από το δικαστήριο και κατατέθηκε ως Τεκμ. 24, η αποδεικτική βαρύτητα του οποίου όπως λέχθηκε, μετά από σχετική ένσταση για την κατάθεση του από πλευράς του ενάγοντος, θα εξεταζόταν στο κατάλληλο στάδιο, ανάλογα με τη μαρτυρία που θα παρουσιαζόταν σε σχέση με αυτό. Σημειώνεται ότι αργότερα, κατά την αντεξέταση του εναγόμενου, δηλώθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του ενάγοντος ότι γινόταν από πλευράς του αποδεκτό το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού. Σχολιάζοντας το Τεκμ. 24 ο ενάγων επανέλαβε ότι ο εναγόμενος καθυστέρησε να ειδοποιήσει τον αγγειοχειρουργό, όπως του είπε η σύζυγος του, καθ' ότι δεν του είχε αναφέρει ότι ήταν επείγον περιστατικό αν και κάτι τέτοιο δεν αναγραφόταν σε αυτό το πιστοποιητικό. Ανέφερε ότι ο εναγόμενος είχε πει στον αγγειοχειρουργό ότι με την ένεση που του χορήγησε δεν θα είχε κανένα πρόβλημα και ότι θα πήγαινε την επόμενη για να τον δει, παρόλο ότι εξακολουθούσε να πονάει. Επέμεινε ότι ήταν ο εναγόμενος που ανέφερε στον Δρα Χριστοδούλου ότι με τα φάρμακα που του χορήγησε και την ένεση που του έβαλε δεν θα είχε πρόβλημα και γι' αυτό εκείνος δεν πήγε την ίδια ημέρα να τον δει. Σε υποβολές ότι οι ενέσεις που αγόρασε η γυναίκα του, καθ' υπόδειξη του εναγόμενου, ήταν βιταμίνες, ανέφερε ότι δεν ήξερε τι ήταν και αν αυτές ήταν αντιθρομβωτικές. Αρνήθηκε υποβολή ότι έλεγε ψέματα ότι δήθεν δεν εύρισκαν τον εναγόμενο το απόγευμα της 06.
  13. και ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι το σπίτι του εναγόμενου ήταν πάνω από την κλινική με συνεχή την παρουσία του στην κλινική. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι όσα ανέφερε περί απουσίας του ιατρού ήταν για να δημιουργήσει εντυπώσεις και να εξασφαλίσει αποζημιώσεις. Σε υποβολή ότι ο εναγόμενος περιέγραψε τα συμπτώματα του στον αγγειολόγο Δρα Χριστοδούλου από τηλεφώνου και εκείνος μετά από αυτή την περιγραφή αποφάσισε να πάει την επόμενη ημέρα να τον εξετάσει, ο ενάγων επέμεινε ότι ο εναγόμενος δεν είχε πει στον Δρα Χριστοδούλου ότι ήταν επείγον να τον δει την ίδια ημέρα γι' αυτό και πήγε την επόμενη το πρωί. Και στη συνέχεια σε σχετική ερώτηση ο μάρτυς ανέφερε: «Ε. Ρωτήσατε τον κύριο Χριστοδούλου την επόμενη μέρα που ήρθε το πρωί ¨γιατί δεν ήρθες την προηγούμενη¨; Α. Τι να του πω; Αφού αποφάσισε ότι ήταν να έρτει την άλλη μέρα». Ο ενάγων απέρριψε εισήγηση ότι μετά που τον εξέτασε ο Δρ Χριστοδούλου ήταν η εισήγηση του εναγόμενου για την άμεση εισαγωγή του στο νοσοκομείο με την οποία συμφώνησε και ο Δρ Χριστοδούλου, αναφέροντας ότι ήταν ανάποδα που έγιναν τα πράγματα, δηλαδή το εισηγήθηκε ο Δρ Χριστοδούλου και συμφώνησε ο εναγόμενος. Παραδέχθηκε ότι σε σχέση με την αναφορά του στη Δήλωσή του ότι στο ασθενοφόρο μια ιατρός ανέφερε τη φράση «γιατί δεν τον στείλατε από τα εχθές και τον στείλατε σήμερα και προχώρησε η κατάσταση του» ότι δεν γνώριζε αν ήταν ιατρός ή νοσοκόμα. Διευκρίνισε ακόμα στη συνέχεια ότι ό,τι και να ήταν εκείνη η γυναίκα δεν τον είχε εξετάσει. Ήταν όμως στην παρουσία του εναγόμενου που λέχθηκε η πιο πάνω κουβέντα και στη συνέχεια αρνήθηκε υποβολή ότι δεν έλεγε την αλήθεια γι' αυτό το ζήτημα και ότι η αναφορά του αποσκοπούσε απλώς στη δημιουργία εντυπώσεων εναντίον του εναγόμενου. Ανέφερε ότι ήταν δύο μέρες στην κλινική του εναγόμενου και δεν του βρήκε τίποτε και στη συνέχεια του έκοψαν το πόδι του και για τούτο του επιρρίπτει ευθύνη. Γνώριζε ότι ο θρόμβος δημιουργείται από την κακή λειτουργία του αίματος. Παραδέχτηκε ότι ο εναγόμενος του χορήγησε αντιπηκτική αγωγή αλλά δεν θυμόταν αν ο αγγειολόγος είχε πει πριν ότι ήταν καλυμμένος από τα φάρμακα που του χορηγήθηκαν στην κλινική. Δεν θυμόταν αν ο Δρ Χριστοδούλου του είχε δώσει κάποια ιατρική έκθεση και ούτε θυμόταν αν είχε λεχθεί κάτι για αξονική τομογραφία. Ο ενάγων επέμεινε ότι είχε λιποθυμήσει το απόγευμα πριν πάει στην κλινική του εναγόμενου, κάτι που είχε αναφέρει στον εναγόμενο. Σε σχέση με το Τεκμ. 2, ο ενάγων ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν ήταν βιταμίνες και όχι αντιθρομβωτικές ενέσεις που του χορηγήθηκε και δεν γνώριζε αν ήταν μετά από εισήγηση του Δρος Νικολαΐδη που του είχε χορηγηθεί. Αρνήθηκε υποβολή ότι στις 06.09, δηλαδή τη δεύτερη ημέρα που ήταν στην κλινική του εναγόμενου, η κατάστασή του ήταν ασυμπτωματική. Αρνήθηκε υποβολή ότι όσα διαγνώστηκαν στο νοσοκομείο όπου είχε εισαχθεί, μετά την εισήγηση του εναγόμενου και του Δρος Χριστοδούλου, ανεξάρτητα ποιανού ήταν η εισήγηση, δεν είχαν να κάνουν με την ιατρική παρακολούθηση που έτυχε από τον εναγόμενο, και τούτο καθώς, μετά που του έκαναν εξετάσεις ο Δρ Τζιωρτζής και μια άλλη ιατρός στις Α΄ Βοήθειες του νοσοκομείου, της οποίας δεν θυμόταν το όνομα, βρήκαν τα συμπτώματα που ανέγραψαν στα πιστοποιητικά τους. Η ευθύνη που καταλογίζει στον εναγόμενο έγκειται στην καθυστέρηση με την οποία κάλεσε ειδικούς ιατρούς, νευρολόγο και αγγειολόγο, εφόσον ο ίδιος δεν ήταν ειδικός για να τον εξετάσουν. Ανέφερε ότι στο νοσοκομείο του είχαν πει οι γιατροί ότι έπρεπε να τον είχαν μεταφέρει εκεί την προηγούμενη ημέρα παρόλο ότι κάτι τέτοιο δεν κατέγραψαν στα ιατρικά πιστοποιητικά τους. Επέμεινε ότι σήμερα έχει συνεχώς πόνους στο πέλμα και όπως του ανέφερε ο παθολόγος του στο νοσοκομείο είναι «πόνος φάντασμα» και θα πονάει σε όλη του τη ζωή στο πέλμα. Σήμερα πίνει αντιπηκτικά χάπια και κάνει αναλύσεις μια φορά το μήνα. Σε σχέση με τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε, παραδέχθηκε ότι κάποια έξοδα του τα κάλυψε η Α.Η.Κ. Όταν του υποβλήθηκε ότι σήμερα ζει μια φυσιολογική ζωή, διερωτήθηκε πως μπορεί να κάνει φυσιολογική ζωή όταν δεν μπορεί να συντηρεί το περιβόλι του, όταν πρέπει να έχει ειδικό δωμάτιο όταν πηγαίνει ταξίδια, όταν χρησιμοποιεί το Π για βοήθεια, όταν δε ταξιδεύει στο εξωτερικό δεν βρίσκει πάντοτε κατάλληλα δωμάτια για αναπήρους και γι' αυτό οδηγεί αυτόματο αυτοκίνητο. Την αγωγή δεν την καταχώρησε για να διεκδικήσει ψηλές αποζημιώσεις, όπως του υποβλήθηκε, αλλά για να δικαιωθεί που του κόπηκε το πόδι. Σε υποβολή ότι δεν έχασε μεροκάματα και ότι παίρνει πλήρη σύνταξη από την Α.Η.Κ., ανέφερε ότι όταν έπαθε τη θρόμβωση βρισκόταν με άδεια του ιατρού μέχρι το τέλος του 2011 και μετά βγήκε σε σύνταξη γιατί δεν μπορούσε να εκτελεί τα καθήκοντα του. Παραδέχθηκε ότι του καταβλήθηκε ό,τι δικαιούτο από το εφάπαξ του. Η απαίτηση του είναι εναντίον του εναγόμενου και γι' αυτό και δεν στράφηκε με την αγωγή του και εναντίον του νοσηλευτικού προσωπικού της κλινικής αν και δεν τον εξυπηρέτησαν τις δύο μέρες της παραμονής του εκεί. Ισχυρίστηκε ότι λόγω της κατάστασης του, έχει χάσει συνολικά ως μελλοντικές απολαβές το ποσό των €156.000,00 δηλαδή €4.000,00 μηνιαίως επί 13 συνολικά μήνες επί 3 χρόνια. Τέλος, ανέφερε ότι λόγω των πιο πάνω γεγονότων, η οικογένεια του και ειδικότερα η σύζυγος του, που ήταν μαζί του 24 ώρες το εικοσιτετράωρο από την ημέρα που έγινε το περιστατικό, υπέστη ψυχολογική ταραχή, σοκ, αναστάτωση και αγωνία όπως η ίδια θα αναφέρει στο δικαστήριο, ενώ η δική του ζωή άλλαξε εξ' ολοκλήρου. Προς τούτο, αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό των €350,00 για συμβουλευτική ψυχοθεραπεία στην οποία έπρεπε να υποβληθεί η σύζυγος του και προς τούτο κατάθεσε σχετική απόδειξη ως Τεκμ.
  14. Επέμεινε επαναλαμβάνοντας ότι από την ταλαιπωρία και την αναστάτωση που πέρασε, άλλαξε εντελώς η ζωή του και η ψυχολογία του αφού με την προσθήκη του τεχνητού ποδιού άλλαξε ο κόσμος του. Τα σχέδια του για το μέλλον, μετά την συνταξιοδότηση του, ήταν να χαίρεται τις δραστηριότητες στις οποίες αναφέρθηκε πιο πάνω τις οποίες αγαπά και οι οποίες τον ξεκουράζουν. Στη συνέχεια δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών του νοσοκομείου όπως αυτά κατατέθηκαν ως Τεκμ. 4, 5 και
  15. Θα συνοψίσω τις αναφορές σε αυτά, παρόλο ότι κάποιες από αυτές έχουν ήδη καταγραφεί πιο πάνω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του ενάγοντος: (α) Ο ενάγων εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) στο Γ.Ν.Λ. με οξεία κοιλία και ισχαιμία του δεξιού κάτω άκρου στις 07.09.2011(Τεκμ.4,5 και 6). (β) Παραπονείτο για έντονο κοιλιακό άλγος συνοδευόμενο από εμετούς που είχε αρχίσει προ τριημέρου καθώς επίσης και για πόνο στο δεξιό κάτω άκρο από 24ώρου (Τεκμ.6). (γ) Αντικειμενικά παρουσίαζε διάχυτη κοιλιακή ευαισθησία με σημεία περιτονίτιδας το δε δεξιό κάτω άκρο του ενάγοντος ήταν ψυχρό, άσφυγμο, κυανικό και επώδυνο (Τεκμ.6). (δ) Του έγιναν αναλύσεις αίματος, καρδιογράφημα και υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο (απλές ακτινογραφίες θώρακα και αξονική τομογραφία κοιλίας - πυέλου), η οποία ανέδειξε θρόμβωση της δεξιάς κοινής λαγονίου αρτηρίας και πνευμάτωση του λεπτού εντέρου και ασκίτη (Τεκμ. 5 και 6). (ε)Τα ως άνω ευρήματα ήταν ενδεικτικά μεσεντέριου ισχαιμίας για τούτο και υπεβλήθη σε ερευνητική λαπαροτομή κατά την οποία ανευρέθη ισχαιμία - νέκρωση λεπτού εντέρου η οποία αντιμετωπίσθη με εντερεκτομή και εμβελοκτομή (δηλαδή αφαίρεση ευμεγέθους οργανωμένου θρόμβου) από τη δεξιά κοινή λαγόνιο αρτηρία, από αγγειοχειρουργό που κλήθηκε ειδικά για τούτο από το Γ.Ν. Λευκωσίας (Τεκμ. 5 και 6). (στ) Το δεξιό κάτω άκρο του ενάγοντος παρουσίαζε σημεία μη αναστρέψιμης ισχαιμίας (Τεκμ.5). (ζ) Στις 10.09.2011, ο ενάγων υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό του δεξιού κάτω άκρου κάτω από το γόνατο λόγω γάγγραινας και συνδρόμου διαμερίσματος της δεξιάς γαστροκνημίας. Η περαιτέρω πορεία του ασθενή ήταν ομαλή και στις 13.09.2011 διακομίσθηκε στη χειρουργική κλινική (Τεκμ. 5 και 6). (η) Ο ενάγων δεν είχε προηγούμενο ιστορικό θρομβοφιλίας (Τεκμ.4). (θ) Ο ενάγων παρέμεινε στο νοσοκομείο μέχρι τις 26.09.2011 οπότε και εξήλθε με οδηγίες για επανεξέταση του στα εξωτερικά ιατρεία της χειρουργικής κλινικής και στους αιματολόγους (Τεκμ.6). Η μαρτυρία του εναγόμενου: Ο εναγόμενος του οποίου η Γραπτή του Δήλωση κατατέθηκε ως Έγγραφο Β, ανέφερε ότι στις 05.09.2011 και ώρα 21:00 ο ενάγων επισκέφθηκε την κλινική του για εξέταση μετά από περίθαλψη που έλαβε τις προηγούμενες ημέρες στο Γ.Ν.Λ. λόγω κοιλιακού άλγους. Κατά την εισαγωγή του στο Γ.Ν.Λ., όπως επίσης του ανέφερε ο ενάγων, υπεβλήθηκε σε πλήρη κλινικοεργαστηριακό έλεγχο, δηλαδή, αναλύσεις αίματος, ακτινογραφίες κοιλίας και υπερηχογράφημα, χωρίς να ανευρεθούν παθολογικά ευρήματα. Αυτά αναγράφονται και στην ιατρική του βεβαίωση ημερ. 09.11.2011 η οποία σημειώθηκε ως Τεκμ.
  16. Ανέφερε ότι κατά την επίσκεψη του ενάγοντος στην κλινική του, του ανέφερε ότι τα συμπτώματα του δεν υποχωρούσαν και αποφάσισε να εγκαταλείψει το Γ.Ν.Λ. και να προσέλθει για περαιτέρω διερεύνηση και θεραπεία στην κλινική του. Είχε πάρει μαζί του τον ιατρικό φάκελο που έλαβε από το Γ.Ν.Λ. Ανέφερε ότι αφού μελέτησε εκτενώς το περιεχόμενο του ιατρικού φακέλου του ενάγοντος και έλαβε το πλήρες ιατρικό του ιστορικό, προχώρησε στη διενέργεια μιας πλήρους κλινικής εξέτασης του. Υπέβαλε δηλαδή τον ενάγοντα σε διάφορες εξετάσεις, όπου διέγνωσε ότι δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα οξύ πρόβλημα καθ' ότι η κοιλιά του ήταν μαλακή με ελαφρύ πόνο, χωρίς διάταση, ούτε αντίσταση των τοιχωμάτων, χωρίς αναπηδώσα ευαισθησία και με κανονικούς ήχους του εντέρου. Μετά το πέρας της κλινικής του εξέτασης χορήγησε σ' αυτόν ορό, όπως του είχε χορηγηθεί και στο Γ.Ν.Λ. στο οποίο ευρισκόταν αμέσως πριν την εισαγωγή του στην κλινική του, καθώς επίσης και Rocephin, το οποίο είναι αντιβίωση, ειδικό για μολύνσεις στην κοιλία, και του συνέστησε όπως παραμείνει στην κλινική του για παρακολούθηση. Ανέφερε ότι την επόμενη ημέρα δηλαδή στις 06.09.2011 και γύρω στις 11:00 π.μ. ο ενάγων παραπονέθηκε για ευαισθησία και ελαφρύ πόνο στην περιοχή της πελματιαίας επιφάνειας του δεξιού κάτω άκρου. Στην κλινική εξέταση που τον υπέβαλε δεν ανευρέθηκε ιδιαίτερο σοβαρό πρόβλημα και έτσι παρέμεινε υπό στενή παρακολούθηση. Ταυτόχρονα του έγινε ηλεκτροκαρδιογράφημα χωρίς ιδιαίτερα ευρήματα. Κατάθεσε ως Τεκμ. 26 το σχετικό καρδιογράφημα του ενάγοντος. Μετά του χορήγησε αντιπηκτική ένεση για προληπτικούς λόγους, την λεγόμενη «Clexane», η οποία χορηγείται για αντιμετώπιση πρόληψης δημιουργίας θρόμβων. Κατάθεσε ως Τεκμ. 27 το Δελτίο Φαρμακευτικής Αγωγής του ενάγοντος από 05.09.2011 έως 07.09.2011 που παρέμεινε στην κλινική του. Ανέφερε στη συνέχεια ότι στις 14:00 αφού επανεξέτασε τον ενάγοντα, διαπίστωσε ότι το δεξιό κάτω άκρο του παρουσίαζε ελαφρά υποθερμία και μούδιασμα. Κατόπιν τούτου, κάλεσε άμεσα τον Δρα Νικολαΐδη, ο οποίος είναι νευρολόγος και τον ενημέρωσε για την κατάσταση του ενάγοντος και του ζήτησε όπως μεταβεί αμέσως στην κλινική του για να εξετάσει τον ενάγοντα. Ανέφερε ότι καθ' όλη την διάρκεια της παραμονής του ενάγοντος στην κλινική του τον εξέτασε αρκετές φορές και για όλες τις εξετάσεις που διενήργησε καθώς επίσης και για τα φάρμακα που του χορήγησε, ενημέρωνε, τόσο τον ίδιο, όσο και την οικογένεια του. Επειδή ήταν ο Δρ Νικολαΐδης που παρέπεμψε ευθύς εξ' αρχής τον ενάγοντα στην κλινική του, επιλέγηκε με την σύμφωνη γνώμη και του ενάγοντα και μετέβη στην κλινική του το απόγευμα, γύρω στις 18:
  17. Όταν είχε πάει στην κλινική του ο Δρ Νικολαΐδης τον εξέτασαν μαζί, όπου και πάλι δεν παρουσίαζε οξύ πρόβλημα και η κοιλιά του ήταν μαλακή χωρίς σύσπαση και χωρίς αντίσταση, ο σφυγμός της μηριαίας αρτηρίας, της ιγνυακής της οπίσθιας κνημικής και της ραχιαίας αρτηρίας ήταν ψηλαφητές. Με το πέρας της κλινικής εξέτασης του ενάγοντος από τον Δρα Νικολαΐδη και τον ίδιο και μετά από επισήμανση του Δρος Νικολαΐδη, αποφάσισαν ότι ο ενάγων θα έπρεπε να εξεταστεί και από αγγειοχειρουργό για καλύτερη εκτίμηση της κατάστασης του. Επίσης, μετά την εξέταση, ο Δρ Νικολαΐδης εισηγήθηκε όπως χορηγηθούν στον ενάγοντα και κάποιες βιταμίνες, τις οποίες συνταγογράφησε (Τεκμ. 2). Ανέφερε ότι συνέστησε στον Δρα Νικολαΐδη τον αγγειοχειρουργό Δρα Παπά, για να πάει να εξετάσει τον ενάγοντα στην κλινική του. Ωστόσο, ο Δρ Νικολαΐδης του ανέφερε ότι δεν συνεργαζόταν με τον Δρα Παπά αλλά με τον Δρα Χριστοδούλου και ότι ήθελε να καλέσει αυτόν λόγω του ότι τον ήξερε. Έχοντας υπόψιν τα πιο πάνω δεδομένα ενημέρωσε, τόσο στον ενάγοντα, όσο και τη σύζυγο και τα παιδιά του ότι επρόκειτο να καλέσει τον Δρα Χριστοδούλου για να πάει να εξετάσει τον ενάγοντα. Κάλεσε λοιπόν τον Δρα Χριστοδούλου και του εξήγησε περιεκτικά την κλινική εικόνα του ενάγοντος και τον παρακάλεσε όπως έρθει να τον εξετάσει στην κλινική του. Ο Δρ Χριστοδούλου, μετά την ενημέρωση που του έκανε, του ανέφερε τηλεφωνικά όπως χορηγήσει στον ενάγοντα 'Clexane 0.4ml inj', το οποίο του είχε ήδη χορηγήσει. Επιπλέον, ο Δρ Χριστοδούλου, του ανάφερε ότι με τα φάρμακα αυτά, που ήδη είχε χορηγήσει στον ενάγοντα, ήταν καλυμμένος και δεν υπήρχε πρόβλημα και τον διαβεβαίωσε ότι θα πήγαινε αμέσως να τον εξετάσει. Διέψευσε τον ισχυρισμό του ενάγοντος για κάλυψη του ποδιού του με κουβέρτα, χαρακτηρίζοντας τον ως «γελοιότητες». Ισχυρίστηκε ότι στις 21:00 της 06.
  18. εξέτασε τον ενάγοντα χωρίς να έχει αλλάξει η κλινική του εικόνα. Ο Δρ Χριστοδούλου επισκέφθηκε την κλινική του την επόμενη ημέρα ήτοι στις 07.09.2011 και ώρα 7:15π.μ, όπου μετά από την αγγειοχειρουργική εξέταση που διενήργησε στον ενάγοντα, διέγνωσε εμβολή στην οπισθοκνημιαία αρτηρία. Κατά την ώρα αυτή, η γενική κατάσταση του ενάγοντος παρουσίαζε επιδείνωση και έτσι κρίθηκε αναγκαία διενέργεια αξονικής τομογραφίας. Εισηγήθηκε ο ίδιος όπως γίνει άμεση εισαγωγή του ενάγοντος στο Γ.Ν.Λ. με σκοπό να διενεργηθεί σε αυτόν η αξονική τομογραφία. Ο Δρ Χριστοδούλου, συμφώνησε μαζί του και αμέσως κάλεσε ασθενοφόρο να έρθει να παραλάβει τον ενάγοντα από την κλινική του και να τον μεταφέρει στο Γ.Ν.Λ., όπου θα μπορούσε να έχει πολύπλευρη υποστήριξη από ιατρούς πολλών ειδικοτήτων. Η μεταφορά του ενάγοντος στο Γ.Ν.Λ. επιτεύχθηκε πολύ σύντομα, κατόπιν διαβούλευσης του με την επί καθήκοντι ιατρό του Τμήματος Α΄ Βοηθειών Δρα Ιωαννίδη. Σε συνέχεια των ανωτέρω, αρνήθηκε και απέρριψε τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, ότι δήθεν η ισχαιμία λεπτού εντέρου, η ισχαιμία δεξιού ποδιού και η θρόμβωση δεξιάς κοινής λαγόνιας αρτηρίας, είχαν οποιαδήποτε σχέση με την θεραπεία και τις ιατρικές υπηρεσίες που προσέφερε σε αυτόν και ήταν αποτέλεσμα δικών του ενεργειών ή παραλείψεων. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι ως γενικός χειρουργός, προσέφερε στον ενάγοντα, τις υπηρεσίες του, με τον καλύτερο, προσεκτικότερο και ενδεδειγμένο τρόπο, μέθοδο και τεχνική, με επαγγελματική επιδεξιότητα και επιμελώς, ασκώντας την κατάλληλη και την καθιερωμένη ιατρική πρακτική (in accordance with proper medical practice), γνώση και πείρα και σύμφωνα με τα ιατρικά θέσμια και την ιατρική επιστήμη. Κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος ανέφερε ότι η κλινική του διαθέτει 15 κλίνες και διέθετε άδεια διανυκτέρευσης ασθενούς σ' αυτή. Σε ερώτηση κατά πόσο η κλινική του διαθέτει εξοπλισμό για αντιμετώπιση περιστατικών όπως αυτό του ενάγοντος, ανέφερε ότι ο ενάγων μετέβη στην κλινική του με πιθανή διάγνωση οξείας χολοκυστίτιδας σαν οξύ χειρουργικό περιστατικό. Η κλινική του διέθετε άρτια εξοπλισμένο χειρουργείο προς αντιμετώπιση τέτοιου περιστατικού και κατάλληλο νοσηλευτικό προσωπικό προς το σκοπό αυτό. Σε ερώτηση αν είχε εξοπλισμό για αντιμετώπιση εμβολής, ανέφερε ότι η διάγνωση της εμβολής είχε γίνει το απόγευμα της 06.
  19. και προς το σκοπό αυτό κλήθηκε αγγειοχειρουργός για να αναλάβει περαιτέρω το περιστατικό. Σε ερώτηση γιατί από τις 06.
  20. που τέθηκε η υποψία για εμβολή δεν στάλθηκε ο ενάγων αμέσως στο νοσοκομείο, αφού δεν είχε τον εξοπλισμό αντιμετώπισης του περιστατικού; ανέφερε ότι ήταν υπόνοια ότι ενδεχομένως να υπήρχε μια μικρή περιφερειακή εμβολή και προς τούτο ήταν απόφαση του αγγειοχειρουργού να αποφασίσει αν ο άρρωστος θα έμενε στην κλινική ή αν θα πήγαινε οπουδήποτε αλλού. Εξήγησε ότι εμβολή είναι ένας μικρός θρόμβος από κάποια περιοχή να μεταφερθεί σε κάποιο περιφερειακό ή κεντρικό όργανο. Η εμβολή, εξήγησε περαιτέρω, ανάλογα με την έκταση της, έχει τη σοβαρότητα της. Στην προκείμενη περίπτωση ήταν απλή υπόνοια και προς τούτο κλήθηκε αγγειοχειρουργός. Διαφώνησε με υποβολή ότι καθυστερημένα κάλεσε αγγειοχειρουργό, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα όταν ο ενάγων διακομίσθηκε στο νοσοκομείο, να είχε ήδη λιώσει το έντερο του, να ακρωτηριαστεί το πόδι του και να βρίσκεται σε κίνδυνο η ζωή του. Απάντησε ως ακολούθως: «Διαφωνώ. Η εμβολή που έγινε στο έντερο είχε γίνει λίγες ώρες προτού μεταφερθεί στο νοσοκομείο και εξηγούμαι. Αν γίνει εμβολή του εντέρου είναι τόσο ευαίσθητο το έντερο που δεν αντέχει να περάσει όλη η νύχτα μέχρι να γίνει η διάγνωση του. Η εμβολή έγινε, πιστεύω, τις πρωινές ώρες πριν μεταφερθεί στο νοσοκομείο και το άλλο ο άρρωστος μέχρι τις 9 η ώρα το βράδυ που τον εξέτασα δεν είχε καμιά απολύτως συμπτωματολογία από τη κοιλιά του». Και στη συνέχεια σε υποβολή ότι αν όχι στις 05.9 που ο ενάγων εισήχθη στην κλινική του, όφειλε τουλάχιστον στις 06.9 από τη γενική εικόνα του ενάγοντος να υποψιαστεί ότι υπάρχει εμβολή και να την αντιμετωπίσει άμεσα, ο εναγόμενος απάντησε ως εξής: «Όταν μιλούμε για εμβολή μιλούμε για δύο διαφορετικά όργανα, η μια είναι η εμβολή του κλάδου της μεσεντερικής αρτηρίας που προσέβαλε τμήμα λεπτού εντέρου και δεύτερο εμβολή περιφερειακής αρτηρίας δεξιού ποδός. Από βιβλιογραφία να έχει κάποιος εμβολή σε δύο διαφορετικά όργανα από θρόμβο είναι πολύ σπάνιο, πάρα πολύ σπάνιο. Η διάγνωση πιστεύω έγινε σε σωστό χρόνο και σωστά μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο για περαιτέρω έλεγχο όπως CT και αντιμετώπιση του» και στη συνέχεια: «Το έντερο δεν δίνει πολύ χρόνο για να δείξει την εικόνα του. Τώρα στην προκείμενη περίπτωση πιστεύω ότι ένας πολύ μικρός θρόμβος, πολύ μικρό έμβολο είχε επηρεάσει πολύ μικρή περιφερειακή αρτηρία στο κάτω άκρο που δεν έδειχνε σαφή κλινική εικόνα. Σε μεταγενέστερο χρόνο πιστεύω πιο μεγάλος θρόμβος απαγκιστρώθηκε από τον θρόμβο και επηρέασε την αρτηρία του ποδιού κάτω και ένας άλλος θρόμβος κλάδων της μεσεντερικής αρτηρίας» και ακολούθως: «Όντως ο άνθρωπος αυτός από ό,τι έχω δει και από τις σημειώσεις του Νοσοκομείου είχε θρόμβο οργανωμένο. Είναι σημαντικό αυτό. Στην κοινή λαγόνιο σε ένα μεγάλο αγγείο αρτηριακό ο θρόμβος αυτός δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Θέλει χρόνια και οργανωμένος όπως είναι δεν δίνει πόνο, δεν δίνει συμπτωματολογία εκτός αν πολύ μικρά θρομβάκια κάνουν εμβολή και εκεί μπορεί να έχεις πόνο ή οτιδήποτε άλλο, αλλά ο θρόμβος δεν δίνει κλινική εικόνα για να σε κάνει να σκεφτείς την ύπαρξη του». Υποβλήθηκε στον εναγόμενο ότι παρόλο ότι ο ενάγων είχε έντονους πόνους από την πρώτη μέρα που πήγε στην κλινική του όπως και την επόμενη ημέρα, αντί να καλέσει αμέσως αγγειοχειρουργό κάλεσε νευρολόγο και αυτός είχε διαπιστώσει υπολειτουργικότητα των αγγείων όπως καταγράφεται στο Τεκμ.
  21. Ο εναγόμενος απάντησε ότι ο ενάγων όταν πήγε στην κλινική του δεν είχε πόνους στην κοιλιά ή οπουδήποτε. Ήταν δε κατά τις 11-12 η ώρα το μεσημέρι (της επόμενης) που εξέφρασε παράπονο ότι είχε μούδιασμα στο πέλμα του δεξιού άκρου. Ανέφερε ότι τον εξέτασε αρκετές φορές χωρίς να διαπιστώσει κάτι συγκεκριμένο. Το απόγευμα στο κάτω άκρο είχε δει ότι υπήρχε μια ελαφριά διαταραχή στη θερμοκρασία και ο λόγος που κάλεσε νευρολόγο ήταν γιατί ο άρρωστος παραπονείτο για μούδιασμα στο πόδι του και όταν αυτός πήγε στην κλινική τον εξέτασαν μαζί. Από την κοιλιά του δεν διαπιστώθηκε κάτι παθολογικό, από το αρτηριακό οι αρτηριακές σφίξεις της μηριαίας αρτηρίας, της ιγνυακής της οπίσθιας κνημιαίας και της ραχιαίας του ποδιού του ήταν ψηλαφητές. Τότε κρίθηκε αναγκαία η εξέταση του από αγγειοχειρουργό. Εξήγησε, όταν του υποβλήθηκε ότι ο ενάγων πήγε στην κλινική του με έντονους πόνους, ότι δεν ήταν τόσο έντονοι έτσι σεβάστηκε την πιθανή διάγνωση που του έγινε στο νοσοκομείο περί χολοκυστίτιδας και υπάρχουν περιπτώσεις αγχολισιακής χολοκυστίτιδας δηλαδή φλεγμονής χοληδόχου κύστης χωρίς να υπάρχουν πέτρες, πράγμα που μπορεί να προκαλέσει πόνο. Ο ίδιος δεν είχε προβεί σε ultra sound εφόσον είχε γίνει την προηγούμενη ημέρα στο νοσοκομείο και δεν θα άλλαζαν τα ευρήματα της χοληδόχου κύστης σε 12-24 ώρες όσον αφορά την ύπαρξη ή μη χολόλιθων. Παρόλες τις εξετάσεις που του έγιναν στο νοσοκομείο, πολλές φορές, εξήγησε, μπορεί να έχει κάποιος αγχολισιακή χολοκυστίτιδα χωρίς παθολογικά ευρήματα και αυτό εξαρτάται και από τη διάρκεια που κάποιος έχει αυτό το πρόβλημα. Παρόλο ότι όταν υποδείχθηκε στον εναγόμενο απόσπασμα από το βιβλίο «Κλινική Διατροφολογία και Διατροφή» του Αντώνιου Ζαμπέλα, Ιατρικές Εκδόσεις Π.Χ. Πασχαλίδη, ανέφερε ότι δεν το είχε υπόψη του, εντούτοις του υποδείχθηκε απόσπασμα από τη σελ. 965 το οποίο στη συνέχεια κατατέθηκε ως Τεκμ. 28, όπου αναφέρονται: «Τα εργαστηριακά ευρήματα από το περιφερικό αίμα είναι η λευκοκυττάρωση με πολυμορφοπυρηνικό τύπο, ενώ η χολερυθρίνη, οι τρανσαμινάσες, η αλκαλική φωσφατάση και η αμυλάση είναι φυσιολογικές ή μέτρια αυξημένες. Η διάγνωση τίθεται με το υπερηχογράφημα το οποίο έχει υψηλή ειδικότητα και ευαισθησία (95%)» ο εναγόμενος ανάφερε ότι δεν μπορούσε να σχολιάσει το απόσπασμα αυτό εφόσον δεν το ξέρει και επανέλαβε ότι εφόσον του είχε γίνει ultra sound στο νοσοκομείο με πιθανή διάγνωση χολοκυστίτιδας χωρίς πέτρες δεν θα βοηθούσε να το επαναλάμβανε την επόμενη ημέρα. Σε υποβολή στη συνέχεια, με αναφορά στο πιστοποιητικό του Δρος Νικολαΐδη (Τεκμ.24), ότι αν είχε διενεργήσει αναλύσεις και υπερηχογράφημα θα φαινόταν ότι ο ενάγων δεν πάσχει από χολοκυστίτιδα, ο εναγόμενος ανέφερε ότι όσον αφορά την υπολειτουργικότητα των αγγείων του κάτω άκρου, ιδίως του δεξιού κάτω άκρου, θα το δεχόταν με το σκεπτικό ότι κάποιος πολύ μικρός θρόμβος να μπήκε στο περιφερειακό αγγείο, αλλά υπολειτουργικότητα των αγγείων δεν μπορούσε να διαπιστωθεί με τα χέρια. Ανέφερε ότι χρειαζόταν ειδική εξέταση και χρειάζονταν πολλά πράγματα να γίνουν. Στη συνέχεια εξήγησε ότι, όπως ήταν το περιστατικό, δεν είχε στοιχεία για ανεπάρκεια, άρα δεν χρειαζόταν να κάμει Doppler σε εκείνες τις απογευματινές ώρες, απλούστατα ήθελε τη γνώμη του ειδικού αγγειοχειρουργού ο οποίος θα τον κατεύθυνε ή θα αναλάμβανε το περιστατικό εξ ιδίων. Το Doppler εξήγησε είναι μηχάνημα το οποίο υπάρχει σε ειδικά κέντρα αγγειοχειρουργικής τα οποία είναι εκπαιδευμένα κατά κύριο λόγο προς αντιμετώπιση τέτοιας κατάστασης. Ο ίδιος ως γενικός χειρουργός πίστευε ότι είχε κάμει όλα τα αναγκαία που μπορούσε προς τον ενάγοντα. Σε υποβολή ότι δεν έκαμε τίποτε σωστό σε σχέση με τη περίθαλψη του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να του κόψουν μέρος του εντέρου, το πόδι του να ακρωτηριαστεί και να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του, ανέφερε ότι δεν συμφωνούσε και ότι η κατάληξη του ασθενούς ήταν αποτέλεσμα δευτερογενούς θρομβώσεως που όταν έγινε παραπέμφθηκε στο νοσοκομείο για περαιτέρω αντιμετώπιση. Σε ερώτηση με βάσει τις διαπιστώσεις του Δρος Νικολαΐδη της 06.09 το απόγευμα ότι το κάτω άκρο του ποδιού ήταν χλωμό, μελανό και σχετικά κρύο (Τεκμ.24), τα οποία είναι σημάδια εμβολής, και ότι σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να τον έστελνε αμέσως στο νοσοκομείο ή σε πολυκλινική όπου υπήρχε το μηχάνημα Doppler, ανέφερε επί λέξη: «Μα γι' αυτό κάλεσα τον αγγειοχειρουργό για να αναλάβει να δει τι θα κάμει». Ο ίδιος είχε υποψιαστεί εμβολή αργά το απόγευμα της 06.
  22. και σε υποβολή ότι η παράλειψη του να τον στείλει στο νοσοκομείο ήταν εγκληματική, ανέφερε: «Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που μπορούμε να έχουμε μια μικρή περιφερειακή εμβολή η οποία να μην αφήσει επιπλοκές». Ήταν γι' αυτό που κατά τις 15:00 της 06.09.του είχε χορηγήσει Clexane, το οποίο είναι αντιπηκτικό για προφύλαξη του αρρώστου από τη δημιουργία θρόμβου ή αν υπάρχει θρόμβος να μην επιτρέψει την επέκταση του. Ακολούθως, σε υποβολή ότι υπήρχε εμβολή την οποία δεν είχε διαγνώσει, ανέφερε ότι πιστεύει ότι υπήρχε στη συνέχεια μια πολύ μικρή εμβολή όπως έδειξαν τα πράγματα επισημαίνοντας όμως ότι κλινικά δεν μπορούσε να τη διαγνώσει. Δεν είχε αυξήσει την ποσότητα Clexane ούτε το απόγευμα που είχε υποψιαστεί την εμβολή, καθώς επρόκειτο για μια μικρή εμβολή και αυτό που επιδίωκε ήταν να μην επεκταθεί, επρόκειτο για μια περιφερειακή εμβολή, όπως ανέφερε. Δεν συμφώνησε ότι εκ του αποτελέσματος φαίνεται να ήταν λάθος η διάγνωση του για αυτό, και τούτο καθώς, όπως ανέφερε, η κλινική εικόνα του αρρώστου μέχρι τις 21:00 που τον είχε εξετάσει ξανά δεν είχε αλλάξει καθόλου. Στη συνέχεια η αντεξέταση του εστιάστηκε στην διάγνωση της υποθερμίας του ποδιού και ενώ αρχικά ανέφερε ότι όταν ο Δρ Νικολαΐδης είχε διαγνώσει μια μικρή υποθερμία τέθηκε το ζήτημα εξέτασης του από αγγειοχειρουργό, κάτι που διόρθωσε στη συνέχεια ότι το είχαν διαπιστώσει μαζί, στη συνέχεια της μαρτυρίας του ανέφερε ότι ήταν πριν πάει ο Δρ Νικολαΐδης που είχε διαπιστώσει μια μικρή υποθερμία και γι' αυτό τον παρακολουθούσε και σε ερώτηση γιατί τότε δεν κάλεσε αγγειοχειρουργό και όχι νευρολόγο, απάντησε ότι «Υποθερμία μπορεί να δημιουργηθεί και από άλλες καταστάσεις». Ανέφερε ότι υπήρχε υπόνοια στο μυαλό του αλλά όχι στοιχεία. Υπήρχε, όπως ανέφερε, περιορισμός του τόνου των σφίξεων αλλά επρόκειτο για διαπίστωση που είχε γίνει αμέσως πριν την άφιξη του Δρος Νικολαΐδη, οπότε οι σφίξεις ήταν πιο χαμηλές όταν πλέον ο Δρ Νικολαΐδης βρισκόταν στην κλινική και η εικόνα τους ήταν πιο εμφανής καθώς προηγουμένως υπήρχε μια ελαφρότατη διαταραχή η οποία δεν ήξερε αν ήταν εκεί ή όχι και έτσι θεωρούσε ότι το πόδι ήταν ζωντανό. Εξήγησε ο εναγόμενος στη συνέχεια ότι το καρδιογράφημα είχε γίνει για να εντοπίσει εκτός από μια φυσιολογική καρδιά σε ένα φυσιολογικό σώμα, αν είχε αρρυθμία ή κάτι, δεν είναι καρδιολόγος να κρίνει, απλούστατα ήθελε να σιγουρευτεί αν είχε μαρμαρυγή στον κόλπο για να δει αν ενοχοποιείται για κάτι, πράγμα που δεν είχε. Και στη συνέχεια, όταν του υποδείχθηκε η θέση που υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι το καρδιογράφημα του έγινε για να ελεγχθεί αν μπορούσε να δημιουργηθεί θρόμβος, ανέφερε ότι το καρδιογράφημα γίνεται για πολλούς λόγους, είναι μια πρακτική της κλινικής του για όλους τους ασθενείς. Στην προκείμενη περίπτωση έλεγξε για να δει αν έχει σχέση με οτιδήποτε με παθολογία προς τον άρρωστο. Και σε ερώτηση γιατί δεν του έκανε καρδιογράφημα από την 05.09 που εισήχθη ο ενάγων στην κλινική; ανέφερε ότι καρδιογράφημα δεν γίνεται μόλις μπει ο άρρωστος μέσα, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι. Ο λόγος που κάλεσε νευρολόγο και όχι αγγειοχειρουργό ήταν διότι υπήρχε μούδιασμα του ποδιού και έτσι ήθελε τη γνώμη νευρολόγου. Σε υποβολή ότι η συμπτωματολογία του ασθενούς που δεν ήταν μόνο μούδιασμα αλλά και πόνοι στο πόδι που ήταν χλωμό και είχε και υποθερμία και οι σφίξεις ήταν μειωμένες, δεν δικαιολογούσε τη κλήτευση μόνο νευρολόγου, ανέφερε ότι πίστευε ότι η νευρολογική εξέταση είχε προτεραιότητα στην περίπτωση. Ανέφερε ότι η κλινική εικόνα του ενάγοντος της 06.
  23. ήταν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο από την κλινική εικόνα που παρουσιάστηκε προτού φύγει από το νοσοκομείο, ήταν δύο διαφορετικά πράγματα. Το Clexane το είχε χορηγήσει μετά το καρδιογράφημα πριν πάει ο νευρολόγος αλλά μετά που τον είχε καλέσει. Όταν του επισημάνθηκε διαφορά από όσα ισχυρίστηκε στις παρ. 8 και 9 της Γραπτής του Δήλωσης, ανέφερε ότι από ό,τι θυμόταν το Clexane του είχε χορηγηθεί γύρω στις 15:00 για προληπτικούς λόγους. Σε υποβολή ότι θα έπρεπε από εκείνη την ώρα ο ασθενής να στελνόταν στο νοσοκομείο, οπότε θα αποφευγόταν η επιδείνωση της κατάστασης του, ανέφερε ότι δεν υπήρχε κλινική εικόνα προς αυτή την κατεύθυνση και δεν υπάρχει Πρωτόκολλο που να λέει ότι όποιος ασθενής μπαίνει στην κλινική πάει για CT ή καλείται αγγειοχειρουργός. Έκρινε ότι έπρεπε να καλέσει νευροχειρουργό όπως και έκανε. Ο εναγόμενος αρνήθηκε ότι είχε πει στις νοσοκόμες ότι ο λόγος που ήταν παγωμένο το πόδι του ενάγοντος ήταν το air condition. Ανέφερε ότι από τις 14:00 της 06.
  24. μέχρι που πήγε ο Δρ Νικολαΐδης στις 18:45 εξέταζε τον ενάγοντα κάθε 1-2 ώρες βλέποντας την εικόνα του και ψηλαφώντας την κοιλιά και τα πόδια του. Δεν ήλεγχε αν είχε εμβολή. Ανέφερε ότι ακόμα και μετά την κοινή εξέταση του ενάγοντος με τον Δρα Νικολαΐδη, η δόση του Clexane παρέμεινε προληπτική και όχι θεραπευτική. Η κλήση του αγγειοχειρουργού και πάλι έγινε προληπτικά. Όταν του υποδείχθηκε διάσταση όσων είπε αμέσως πιο πάνω με όσα αναφέρονται στο πιστοποιητικό του Δρος Νικολαΐδη, ο οποίος διαπίστωσε υπολειτουργικότητα των αγγείων και έτσι θεώρησε ότι ήταν επείγων να κληθεί ο αγγειοχειρουργός, ανέφερε ότι μέχρι εκείνη τη φάση δεν είχε διαπιστώσει κάτι τέτοιο καθώς δεν είχαν φανεί στοιχεία και ότι παρακολουθούσε την πορεία του ασθενούς. Η υπολειτουργικότητα των αγγείων ανέφερε, δεν φαίνεται με το μάτι αλλά ως μια χρόνια κατάσταση χρήζει πλήρους εργαστηριακής εξέτασης η οποία γίνεται από ειδικό. Στη συνέχεια ανέφερε ότι αν υπάρχει ένας μικρός θρόμβος σε πολύ -πολύ μικρό περιφερειακό αγγείο ούτε και το CT μπορεί να το εντοπίσει. Χρειάζεται από ένα μέγεθος και πάνω το CT να πιάσει την εικόνα. Σε ερώτηση που ακολούθησε για το πόσα εκατοστά θρόμβος μπορεί να φανεί από το CT, ανέφερε ότι δεν είναι ειδικός στην ακτινογραφία ούτε στο CT ούτε στο MRI, είναι απλά ένας χειρουργός. Εξήγησε ότι η πιο πάνω γνώση του προέρχεται από συζητήσεις σε συνέδρια αλλά δεν μπορεί να απαντήσει πόσα ακριβώς μιλίμετρα γιατί δεν είναι ειδικός. Ανέφερε ότι δεν έστειλε τον ενάγοντα πίσω στο νοσοκομείο εξαρχής καθώς δεν είχε στοιχεία για να το έκανε. Σε υποβολή ότι δεν είχε τις γνώσεις και τον εξοπλισμό να αντιμετωπίσει την κατάσταση του ενάγοντος και παρόλα αυτά τον κρατούσε στην κλινική του, ανέφερε ότι δεν μίλησε για εμβολή άρα διερωτήθηκε τι διάγνωση θα έκαμνε. Ανέφερε ότι στην προκείμενη περίπτωση το περιστατικό ήθελε στενή παρακολούθηση. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο νευρολόγος του είχε αναφέρει ότι ο ενάγων είχε πάθει εμβολή και χρειαζόταν άμεση εξέταση από αγγειοχειρουργό. Όταν κάλεσε τον αγγειοχειρουργό και του εξήγησε την κατάσταση του ασθενούς δεν θεώρησε ότι υπήρχε κάτι το επείγον. Του είχε αναφέρει όμως την υπόνοια του για εμβολή και άρα ήταν ένα μήνυμα για ένα αγγειοχειρουργό να δράσει ανάλογα, ο οποίος όμως πήγε το πρωινό της επόμενης ημέρας και περί ώρα 07:
  25. Διαφώνησε με υποβολή ότι δεν είχε εξηγήσει στον αγγειοχειρουργό την κατάσταση του ενάγοντος και γι' αυτό δεν έσπευσε από το βράδυ, αλλά επισκέφθηκε τον ασθενή την επόμενη το πρωί, τουναντίον ανέφερε ότι είχε ζητήσει από αυτόν να πάει όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να δει τον άρρωστο. Ανέφερε ότι δεν επαναπαύτηκε ως προς την εξέταση του ενάγοντος από αγγειοχειρουργό αλλά όταν τον εξέτασε το βράδυ στις 21:00 και έβλεπε την κατάσταση του σταθερή, λόγω του ότι η οικογένεια του ανησυχούσε και δικαιολογημένα, όπως ανέφερε, τους είχε δώσει το τηλέφωνο του αγγειοχειρουργού μέσω της νοσοκόμας για να τον καλέσουν οι ίδιοι. Όταν του υποβλήθηκε ότι ήταν δική του ευθύνη, εξήγησε ότι επειδή ο αγγειοχειρουργός ήταν δική τους επιλογή και μετά που είχε μιλήσει ξανά μαζί του άφησε το ζήτημα να το χειριστούν οι ίδιοι προσδοκώντας καλύτερο αποτέλεσμα. Η πορεία του αρρώστου, ανέφερε, είχε αλλάξει τις πρωινές ώρες και γι' αυτό ειδοποίησε το νοσοκομείο να στείλει ασθενοφόρο το συντομότερο. Γι' αυτό μίλησε με την ιατρό των Α΄ Βοηθειών για να του δώσουν προτεραιότητα όταν θα πήγαινε στο νοσοκομείο. Επέμεινε ότι στις 21:00 της 06.
  26. όταν είχε εξετάσει τον ενάγοντα, το πόδι του είχε σφίξεις και τις ψηλαφούσε και ότι ο αγγειοχειρουργός θεωρούσε ότι ήταν καλυμμένος με τη χορήγηση Clexane στον ασθενή και αυτό είναι που εννοεί με όσα καταγράφει στη παρ. 14 της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Β). Επέμεινε όπως και στη Γραπτή του Δήλωση ότι προσέφερε ό,τι καλύτερο και προσεκτικότερο και με ενδεδειγμένο τρόπο, μέθοδο και τεχνική και επαγγελματική δεξιότητα και με επιμέλεια την κατάλληλη ιατρική πρακτική κατά την αντιμετώπιση του ενάγοντος. Επέμεινε ότι είχε την επιστημονική επάρκεια και επαγγελματική πείρα που άρχισε από το 1971 στην Αγγλία για να αντιμετωπίσει ένα περιστατικό σαν αυτό του ενάγοντος. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν την καλοσύνη να προσκομίσουν γραπτές τις αγορεύσεις τους με τη συνήγορο του ενάγοντος να απαντά προφορικά σε κάποια σημεία της αγόρευσης της πλευράς του εναγόμενου. Τις έχω μελετήσει και παρακολουθήσει με προσοχή. Πέραν της ανάλυσης της μαρτυρίας στην οποία προέβησαν, παραθέτοντας και εκτενή αποσπάσματα της όπου έκριναν αναγκαίο, έκαναν εκτενή αναφορά και στη νομική πτυχή της υπόθεσης όπως και στα επί μέρους θέματα που προέκυψαν κατά την παράθεση της μαρτυρίας που άπτονται του αποδεικτικού δικαίου, τα οποία επίσης έλαβα υπόψιν μου. Θα πρέπει να πω ότι μου στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές οι αγορεύσεις τους για να αντιληφθώ τόσο τις θέσεις τους για όλα τα επίδικα θέματα και για να οδηγηθώ στα δικά μου συμπεράσματα, για τούτο και εκφράζω και εδώ τις ευχαριστίες μου. Θα γίνει αναφορά στις θέσεις και εισηγήσεις τους, στο βαθμό που θα κριθεί αναγκαίο κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει των διαφόρων επί μέρους πτυχών της υπόθεσης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΣΕ ΣΥΣΧΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σύμφωνα με τη νομολογία είναι υποχρέωση του ενάγοντος ή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης να προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να συνάδει με την δικογραφία για να μπορέσει να αποτελέσει η μαρτυρία αυτή έρεισμα για ευρήματα εκ μέρους του δικαστηρίου. Η πιο πάνω προσέγγιση αντανακλάται μεταξύ άλλων στην υπόθεση Kades v. Nicolaou & Another,

(1986)1 C.L.R. σελ. 212. Έχω περαιτέρω υπ' όψιν μου τις αρχές που καθιερώθηκαν διαχρονικά και εφαρμόζονται από τα δικαστήρια μας κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 - 1281, Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και περαιτέρω όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 339, όπου στις σελ. 7 - 9 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση μαρτυρίας: «Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χριστάκη Χρίστου v. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά Πολ. Έφεση αρ. 15/2007, ημερ. 23.065.08, ότι: " ... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής". Πιο πρόσφατα ακόμη στην Ανδρέας Γιάγκου Σάντη v. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.α. Πολ. Έφ. 78/2007, ημερ. 20.03.09, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους». Περαιτέρω η προσπάθεια μου κατά την αξιολόγηση θα συνίσταται στη σύγκριση και ανιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντος, τις παραδοχές και αρνήσεις εκ μέρους του εναγόμενου στο δικόγραφο του και σε συσχετισμό τους με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής όπως και τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου η κάθε πλευρά, πέραν της ανάλυσης της μαρτυρίας και της νομικής πτυχής, προέβη σε εισήγηση για αποδοχή των θέσεων της. Έχοντας ως γνώμονα όλα τα πιο πάνω αισθάνομαι ότι είμαι πλέον έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη μου στα αναγκαία ευρήματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Ο ενάγων μου προκάλεσε καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρος. Θεωρώ ότι αυτός είπε την αλήθεια στο δικαστήριο για όσα βέβαια πράγματα και γεγονότα μπορούσε να έχει γνώση και άποψη. Δε διέκρινα σημεία υπερβολής στη μαρτυρία του και όσα καταλόγισε στον εναγόμενο είναι αυτά που ουσιαστικά γνωρίζει και έζησε αλλά και αισθάνεται. Είναι γεγονός ότι σε κάποιες περιπτώσεις επικαλέστηκε ενέργειες ή παραστάσεις της συζύγου και του γιού του, οι οποίοι με παραδοχή και του εναγόμενου βρισκόντουσαν κοντά στον ενάγοντα και ενημέρωνε και αυτούς για την κατάσταση του ενάγοντος και δικαιολογημένα κατά τον ίδιο ανησυχούσαν. Έχοντας υπ' όψιν μου το σύνολο της μαρτυρίας διαπιστώνω ότι σε πλείστα σημεία αυτής της εξ ακοής μαρτυρίας είχε και ο ίδιος ο ενάγων τις δικές του προσωπικές παραστάσεις και είχε τη δική του προσωπική αντίληψη των γεγονότων και επομένως αυστηρά ομιλούντες δεν συνιστούν όλα συλλήβδην εξ ακοής μαρτυρία. Σίγουρα όμως, εφόσον τελικά δεν κλήθηκε η σύζυγος του ενάγοντος να καταθέσει χωρίς την επίκληση κάποιου κωλύματος, η αναφορά του ενάγοντος για το τι είπε σε αυτήν ο Δρ Χριστοδούλου για το επείγον ή όχι της εξέτασης που έπρεπε να διενεργούσε στον ενάγοντα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη όπως και το ανάποδο οι αναφορά του εναγόμενου ότι είναι το αντίθετο που μετέφερε στον Δρα Χριστοδούλου. Κάποιες αδυναμίες στην εκφορά του λόγου του ή της αδυναμίας του να αντιληφθεί ιατρικούς όρους, δεν είναι ικανές από μόνες τους να πλήξουν την αξιοπιστία του όσον αφορά καίρια σημεία της μαρτυρίας και ειδικότερα ως προς την χρονολογική σειρά που έλαβαν χώρα τα γεγονότα που περιέγραψε. Η μαρτυρία του κρίνω ότι συνάδει απόλυτα με παραδοχές και της πλευράς του εναγόμενου και με τα όσα αναφέρονται στα ιατρικά πιστοποιητικά (Τεκμ. 4, 5 και 6), των οποίων το περιεχόμενο δηλώθηκε ως παραδεκτά γεγονότα και η οποία συνιστά επί της ουσίας της την ιατρική μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους του. Ως εκ τούτου, ως προς το ζήτημα αυτό, καθόλου δεν με βρίσκει σύμφωνο η επαναλαμβανόμενη θέση, στην αγόρευση των συνηγόρων Υπεράσπισης, ότι τάχα ο ενάγων δεν έχει προσκομίσει οποιανδήποτε ιατρική μαρτυρία. Αποδέχομαι επομένως ανεπιφύλακτα, το σύνολο της μαρτυρίας του ενάγοντος και δεν με βρίσκει σύμφωνο επιπρόσθετα η θέση, όπως αυτή του υποβλήθηκε, ότι θέλησε να προκαλέσει εντυπώσεις στο δικαστήριο ή ότι ήταν υπερβολικός στις τοποθετήσεις του ή ότι προέβη σε αναληθείς αναφορές. Κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν οδηγεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αναφορές από τη μαρτυρία του, οι οποίες με οδηγούν στην ίδια ως άνω αντίκριση της, θα γίνει στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει όπου κριθεί αυτό αναγκαίο. Η μαρτυρία και η προσέγγιση του εναγόμενου τουναντίον ελέγχεται σε διάφορα σημεία της τόσο ως προς την ακρίβεια της όσο και ως προς την εμφανή προσπάθεια του να αποποιηθεί της όποιας ευθύνης του. Ήταν φανερή η προσπάθεια του να παρουσιάσει μια ηπιότερη κατάσταση των συμπτωμάτων στην υγεία του ενάγοντος από της εισαγωγής του στην κλινική του μέχρι και τη διακόμιση του στο Γ.Ν.Λ. Περαιτέρω, ήταν εμφανής η προσπάθεια επίρριψης της ευθύνης περί ολιγωρίας σε συνάδελφο του ο οποίος αν και ειδοποιήθηκε από αυτόν να σπεύσει αμέσως, όπως ισχυρίστηκε, για να εξετάσει τον ενάγοντα, εντούτοις ολιγώρησε. Τέτοιος, υπήρξε και δικογραφημένος ισχυρισμός του, όμως δεν φρόντισε να τον καταστήσει διάδικο, ως η δικονομία επιτρέπει. Παραθέτω διάφορα σημεία από τη μαρτυρία για να καταδειχθεί από που άντλησα την ως άνω εντύπωση: (α) Οι ακόλουθες αναφορές - χαρακτηρισμοί καλύτερα - κατά τη μαρτυρία του εναγόμενου, όπως αυτές επισημάνθηκαν και από την ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντος, αφορούν τα διάφορα στάδια της κατάστασης του ενάγοντος ή τις διαγνώσεις του όσο ήταν στην κλινική του αναφορές όπως: «πολύ μικρός θρόμβος», «πολύ μικρό έμβολο που επηρέασε πολύ μικρή περιφερειακή αρτηρία» «ελαφρότατο πόνο» «πολύ μικρή περιφερειακή εμβολή» «τόσο μικρή εμβολή», «μικρή υποθερμία», «κάπως περιορισμένων σφίξεων» είναι φράσεις ενδεικτικές της προσπάθειας του όπως την περιέγραψα πιο πάνω. (β) σε σχέση ειδικότερα με τις αναφορές του για τον πόνο που ένοιωθε ο ενάγων, κατά την εισαγωγή του στην κλινική του, έκανε τις ακόλουθες αντιφατικές ή και ανακόλουθες αναφορές κατά τη μαρτυρία του αλλά και παραδοχές στο δικόγραφο της Υπεράσπισης του: (
  1. i)Όταν ο ενάγων πήγε στην κλινική του δεν είχε πόνους στην κοιλιά ή οπουδήποτε. (
  2. ii)ότι είχε ελαφρότατο πόνο στην κοιλιά, (iii) ότι πήγε με ιστορικό έντονου πόνου στην κοιλιά και εμετού, και (
  3. iv)στο δικόγραφο της Υπεράσπισης του καταγράφει ότι είχε ελαφρύ πόνο στην κοιλιά. Υπήρξαν όμως και σημεία όπου παρουσιάστηκαν αντικρουόμενες εκδοχές εκ μέρους της Υπεράσπισης. Ως τέτοια παραδείγματα επισημαίνω τα ακόλουθα: (α) σε σχέση με την κατάσταση του ενάγοντος κατά την εισαγωγή του στην κλινική του εναγόμενου και την εξέταση του από αυτόν, ο εναγόμενος αναφερόμενος στην εξέταση που του έκανε αλλά και στο περιεχόμενο του ιατρικού του φακέλου από το νοσοκομείο, και ειδικότερα τις αναλύσεις που του έγιναν την προηγούμενη ημέρα στο νοσοκομείο, ανέφερε ότι τα αποτελέσματα ήταν καλά. Κατά την αντεξέτασή του ενάγοντος όμως του είχε υποβληθεί η θέση ότι αυτός είχε ψηλή χοληστερόλη (855 mgr), παρόλο ότι ο ενάγων απάντησε ότι λάμβανε φαρμακευτική αγωγή και τη διατηρούσε σε κανονικό επίπεδο, θέση που δεν αντικρούστηκε, (β) υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι ο εναγόμενος του έκανε καρδιογράφημα για να ελεγχθεί εάν μπορούσε να δημιουργηθεί θρόμβος, ενώ ο εναγόμενος ανέφερε στην αντεξέταση του ότι το καρδιογράφημα του έγινε για σιγουρευτεί αν είχε μαρμαρυγή στον κόλπο για να δει αν ενοχοποιείται για κάτι, (γ) ο εναγόμενος τοποθετήθηκε ότι όποιος πάει στην κλινική του υποβάλλεται σε καρδιογράφημα, όπως είναι η πρακτική της κλινικής, ενώ στην προκείμενη περίπτωση του έγινε την επόμενη ημέρα όπως είναι παραδεκτό, και κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ακριβή ώρα της διενέργειας του, κάτι που δείχνει την προχειρότητα αντιμετώπισης του ενάγοντος, (δ) διαφοροποιούμενη υπήρξε επίσης η θέση του εναγόμενου για το τι ανέφερε στον αγγειοχειρουργό όταν τον κάλεσε να πάει να εξετάσει τον ενάγοντα στην κλινική του. Από τη μια ανέφερε ότι όταν τον κάλεσε δε θεώρησε την κατάσταση του επείγουσα και από την άλλη ότι τον παρακάλεσε να πάει όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να τον εξετάσει. Τα ως άνω γεγονότα δεικνύουν ότι ο εναγόμενος δεν έκαμε έγκαιρα και σωστή διάγνωση της κατάστασης του ενάγοντος, ως όφειλε, και ούτε προέβη σε σωστή αντιμετώπιση του είτε μόνος του είτε με τη συνδρομή άλλων ειδικών συναδέλφων του. Θεώρησε όμως ότι μπορούσε να αναλάβει το περιστατικό, καθώς η κλινική του, όπως ανέφερε, διέθετε τον απαραίτητο εξοπλισμό για αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών χολοκυστίτιδας. Παρόλα αυτά δεν αναφέρθηκε σε οποιανδήποτε εξέταση την οποία διενήργησε ο ίδιος για επιβεβαίωση ή όχι μιας τέτοιας πάθησης πέραν της ψηλάφησης της κοιλιάς του και να συνεχίσει την ίδια αγωγή που του χορηγήθηκε και στο νοσοκομείο. Δεν ήταν ασφαλώς, όπως κρίνω, ζήτημα σεβασμού, όπως το έθεσε, μιας προηγούμενης, αόριστης κατά τα άλλα, διάγνωσης από εξέταση που έγινε στον ενάγοντα στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του νοσοκομείου την προηγούμενη ημέρα, ήταν ευθύνη δική του μετά από ένα και πλέον 24ωρο και αντιμετωπίζοντας τον ενάγοντα με τα ίδια και χειρότερα συμπτώματα, να προβεί στις δικές του ενδεδειγμένες ιατρικές εξετάσεις. Δεν προέβη σε αναλύσεις ούτε και σε διενέργεια ultra sound, όπως του υποδείχθηκε, κρίνοντας ικανοποιητικά αυτά που έγιναν την προηγούμενη στο νοσοκομείο και όταν μάλιστα αυτές οι εξετάσεις δεν είχαν δείξει ότι έπασχε από χολοκυστίτιδα. Έστω όμως, ακόμα και όταν πλέον είχε την υπόνοια της εμβολής κατά δική του παραδοχή, παραγνωρίζοντας τα ευρήματα του ή τουλάχιστον το παράπονο του ενάγοντος από το πρωϊνό της 06.09 περί κρύου πέλματος, εάν λάμβανε μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης του έστω και από νωρίς το απόγευμα της ίδια ημέρας, παραπέμποντας τον σε ιατρικό κέντρο που διέθετε τον απαραίτητο εξοπλισμό, τότε το έντερο του ενάγοντος και το πόδι του θα είχαν σωθεί. Η υπόνοια δε είχε εμφιλοχωρήσει στο μυαλό του ήδη από την 14:00 της 06.09. όταν και θα έπρεπε να είχε καλέσει ειδικό αγγειοχειρουργό προς άμεση αντιμετώπιση μιας τόσο σοβαρής κατάστασης, οπότε σε τέτοια περίπτωση ο ενάγων θα ετύγχανε της ορθής θεραπείας και αντιμετώπισης πριν αυτός περιέλθει σε μη αναστρέψιμη κατάσταση, και όλα αυτά με δεδομένη τη θέση του εναγόμενου ότι το πόδι και το έντερο του ενάγοντος ήταν ακόμα ζωντανά ακόμα και το βράδυ της 06.09. Υπάρχουν όμως και άλλα σημεία τα οποία με οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα σε σχέση με τη μαρτυρία του εναγόμενου τα οποία καταγράφω αμέσως στη συνέχεια: Ήταν η θέση του εναγόμενου ότι πράξεις ή παραλείψεις προήλθαν από άλλη αιτία ή αιτίες και/ή οφείλονται σε άλλους εξωγενείς παράγοντες για τους οποίους δεν φέρει καμιά ευθύνη. Αν υπονοεί με αυτή η θέση του η οποία έχει δικογραφηθεί στην Υπεράσπισή του και ακολούθως με διάφορους τρόπους την έθεσε και στη μαρτυρία του αποδίδοντας στους ιατρούς Νικολαΐδη και Χριστοδούλου και κυρίως στον δεύτερο καθυστέρηση να σπεύσουν στην κλινική του για να εξετάσουν τον ενάγοντα, παρατηρώ ότι δεν αρκούσε μόνο η κλήση τους διά τηλεφώνου έπρεπε να επιμείνει στην άμεση έλευση τους, ήταν ευθύνη δική του γνωρίζοντας την κατάσταση του ενάγοντος να φροντίσει μια τέτοια εξέταση να γινόταν το συντομότερο δυνατό. Ο ίδιος ο ενάγων ή οι οικείοι του δεν ήταν γιατροί για να γνωρίζουν την κατάσταση του. Παρέλειψε όμως να το κάνει. Η θέση που υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι οι ενέσεις τις οποίες με οδηγίες του εναγόμενου αγόρασε από φαρμακείο η σύζυγος του το Τεκμ. 2, είναι βιταμίνες και όχι αντιθρομβωτικές, πρόκειται για ζήτημα περιθωριακό και δεν αποδίδεται σε αυτό οποιαδήποτε σημασία εφόσον ο ενάγων δεν είναι γιατρός για να γνωρίζει τη χρησιμότητα τους, γι' αυτό και δεν μπορεί να έχει οποιανδήποτε επίδραση στην αξιοπιστία του. Ισχυρίστηκε ότι η εξέταση που διενήργησε με τον Δρα Νικολαΐδη δεν κατέδειξε οξύ πρόβλημα σε αντίθεση ασφαλώς των όσων ο ως άνω γιατρός κατέγραψε στην ιατρική του βεβαίωση (Τεκμ. 24). Από την άλλη όμως σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του παραδέχθηκε αντιφατικά ότι το περιστατικό ήθελε στενή παρακολούθηση και ότι οι οικείοι του ενάγοντος δικαιολογημένα ανησυχούσαν. Ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι όσο περνούσε η ώρα πονούσε περισσότερο και έτσι η σύζυγος του αναζήτησε τον εναγόμενο για να τον εξετάσει αλλά, όπως είχε ενημερωθεί από το προσωπικό της κλινικής, αυτός είχε φύγει από την κλινική για το σπίτι του. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ενάγοντος επ' αυτού και δεν έχει καμιά σημασία αν το σπίτι του εναγόμενου είναι άνωθεν της κλινικής ή όχι. Σημασία έχει ότι λέχθηκε σε αυτόν από τις νοσοκόμες της κλινικής ότι είχε μεταβεί σπίτι του και ότι δεν ήταν εντός της κλινικής όταν ο ενάγων σφάδαζε από τους πόνους και τον αναζητούσε όταν ο ειδικός αγγειοχειρουργός καθυστερούσε να τον επισκεφθεί. Σε σχέση με τη μη αναφορά στο Τεκμ. 24 (πιστοποιητικό του Δρος Νικολαΐδη), ότι είχε διατάξει την άμεση εξέταση του από ειδικό αγγειοχειρουργό, όπως υποβλήθηκε στον ενάγοντα για να διαψευσθεί η περί του αντιθέτου θέση του, προκύπτει εύλογα η απορία πώς θα μπορούσε να είχε αναγραφεί κάτι τέτοιο από τον Δρα Νικολαΐδη, όταν αυτός έφυγε από την κλινική έχοντας δώσει σχετικές συστάσεις ή οδηγίες και πλέον ήταν ευθύνη του εναγόμενου ο ερχομός αγγειοχειρουργού, κάτι για το οποίο όπως εξελίχθηκαν τα γεγονότα διαφάνηκε ότι δεν φρόντισε να γίνει αμέσως ή τουλάχιστον δεν άσκησε την απαιτούμενη πίεση προς τούτο. Το γεγονός ότι άφησε αιχμές ότι ήταν η επιλογή του ενάγοντος ο συγκεκριμένος αγγειοχειρουργός, ενώ ήταν στην πραγματικότητα του Δρος Νικολαΐδη, και πάλι υπό τις συνθήκες του επείγοντος θα μπορούσε να ενημέρωνε τον ενάγοντα και τους οικείους του για την κατάσταση του και να καλούσε τον αγγειοχειρουργό που ο ίδιος είχε προτείνει στον Δρα Νικολαΐδη. Όπως και να έχουν τα πράγματα θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο του ενάγοντος ότι η ευθύνη παρέμενε στον ίδιο. Ανέφερε ότι όταν ο ενάγων όταν επισκέφτηκε την κλινική του, του είχε αναφέρει ότι τα συμπτώματα του δεν υποχωρούσαν και γι' αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει το Γ.Ν.Λ. Πρόκειται ασφαλώς για ανακρίβεια εφόσον η επίσκεψη του στην κλινική του είχε γίνει σε μεταγενέστερο χρόνο ήτοι την επόμενη ημέρα αργά το απόγευμα κατά τον ενάγοντα ή και κατά το βράδυ κατά τον ίδιο και έτσι δεν είχε εγκαταλείψει το Γ.Ν.Λ. για να τύχει της δικής του εξέτασης και περίθαλψης. Αλλά και έτσι να είχαν τα πράγματα, αυτό δεικνύει το πόσο υπέφερε ο ενάγων για να προέβαινε σε μια τέτοια απεγνωσμένη πράξη, να εγκαταλείψει το νοσοκομείο και να αναζητήσει θεραπεία κάπου αλλού. Η αναφορά του για το ίδιο θέμα ότι δηλαδή: «Μετά το πέρας της κλινικής του εξέτασης χορήγησε σ' αυτόν ορό, όπως του είχε χορηγηθεί και στο Γ.Ν.Λ. στο οποίο ευρισκόταν αμέσως πριν την εισαγωγή του στην κλινική του.» αντικρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο κρίνοντας ότι υποκρύπτει σκοπιμότητα για δημιουργία εντυπώσεων εφόσον γνώριζε πολύ καλά ότι είχε περάσει μέχρι να τον εξετάσει ο ίδιος πέραν του ενός 24ώρου από το εξιτήριο που έλαβε από το νοσοκομείο και τα συμπτώματα του ενάγοντος χειροτέρευαν. Σε σχέση όμως με τις ως άνω αναφορές του ο ίδιος υποστήριξε ότι τουλάχιστον μέχρι το βράδυ της 06.09. ο ενάγων δεν αντιμετώπιζε ούτε πρόβλημα με το έντερο του ούτε και εμβολή στο πόδι. Επομένως, προς τι οι πιο πάνω αναφορές του για μη επίδειξη εμπιστοσύνης εκ μέρους του ενάγοντος στους γιατρούς του Γ.Ν.Λ. και για τούτο προσέφυγε στις δικές του υπηρεσίες και φροντίδα; Ανέφερε ότι υπήρχε υπόνοια στο μυαλό του για μικρό θρόμβο αλλά όχι στοιχεία. Όμως τα συμπτώματα που παρουσίαζε ο ενάγων τις τελευταίες δύο τουλάχιστον ημέρες θα έπρεπε να τον οδηγήσουν λόγω της αναμφισβήτητης πολύχρονης εμπειρίας και της επιστημοσύνης του σε διαφορετική αντίληψη της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος η οποία θα τον οδηγούσε στην ορθή διάγνωση, στην οποία όπως κρίνω απέτυχε να προβεί. Θα περιοριστώ όμως σ' αυτά τα οποία κρίνω ως ικανά στο να καταδείξουν από μόνα του από πού αντλείται η πιο πάνω αντίληψη μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του εναγόμενου, την οποία για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι ως ανακριβή και αντιφατική και σε κάθε περίπτωση ως μη πειστική. Θα επανέλθω όμως και σε άλλες λεπτομέρειες της και στη συνέχεια της ανάλυσης μου όπου θα εξεταστεί η εφαρμογή του κανόνα res ipsa loquitur. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Η χρονολογική σειρά με την οποία έλαβαν χώρα τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση κρίνω ότι ενέχει μεγάλη σημασία για την κατάληξη μου σε ευρήματα, γι' αυτό και θα επιχειρήσω στη συνέχεια μια σύνοψη τους. Εξάλλου, δεν υπήρξε σημαντική ή και καθόλου απόκλιση στη μαρτυρία των δύο πλευρών ως προς αυτά, κάτι που επιβεβαιώνεται και από το έγγραφο υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου και ως εκ τούτου καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα μου: (α) Την Κυριακή 04.09.2011 γύρω στις 14:00, ο ενάγων που ήταν τότε 60 χρονών μετά από έντονο πόνο στην κοιλιά μεταφέρθηκε στο Γ.Ν.Λ. όπου έτυχε διαφόρων εξετάσεων στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών. Μεταξύ άλλων υποβλήθηκε και σε υπερηχογράφημα χωρίς καμιά ένδειξη. Οι επί καθήκοντι γιατροί του ανέφεραν ότι υποψιάζονταν πέτρες στη χολή (πιθανή χολοκυστίτιδα) του έδωσαν εξιτήριο και τον συμβούλευσαν εάν εξακολουθούσαν οι πόνοι να πάει ξανά την επόμενη ημέρα στο νοσοκομείο. (β) Την 05.09.2011 συνέχιζε να έχει έντονους πόνους στην κοιλιά, έκανε εμετούς και ίδρωνε. Γύρω στις 19:00 -19:30 μεταφέρθηκε στην κλινική του εναγόμενου (κατά τον εναγόμενο εισήχθη στην κλινική η ώρα 21:00 ενδεχομένως μετά την κλινική εξέταση που υπέβαλε τον ενάγοντα) (Τεκμ. 25). Ο ιατρικός φάκελος του νοσοκομείου με το υπερηχογράφημα υποδείχθηκε στον εναγόμενο και του ανέφερε τα συμπτώματα που ένιωθε. Ο εναγόμενος προέβη σε κλινική εξέταση του ενάγοντος αγγίζοντας την κοιλιά του και έδωσε οδηγίες να παραμείνει στην κλινική του και να του χορηγηθεί η ίδια φαρμακευτική αγωγή με αυτή του νοσοκομείου. Τοποθετήθηκε σ' αυτόν ορός και του χορηγήθηκε αντιβίωση. (γ) Το πρωί της επόμενης ημέρας 06.09.2011 συνέχισε ο έντονος πόνος στην κοιλιά για κάτι που ο ενάγων ενημέρωσε τον εναγόμενο κατά την εξέταση που τον υπέβαλε και ότι παράλληλα ένιωθε πόνο και μούδιασμα στο δεξί πόδι, στο πέλμα το οποίο ήταν παγωμένο. (δ) Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας της 06.09.2011 οι πόνοι εξακολούθησαν και τότε ο εναγόμενος κάλεσε τον νευρολόγο Δρα Νικολαΐδη για να τον εξετάσει. Ο ενάγων πληροφορήθηκε από τον εναγόμενο ότι θα τον επισκεπτόταν ο νευρολόγος γύρω στις 16:30 της ίδιας ημέρας. Πράγματι η εν λόγω κοινή εξέταση από τον εναγόμενο και τον Δρα Νικολαΐδη έγινε γύρω στις 18:45. Ο Δρ Νικολαΐδης αναφέρει στην ιατρική του βεβαίωση ότι «διαπιστώθη ότι το κυρίως πρόβλημα ήταν αγγειακή υπολειτουργικότητα των αγγείων των κάτω άκρων ιδίως στην περιοχή του δεξιού κάτω άκρου ποδός που ήταν χλωμό, ελαφρότατα μελανό και σχετικά κρύο» και αποφασίστηκε η εξέταση του από αγγειοχειρουργό για εκτίμηση της κατάστασης του. Προς τούτο κλήθηκε ο αγγειοχειρουργός Δρ Χριστοδούλου. Παρά τη χορήγηση αντιθρομβωτικής ένεσης (Clexane 0.4ml inj) η κατάσταση του ενάγοντος δεν βελτιώθηκε, έκανε εμετούς και πονούσε στην κοιλιά και το δεξί πόδι και ο αγγειοχειρουργός που κάλεσε ο εναγόμενος δεν είχε πάει για να τον εξετάσει. Οι πόνοι εντείνονταν και ο εναγόμενος δεν ανευρισκόταν στην κλινική για να τον εξετάσει - μέχρι τις 21:00 οπότε και πάλι ο εναγόμενος εν τέλει άφησε το ζήτημα της κλήτευσης του αγγειοχειρουργού στους οικείους του ενάγοντος με την προσδοκία ότι θα ήταν πιο πειστικοί και θα τον έπειθαν να επισκεφθεί τον ενάγοντα αμέσως. Ο ενάγων συνέχισε καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας να έχει φρικτούς πόνους, δεν μπορούσε να κοιμηθεί και συνέχιζε να κάνει εμετούς. (ε) Το πρωϊνό της επόμενης, δηλαδή την 07.09.2011, τον εξέτασε ο αγγειοχειρουργός Δρ Χριστοδούλου στην παρουσία του εναγόμενου και αποφασίστηκε η άμεση εισαγωγή του στο Γ.Ν.Λ. όπου μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο γύρω στις 09:30. (στ) Τα υπόλοιπα αναφέρονται στα ιατρικά πιστοποιητικά των γιατρών του Γ.Ν.Λ. (Τεκμ. 4,5 και 6), το περιεχόμενο των οποίων δηλώθηκε ως παραδεκτό και ήδη έχει καταγραφεί πιο πάνω στις σελ. 16 και 17, τα οποία ασφαλώς και είναι ιατρική μαρτυρία προσκομισθείσα από πλευράς ενάγοντος, όπως κρίνω, σε αντίθεση με ό,τι εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου. Καθίστανται και αυτά ευρήματα μου και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν και εδώ. (ζ) Ο ενάγων υποβλήθηκε σε δέκα συνεδρίες φυσιοθεραπείες σε ιδιώτη φυσιοθεραπευτή για να μπορέσει να εφαρμόσει τεχνητό πόδι όπως και αρκετές στο Γ.Ν.Λ. μεταξύ των ημερομηνιών 28.09.2011 - 20.04.2012 σύμφωνα με τη σχετική βεβαίωση ημ. 21.05.2012 (Τεκμ. 9). Περαιτέρω, αποδέχομαι ότι ο ενάγων υποβλήθηκε σε διάφορα έξοδα για τις θεραπείες που έτυχε έναντι του συνολικού ποσού των €16.212,38σ. (σχετικές είναι οι αποδείξεις Τεκμ. 3,7,8,10,11,13,14,15,16,17,20,21,22). Δεν αποδέχομαι την απόδειξη Τεκμ. 23 για το ποσό των €350,00 καθώς αυτή εκδόθηκε επ' ονόματι και αφορά τη σύζυγο του ενάγοντος για συμβουλευτική ψυχοθεραπεία στην οποία υποβλήθηκε αυτή και η οποία δεν προσήλθε ενώπιον του δικαστηρίου για να καταθέσει αλλά ούτε και είναι η ίδια ενάγουσα. Επομένως δεν δικαιολογείται η δαπάνη αυτή. Δέχομαι επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ενάγων εργαζόταν στην Α.Η.Κ. και ο μηνιαίος του μισθός ήταν €4.085,98σ. εφόσον κατατέθηκε προς τούτο κατάσταση της μισθοδοσίας του η οποία και δεν αμφισβητήθηκε ούτε και αντεξετάστηκε για το περιεχόμενο της. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), ρυθμίζει το ζήτημα της αμέλειας. Σύμφωνα με την καλά καθιερωμένη νομολογία μας αμέλεια δύναται να θεμελιωθεί αν ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η υποχρέωση επίδειξης μέριμνας και φροντίδας οφειλόμενη από τον εναγόμενο στον ενάγοντα για την προστασία του τελευταίου. (β) Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής. (γ) Η απόδειξη ότι η ζημιά - βλάβη που ακολουθεί είναι το αποτέλεσμα της ζημιογόνου ενέργειας του εναγόμενου και είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτή. Παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου: «Αμέλεια συνίσταται - (α) εις την τέλεσιν πράξεως ή υπό τας περιστάσεις δεν θα ετέλει λογικός συνετός άνθρωπος ή εις την παράλειψιν τελέσεως πράξεως ην υπό τας περιστάσεις ο λογικός συνετός άνθρωπος θα ετέλει, ή (β) εις την παράλειψιν καταβολής τοιαύτης δεξιότητος ή επιμελείας περί την άσκησιν του επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας ως λογικός συνετός άνθρωπος, έχων τα προς άσκησιν του τοιούτου επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας προσόντα, θα κατέβαλλεν υπό τας περιστάσεις, Και εις την ένεκεν ταύτης πρόκλησιν ζημιάς». Το άρθρο αυτό, στη γενική του μορφή υπήρξε αντικείμενο σωρείας νομολογίας. Με την ιατρική αμέλεια, ως το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, άμεσα συνδεδεμένο είναι το άρθρο 51(β) του Κεφ. 148 το οποίο εξετάσθηκε επίσης σε πλείστες τόσες αποφάσεις. Σύμφωνα με την απόφαση Αγγελή v. Βορκά,
(2007)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 761 λέχθηκε ότι: «Ο ασθενής ο οποίος επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας θα πρέπει να αποδείξει (i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού-ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (ii) Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (iii)Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά. Στην ίδια υπόθεση, στη σελ. 770, επισημάνθηκε ότι ένας γιατρός: «δεν αναμένεται ότι θα είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του, όπως όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής». Στην αγγλική αυθεντία Bolam v. Friern Hospital Committee
(1957)2 All E.R. 118 το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι (σε μετάφραση όπως δίδεται στην πιο πάνω απόφαση): «(
  1. i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
  2. ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή και (iii) Για να επιτύχει ένας ασθενής σε απαίτηση γιατί να μην του έχει δοθεί προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία». Στην ίδια υπόθεση [Αγγελή (ανωτέρω)], αναφέρθηκαν επίσης και τα ακόλουθα σε σχέση με το πλαίσιο μέσα στο οποίο κρίνεται δικαστικά η ιατρική αμέλεια όπως καθορίστηκε στην υπόθεση Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority [1983] 2 All E.R. 245,247 (σε μετάφραση όπως αποδίδεται στην ως άνω απόφαση): «Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν με το ισοζύγιο πιθανοτήτων έχει αποδειχθεί ότι ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να ασκήσει την επιμέλεια που απαιτείται από έναν άνθρωπο που κατέχει και ασκεί ειδική επιδεξιότητα σε περιπτώσεις που απαιτείται η άσκηση μιας τέτοιας ειδικής επιδεξιότητας». Το τι συνιστά καλό, εύλογο και ικανό επίπεδο επιδεξιότητας, αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης των αγγλικών δικαστηρίων στις αποφάσεις Bolam (ανωτέρω) και Bolitho v. City and Hackney Health Authority
(1997)3 WLR 1151. Τα σχετικά με τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Bolam αναφέρθηκαν ανωτέρω. Η γραμμή όμως που ακολούθησε η Bolam διαφοροποιήθηκε, με την απόφαση στην Bolitho (πιο πάνω) όπου το ερώτημα, σύμφωνα με το σκεπτικό της, κατά πόσο ένας γιατρός έχει ενεργήσει αμελώς ή όχι, κρίνεται από το δικαστήριο και όχι με βάση την αποδεκτή πρακτική που υιοθετεί ένα εξειδικευμένο ιατρικό σώμα. Το δικαστήριο, μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, θα πρέπει να καταλήξει αν ο γιατρός είναι ένοχος αμέλειας. Δεν είναι αρκετό ένα σύνολο γιατρών να αποφανθεί ότι η θεραπεία που ακολουθήθηκε ή οι παραλείψεις του γιατρού, συνάδουν με αποδεκτή ιατρική πρακτική. Είναι αναγκαίο για το δικαστήριο να αξιολογήσει την οποιαδήποτε ενώπιον του μαρτυρία και να αποφασίσει το ίδιο αν η ιατρική πρακτική που ακολουθήθηκε έθεσε τον ασθενή σε περιττό κίνδυνο. Ακολούθως εάν και εφόσον αποδειχθεί ιατρική αμέλεια, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδειχθείσας ιατρικής αμέλειας και της απώλειας ή της επιδείνωσης της κατάστασης που επήλθε. Τούτο, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να επιδικαστούν αποζημιώσεις στον ενάγοντα. Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγοντας να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του ιατρικού λειτουργού και του τραύματος ή της ασθένειας ή της επιδείνωσης η οποία έχει επέλθει στην κατάσταση της υγείας του ή της οποιασδήποτε άλλης απώλειας. Στην περίπτωση όπου το ζημιογόνο αποτέλεσμα ή μια ασθένεια οφείλεται σε ένα αριθμό πιθανών λόγων, ένας από τους οποίους είναι και η αμέλεια ενός ιατρικού λειτουργού, θα πρέπει και πάλι να αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια. Η θετική συσχέτιση του αποτελέσματος προς την προηγηθείσα πλημμελή συμπεριφορά του γιατρού, συνιστά το sine qua non για την επιτυχία της αξίωσης του παθόντος (βλ. Wilsher v. Essex Area Health Authority
(1988)1 All ER 871, Gregg ν Scott
(2005)4 All ER 812 και Hotson ν East Berkshire Area Health Authority
(1987)2 All ER 909). Η τεκμηρίωση του αστικού αδικήματος της αμέλειας προϋποθέτει την ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος είχε καθήκον επιμέλειας και προσοχής έναντι του ενάγοντος, ότι υπήρξε παράβαση του καθήκοντος αυτού και ότι κατά συνέπεια ο ενάγων έχει υποστεί ζημιά. Η περίπτωση προσφοράς ιατρικών υπηρεσιών είναι χαρακτηριστική περίπτωση ύπαρξης καθήκοντος του προσώπου που προσφέρει τις υπηρεσίες να επιδείξει επιμέλεια και προσοχή προς τον ασθενή (βλ. άρθρο 51
(2)(ε) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148). Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο ο εναγόμενος έχει εκπληρώσει το καθήκον αυτό και σε περίπτωση που η απάντηση είναι αρνητική, κατά πόσο η οποιαδήποτε ζημία που έχει υποστεί ο ενάγων απορρέει από την πράξη ή παράλειψη που συνιστά παράβαση του σχετικού καθήκοντος. Στον τομέα της διάγνωσης και θεραπείας υπάρχει ευρύ πεδίο γνήσιων διαφωνιών και ένας γιατρός δεν θεωρείται αμελής μόνο και μόνο επειδή η γνώμη του διαφέρει από άλλους επαγγελματίες του είδους του ή επειδή έχει επιδείξει λιγότερη δεξιοτεχνία ή γνώσεις από αυτές που μπορεί να επεδείκνυαν άλλοι στη θέση του. Το πραγματικό κριτήριο για καταλογισμό αμέλειας στη διάγνωση ή θεραπεία σ' ένα γιατρό είναι το κατά πόσο αυτός έχει επιδείξει τέτοια αμέλεια που κανένας γιατρός με συνήθη ικανότητα δεν θα επεδείκνυε αν ενεργούσε με τη συνήθη προσοχή (βλ. Dunne v. National Maternity Hospital
(1989)I.R. 91,109 (Supreme Court of Ireland). Όταν ένας γιατρός έχει συνειδητά αποκλίνει από τη συνήθη θεραπεία, μπορεί αυτό να αποτελεί μαρτυρία αμέλειας αλλά όχι και τελειωτική απόδειξη αμέλειας. Η απόφαση του αυτή μπορεί κάλλιστα να δικαιολογείται από τις ειδικές περιστάσεις του συγκεκριμένου ασθενούς γιατί οι γιατροί προορίζονται να θεραπεύσουν το συγκεκριμένο ασθενή και όχι γενικά και αόριστα τον ασθενή που αναφέρεται στα διάφορα ιατρικά συγγράμματα. Όπως αναφέρθηκε από τον Δικαστή Streatfeild στην υπόθεση Holland v. Devitt and Moore Nautical College, The Times, March 4, 1960, ένας γιατρός δικαιούται να χρησιμοποιήσει την κοινή του λογική, εμπειρία και κρίση στη θεραπεία μιας συγκεκριμένης περίπτωσης και μια ελαφρά απόκλιση από τα ιατρικά εγχειρίδια και συγγράμματα δεν θα συνιστούσε απαραίτητα αμέλεια (βλ. CHARLES WORTH & PERCY ON NEGLIGENCE, 8η έκδοση, σελ. 602, υποσημείωση 58:) «In Holland v. Devitt and Moore Nautical College, The Times, March 4, 1960, Streatfeild J. expressed the view that a doctor was entitled to use his common sense, experience and judgment in the treatment of each particular case, and a slight departure from the textbook would not of itself establish negligence». Ένας γιατρός δεν εγγυάται αίσια έκβαση της προσπάθειας του. Δεν είναι ασφαλιστής και έτσι δεν μπορεί να κατακρίνεται οποτεδήποτε κάτι δεν πάει καλά (βλ. PROFESSIONAL NEGLIGENCE, Jackson & Powell, 2" έκδοση
(1987), σελ.291). ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ο κανόνας του res ipsa loquitur (τα πράγματα ομιλούν από μόνα τους): Η επίδικη υπόθεση, όπως έθεσε το ζήτημα και στο δικόγραφο του ο ενάγων αλλά και κατά τη διάρκεια της ακρόασης όπως και κατά την αγόρευση της συνηγόρου του, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τον αποδεικτικό κανόνα res ipsa loquitur. Αν η θέση αυτή ευσταθεί, τότε ανατρέπεται η βασική αρχή σύμφωνα με την οποία το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτούμενος τη θεραπεία που προέρχεται από τη ζημιογόνο πράξη του εναγόμενου. Το βάρος τότε μετακινείται και ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να ανατρέψει το συμπέρασμα αμέλειας. Προχωρώ στην εξέταση κατά πόσο ισχύει στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής ο πιο πάνω κανόνας. Η κυπριακή νομολογία δέχεται τον κανόνα res ipsa loquitur και την εφαρμογή του κατά τρόπο ανάλογο προς εκείνο που ισχύει στο αγγλικό δίκαιο. Αυτό συνάγεται ευθέως από την απόφαση Αchilleas Morides v. Chrystalla Ioannou,
(1973)1 C.L.R. 117 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επέτρεψε την έφεση του ενάγοντος, κρίνοντας ότι η κατάρρευση της οροφής παρακείμενης κατοικίας και η πτώση της στο σπίτι του συνιστούσε αφενός, συμβάν το οποίο τελούσε υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγόμενου και αφετέρου, ομιλούσε αφ' εαυτού ως προς τα πιθανά αίτια, συμβατά στην απουσία αντίθετης εξήγησης από τον εναγόμενο, με την ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους του. Οι ίδιες αρχές υιοθετούνται και στην Savvides v. Μesaritis,
(1985)1 C.L.R. 261, το ακόλουθο απόσπασμα από την οποία κατοπτρίζει την προσέγγιση του δικαστηρίου στη θεώρηση του θέματος: «Whether the doctrine is regarded as rule of evidence (Barkway v. South Wales Transport Co. Ltd. [1950] 1 All E.R., 392, 399.) or a rule of law, there is no doubt about the purpose it is designed to serve. It is intended to relax in appropriate circumstances the burden cast on the plaintiff to prove his case. And as the Latin emblem of the rule suggests, the facts must be vocal in themselves not only with regard to what happened but about the negligence of the defendant as well. Section 55 of the Civil Wrongs Law, Cap. 148, reproduces those circumstances modelled on the fashioning and application of the principle by Courts in England. The decision of the Supreme Court in Achilleas Morides v. Chrystalla Ioannou
(1973)1 C.L.R. 117, offers a classic illustration of the application of the principle: The house of the defendant collapsed and caused damage to the neighboring property of plaintiff. The collapse would not ordinarily occur in the absence of some fault amounting to negligence on the part of the defendant. Consequently, the accident was indicative of negligence on the part of the person having control over the property. Plaintiff could not be expected to have knowledge of the nature of the fault, a fact peculiarly within the knowledge of the defendant. In the absence of an explanation absolving him of damage, a finding of negligence was warranted in the interest of justice». Πότε δικαιολογείται η επίκληση του res ipsa loquitur και ποιες είναι οι παράμετροι της εφαρμογής του, ιδιαίτερα στον τομέα της ιατρικής αμέλειας, διαγράφεται τόσο σε αριθμό αγγλικών αποφάσεων όσο και σε κυπριακών, σε πολλές από τις οποίες γίνεται αναφορά κατωτέρω. Κατ' αρχήν, πρέπει να τονιστεί ότι επίκληση του res ipsa loquitur είναι παραδεχτή μόνο εκεί όπου το γεγονός ή γεγονότα τα οποία προκάλεσαν τη ζημία τελούσαν, υπό τον έλεγχο του εναγόμενου. Όπου τα γεγονότα, τα οποία επέφεραν τη βλάβη (ζημία) είναι γνωστά, η εξωτερική τους υφή δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο υποθέσεων και συμπερασμάτων, όπως υποδεικνύεται στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής των Λόρδων στην Barkway v. South Wales Transport [1950] 1 All E.R. 392. Η λύση συναρτάται με την απόδειξη των γεγονότων, τα οποία προβάλλει ο ενάγων και τις κατά νόμο συνέπειές τους, δηλαδή, κατά πόσο στοιχειοθετούν αμέλεια. Προϋπόθεση για την εφαρμογή του res ipsa loquitur αποτελεί η αιτιώδης σχέση μεταξύ του συμβάντος και της ζημίας, η οποία προκαλείται (βλ. Fish v. Kapur and Another [1948] 2 All E.R. 176). Οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην Garner v. Morrell, The Times, October 31, 1953, άπτονται άμεσα αυτού του θέματος. Υποδεικνύεται, ότι το res ipsa loquitur δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας πραγματογνωμόνων να αποδείξει την ιατρική αμέλεια. Σημαντικό ορόσημο για την νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου, όσον αφορά τον κανόνα του res ipsa loquitur, αποτελεί η απόφαση Αθανασίου κ.ά. v. Κουνούνη,
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, όπου το δικαστήριο έκανε εκτενή αναφορά στην νομολογία η οποία τείνει να διαφωτίσει τη φύση της αρχής ή κανόνα res ipsa loquitur, καθώς και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του, θα αναφερθώ στην απόφαση αυτή σε άλλο σημείο στη συνέχεια. Στην πρόσφατη απόφαση Πολυξένη Τομαρίδου- Ηλιάδου ν. Δήμου Πάφου, Πολ. Έφεση Αρ. 355/2011, ημ. 24.03.2017, ECLI:CY:AD:2017:A109, το Ανώτατο Δικαστήριο, σε σχέση με τον κανόνα του res ipsa loquitur και πότε εφαρμόζεται, ανάφερε τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Κώστα κ.α. ν. Δημητρίου κ.α.,
(2009)1 ΑΑΔ, 1073, τονίσθηκε ότι το άρθρο 55 του Κεφ. 148 καθιερώνει την αρχή Res ipsa loquitur του Αγγλικού κοινοδικαίου ως μέρος του Κυπριακού Δικαίου και ότι η εφαρμογή της προαναφερόμενης αρχής δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας για την απόδειξη της αμέλειας του Εναγόμενου. Η απλή παράθεση λεπτομερειών αμέλειας, στην έκθεση απαίτησης δεν συνιστά κώλυμα για την επίκληση του προαναφερόμενου αξιώματος». Το Δικαστήριο, ακολούθως, πρόσθεσε: «Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσείουσα όχι μόνο έδωσε λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμόν αμέλειας των εφεσίβλητων στο δικόγραφο της, αλλά και στην γραπτή κατάθεση της, η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, έκαμε σαφείς και ρητούς ισχυρισμούς για αμέλεια των εφεσίβλητων, από την οποίαν η ίδια υπέστη την επίδικη ζημιά». Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Δικονομικές Και Ουσιαστικές Πτυχές)» των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη 1η Έκδοση, γίνονται οι ακόλουθες αναφορές σε σχέση με τον κανόνα res ipsa loquitur: Στις σελ. 204 -205: «Όταν η βάση αγωγής εδράζεται σε αμέλεια, ο ενάγων έχει το βάρος να παρουσιάσει μαρτυρία για να αποδείξει ότι ο εναγόμενος είναι ένοχος αμέλειας. Όμως, όταν η αμέλεια είναι πασιφανής και ο ενάγων δεν γνωρίζει ποια ήταν τα περιστατικά που προκάλεσαν το ατύχημα, τα οποία βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο του εναγόμενου, εφαρμόζεται ο κανόνας res ipsa loquitur, ο οποίος μετατοπίζει στους ώμους του εναγόμενου το βάρος να αποκλείσει τυχόν αμέλεια εκ μέρους του. Η διαμόρφωση του κανόνα έγινε στη Scott v London and St Katherine Docks Co (1861-73) All ER Rep. 246 όπου ο ενάγων ενώ περπατούσε νομίμως κάτω από τις αποθήκες των εναγόμενων, τραυματίστηκε σοβαρά όταν έπεσαν πάνω του έξι σάκοι ζάχαρης από γερανό που βρισκόταν στο πάνω διάζωμα της αποθήκης. Το γερανό τον χειρίζονταν υπάλληλοι των εναγόμενων. Ο ενάγων δεν γνώριζε πως έγινε το ατύχημα και το μόνο που μπορούσε να αποδείξει ήταν η πτώση των σάκων και ότι είχε τραυματιστεί. Το Δικαστήριο βρήκε ότι η απόδειξη των δύο στοιχείων οδηγούσε στο λογικό συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι και οι υπάλληλοι τους ήσαν ένοχοι αμέλειας». Στη σελ. 205: «O κανόνας Res Ipsa Loquitur, εισάγεται στο δίκαιο μας διά του άρθρου 55 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (Ζερβού και Άλλοι v Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ΠΕ 42/09 ημ. 14.01.13). Το άρθρο αυτό (το οποίο συζητήθηκε για πρώτη φορά σε δημοσιευμένη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Djemal v Zim Israel Navigation Co Ltd and Others
(1967)1 CLR 227), προνοεί ότι σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών που προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά και ότι η ζημιά προκλήθηκε από ιδιοκτησία επί της οποίας ο εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε τη ζημιά συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας, ο εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξης ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία ευθύνεται σε σχέση με το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά (βλ. επίσης Mahattou v Viceroy Shipping Co Ltd and Another
(1981)1 CLR 335, Skapoullaros v Kaisha και Άλλων
(1979)1 CLR 448)». Στη σελ. 206: «Όταν ο ενάγων χειρουργείται στο δεξιό γόνατο και συνεπεία φερόμενης αμέλειας και παραλείψεων του εναγόμενου, παθαίνει σοβαρή βλάβη στο κνημιαίο και αισθητικό νεύρο και παράλυση του μυός, η εφαρμογή του κανόνα δεν μπορεί να αποκλεισθεί επειδή κατά την εγχείρηση τελούσε υπό νάρκωση, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει τα γεγονότα που επέφεραν τη βλάβη (Μάρκαρη v Παρασκευά, ΠΕ 390/06, ημ. 3.07.12). Όταν ο ενάγων ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τα αίτια της ζημιάς του, ο κανόνας δεν εφαρμόζεται (Ιωαννίδης v. Καλλία ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της Inetrcosmetics Ltd
(2011)1(B) aaD 1522)». Στις σελ. 206 και 207: «Στη Morides v Ioannou
(1973)1 CLR 117, η εναγόμενη ήταν ιδιοκτήτρια παλαιάς διώροφης κατοικίας στο Ακρωτήρι Λεμεσού. Το σπίτι παρέμενε ακατοίκητο για 15 χρόνια και τελούσε υπό τον αποκλειστικό έλεγχο της εναγόμενης. Ο πρώτος όροφος κατέπεσε σε διπλανή αποθήκη του ενάγοντος. Δόθηκε μαρτυρία ότι το σπίτι βρισκόταν σε άθλια κατάσταση και ότι τα παράθυρα και οι πόρτες είχαν παρασυρθεί από τον άνεμο. Η υπεράσπιση απέδωσε την κατάρρευση του ορόφου σε θεομηνία (act of god), όμως από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν προέκυψε κάτι τέτοιο. Τις προηγούμενες 10 μέρες δεν είχε βρέξει καθόλου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο κανόνας res ipsa loquitur μπορούσε να εφαρμοστεί αφού το σπίτι τελούσε υπό τον αποκλειστικό έλεγχο της εναγόμενης και ο ενάγων δεν μπορούσε να γνωρίζει πως ακριβώς κατέρρευσε ο όροφος». Στη σελ. 207 γίνεται αναφορά στην Αθανασίου κ.ά. v Κουνούνη
(1997)1 (β) ΑΑΔ 614 όπου: «το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο κανόνας δεν μπορούσε να εφαρμοστεί αφού δόθηκε μαρτυρία από πραγματογνώμονες που φανέρωνε αμέλεια εκ μέρους του εναγόμενου. Η εφαρμογή του κανόνα θα μπορούσε να καταστεί δυνατή αν ο αποκλειστικός λόγος του θανάτου ήταν η δημιουργία αιμορραγίας και η είσοδος αίματος στους πνεύμονες, ενώ ο αποβιώσας βρισκόταν σε πλήρη νάρκωση». Σε σχέση με το ζήτημα του Αποκλειστικού Ελέγχου Από τον Εναγόμενο στη σελ. 208 του ίδιου συγγράμματος καταγράφονται τα ακόλουθα: «Όπως είδαμε, η επίκληση του κανόνα μπορεί να γίνει εφόσον το γεγονός ή τα γεγονότα τα οποία προκάλεσαν τη ζημιά τελούσαν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγόμενου (Αθανασίου και Άλλος v Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614) και οι ισχυρισμοί και τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί, δεικνύουν ότι το ατύχημα δεν θα μπορούσε να είχε επισυμβεί χωρίς την εκ πρώτης όψεως αμέλεια του. Βασική προϋπόθεση για εφαρμογή του κανόνα είναι ότι θα πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία που να αποδεικνύει αμέλεια από τον εναγόμενο ή από κάποιον άλλο για τον οποίο αυτός ευθύνεται. Έτσι απλό δικαίωμα ελέγχου σε αντίθεση με την άσκηση πραγματικού ελέγχου είναι αρκετό (Parker v Miller
(1926)42 TLR 408) και δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί ότι όλα τα περιστατικά βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο του εναγόμενου (Moore v R Fox & Sons
(1956)1 All ER 182, Mc Gowan v Stott
(1930)143 LT 217)». Στη σελ. 211 αναφέρεται η περίπτωση εφαρμογής του κανόνα (ix) όταν ασθενής ανέπτυξε γάγγραινα μετά από ένεση στο χέρι (Cauan v Wilcox
(1973)44 DLR
(3d)42). Στη σελ. 212 γίνεται αναφορά στο μη αναγκαίο της δικογράφησης του κανόνα: Ο Κανόνας Res Ipsa Loquitur Και Δικογραφία «Ο Κανόνας res ipsa loquitur, δεν είναι αναγκαίο να δικογραφείται, επειδή στην ουσία δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο παρά προσέγγιση κοινής λογικής ως προς το πώς θα πρέπει να αξιολογείται η επίδραση συγκεκριμένης μαρτυρίας στο αποδεικτικό βάρος σε ορισμένες περιπτώσεις (Krasias v Iacovides and Others
(1972)1 CLR 40, Bennett v Chemical Construction (GB) Ltd
(1971)3 All ER 822)». Στο Σύγγραμμα «Κεφάλαιο 148 Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Τόμος 2 σελ. 53 - 55 αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Η αρχή του res ipsa loquitur θεωρείται ως κανόνας απόδειξης και όχι δικαίου (βλ. Djemal v. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1967)1 CLR 227) αλλά έστω και αν είναι κανόνας δικαίου, όπως λέχθηκε στην Savvides v. Mesaritis
(1985)1 CLR 261) δεν υπάρχει αμφισβήτηση του σκοπού της που είναι η χαλάρωση του βάρους που φέρει ο ενάγων να αποδείξει την υπόθεση του». Και σε άλλο σημείο: «Από την απόφαση στην Αθανασίου κ.ά. v. Κουνούνη,
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, προκύπτει ότι, όπου τα γεγονότα είναι γνωστά και βασίζεται σ' αυτά και τα παραθέτει ο ενάγων, πρέπει να τα αποδεικνύει για να πετύχει∙ αν δεν το πράξει, τότε η αρχή δεν εφαρμόζεται. Στην υπόθεση αυτή, με αναφορά στη Sanders v. Lees Western Health Authority and Robinson
(1985)129 S.J.225 λέχθηκε ότι υποστηρίζεται η άποψη πως, ο θάνατος υγιούς προσώπου κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης κάτω από γενική νάρκωση, συνιστά γεγονός που καθιστά εφαρμοστέα την αρχή». Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να ειπωθεί αρχικά ότι δεν αμφισβητήθηκε στην παρούσα περίπτωση η σχέση των διαδίκων ως ιατρού με ασθενή. Ο ενάγων καταλογίζει με το δικόγραφο του στον εναγόμενο αμέλεια γιατί παρέλειψε να χρησιμοποιήσει την ορθή και/ή επιβαλλόμενη ιατρική μέθοδο. Πλην της δικής του μαρτυρίας και της ιατρικής μαρτυρίας για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν όπως διαπιστώθηκε αμέσως μετά την έξοδο του από την κλινική του εναγόμενου, προερχόμενη από τους γιατρούς του Γ.Ν.Λ. όπου διακομίσθηκε (Τεκμ. 4,5 και 6), δεν προσκόμισε άλλη μαρτυρία από ειδικούς. Όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη πιο πάνω στη σελ. 208: «Βασική προϋπόθεση για εφαρμογή του κανόνα είναι ότι θα πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία που να αποδεικνύει αμέλεια από τον εναγόμενο ή από κάποιον άλλο για τον οποίο αυτός ευθύνεται». Αυτό είναι που έπραξε εν προκειμένω ο ενάγων. Το Τεκμ. 24 που είναι η ιατρική βεβαίωση του Δρος Νικολαΐδη η οποία ζητήθηκε να κατατεθεί στο στάδιο της αντεξέτασης του ενάγοντος, όταν του υποδείχθηκε για να του υποβληθεί ότι σε αυτή δεν αναγράφεται το επείγον της εξέτασης του από αγγειολόγο, παρόλο που ο ενάγων ανέφερε ότι δεν την είχε ξαναδεί, εντούτοις επιτράπηκε η κατάθεση του παρά την αρχική ένσταση της συνηγόρου του, εφόσον κρίθηκε ότι τον αφορούσε και ότι αυτό θα αξιολογείτο ανάλογα με τη μαρτυρία που θα προσκομιζόταν σε σχέση με αυτό σε μεταγενέστερο στάδιο, ήταν δε στη συνέχεια κατά την αντεξέταση του εναγόμενου που το περιεχόμενο του δηλώθηκε από πλευράς ενάγοντος ως αποδεκτό (βλ. σχετικά με έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου γίνεται αποδεκτό και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά τη γενική θεώρηση της μαρτυρίας στην υπόθεση Ανθίμου v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 56). Ο ενάγων εισήχθη στην κλινική του εναγόμενου για παρακολούθηση λόγω πιθανής χολοκυστίτιδας χωρίς ο τελευταίος να προβεί στις ενδεδειγμένες εξετάσεις για επιβεβαίωση μιας τέτοιας διάγνωσης. Από δε τη μαρτυρία του ίδιου του εναγόμενου ο οποίος είναι ιατρός προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη σημασία κάποιων ιατρικών όρων, και δεν κρίνω σκόπιμη την προσφυγή σε λεξικό για τους ιατρικούς όρους οι οποίοι όμως έχουν τη σημασία τους εν προκειμένω: (α) ότι ισχαιμία σημαίνει ότι κάτι δεν αιματώνεται σωστά, (β) ότι μια από τις αιτίες της ισχαιμίας είναι η εμβολή ή θρόμβωση, (γ) ότι η γάγγραινα προκαλείται λόγω της μη αιμάτωσης της περιοχής. Με επιπρόσθετες παραδοχές ότι ως γενικός χειρουργός γνώριζε, έστω και αν δεν είναι ειδικός αγγειοχειρουργός ή καρδιοχειρουργός όπως ανέφερε, ότι ο θρόμβος σε αρτηρία αντιμετωπίζεται με θρομβεκτομή, μπαλονάκι και στέντ, και ότι ενώ ο ενάγων ήταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο και φροντίδα του και το έντερο και το πόδι του ήταν ζωντανά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μόλις ο ενάγων πήγε στο νοσοκομείο φάνηκε ο μεγάλος θρόμβος, ο οποίος δεν μπορεί παρά να είχε δημιουργηθεί πριν την μετάβαση του στο νοσοκομείο και ενώ πλέον η κατάσταση του ήταν πλέον μη αναστρέψιμη, πρόκειται για γεγονότα τα οποία κατά την αντίληψη μου μιλούν από μόνα τους και όπου εφαρμόζεται ο κανόνας res ipsa loquitur σε σχέση με την ευθύνη του εναγόμενου εφόσον οι περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση και που οδήγησαν στο συμβάν ήταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο και εποπτεία του εναγόμενου υπό την φροντίδα του οποίου ετέθη ο ενάγων όταν μετέβη στην κλινική του με πόνους στη κοιλιά και ήταν μόνο την επόμενη ημέρα που ο ενάγων άρχισε να αισθάνεται πόνο στο δεξιό του πόδι και ενώ τελούσε υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγόμενου. Ο ενάγων δεν μπορούσε να ξέρει πως οδηγήθηκε σε μη αναστρέψιμη κατάσταση που οδήγησε στο κόψιμο του εντέρου του και του ποδιού του, ούτε και παρουσίασε μαρτυρία ειδικών για να αποδείξει πως οδηγήθηκε σε μια τέτοια κατάληξη (βλ. και την υπόθεση Κώστα v. Δημητρίου
(2009)1(Β) ΑΑΔ 1073). Και όλα αυτά παρόλο ότι δικογραφήθηκαν λεπτομέρειες αμέλειας εντούτοις δηλώθηκε ευθύς εξ' αρχής από την πλευρά του ενάγοντος ότι θα επικαλείτο τον κανόνα res ipsa loquitur και ως εκ τούτου ήταν η επιλογή του πλέον να μην προσκομίσει μαρτυρία από ειδικούς εμπειρογνώμονες για να αποδείξει την αμέλεια του εναγόμενου. Όσα δε ανέφερε στη γραπτή του δήλωση Έγγραφο Α ήταν εκείνα τα γεγονότα οποία έζησε και αντιλήφθηκε ενόσω βρισκόταν στην κλινική του εναγόμενου. Η ιατρική μαρτυρία που εισήχθη δια των Τεκμηρίων 4, 5 και 6 αφορούσαν την κατάσταση στην οποία βρισκόταν και διαπιστώθηκαν αμέσως μετά που εξήλθε της κλινικής και της εισαγωγής του στο Γ.Ν.Λ. Το καθήκον επιμέλειας καλύπτει όχι μόνο τη θεραπεία αλλά και τη διάγνωση και τη συμβουλή, συμπεριλαμβανομένης και της πρόγνωσης που θα δώσει ένας γιατρός προς τον ασθενή. Σχετική είναι η αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα, Medical Negligence, M. A. Jones, 4η έκδοση
(2008)την οποία παραθέτω πιο κάτω: «The duty of care in negligence applies to diagnosis, treatment and advice, and there is no doubt that part of this duty involves giving information to the patient about the diagnosis of his medical condition and the prognosis, in the light of the various treatment options that are available. This inevitably requires some assessment of the prospects that treatment will be successful, and, it should follow, the prospects that treatment may be unsuccessful, or may cause additional harm». Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Το καθήκον επιμέλειας όσο αφορά την αμέλεια εφαρμόζεται στη διάγνωση, στη θεραπεία και στη συμβουλή, και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέρος αυτού του καθήκοντος περιλαμβάνει την παροχή πληροφοριών στον ασθενή αναφορικά με τη διάγνωση της ιατρικής του κατάστασης και την πρόγνωση, υπό το φως των διαφόρων επιλογών θεραπείας που είναι διαθέσιμες. Αυτό αναπόφευκτα απαιτεί κάποια αξιολόγηση των προοπτικών ότι η θεραπεία θα είναι επιτυχής, και, στη συνέχεια τις προοπτικές η θεραπεία να είναι ανεπιτυχής ή να προκαλέσει επιπρόσθετη ζημιά». Έχοντας υπόψη τη νομολογία επί του θέματος και την ως άνω μαρτυρία όπως την αποδέχομαι, κρίνω ότι ο εναγόμενος απέτυχε, μεταξύ άλλων, να διαγνώσει τα αίτια των προβλημάτων που ο ενάγων παρουσίαζε όταν αυτός εισήχθη στην κλινική του και τέθηκε υπό την άμεση φροντίδα του. Συγκεκριμένα, ο ενάγων δεν έλαβε υπόψη τα συμπτώματα και την όλη κλινική εικόνα που παρουσίαζε ο ενάγων (έντονο κοιλιακό άλγος, εμετοί, ιδρώτας), έτσι που να του χορηγούσε την κατάλληλη και/ή την ενδεδειγμένη αγωγή με αποτέλεσμα την απόφραξη της λαγόνιας αρτηρίας και τη νέκρωση μέρους του εντέρου του και στη συνέχεια και ενώ από νωρίς το απόγευμα της 06.09 είχε διαγνώσει εμβολή, ούτε και τότε τον υπέβαλε σε αξονικό ή Doppler για να τον αντιμετωπίσει κατάλληλα ούτε και σε οποιανδήποτε άλλη ενδεικνυόμενη και εξειδικευμένη εξέταση για να διαπιστωθεί ότι πράγματι ο θρόμβος των 8 εκ. ήταν μεγάλος και «οργανωμένος» όπως παραδέχθηκε και ο οποίος «δεν δημιουργείται από την μια μέρα στην άλλη» όπως επίσης είπε στη συνέχεια. Βρίσκω ότι από τη στιγμή που ο ενάγων του είχε αναφέρει για το αίσθημα κρύου στο πόδι ήδη από το πρωϊνό της 06.
  1. θα έπρεπε σε συνδυασμό με τα άλλα παρατεταμένα συμπτώματα του να το λάμβανε υπόψη και να θεωρούσε την περίπτωση του ως επείγουσας φύσης και να κλήτευε αμέσως ειδικό αγγειοχειρουργό για να αντιμετωπίσει την κατάσταση του ασθενούς του. Αλλά και όταν πλέον είχαν διαπιστωθεί τα πιο πάνω συμπτώματα με τη σύμφωνη γνώμη του νευρολόγου Δρος Νικολαΐδη το καθήκον και η ευθύνη του δεν εξαντλούνταν στο να τηλεφωνήσει απλώς στον ειδικό για να αναλάβει το περιστατικό. Πέραν όμως αυτών, κατά την αντεξέταση του, όταν του τέθηκε ότι θα έπρεπε να είχε σκεφτεί την υπολειτουργικότητα των αγγείων όπως την είχε σκεφτεί και ο νευρολόγος έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Η υπολειτουργικότητα των αγγείων δεν είναι κάτι που φαίνεται με το μάτι και το βαφτίζεις, είναι μια χρόνια κατάσταση η οποία υπό κανονικές συνθήκες χρήζει πλήρους εργαστηριακής εξετάσεως που πρέπει να γίνει από ειδικό». Και όμως όπως παραδέχθηκε δεν ήταν ειδικός σε τέτοιου είδους περιστατικά, έτσι έπρεπε αμέσως να φρόντιζε να αποσταλεί στο νοσοκομείο ή σε πολυκλινική όπου υπήρχαν τέτοιοι ειδικοί για να αντιμετωπίσουν το περιστατικό. Δεν το έκανε και επομένως είναι ένα άλλο στοιχείο της επιδειχθείσας εκ μέρους του αμέλειας. Σε σχέση με τη χορήγηση προληπτικής, όπως ανέφερε, αντιπηκτικής αγωγής εντούτοις δεν την αύξησε θεωρώντας την ως μια περιφερειακή μικρή εμβολή και σκοπός της χορήγησης της ήταν η μη επέκταση της. Η αληθινή όμως εικόνα όπως αποκαλύφθηκε την επόμενη στο νοσοκομείο φανερώνει μια λανθασμένη διάγνωση όταν τα σημάδια και οι ενδείξεις ήταν φανερές ακόμα και με τη διαπίστωση ότι οι σφίξεις των αρτηριακών του κάτω άκρου ήταν κάπως περιορισμένες - μειωμένες. Υπάρχουν όμως πλήθος τέτοιων παραδοχών εκ μέρους του εναγόμενου όπως και η καταγραφή στη βεβαίωση του Δρος Νικολαΐδη (Τεκμ. 24) περί «χλωμό, ελαφρότατο μελανό και σχετικά κρυό» δεξιό κάτω άκρο συμπτώματα και αναφορές που οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή παρέλειψε να εκτιμήσει σωστά την κατάσταση του ενάγοντα και δεν έλαβε έγκαιρα και/ή καθόλου τα απαραίτητα μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης του ενάγοντος όταν αυτή επιδεινωνόταν με την πάροδο του χρόνου. Η δε θέση του εναγόμενου ότι: «η διάγνωση έγινε σε σωστό χρόνο και σωστά μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο για περαιτέρω έλεγχο όπως CT και αντιμετώπιση του» δηλαδή την επόμενη ημέρα, δεν μπορεί να τύχει της επιδοκιμασίας του δικαστηρίου και απορρίπτεται. Σε περίπτωση που κάποιος γιατρός παραλείψει να διαγνώσει μια κατάσταση η οποία θα ήταν προφανής σε οποιονδήποτε λογικό, ικανό γιατρό τότε είναι αμελής. Στην υπόθεση Mc Cormack v. Redpath Brown & Co Ltd, The Times, November 6,1975 λειτουργός του Τμήματος Πρώτων Βοηθειών κρίθηκε αμελής καθότι παρέλειψε να εντοπίσει κάποια τρύπα στο κρανίο του ασθενή. Σε κάποιες περιπτώσεις η αμέλεια δημιουργείται όχι στη βάση ότι ο εναγόμενος θα έπρεπε να είχε κάνει σωστή διάγνωση αλλά στη βάση ότι θα έπρεπε να είναι προσεκτικός ότι υπήρχε κάτι σοβαρό. Ο γιατρός θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιεί όλα τα διαγνωστικά βοηθήματα που έχει στη διάθεσή του, παράλειψη να το πράξει συνιστά αμέλεια (βλ. Medical Negligence του Μ. Jones, έκδοση 2014 παρ. 4-024 και 4-
  2. Σχετικό με το καθήκον ενός γιατρού να προβεί σε ορθή διάγνωση είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Rietze v. Bruser (No.2) [1979] 1 W.W.2.31,p.47: «It is not sufficient in my view for a medical practitioner to say of the two or three probable diagnoses I have chosen diagnosis (A) or diagnosis (B) or (C). It must be expected that the practitioner would choose diagnosis (A) over (B) or (C) because all of the facts available to that practitioner and all of the methods available to check the accuracy of those facts and that diagnosis had been exercised with the result that diagnosis (A) remains as the most probable of all». Έχοντας επομένως υπόψη την ως άνω μαρτυρία και τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της αμέλειας όπως έχουν καταγραφεί πιο πάνω, και διέπουν την παράλειψη καταβολής δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, έχει καταστεί φανερό ότι ο εναγόμενος ήταν αμελής καθώς: (α) Δεν προέβη σε διάγνωση του προβλήματος του ενάγοντα έγκαιρα και/ή καθόλου, (β) δεν έκανε έγκαιρα τις ενδεδειγμένες εξετάσεις όπως όφειλε να κάνει για να διαπιστώσει εάν η υπόνοια του για εμβολή ήταν βάσιμη, (γ) όταν πλέον διαπίστωσε πιο έντονα σημεία εμβολής, ανέμενε από ειδικούς για να του πουν τι να κάνει διότι ο ίδιος δεν ήταν ειδικός όπως παραδέχθηκε, (δ) και ενώ δεν ήταν ειδικός και δεν είχε η κλινική του τον απαραίτητο εξοπλισμό να αναλάβει περιστατικό εμβολής, άφησε τον ενάγοντα στην κλινική του, χάνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο πολύτιμο χρόνο για τη σωστή αντιμετώπιση του η οποία θα απέτρεπε το κόψιμο του εντέρου και του ποδιού του εφόσον ακόμα και το βράδυ της 06.
  3. κατά τον ίδιο ήταν ακόμα ζωντανά. Αναπόδραστο επομένως συμπέρασμα στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας και ευρημάτων μου είναι πως έχει αποδειχθεί αμέλεια του εναγόμενου καθώς έχει αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια και σύνδεση αιτίου και αιτιατού της μη έγκαιρης διάγνωσης του πραγματικού προβλήματος που αντιμετώπιζε ο ενάγων κατά την εισαγωγή του στην κλινική του εναγόμενου και την εξέταση του υπό αυτού με τα συμπτώματα που του ανέφερε ή παρουσίαζε και στην πλημμελή θεραπεία που παρέσχε σε αυτόν με αποτέλεσμα η σημερινή κατάσταση του ενάγοντος (βλ. Κυριαλλής ν. Τελεβάντου κ.ά.,
(2007)1(Β) Α.Α.Δ 1299) όπου όμως κρίθηκε κατ' έφεση το αντίθετο από ό,τι στην πρωτόδικη απόφαση, ότι δηλαδή: «δεν αποδείχθηκε αιτιώδης συνάφεια ή άλλως σχέση αιτίου και αιτιατού»). Το ερώτημα αν ένας γιατρός έχει επιδείξει αμέλεια κρίνεται από το Δικαστήριο με βάση τα ενώπιον του γεγονότα και το κατά πόσο αυτός απέτυχε να ασκήσει την επιμέλεια που απαιτείται, κρίνεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Και ενώ το βάρος απόδειξης είχε μετατεθεί στους ώμους του εναγόμενου, ο εναγόμενος πλην της δικής του μαρτυρίας, την οποία όπως έχω αναφέρει πιο πάνω δεν την αποδέχομαι, δεν προσκόμισε άλλη μαρτυρία. ΟΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ: Γενικές Αποζημιώσεις: Είναι γνωστό ότι στόχος των αποζημιώσεων είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του ενάγοντα χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofis,
(1982)1 C.L.R 789 και Ανδρέου ν. Θεμιστοκλέους,
(2004)1 Α.Α.Δ 355). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μαυροπετρή ν. Λουκά,
(1995)1 Α.Α.Δ 66, η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από της συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου. Η απόδοση αποζημιώσεων θα πρέπει επίσης να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστον χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (βλ. Lankuttis v. Νικόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ 1128 και Ταμπούρας ν. Κολάνη,
(2008)1(A) AAΔ σελ. 384). Προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο αλλά παρέχουν καθοδήγηση γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (βλ. Miller κ.ά. v. Petek,
(1999)1(Γ) 2091, Σπύρου ν. Χ" Χαραλάμπους,
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ 298 και G & L Calibers Ltd v. Λεμεσιανού,
(2003)1 Α.Α.Δ 948). Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος. Η ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντος με παρέπεμψε σε δύο υποθέσεις για να εισηγηθεί στο τέλος ότι το ποσό των €200.000,00 θα ήταν δίκαιο και εύλογο ως γενικές αποζημιώσεις του ενάγοντος. Πρόκειται για την υπόθεση Ανδρέου v. Wilhelm Junguirth
(1995)1 AAΔ 431 στην οποία ο εφεσείων υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό κάτω του γόνατος και στον οποίο επιδικάστηκαν ως γενικές αποζημιώσεις το ποσό των €76.887,00 και την υπόθεση Λαζάρου v. Νέμεσις κ.ά.
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1325 όπου ο εφεσείων που ήταν κατά το ατύχημα 41 ετών, υπέστη ακρωτηριασμό του αριστερού του ποδιού από το ύψος του άνω τριτομορίου του μηριαίου οστού και εφαρμόστηκε σε αυτόν τεχνητό μέλος. Το δικαστήριο επιδίκασε ως γενικές αποζημιώσεις το ποσό των €250.000,
  1. Από δική μου έρευνα κάνω αναφορά και στην Lankuttis v. Νικόλα (όπως πιο πάνω) όπου σε δυστύχημα που είχε επισυμβεί στις 10.09.1995 και είχε αποκοπεί στη σκηνή του ατυχήματος το κάτω δεξί άκρο με άλλα επίσης σοβαρά τραύματα, επιδικάστηκαν στην εφεσείουσα €170.860,
  2. Λαμβάνω υπόψη το είδος και τη φύση του προβλήματος υγείας που παρέμεινε στον ενάγοντα, τη φύση και διάρκεια των θεραπειών του, το χρόνο νοσηλείας του στην κλινική αρχικά του εναγόμενου και ακολούθως στο Γ.Ν.Λ., την ταλαιπωρία του καθ'

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.