← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΠΑΣΙΟΥΡΤΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1634/2017, 5/3/2020

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΠΑΣΙΟΥΡΤΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1634/2017, 5/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1634/2017 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτηση και

  1. XXXXX XXXXX ΠΑΣΙΟΥΡΤΙΔΗΣ
  2. ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΣΙΟΥΡΤΙΔΗΣ (ΦΘΑΡΤΕΜΠΟΡΟΙ) ΛΤΔ
  3. XXXXX XXXXX ΚΑΒΑΛΛΑΡΗ ΑΝΔΡΕΟΥ και/ή XXXXX XXXXX ΠΑΣΙΟΥΡΤΙΔΗ το γένος XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγόμενων-Αιτητών Μονομερής αίτηση των Εναγομένων ημερ.3/3/2020 Ημερομηνία: 5/3/2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγόμενους: κ. Στυλιανού για ΑΝΔΡΕΑ Θ. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση τους οι Εναγόμενοι ζητούν: «Α. Διάταγμα και/ή προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Ενάγοντες να προχωρήσουν σε διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης ΥXXXXX/2009 ημερομηνίας 07/08/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας που αφορά το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 3/XXXXX, Φ/Σχ. 0/2-254-355, Τμήμα: 3 Τεμάχιο XXXXX, Είδος Ακινήτου: Χωράφι, Εγγεγραμμένο Μερίδιο: ΟΛΟ, Χωριό: Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακας, ιδιοκτησίας των Εναγομένων 1 και 3-Αιτητών εκ ½ μερίδιο εκάστου, ή/και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Ενάγοντες να προχωρήσουν σε πλειστηριασμό και/ή στην πώληση και/ή να προχωρήσουν οι ίδιοι στην αγορά του ως άνω αναφερόμενου ενυπόθηκου ακινήτου, μέχρι της πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή της Ανταπαίτησης των Εναγομένων ή και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, ή και Β. Διάταγμα και/ή προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Ενάγοντες να συνεχίσουν τις οιεσδήποτε υφιστάμενες διαδικασίες εκποίησης και/ή με το οποίο να αναστέλλονται οι οιεσδήποτε υφιστάμενες διαδικασίες εκποίησης της Υποθήκης Υ XXXXX/2009 ημερομηνίας 07/08/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας που αφορά το αναφερόμενα στο ως άνω Αιτητικό Α ενυπόθηκο ακίνητο μέχρι της πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή της Ανταπαίτησης των Εναγομένων ή και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, ή και» Η αίτηση βασίζεται επί των Άρθρων 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα Άρθρα 5, 21, 27, 44, 44Α

(1), 44Α
(2), 44Α
(3), 44Α
(4)και 44Α(4Α), 44Β
(1), 44Β
(2), 44Β
(3), 44Γ
(1), 44Γ
(2), 44Γ
(3), 44Δ
(1), 44Δ
(2), 44Δ
(3), 44Δ
(4), 44Δ
(5)και 44Δ
(6)και γενικά τα άρθρα 44Α-44ΙΑΑ, και Παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015-Κ.Δ.Π. 185/2015, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου ΚΕΦ. 224 ως έχει τροποποιηθεί, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς άρθρα 1-18 ως έχουν τροποποιηθεί, στη Δ.39, Δ.48 ΘΘ1-9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο-Κεφ. 6 και ειδικότερα στα άρθρα 4 και 9, στον περί Ερμηνείας Νόμο-Κεφ. 1, άρθρο 42, στο άρθρο 95 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος του 2015 (Ν.65(Ι)/2015), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα στα άρθρα 23, 26, 28 και 30, στις αρχές της Επιείκειας, στην αρχή της επιείκειας «Equity of Redemption», στις αρχές και στην νομολογία του Κοινοδικαίου, στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η Αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση της XXXXX Ανδρέου/Εναγόμενης 3-Αιτήτριας. Οι Εναγόμενοι στις 5/3/2018 καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Με την ανταπαίτηση ζητούν: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες υποθήκες είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες για τους λόγους που αναφέρονται στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης ανωτέρω ή/και Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3 εάν ήθελε αποδειχθεί η ύπαρξή τους, είναι παράνομες ή και άκυρες ή και έχουν ακυρωθεί ή και ότι οι εν λόγω Εναγόμενοι έχουν απαλλαγεί οποιασδήποτε εξ εγγυήσεως ευθύνης τους. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει τους Ενάγοντες να ακυρώσουν και να εξαλείψουν τις επίδικες υποθήκες.» Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι το ενυπόθηκο ακίνητο που επιχειρούν οι Ενάγοντες να πουλήσουν αποτελεί την κύρια κατοικία τους, του συζύγου της και της κόρης τους όταν έρχεται από τις σπουδές της. Στις 27/2/2020 όταν ήταν ορισμένη η Αίτηση-Έφεση αρ.40/19 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, υπόθεση η οποία στρέφεται εναντίον της διαδικασίας εκποίησης της επίδικης στην παρούσα αγωγή υποθήκης, έγινε δήλωση από την δικηγόρο της Ενάγουσας, ότι η Τράπεζα έχει ήδη αρχίσει τη διαδικασία ανάκτησης του επίδικου ενυπόθηκου ως άνω αναφερόμενου ακινήτου με βάση το άρθρο 44ΙΑ του Ν.9/65. Η Ενάγουσα Τράπεζα προσπαθεί να αγοράσει η ίδια το ενυπόθηκο ακίνητο επειδή έχουν περάσει έξι μήνες από την ημερομηνία διεξαγωγής του πρώτου πλειστηριασμού. Επίκειται πολύ σύντομα και από μέρα σε μέρα η ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας. Στις 28/3/2019 η Καθ' ης η Αίτηση επέδωσε στους Αιτητές με ιδιωτική επίδοση Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ», ημερομηνίας 13/2/2019, με βάση τις οποίες οι Ενάγοντες τους ενημέρωναν ότι είχε προγραμματιστεί πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου στις 31/7/2019. Εναντίον της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ καταχωρήθηκε Αίτηση-Έφεση, η οποία απερρίφθη με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/7/2019 και επετράπηκε στους Ενάγοντες να προχωρήσουν με τον πλειστηριασμό στις 31/7/2019. Ο πλειστηριασμός απέτυχε και δεν πωλήθηκε το ενυπόθηκο ακίνητο. Εναντίον της απόφασης στην Αίτηση 40/19 καταχωρήθηκε Έφεση. Οι Αιτητές καταχώρησαν Αίτηση δια κλήσεως στα πλαίσια της Αίτησης-Έφεσης 40/19 για έκδοση προσωρινού και/ή παρεμπίπτοντος διατάγματος στις 2/12/2019. Οι Αιτητές προχωρούν παράλληλα με δύο ένδικα μέσα για να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα ή σκοπό, δηλαδή με την παρούσα Αίτηση και με την Αίτηση δια κλήσεως στα πλαίσια της Αιτησης-Έφεσης 40/19. Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Δημητρίου v. Γαβριήλ
(2001)1 Α.Α.Δ. 16. Η παρούσα Αίτηση θα απορριφθεί προς αποτροπή κατάχρησης τα διαδικασίας του Δικαστηρίου. Το άρθρο 44 ΙΑ του Ν. 9/65 προβλέπει τα εξής: «44ΙΑ.-
(1)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός χρονικής περιόδου έξι
(6)μηνών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής έχει την επιλογή να αγοράσει το ενυπόθηκο ακίνητο στην αγοραία αξία του βάσει της τελευταίας εκτίμησης που διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους ή με εξ υπαρχής διεξαγωγή διαδικασίας εκτίμησής του με βάση τις διατάξεις του άρθρου 44Δ.
(2)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να συνεχίσει τις προσπάθειες πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 44Ζ και 44Η, χωρίς επιφυλασσόμενη τιμή.» Οι Αιτητές γνώριζαν την περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής μετά τους έξι μήνες από την αποτυχία του πλειστηριασμού μπορεί να αγοράσει ο ίδιος το ενυπόθηκο ακίνητο. Γνώριζαν το γεγονός αυτό τουλάχιστον από της καταχώρησης της ενδιάμεσης Αίτησης στην Αίτηση-Έφεση 40/19, από τον Δεκέμβρη. Δεν καταχώρησαν ενωρίτερα την παρούσα Αίτηση. Παρέμειναν την τελευταία ημέρα και ισχυρίζονται ότι αύριο οι Ενάγοντες θα ασκήσουν το δικαίωμα τους κάτω από το άρθρο 44 ΙΑ του Ν. 9/65 και θα αγοράσουν το ενυπόθηκο ακίνητο. Με τον τρόπο αυτό οι Αιτητές περιορίζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την επίδοση της Αίτησης στους Ενάγοντες. Είτε θα πρέπει να εκδώσει, το Δικαστήριο, τα αιτούμενα διατάγματα χωρίς να ακουστούν οι Ενάγοντες, είτε να διατάξει επίδοση της Αίτησης, αλλά να γίνει η αγορά του ενυπόθηκου. Δεν θα πρέπει η καθυστέρηση που επέδειξαν οι Αιτητές να αποβεί σε βάρος του δικαιώματος της Τράπεζας, να ακουστεί. Στην υπόθεση Μυλωνάς v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε176/2019, ημερ.10/12/2019, λέχθηκαν τα εξής: «Δεν ήταν δυνατό να επιτραπεί όπως η καθυστέρηση που επέδειξε ο Εφεσείοντας στην καταχώριση της αίτησης αποβεί σε βάρος του δικαιώματος της Τράπεζας, που είναι ο ενυπόθηκος δανειστής, να ακουστεί. Το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υπήρχε. Εάν η αίτηση καταχωρείτο σύντομα μετά την 8.8.2019, υπήρχε αρκετός χρόνος ώστε να επιδοθεί στη Τράπεζα και το ζήτημα να εκδικαστεί και αποφασιστεί πριν την εκπνοή του χρόνου για την καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Η έλλειψη χρόνου για να επιδοθεί η αίτηση στη Τράπεζα δημιουργήθηκε από την καθυστέρηση που επέδειξε ο Εφεσείοντας και δεν μπορεί να του επιτραπεί να επικαλείται τις δικές του παραλείψεις και να αναγάγει το ζήτημα ως κατεπείγον. Όπως υποδεικνύεται στη Αναφορικά με την αίτηση των C.M.K Metal Construction Limited, Πολ. Αίτ. Αρ. 138/2018, ημερ. 7.11.2018, στην οποία αναφέρθηκε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, που αφορούσε ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια της έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο: «εφόσον όμως [οι ενυπόθηκοι οφειλέτες] είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν και ενδιάμεση αίτηση για αναστολή του πλειστηριασμού, θα έπρεπε να ενεργήσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μη δημιουργήσουν συνθήκες πίεσης για το Δικαστήριο αλλά, κυρίως, για την άλλη πλευρά. Θα έπρεπε να είχε(sic) καταχωρίσουν(sic) την έφεση και την ενδιάμεση αίτηση ενωρίτερα, οπότε και δεν θα υπήρχε ανάγκη για κατεπείγουσα αίτηση χωρίς ειδοποίηση. Η δέουσα, υπ΄αυτή την έννοια, δικονομική συμπεριφορά των αιτητών, θα έδιδε την ευκαιρία στο Δικαστήριο να προγραμματίσει και να χειριστεί την υπόθεση ακούγοντας προηγουμένως και τις δύο πλευρές, εξισορροπώντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τους κινδύνους κάθε πλευράς. . Αυτές όμως οι ορθές και δίκαιες δυνατότητες εξουδετερώθηκαν από τον χειρισμό των αιτητών να καταχωρίσουν την αίτησή τους στον ύστατο χρόνο που επέλεξαν να την καταχωρίσουν.» Η κατάληξη ήταν ότι: «Ορθά θεώρησε [το Επαρχιακό Δικαστήριο] πως το κατεπείγον της αίτησης προέκυπτε από τους χειρισμούς των ιδίων των αιτητών και συνεπώς δεν μπορούσαν να το επικαλούνται ως δικαιοδοτική προϋπόθεση της αίτησης τους. Αντίθετη προσέγγιση θα επιβράβευε τέτοιες πρακτικές προς ζημιά της απονομής της δικαιοσύνης και των ταλαιπωρημένων δικαστικών διαδικασιών». Στην παρούσα υπόθεση κρίνουμε ότι ορθά κατέληξε το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η διαπιστωθείσα καθυστέρηση ήταν καταλυτική για την απόρριψη της αίτησης. Ουσιαστικά διαπιστώθηκε ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, ώστε να ήταν δυνατή η παροχή θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά. Συνεπώς ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται, καθιστώντας αχρείαστη την εξέταση των υπολοίπων. Καταλήγουμε ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση.» Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255. Σκοπός των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα (βλ. Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων εξετάζεται σε συνάρτηση με την προϋπόθεση να υποστεί ο Αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθώς επίσης και με το κατά πόσον είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα ενδιάμεσα διατάγματα. H τρίτη προϋπόθεση αφορά την πιθανότητα να υποστούν οι Αιτητές ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν συνάδει μόνο με την υλική ζημιά αλλά είναι ευρύτερη και περιλαμβάνει και τη προστασία των δικαιωμάτων του Αιτητή (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317). Στην απόφαση Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε η λειτουργία του Δικαστηρίου ως θεματοφύλακα του Κράτους Δικαίου για την αποτροπή παράνομων και παράτυπων ενεργειών. ΄Ενας από τους κυριότερους σκοπούς των ενδιάμεσων διαταγμάτων είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα. Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων εξετάζεται σε συνάρτηση με την προϋπόθεση να υποστούν οι Αιτητές ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η Ενάγουσα είναι αξιόχρεος τραπεζικός οργανισμός και δεν έχει αμφισβητηθεί το γεγονός αυτό από τους Αιτητές. Σε περίπτωση που οι Αιτητές επιτύχουν στην Ανταπαίτηση τους, η Ενάγουσα είναι σε θέση να τους αποζημιώσει. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402). Η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Ενόψει των πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Γ. Στυλιανίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.