← Κύπρος

BHOGAL κ.α. ν. CHAWLA κ.α., Αρ. Αγωγής: 368/2019, 15/1/2020

BHOGAL κ.α. ν. CHAWLA κ.α., Αρ. Αγωγής: 368/2019, 15/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 368/2019 Μεταξύ:

  1. XXXXX XXXXX BHOGAL
  2. XXXXX XXXXX BHOGAL Εναγόντων -και-
  3. XXXXX CHAWLA 2.J.B CYPRUS SHORES LIMITED
  4. ΕΦΟΡΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 2.12.2019 ΓΙΑ KATΑΧΩΡΗΣΗ ΣΥΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Εναγόμενους 1 και 2: κ. Χαπάρης για Y. Habari & Co. LLC - Εναγόμενος 1 παρών Για Καθ΄ ων η αίτηση - Ενάγοντες: κ. Ι. Φράγκος μαζί με τον κ. Κ. Χοίρα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (EX-TEMPORE) Οι Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση (στο εξής Καθ΄ ων η αίτηση) καταχώρησαν στις 28.3.2019 γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 Θ.1) με το οποίο αξιώνονται διάφορα ακυρωτικά διατάγματα και/ή αποφάσεις, που σχετίζονται με τη συμφωνία πώλησης μετοχών ημερομηνίας 21.1.2019 που κατείχαν οι Καθ΄ ων η αίτηση σε συγκεκριμένη εταιρεία που κατ' ισχυρισμόν τους αποξενώθηκαν χωρίς τη θέληση τους, κατόπιν δόλου ή απάτης ή ψευδών παραστάσεων, καθώς και απόφαση για το ποσό των €100.000 ένεκα παράβασης της σύμβασης ημερομηνίας 21.1.2019, ενώ ταυτόχρονα καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα, 28.3.2019, μονομερής αίτηση, η οποία ορίστηκε στις 28.3.2019 και στη συνέχεια 29.3.2019, για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία, αφού πρώτα εκδόθηκαν όλα πλην ενός τα διατάγματα κατά την ημερομηνία αυτή, στη συνέχεια, αφού καταχωρήθηκε ένσταση και έγινε ακρόαση αυτής, κατέστησαν απόλυτα με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.6.
  5. Στη συνέχεια αφού καταχωρήθηκε έκθεση απαίτησης στις 6.9.2019, έγινε αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ημερομηνίας 6.9.2019 λόγω μη εμφάνισης και εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στις 2.10.
  6. Στις 29.10.2019 καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 αίτηση για παραμερισμό της αναφερθείσας απόφασης, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με την οποία επισυνάπτονται διάφορα Τεκμήρια. Στην αίτηση αυτή, οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση η οποία επίσης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με την οποίαν επισυνάπτεται το Τεκμήριο A. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 2.12.2019 από τους Εναγόμενους 1 και 2 ‑ Αιτητές (στο εξής Αιτητές) με την οποίαν ζητείται διάταγμα που να επιτρέπεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές με την οποίαν επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επιθυμούν οι Αιτητές να καταχωρήσουν. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ.4

(1)
(2), 8, 9, Δ.39 Θ.1 και Δ.64, στα άρθρα 29‑32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε, στο άρθρο 30.3(β) του Συντάγματος, τη νομολογία, τις γενικές αρχές του Δικαίου, τη σύμφυτη εξουσία, την πρακτική και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, μπορούν να συμπτυχθούν στα ακόλουθα: Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία ζητείται να καταχωρηθεί, δεν προσθέτει κάτι νέο στη διαδικασία, καθώς και ότι όσα αναφέρονται σε αυτήν πηγάζουν από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν καταχωρείται καθυστερημένα, καθότι υποβλήθηκε σχετικό προφορικό αίτημα κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση για παραμερισμό για πρώτη φορά και εν πάση περιπτώσει, πριν την καταχώρηση της ένστασης. Σε περίπτωση που επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης το Δικαστήριο θα έχει το σύνολο των θέσεων των Αιτητών, έτσι ώστε να μπορεί να αποφασίσει την Αίτηση παραμερισμού επί όλης της ύλης. Όπως τον πληροφορεί ο κ.Χαπάρης, τα όσα αναφέρονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, περιήλθαν στη γνώση του μετά την καταχώρηση της Αίτησης για παραμερισμό και επομένως δεν θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί εκ των προτέρων σε αυτή. Δεν πρόκειται για επανάληψη θέσεων που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού, αλλά άπτονται της απόδειξης της αίτησης των Καθ' ων η αίτηση και αγγίζουν ζητήματα ζωτικής σημασίας στη διαδικασία. Ειδικότερα δε, είναι η θέση των Αιτητών ότι η ένορκη δήλωση που κατατέθηκε ως μετάφραση της αγγλικής ένορκης δήλωσης, με βάση την οποίαν υποστήριξαν την απαίτηση τους οι Καθ΄ ων η αίτηση, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου 45(Ι)/2019, βάσει των οποίων δικαστικά έγγραφα που είναι σε ξένη γλώσσα που καταχωρούνται στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας, θα πρέπει υποχρεωτικά να είναι πιστοποιημένες μεταφράσεις από ορκωτό μεταφραστή ή σε ορισμένες περιπτώσεις από δικηγόρο. Στην προκειμένη περίπτωση, συνεχίζει ο ενόρκως δηλών, η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 2.10.2019, έγινε από ασκούμενο δικηγόρο και όχι από ορκωτό μεταφραστή όπως ορίζει η νομοθεσία. Σκοπός της υπό κρίση διαδικασίας, είναι να επιτραπεί στους Αιτητές να συμπεριλάβουν στην αίτηση παραμερισμού τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 που αποτελεί την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Από την άλλην, με την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση προβάλλονται ως λόγοι ένστασης:
(1)Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν καλό λόγο καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
(2)Τα ισχυριζόμενα γεγονότα και/ή νομικά σημεία που επιθυμούν να φέρουν σε γνώση του Δικαστηρίου οι Αιτητές με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ήταν ήδη γνωστά σε αυτούς από τότε που καταχώρησαν την αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 29.10.2019.
(3)Οι Αιτητές αναφέρονται σε έγγραφα τα οποία ήταν ήδη στον φάκελο του Δικαστηρίου κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης και θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να είχαν αντίγραφα στη διάθεση τους για τον σκοπό αυτό και αν επιθυμούσαν θα έπρεπε να το είχαν πράξει μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αρχικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 29.10.2019.
(4)Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ημερομηνίας 2.12.2019 δεν επεξηγείται για ποιον λόγο τα γεγονότα που αναφέρονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ήρθαν σε γνώση του δικηγόρου των Αιτητών μεταγενέστερα της καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού ημερομηνίας 29.10.2019.
(5)Άνευ βλάβης των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού ή και δεν είχε ακολουθηθεί η ενδεδειγμένη διαδικασία. Τα θέματα που επιχειρούν να εισαχθούν στην υπό κρίση αίτηση άπτονται της κρίσης του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της αποδοχής του μαρτυρικού υλικού επί του οποίου εκδόθηκε η απόφαση και ως τέτοια εκπίπτουν του πλαισίου της αίτησης παραμερισμού.
(6)Άνευ βλάβης των πιο πάνω, ο περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμος 45
(1)/2019 δεν απαγορεύει την καταχώρηση ένορκης δήλωσης μετάφρασης από ασκούμενο δικηγόρο και/ή ο σκοπός του νομοθέτη, επιτρέπει τη διασταλτική ερμηνεία του.
(7)Η αγγλική ένορκη δήλωση του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση 1, αποτελεί αποδεχτή μαρτυρία σύμφωνα με την εγχώρια νομοθεσία και δεν προαπαιτεί τη μετάφραση της. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση, μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα, αφού αναφέρεται ότι τα περισσότερα εξ' αυτών αποτελούν και λόγους ένστασης, συμπληρωματικά των πιο πάνω και συγκεκριμένα για το θέμα του ότι μετέπειτα από την καταχώρηση της Αίτησης του παραμερισμού ήρθαν σε γνώση του κου Χαπάρη τα γεγονότα που τώρα θέλουν να συμπεριληφθούν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επιθυμούν να καταχωρήσουν, δεν αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους περιήλθαν στη γνώση τους σε μεταγενέστερο στάδιο αυτά, ενόψει του γεγονότος ότι τα έγγραφα βρίσκονταν ήδη στον φάκελο του Δικαστηρίου πριν από την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τους ισχυρισμούς των Αιτητών για το συγκεκριμένο θέμα της μετάφρασης της ένορκης δήλωσης στην ελληνική γλώσσα από ασκούμενο δικηγόρο στα πλαίσια της διαδικασίας παραμερισμού, παρά μόνο στα πλαίσια Έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών στη γραπτή αγόρευση του, ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην Αίτηση και στην ένορκη δήλωση και την επισυναπτόμενη με αυτή προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση με αναφορά τόσο στη Δ.48 Θ.4
(2), όσο και στη νομολογία επί του υπό κρίση θέματος, με ειδικές αναφορές τόσο στο Ν.45
(1)/2019, όσο και στον περί Επίσημων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο, για να καταλήξει ότι το Δικαστήριο, θα πρέπει να εγκρίνει την υπό κρίση αίτηση, ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με την αίτηση παραμερισμού, ενώ δεν παραλείπει να αναφερθεί και να αντικρούσει τα όσα αναφέρονται στους λόγους ένστασης και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν. Από την άλλην, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση αφού προβαίνει σε ένα σύντομο ιστορικό της υπόθεσης, στη συνέχεια αναφέρεται τι ζητείται με την αίτηση και τους λόγους που προβάλλονται στην ένσταση. Στη συνέχεια, γίνεται αναφορά και εκ μέρους του για τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.4
(2)για να ερμηνεύσει αυτήν με τον δικό του τρόπο. Περαιτέρω, γίνεται νομική ανάλυση των λόγων ένστασης με αναφορά σε νομολογία, ενώ δεν παραλείπει να αναφερθεί και στις παραμέτρους που σχετίζονται με την αίτηση παραμερισμού και με αναφορά στη Δ.17 Θ.
  1. Γίνεται ειδική αναφορά για το θέμα του ορκωτού μεταφραστή και της πρόνοιας πότε επιτρέπεται να γίνει μετάφραση από δικηγόρο, καθώς και στον περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Ν.67/1988, για να υποδείξει ότι μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αποδεχτεί μαρτυρία σε ξένη γλώσσα σύμφωνα με σχετικές πρόνοιες του Ν.67/
  2. Η αίτηση στηρίζεται, ορθά, στη Δ.48 Θ.4
(2)στην οποία προνοείται: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.». Έτσι, το Δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να εξηγηθεί ο λόγος για τον οποίο η Δ.48 Θ.4
(2)τροποποιήθηκε στη μορφή που έχει σήμερα. Η διαμόρφωση του θεσμού αυτού υπό την ως άνω διατύπωση, που επήλθε με τον Κανονισμό 3 του 1999 ημερομηνίας 23/12/1999, αποσκοπούσε από τη μία στην αποφυγή επέκτασης τυχόν προσαχθείσας προφορικής μαρτυρίας και προς οικονομία χρόνου και από την άλλη να επιτυγχάνεται η παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων εκδίκασης μίας αίτησης με ελεγχόμενη την καταχώριση ενόρκων δηλώσεων και αποφυγή την ατέλειωτη ή ανεξήγητη καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Η φιλοσοφία της παλαιάς διαταγής, όσον αφορά το βάρος απόδειξης ενός γεγονότος που έχει ένας διάδικος, όπου υπάρχει διάσταση ή αμφισβήτηση γεγονότος, όπως τούτο εξηγείται στη Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 και την Fashion Box. S.P.A. v. Rerro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858, δεν έχει αλλάξει με τη νέα διαταγή. Στην τελευταία υπόθεση, η οποία καταπιάνεται με την παλαιά διαταγή, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας ενώ υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στη Vuitton, έκρινε ότι έπρεπε να επιτραπεί. Τονίστηκε πως αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα μεταξύ Αιτητή και Καθ' ου η Αίτηση, ο κάθε ένας από αυτούς θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που έχει το βάρος να τα αποδείξει. Έτσι, με τη νέα διαταγή, αντί της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, στο βαθμό που η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιζητείται για να απαντήσει αμφισβητούμενα γεγονότα των οποίων η απόδειξη είναι καταλυτικής σημασίας για την έκβαση της αίτησης, αφού η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των ένορκων δηλώσεων, με δυνατότητα αντεξέτασης, θεωρείται ότι εμπίπτει στην έννοια «καλός λόγος», η έννοια του οποίου είναι ευρεία για να καθίσταται δυνατή η εισδοχή σε αυτόν της κάθε κατάλληλης περίπτωσης, όταν θα πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης και να δίδεται άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης, να σημειώσω ότι δεν είναι τυχαίο και πάλι που στη Δ.48 Θ.4
(2)αναφέρεται σε αίτηση (και εννοείται γραπτή αίτηση) ή προφορικό αίτημα. Ο λόγος, κατά την άποψή μου, είναι για να δίνεται η δυνατότητα στη μεν δεύτερη περίπτωση όπου τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το προφορικό αίτημα εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, αφού ακούσει και την άλλη πλευρά, ή όπου δεν φαίνονται στο φάκελο τα γεγονότα με άμεση κατάθεση ήδη έτοιμων ενόρκων δηλώσεων, να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να αποφασίσει τάχιστα, αποφεύγοντας τη σπατάλη χρόνου και χρήματος. Στη δε πρώτη περίπτωση, επειδή ακριβώς τα γεγονότα δεν εμφαίνονται από το φάκελο, και ίσως και του μεγέθους της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιζητείται η καταχώρισή της, καθίσταται αναγκαία η καταχώριση της γραπτής αίτησης και συνακόλουθα επίσης γραπτής ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης. Δεν θα ήταν ορθό, πιστεύω, να τεθεί υψηλά ο πήχης σε έναν Αιτητή που επιθυμεί την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αν αναλογισθεί κάποιος τη σύγχρονη και φιλελεύθερη τάση επίτρεψης τροποποίησης δικογράφου, όπως εξάγεται από τη νομολογία. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd v. Λεωνίδα (Αρ. 1)
(2010)1(Α) ΑΑΔ 195, 199 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων - αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες - αιτητές, με τις δυο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες - αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Από την άλλη, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του τα ακόλουθα που αναφέρθησαν στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 ειπώθηκαν τα εξής: «Δεν είναι όμως όπως προκύπτει σαφώς από το υπόλοιπο μέρος της απόφασης απλά αυτή η βάση, για την απόρριψη της ένστασης των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια, στις οποίες περιέχονταν λεπτομερέστατοι ισχυρισμοί που σχετίζονταν με το κατά πόσο ή όχι ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι εξοφλήθη το γραμμάτιο ήταν ορθός και το Δικαστήριο προχώρησε και ανέλυσε όλους αυτούς τους πραγματικούς ισχυρισμούς και έκαμε στην ουσία ευρήματα επ' αυτών. Είναι καθαρό ότι τα συμπεράσματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου βασίστηκαν και στην όλη αξιολόγηση που έκαμε του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να επιτρέψει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που στο τέλος περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και να την εξετάσει και να αποφανθεί επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ τούτου η απόφαση πρέπει να παραμερισθεί.» Επίσης στην υπόθεση F.P.P. Fish Processing Ltd v. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1 ΑΑΔ 1230, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Προχωρεί μάλιστα το πρωτόδικο δικαστήριο και σημειώνει ότι οι απαντητικοί αυτοί ισχυρισμοί της εφεσίβλητης δεν έτυχαν κατ΄ ουσία οποιασδήποτε απάντησης από τους εφεσείοντες. Και το συμπέρασμα του πρωτοδίκου δικαστηρίου είναι ότι με τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι εφεσείοντες αναφορικά με καταβολή κάποιων ποσών στην εφεσίβλητη δεν έχουν αποσείσει το βάρος που είχαν για παράθεση, με επάρκεια και ικανοποιητική λεπτομέρεια, τέτοιων γεγονότων από τα οποία να δικαιολογείται η ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Στα όσα, με σαφήνεια και πολλή λεπτομέρεια, αναφέρονται στην απαντητική ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης, τίποτε το συγκεκριμένο δεν έχουν αντιτάξει οι εφεσείοντες. Θεωρούμε αυτές τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του πρωτοδίκου δικαστηρίου ως λανθασμένα. Κατ΄ αρχήν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και μάλιστα να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και να εξαγάγει και συμπεράσματα. Με αυτή την αντιμετώπιση του θέματος, το πρωτόδικο δικαστήριο, ουσιαστικά βγήκε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία, κατά κάποιο τρόπο, σε δίκη επί της ουσίας (Δέστε: Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Αναφορικά όμως και με την ουσία των αντικρουομένων ισχυρισμών θεωρούμε ότι οι εφεσείοντες, με τους ισχυρισμούς τους για πληρωμή συγκεκριμένων ποσών έναντι του επίδικου χρέους τους, μερικά από τα οποία (ποσά) η εφεσίβλητη τράπεζα έλαβε αλλά τα πίστωσε σε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς των εφεσειόντων, είχαν δώσει επαρκή στοιχεία που θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί, από το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι τους παρείχαν το δικαίωμα υπεράσπισης, χωρίς όρους. Δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουομένων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Αλλά και μόνον αυτή η διαδικασία, της εξέτασης των αντικρουομένων ισχυρισμών, δείχνει πως οι εφεσείοντες είχαν προβάλει τέτοια στοιχεία που ήταν αρκετά για να τους δοθεί το δικαίωμα της υπεράσπισης ώστε, στα πλαίσια της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, να προσφερθεί μαρτυρία και το δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγησή της και στην εξαγωγή των διαπιστώσεών του.» Στην Αίτηση Φιλοκύπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510, 514 αναφέρονται τα εξής: «Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μία αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269, αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατά τη γνώμη μας "καλός λόγο" για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αποδεικνύεται αν με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που η Αιτήτρια δεν γνώριζε εξ' υπαρχής ή γεγονότα που παρουσιάστηκαν ή μετά την ένορκη δήλωση της, πράγμα που δεν υφίσταται στην περίπτωση μας". (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι Αιτητές με την αίτηση τους, ουσιαστικά επιχειρούν να προβάλουν μόνο ένα θέμα, ότι το Δικαστήριο προχώρησε και εξέδωσε απόφαση στη βάση της ένορκης δήλωσης που ήταν στην αγγλική γλώσσα η οποία μεταφράστηκε στην ελληνική από ασκούμενο δικηγόρο, ο οποίος σύμφωνα με τον Ν.45
(1)/2019 δεν μπορούσε να προβεί σε τέτοια μετάφραση. Επιχειρείται, επιδιώκεται και επιζητείται δηλαδή να εισέλθει στην ίδια τη μαρτυρία στη βάση της οποίας το ίδιο Δικαστήριο προέβη και εξέδωσε την απόφαση του. Όμως, η επίτρεψη καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, επιτυγχάνεται αφού αποδειχθεί καλός λόγος. Καλός λόγος έχει να κάνει με την ίδια την κυρίως αίτηση που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την αίτηση παραμερισμού και κατ' επέκταση με τις δύο προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να ακυρώσει την απόφαση το Δικαστήριο, δηλαδή (α) με την κατάδειξη εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση και (β) δικαιολόγηση της μη εμφάνισης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε με τη μία, ούτε με την άλλην προϋπόθεση που απαιτείται να υπάρχουν για τον παραμερισμό της απόφασης σχετίζεται ο καλός λόγος για τον οποίον θα πρέπει να επιτρέψει το Δικαστήριο να καταχωρήσει τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αφού αυτή έχει ως μοναδικό σκοπό την προώθηση της θέσης ότι το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με βάση, εν μέρει, μη αποδεκτό μαρτυρικό υλικό, ήτοι την ένορκη δήλωση στην αγγλική που μεταφράστηκε στην ελληνική, που προήλθε από πρόσωπο που δεν μπορούσε να προβεί στη μετάφραση της. Πέραν αυτού, ο ισχυρισμός στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ότι τα όσα καταγράφονται στην προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιήλθαν σε γνώση του κου Χαπάρη μετά την καταχώρηση της Αίτησης για παραμερισμό και επομένως δεν μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση παραμερισμού, δεν μπορεί να ευσταθήσει αφού με την ελάχιστη εύλογη επιμέλεια, με έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου, θα μπορούσε να διαπιστώσει από τότε, πριν δηλαδή καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού, αυτά που τώρα επιχειρεί να προβάλει με την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επομένως καταδεικνύεται, ότι δεν υπάρχει κανένας καλός λόγος που το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Με όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, βρίσκω ότι δεν υπάρχει καλός λόγος να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται πλέον έξοδα €2.000 συν ΦΠΑ υπέρ των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ‑ Αιτητών στην παρούσα αίτηση, καταβλητέα στο τέλος της δίκης της κυρίως αίτησης. (Υπ.): ......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.