← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ως διαχειρίστρια του αποβιώσαντα Κουρτέλλα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1140/2014, 14/2/2020

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ως διαχειρίστρια του αποβιώσαντα Κουρτέλλα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1140/2014, 14/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1140/2014 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα -και- 1.XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ως διαχειρίστρια του αποβιώσαντα XXXXX Κουρτέλλα

  1. XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ, ως διαχειριστής του αποβιώσαντα XXXXX Κουρτέλλα 3.D. MANTILAS DEVELOPERS LIMITED Εναγόμενων Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 20.10.2014 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα -και-
  2. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ως διαχειρίστρια του αποβιώσαντα XXXXX Κουρτέλλα
  3. XXXXX ΚΟΥΡΤΕΛΛΑ, ως διαχειρίστρια του αποβιώσαντα XXXXX Κουρτέλλα 3.D. MANTILAS DEVELOPERS LIMITED Εναγόμενων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12.11.2019 ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΚΘΕΣΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΗΚΗΣ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Ημερομηνία: 14 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ, 2020 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη 1 - αιτήτρια: κα Ηλία για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Για την ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση: κα Γ. Μαλέκκου για Πελεκάνος & Πελεκάνου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (EX-TEMPORE) Η ενάγουσα ‑ καθ' ης η αίτηση, (στο εξής καθ' ης η αίτηση), με την παρούσα αγωγή αξιώνει, μεταξύ άλλων, εναντίον της εναγόμενης 1 το ποσό των €152.873,92, ως οφειλόμενο δυνάμει δανείου που παραχώρησε στον αποβιώσαντα XXXXX Κουρτέλλα, καθώς και διάφορες δηλώσεις ή διατάγματα, μεταξύ των οποίων και αναγνωριστική απόφαση ότι δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 29.12.2006 είναι ιδιοκτήτρια και/ή δικαιούχος εγγραφής ενός διαμερίσματος, έχει δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 15.12.2006, πώλησης και κατοχής του. Η εναγόμενη 1 - αιτήτρια (στο εξής αιτήτρια), καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 14.5.2014 και Έκθεση Υπεράσπισης στις 26.1.2015 αποτελούμενη εκ 4 μικρών παραγράφων σύμφωνα με τις οποίες η αιτήτρια παραδέχεται την παράγρ. 1 της Έκθεσης Απαίτησης, αρνείται την παραγρ.2 της Έκθεσης Απαίτησης, αγνοεί την παραγρ.3 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι οι όροι (α), (β), (γ) και (δ) της μεταξύ της καθ΄ ης η αίτηση και του ως άνω αποβιώσαντα γραπτής συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 29.12.2006 είναι καταχρηστικοί και/ή άδικοι, αγνοεί την παραγρ.4 και καλεί την καθ΄ ης η αίτηση σε αυστηρά υπόδειξη αυτής, όπως και της παραγρ.5 της Έκθεσης Απαίτησης, ενώ αρνείται τις παραγρ.6 και7 της Έκθεσης Απαίτησης και αιτείται την απόρριψη της αγωγής. Μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση στις 26.1.2015, δεν προέβη σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ημερομηνίας 12.11.2019, πλην παρόμοιας αίτησης που είχε καταχωρήσει και προηγουμένως ημερομηνίας 9.9.2019 με την οποία εξαιτείτο τροποποίησης μόνο της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη μιας μόνο παραγράφου, η οποία όμως αποσύρθηκε άνευ βλάβης με επιστολή ημερομηνίας 12.11.2019, δηλαδή την ίδια ημερομηνία που καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Με την παρούσα αίτηση ζητεί τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπον την τροποποίηση της Υπεράσπισης της Εναγομένης αρ.1 δια της προσθήκης στην παράγραφο 2 πριν την έναρξη αυτής μετά τον αριθμό 2 και πριν την πρώτη πρόταση ως ακολούθως: 2.Η εναγόμενη λέγει ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή η συμφωνία δανείου η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης είχεν εξασφαλισθεί και/ή ήταν εξασφαλισμένη με την ασφαλιστική σύμβαση και/ή ασφαλιστήριο έγγραφο με αριθμό XXXXX63 της Ασφαλιστικής Εταιρείας Eurolife. Η ως άνω ασφάλεια είχε εκχωρηθεί και ήταν εκχωρημένη προς την ενάγουσα Τράπεζα. Ως ασφαλιστικός κίνδυνος της ασφάλειας περιλαμβανόταν και ο θάνατος του αποβιώσαντος εν τέλει XXXXX Κουρτέλλα. Τοιουτοτρόπως με την έλευση του ασφαλιστικού κινδύνου ήτοι με τον θάνατο του XXXXX Κουρτέλλα ο οποίος επήλθε στις 7.9.2012, η ασφάλεια κατέπεσε και το οποιονδήποτε ποσό οφειλόταν στην ενάγουσα κατέστη πληρωτέο και/ή απαιτητό και/ή εξοφλήθηκε και/ή θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί από την Eurolife προς την ενάγουσα. Ως εκ των ανωτέρω η εναγόμενη λέγει ότι ουδέν ποσό οφείλει στην ενάγουσα. Άνευ βλάβης της ανωτέρω θέσης η εναγόμενη λέγει: Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπον την τροποποίηση της Υπεράσπισης της Εναγομένης αρ. 1 δια της προσθήκης ευθύς μετά την παράγραφο 4, της ακόλουθης παραγράφου αρ.5: '
  4. Περαιτέρω και άνευ βλάβης, η εναγόμενη λέγει ότι οιαδήποτε οφειλή και εάν υπήρχε συνεπεία του δανείου, αυτή εξοφλήθηκε και/ή θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί με την καταβολή εκ μέρους της Eurolife Ασφαλιστικής του ποσού του ασφαλισμένου κινδύνου ο οποίος προβλεπόταν στο ασφαλιστικό έγγραφο με αριθμό XXXXX63 το οποίο είχε καταρτισθεί μεταξύ του αποβιώσαντος XXXXX Κουρτέλλα και της Eurolife Ασφαλιστικής και η οποία είχε εκχωρηθεί στην ενάγουσα τράπεζα. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπον την τροποποίηση της Υπεράσπισης της εναγομένης αρ.1 δια της προσθήκης των παραγράφων 6 και 7:
  5. Η εναγομένη ως εκ των ανωτέρω αιτείται την απόρριψη της αγωγής εναντίον της με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας. ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ
  6. Η εναγόμενη υιοθετεί και επαναλαμβάνει την Υπεράσπισή της και ανταπαιτεί από την ενάγουσα ως κατωτέρω: Α. Δήλωση και/ή διαταγή του Δικαστηρίου αναγνωρίζουσα ότι η οιαδήποτε οφειλή του αποβιώσαντος XXXXX Κουρτέλλα τέως εκ XXXXX εν σχέσει προς το δάνειο και/ή τον λογαριασμό δανείου αρ. XXXXX0759 ημερομηνίας 29.12.2006 έχει εξοφληθεί και/ή θα έπρεπε να είχεν εξοφληθεί με την καταβολή εκ μέρους της Eurolife Ασφαλιστικής προς την Τράπεζα Κύπρου του ποσού του ασφαλισμένου κινδύνου, ο οποίος προβλεπόταν και/ή είχε συμφωνηθεί στο Ασφαλιστήριο Έγγραφο με αριθμό XXXXX63 και/ή συναφθείσα σύμβαση ασφαλιστικής καλύψεως που καταρτίστηκε μεταξύ XXXXX Κουρτέλλα τέως εκ XXXXXX και της Eurolife Ασφαλιστικής και η οποία είχε εκχωρηθεί στην ενάγουσα Τράπεζα και/ή ότι το ποσό αυτό οφείλεται από την Eurolife Ασφαλιστική προς την Τράπεζα Κύπρου. Β. Διαταγή του Δικαστηρίου διατάττουσα και/ή αναγνωρίζουσα ότι η εναγομένη ουδέν ποσό οφείλει στην ενάγουσα και ότι οιαδήποτε οφειλή και εάν οφείλεται εν σχέσει προς το δάνειο ως ανωτέρω, αυτή οφείλεται από την Eurolife Ασφαλιστική προς την Τράπεζα Κύπρου και/ή έχει εξοφληθεί συνεπεία της εκχωρήσεως του ασφαλιστηρίου συμβολαίου υπέρ της ενάγουσας. Γ. Νόμιμο τόκο. Δ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. XXXXX682G πλέον έξοδα επίδοσης.» Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας, με την οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει σε μεγαλύτερη έκταση όσα αναφέρονται και ζητούνται για να προστεθούν ως Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, με ειδικότερες αναφορές στο ασφαλιστικό συμβόλαιο μεταξύ του αποβιώσαντα και της Eurolife. Με αυτή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων της αιτήτριας και της Eurolife, από την οποία φαίνεται ότι η ασφαλιστική εταιρεία Eurolife δεν είναι διατεθειμένη να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό, ως ξεκάθαρα καταδεικνύεται από την επιστολή ημερομηνίας 7.11.2018 προς τους δικηγόρους της αιτήτριας, αλλά και παλαιότερης αλληλογραφίας ημερομηνίας 24.2.
  7. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.25 Θ.1 - 5, Δ.48 Θ.1 - 3, και 9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στις 14.1.2020 με την οποία προβάλλονται 10 λόγοι ένστασης, που μπορεί να συνοψιστούν στα ακόλουθα: (α) Ότι η αίτηση είναι αντίθετη και/ή κατά παράβαση των διαδικαστικών κανονισμών, (β) προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου με έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας, (γ) υπάρχει πρωτοφανής, υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, (δ) τα γεγονότα ήταν γνωστά στην αιτήτρια από το έτος 2015, (ε) δεν δίδεται εξήγηση για την καθυστέρηση, αφού ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι εντοπίστηκε αλληλογραφία σε δεύτερο φάκελο δεν ευσταθεί, (στ) η αιτούμενη τροποποίηση με την προσθήκη νέων παραγράφων και Ανταπαίτησης δεν είναι γνήσια αλλά αποτελεί προσπάθεια περαιτέρω πρόκλησης καθυστέρησης της αγωγής όταν μάλιστα είναι η δεύτερη αίτηση αυτή για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, (ζ) αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης, (η) δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι και στοιχεία που να καταδεικνύουν την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης, (θ) η αίτηση σκοπό έχει να εκτροχιάσει την πορεία της υπόθεσης, (ι) δεν αφορά γεγονότα τα οποία προέκυψαν εκ των υστέρων και (ια) δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της καθ΄ ης η αίτηση, η οποία ουσιαστικά επαναδιατυπώνει με περισσότερες λεπτομέρειες και στοιχεία τους λόγους ένστασης. Η ένσταση στηρίζεται στην Δ.25 Θ.1 - 6, Δ.48 Θ.1 - 4, 8, 9, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Με τη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου της αιτήτριας ουσιαστικά επαναλαμβάνονται όλα όσα αναφέρονται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, με επίκληση σχετικής νομολογίας, για να καταδείξει ότι προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση και να εκδικαστεί σε όλη την έκταση της αυτή, θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, όπως και ότι ούτε η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην έγκριση της αίτησης για τροποποίηση, ενώ κάνει ειδική αναφορά στο θέμα της εκχώρησης των δικαιωμάτων εκ μέρους του αποβιώσαντος προς την καθ΄ ης η αίτηση που απορρέουν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο που είχε ο αποβιώσαντας με την Eurolife. Από την άλλη στη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου που παρουσιάστηκε για την καθ΄ ης η αίτηση αφού καταγράφεται η νομολογία που σχετίζεται με την υπό κρίση αίτηση, στη συνέχεια προβάλει τους ίδιους λόγους που αναφέρονται και στην ένσταση, ήτοι την υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης χωρίς να δίνεται καμία εξήγηση στην αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης, όπως και στην γνησιότητα της, για να καταλήξει ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και προσθήκης Ανταπαίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση εδράζεται επί της Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί: «The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, In such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Σε μετάφραση. «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων αποτέλεσε το αντικείμενο σωρείας νομολογίας, τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής. Στην Αγγλική υπόθεση Clarapede v. Commercial Union Association

(1883)32 W.R. 263 αναφέρονται τα εξής: «However negligent and careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs». Στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 ALL E.R. 754 αναφέρονται από τον Λόρδο Denning τα εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα κυπριακών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, οι Ευριπίδου κ.α v. Καννάουρου
(1985)1 A.A.Δ. 24, Xριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 44. Στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη v. Greenmar Navegation Ltd κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 ο Δικαστής Πικής (ως ήταν τότε) συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε ότι, διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης Astor Manufacturing Ltd κ.α. A & G Leventis κ.α.
(1983)1 Α.Α.Δ. 926, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426 και Άννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., Π.Ε. 10214, ημερομηνίας 12.01.1999. Σοβαρότατος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ. 4)
(1983)1 Α.Α.Δ. 714). Βλέπε επίσης την υπόθεση D. G. Karapatakis And Son Ltd v. Δήμου Στροβόλου
(2013)1 ΑΑΔ σελίδα 1226 και Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 817. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την αιτούμενη τροποποίηση. Πρώτα, σε σχέση με την ίδια την προσθήκη που επιθυμεί η αιτήτρια να προβάλει, η οποία ουσιαστικά αφορά την καταγραφή της εκχώρησης των δικαιωμάτων του αποβιώσαντος που απορρέουν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο με την Eurolife, προς την καθ΄ ης η αίτηση, ώστε να θεωρηθεί ότι με αυτό τον τρόπο εξοφλήθηκε οποιοδήποτε ποσό όφειλε ο αποβιώσας προς την καθ΄ ης η αίτηση. Τούτο όμως προϋποθέτει ότι η ασφαλιστική εταιρεία πρώτα αναγνωρίζει την ισχύ του ασφαλιστικού συμβολαίου μεταξύ της και του αποβιώσαντα και δεύτερο ότι εξέφρασε την πρόθεση να καταβάλει το ποσό προς την καθ΄ ης η αίτηση. Με βάση την αλληλογραφία που η ίδια η αιτήτρια επισύναψε ως Τεκμήριο Α με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, καταδεικνύεται ότι η ασφαλιστική εταιρεία θεωρεί ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο όταν απεβίωσε ο ασφαλισμένος δεν βρίσκετο σε ισχύ. Περαιτέρω, αν έχει οποιαδήποτε απαίτηση η αιτήτρια αυτή είναι εναντίο της ίδιας ασφαλιστικής εταιρείας για το ασφαλιζόμενο ποσό. Θα έπρεπε δηλαδή να στραφεί εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία να αξιώνει την καταβολή του ασφαλιζόμενου ποσού σ΄ αυτή. Οπότε σε περίπτωση είτε αποδοχής εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας της απαίτησης της αιτήτριας, είτε, σε περίπτωση αγωγής και επιτυχίας αυτής, έκδοσης απόφασης από το Δικαστήριο εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας, ώστε, με την συγκατάθεση της αιτήτριας, να μπορούσε η καθ΄ ης η αίτηση με βάση το εκχωρητήριο έγγραφο να αξιώσει την καταβολή του ασφαλιζόμενου ποσού του ασφαλιστικού συμβολαίου από την ασφαλιστική εταιρεία σ΄ αυτή. Η ύπαρξη και μόνο συμφωνίας εκχώρησης των δικαιωμάτων του αποβιώσαντος προς την καθ΄ ης η αίτηση δεν σημαίνει και εξόφληση του οφειλόμενου ποσού δυνάμει της σύμβασης δανείου μεταξύ της καθ΄ ης η αίτηση και του αποβιώσαντος. Διερωτώμαι, μάλιστα, πως θα ήταν δυνατό να επιτρέψει το Δικαστήριο να τροποποιηθεί η Υπεράσπιση και να τεθεί Ανταπαίτηση, όταν εμπλέκεται άλλο πρόσωπο, το οποίο, με βάση την αλληλογραφία που η ίδια η αιτήτρια επισύναψε με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της, προβάλει τον ισχυρισμό ότι δεν βρισκόταν σε ισχύ το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εκείνες που το Δικαστήριο θα μπορούσε να εγκρίνει την αίτηση τροποποίησης, αφού το οποιοδήποτε ασφαλιζόμενο ποσό από ασφαλιστικό συμβόλαιο που είχε ο αποβιώσασας με την Eurolife τότε μόνο θα προέκυπτε, είτε αν αποδέχετο η ασφαλιστική εταιρεία την καταβολή του ποσού, είτε εκδίδετο ανάλογη απόφαση από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει αν η αιτήτρια θεωρεί ότι η ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να καταβάλει το ασφαλιζόμενο ποσό, θα μπορούσε, ίσως, να προβεί σε άλλα διαβήματα εναντίο της ασφαλιστικής εταιρείας Eurolife και μάλιστα στα πλαίσια αυτής της αγωγής. Σε σχέση με το χρόνο καθυστέρησης, αν και παρήλθαν περί τα πέντε
(5)σχεδόν χρόνια από την ημέρα καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης, το Δικαστήριο, αν εύρισκε ότι δικαιολογείτο και επέτρεπε την τροποποίηση, δεν θα αποτελούσε παράγοντα ο οποίος θα έτεινε προς την κατεύθυνση άρνησης του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση, ενόψει του γεγονότος ότι η ακρόαση της υπόθεσης ακόμα δεν έχει αρχίσει. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται πλέον €2.000 έξοδα συν ΦΠΑ υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης 1 - αιτήτριας, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. ( Υπ.):......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.