Χατζηβασίλη, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Χατζηβασίλη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αριθμός Αγωγής: 1817/12, 19/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A12 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 1817/12 Μεταξύ: XXXXX Χατζηβασίλη, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Χατζηβασίλη Ενάγοντας -και- Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 19/2/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: Ο κ. Α. Χ''Σεργης Για Εναγόμενη: Η κα. Δ. Παπαστεφάνου για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο XXXXX Χατζηβασίλης (στο εξής καλούμενος «ο αποβιώσας»), 78 ετών κατά πάντα ουσιώδη με τα γεγονότα χρόνο, απεβίωσε την 16.8.09 και ώρα 7.30 πρωινή στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης (Μ.Ε.Θ) του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. O αποβιώσας μεταφέρθη, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης του, στην εν λόγω μονάδα την 00.45 πρωινή της ίδιας ημέρας, από το Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών (Τ.Α.Ε.Π). Ο ενάγοντας, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, ήγειρε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, καταλογίζοντας και αποδίδοντας στους ιατρικούς λειτουργούς, οι οποίοι περιέθαλψαν τον αποβιώσαντα, ιατρική αμέλεια για το θάνατο του. Ο εναγόμενος ενάγεται ως ο εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, όπως προκύπτει μέσα από τα δικόγραφα αλλά και την αναντίλεκτη μαρτυρία, ότι ο αποβιώσας, στις 15.8.09 και ώρα 13.35 μεταφέρθηκε, από τον ενάγοντα-υιό του (Μ.Ε 1), στο Τ.Α.Ε.Π για εξετάσεις λόγω εμεσμάτων που παρουσίασε κατά την προηγούμενη ημέρα (στο εξής καλούμενη «η 1η επίσκεψη»). Ο τελευταίος εμετός που παρουσίασε ο ενάγοντας ήταν στις 8.00 το πρωί της 15.08.
- Έκτοτε, μέχρι την μεταφορά του στο Τ.Α.Ε.Π, δεν παρουσίασε οποιοδήποτε έμεσμα. Αφού εξετάσθηκε από την επί καθήκοντι ιατρό, Δρα. XXXXX Λαμπριανίδη (Μ.Υ 1), του χορηγήθηκε ενέσιμη φαρμακευτική αγωγή (Primperan και Zantec) και ακολούθως απολύθηκε, κατά τις 14:10 περίπου, όπου και του συνεστήθη να ακολουθήσει σχετική φαρμακευτική αγωγή. Η διάγνωση της Μ.Υ 1 ήταν ότι ο αποβιώσας έπασχε από γαστρεντερίτιδα. Ακολούθως ο αποβιώσας και πάλι μεταφέρθη το βράδυ της ίδιας ημέρας στο ΤΑΕΠ κατά τις 21.30 (στο εξής καλούμενη «η 2η επίσκεψη»), σε κρίσιμη κατάσταση, εφόσον η κλινική του κατάσταση ήταν φτωχική, ήταν δυσπνοϊκός, με ρογχώδη αναπνοή και περιφεριακή κυάνωση. Επίσης ήταν ταχυκαρδικός, ταχυπνοϊκός, είχε χαμηλό κορεσμό οξυγόνου και δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον. Αναφέρθηκε στους νοσηλευτές από τους συγγενείς του αποβιώσαντα, η ύπαρξη εμετών με αίμα (αιματέμεση). Κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Τ.Α.Ε.Π ο αποβιώσας και πάλι παρουσίασε καφεδοειδή εμέσματα και τέθηκε υποψία, από τους επί καθήκοντι ιατρούς, πνευμονίας και γαστρορραγίας. Κατά τις πρωινές ώρες ο αποβιώσας υπέστη στις Μ.Ε.Θ. καρδιοαναπνευστική ανακοπή όπου αντιμετωπίσθηκε επιτυχώς. Στη συνέχεια, και σε μικρό χρονικό διάστημα, ο αποβιώσας παρουσίασε και πάλι καρδιοναπνευστική ανακοπή και παρά τις προσπάθειες των ιατρών για ανάνηψη του, ο αποβιώσας, δυστυχώς, κατέληξε. Ο θάνατος του αποβιώσαντα, με βάση το πόρισμα της ιατροδικαστικής έκθεσης (Τεκμήριο 5) του Δρα XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Ε 4), οφειλόταν σε ασφυξία συνεπεία εισρόφησης ποσότητας αίματος (εμέσματος), μετά από αιμορραγία στομάχου. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος, μεταξύ των μερών, ότι ο αποβιώσας είχε ιστορικό έλκος δωδεκαδακτύλου με δύο επεισόδια γαστρορραγίας στο παρελθόν (το τελευταίο προ επταετίας) όπου και χρειάσθηκε να νοσηλευθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Το γεγονός αυτό αναφέρθη στους ιατρούς του Τ.Α.Ε.Π από τους οικείους του αποβιώσαντα κατά τη 2η επίσκεψη του. Αποτελεί δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι τόσο η σωματική όσο και η πνευματική κατάσταση του αποβιώσαντα ήταν άριστη. Αποτελεί επίσης δικογραφημένος ισχυρισμός ότι, από τη στιγμή της μεταφοράς του αποβιώσαντα στο Νοσοκομείο μέχρι και την ημερομηνία όπου αυτός απεβίωσε, οι ιατροί ενέργησαν αμελώς και υπέπεσαν σε σωρεία ιατρικών λαθών (προς τούτο δικογραφούνται ειδικά οι λεπτομέρειες αμέλειας του εναγομένου-σχετική είναι η παράγραφος 8 της έκθεσης απαιτήσεως). Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, καταλογίζεται στη Μ.Υ 1 ότι, κατά την 1η επίσκεψη, εξέτασε τον αποβιώσαντα επιπόλαια, σύντομα, και χωρίς να διαγνώσει ότι αυτός αιμορραγούσε, λόγω έλκους του δωδεκαδακτύλου, με αποτέλεσμα ο αποβιώσας να μην κριθεί αναγκαίο να κρατηθεί για περαιτέρω νοσηλεία και εξετάσεις ώστε η αιμορραγία να αντιμετωπισθεί έγκαιρα. Αυτό είχε ως συνέπεια ο στόμαχος του αποβιώσαντα να γεμίσει με αίμα. Παρέλειψε επίσης η Μ.Υ 1 να προβεί σε ορθή και ολοκληρωμένη έρευνα για την υγεία του αποβιώσαντα και να λάβει ορθά και ως όφειλε το προηγούμενο του ιατρικό ιστορικό εφόσον, ουδέποτε, αναζήτησε τον ιατρικό του φάκελο. Εάν τον αναζητούσε, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του ενάγοντα, θα διαπίστωνε ότι ο αποβιώσας είχε ιστορικό έλκος του δωδεκαδακτύλου και έχοντας ως δεδομένο το πιο πάνω γεγονός θα προέβαινε σε πιο εξειδικευμένες εξετάσεις, θα του γινόταν άμεσα εισαγωγή και θα προέβαιναν σε περαιτέρω διερεύνηση της ιατρικής του κατάστασης. Περαιτέρω το τί καταλογίζεται στους επί καθήκοντι ιατρούς, κατά τη 2η επίσκεψη του αποβιώσαντα, ήταν ότι αφενός δεν εντόπισαν έγκαιρα την αιμορραγία και αφετέρου, αφού την εντόπισαν, δεν έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα και δεν τον εγχείρισαν ώστε να την σταματήσουν, με αποτέλεσμα ο αποβιώσας να υποστεί ανακοπή καρδίας και να αποβιώσει. Περαιτέρω καταλογίζεται στους ιατρικούς λειτουργούς αμέλεια εφόσον παρέλειψαν να καλέσουν ειδικό καρδιοχειρούργο, ο οποίος θα εξέταζε τον αποβιώσαντα αμέσως μετά την 1η καρδιακή ανακοπή που υπέστη. Εν κατακλείδι αποτελεί δικογραφημένη θέση του ενάγοντα πως εαν διδόταν έγκαιρη και κατάλληλη θεραπεία ο θάνατος του αποβιώσαντα θα μπορούσε να αποφευχθεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ενάγοντας, μέσω της μαρτυρίας του, όπως αναφέρεται κατωτέρω, περιόρισε το παράπονο του περί ιατρικής αμέλειας των ιατρών, κατά τη 2η επίσκεψη, στο γεγονός ότι δεν κλήθηκε καρδιολόγος από τους επί καθήκοντι ιατρούς. Συνεπεία του θανάτου του αποβιώσαντα ο ενάγοντας αξιώνει από τον εναγόμενο γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνολικού ύψους €55.
- Ο εναγόμενος, μέσω της Υπεράσπισης του, αρνείται ότι οι επί καθήκοντι ιατροί ήταν υπό τις περιστάσεις αμελείς. Σε σχέση με την 1η επίσκεψη του αποβιώσαντα είναι η θέση του εναγομένου ότι ο ίδιος έδωσε στους ιατρούς το ιατρικό του ιστορικό, ότι δηλαδή παρουσίασε έμετους κατά τη προηγούμενη ημέρα, χωρίς την παρουσία αίματος και διάρροιας και αφού εξετάσθη από τους ιατρούς και του χορηγήθηκε η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή απελύθη. Επίσης είναι η θέση του εναγομένου ότι ο αποβιώσας και οι συγγενείς του δεν έδωσαν, ως όφειλαν, στο ιατρικό προσωπικό το πλήρες και ορθό ιστορικό του. Δεν ανέφεραν στον εναγόμενο την ύπαρξη οποιοδήποτε αίματος στον εμετό και στα κόπρανα. Στη βάση των πιο πάνω αποτελεί δικογραφημένη θέση του εναγομένου ότι σε καμία περίπτωση η επί καθήκοντι ιατρός δεν προέβη σε οποιαδήποτε λανθασμένη διάγνωση κατά την 1η επίσκεψη. Σε σχέση με τη 2η επίσκεψη είναι η θέση του εναγομένου ότι στον αποβιώσαντα διενεργήθηκαν όλες οι δέουσες διαγνωστικές εξετάσεις και εφαρμόσθηκε η ορθή ιατρική αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που ο αποβιώσας αντιμετώπιζε. Οι επί καθήκοντι ιατροί ήταν υπό τις περιστάσεις επιμελής και καμία ιατρική αμέλεια δεν μπορεί να τους αποδοθεί. Ο ενάγοντας, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής του, παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες. Πιο συγκεκριμένα, ως Μ.Ε 1, κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγοντας, ως Μ.Ε 2 η θυγατέρα του αποβιώσαντα XXXXX Χατζηβασίλη, ως Μ.Ε 3 ο Δρας XXXXX Ματσάκης και ως Μ.Ε. 4 ο Δρας XXXXX Χαραλάμπους. Μαρτυρία εκ μέρους του εναγόμενου έδωσε η Δρα XXXXX Λαμπριανίδου (Μ.Υ 1), ο Δρας XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ 2), η Δρα XXXXX Αζίνα (Μ.Υ 3) και ο Δρας XXXXX Κλωνής (Μ.Υ.4). Κατατέθηκαν επίσης συνολικά και 22 Τεκμήρια. . ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά και κρίνω ότι δεν είναι σκόπιμη η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης. Λαμβανομένου των κοινών θέσεων των 2 πλευρών, αλλά και των αμφισβητούμενων γεγονότων, η παράθεση της μαρτυρίας αμέσως πιο κάτω, γίνεται με γνώμονα τα επίδικα θέματα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Όπως εξάλλου έχει λεχθεί στην απόφαση G & K Exclusive Fashions Ltd v. Ρόδου Παπαδοπούλου και άλλων
(2001)1 (Α) Α. Α. Δ, 88) το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να επαναλάβει το σύνολο της μαρτυρίας ή να αναφερθεί σε κάθε πτυχή της. Ο Μ.Ε. 1, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 1) στην οποία ουσιαστικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης του. Ανάφερε επιπρόσθετα ότι ο αποβιώσας είχε καθαρά εισοδήματα, ύψους €10.600, τα οποία λάμβανε αφενός από τη μηνιαία σύνταξη γήρατος και αφετέρου από εισοδήματα που λάμβανε από τη διαχείριση και εκμετάλλευση χωραφιού και συντήρηση τάφων στο κοιμητήριο Λευκάρων (Τεκμήριο 3 κατατέθηκαν αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού της ΣΠΕ Σταυροβουνίου- Λευκάρων Λτδ). Κατάθεσε ως Τεκμήριο 4 την αστυνομική κατάθεση που έδωσε ο ίδιος στην Αστυνομία, μετά από καταγγελία που υπέβαλε για ιατρική αμέλεια των ιατρών. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 το πόρισμα του θανατικού ανακριτή που εκδόθηκε στα πλαίσια της θανατικής ανάκρισης που διενεργήθηκε και ως Τεκμήριο 10 απόδειξη με τα έξοδα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα. Είναι η θέση του ότι, δυνάμει της ιατροδικαστικής γνώμης (Τεκμήριο 7) του Μ.Ε. 3, βασικός αιτιολογικός παθολογικός παράγοντας που οδήγησε στον θάνατο του αποβιώσαντα ήταν η αιμορραγία από έλκος του δωδεκαδακτύλου. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι, κατά την 1η επίσκεψη του αποβιώσαντα στο Τ.Α.Ε.Π, ουδείς ρώτησε τον αποβιώσαντα κατά πόσο οι έμετοι που είχε την προηγούμενη μέρα ήταν με αίμα ή χωρίς. Ο αποβιώσας όταν επισκέφθηκε το Τ.Α.Ε.Π δεν παρουσίαζε καλή κλινική εικόνα, ήταν καταβεβλημένος και αγχωμένος. Η εξέταση στην οποία υπεβλήθη ήταν υποτυπώδης και τυπική και δεν έγινε διάγνωση για την αιτία των συμπτωμάτων του εμετού και ούτε είναι τυχαίο το γεγονός ότι εντός ολίγων ωρών ο αποβιώσας δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με το περιβάλλον και η κατάσταση του επιδεινώθηκε. Είναι η θέση του, περαιτέρω, ότι τα συμπτώματα του αποβιώσαντα είχαν αρχίσει να εμφανίζονται κατά την 1η του επίσκεψη στο Τ.Α.Ε.Π. Ξεκαθάρισε ότι όταν ο ίδιος αναφέρεται σε ιατρική αμέλεια των ιατρών εστιάζεται στις ιατρικές πράξεις της Μ.Υ 1 και ότι, κατά τη 2η επίσκεψη του, δεν κλήθηκε καρδιολόγος κατά την εισαγωγή του αποβιώσαντα στην Μ.Ε.Θ. Η Μ.Υ 1 είναι, περαιτέρω, ισχυρισμός του ότι, κατά την 1η επίσκεψη, δεν υπέβαλε τον αποβιώσαντα σε καμία εξέταση στο Τ.Α.Ε.Π και εάν προέβαινε σε ακτινογραφία, όπως είχε καταθέσει ο Μ.Ε. 4 στα πλαίσια της θανατικής ανάκρισης, θα εντόπιζε την αιμορραγία. Εάν η αιμορραγία διαπιστωνόταν έγκαιρα αυτή θα αντιμετωπιζόταν, όπως έγινε και στο παρελθόν, και η κατάσταση του αποβιώσαντα δεν θα χειροτέρευε. Ήταν επίσης η θέση του ότι Μ.Υ 1, κατά την 1η επίσκεψη του αποβιώσαντα, δεν χρησιμοποίησε κανένα διαγνωστικό όργανο παρά μόνο προέβηκε σε κλινική εξέταση. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τη θέση του ότι ο αποβιώσας ήταν σε γενικές γραμμές ένα υγιές άτομο και ότι είχε απλά μόνο διαγνωστεί, στο παρελθόν, με ελαφράς μορφής Αλτσχάιμερ και προς τούτο λάμβανε σχετική φαρμακευτική αγωγή. Συνεπεία τούτου ήταν ότι κάποιες φορές ο αποβιώσας ξεχνούσε, κυρίως, για το πού τοποθέτησε τα προσωπικά του αντικείμενα. Ανάφερε ότι μετά τον θάνατο του αποβιώσαντα αναζήτησε τον ιατρικό φάκελο του (σε σχέση με τις προηγούμενες επισκέψεις του) όπου και ενημερώθηκε, από τον υπεύθυνο του αρχείου του Νοσοκομείου, ότι αυτός δεν μπορεί να εντοπισθεί. Ανάφερε ότι, κατά την 1η επίσκεψη του αποβιώσαντα, ο επί καθήκοντι νοσηλευτής, ο οποίος παρέλαβε τον αποβιώσαντα, δεν του επέτρεψε να τον συνοδεύσει εντός του θαλάμου του Τ.Α.Ε.Π και ότι η εξέταση του αποβιώσαντα ήταν πολύ σύντομη. Διαπίστωσε, μετά την απόλυση του, ότι ο αποβιώσας γενικά δεν ήταν καλά και περπατούσε νωχελικά. Διευκρίνισε όμως ότι δεν ήταν συγχυτικός. Εξέφρασε τη γνώμη, ερωτηθείς σχετικά, ότι οι ιατροί όφειλαν να αναζητήσουν, κατά την εισαγωγή του αποβιώσαντα, περαιτέρω πληροφορίες για το ιατρικό του ιστορικό καθώς και να ρωτήσουν τον ίδιο τον ασθενή αν παρουσίασε ξανά τέτοιου είδους πρόβλημα. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος, κατά την εισαγωγή του αποβιώσαντα στο Τ.Α.Ε.Π, δεν ανάφερε στον νοσηλευτή ότι ο αποβιώσας παρουσίασε οποιουσδήποτε καφεδοειδούς έμετους, εφόσον ο ίδιος δεν διαπίστωσε και δεν αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο, σε αντίθεση με τη 2η επίσκεψη του. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η ενημέρωση που έδωσε τόσο ο ίδιος όσο και ο αποβιώσας, κατά την 1η επίσκεψη του, στους ιατρούς ήταν ελλιπής και τέτοια που δεν όφειλε να τους θέσει σε εγρήγορση, προσθέτοντας ότι οι ιατροί ουδέποτε τον ρώτησαν τί ακριβώς έχει ο αποβιώσας και πως το μόνο που πρόλαβε να τους αναφέρει είναι ότι έκανε εμετούς. Η Μ.Ε. 2, η οποία διέμενε μαζί με τον αποβιώσαντα και ανέλαβε τη φροντίδα του, επανέλαβε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, τα όσα ανάφερε ο Μ.Ε 1 σε σχέση με το ποιά ήταν σε γενικές γραμμές η κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα πριν αυτός επισκεφθεί το Τ.Α.Ε.Π. Ήταν η θέση της περαιτέρω ότι ο αποβιώσας αντιλαμβανόταν πότε παρουσίαζε πρόβλημα με το έλκος του από το χρώμα των κοπράνων του, το οποίο ήταν αλλοιωμένο. Στις 14/8/09 ο αποβιώσας της ανάφερε ότι δεν αισθανόταν καλά και η κοιλιά του ήταν φουσκωμένη. Ακολούθως, ξεκίνησε να κάνει εμετούς, ως διαπίστωσε η ίδια καφεδοειδούς χρώματος, και ενημέρωσε προς τούτο τον Μ.Ε.
- Διευκρίνισε πως όταν ο αποβιώσας επέστρεψε από το Τ.Α.Ε.Π δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον και η αναπνοή του ήταν βαρετή. Για το λόγο αυτό ο αποβιώσας μεταφέρθηκε εκ νέου στο Τ.Α.Ε.Π όπου ο επί καθήκοντι νοσοκόμος διαπίστωσε ότι αυτός έφερε αίμα στη φανέλα του. Αντεξεταζόμενη επανέλαβε το γεγονός ότι ο αποβιώσας αντιλαμβανόταν την παρουσία έλκους από το χρώμα των κοπράνων του και διευκρίνισε ότι στις 14.8.09 ο αποβιώσας δεν της ανάφερε ότι είχε παρουσιάσει τέτοιο σύμπτωμα. Η ίδια, διευκρίνισε, δεν αντιλήφθηκε ότι ο καφεδοειδής εμετός παραπέμπει σε έλκος του στομάχου, διότι ο αποβιώσας ουδέποτε παρουσίασε στο παρελθόν τέτοιο σύμπτωμα. Το γεγονός αυτό διευκρίνισε πως την ανησύχησε και η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο είτε ο αποβιώσας είτε ο Μ.Ε 1 ενημέρωσαν επ΄αυτού τους επί καθήκοντι ιατρούς κατά την 1η επίσκεψη του αποβιώσαντα στο Τ.Α.Ε.Π. O M.Ε 3 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε τις ειδικότητες του, τα προσόντα του και την πείρα του καθώς και το βιογραφικό του σημείωμα (Τεκμήριο 11), τα οποία ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της υπεράσπισης. Ετοίμασε, κατόπιν οδηγιών της οικογένειας του αποβιώσαντα και του συνηγόρου της, γραπτή γνωμάτευση (Τεκμήριο 7) κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε οποιαδήποτε αμελής πράξη εκ μέρους των ιατρών, οι οποίοι περιέθαλψαν τον αποβιώσαντα. Κατέληξε στο συμπέρασμα, μελετώντας τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια, ότι οι θεράποντες ιατροί επέδειξαν αμέλεια έναντι του αποβιώσαντος που είχε σαν αποτέλεσμα το θάνατο του. Εξηγώντας προφορικά το πως κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι, τόσο από το κλινικό ιστορικό του αποβιώσαντα όσο και από τα νεκροτομικά ευρήματα, ο αποβιώσας παρουσίασε έλκος στο δωδεκαδάκτυλο το οποίο αιμορραγούσε. Το έλκος αυτό, κατά την άποψη του και σε σχέση με τη 2η επίσκεψη, αφέθη να αιμορραγεί για αρκετές ώρες εφόσον δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα. Ο αποβιώσας αιμορραγούσε σοβαρά γιατί κλινικά έδειχνε ότι έπεφτε σε αιμορραγικό σοκ, εφόσον αυξάνονταν οι παλμοί της καρδιάς και έπεφτε η πίεση του ωσότου επήλθε η καρδιοαναπνευστική ανακοπή και απεβίωσε (Τεκμήριο 12-Δελτίο Αναφοράς Νοσηλείας). Όπως επίσης διαπιστώθηκε από το φάκελο κρίθηκε αναγκαίο όπως του γίνει διασταύρωση αίματος, δηλαδή ετοιμάσθηκε αίμα να του χορηγηθεί, κατά την 2η του εισαγωγή του (Τεκμήριο 12 σελίδα 14), πλην όμως οι ιατροί δεν του το χορήγησαν και δεν γνωρίζει το γιατί. Εξέφρασε την ιατρική γνώμη πως αν χορηγείτο αίμα στον αποβιώσαντα θα επιταχύνετο ο χρόνος ώστε οι επί καθήκοντι ιατροί να μπορούσαν να παρέμβουν. Διευκρίνισε ότι δόθηκαν όμως υγρά στον αποβιώσαντα τα οποία μπορούσαν σε κάποιο βαθμό να αντικαταστήσουν το αίμα, όχι όμως απόλυτα. Από τη στιγμή που δεν χορηγήθηκε αίμα στον αποβιώσαντα ήταν αναπόφευκτο ότι ο αποβιώσας θα υφίστατο ανακοπή. Και να επανερχόταν, που επανήλθε, και πάλι η καρδιά θα σταματούσε εφόσον είχε έλλειψη αίματος. Περαιτέρω, διαπίστωσε ότι υπήρξε αμέλεια των ιατρών εφόσον από τη στιγμή που διαγνώστηκε με γαστρορραγία στις 21:30 αφέθη μέχρι τις 00:00, ώρα εισαγωγής στη Μ.Ε.Θ, χωρίς οι ιατροί να προβούν σε οποιαδήποτε ιατρική πράξη. Γνώμη του ήταν ότι θα μπορούσε να υποβάλουν τον αποβιώσαντα σε μια ενδοσκοπική παρέμβαση ώστε να επιβεβαιωθεί η περιοχή που αιμορραγούσε και να σταματούσαν την αιμορραγία. Σε σχέση με την 1η εισαγωγή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συνιστά αμέλεια εκ μέρους των ιατρών το γεγονός ότι δεν λήφθηκε το προηγούμενο του ιατρικό ιστορικό. Ήταν η θέση του ότι ο αποβιώσας λόγω της ηλικίας του και λόγω του ότι έπασχε από Αλτσχάϊμερ δεν ήταν σε θέση να δώσει από μόνους του το ιατρικό του ιστορικό. Συνιστά επίσης αμέλεια το γεγονός ότι ούτε επίσης τους συγγενείς τους επέτρεψαν να εισέλθουν στο θάλαμο της εξέτασης ώστε αυτοί να δώσουν το πλήρη ιστορικό του αποβιώσαντα. Ούτε οι ιατροί προέβησαν σε οποιεσδήποτε εξετάσεις αίματος ή αναλύσεις να διαπιστώσουν από πού προέρχονταν οι εμετοί. Αν λάμβαναν ορθά το ιστορικό και γνώριζαν οι ιατροί ότι ο ασθενής αυτός είχε προηγούμενο ιστορικό έλκους θα ρωτούσαν λίγο πιο επιστάμενά για το χρώμα των εμετών, ώστε να βεβαιωθούν ότι ο αποβιώσας δεν παρουσίασε εκ νέου έλκος στο στομάχι. Εξέφρασε τη γνώμη ότι η ιατρός που τον εξέτασε ήταν σε θέση να αντιληφθεί, κατά την 1η του επίσκεψη, ότι ο αποβιώσας αιμορραγούσε από το χρώμα των εμεσμάτων και από το προηγούμενο ιστορικό του. Περαιτέρω ο αποβιώσας πονούσε την κοιλιά του, είχε ευαισθησία επιγαστρική (Τεκμήριο 12 σελίδα 2), το οποίο είναι χαρακτηριστικό, ως ανάφερε, σύμπτωμα έλκους του δωδεκαδακτύλου αλλά ταυτόχρονα όμως, όπως παραδέχθηκε, αποτελεί και σύμπτωμα και άλλων ασθενειών. Εξέφρασε, εν κατακλείδι, την ιατρική θέση πως αν γινόταν έγκαιρα αντιληπτό ότι ο αποβιώσας αιμορραγούσε αυτός θα επιβίωνε. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τη θέση του ότι η διάγνωση των ιατρών, κατά την 2η επίσκεψη, περί γαστρορραγίας θα έπρεπε να εντοπίζετο κατά την 1η επίσκεψη του αποβιώσαντα. Ερωτηθείς, με βάση την πείρα του, κατά πόσο υπάρχει πρακτική από τους ιατρούς, κατά την εξέταση ενός ασθενή στο ΤΑΕΠ, να αναζητούν τον ιατρικό φάκελο του ασθενούς ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο αποβιώσας είχε συγκεκριμένα προβλήματα και θα έπρεπε να του ληφθεί το προηγούμενο του ιστορικό. Επίσης εξέφρασε τη γνώμη πώς οι ιατροί θα έπρεπε να είχαν ανά πάσα στιγμή, άμεση πρόσβαση στον ιατρικό του φάκελο. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι απουσιάζει επίσης από τον ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα οποιαδήποτε διευκρίνιση ή καταγραφή ότι ο αποβιώσας παρουσίαζε Αλτσχάϊμερ ή ότι είχε προηγούμενο ιστορικό γαστρορραγίας, στοιχεία τα οποία καταγράφονται κατά την 2η επίσκεψη του. Σε σχετική υποβολή ότι μόνο από την ιατροφαρμακευτική αγωγή, ως αυτή λέχθηκε από τον αποβιώσαντα στην Μ.Υ.1, η ίδια σχημάτισε ικανοποιητική εικόνα για το ιστορικό του, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι αφενός αμφιβάλλει κατά πόσο ο αποβιώσας ήταν σε θέση να αναφέρει ο ίδιος με βάση την ηλικία του και το ιατρικό του ιστορικό τα φάρμακα τα οποία λάμβανε και αφετέρου πουθενά σε αυτά τα φάρμακα δεν αναφέρει ότι ο αποβιώσας είχε προηγουμένως τουλάχιστον δύο επεισόδια γαστρορραγίας. Ανάφερε περαιτέρω, το γεγονός ότι η εν λόγω ιατρός έλαβε γνώση ότι ο αποβιώσας είχε Αλτσχάϊμερ, αποτελεί ακόμη ένα επιβαρυντικό παράγοντα ότι η Μ.Υ 1 ενήργησε αμελώς, υπό αυτές τις περιστάσεις, διότι προφανώς ο αποβιώσας δεν ήταν σε θέση να δώσει εμπεριστατωμένα και πλήρως το προηγούμενο του ιατρικό ιστορικό. Σε σχετική υποβολή ότι με βάση τα πιο πάνω γεγονότα η Μ.Υ.1 ουδέποτε είχε ο,τιδήποτε ενώπιον της που να παραπέμπει στο γεγονός ότι ο αποβιώσας παρουσίασε έλκος δωδεκαδακτύλου, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι ο αποβιώσας πιθανόν να μην κατάλαβε ότι ο εμετός του περιείχε αίμα, διότι στο μυαλό του μέσου ανθρώπου το αίμα είναι κόκκινο. Αν ο εμετός όμως ήταν καφεδοειδούς χρώματος πιθανολογεί ότι ο αποβιώσας δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία αίματος. Θα έπρεπε κατά τη γνώμη του η Μ.Υ 1 να αποταθεί στους συγγενείς του αποβιώσαντα, οι οποίοι σίγουρα θα ανέφεραν στην Μ.Υ.1 ότι ο αποβιώσας στο παρελθόν παρουσίασε δύο φορές έλκος στο δωδεκαδάκτυλο. Σε σχετική υποβολή ότι στην κατάθεση του Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 4) ο ίδιος αναφέρει πως συνομιλώντας με τους νοσοκόμους ουδέποτε τους ανέφερε ότι ο αποβιώσας παρουσίασε στο παρελθόν έλκος, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι πιθανόν ούτε ο Μ.Ε.1 να μην μπορούσε να διαγνώσει κατά πόσο τα εμέσματα του αποβιώσαντα περιείχαν αίμα. Επανέλαβε τη θέση πως οι ιατροί, κατά τη 2η επίσκεψη του αποβιώσαντα θα έπρεπε αφενός να του χορηγήσουν αίμα και αφετέρου να τον υποβάλουν άμεσα σε γαστροσκόπηση. Διευκρίνισε πως το γεγονός ότι τοποθετήθηκε στον αποβιώσαντα ρινογαστρικός σωλήνας, κατά την άποψη του, δεν ήταν η ενδεδειγμένη ιατρική ενέργεια εφόσον η χορήγηση υγρών και όγκου δεν αναπλήρωνε το αίμα που έχανε ο αποβιώσας. Θα έπρεπε επίσης, κατά τη γνώμη του, να κληθεί άμεσα γαστρεντερολόγος. Διαφώνησε επίσης με τη θέση ότι η χορήγηση ενδοφλέβιας γαστροπροστασίας (Omerprexole) ήταν ικανοποιητική για να σταματήσει η αιμορραγία. Θέση του ήταν ότι ο θάνατος του αποβιώσαντα είναι έκδηλο ότι ήταν λόγω γαστρορραγίας εφόσον όπως διεφάνη από την νενομισμένη νεκροψία ο στόμαχος του αποβιώσαντα ήταν πλήρης με αίμα. Η εισρόφηση εμεσμάτων, κατά τη γνώμη του, ήταν δευτερεύουσας σημασίας. Σε σχετική υποβολή ότι με βάση την βιβλιογραφία ακόμα και στις περιπτώσεις που η αιμοσφαιρίνη είναι 6 στον ασθενή, η μετάγγιση αίματος δεν ενδείκνυται ενώ η χορήγηση όγκου βοηθά, ο εν λόγω μάρτυρας απάντησε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η χορήγηση υγρού δεν βοήθησε γιατί ο αποβιώσας πέθανε από αιμορραγία. Δεν συμφώνησε με σχετική υποβολή ότι οι ιατροί θα έπρεπε να βεβαιωθούν ότι ο αποβιώσας ήταν αιμοδυναμικά σταθερός και μετά να προχωρήσουν σε ενδοσκοπική παρέμβαση, προτείνοντας ότι θα έπρεπε να γίνουν οι ενέργειες που προανέφερε εφόσον ο ασθενής ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει αιμοδυναμικά σταθερός, λόγω του ότι θα πέθαινε. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι, λόγω της κλινικής του κατάστασης, υπήρχε πιθανότητα ο αποβιώσας να πέθαινε αν υποβαλλόταν σε ενδοσκόπηση, πλην όμως είχε πιθανότητες να επιβιώσει. Χωρίς ενδοσκόπηση, διευκρίνισε, ο αποβιώσας δεν είχε καμία πιθανότητα επβίωσης. Τέλος αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι λόγω της ειδικότητας του δεν μπορεί να διαφωτίσει ορθά το Δικαστήριο ώστε αυτό να αποκτήσει αντικειμενική κρίση επί των όσων αναφέρει. Ο Μ.Ε.4 ιατροδικαστής, ο οποίος διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία στη σωρό του αποβιώσαντα, υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, το περιεχόμενο και τα ευρήματα του ως αυτά καταγράφονται στην ιατροδικαστική του έκθεση. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο αποβιώσας αιμορραγούσε από την περιοχή του δωδεκαδακτύλου του στομάχου. Εξέφρασε την γνώμη ότι εάν κάποιος ασθενής έχει γαστρορραγία, αυτό μπορεί να διαπιστωθεί από τον ιατρό, υποβάλλοντας τον ασθενή σε αιματολογικές εξετάσεις, ακτινογραφίες και αν κριθεί απαραίτητο και σε γαστροσκόπηση. Διαπίστωσε επίσης ότι, κατά την νεκροτομική εξέταση, ο στόμαχος του αποβιώσαντα ήταν πλήρης με αίμα. Ο αποβιώσας παρουσίασε περαιτέρω εισρόφηση και εξήγησε στο Δικαστήριο πως ο αποβιώσας κάνοντας εμετό, αντί η ποσότητα του εμέσματος να εξέλθει από το σώμα πήγε σε αντίθετη πορεία προς την τραχεία, με αποτέλεσμα να αποφράξει τις αεροφόρους οδούς (Τεκμήριο 17). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τον λόγο που ο αποβιώσας είχε έμεσμα και τί το προκάλεσε. Γνώμη του ήταν ότι ο αποβιώσας πέθανε από ασφυξία συνεπεία εισρόφησης ποσότητας αίματος, μετά από αιμορραγία στομάχου. Η ασφυξία, ξεκαθάρισε, αναιρεί οποιαδήποτε άλλη αιτία θανάτου. Ο λόγος όμως διευκρίνισε που δεν μπορούσε να αναπνεύσει ο αποβιώσας ήταν λόγω του εμέσματος που προκλήθηκε λόγω της αιμορραγίας του δωδεκαδακτύλου. H M.Y.1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο 18). Ανέφερε σε αυτή τις σπουδές της και την πείρα της . Υιοθέτησε επίσης το περιεχόμενο της κατάθεσης της που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 13). Σύμφωνα με αυτήν την 15.08.2009 εξέτασε τον αποβιώσαντα. Ο αποβιώσας της ανέφερε το ιστορικό του και η ίδια ακολούθως προέβη σε εξέταση του, ως αυτή αναφέρθηκε ανωτέρω στα κοινά αποδεκτά γεγονότα. Με βάση τα συμπτώματα που είχε ο αποβιώσας, η διάγνωση της ήταν ότι είχε υποστεί γαστρεντερίτιδα. Από τις εξετάσεις που διενήργησε διαπίστωσε ότι τόσο η αρτηριακή πίεση, όσο ο σφυγμός και η θερμοκρασία του αποβιώσαντα ήταν φυσιολογικά. Ο ασθενής, με βάση την κλινική του εικόνα, τοποθετήθηκε στη ιατρική κλίμακα 5, το οποίο κατατάσσεται ως ένα απλό περιστατικό και το οποίο δεν χρήζει οποιασδήποτε περαιτέρω διερεύνησης. Αντεξεταζόμενη η εν λόγω μάρτυρας επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η ίδια υπέβαλε ερωτήσεις στον αποβιώσαντα ώστε να πληροφορηθεί τον λόγο που επισκέφθηκε το Τ.Α.Ε.Π. Δεν γνώριζε κατά πόσο ο αποβιώσας συνοδευόταν από οποιονδήποτε συγγενικό του πρόσωπο γιατί, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, από τη στιγμή που ένα άτομο μπορεί να δώσει από μόνος το ιστορικό του, δεν επιτρέπεται σε κάποιον συγγενή να εισέρχεται στο θάλαμο του Τ.Α.Ε.Π. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι δεν είχε ενώπιον της τον ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα, ο οποίος τηρείτο στο αρχείο του Νοσοκομείου και ούτε η ίδια τον αναζήτησε λόγω του ότι ο ίδιος ο αποβιώσας μπορούσε να δώσει από μόνος του το ιστορικό του. Ανάφερε επίσης πως για να καταγράψει η ίδια την φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε ο αποβιώσας πιθανόν αυτός είτε να είχε προσκομίσει μαζί του το ιατρικό βιβλιαράκι στο οποίο καταγράφεται η φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε είτε της την ανάφερε ο ίδιος. Από την στιγμή που διαπίστωσε η ίδια τί φάρμακα λάμβανε ο αποβιώσας, αντιλήφθηκε αμέσως τα προβλήματα υγείας, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναζητηθεί ο ιατρικός του φάκελος. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η ίδια ρώτησε τον αποβιώσαντα κατά πόσο παρουσίασε αίμα στα εμέσματα του και ο αποβιώσας της απάντησε αρνητικά, χωρίς να αποκλείει το γεγονός ότι ο αποβιώσας πιθανόν να μην ήταν σε θέση να αντιληφθεί κατά πόσο οι έμετοι του ήταν καφεδοειδούς χρώματος. Αρνήθηκε το γεγονός ότι η ίδια αν είχε ενώπιον της τον ιατρικό φάκελο του ασθενούς θα ήταν σε καλύτερη θέση να αντιληφθεί την ιατρική του κατάσταση λόγω του ότι τα συμπτώματα παρέπεμπαν σε μια απλή γαστρεντερίτιδα και ουδέποτε θα υποψιαζόταν ότι ο αποβιώσας παρουσίασε έλκος του δωδεκαδακτύλου και κατ'επέκταση αιμορραγούσε. Εξέφρασε την ιατρική γνώμη πως ο αποβιώσας, κατά τη 1η επίσκεψη στο Τ.Α.Ε.Π, δεν παρουσίαζε γαστρορραγία εφόσον δεν είχε τα συμπτώματα της όπως μαύρα κόπρανα, εμετούς με αίμα και υγρό γαστρικό, συμπτώματα τα οποία παρουσίασε κατά τη 2η επίσκεψη του. Εξέφρασε επίσης τη γνώμη πως τα συμπτώματα που ο αποβιώσας είχε κατά τη 1η επίσκεψη ήταν εντελώς άσχετα και διαφορετικά με τα συμπτώματα που είχε κατά τη 2η επίσκεψη. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η γαστρορραγία θα μπορούσε να διαγνωσθεί μέσα από την κλινική εξέταση και την διενέργεια γαστροσκόπησης, ακτινογραφίας και ultrasound προσθέτοντας ότι η γαστρορραγία μόνο με εξέταση κοπράνων και εμεσμάτων θα μπορούσε να διαγνωσθεί. Ο Μ.Υ.2 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 21). Ανέφερε σε αυτή την θέση που κατέχει σήμερα στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας (Βοηθός Διευθυντής Παθολογίας), τις σπουδές του, την πείρα του και τα προσόντα του. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 22). Αφού μελέτησε το έντυπο εισαγωγής του αποβιώσαντα, κατά την 1η επίσκεψη του (Τεκμήριο 20) στο Τ.Α.Ε.Π., εξέφρασε την άποψη ότι ήταν ορθή η διάγνωση της Μ.Υ.1 ότι ο αποβιώσας είχε γαστρεντερίτιδα. Και τούτο γιατί ο αποβιώσας ήταν αιμοδυναμικά σταθερός, τα αποτελέσματα των εξετάσεων του ήταν φυσιολογικά. Μελετώντας το έντυπο εισαγωγής του αποβιώσαντα, κατά την 2η επίσκεψη του (Τεκμήριο 20), ήταν φανερό ότι η κατάσταση του επιδεινώθηκε. Διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, η αναφορά συμπτωμάτων καφεδοειδών εμετών και πιθανής εισρόφησης και τέθηκε η υποψία αιμορραγίας πεπτικού. Ενόψει της κατάστασης του αποβιώσαντα κλήθηκε να τον εκτιμήσει. Η εκτίμηση του ήταν ότι ο αποβιώσας είχε δύο σοβαρά προβλήματα, τα οποία ήταν η γαστρορραγία και η λοίμωξη αναπνευστικού από εισρόφηση. Του τοποθετήθηκε στο Τ.Α.Ε.Π ρινογαστρικός σωλήνας, ο οποίος έβγαζε καφεδοειδή εμέσματα. Διαπίστωσε πως ήταν σε κρίσιμη κατάσταση. Λόγω της κακής κλινικής του εικόνας δεν ενδείκνυτο η υπέρ επείγουσα ενδοσκόπηση λόγω και των συμπτωμάτων που παρουσίαζε, τα οποία αποτελούσαν απόλυτες αντενδείξεις για την διενέργεια ενδοσκόπησης εφόσον υπήρχε σοβαρός κίνδυνος επιπλοκών. Εν κατακλείδι ήταν η θέση του ότι η διενέργεια γαστροσκόπησης στον αποβιώσαντα δεν θα είχε οποιοδήποτε όφελος ως προς την τελική κατάληξη. Λόγω του ότι η αιμοσφαιρίνη του αποβιώσαντα ήταν σε φυσιολογικά για την ηλικία του επίπεδα, η κατάλληλη αντιμετώπιση της ιατρικής του κατάστασης ήταν η σταθεροποίηση του ασθενούς, με την χορήγηση υγρών και ρινογαστρικού καθετήρα. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι όταν ο ίδιος εξέτασε τον αποβιώσαντα δεν έκρινε σκόπιμο να αναζητήσει τον ιατρικό του φάκελο και διευκρίνισε ότι, με βάση την καθιερωμένη πρακτική που ακολουθείται, ο ιατρικός φάκελος ενός ασθενούς αναζητείται όταν ασθενής εισάγεται σε μονάδα του Νοσοκομείου. Ξεκαθάρισε επίσης ότι με βάση το πρωτόκολλο που ακολουθείται τώρα στο Νοσοκομείο ένας ιατρός όταν πληροφορηθεί, κατά την εισαγωγή του ασθενούς, ότι αυτός είχε ιατρικό φάκελο οφείλει και πρέπει να τον δει. Ανάφερε περαιτέρω ότι, μέχρι τη μεταφορά του αποβιώσαντα στη Μ.Ε.Θ, ο αποβιώσας υπεβλήθη σε εξετάσεις αίματος και ακτινογραφία θώρακος. Ως εξήγησε δεν κρίθηκε σκόπιμο να κληθεί γαστρεντερολόγος γιατί η κατάσταση του αποβιώσαντα μπορούσε να τύχει χειρισμού από τους παθολόγους. Εξέφρασε την ιατρική γνώμη πως πιθανόν η λοίμωξη του αναπνευστικού, που παρουσίασε ο αποβιώσας, να προκλήθηκε από εμέσματα λόγω του έλκους και πιθανώς η εισρόφηση να προέκυψε είτε την ίδια μέρα ενόσω ο αποβιώσας βρισκόταν σπίτι του ή κατά τις προηγούμενες μέρες. Ανάφερε ότι προτεραιότητα για εκείνον, τη δεδομένη στιγμή, με βάση την κρισιμότητα της κατάστασης του, ήταν να κρατήσει τον αποβιώσαντα στη ζωή και όχι να εντοπίσει την οποιαδήποτε αιτία που προκάλεσε την γαστρορραγία. Διευκρίνισε όμως πως μόλις σταθεροποιείτο ο ασθενής θα υποβαλλόταν σε ενδοσκόπηση. Δεν κρίθηκε σκόπιμο να χορηγηθεί στον αποβιώσαντα αίμα εφόσον, με βάση την αιμοσφαιρίνη του, δεν είχε μαζική απώλεια αίματος και δεύτερο αντεδείκνυτο επειδή ο αποβιώσας ήταν αιμοδυναμικά ασταθής και τούτο γιατί υποστηρίζετο αναπνευστικά. Με βάση τα στοιχεία του φακέλου, εν πάση περιπτώσει, δεν διαπιστώθηκε στον αποβιώσαντα μαζική απώλεια αίματος, λόγω του περιεχομένου του ρινογαστρικού σωλήνα. Ανέφερε περαιτέρω ότι η αιμορραγία δεν θα σταματούσε με την γαστροσκόπηση και ότι αυτή θα σταματούσε μόνο με συντηρητική αγωγή. Επιβεβαίωσε επίσης το γεγονός ότι μόλις ο αποβιώσας υπέστη ανακοπή κλήθηκε καρδιολόγος και έγινε προσπάθεια ανάνηψης του χωρίς όμως αποτέλεσμα. Εξέφρασε τη γνώμη πώς αν ο αποβιώσας υποβαλλόταν σε γαστροσκόπηση ή χειρουργείο δεν θα επιζούσε λόγω της κακής του κλινικής κατάστασης. H M.Y.3, Βοηθός Διευθύντρια Παθολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο 24). Ανέφερε σε αυτή τις σπουδές της, τα προσόντα της και την πείρα της. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η ίδια διορίσθηκε στις 16.01.2017, από τον Αναπληρωτή Διευθυντή Ιατρικών Υπηρεσιών, ως εμπειρογνώμονας, για την παρούσα υπόθεση, με σκοπό να εξετάσει κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε αμελής πράξη εκ μέρους των ιατρών που περιέθαλψαν τον αποβιώσαντα. Αφού μελέτησε τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επί καθήκοντι ιατροί δεν υπήρξαν αμελείς και ότι ακολουθήθηκε η ορθή πρακτική στο Τ.Α.Ε.Π, κατά τη 1η επίσκεψη του αποβιώσαντα. Και τούτο γιατί τα συμπτώματα που ανάφερε ο ίδιος ο αποβιώσας (εμετούς και διάρροια από την προηγούμενη ημέρα) και με βάση την κλινική του εξέταση (ψηλάφηση κοιλιάς) ορθώς η Μ.Υ 1 διέγνωσε ότι έπασχε από γαστρεντερίτιδα και ορθώς χορήγησε ανάλογη φαρμακευτική αγωγή. Ο αποβιώσας είχε τα συμπτώματα της γαστρεντερίτιδας, υπό το φως ότι τα ζωτικά σημεία του ήταν εντός φυσιολογικών ορίων, ήταν περιπατητικός και πλήρως επικοινωνιακός. Κανένα σύμπτωμα δεν είχε ο αποβιώσας το οποίο μπορούσε να θέσει την υποψία γαστρορραγίας. Σε σχέση με την 2η επίσκεψη η εικόνα του αποβιώσαντα ήταν εντελώς διαφορετική. Και τούτο γιατί για πρώτη φορά αναφέρεται στους ιατρούς ότι ο αποβιώσας παρουσίαζε αιματέμεση. Του δόθηκε η ενδεδειγμένη θεραπεία και έγινε σχετική παραγγελία αίματος. Ο αποβιώσας δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον και δεν ανταποκρινόταν. Επίσης έκανε εμετό με μαύρα εμέσματα. Η κατάσταση της υγείας του ήταν πολύ σοβαρή. Λόγω της παρουσίας αίματος ορθά διενεργήθηκαν γενικές αναλύσεις και ακτινολογικές εξετάσεις. Ορθώς επίσης τοποθετήθηκε ρινογαστρικός σωλήνας και χορηγήθηκαν ενδοφλέβια υγρά. Με βάση τα πιο πάνω ήταν ορθή η διάγνωση της γαστρορραγίας-εισρόφησης αφού ο αποβιώσας αφενός παρουσίασε συμπτώματα με παρουσία αίματος και αφετέρου σε σχέση με την εισρόφηση παρουσίασε πυρετό. Με βάση τα πιο πάνω συμπτώματα ορθώς οι επί καθήκοντι ιατροί του χορήγησαν αντιβιοτική αγωγή, υγρά και γαστροπροστασία και ορθώς παραπέμφθηκε στην Μ.Ε.Θ. Σκοπός της χορήγησης αγωγής ήταν η αντιμετώπιση της πνευμονίας και της γαστρορραγίας. Ορθώς επίσης, κατά τη γνώμη της, δεν χορηγήθηκε αίμα γιατί οι τιμές της αιμοσφαιρίνης του αποβιώσαντα ήταν σε φυσιολογικά επίπεδα. Εξέφρασε επίσης την ιατρική άποψη ότι ενόψει της κλινικής κατάστασης του αποβιώσαντα εφόσον παρουσίαζε φλεβική ταχυκαρδία, χαμηλή αρτηριακή πίεση και ψηλό πυρετό αλλά και το οξυγόνο του ήταν χαμηλό η γαστροσκόπηση στον αποβιώσαντα ήταν, υπό τις περιστάσεις αυτές, αδύνατη. Αντεξεταζόμενη επανέλαβε ότι για να καταλήξει στα πιο πάνω συμπεράσματα η ίδια δεν έλαβε υπόψη τον προγενέστερο φάκελο του αποβιώσαντα, όταν είχε νοσηλευθεί προ επταετίας, πλην όμως διευκρίνισε ότι έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ο αποβιώσας είχε προηγούμενο ιστορικό έλκους. Σε κάθε περίπτωση εξήγησε πως ο εν λόγω φάκελος δεν θα της ήταν χρήσιμος διότι θα την διαφώτιζε για άλλες ασθένειες που δεν είχαν σχέση με την νοσηλεία, η οποία επέφερε το θάνατο του αποβιώσαντα. Εξήγησε πως ο αποβιώσας, τον ουσιώδη χρόνο, πιθανώς να παρουσίασε άλλο έλκος που να μην είχε σχέση με το προηγούμενο ιστορικό έλκος του. Ερωτηθείσα σχετικά, ανάφερε επίσης πως ούτε η ίδια θα αναζητούσε τον ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα όταν θα εξέταζε τον αποβιώσαντα κατά την 1η επίσκεψη στο Τ.Α.Ε.Π, εφόσον είχε ληφθεί το ιστορικό του από αυτά που ανέφερε ο ίδιος ο ασθενής. Επανέλαβε ότι τα συμπτώματα, που ο αποβιώσαντας παρουσίασε, παρέπεμπαν σε γαστρεντερίτιδα και επομένως η διάγνωση της Μ.Υ 1 ήταν ορθή με δεδομένο ότι η Μ.Υ 1 ρώτησε τον αποβιώσαντα για το χρώμα των εμεσμάτων. Εξέφρασε την ιατρική άποψη πώς εάν ο αποβιώσας, κατά την 1η επίσκεψη, όντως παρουσίαζε γαστρορραγία θα είχε εμφανή συμπτώματα (θορυβώδης κατάσταση η οποία εμφανίζεται γρήγορα, μαύρα κόπρανα και αίμα στα εμέσματα). Εξέφρασε την γνώμη πώς αν γνώριζε, κατά τη στιγμή της εξέτασης του αποβιώσαντα, το ιστορικό έλκους του και πάλι δεν θα εισηγείτο να παραμείνει στο Τ.Α.Ε.Π ο αποβιώσας για παρακολούθηση. Θα του συνέστηνε όμως πώς εάν διαπίστωνέ αίμα στα κόπρανα να προσέρχετο άμεσα στο Τ.Α.Ε.Π. Εξέφρασε την άποψη πως η 1η επίσκεψη του αποβιώσαντα με τη 2η επίσκεψη δεν έχουν καμία απολύτως σχέση μεταξύ τους. Ερωτηθείσα αναφορικά με τη 2η επίσκεψη, εξήγησε ότι ο λόγος που δεν χορηγήθηκε αίμα στον αποβιώσαντα ήταν λόγω του ότι ο ασθενής δεν έχασε καθαρό αίμα αλλά απώλεσε όγκο (υγρά με αίμα). Αν έχανε μαζικά αίμα ο αποβιώσας θα έχανε και αίμα από τον πρωκτό, κάτι το οποίο δεν επεσυνέβη. Επανέλαβε επίσης το γεγονός ότι η γαστροσκόπηση δεν θα βοηθούσε τον αποβιώσαντα σε ο,τιδήποτε διότι αφενός το στομάχι επειδή ήταν πλήρες με αίμα ήταν αδύνατο για τον ιατρό να εντοπίσει την εστία της αιμορραγίας ώστε να τη σταματήσει και αφετέρου δεν ενδείκνυτο να υποβληθεί ο ασθενής σε αυτή γιατί δεν ήταν αιμοδυναμικά σταθερός. Το αίμα από το στομάχι δεν μπορούσε να αφαιρεθεί με κανένα τρόπο εφόσον δεν υπάρχει αποδεκτή τέτοια ιατρική πράξη. Εξέφρασε τη γνώμη πως σε περίπτωση που υποβαλλόταν σε γαστροσκόπηση η κατάσταση του ασθενούς θα επιβαρυνόταν και θα τίθετο άμεσα σε κίνδυνο η ζωή του. Ανέφερε ότι με την χορηγηθείσα θεραπεία ο αποβιώσας δεν συνέχιζε να γαστρορραγεί, όμως ο αποβιώσας υπέστη πνευμονία από εισρόφηση εφόσον στράφηκε πίσω το υγρό και προχώρησε στους πνεύμονες. Διευκρίνισε τέλος ότι η εισρόφηση δεν μπορεί να αποτραπεί με κανένα μέσο στην ιατρική. Ο Μ.Υ.4, ο οποίος εργάζεται ως Βοηθός Διευθυντής γαστρεντερολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 28). Ανέφερε σε αυτή τα προσόντα και την πείρα του. Υιοθέτησε και επανέλαβε στο μεγαλύτερο μέρος τις βασικές πτυχές της μαρτυρίας της Μ.Υ.
- Μελετώντας τον ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα ήταν η θέση του ότι ο αποβιώσας κατά την 1η επίσκεψη του στο Τ.Α.Ε.Π, δεν είχε συμπτώματα γαστρορραγίας. Σε σχέση με την 2η επίσκεψη του αποβιώσαντα είναι η θέση του ότι ορθά έπραξαν οι ιατροί και δεν προέβησαν σε γαστροσκόπηση στον αποβιώσαντα. Και τούτο γιατί ο αποβιώσας βρισκόταν σε φτωχική κατάσταση και παρουσίαζε χαμηλά επίπεδα κορεσμού οξυγόνου. Η φαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε ήταν ορθή γιατί με αυτή θα αντιμετωπιζόταν η πνευμονία και η γαστρορραγία. Ούτε και χρειαζόταν οποιαδήποτε μετάγγιση αίματος γιατί οι τιμές αιμοσφαιρίνης του αποβιώσαντα ήταν φυσιολογικές. Περαιτέρω ο αποβιώσας δεν φάνηκε να είχε μεγάλη αιμορραγία εφόσον του έγινε δακτυλική εξέταση του πρωκτού. Εξήγησε στο Δικαστήριο τί είναι η γαστροσκόπηση και ότι σκοπός της, επί της ουσίας, είναι να εντοπίσει την αιμορραγία. Αν εντοπισθεί αιμορραγία συνήθως αυτή είναι διάχυτη και ο ιατρός δεν μπορεί προβεί σε κάποια ιατρική ενέργεια. Διευκρίνισε επίσης ότι σε περίπτωση που ένας ασθενής έχει υποστεί μεγάλη αιμορραγία το αίμα δεν προλαβαίνει να οξειδωθεί και ο ασθενής ή κάνει αιματέμεση, δηλαδή αίμα κόκκινο ή χάνει αίμα από πρωκτό, κάτι το οποίο δεν επεσυνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση. Ανέφερε περαιτέρω ότι η εισρόφηση στον αποβιώσαντα πιθανόν να επεσυνέβη πριν την 2η επίσκεψη του αποβιώσαντα στο Νοσοκομείο λόγω του ότι η κλινική του κατάσταση, όταν εισήχθη, δεν ήταν καθόλου καλή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος για να δώσει την εμπειρογνωμοσύνη του δεν εξέτασε το προϋπάρχον ιστορικό φάκελο του αποβιώσαντα, έλαβε υπόψη όμως το γεγονός ότι ο αποβιώσας είχε παρουσιάσει έλκος του δωδεκαδακτύλου στο παρελθόν, εφόσον γίνεται τέτοια αναφορά εντός του ιατρικού φακέλου του. Δεν σημαίνει, διευκρίνισε, ότι το έλκος που εντοπίστηκε τώρα στον αποβιώσαντα ήταν το ίδιο που ο αποβιώσας παρουσίασε στο παρελθόν. Επανέλαβε ότι τα συμπτώματα του αποβιώσαντα, κατά την 1η επίσκεψη, δεν παρέπεμπαν σε έλκος, εφόσον οι εμετοί του ήταν καθαροί και η διάρροια δεν είχε αίμα. Εξήγησε επίσης ότι παρά το γεγονός ότι τα προβλήματα που παρουσίασε ο αποβιώσας ήταν γαστρεντερολογικά προβλήματα, εντούτοις η παρουσία γαστρεντερολόγου, στην προκειμένη περίπτωση, δεν θα ήταν βοηθητική εφόσον με βάση τα συμπτώματα που παρουσίασε ο αποβιώσας αντενδείκνυτο να υποβληθεί σε γαστροσκόπηση. Η κύρια ειδικότητα που θα έπρεπε να αναλάβει τον αποβιώσαντα ήταν η παθολογική. Ερωτηθείς τότε από τη στιγμή που ο αποβιώσας δεν μπορούσε να υποβληθεί σε γαστροσκόπηση με ποιο τρόπο μπορούσε να σταματήσει η αιμορραγία, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή για αντιμετώπιση της και περαιτέρω αν γινόταν γαστροσκόπηση στην προκειμένη περίπτωση, αυτή δεν θα είχε οποιοδήποτε αποτέλεσμα εφόσον ο στόμαχος του ασθενούς ήταν πλήρης με αίμα. Τις πλείστες φορές (80%), ως ανάφερε, η αιμορραγία σταματά μόνη της. Εάν ο ασθενής μπορούσε να υποβληθεί σε γαστροσκόπηση και δεν ήταν γεμάτο το στομάχι του με αίμα, μπορεί ο ιατρός, αφού εντοπίσει την εστία, να προσπαθήσει να σταματήσει την αιμορραγία είτε με τοπικές ενέσεις είτε με clips. Ερωτηθείς κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση σταμάτησε η αιμορραγία στον αποβιώσαντα, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι με βάση τα νεκροτομικά ευρήματα από τη στιγμή που δεν εντοπίσθηκε αίμα στο έντερο ούτε στην δακτυλική θέση η αιμορραγία που παρουσίασε ο αποβιώσας κατά τη γνώμη του, δεν ήταν μεγάλη. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων (P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820, C&Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Αποτελεί επίσης βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v. Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές που έχω παραθέσει ανωτέρω προχωρώ με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. O M.E 1 άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Παρέθεσε με απλοϊκό τρόπο, και κάτω από έντονη συναισθηματικά φόρτιση, τα όσα ο ίδιος έζησε τόσο κατά την μεταφορά όσο και κατά την διάρκεια της νοσηλείας του αποβιώσαντα και στις δυο του επισκέψεις στο Τ.Α.Ε.Π. Ανάφερε στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης αλλά και όπως ο ίδιος τα αντιλήφθηκε. Όσο και αν προσπάθησε η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου να αμφισβητήσει τα λεγόμενα του, ο ίδιος παρέμεινε σταθερός, η μαρτυρία του παρέμεινε ακλόνητη και δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην την αποδεχθώ. Τα όσα ανάφερε ενόρκως ταυτίζονται στο μεγαλύτερο βαθμό και με τα όσα ανάφερε στην γραπτή του κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Ξεκαθαρίζω όμως ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία του μόνο ως προς τα γεγονότα που ο ίδιος έθεσε στο Δικαστήριο και όχι την οποιαδήποτε έκφραση γνώμης και άποψης περί ιατρικής αμέλειας των ιατρών καθώς και με ποιο τρόπο θα μπορούσε να εντοπιστεί από αυτούς το γεγονός ο αποβιώσας αιμορραγούσε. Αυτά είναι ζητήματα τα οποία θα αποφασισθούν αποκλειστικά από το Δικαστήριο αφού αξιολογήσει προηγουμένως την ενώπιον του μαρτυρία στο σύνολο της. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του σημειώνω ότι δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Ο Μ.Ε 1 περιέγραψε στο Δικαστήριο τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο πατέρας του και την κατάσταση της υγείας του πριν την μεταφορά του στο Τ.Α.Ε.Π, την κλινική του εικόνα μετά που απελύθη αλλά και την κατάσταση της υγείας του κατά την 2η του επίσκεψη. Ήταν απόλυτα ειλικρινής ως προς τις θέσεις του και δείγμα της ειλικρίνειας του αποτελεί και το γεγονός ότι δεν δίστασε να αναφέρει και μη ευνοϊκά γεγονότα ως προς τον ίδιο, όπως για παράδειγμα ότι ο αποβιώσας, κατά την μεταφορά του και κατά την απόλυση του δεν ήταν συγχυτικός, αλλά και το ότι ο ίδιος δεν ανάφερε στον νοσηλευτή το ιατρικό ιστορικό του αποβιώσαντα. Δείγμα επίσης της ειλικρίνειας του αποτελεί και η σχετική του δήλωση για το ποιο ακριβώς είναι το παράπονο του έναντι των επί καθήκοντι ιατρών, ότι δηλαδή αφενός εστιάζεται στη λανθασμένη διάγνωση της Μ.Υ 1, κατά την 1η επίσκεψη του αποβιώσαντα, και αφετέρου στο γεγονός ότι κατά την 2η επίσκεψη του αποβιώσαντα δεν κλήθηκε ειδικός καρδιολόγος. Η θέση του αυτή βεβαίως συγκρούεται με τα όσα ο Μ. Ε 3 έθεσε στο Δικαστήριο, ως θα εξηγήσω κατωτέρω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του, πλην των διευκρινίσεων των οποίων έχω προβεί ανωτέρω. Αποδέχομαι επίσης την μαρτυρία της Μ.Ε 2 στο μεγαλύτερο της βαθμό, πλην του ισχυρισμού της ότι ο αποβιώσας παρουσίασε στις 14.8.19, δηλαδή την προηγούμενη ημέρα κατά την 1η του επίσκεψη στο Τ.Α.Ε.Π, καφεδοοειδή εμέσματα. Και τούτο γιατί ο ισχυρισμός αυτός, ότι ο αποβιώσας παρουσίασε τέτοιο σύμπτωμα, προβλήθηκε στο Δικαστήριο για πρώτη φορά. Διαπιστώνω καταρχάς ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης και επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν. Στην υπόθεση Δημητριάδη Βαθούλα Δημήτρη προσωπικά και υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Δημήτρη Ανδρέα Δημητριάδη αποβιώσαντος v Alexander Kravtchenko
(2013)1 Α.Α.Δ 113 τονίσθηκε ότι η αντίφαση της προφορικής μαρτυρίας με τις δικογραφημένες θέσεις αποτελεί στοιχείο που συνυπολογίζεται στην κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Αντίθετα δικογραφείται, κατά την 2η επίσκεψη του αποβιώσαντα στο Τ.Α.Ε.Π ο εν λόγω ισχυρισμός. Περαιτέρω η θέση αυτή της Μ.Ε 2, ότι δηλαδή η ίδια ανάφερε στον Μ.Ε.1 για καφεδοειδούς εμέσματα δεν επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Ε 1, σε κανένα σημείο είτε κατά το στάδιο που έδωσε ενόρκως τη μαρτυρία του είτε στα πλαίσια της γραπτής του κατάθεσης στην Αστυνομία. Ούτε και στο πόρισμα της θανατικής ανάκρισης τέθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός από την οικογένεια του αποβιώσαντα. Είμαι της άποψης πως αν όντως η Μ.Ε 2 διαπίστωνε το γεγονός αυτό σίγουρα θα ενημέρωνε τον Μ.Ε 1, ο οποίος με τη σειρά του, ως ένα ευσυνείδητος άνθρωπος ο οποίος είχε την έγνοια του πατέρα του, ως αποδεικνύεται μέσα από τις ενέργειες και την συνολική δράση του, είτε θα το ανάφερε στην γραπτή του κατάθεση, είτε στο Δικαστήριο, είτε στον επί καθήκοντι νοσηλευτή, έχοντας πάντα ως δεδομένο ότι ο ίδιος γνώριζε ότι ο αποβιώσας είχε νοσηλευθεί στο παρελθόν με έλκος του δωδεκαδακτύλου. Κατά τα άλλα η υπόλοιπη μαρτυρία της Μ.Ε 2 γίνεται αποδεκτή, συνάδει πλήρως με τα όσα ανάφερε ο Μ.Ε 1 και δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία της, πλην του σημείου για την οποία κάνω ρητή αναφορά ανωτέρω. Στρεφόμενος στην μαρτυρία του Μ.Ε 4, επίσης και αυτή στο μεγαλύτερο της μέρος γίνεται αποδεκτή, πλην του σημείου για το οποίο κάνω ρητή αναφορά πιο κάτω. Ο Μ.Ε 4 προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει τα όσα ο ίδιος γνωρίζει σε σχέση με τα επίδικα θέματα στα πλαίσια ενάσκησης των καθηκόντων του. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και εξήγησε με απλό αλλά επιστημονικό τρόπο τα ευρήματα και συμπεράσματα του από την μεταθανάτια εξέταση που διενήργησε στην σωρό του αποβιώσαντα. Επί της ουσίας η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον στα ουσιώδη της σημεία αυτή γίνεται αποδεκτή από τoν εναγόμενο. Εξήγησε στο Δικαστήριο για το ποιά ήταν η αιτία θανάτου του αποβιώσαντα και το γεγονός ότι η εισρόφηση εμέσματος, την οποία υπέστη ο αποβιώσας, αναιρεί οποιαδήποτε άλλη αιτία θανάτου. Από την άλλη δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι ένας ιατρός για να διαπιστώσει για το πότε ένας ασθενής έχει γαστρορραγία θα πρέπει να υποβληθεί σε αιματολογικές εξετάσεις, ακτινογραφίες και αν κριθεί απαραίτητο και σε γαστροσκόπηση. Καταρχάς ο εν λόγω μάρτυρας δεν έθεσε τον αναγκαίο υπόβαθρο κατά πόσο έχει τις κατάλληλες ιατρικές γνώσεις και την ανάλογη ειδικότητα ώστε να προβεί σε τέτοιο συμπέρασμα. Ο εν λόγω μάρτυρας είναι ιατροδικαστής και όχι γαστρεντερολόγος ή παθολόγος. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας. Κλήθηκε να δώσει μαρτυρία ως προς την αιτία θανάτου του αποβιώσαντα και όχι για τις διαγνωστικές μεθόδους που απαιτούνται για τον εντοπισμό και την οποιαδήποτε αντιμετώπιση της γαστρορραγίας. Περαιτέρω δεν έδωσε εκείνο το αναγκαίο υπόβαθρο στο Δικαστήριο ώστε αυτό να καταλήξει σε ανεξάρτητα συμπεράσματα για τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του αλλά και να διαπιστώσει κατά πόσο αυτοί είναι ορθοί. Για παράδειγμα δεν εξήγησε με επάρκεια και λεπτομέρεια για το πότε ένας ιατρός θα πρέπει να προβεί στις πιο πάνω ιατρικές πράξεις καθώς και ποιά είναι τα συμπτώματα που θα πρέπει να έχει ένας ασθενής ώστε να οδηγήσει κατ΄επέκταση τον ιατρό στο να προβεί στις εν λόγω ιατρικές πράξεις για να αποκλείσει το ενδεχόμενο γαστρορραγίας. Περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας δεν έδωσε οποιαδήποτε σαφή απάντηση με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, αν δηλαδή η Μ.Υ 1, η οποία εξέτασε τον αποβίωσαντα, θα έπρεπε με βάση τα δεδομένα που είχε ενώπιον της να προβεί στις εν λόγω εξετάσεις. Στη βάση των πιο πάνω δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε 4 επί του ζητήματος αυτού ο οποίος μιλούσε πάντοτε επί θεωρητικού επιπέδου, την οποία και απορρίπτω. Κατά τα λοιπά αποδέχομαι την υπόλοιπη του μαρτυρία για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω. Στρεφόμενος στην μαρτυρία του Μ.Ε 3 και των Μ.Υ 3 και Μ.Υ 4, αναφέρω καταρχάς ότι και οι τρεις πιο πάνω μάρτυρες κλήθηκαν να καταθέσουν στην παρούσα υπόθεση ως εμπειρογνώμονες. Ουδείς από τα πιο πάνω πρόσωπα εξέτασε τον αποβιώσαντα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε και είχε οποιοσδήποτε προσωπική άποψη για την κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα, τόσο κατά την 1η όσο και κατά την 2η επίσκεψη του στο Τ.Α.Ε.Π. Και οι τρείς μάρτυρες εξέφρασαν την ιατρική τους γνώμη μέσα από τη μελέτη των ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένων Τεκμηρίων. Ο μεν Μ.Ε 3 κλήθηκε να καταθέσει εκ μέρους του ενάγοντα και να εξηγήσει, μέσω των επιστημονικών και ιατρικών του γνώσεων, για ποιο λόγο στη προκειμένη περίπτωση στοιχειοθετείται ιατρική αμέλεια εκ μέρους των ιατρών που εξέτασαν και είχαν υπό την επίβλεψη τους τον αποβιώσαντα. Από την άλλη οι Μ.Υ 3 και 4 προσήλθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να αντικρούσουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς να εξηγήσουν στο Δικαστήριο, με βάση επίσης τις επιστημονικές τους γνώσεις, ότι στη προκειμένη περίπτωση οι ιατροί ενήργησαν επιμελώς, ότι όλες οι ιατρικές τους πράξεις ήταν καθόλα νόμιμες και ορθές και ότι στη προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναντίον τους οποιαδήποτε ιατρική αμέλεια. Έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41) κατάληξή μου είναι ότι οι πιο πάνω μάρτυρες είναι εμπειρογνώμονες, και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορούν να εκφράσουν γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας τους (Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την διάρκεια που δίδοντο οι δια ζώσης μαρτυρίες των μαρτύρων, η πλευρά που αντεξέταζε σε κάθε περίπτωση έκαστο μάρτυρα, δεν αμφισβήτησε τόσο τα ακαδημαϊκά προσόντα ενός εκάστου τέτοιου μάρτυρα όσο και την πείρα τους στον τομέα τους. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών που αξιολογούνται οι υπόλοιποι μάρτυρες (Καουρής v Δημητρίου κ.α
(2008)1 Α.Α.Δ. 967). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι οι εμπειρογνώμονες εφοδιάζουν το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Είναι φανερό από την μαρτυρία τους ότι ο Μ.Ε 3 και οι Μ.Υ 3 και 4 παρουσίασαν στο Δικαστήριο δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111 «Επί διϊστάμενης ιατρικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο οφείλει, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση αξιολόγησης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, να κρίνει την μαρτυρία αυτή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων μη δίνοντας προβάδισμα σε οποιαδήποτε ιατρικώς εκφρασθείσα γνώμη από εκάτερο των διαδίκων. Η κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα που παρουσιάζονται ενώπιον του, σχηματίζοντας ιδίαν άποψη επί του θέματος, αιτιολογώντας επαρκώς την κατάληξη του, ως προς την προτίμηση του με αναφορά σ' αυτά τα δεδομένα.» Ξεκινώντας από τον Μ.Ε 3 και μελετώντας με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα παράθεσε και υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν βοήθησε με την όλη μαρτυρία του το Δικαστήριο και δεν το εφοδίασε με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ώστε αυτό να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Και ξεδιπλώνω ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Καταρχάς με βάση το βιογραφικό του σημείωμα ο εν λόγω μάρτυρας είναι ιατρός ο οποίος κατέχει δύο ειδικότητες, αυτές του παθολογοανατόμου και του ιστοπαθολόγου. Ο αποβιώσας εξετάσθηκε από την Μ.Υ 1 ιατρό στο Τ.Α.Ε.Π, κατά την 1η εισαγωγή του καθώς και από παθολόγους και καρδιολόγο κατά τη 2η εισαγωγή του, όπως είναι κοινώς αποδεκτό. Μέσα από τη μαρτυρία και τις θέσεις του που προώθησε ο Μ.Ε 3 το βασικό επιχείρημα του περί ιατρικής ευθύνης των ιατρών είναι ότι η Μ.Υ 1 λανθασμένα δεν διέγνωσε ότι ο αποβιώσας αιμορραγούσε λόγω έλκους στο δωδεκαδάκτυλο και ότι κατά τη 2η επίσκεψη οι παθολόγοι που τον εξέτασαν δεν τον υπέβαλαν σε υπερ επείγουσα ενδοσκόπηση και δεν του χορήγησαν αίμα. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία προκύπτουν ότι οι πιο πάνω ιατρικές πράξεις εμπίπτουν στην ειδικότητα του παθολόγου, του γαστεντερολόγου και του γενικού ιατρού, με εμπειρία στο Τ.Α.Ε.Π. Ο Μ.Ε 3, με βάση το βιογραφικό του και τη πείρα του, δεν κατέχει καμία από τις πιο πάνω ειδικότητες, αλλά άλλες ειδικότητες αυτές του ιατροδικαστή και του παθολογοανατόμου. Ούτε επίσης με βάση το βιογραφικό του αποδεικνύεται ότι ο Μ.Ε.3 είχε την πραγματική εμπειρία να ασκήσει ιατρική τόσο σε Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών όσο και σε Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης. Ούτε και επίσης ο εν λόγω μάρτυρας μπορεί και έχει την ανάλογη εμπειρογνωμοσύνη ώστε να εφοδιάσει με τις αναγκαίες γνώσεις του ποιες ήταν οι ορθές διαγνωστικές μέθοδοι για την αντιμετώπιση της αιμορραγίας εφόσον δεν έδωσε το αναγκαίο εκείνο υπόβαθρο στο Δικαστήριο ώστε αυτό να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του. Ο εν λόγω μάρτυρας είναι αρμόδιος να διαγνώσει την αιτία θανάτου του αποβιώσαντα αλλά και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή. Συνεπακόλουθα ο Μ.Ε 3, με τις ειδικότητες που κατέχει αλλά και με βάση την εμπειρία του, δεν αποτελεί το μέσο συνετό ιατρό της ειδικότητας που περιέθαλψε ή θα έπρεπε να περιθάλψει τον αποβιώσαντα ώστε να εφοδιάσει το Δικαστήριο για την ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο των πιο πάνω ειδικοτήτων. Επομένως το Δικαστήριο δεν νιώθει ασφαλή να αποδεχθεί τη μαρτυρία του και να υιοθετήσει τα συμπεράσματα του. Στην υπόθεση Πέτρου Πέτρος Σ. και Άλλος ν. Νίκου Θεμιστοκλέους
(2003)1 ΑΑΔ 1426, η οποία επίσης αφορούσε αγωγή για ιατρική αμέλεια στην οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση από το Εφετείο, λέχθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία εφαρμόζονται και στη προκειμένη περίπτωση: «Επί του προκειμένου το Πρωτόδικο Δικαστήριο βασίσθηκε επί της μαρτυρίας που είχε δοθεί από χειρούργους (Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3) όσο και από Ακτινοθεραπευτές-Ογκολόγους (Μ.Ε.4 και Μ.Ε.9) και Ιστοπαθολόγο (Μ.Υ.1), οι οποίοι ήταν μάρτυρες με ειδικότητα που καλύπτει το συγκεκριμένο ζήτημα για το οποίο απαντούσαν. Ήταν, επίσης, μάρτυρες που η πολύχρονη πείρα που έχουν στον συγκεκριμένο τομέα επέτρεπε στο Πρωτόδικο Δικαστήριο να αισθάνεται απόλυτα ασφαλές για τα όσα κατέθεσαν, να δεχθεί τα σχετικά μέρη της μαρτυρίας τους και ανάλογα να είναι και τα ευρήματα του. Δεν δέχθηκε τη μαρτυρία του Μ. Ματσάκη (Μ.Ε.16) γιατί παραδέχθηκε ότι ούτε Ογκολόγος είναι, ούτε εργαστήριο για διενέργεια ιστολογικών εξετάσεων έχει, ούτε ιδιαίτερη εμπειρία έχει σχετικά με τα ποσοστά των σωμάτων που στέλλονται για ιστολογική εξέταση και την πρακτική που ακολουθείται. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ουσιαστικά για το τι θα ήταν ιδανικό να γίνεται.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπόθεση Γιάλλουρου κ.α. ν. Ψύλλου
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1552, λέχθηκε επίσης ότι: «Αναγνωρίζεται ότι για τον καθορισμό του επιπέδου που απαιτείται από το συγκεκριμένο επαγγελματία εμπειρογνώμονα, πρέπει να δοθεί εμπειρογνώμονη μαρτυρία για την ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο («proper practice»). Όταν η πρακτική αμφισβητείται τότε, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts[2] - πιο πάνω - σελ. 265 "... conformity with a responsible body of opinion within the profession will generally suffice".». Στην υπόθεση Αθηνά ν. Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541 λέχθηκε ότι: «από τη στιγμή που το δικαστήριο έκρινε τους δύο ιατρούς ως μη ειδικούς, το θέμα θα έπρεπε να τελειώσει εκεί.» Χρειάζεται πιστεύω να έχει περισσότερη τριβή ένας ιατρός σε ένα κλάδο για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως εμπειρογνώμονας και να είναι σε θέση να εκφέρει γνώμη με την οποία καθορίζει τα επιστημονικά κριτήρια για τη διάγνωση εάν ένας άλλος ιατρός που ασκεί ιατρική στον ίδιο τομέα υπήρξε ή όχι αμελής. Το μοναδικό γεγονός για το οποίο μπορεί να διαφωτίσει με τις γνώσεις του το Δικαστήριο ο Μ.Ε 3 είναι η αιτία θανάτου του αποβιώσαντα που στη προκειμένη περίπτωση έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε 4 αλλά και για τα αίτια τα οποία οδήγησαν στο θάνατο του. Ήταν η θέση του Μ.Ε 3 ότι ο θάνατος του αποβιώσαντα είναι έκδηλο ότι προσήλθε λόγω της γαστρορραγίας εφόσον ο αποβιώσας έχανε πολύ αίμα και το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε και κατά την νεκροψία όπου διαπιστώθηκε ότι ο στόμαχος του αποβιώσαντος ήταν πλήρης με αίμα. Η εισρόφηση εμεσμάτων, κατά τον ίδιο, ήταν δευτερεύουσας σημασίας. Αντίθετα ο Μ.Ε 4, ο οποίος διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του αποβιώσαντα, ανάφερε ότι η αιτία θανάτου του αποβιώσαντα ήταν η ασφυξία λόγω εισρόφησης αίματος από αιμορραγία. Αποδέχομαι ως εύρημα ότι η αιτία θανάτου του αποβιώσαντα ήταν αυτή που ο Μ.Ε 4 διαπίστωσε. Και τούτο γιατί ο εν λόγω ιατροδικαστής ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο προέβη στη μεταθανάτια εξέταση του αποβιώσαντα σε αντίθεση με τον Μ.Ε 3, ο οποίος μιλούσε πάντοτε επί θεωρητικού επιπέδου. Αφετέρου ο Μ.Ε 3 δεν έδωσε εκείνα όλα τα εφόδια ώστε να τεκμηριώσει τις οποιεσδήποτε περί του αντιθέτου θέσεις του με το ιατροδικαστικό πόρισμα. Συνεπώς στη βάση των πιο πάνω δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του αυτή. Σε κάθε όμως περίπτωση και παρά το γεγονός ότι ο Μ.Ε 3 δεν μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας επί των επίδικων θεμάτων, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, θα προχωρήσω να αξιολογήσω και την ουσία της μαρτυρίας του σε περίπτωση που η πιο πάνω κρίση και κατάληξη μου κριθεί λανθασμένη. Καταρχάς οφείλω να ομολογήσω με κάθε σεβασμό προς τον εν λόγω μάρτυρα ότι η έκθεση εμπειρογνωμοσύνης που ετοίμασε (Τεκμήριο 7), με σκοπό να καταδείξει τα ευρήματα του ως προς την ιατρική αμέλεια των ιατρών του Νοσοκομείου, είναι ελλιπής, αόριστη, γενική και ατεκμηρίωτη εφόσον αυτή καταγράφει μόνο το γενικό του συμπέρασμα χωρίς την οποιαδήποτε τεκμηρίωση και αιτιολόγηση. Και τούτο γιατί μελετώντας το περιεχόμενο της δεν αναφέρεται για ποιο λόγο δεν ήταν υπό τις περιστάσεις ενδεικνυόμενη η αντιμετώπιση του αποβιώσαντα κατά την 2η επίσκεψη αλλά, πρωτίστως, ποια ήταν εκείνα τα συμπτώματα που παρουσίασε ο αποβιώσας και τα οποία θα έπρεπε να οδηγήσουν την Μ.Υ 1 ώστε να αντιληφθεί ότι ο αποβιώσας υπέστη πράγματι γαστρορραγία ώστε να κρατηθεί για περαιτέρω νοσηλεία και να μην απολυθεί. Δεν διαφεύγει, επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο εν λόγω μάρτυρας ετοίμασε τη σχετική έκθεση έχοντας ως δεδομένο πλέον την συνολική ιατρική κατάσταση του αποβιώσαντα. Ουδεμία περαιτέρω αναφορά υπάρχει στην εν λόγω έκθεση με ποιό τρόπο και γιατί θα έπρεπε η Μ.Υ 1 να αντιληφθεί ότι ο Μ.Υ 1 παρουσίαζε αιμορραγία από έλκος στο δωδεκαδάκτυλο. Ο εν λόγω μάρτυρας απλά αναφέρει το τί έπρεπε να πράξει ο θεράπων ιατρός στη προκειμένη περίπτωση χωρίς, αντιθέτως, να δίδει το αναγκαίο υπόβαθρο για το πώς θα κατέληγε στο εν λόγω συμπέρασμα το οποίο ο ίδιος εισηγείται, η ιατρός που τον εξέτασε. Σε σχέση με τη 2η επίσκεψη του είναι η θέση του ότι όταν πλέον διαπιστώθηκε από τους ιατρούς η παρουσία αιμορραγίας και απειλούσε τη ζωή του ασθενούς, δεν έγινε κατάλληλη θεραπεία αλλά βασικά ο ασθενής αφέθη να πεθάνει από αιμορραγία χωρίς αποτελεσματική ιατρική παρέμβαση για αντιμετώπιση της. Και πάλι δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά για ποιο λόγο η θεραπεία που υπεβλήθη από τους ιατρούς ήταν ακατάλληλη και ποια, αντίθετα κατά τη γνώμη του ήταν η κατάλληλη θεραπεία ώστε να αντιμετωπίζετο αποτελεσματικά ο αποβιώσας και να διεσώζετο η ζωή του. Επίσης προβάλει τον ισχυρισμό ότι ο θάνατος του αποβιώσαντα θα μπορούσε να αποφευχθεί αν του διδόταν έγκαιρα η κατάλληλη θεραπευτική φροντίδα. Δεν αναφέρει στην εν λόγω έκθεση του πότε ακριβώς θα έπρεπε να του δοθεί αλλά το κυριότερο ποια ήταν κατά τη γνώμη του η κατάλληλη ιατρική φροντίδα αλλά και γιατί η θεραπεία που έλαβε δεν ήταν η ενδεδειγμένη. Επομένως το Δικαστήριο βασιζόμενη στην έκθεση του δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα ότι υπήρξε οποιαδήποτε αμέλεια των ιατρών στην απουσία των πιο πάνω δεδομένων. Τα οποιαδήποτε κενά και ασάφειες που περιέχονται στην έκθεση του ο εν λόγω μάρτυρας προσπάθησε να τα καλύψει δίδοντας μαρτυρία ενόρκως. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν πιο επεξηγηματικός προσπαθώντας να πείσει το Δικαστήριο, με κάθε τρόπο, για ποιο λόγο οι επί καθήκοντι ιατροί, ήταν υπό τις περιστάσεις, αμελείς. Και πάλι όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασισθεί στις εκ των υστέρων επεξηγηματικές του θέσεις. Και τούτο γιατί ο Μ.Ε 3 με την μαρτυρία του, δεν βοήθησε κατά τη γνώμη μου τον ενάγοντα στο να τεκμηριώσει τις οποιεσδήποτε αξιώσεις του. Και ο λόγος είναι ότι ο εν λόγω μάρτυρας, προώθησε διάφορες θέσεις με εντελώς γενικό τρόπο και χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις ή να διαφωτίσει το Δικαστήριο με τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια, ώστε επί της μαρτυρίας του να είναι δυνατή η εξαγωγή ανεξάρτητων ευρημάτων ή συμπερασμάτων. Περαιτέρω στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο δεν απέφυγε τις αντιφάσεις αλλά και την εναλλαγή και αναδίπλωση των θέσεων του. Και εξηγώ το γιατί. Είναι γενικά αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι ο αποβιώσας κατά τη 2η επίσκεψη είχε γαστρορραγία και αιμορραγούσε. Αόριστη, ασαφής, ατεκμηρίωτη και γενική ήταν σε συσχετισμό με τα πιο πάνω η θέση του ότι οι επί καθήκοντι ιατροί που τον εξέτασαν, παρέλειψαν να του παράσχουν την ενδεδειγμένη θεραπεία εφόσον από την στιγμή που ήταν έκδηλο ότι ο αποβιώσας αιμορραγούσε θα έπρεπε αφενός να του χορηγήσουν αίμα και αφετέρου θα έπρεπε να υποβάλουν τον αποβιώσαντα σε γαστροσκόσπηση ώστε να σταματήσουν την αιμορραγία. Επ'αυτού του ζητήματος όμως δόθηκε επαρκής και πειστική μαρτυρία η οποία ήταν απόλυτα επεξηγηματική και τεκμηριωμένη από τους Μ.Υ 2,3 και 4 τους οποίους την μαρτυρία αποδέχομαι πλήρως ως εξηγώ κατωτέρω. Οι εν λόγω μάρτυρες εξήγησαν με απόλυτο κατατοπιστικό τρόπο για ποιο λόγο δεν έγιναν οι πιο πάνω ιατρικές πράξεις κατά την παράθεση της μαρτυρίας τους. Η θέση ότι αντενδείκνυτο η χορήγηση αίματος λόγω της κακής κλινικής εικόνας του αποβιώσαντα και το χαμηλό επίπεδο οξυγόνου του επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο 26 το οποίο αποτελεί άρθρο το οποίο τιτλοφορείται 'Indications and hemoglobin thresholds for red blood cell transfusion in the adult' και το οποίο κατατέθηκε από την Μ.Υ 3 όπου και αναφέρεται ότι: 'Τhe 1988 National Institutes of Health Consensus Conference on Periopative Red Blood Cell Transfusions suggested that no single criterion should be used as an indication for red cell component therapy, and that multiple factors related to the patient's clinical status and oxygen delivery needs should be considered'. (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Και ούτε είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι επί καθήκοντι ιατροί, όπως γίνεται αποδεκτό από τον ίδιο το μάρτυρα αλλά όπως επίσης καταγράφεται στον ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα, ετοίμασαν αίμα σε περίπτωση που κρινόταν αναγκαίο να χορηγηθεί στον αποβιώσαντα. Πλην όμως όπως εξηγήθηκε στο Δικαστήριο δεν μπορούσε να χορηγηθεί. Επ'αυτού ο Μ.Ε 3 συμφώνησε επίσης ότι ενείχε κινδύνους για τον αποβιώσαντα η χορήγηση αίματος. Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα ακόμα και στις περιπτώσεις που η αιμοσφαιρίνη είναι 6 στον ασθενή, κάτι το οποίο δεν επεσυνέβη στην προκειμένη εφόσον με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Υ.3 και 4 ο αποβιώσας δεν είχε μαζική απώλεια αίματος, η μετάγγιση αίματος δεν ενδείκνυται ενώ η χορήγηση όγκου βοηθά. Ειδικότερα στο εν λόγω άρθρο αναφέρεται ότι: «Ηemoglobin 8-10 g/dl-Trasnfusion generally not indicated, but should be considered for some populations.The guidelines also emphasize that the decision to transfuse should not be based only on hemoglobin level but should incorporate individual patient characteristics and symptoms. Clinical judgment is critical in the decision to transfuse..". (Η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Οι θέσεις του εν λόγω μάρτυρα σε σχέση με το ζήτημα αυτό όχι μόνο δεν τεκμηριώνονται αλλά αντίθετα αφενός καταρρίπτονται και αφετέρου επιβεβαιώνονται οι θέσεις των Μ.Υ.3 και 4 μέσα από το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου. Περαιτέρω αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν αντικειμενικός και είχε ως αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση του ενάγοντα εφόσον παρέλειψε να κάνει οποιαδήποτε αναφορά ότι ο αποβιώσας, ως αναγράφεται στον ιατρικό φάκελο του ασθενούς, όταν επισκέφθηκε το Τ.Α.Ε.Π είχε λοίμωξη του αναπνευστικού από εισρόφηση, η οποία ως αναφέρθηκε ήταν μία πολύ σοβαρή πάθηση και έχρηζε άμεσης αντιμετώπισης, όπως και εξήγησαν οι Μ.Υ 2 και 3 ότι προσπάθησαν να πράξουν οι ιατροί. Περιστράφηκε σκόπιμα και ανέδειξε μόνο το πρόβλημα της αιμορραγίας Ουδεμία νύξη προέβη πως οι επί καθήκοντι ιατροί θα έπρεπε να ενεργήσουν ή αν ενήργησαν υπό τις περιστάσεις ορθά σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία εφόσον ο Μ.Ε 4 ανάφερε ότι η αιτία θανάτου του αποβιώσαντα ήταν η εισρόφηση εμέσματος λόγω αιμορραγίας. Εξέφρασε επίσης την θέση ότι ο εν λόγω ασθενής από τις 9.30 που εισήχθη στο ΤΑΕΠ μέχρι και τις 12.30 που εισήχθη στην Μ.Ε.Θ αφέθη χωρίς να γίνει οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους των ιατρών. Τα ίδια όμως αναντίλεκτα γεγονότα, ως αυτά καταγράφονται στον ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα τον διαψεύδουν. Και τούτο γιατί όπως διαπιστώνεται από τον ιατρικό φάκελο, στον αποβιώσαντα τοποθετήθηκε φλεβικός καθετήρας και χορηγείτο στον ενάγοντα υγρά, ο αποβιώσας υπεβλήθηκε σε αναλύσεις, ηλεκτροκαρδιογράφημα και ακτινογραφίες. Επομένως η θέση του αυτή δεν έχει έρεισμα και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Διαφώνησε επίσης με το γεγονός ότι η χορήγηση ενδοφλέβιας γαστροπροστασίας (Omerprexole) ήταν ικανοποιητική για να σταματήσει η αιμορραγία και πώς η γνώμη του ήταν ότι ο αποβιώσας θα έπρεπε να υποβληθεί σε γαστροσκόπηση. Η θέση του αυτή αντικρούσθηκε επιτυχώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τους Μ.Υ 3 και Μ.Υ 4, οι οποίαν ανάφεραν ότι αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις η ενδεδειγμένη ιατρική πράξη ώστε να σταματήσει η αιμορραγία. Περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας παρέλειψε να αναφέρει ότι η γαστροσκόπηση βοηθά μόνο να εντοπισθεί η εστία της αιμορραγίας, κάτι που στη προκειμένη περίπτωση, όπως είναι κοινά αποδεκτό, ήταν αδύνατο να εντοπισθεί εφόσον ο στόμαχος του αποβιώσαντα ήταν πλήρης με αίμα. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από το ιατρικό άρθρο 'Εndoscopic Management of Peptic Ulcer Bleeding', (Τεκμήριο 16) σελ. 2 όπου αναφέρεται ότι: «Complete visualization of the stomach may not be possible in patients with PUB due to stomach contents and blood. A clear endoscopic field is essential for the success of endoscopic hemostasis». Επομένως και η θέση αυτή του Μ.Ε.3 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οι Μ.Υ.3 και 4 εξήγησαν με πειστικό τρόπο για ποιο λόγο η ενδοσκόπηση στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν βοηθητική. Περαιτέρω ο Μ.Ε.3 προέβαλε τη θέση ότι με την γαστροσκόπηση επιτυγχάνεται ο τερματισμός της αιμορραγίας γεγονός όμως το οποίο διαψεύστηκε από τον πλέον ειδικό επί του θέματος Μ.Υ 4. Περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας δεν διαφώνησε με το γεγονός ότι αν ο αποβιώσας υποβαλλόταν σε ενδοσκόπηση υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να αποβιώσει. Παρέμειναν επίσης αόριστοι και ατεκμηρίωτοι οι ισχυρισμοί του περί ιατρικής αμέλειας της Μ.Υ.1. Και τούτο γιατί η εν λόγω μάρτυρας δεν παράθεσε το αναγκαίο υπόβαθρο και την επιστημονική ιατρική τεκμηρίωση για ποιο λόγο η Μ.Υ 1 θα έπρεπε να αντιληφθεί ότι ο αποβιώσας είχε γαστρορραγία. Ανατρέχοντας στη μαρτυρία του δεν ανάφερε ποια ήταν εκείνα τα συμπτώματα και τα στοιχεία τα οποία θα έπρεπε να οδηγήσουν την Μ.Υ 1 στο να μην καταλήξει στη λανθασμένη, κατά τη γνώμη του, διάγνωση αλλά αντιθέτως να αντιληφθεί ότι ο αποβιώσας αιμορραγούσε. Αντιφατική είναι η θέση του επίσης ότι η Μ.Υ 1 θα έπρεπε να αντιληφθεί από το χρώμα των εμεσμάτων. Επί τούτου στήριξε την γνώμη του ότι θα έπρεπε η Μ.Υ 1 να ρωτήσει τον αποβιώσαντα το χρώμα των εμεσμάτων του και κατά δεύτερο θα έπρεπε να αναζητήσει τον ιατρικό του φάκελο. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό όμως ως αναφέρει η Μ.Υ 1 στην κατάθεση της και επιβεβαίωσε ενόρκως ρώτησε τον αποβιώσαντα εάν ο έμετος του είχε αίμα λαμβάνοντας αρνητική απάντηση. Σε σχέση με την αναζήτηση του ιατρικού φακέλου ο εν λόγω μάρτυρας αποδέχθηκε ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρωτόκολλο επί του ζητήματος αυτού, δηλαδή μόλις εισέρχεται κάποιος ασθενής σε Τ.Α.Ε.Π, το οποίο αποτελεί καλά γνωστό ότι αντιμετωπίζει επείγοντα και έκτακτα περιστατικά, το πρώτο πράγμα που αναζητούν οι ιατροί είναι τον ιατρικό του φάκελο. Όπως ανάφερε όλοι οι μάρτυρες υπεράσπισης, γεγονός το οποίο αποδέχομαι πλήρως, η πρακτική είναι να αναζητείτε ένας ιατρικός φάκελος μόνον όταν ο ασθενής είναι σε κατάσταση που δεν μπορεί να δώσει οποιοδήποτε ιστορικό από μόνος του όπως για παράδειγμα όταν μεταφέρεται αναίσθητος στο Τ.Α.Ε.Π ή είναι ψυχιατρικά ασθενής Περαιτέρω διευκρινίσθηκε ότι αναζητείτε ο ιατρικός φάκελος ενός ασθενούς όταν αυτός εισάγεται σε ειδικό θάλαμο. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν έδωσε το αναγκαίο υπόβαθρο και δεν δικαιολόγησε με οποιοδήποτε τρόπο για ποιο λόγο η Μ.Υ 1 θα έπρεπε να αναζητήσει τον ιατρικό φάκελο του ασθενούς, έχοντας πάντα ως δεδομένο, το οποίο και αποδέχομαι, ως σχολιάζω κατωτέρω, ότι ο αποβιώσας έδωσε ο ίδιος το ιστορικό του και όπως δήλωσε ο Μ.Ε 1 δεν ήταν συγχυτικός κατά την 1η επίσκεψη στο Τ.Α.Ε.Π. Αντιφατική και ατεκμηρίωτη η θέση του ότι η Μ.Υ 1 θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι ο αποβιώσας, κατά την 1η του επίσκεψη, αιμορραγούσε από το χρώμα των εμεσμάτων. Είναι όμως κοινά αποδεκτό ότι ο τελευταίος εμετός του αποβιώσαντα ήταν την 8η πρωινή της 15.8.09 ενώ κατά την διάρκεια παραμονής του στο Τ.Α.Ε.Π ο αποβιώσας δεν προέβη σε οποιοδήποτε εμετό. Επομένως η θέση του αυτή διαψεύδεται από τα ίδια τα γεγονότα και απορρίπτεται. Περαιτέρω στη προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι ο αποβιώσας δεν μπορούσε να παραθέσει ο ίδιος το ιστορικό του επειδή έπασχε από Αλτσχάϊμερ και το γεγονός αυτό δεν ήταν εις γνώση της Μ.Υ 1 στη συνέχεια ανασκεύασε αφού του υποδείχθηκε ότι ένα από τα φάρμακα που καταγράφονται, στον ιατρικό φάκελο, ότι λάμβανε ο αποβιώσας ήταν, μεταξύ άλλων, και φάρμακο το οποίο δίδεται σε ασθενείς που πάσχουν από Αλτσχαιμερ. Επίσης τα λεγόμενα του Μ.Ε 1 διαψεύδουν τον εν λόγω μάρτυρα εφόσον ο αποβιώσας ήταν καλά στην υγεία του ήταν προσανατολισμένος και κάποιες φορές ξεχνούσε μόνο που τοποθέτησε τα προσωπικά του αντικείμενα. Δεν φάνηκε με τα όσα παράθεσε και ισχυρίσθηκε ο Μ.Ε 1 ότι ο αποβιώσας είχε τέτοιας σοβαρής μορφής Αλτσχαίμερ που τον καθιστούσαν ανίκανο και ανήμπορο να μην μπορεί να παραθέσει το ιατρικό του ιστορικό. Ούτε και προσκομίσθηκε τέτοια επιστημονική μαρτυρία ή δόθηκε τέτοια επαρκής εξήγηση από τον εν λόγω μάρτυρα ότι ο αποβιώσας δεν μπορούσε από μόνος του και δεν ήταν σε θέση να παραθέσει ο ίδιος το ιατρικό του ιστορικό καθώς ποιου βαθμού ήταν το Αλτσχαιμερ που ο αποβιώσας έπασχε. Επίσης αντιφατική ήταν και η θέση του ότι από τη στιγμή που ο αποβιώσας είχε Αλτσχαίμερ η Μ.Υ 1, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να ερωτούσε τον Μ.Ε 1 για την ιατρική του κατάσταση και ο οποίος σίγουρα θα ανέφερε στην εν λόγω ιατρό το ιστορικό του αποβιώσαντα με την αιμορραγία. Όταν όμως του υποδείχθηκε ότι ο Μ.Ε 1 στη πολύ σύντομη συνομιλία που είχε με τον νοσηλευτή ότι δεν του ανάφερε τέτοιο ιστορικό, ο εν λόγω μάρτυρας ανασκεύασε αναφέροντας ότι πιθανόν ούτε ο Μ.Ε.1 να μην μπορούσε να διαγνώσει κατά πόσο οι εμετοί ήταν καφεδοειδείς ή όχι, αγνοώντας προφανώς ότι ο Μ.Ε 1 ουδέποτε είδε τον αποβιώσαντα να κάνει εμετό εφόσον τον είδε στις 15.8.09 το μεσημέρι, ενώ ο τελευταίος έμετος του αποβιώσαντα ήταν στις 8.00 το πρωί της ίδιας ημέρας. Εν κατακλείδι είναι η θέση μου, στη βάση των πιο πάνω, ότι με τη μαρτυρία του ο εν λόγω μάρτυρας δεν βοήθησε κατά τη γνώμη μου τον ενάγοντα στο να προωθήσει την παρούσα αγωγή. Και ο λόγος είναι ότι ο εν λόγω μάρτυρας, προώθησε διάφορες θέσεις με εντελώς γενικό τρόπο και χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις ή να διαφωτίσει το Δικαστήριο με τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια, ώστε επί της μαρτυρίας του να είναι δυνατή η εξαγωγή ανεξάρτητων ευρημάτων ή συμπερασμάτων. Θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας με τα όσα παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι ώστε το Δικαστήριο να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη κρίση (Θεοσκέπαστη Φαρμ v Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ 984). Επομένως, η θέση του περί αποτυχίας των ιατρών να διαγνώσουν κατά την 1η επίσκεψη την αιμορραγία του έλκους και κατά την 2η επίσκεψη να την αντιμετωπίσουν με τον ορθό ενδεδειγμένο τρόπο είναι εντελώς γενική και δη χωρίς την απαραίτητη αιτιολογία και πειστικότητα, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση επί της οποίας να μπορεί να εξαχθεί οποιονδήποτε ασφαλές ανεξάρτητο εύρημα ή έστω συμπέρασμα. Σε γενικές γραμμές η μαρτυρία του εν λόγω εμπειρογνώμονα παρουσιάζει εγγενής αδυναμίες και έλλειψη αιτιολογίας που το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει. Οι σχετικές, με ισχυρισμούς αποτυχία και ή παραλείψεις του εναγομένου, αναφορές του, ήταν εντελώς γενικές και στερούμενες απαραίτητης αιτιολογίας και συσχέτισης με άλλα λοιπά ουσιαστικά ενώπιον μου αποδεκτά γεγονότα, σε βαθμό που παρέμειναν μετέωρες και σ' αυτές δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας δεν πρέπει να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής του άποψης (Δημοκρατία ν. Αγιώτου
(2000)1 ΑΑΔ 1020). Το καθήκον αλλά και η υποχρέωση ακριβώς του εμπειρογνώμονα επικεντρώνεται στο να παράσχει στο δικαστήριο όλα τα απαιτούμενα επιστημονικά δεδομένα, ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να σχηματίσει ιδίαν άποψη. Στην υπόθεση Κύπρος Ξενοφώντος ν. K.N. ZOO BAR RESTAURANT LTD κ.ά ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολ. Έφεση Αρ. 447/2011, ημερ.15 Δεκεμβρίου 2016 υπεδείχθη ότι : « ... ένα Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί, σε επίπεδο εικασιών. Αποφασίζει με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, την ανάλυση επ' αυτής, την αξιολόγηση και τα τελικά ευρήματα του. Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να εντοπίσει την κατά τη δική του άποψη γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος έξω από οποιαδήποτε προς τούτο μαρτυρία». Για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως, η μαρτυρία της Μ.Υ 3 και του Μ.Υ 4 είναι πιο πειστική και πλησιάζει, κατά την άποψη μου, σύμφωνα με τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα γεγονότα στην αλήθεια. Στη βάση της μαρτυρίας τους το Δικαστήριο νιώθει ότι μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα εφόσον το διαφώτισαν με τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια, ώστε επί της μαρτυρίας του να είναι δυνατή η εξαγωγή ανεξάρτητων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Η Μ.Υ 3 μου έκανε πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Απαντούσε με αμεσότητα, πειστικότητα και με πλήρη βεβαιότητα των όσων υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα δε επιχειρήματα της ήταν πειστικά και πλήρως τεκμηριωμένα, έδωσε σαφής απαντήσεις, ήταν απόλυτα κατατοπιστική και εφοδίασε το Δικαστήριο με τα απαραίτητα εχέγγυα και ή επιστημονικά κριτήρια ώστε αυτό να εξάγει οποιαδήποτε ανεξάρτητα, σχετικά με την παρούσα αγωγή, ευρήματα ή συμπεράσματα. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι η εν λόγω μάρτυρας είπε όλη την αλήθεια. Πρόκειται για μάρτυρα η οποία απαντούσε στις ερωτήσεις με κάθε σαφήνεια και λεπτομέρεια και εκεί που ήταν αναγκαίο, αιτιολογούσε την κάθε απάντηση της. Η εν λόγω μάρτυρας κατέχει την ειδικότητα της Παθολόγου, ειδικότητα η οποία είναι η αντίστοιχη με τον ιατρό που περιέθαλψε τον αποβιώσαντα κατά την 2η επίσκεψη, αλλά και θεωρώ ότι μέσα από τις γνώσεις της και την εμπειρία της ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο και ως προς την διάγνωση που δόθηκε στον αποβιώσαντα, κατά την 1η του επίσκεψη με βάση την πείρα της. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της καλύπτεται από τα κοινά αποδεκτά γεγονότα. Εξήγησε στο Δικαστήριο με πειστικό τρόπο, ότι δεν μπορούσε να υποβληθεί ο αποβιώσας τόσο σε ενδοσκόπηση όσο και σε μετάγγιση αίματος. Οι θέσεις της επιβεβαιώνονται από τα επιστημονικά ιατρικά άρθρα (Τεκμήρια 16 και 26) που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο και για τα οποία έγινε αναφορά ανωτέρω. Η εν λόγω μάρτυρας, παρά την έντονη αντεξέταση της δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε σοβαρή και ουσιαστική αντίφαση ώστε να οδηγήσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιονδήποτε αντίθετο συμπέρασμα περί τις αξιοπιστίας της. Εξήγησε με κατατοπιστικό τρόπο ποια είναι τα συμπτώματα της γαστρεντερίτιδας, τα οποία είναι τα συμπτώματα που παρουσίασε ο αποβιώσας κατά την 1η του επίσκεψη δηλαδή εμετούς και διάρροια. Εξήγησε επίσης περαιτέρω ότι ο αποβιώσας κανένα σύμπτωμα γαστρορραγίας δεν παρουσίασε κατά την 1η του επίσκεψη στο Τ.Α.Ε.Π. Η θέση της αυτή ενισχύεται και βρίσκει έρεισμα από την ίδια την μαρτυρία των μαρτύρων που κλήθηκαν να καταθέσουν εκ μέρους του ενάγοντα, οι οποίοι ουδείς ανάφερε με τεκμηριωμένο τρόπο ότι ο αποβιώσας είχε οποιαδήποτε συμπτώματα αιμορραγίας. Σε σχέση με τη 2η επίσκεψη, εξήγησε με απόλυτα κατατοπιστικό τρόπο τις ενέργειες των ιατρών και την διάγνωση τους. Οι θέσεις της αυτές ουδόλως αμφισβητούνται από την πλευρά του ενάγοντα και επίσης είναι αποδεκτές ότι ήταν ορθές από τον Μ.Ε
- Εξήγησε, περαιτέρω, με κατατοπιστικό και τεκμηριωμένο τρόπο ότι μετάγγιση αίματος γίνεται όταν η αιμοσφαιρίνη στον ασθενή είναι κάτω από το όριο των 7 μονάδων. Και στη προκειμένη περίπτωση ο αποβιώσας είχε αιμοσφαιρίνη 14.
- Εξάλλου, σημείωσε, δεν παρατηρήθηκε στον αποβιώσαντα μαζική απώλεια αίματος. Εξήγησε επίσης ότι δεν ενδείκνυτο η μετάγγιση αίματος στον ασθενή λόγω του ότι αυτός δεν ήταν καθόλου σε κλινική κατάσταση. Αλλά ούτε και γαστροσκόπηση μπορούσε να γίνει στον αποβιώσαντα λόγω του χαμηλού κορεσμού του οξυγόνου του, της ταχυκαρδίας, του πυρετού και της χαμηλής αρτηριακής πίεσης. Συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Υ
- Επίσης ο Μ.Υ.4 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Ως εμπειρογνώμονας, του οποίου η εμπειρογνωμοσύνη δεν αμφισβητήθηκε, με την μαρτυρία του, τροφοδότησε το Δικαστήριο με όλα τα απαραίτητα δεδομένα και στοιχεία, ως κάθε εμπειρογνώμονας οφείλει να πράξει ώστε η μαρτυρία του να μπορεί να αποτελέσει την βάση για την εξαγωγή ανεξάρτητων ευρημάτων και/ή συμπερασμάτων. Παρά της έντονη, σε κάποια σημεία, αντεξέταση που έτυχε, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε οποιονδήποτε στάδιο. Η μαρτυρία του παρουσίαζε μια συνοχή και σταθερότητα σε βαθμό που μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο εν λόγω μάρτυρας είπε στο Δικαστήριο όλη ανεξαιρέτως την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα που γνώριζε. Πρόκειται για τον γαστρεντερόλογο Δρα Κλώνη ο οποίος προώθησε βασικά τη θέση ότι στη προκειμένη περίπτωση δεν επιβαλλόταν η διενέργεια υπερ επείγουσας ενδοσκόπησης στον αποβιώσαντα αφενός γιατί ο αποβιώσας δεν ήταν αιμοδυναμικά σταθερός και αφετέρου στη προκειμένη περίπτωση η οποιαδήποτε ενδοσκόπηση δεν θα βοηθούσε ιδιαίτερα τον ασθενή. Σκοπός της μαρτυρίας του δεν ήταν άλλος από του να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Μ.Υ.3 ότι αφενός κατά την 1η επίσκεψη του αποβιώσαντα λανθασμένα η Μ.Υ 1 δεν διέγνωσε ότι ο αποβιώσας αιμορραγούσε και ότι κατά τη 2η του επίσκεψη ο αποβιώσας δεν μπορούσε να υποβληθεί σε γαστροσκόπηση. Εξήγησε με απλό τρόπο τι ακριβώς είναι η γαστροσκόπηση αλλά και ποιος είναι ο σκοπός της, ότι δηλαδή επί της ουσίας βασικός της σκοπός είναι να εντοπίσει την αιμορραγία. Ανέφερε με απόλυτα κατατοπιστικό τρόπο ότι στη προκειμένη περίπτωση, και υποθετικά μιλώντας ακόμα και να μπορούσε ο αποβιώσας να υποβληθεί σε γαστροσκόπηση, αυτή δεν θα είχε και πάλι οποιοδήποτε ουσιαστικό αποτέλεσμα λόγω του ότι ο στόμαχος του αποβιώσαντα ήταν πλήρης με αίμα και δεν θα μπορούσε να εντοπισθεί η οποιαδήποτε εστία από τον ιατρό. Σχετικό επί τούτου είναι το Τεκμήριο 16, το οποίο σχετικό απόσπασμα του παρατέθηκε πιο πάνω, κατά την αξιολόγηση του Μ.Ε
- Οι θέσεις του αυτές ουδόλως αντικρούσθηκαν με δεδομένο ότι η πλευρά του ενάγοντα δεν κάλεσε οποιοδήποτε ιατρό της ανάλογης ειδικότητας να προβάλει οποιοδήποτε περί αντιθέτου ισχυρισμό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Η Μ.Υ 1 σε γενικές γραμμές άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Πρόκειται για την ιατρό η οποία εξέτασε τον αποβιώσαντα κατά τη 1η επίσκεψη του στο Τ.Α.Ε.Π και η οποία αφού εξέτασε τον αποβιώσαντα διέγνωσε ότι έπασχε από γαστρεντερίτιδα. Διέκρινα ότι ήταν ειλικρινείς και ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Ήταν σταθερή στις θέσεις της, απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και βεβαιότητα, χωρίς να έχει διάθεση να αποκρύψει και να αποφύγει τα πραγματικά δεδομένα. Η δε μαρτυρία της, επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία του ιατρικού φακέλου, το οποίο έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο. Στο σύγγραμμα Medical Negligence: Common Law Perspectives, John Healy, 1999, σελ.51, υπάρχει αναφορά στην υπόθεση Gordon v. Wilson
(1992)Med.L.R. 401, απόφαση δικαστηρίου της Σκοτίας, που το δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τα παράπονα του ασθενή επειδή δεν ήταν καταγραμμένα στον ιατρικό του φάκελο, αποδεχόμενο επί τούτου τις καταγραφές των γιατρών εντός του ιατρικού φακέλου. Κατά συνέπεια ο ιατρικός φάκελος και τα καταγραφέντα εντός αυτού, αποτελούν τον αδιάψευστο οδηγό επί του οποίου θα στηριχθεί το δικαστήριο. Θα αξιολογήσω συνεπώς την προφορική μαρτυρία σε σχέση και αντιπαραβολή με το περιεχόμενο του ιατρικού φακέλου και τις σχετικές καταγραφές που υπάρχουν σε αυτόν. Δεν διαπίστωσα να υπέπεσε η εν λόγω μάρτυρας σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση η οποία θα ήταν ικανή να αλλοιώσει τη θετική εικόνα που σχημάτισε το Δικαστήριο, παρά την έντονη και επίπονη αντεξέταση που υπέστη. Ήταν πλήρως κατατοπιστική ως προς τις θέσεις της και τόσο η προφορική της μαρτυρία όσο και η γραπτή της κατάθεση συνάδουν πλήρως. Όπως επιεβεβαιώνεται από τον ιατρικό φάκελο ο αποβιώσας ήταν σε θέση να της αναφέρει από μόνος του το ιατρικό του ιστορικό καθώς και την φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε. Αυτό που ουσιαστικά καταλογίζεται στην εν λόγω μάρτυρα ότι, ήταν υπό τις περιστάσεις, αμελής είναι το γεγονός ότι η ίδια κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν αναζήτησε τον ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα ώστε να πληροφορηθεί το γεγονός ότι στο παρελθόν είχε νοσηλευθεί με έλκος. Εξήγησε με σαφή τρόπο ότι αυτό δεν κρίθηκε σκόπιμο από τη στιγμή που ο ίδιος ο αποβιώσας ήταν σε θέση να δώσει από μόνος του το ιστορικό του, ήταν ομιλητικός και πλήρως προσαρμοσμένος στο τόπο και χρόνο. Αυτό εξάλλου επιβεβαιώνεται από τον Μ.Ε 1 ο οποίος ουδέποτε προέβαλε τη θέση ότι ο αποβιώσας ήταν συγχυτικός και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει. Το μόνο που ανάφερε ήταν ότι ο αποβιώσας δεν παρουσίαζε καλή κλινική εικόνα, ήταν καταβεβλημένος και αγχωμένος, γνωρίσματα που βεβαίως δεν παραπέμπουν σε ανικανότητα κάποιου προσώπου να παραθέσει από μόνος του το ιστορικό του. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι τη θέση της ότι ο αποβιώσας ήταν και μπορούσε να δώσει από μόνος του το ιατρικό του ιστορικό, ως εξάλλου καταμαρτυρά και ο ιατρικός φάκελος που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Στη βάση των πιο πάνω δεν έκρινε σκόπιμο να αναζητήσει οποιοσδήποτε συγγενή. Αποδέχομαι και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, στη βάση του ότι η σχετικά αναφορά παρέμεινε αναντίλεκτη, ότι η πρακτική που ακολουθείτε στο Τ.Α.Ε.Π είναι να αναζητείτε συγγενής όταν και εφόσον ο ασθενής δεν είναι σε θέση να δώσει το ιστορικό του. Επίσης αποδέχομαι την αναφορά της, που και πάλι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι δεν συνιστά πρακτική στο Τ.Α.Ε.Π να αναζητείται ένας ιατρικός φάκελος όταν ένας ασθενής εισάγεται για εξέταση. Επίσης αποδέχομαι ότι ο αποβιώσας είχε τα συμπτώματα της γαστρορραγίας, συμπτώματα τα οποία επιβεβαίωσαν και οι εμπειρογνώμονες και συμπτώματα τα οποία δεν καταγράφονται στον ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Αποδέχομαι επίσης για τους πιο πάνω λόγους και τη μαρτυρία του Μ.Υ
- Πρόκειται για τον ιατρό ο οποίος ανέλαβε τη ιατρική περίθαλψη του αποβιώσαντα κατά τη μεταφορά του στη Μ.Ε.Θ Θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε στο Δικαστήριο τα όσα έπραξε, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τα όσα ανάφερε αφενός επιβεβαιώνονται από τον ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα και αφετέρου από το γεγονός ότι οι πλείστες ιατρικές ενέργειες του δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον ενάγοντα και τον Μ.Ε.
- Το τι έχει αμφισβητηθεί, από τον Μ.Υ 3, είναι το γεγονός ότι ο ίδιος δεν υπέβαλε άμεσα τον αποβιώσαντα σε γαστροσκόπηση και ότι δεν του χορηγήθηκε αίμα, ενώ από τον ενάγοντα του καταλογίζεται το γεγονός ότι δεν κάλεσε άμεσα καρδιολόγο. Ο εν λόγω μάρτυρας κινήθηκε στην ίδια εκδοχή που οι Μ.Υ 3 και ΜΥ 4 προώθησαν και τεκμηρίωσαν στον Δικαστήριο. Εξήγησε με τεκμηριωμένο και απόλυτα κατατοπιστικό τις ιατρικές πράξεις και ενέργειες στις οποίες προέβη και οι οποίες επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του ίδιου του ιατρικού φακέλου. Σε σχέση με τη θέση του ενάγοντα ότι δεν κλήθηκε καρδιολόγος, ο εν λόγω μάρτυρας, επιβεβαίωσε ότι, όταν ο αποβιώσας υπέστη την 1η ανακοπή κλήθηκε καρδιολόγος ο οποίος και κατάφερε να τον επαναφέρει. Αυτό καταγράφεται εξάλλου και στον ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα ότι μόλις ο αποβιώσας υπέστη ανακοπή κλήθηκε ιατρός, ο οποίος τον επανέφερε, που όπως επιβεβαίωσε ο εν λόγω μάρτυρας ήταν καρδιολόγος. Παρομοίως κλήθηκε καρδιολόγος, κατά τη 2η ανακοπή, χωρίς όμως αποτέλεσμα, δυστυχώς τη 2η φορά. Οι παραλείψεις που του καταλογίζονται έχουν απαντηθεί με τεκμηριωμένο τρόπο, τόσον από τον ίδιο όσο και από τους εμπειρογνώμονες Μ.Υ 3 και Μ.Υ
- Παρά την έντονη αντεξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και η μαρτυρία του δεν έχει κλονισθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Συνεπώς δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να με οδηγήσει στο να αμφισβητηθούν οι οποιεσδήποτε αναφορές του. Για όλους τους πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Έχοντας αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία και αφού έλαβα υπόψη τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω ευρήματα: Την 15.08.2009 και περί τις 13:50 ο αποβιώσας μεταφέρθηκε από τον ενάγοντα στο Τ.Α.Ε.Π εφόσον έκανε εμετούς την προηγούμενη ημέρα και διάρροια. Ο αποβιώσας κατά την 1η του επίσκεψη στο Τ.Α.Ε.Π δεν παρουσίαζε καλή κλινική εικόνα, ήταν καταβεβλημένος και αγχωμένος. Εκεί εξετάσθηκε από την Μ.Υ 1 αφού προηγουμένως του έλαβε το ιατρικό του ιστορικό Ο αποβιώσας της ανέφερε ότι είχε αρκετούς εμετούς την προηγούμενη ημέρα, ενώ ο τελευταίος εμετός ήταν η ώρα 8:00 πρωινή. Ανέφερε στην Μ.Υ.1 περαιτέρω και μια διάρροια. Κατά την κλινική εξέταση παρουσίαζε μικρή ευαισθησία επιγαστρικά, δόθηκε ενδομυϊκή ενέσιμη φαρμακευτική αγωγή (zentac και Primperen). Από τις εξετάσεις που διενήργησε, η Μ.Υ 1, διαπίστωσε ότι τόσο η αρτηριακή πίεση, όσο ο σφυγμός και η θερμοκρασία του αποβιώσαντα ήταν σε φυσιολογικά επίπεδα. Ο ασθενής με βάση την κλινική του εικόνα τοποθετήθηκε, με βάση την ιατρική κλίμακας, ως ένα απλό περιστατικό το οποίο δεν έχρηζε οποιασδήποτε, περαιτέρω, διερεύνησης. Ο αποβιώσας απάντησε αρνητικά στο ερώτημα κατά πόσο οι έμετοι του είχαν οποιοδήποτε αίμα. Δόθηκαν στον αποβιώσαντα σχετικές οδηγίες διατροφής και ο αποβιώσας απολύθη η ώρα 14:
- Η διάγνωση της Μ.Υ 1 ήταν ότι ο αποβιώσας είχε υποστεί γαστρεντερίτιδα. Ο αποβιώσας είχε τα συμπτώματα της γαστρεντερίτιδας, υπό το φως ότι τα ζωτικά σημεία του ήταν εντός φυσιολογικών ορίων, ήταν περιπατητικός και επικοινωνιακός πλήρως, ενόψει και της απουσίας οποιονδήποτε άλλων συμπτωμάτων ή κινδύνων. Ο αποβιώσας, κατά τη 1η επίσκεψη στο Τ.Α.Ε.Π δεν παρουσίαζε γαστρορραγία εφόσον δεν είχε τέτοια συμπτώματα όπως μαύρα κόπρανα, εμετούς με αίμα και υγρό γαστρικό, συμπτώματα τα οποία, σε μεγάλο βαθμό, παρουσίασε κατά τη 2η επίσκεψη του. Κατά την εξέταση του αποβιώσαντα η Μ.Υ 1 δεν αναζήτησε τον προγενέστερο ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα. Με βάση την καθιερωμένη πρακτική που ακολουθείτο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο Τ.Α.Ε.Π ιατρικός φάκελος ενός ασθενή αναζητείται όταν και εφόσον ο ασθενής δεν μπορεί να δώσει από μόνος του το ιατρικό του ιστορικό αλλά και όταν ένας ασθενής εισάγεται σε ειδική μονάδα του Νοσοκομείου. Κατά την 2η επίσκεψη του αποβιώσαντα στο Τ.Α.Ε.Π η κατάσταση του επιδεινώθηκε. Διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, η αναφορά συμπτωμάτων καφεδοειδών εμετών και πιθανής εισρόφησης και τέθηκε η υποψία αιμορραγίας πεπτικού. Ο αποβιώσας παρουσίαζε φλεβική ταχυκαρδία, χαμηλή αρτηριακή πίεση και ψηλό πυρετό. Επίσης είχε χαμηλά επίπεδα οξυγόνου. Ο αποβιώσας δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον και δεν ανταποκρινόταν. Επίσης έκανε εμετό με μαύρα εμέσματα. Η κατάσταση της υγείας του ήταν πολύ σοβαρή. Από την ώρα εισαγωγής του αποβιώσαντα κατά την 2η επίσκεψη, γύρω στις 21:30, μέχρι και τις 0.00 που ο ίδιος μεταφέρθηκε στην Μ.Ε.Θ. υπεβλήθη σε εξέταση ακτινογραφία θώρακος, του χορηγήθηκαν υγρά, διενεργήθηκε ακτινογραφία κοιλίας και ηλεκτροκαρδιογράφημα καθώς και μετρήσεις αέριων αίματος καθώς και του διενεργήθηκαν αιματολογικές εξετάσεις. Επίσης έγινε και διασταύρωση αίματος σε περίπτωση που ο αποβιώσας χρειαζόταν μετάγγιση. Τοποθετήθηκε ρινογαστρικός σωλήνας στον αποβιώσαντα και του χορηγήθηκαν ενδοφλέβια υγρά. Με βάση τα πιο πάνω ο αποβιώσας διεγνώσθη με γαστρορραγία-εισρόφηση αφού ο αποβιώσας παρουσίασε τα συμπτώματα της παρουσίας αίματος, ταχυκαρδίας και για την εισρόφηση είναι ο πυρετός. Για το λόγο αυτό παραπέμφθηκε στη Μ.Ε.Θ. Με βάση το ιστορικό του ασθενούς αλλά και με βάση τις πνευμονικές εισροφήσεις (λοιμώξεις) του χορηγήθηκε αντιβιοτική αγωγή, υγρά και γαστροπροστασία. Σκοπός της χορήγησης αγωγής ήταν η αντιμετώπιση της πνευμονίας και της γαστρορραγίας. Δεν κρίθηκε σκόπιμο να χορηγηθεί αίμα εφόσον με βάση την αιμοσφαιρίνη του αφενός ο αποβιώσας δεν είχε μαζική απώλεια αίματος και δεν έχανε καθαρό αίμα αλλά έχανε όγκο (υγρά με αίμα) και αφετέρου επειδή ο αποβιώσας ήταν αιμοδυναμικά ασταθής εφόσον υποστηρίζετο αναπνευστικά. Αν έχανε μαζικά αίμα ο αποβιώσας θα έχανε και αίμα από τον πρωκτό, κάτι το οποίο δεν επεσυνέβη στη προκειμένη περίπτωση. Επίσης λόγω της κακής κλινικής του εικόνας ο αποβιώσας δεν υπεβλήθη σε υπέρ επείγουσα ενδοσκόπηση. Λόγω του ότι η αιμοσφαιρίνη του αποβιώσαντα ήταν σε φυσιολογικά, για την ηλικία του, επίπεδα η αντιμετώπιση του ήταν η σταθεροποίηση του ασθενούς, με την χορήγηση υγρών και ρινογαστρικού καθετήρα. Η αιμορραγία δεν θα σταματούσε με την γαστροσκόπηση αλλά μέσω συντηρητικής αγωγής. Η γαστροσκόπηση, στη προκειμένη περίπτωση, δεν θα βοηθούσε τον αποβιώσαντα σε ο,τιδήποτε διότι το στομάχι του επειδή ήταν πλήρες με αίμα ήταν αδύνατο για τον ιατρό να εντοπίσει την εστία της αιμορραγίας ώστε να τη σταματήσει. Σε περίπτωση που υποβαλλόταν σε γαστροσκόπηση η κατάσταση του ασθενούς θα επιβαρυνόταν και θα τίθετο η ζωή του άμεσα σε κίνδυνο. Με την χορηγηθείσα θεραπεία ο αποβιώσας δεν συνέχιζε να γαστρορραγεί, όμως ο αποβιώσας υπέστη πνευμονία από εισρόφηση εφόσον στράφηκε πίσω το υγρό και προχώρησε στους πνεύμονες. Η εισρόφηση δεν μπορεί να αποτραπεί στην ιατρική. Το αίμα από το στομάχι του αποβιώσαντα δεν μπορούσε να αφαιρεθεί με κανένα τρόπο εφόσον δεν υπάρχει αποδεκτή τέτοια ιατρική πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση η κατάλληλη θεραπεία για να σταματήσει η αιμορραγία, ήταν η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής. Στις 6.50 ο αποβιώσας υπέστη καρδιοαναπνευστική αγωγή. Κλήθηκε άμεσα καρδιολόγος και μετά από προσπάθειες ανάνηψης του μέσω καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης (ΚΑΡΠΑ) ο αποβιώσας επανήλθε όπου και διασωληνώθηκε. Στις 7.15 ο αποβιώσας υπέστη νέα καρδιοαναπνευστική αγωγή και παρά τις προσπάθειες των ιατρών, δυστυχώς, ο αποβιώσας δεν επανήλθε. Απεβίωσε στις 7.
- Αιτία θανάτου του αποβιώσαντα, με βάση το πόρισμα της νενομισμένης νεκροψίας, ήταν η ασφυξία, συνεπεία εισρόφησης ποσότητας αίματος (εμέσματος), μετά από αιμορραγία στομάχου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η απαίτηση του ενάγοντα βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, όπως αυτό κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 51
(1)[1] του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και ειδικότερα στο εδάφιο (β), το οποίο έτυχε ερμηνείας σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αγγελή v. Βορκά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 761 αναλύθηκαν, με παραπομπή σε Αγγλικές αυθεντίες, από το Ανώτατο Δικαστήριο οι νομικές αρχές που διέπουν ειδικώς την ιατρική αμέλεια. Παραπέμπω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Στην Κύπρο η ιατρική ευθύνη μπορεί να πάρει τη μορφή της,
(1)Ποινικής ευθύνης (criminal liability),
(2)Ευθύνης που πηγάζει από συμβατική υποχρέωση (contractual liability),
(3)Αστικής ευθύνης (tortuous liability) η οποία μπορεί να συνιστά (
- i)Επίθεση (Battery) ή (
- ii)Αμέλεια (Negligence). ... Ο ασθενής ο οποίος επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας, θα πρέπει να αποδείξει: (
- i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού - ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (
- ii)(
- ii)Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (iii) (iii) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά.» Στην ίδια απόφαση, με παραπομπή στις Αγγλικές αποφάσεις (Lanphier v. Phipos [1835-42] All E.R. R 421, Rich v. Pierpont [1862] 3 F&F 35, R. v. Bateman [1925] All E.R. Rep. 45 και Cassidy v. Ministry of Health [1951] 1 All E.R. 574) επισημαίνεται ότι ένας γιατρός δεν αναμένεται ότι θα είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής. Τις πιο πάνω αγγλικές αποφάσεις ακολούθησαν δύο σημαντικές αποφάσεις που οριοθέτησαν καθοριστικά τις προεκτάσεις της ιατρικής αμέλειας - οι αποφάσεις που είναι σαν γνωστές σαν οι αποφάσεις Bolam και Bolitho, οι οποίες υιοθετήθηκαν από τα κυπριακά Δικαστήρια τόσο στη υπόθεση Αγγελή (ανωτέρω) όσο και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (Γιάλλουρος Kυριάκος και Άλλοι ν. Σταύρου Ψύλλου, διά του πατέρα αυτού Kωνσταντίνου Ψύλλου ασκώντας αποκλειστικά τη γονική μέριμνα και Άλλου,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1552.). Στην υπόθεση Bolam v. Friern Hospital Committee [1957] 2 All E.R. 118, η ιατρική αμέλεια ενός γιατρού καθορίστηκε ως η παράλειψη του να ενεργήσει σύμφωνα με μία πρακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα γιατρών που είναι εξειδικευμένοι στο συγκεκριμένο τομέα. Στην υπόθεση Αγγελή (ανωτέρω) οι αρχές της Bolam συνοψίστηκαν ως ακολούθως: «(
- i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
- ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή, και (iii) Για να επιτύχει ένας ασθενής σε απαίτηση γιατί να μην του έχει δοθεί προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία.» Η αρχή που διατυπώθηκε στην υπόθεση Bolam διαφοροποιήθηκε λίγο αργότερα με την απόφαση στην υπόθεση Bolitho and Others v. City and Hackney Health Authority [1993] 4 Med. L. R. 381, όπου αποφασίστηκε ότι ένας γιατρός δεν μπορεί να αποφύγει ευθύνη για ιατρική αμέλεια αν αποδείξει ότι ακολούθησε μία καθιερωμένη πρακτική που είχε υιοθετηθεί από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων γιατρών. Το ερώτημα κατά πόσο ένα γιατρός είναι ένοχος αμέλειας πρέπει να απαντάται από το Δικαστήριο και όχι με βάση την πρακτική που υιοθετείται από ένα εξειδικευμένο ιατρικό σώμα, μέσα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Λέχθηκε στην υπόθεση Bolitho ότι: «It is not enough for the defendant to call a number of doctors to say that what he had done was in accord with accepted clinical practice. It is necessary for the judge to consider that evidence and decide whether that medical practice puts the patient unnecessarily at risk.». Για τον καθορισμό των ορίων του αναμενόμενου επιπέδου, πρέπει να δοθεί μαρτυρία από επαγγελματία πραγματογνώμονα ως προς την ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο. Στην υπόθεση ΡΕΝΑ ΜΙΧΑΗΛ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΑΛΚΗ ΛΑΠΙΘΗ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 336/2011 λέχθηκε, με παραπομπή σε προγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι: «Στην υπόθεση Γιάλλουρος ν. Ψύλλου (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι το ζήτημα της ιατρικής αμέλειας εξετάζεται στη βάση του επιπέδου του λογικού επαγγελματία. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από τις σελ. 1568, 1569 και 1571: «..Το καθήκον που εμπεριέχεται, αλλά και επιβάλλεται από το Αρθρο 51
(2)(ε) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, κωδικοποιεί το κοινοδίκαιο και τυγχάνει εφαρμογής έχοντας υπόψη και τη σχετική στο θέμα νομολογία. Έχει καθοριστεί στην Αθανασίου κ.ά. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, ότι: «..Το καθήκον ιατρού, όπως και κάθε ειδικευμένου επαγγελματία (πρακτήρα), προς πρόσωπο, το οποίο βασιζόμενο στη διεξιότητά του περιέρχεται υπό τη φροντίδα του, προσδιορίζεται περιεκτικά στην απόφαση Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority [1983] 2 All E.R.
- Συνίσταται, στη στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα. Το επίπεδο δεξιότητας, το οποίο αναμένεται από επαγγελματία ιατρό (medical practitioner), τέθηκε με την ίδια σαφήνεια από τον McNair, J. στην Bolam v. Friern Hospital Management Committee [1957] 1 W.L.R.
- Είναι εκείνο, της συνήθους δεξιότητας την οποία αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Η ορθότητα της προσέγγισης αυτής επιβεβαιώθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, που επίσης επεξηγούν το πρακτικό πεδίο εφαρμογής της. (Βλ. μεταξύ άλλων, Sideway v. Gov. οf Bethlem Royal Hospital
(1985)Α.Ψ. 871, 893-894; Wilsher v. Essex A.H.A. [1987] Q.B. 730.). Το ζήτημα της ιατρικής αμέλειας εξετάζεται, όπως προαναφέρθηκε, στη βάση του επιπέδου του λογικού επαγγελματία. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts 11η Έκδ.
(2003)σελ. 265: «The defendant must exhibit the degree of skill which a member of the public would expect from a person in his or her position. Pressures on him - even pressures for which he is in no way responsible - will not excuse an error on his part. Negligence is not to be equated with moral culpability or general incompetence.» Και στην επόμενη σελ. 266 αναφέρονται τα εξής: «Errors of judgment are often the essence of professional negligence. An error of itself is not negligence. The issue in all cases is whether the error in question evidenced a failure of professional competence. The virtual immunity offered to doctors for errors of clinical judgment was firmly condemned by the House of Lords in Whitehouse v. Jordan.» Αναγνωρίζεται ότι για τον καθορισμό του επιπέδου που απαιτείται από το συγκεκριμένο επαγγελματία εμπειρογνώμονα, πρέπει να δοθεί εμπειρογνώμονη μαρτυρία για την ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο («proper practice»). Όταν η πρακτική αμφισβητείται τότε, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts - πιο πάνω - σελ. 265 «... conformity with a responsible body of opinion within the profession will generally suffice». Ο Δικαστής βέβαια παραμένει ο τελικός κριτής του τι αποτελεί «reasonable and responsible professional practice». Και όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα, παρά τη μέχρι πρόσφατα απροθυμία των Δικαστηρίων να αμφισβητήσουν την επιστημονική άποψη εμπειρογνωμόνων, στην Bolitho v. City and Hackney Health Authority
(1998)Α.C. 232, o Lord Browne-Wilkinson τόνισε ότι για να τεκμηριωθεί η μαρτυρία περί της ορθής μη αμελούς πρακτικής, η μαρτυρία που δίνεται ως προς αυτή, πρέπει να είναι εύλογη και υπεύθυνη. Όπως ανέφερε: «... The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied on can demonstrate that such opinion has a logical basis.». Επομένως ό,τι αναμένεται από ένα ιατρό είναι να κατέχει το επίπεδο της συνήθους δεξιότητας την οποία αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Αναφορικά τώρα με το κατά πόσο ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια, στην υπόθεση Αγγελή (ανωτέρω), αναφέρθηκαν επίσης και τα ακόλουθα: «Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν με το ισοζύγιο πιθανοτήτων έχει αποδειχθεί ότι ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να ασκήσει την επιμέλεια που απαιτείται από έναν άνθρωπο που κατέχει και ασκεί ειδική επιδεξιότητα σε περιπτώσεις που απαιτείται η άσκηση μιας τέτοιας ειδικής επιδεξιότητας.»» Περαιτέρω, στην υπόθεση Γιάλλουρου κ.α. ν. Ψύλλου (ανωτέρω) τονίστηκε η ανάγκη απόδειξης στον απαιτούμενο βαθμό ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ιατρικής αμέλειας και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Το βάρος απόδειξης ιατρικής αμέλειας είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ashcroft (ανωτέρω) [1983] 2 All. E.R. 245, 247 «The question for consideration is whether on a balance of probabilities it has been established that a professional man has failed to exercise the care required of a man possessing and professing special skill in circumstances which require the exercise of such special skill.». Σε ελεύθερη μετάφραση: "Δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να καλέσει ένα αριθμό γιατρών για να πουν ότι αυτό που έκαμε ή αυτό που δεν έκαμε συνάδει με αποδεκτή ιατρική πρακτική. Είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτή τη μαρτυρία και να αποφασίσει αν αυτή η ιατρική πρακτική θέτει τον ασθενή σε περιττό κίνδυνο." Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντος (Πέτρου Πέτρος Σ. και Άλλος ν. Νίκου Θεμιστοκλέους
(2003)1 ΑΑΔ 1426). Σημειώνω ότι η προαναφερόμενη υπόθεση αφορούσε αγωγή για ιατρική αμέλεια. Έχοντας σκιαγραφήσει τις αρχές που διέπουν το θέμα της ιατρικής αμέλειας, αυτό που θα πρέπει να εξετασθεί είναι το κατά πόσον, υπό το φως των εν λόγω αρχών υπαγομένων στα ευρήματα μου επί των γεγονότων, ο ενάγοντας έχει αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται ότι οι επί καθήκοντι ιατροί, οι οποίοι εξέτασαν και περιέθαλψαν τον αποβιώσαντα, υπήρξαν ένοχοι ιατρικής αμέλειας. Αρχίζοντας από το θέμα του κατά πόσο οι ιατρικοί λειτουργοί υπείχαν καθήκον επιμέλειας έναντι του αποβιώσαντα επισημαίνεται ότι όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του M.Jones, Medical Negligence, 5η έκδοση, 2018, στη σελ. 95 με αναφορά στην υπόθεση Jones v. Manchester Corporation [1952] Q.B. «Once a patient is accepted for treatment a duty of care will arise.» Επομένως από τη στιγμή που ο αποβιώσας εισήχθη στο Τ.Α.Ε.Π ως ασθενής τόσο κατά την 1η του επίσκεψη όσο και κατά τη 2η του επίσκεψη οι ιατρικοί λειτουργοί του Νοσοκομείου είχαν απέναντι του καθήκον επιμέλειας. Το επόμενο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο οι ιατρικοί λειτουργοί του Νοσοκομείου έχουν παραβιάσει το καθήκον επιμέλειας και δεξιότητας που πρέπει να έχει ένας ιατρός προς τον ασθενή. Κατ΄επέκταση κατά πόσο οι ιατρικοί λειτουργοί ενέργησαν υπό τις περιστάσεις αμελώς ή παράλειψαν να προβούν σε οποιαδήποτε ενδεδειγμένη ιατρική πράξη. Στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον μια συγκεκριμένη ιατρική πράξη συνιστά αμέλεια, το Δικαστήριο θα διερευνήσει αν ο ιατρός ακολούθησε, στο υπό κρίση περιστατικό, την συνήθη ιατρική πρακτική. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι οι ιατρικοί λειτουργοί απέτυχαν, μεταξύ άλλων, να διαγνώσουν ορθά κατά την 1η επίσκεψη του ότι ο αποβιώσας παρουσίαζε αιμορραγία λόγω έλκους στο δωδεκαδάκτυλο του. Με βάση όμως τα ευρήματα του Δικαστηρίου και την αποδεκτή μαρτυρία δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε αμέλεια στην Μ.Υ 1 εφόσον ο αποβιώσας δεν παρουσίασε οποιοδήποτε σύμπτωμα το οποίο θα παράπεμπε έστω και στην παραμικρή υποψία στην εν λόγω ιατρό ότι πιθανόν ο αποβιώσας να αιμορραγούσε. Και τούτο γιατί ο αποβιώσας δεν παρουσίασε οποιοδήποτε σύμπτωμα της αιμορραγίας όπως μαύρα κόπρανα, εμετούς με αίμα και υγρό γαστρικό. Επίσης η Μ.Υ 1 ενημερώθηκε από τον αποβιώσαντα ότι τα εμέσματα του δεν είχαν αίμα και ο τελευταίος εμετός ήταν στις 8.00 το πρωί της 15.8.09, δηλαδή σχεδόν 6 ώρες πριν επισκεφθεί το Τ.Α.Ε.Π. Η Μ.Υ 1 στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, και στα όσα ο ίδιος ο αποβιώσας της ανάφερε ώστε να καταλήξει στη σχετική διάγνωση της. Στο νομικό σύγγραμμα Michael A. Jones (ανωτέρω) στη σελ. 380 αναφέρεται ότι: «A duty to listen: The duty to take a full history obviously requires the doctor to listen to what the patient is saying. Sometimes, particularly if the patient is considered to be "difficult", a doctor may disregard or discount what the patient is telling him and this can colour the diagnosis. A failure to listen to a patient who is describing symptoms which would affect diagnosis and treatment will amount to negligence, where harm results.» If the information given by the patient is misleading the doctor will not be held accountable for acting upon it, at least where it is reasonable to rely upon the information. It may not be reasonable where what the patient says is clearly contradicted by the symptoms, or where the patient may not understand the significance of the information or may not remember it, or where it is contradicted by information provided by others, such as a spouse or family member.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Ο αποβιώσας με βάση την αποδεικτική μαρτυρία ουδέν σύμπτωμα της ανάφερε το οποίο μπορούσε να θέσει την παραμικρή υποψία στη Μ.Υ.1 ότι υπέστη γαστρορραγία. Επίσης ο αποβιώσας κατά τη παραμονή του στο Νοσοκομείο δεν παρουσίασε εμετό, οι εξετάσεις του ήταν απόλυτα φυσιολογικές όπως και τα ζωτικά του όργανα, δεν ήταν συγχυτικός και ήταν περιπατητικός. Είχε πόνο στη κοιλιά κατά τη ψηλάφιση, στοιχείο το οποίο από μόνο του δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ασθενής έχει αιμορραγία λόγω έλκους. Με βάση τα πιο πάνω συμπτώματα δεν μπορεί, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, να αποδοθεί οποιαδήποτε ιατρική ευθύνη στη Μ.Υ 1 περί λανθασμένης διάγνωσης. Επίσης στο ίδιο νομικό σύγγραμμα Michael A. Jones (ανωτέρω) στη σελ. 385 αναφέρεται ότι: «Importance of the patient's symptoms: When making a diagnosis much depends on the symptoms observed: obviously, where symptoms do not indicate the illness from which the patient is in fact suffering the doctor cannot be blamed for failing to identify the specific illness. (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση Πολυκλινική Υγεία Λτδ ν. Τάσος Λάμπρου, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Παντελή Λάμπρου, Πολιτικές Εφέσεις Αρ.114/11 και 115/11, ημερ. 16.11.16, υπεδείχθησαν, επίσης, τα εξής: «Στο πιο πάνω σύγγραμμα Medicine Patients and The Law, σελ.191 αναφέρεται ότι: « A patient alleging that a wrong diagnosis was negligent must establish either that the doctor failed to carried out an examination or a test which the patient's symptoms called for, or that his eventual conclusion was one that no competent doctor would have arrived at (Bolam test), or was not 'capable of withstanding logical analysis' (the Bolitho test)». Ο ενάγοντας σε σχέση με το 1ο περιστατικό δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης ότι η Μ.Υ 1 απέτυχε να υποβάλει τον αποβιώσαντα σε οποιαδήποτε εξέταση με βάση τα συμπτώματα που είχε και ότι επίσης κανένας άλλος ιατρός της ανάλογης ειδικότητας δεν θα κατέληγε σε τέτοια διάγνωση, όπως κατέληξε η Μ.Υ.
- Σε περίπτωση που κάποιος ιατρός παραλείψει να διαγνώσει μια κατάσταση η οποία θα ήταν προφανής σε οποιονδήποτε λογικό, ικανό γιατρό τότε είναι αμελής. Δεν είναι όμως αυτή η προκειμένη περίπτωση ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Εξάλλου δεν αποτελεί θέση του ενάγοντα, ως προωθήθηκε μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Ε 1 και Μ.Ε 3, ότι ο αποβιώσας παρουσίασε οποιοδήποτε σύμπτωμα αιμορραγίας το οποίο η Μ.Υ 1 λανθασμένα παρέλειψε και δεν έλαβε υπόψη. Το τί αποτελεί θέση του ενάγοντα είναι ότι η Μ.Υ 1 παρέλειψε να αναζητήσει τον ιατρικό του φάκελο. Αν τον αναζητούσε, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του, θα διαπίστωνε ότι ο αποβιώσας είχε ιστορικό έλκους με αποτέλεσμα να την οδηγήσει στο συμπέρασμα να εξέταζε πιο επιστάμενα τον αποβιώσαντα και κρατώντας τον περαιτέρω για νοσηλεία θα αντιλαμβανόταν ότι αιμορραγούσε. Από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί, όμως, από τον ενάγοντα οποιαδήποτε αποδεκτή ιατρική μαρτυρία ότι με το που εισάγεται ένας ασθενής στο Τ.Α.Ε.Π ο ιατρός, της ανάλογης ειδικότητας που εργάζεται στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, θα αναζητήσει τον ιατρικό φάκελο ενός ασθενούς. Στο νομικό σύγγραμμα Michael A. Jones (ανωτέρω) στη σελίδα 276 αναφέρεται ότι: «Before any question of complying with accepted practice can arise the court must be satisfied on the evidence presented to it that there is a responsible body of professional opinion which supports the practice. Evidence which amounts simply to an expression of opinion by an expert witness of what he thinks he would have done had he been placed, hypothetically and without the benefit of hindsight, in the position of the defendant, is of little assistance in determining whether there was a responsible practice. Moreover, it is always open to the court to reject expert evidence applying the ordinary principles of credibility that would be applied in any courtroom, for example, that the evidence is internally contradictory, or that the witness was acting as an advocate rather than an impartial and objective expert.» Ο Μ.Ε 3 εξέφρασε μία γνώμη η οποία δεν υποστηρίζεται ότι ακολουθείται ως ορθή πρακτική από τον μέσο ιατρό της ανάλογης ειδικότητας. Αντίθετα με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και των ευρημάτων του Δικαστηρίου τέτοια πρακτική εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο ασθενής δεν μπορεί να δώσει από μόνος του το ιατρικό του ιστορικό. Δεν είναι όμως αυτή η προκειμένη περίπτωση εφόσον, ως αναφέρθη, ανωτέρω, ο αποβιώσας δεν ήταν καθόλου συγχυτικός και επικοινωνούσε απόλυτα με το περιβάλλον. Ούτε και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια αποδεκτή μαρτυρία ότι όταν ένας ασθενής επισκέπτεται το Τ.Α.Ε.Π οι ιατροί αναζητούν τον ιατρικό του φάκελο ώστε να διαπιστώσουν το προηγούμενο ιστορικό του. Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται το γεγονός ότι ο αποβιώσας επισκέφθηκε το Τ.Α.Ε.Π, ένα τμήμα το οποίο ασχολείται με επείγοντα περιστατικά όπου και δεν αναμένεται να ληφθεί ένα πλήρης και αναλυτικό ιστορικό, ωσάν ο ασθενής επισκέπτετο ένα ιατρό στο ιδιωτικό του ιατρείο, με δεδομένο ότι το εν λόγω Τμήμα εξυπηρετεί, καθημερινά, μεγάλο αριθμό ασθενών. Και πάλι στο νομικό σύγγραμμα Michael A. Jones (ανωτέρω) στη σελ. 379 με αναφορά στην υπόθεση Nathanson v. Barnet & Chase Farm Hospitals NHS Trust [2008] EWHC 460 (QB) λέχθηκε ότι: « Openshaw J held that unless there was something to suggest that a patient had a psychiatric or medical history that might be relevant to her treatment and understanding, there was no general requirement to ask about their medical or psychiatric history._Doctors in casualty departments could not be expected to take detailed medical and psychiatric histories whenever someone presented with a simple injury or condition, which in most cases would have no bearing on the condition for which the patient was seeking treatment; otherwise casualty departments would grind to a halt». Στη δε σελ. 310 αναφέρεται ότι: «By the same token, what can reasonably be expected of a doctor in A&E must take account of the context in which they function, which will often be a pressurised environment where decisions have to be taken at short notice: "the standard of care owed by an A&E doctor must be calibrated in a manner reflecting reality.» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου) Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι όπως προκύπτει από τον ιατρικό φάκελο αλλά και με βάση την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Υ 1 ο ίδιος ο αποβιώσας ήταν σε θέση να δώσει το ιατρικό του ιστορικό. Απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά, ως καταγράφεται στον ιατρικό φάκελο, από τον αποβιώσαντα περί έλκους. Από τη στιγμή που ο ίδιος ο αποβιώσας ήταν σε τέτοια θέση, ορθά κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναζητήθηκε οποιοσδήποτε συγγενής ώστε να δώσει ο ίδιος το ιατρικό ιστορικό του αποβιώσαντα. Στο νομικό σύγγραμμα Michael A. Jones (ανωτέρω) στη σελ. 361 επίσης αναφέρεται ότι: «Seeking information from family members or friends may be particularly important where the patient presents with a mental health problem. Due allowance should also be made for the fact that the doctor-patient relationship may well be intimidating for some patients and that the individual patient's ability to provide information may be limited by his personal circumstances, education, ability and level of insight». Κάτι τέτοιο όμως δεν επεσυνέβαινε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Αλλά ακόμη όμως και που στο υποθετικό σενάριο αναζητείτο συγγενής δεν αποτελεί δεδομένο ότι αυτός θα προέβαινε σε αναφορά του ιστορικού έλκους εφόσον ως έχει αναφερθεί ο Μ.Ε 1, στη έστω και σύντομη ομιλία που είχε με τον νοσηλευτή δεν προέβη σε τέτοια αναφορά, αναφέροντας μόνο ότι ο αποβιώσας κάνει εμετούς και ότι δεν ακούει καλά. Επομένως κάτω από τις περιστάσεις αυτές δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει ότι η Μ.Υ 1 ενήργησε αμελώς υπό τις περιστάσεις. Ούτε με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε αμέλεια στη Μ.Υ 1 ότι παρέλειψε να λάβει το ιστορικό του ασθενούς και παρέλειψε να αναζητήσει τον ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα, παραλείψεις που με βάση τον ενάγοντα συνέβαλαν στη λανθασμένη διάγνωση της γαστρεντερίτιδας. Ουδέποτε της αναφέρθηκε από τον αποβιώσαντα περί προηγούμενης νοσηλείας του προ επταετίας λόγω αιμορραγίας στο έλκος του δωδεκαδακτύλου. Σε σχέση με τη 2η εισαγωγή του αποβιώσαντα έχοντας πάντοτε ως γνώμονα την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, τις σχετικές νομικές αρχές που διέπουν το ενώπιον μου υπό εξέταση θέμα και τα ευρήματα μου, κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του εναγομένου και σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Η όλη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, δεικνύει ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την οποιαδήποτε ιατρική αμέλεια εκ μέρους των ιατρών. Και τούτο γιατί με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου, οι ιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας δεν ενήργησαν και/ή παρέλειψαν να ενεργήσουν με οποιονδήποτε τρόπο που να ισοδυναμεί με παραβίαση του καθήκοντος επιμέλειας που όφειλαν και έπρεπε να επιδείξουν προς τον αποβιώσαντα. Τουναντίον, πάντοτε με γνώμονα τα γεγονότα και δεδομένα που ήρθαν εις γνώση τους, επέδειξαν τουλάχιστον την αναμενόμενη και αναγκαία επιμέλεια και προσοχή προς τον αποβιώσαντα, κατά τη 2η του επίσκεψη. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι όλες ενέργειες των ιατρών και γενικά των λειτουργών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, πάντα σε σχέση με τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε ο αποβιώσαντας, μοναδικό σκοπό είχαν την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας και της κρισιμότητας της κατάστασης του και γενικά των παθήσεων που τη δεδομένη στιγμή αντιμετώπιζε ο αποβιώσαντας με την θεραπεία τους, ώστε ο αποβιώσαντας να ιανθεί. Εκείνο που έκδηλα προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου είναι ότι, δυστυχώς για τον αποβιώσαντα, όταν τούτος μεταφέρθηκε στο ΤΑΕΠ στις 15.8.09 το βράδυ ήταν σε κρίσιμη κατάσταση εφόσον παρουσίασε γαστρορραγία και λοίμωξη του αναπνευστικού λόγω εισρόφησης. Η εισρόφηση και η λοίμωξη που τον έπληξε, η οποία, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, παρέμεινε άγνωστο το πότε αρχικά προέκυψε, βρισκόταν ήδη σε πολύ προχωρημένο στάδιο και έγιναν προσπάθειες αντιμετώπισης της χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σε σχέση με την γαστρορραγία δεν ενδείκνυτο ούτε η υπερ επείγουσα ενδοσκόπηση αλλά ούτε και η χορήγηση αίματος εφόσον η κατάσταση του αποβιώσαντα ήταν φτωχική και υποστηρίζετο από οξυγόνο. Οι ιατροί έκριναν ορθό να χορηγήσουν omperazol που είναι ενδοφλέβια γαστροπροστασία κάτι με το οποίο εξάλλου συμφώνησε ο Μ.Ε
- Επίσης μέσα από την χορήγηση ενδοφλέβιων υγρών, ρινογαστρικού σωλήνα, φαρμακευτικής αγωγής, βρογχοδιασταλτικά και αντιπυρετικά, προσπάθησαν να το σταθεροποιήσουν, πλην όμως λόγω της κρισιμότητας του, δυστυχώς, ο αποβιώσας έχασε τη μάχη με τη ζωή. Με βάση τα πιο πάνω καταδεικνύεται ότι οι επί καθήκοντι ιατροί ενήργησαν στα πλαίσια του καθήκοντος και της επιμέλειας που αναμένετο από γιατρό της ειδικότητας τους κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του αποβιώσαντα. Δεν παραγνωρίζω ότι το βασικό παράπονο του αποβιώσαντα, ως συνάγεται μέσα από τη γραπτή του δήλωση (παράγραφος 15), σε σχέση με το 2ο περιστατικό είναι ότι «η θέση η δική μας είναι ότι, αναφερόμαστε σε αμέλεια των γιατρών που τον εξέτασαν την πρώτη φορά, δηλαδή της Γαλάτειας Λαμπριανίδου, αλλά και επειδή δεν κάλεσαν καρδιολόγο κατά τη δεύτερη του μεταφορά και εισαγωγή του στην εντατική του μονάδα.» Με βάση την αποδεκτή όμως μαρτυρία κλήθηκε καρδιολόγος όταν και εφόσον κρίθηκε αναγκαίο. Συνεπακόλουθα, τα επί μέρους ευρήματα του δικαστηρίου αναποδράστως σηματοδοτούν την τελική κατάληξη. Στην βάση των ευρημάτων όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί και με κριτήριο το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, είναι η κρίση και κατάληξη του δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση του εναντίον του εναγομένου. Οι ιατρικοί λειτουργοί δεν αποδείχτηκε καθ'οιονδήποτε τρόπο ότι απέτυχαν να εκτιμήσουν και να διαγνώσουν ορθά και με την δέουσα φροντίδα και προσοχή την κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα τόσο κατά την 1η επίσκεψη του δηλαδή κατά την εισαγωγή του μέχρι και την απόλυση του, όσο και κατά τη 2η επίσκεψη του αποβιώσαντα μέχρι και το θάνατο του. Δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά και με την κατάλληλη μαρτυρία ότι οι ιατρικοί λειτουργοί παρέλειψαν να επιδείξουν την απαιτούμενη επιμέλεια ώστε να διαγνώσουν έγκαιρα και ορθά ότι ο αποβιώσας κατά την 1η του επίσκεψη παρουσίασε αιμορραγία. Ούτε απεδείχθη στην ίδια βάση ότι οι ιατρικοί λειτουργοί μετά την εισαγωγή του αποβιώσαντα στην Μ.Ε.Θ προέβησαν σε οποιεσδήποτε αμελείας πράξεις και δεν έδωσαν την κατάλληλη και ενδεδειγμένη θεραπεία με αποτέλεσμα η κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα να επιδεινώνεται δραματικά με τελική κατάληξη τον θάνατο του ασθενή. Στη βάση των ανωτέρω αποτελεί κατάληξη μου ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει με επαρκή και ικανοποιητική μαρτυρία επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων