ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. Α/ΦΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 288 / 2019, 20/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 288 / 2019 Μεταξύ: XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντος - και - Α/ΦΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΛΤΔ XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 11.7.2019 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για ενάγοντα-Αιτητή: Ο κ. Νίκος Δαμιανού για ΝΙΚΟΣ ΔΑΜΙΑΝΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Φανή) Για εναγόμενους-Καθ'ων η Αίτηση: Ο κ. Ιωσήφ Φράγκος για Ι. ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Χοίρας) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (καταχωρήθηκε με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα) ο ενάγοντας αξιώνει, μεταξύ άλλων θεραπειών, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 επεμβαίνουν παράνομα σε ακίνητο του στο χωριό Τερσεφάνου της επαρχίας Λάρνακος, διάταγμα με το οποίο αφενός μεν να απαγορεύεται στους εναγόμενους 1 και 2 και/ή υπηρέτες και/ή υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους των να εισέρχονται ή/και να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στο εν λόγω ακίνητο και αφετέρου να διατάσσονται όπως «παύσουν αμέσως κάθε επέμβαση», καθώς επίσης Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση ή/και οχληρία. Με την υπό κρίση Αίτηση (καταχωρήθηκε διά κλήσεως και όχι μονομερώς) ο ενάγοντας επιζητεί: «Α. Προσωρινό Απαγορευτικό Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους 1 και 2 και/ή στους αξιωματούχους και/ή διευθυντές και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους τους και/ή οποιαδήποτε υπό τους Εναγόμενους 1 και 2 εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να επεμβαίνουν και/ή να εισέρχονται και/ή να ασκούν δραστηριότητες και/ή εργασίες και/ή να λειτουργούν οιανδήποτε επιχείρηση στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 2/160, τεμάχιο XXX, φ/Σχ. 50/38W1, τοποθεσία Χατζηβελήδες, Τερσεφάνου στη Λάρνακα (εφεξής «το Ακίνητο»), άμεσα ή/και εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο από της επίδοσης του τοιούτου Διατάγματος μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου». Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 29, 30, 31, 32 και 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ.14/60, στα άρθρα 2, 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.28, θ.1, 4, 5, 6, 11 και 12, Δ.39 θ.13, Δ.48 θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 και 13, Δ.64 θ.1 και 2, στις αρχές του Κοινοδικαίου και στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης συνιστά η Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα XXXXX Γεωργίου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα. Από το 1987 ήταν εγκατεστημένος οικογενειακώς στον Καναδά. Επαναπατρίστηκε στην Κύπρο, με την οικογένεια του το
- Ανήγειρε κατοικία στο αναφερόμενο στην αίτηση ακίνητο (Τεμ.163), του οποίου είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης. Το συγκεκριμένο ακίνητο (χωράφι), το απέκτησε το 1997, δυνάμει δωρεάς, από τον πατέρα του. Ο εναγόμενος 2 είναι αδελφός του και ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου αρ.XXX, το οποίο βρίσκεται νοτιότερα και συνορεύει με το δικό του, ενώ το τεμάχιο αρ.XX που βρίσκεται νοτιότερα του τελευταίου ανήκει στον αδελφό τους XXXXX Χαραλάμπους. Το 2003 συμφώνησαν και τα τρία αδέλφια (ο XXXXX Χαραλάμπους, ο εναγόμενος 2 και ο ίδιος) να δημιουργήσουν επιχείρηση Φυτωρίου η οποία είχε «ανεγερθεί» εν μέρει στο ακίνητο του εναγομένου 2 (τεμ.162) και εν μέρει στο δικό του (τεμ.163). Συστάθηκε η εναγομένη 1 εταιρεία, κάτω από την οποία θα λειτουργούσε η επιχείρηση του φυτωρίου, στην οποία μοναδικός μέτοχος ήταν ο εναγόμενος 2, ενώ ο ίδιος ήταν Γραμματέας (σε μεταγενέστερο χρόνο ο εναγόμενος 2 μεταβίβασε τις μετοχές του στην θυγατέρα του, XXXXX Ευαγγέλου, την οποία διόρισε και Γραμματέα της Εταιρείας, σε αντικατάσταση του ενάγοντα). Η επιχείρηση ήταν αρκετά επικερδής με «ουσιαστικά» εισοδήματα. Ο εναγόμενος 2, παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις του, δεν «ενέγραψε» ούτε τον ίδιο ούτε και τον αδελφό τους XXXXX Χαραλάμπους ως μετόχους της εταιρείας. Μετά την αποχώρηση του τελευταίου από την επιχείρηση, παρά την συνεισφορά του ιδίου (ενάγοντα) σε «ποσά, αγαθά, υπηρεσίες, εργασία», οι εναγόμενοι 1 και 2 ουδέν ποσόν του κατέβαλαν. Τον Δεκέμβριο του 2016, λόγω του «καταπιεστικού, αυταρχικού και αρνητικού τρόπου» που λειτουργούσε ο εναγόμενος 2, ο ίδιος αποφάσισε να αποχωρήσει από την επιχείρηση και να δημιουργήσει δική του. Οι προσπάθειες που κατέβαλε προτού αποχωρήσει για να εξευρεθεί λύση στις διαφορές τους, έπεσαν στο κενό. Μέρος των υποστατικών της επιχείρησης της εναγομένης 1 (ένα θερμοκήπιο και μία αποθήκη) βρίσκονται εντός του δικού του τεμαχίου. Τούτο ήταν εμπόδιο για την επιχείρηση την οποία προσπαθούσε να δημιουργήσει ο ίδιος εντός του τεμαχίου όπου βρίσκεται και η κατοικία του. Μέσω δικηγόρου απέστειλε επιστολή στους εναγόμενους 1 και 2, ζητώντας την απομάκρυνση των αντικειμένων, του εξοπλισμού, των δένδρων, των φυτών και των γλάστρων που βρίσκονται εντός του τεμαχίου του. Οι εναγόμενοι 1 και 2 όχι μόνο δεν συμμορφώθηκαν αλλά συνέχισαν να εισέρχονται «άλλοτε οι ίδιοι και άλλοτε υπαλλήλοι τους», στο ακίνητο του. Απέστειλε νέα επιστολή και πάλι μέσω των δικηγόρων του, ημερομηνίας 22.8.2017, με την οποία «απαιτούσε» την «παύση» κάθε ενέργειας ή εισόδου στο ακίνητο του. Οι εναγόμενοι 1 και 2 συνέχισαν την «προκλητική και παραβατική» συμπεριφορά τους. Οι ενέργειες των εναγομένων 1 και 2 δημιουργούν στον ίδιο «τεράστιες» ζημιές, αφού δεν συντηρούν τον χώρο όπου παράνομα εισέρχονται και τον οποίο χρησιμοποιούν (υπάρχουν «πεταμένα» άχρηστα αντικείμενα, δένδρα και φυτά που χρήζουν περιποίησης καθώς και ξερά χόρτα τα οποία θα πρέπει να εκριζωθούν), δίνοντας έτσι στους δικούς του πελάτες την λανθασμένη και κακή εντύπωση πως «αφήνει σε έτσι άθλια κατάσταση τον χώρο του». Στις 21.3.2019 όταν επιχείρησε να περιφράξει τον χώρο του, δέχθηκε επίθεση από τον εναγόμενο 2 και τον γαμβρό του τελευταίου, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και να μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Διατείνεται πως με τις ενέργειες τους οι εναγόμενοι 1 και 2 παραβιάζουν το δικαίωμα του να χρησιμοποιεί και να απολαμβάνει ελεύθερα την περιουσία του, παραβίαση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ενίστανται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Προβάλλουν πως η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, πως καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, πως τα διατάγματα που επιζητούνται είναι ταυτόσημα με την θεραπεία που επιζητείται με τη αγωγή και πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση τους. Η Ένσταση (στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση) υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 2, XXXXX Ευαγγέλου. Ο ομνύων προβάλλει μια εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή από αυτή του ενάγοντα. Αναφέρει τα εξής. Το 2002 απεφάσισε να ξεκινήσει την δική του επιχείρηση με την δημιουργία φυτωρίου εντός του τεμαχίου με αριθμό 162, του οποίου είναι ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης. Το 2007 απεφάσισε την επέκταση του φυτωρίου με την δημιουργία εργοστασίου. Χρησιμοποίησε μέρος (5 δεκάρια) του τεμαχίου αρ.XXX που ανήκει στον ενάγοντα, αφού έλαβε προηγουμένως την έγκριση του και προσφέροντας σ' αυτόν αντάλλαγμα. Στα επόμενα χρόνια δημιουργήθηκε με την έγκριση του αιτητή ένα θερμοκήπιο και μια αποθήκη. Στο τεμάχιο του ενάγοντα βρίσκεται μέρος των θερμοκηπίων του. Εντός του τεμαχίου έχει φυτά, δένδρα και τον εξοπλισμό της επιχείρησης του. Το όλο εγχείρημα είχε σημαντικό κόστος για τον ίδιο, αλλά στην συνέχεια η επιχείρηση ήταν ιδιαίτερα επικερδής. Ουδέποτε συμφώνησε είτε με τον ενάγοντα είτε με τον αδελφό τους XXXXX Χαραλάμπους, να τους καταστήσει συνεταίρους στην επιχείρηση του φυτωρίου και στην εναγομένη 1 εταιρεία. Ο ίδιος επένδυσε χιλιάδες Ευρώ για την δημιουργία της επιχείρησης ενώ ο ενάγοντας ουδέν ποσόν κατέβαλε. «Ενέγραψε» τον τελευταίο ως Γραμματέα της εναγομένης 1 εταιρείας ως «ένδειξη της εκτίμησης του» για την παραχώρηση μέρους του τεμαχίου του για τις δικές του επιχειρηματικές δραστηριότητες αλλά και για την βοήθεια του στην επίτευξη του όλου εγχειρήματος. Το 2010, ο ενάγοντας βλέποντας ότι η επιχείρηση άρχιζε να αποφέρει σημαντικά εισοδήματα αξίωσε για πρώτη φορά την παραχώρηση μετοχών για την προσφορά του. Ο ενάγοντας ελάμβανε κατά καιρούς αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση, παρά το ότι εμφανιζόταν στο φυτώριο όποτε ήθελε και δημιουργούσε προβλήματα όχι μόνο στον ίδιο, στην θυγατέρα και στον γαμβρό του αλλά και στην επιχείρηση. Το 2017 ο ενάγοντας απεφάσισε την ανέγερση του δικού του φυτωρίου εντός του ακινήτου του (τεμάχιο 163). Ο ίδιος δεν έχει πρόθεση να παρεμποδίσει την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης του ενάγοντα, εν αντιθέσει με τον τελευταίο ο οποίος δημιουργεί πολλά προβλήματα στην δική του επιχείρηση. Σε μία περίπτωση, με την βοήθεια εκσκαφέα «έριξε» αντικείμενα στο δικό του τεμάχιο
(163), τα οποία φωτογράφισε στην συνέχεια (είναι τις συγκεκριμένες φωτογραφίες που προσκόμισε στο Δικαστήριο), ώστε να δώσει την εικόνα πως στο ακίνητο υπάρχουν άχρηστα αντικείμενα και πως οι εναγόμενοι διατηρούν τον χώρο σε κακή κατάσταση. Ο ομνύων αρνείται πως ο ίδιος και ο γαμβρός του επιτέθηκαν στον ενάγοντα. Τονίζει πως από το 2002 μέχρι και το 2017, ο ενάγοντας δεν έθεσε «κανένα θέμα περί οποιασδήποτε παράνομης επέμβασης». Αλλά και από το 2017 που «τέθηκε αυτό το θέμα», έλαβε δικαστικά διαβήματα, καταχωρώντας την υπό κρίση Αίτηση, δύο χρόνια μετά (Ιούλιο του 2019). Διερωτάται πού έγκειται το «επείγον σε σχέση με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων». Καταληκτικά υποστηρίζει πως η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί, αφού καμιά από τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος δεν ικανοποιείται. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρησή του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 255]. Το Δικαστήριο, στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα, δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου του ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269, 270. Βέβαια, κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά τούτο γίνεται για να διαπιστωθεί απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Εξετάζοντας τα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα υπόθεση, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, Αίτηση και την συνοδεύουσα αυτή Ένορκη Δήλωση), φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 (Ν.14/60)και να καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Βάση της αγωγής είναι το αστικό αδίκημα της επέμβασης. Το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, ορίζει πως «παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.» Νομολογιακά έχει λεχθεί [Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R.100] πως σκοπός του νόμου είναι η προστασία της κατοχής (ως προέκταση της προστασίας του προσώπου) και η ανάγκη παρεμπόδισης διατάραξης της ειρήνης. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η είσοδος σε ακίνητη ιδιοκτησία άλλου χωρίς την συγκατάθεση του κατόχου της ή χωρίς εξουσιοδότηση από τον νόμο. Ο ενάγοντας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου αρ.
- Τούτο δεν αμφισβητείται από πλευράς των εναγομένων 1 και
- Όπως δεν αμφισβητείται πως για σκοπούς της επιχείρησης της εναγομένης 1, υποστατικά της καταλαμβάνουν μέρος του εν λόγω τεμαχίου. Είναι η θέση του ενάγοντα πως οι εναγόμενοι συνεχίζουν να κατέχουν μέρος του ακινήτου χωρίς την συγκατάθεση του αφού η άδεια που τους εδόθη τερματίστηκε από τις 30.9.
- Με όσα στοιχεία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ πως οι ενάγοντες κατέδειξαν πως έχουν κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα να επιτύχουν την αξίωση τους. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση η οποία είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, θεωρώ πως εν προκειμένω αυτή δεν ικανοποιείται. Όπως νομολογιακά έχει λεχθεί, ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια [Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1245]. Στην υπόθεση Μ. & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1977)1 Α.Α.Δ. 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Δηλαδή η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι αυτοσκοπός αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κάποιου δικαιώματος που φέρεται να έχει προσβληθεί ή που υπάρχει κίνδυνος να προσβληθεί ή που συνεχίζει να προσβάλλεται. Φυσικά και η ύπαρξη δικαιώματος και η ισχυριζόμενη ή επαπειλούμενη προσβολή του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Πρέπει να φαίνεται πως χωρίς το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Ο ενάγοντας διατείνεται πως ως αποτέλεσμα της παράνομης επέμβασης των εναγομένων στο ακίνητο του, ο ίδιος δεν μπορεί να απολαύσει «ελεύθερα» την περιουσία του και να επεκτείνει την επιχείρηση του. Προβάλλει επίσης γενικά και αόριστα, πως «υφίσταται καθημερινώς ζημιά», η οποία είναι «ανυπολόγιστη σε χρήμα». Πέραν της λεκτικής αυτής τοποθέτησης, ο ενάγοντας δεν προσκόμισε στοιχεία που να υποστηρίζουν την θέση του. Ούτε και προέβαλε πως η οικονομική κατάσταση των εναγομένων είναι τέτοια που σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ του, οι τελευταίοι δεν θα είναι σε θέση να τον αποζημιώσουν. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει καταδειχθεί πως χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον. Παρόλο που η τύχη της Αίτησης έχει διαφανεί και το θέμα τελειώνει εδώ αφού και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, θα έλεγα πως εν προκειμένω το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος. Το «ισοζύγιο της ευχέρειας» (balance of convenience) αντανακλά στην επίδραση του μέτρου στα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, μέχρις ότου κριθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά. Το Δικαστήριο εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Εκείνο που θα πρέπει να διασφαλιστεί είναι πως τίποτα δεν θα συμβεί κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα οιουδήποτε εκ των διαδίκων. Εν προκειμένω οι εναγόμενοι έχουν καταδείξει με το μαρτυρικό υλικό που προσκόμισαν, πως η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα δημιουργήσει προβλήματα στην λειτουργία της επιχείρησης τους στην οποία επένδυσαν αρκετά χρήματα, πέραν του οικονομικού κόστους που θα πρέπει να επωμιστούν για να μετακινήσουν όλα τα αντικείμενα που βρίσκονται εντός του τεμαχίου του ενάγοντα. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής πως η όλη κατάσταση των πραγμάτων δημιουργήθηκε, με την συναίνεση του ενάγοντα, εδώ και μία δεκαετία περίπου. Τέλος, επισημαίνεται πως με την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα δοθεί στον ενάγοντα, εν μέρει, η τελική θεραπεία την οποία επιζητεί με την αγωγή του, θεραπεία η οποία είναι ανεπίτρεπτο να δοθεί στο παρόν στάδιο. Υπενθυμίζω πως βασική αρχή της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι η διατήρηση της ισχύουσας κατάστασης πραγμάτων, μέχρις ότου εκδικαστούν τα επίδικα θέματα στο κατάλληλο στάδιο. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων 1 και 2-καθ' ων η αίτηση και σε βάρος του ενάγοντα-αιτητή. (Υπ.) ............ Στ. Τσιβιτανίδιου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο