GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. P.S.G.D. PARADISE HOMES LTD, υπό εκούσια εκκαθάριση, δια των εκκαθαριστών της Ιωάννου και Ανδρονίκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1150/2012, 7/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1150/2012 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσα -και-
- P.S.G.D. PARADISE HOMES LTD
- XXXXX PHILIPPOU Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.6.
- Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσα -και-
- P.S.G.D. PARADISE HOMES LTD, υπό εκούσια εκκαθάριση, δια των εκκαθαριστών της Κωνσταντίνο Ιωάννου και Ανδρέα Ανδρονίκου
- XXXXX PHILIPPOU Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 18
(4)ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ Ν.169(ι)/2015ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23.5.2019 ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ 372/2019 Ε.Δ. ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED Ενάγουσα -και-
- P.S.G.D. PARADISE HOMES LTD, υπό εκούσια εκκαθάριση, δια των εκκαθαριστών της XXXXX Ιωάννου και XXXXX Ανδρονίκου
- XXXXX PHILIPPOU Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7 Φεβρουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Α. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2: κα Μιχαηλίδου για Νεοφύτου & Νεοφύτου Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΞΙΩΣΗ Η ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 κ.6), το οποίο καταχωρήθηκε στις 4.4.2012, αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1 και 2, ομού και κεχωρισμένα, δυνάμει συμβάσεων δανείου ημερομηνίας 31.7.2009 και 20.8.2009 με την εναγόμενη 1 και σύμβασης εγγύησης ημερομηνίας 20.8.2009 με τον εναγόμενο 2, τα ποσά των €266.855,06 και €52.918,27 πλέον τόκο 14% ετησίως από 1.1.2012 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου δύο φορές το χρόνο, 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου, όπως και διάταγμα εκποίησης των υποθηκών ΥXXXXX/2009 ημερομηνίας 13.8.2009 και ΥXXXXX/2009 ημερομηνίας 31.8.2009 που ενέγραψε η εναγόμενη 1 προς όφελος της ενάγουσας. ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Με τις ξεχωριστές αλλά σχεδόν πανομοιότυπες Εκθέσεις Υπεράσπισης τους, ως τροποποιήθηκε αυτή του εναγόμενου 2 στην οποία προβάλλεται και ανταπαίτηση, οι εναγόμενοι 1 και 2, αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζονται ότι (α) οιονδήποτε ποσό είναι υπέρμετρο και/ή αποτέλεσμα παράνομου ανατοκισμού κατά παράβαση του Ν.39(ι)/2001 και του Ν.160(ι)/1999, (β) εξόφλησαν την οφειλή τους, (γ) η ενάγουσα δεν επεξήγησε στους εναγόμενους και δη στον εναγόμενο 2 που ήταν διευθυντής της εναγόμενης 1, ο οποίος διαβάζει και ομιλεί μόνο την αγγλική, τις συμβάσεις, (δ) σε περίπτωση που διαφανεί ότι επεξηγήθηκαν οι συμβάσεις, η υπογραφή τους ήταν προϊόν πλάνης, ψυχικής πίεσης και/ή εξαναγκασμού, (ε) δεν ζήτησε η ενάγουσα όπως οι εναγόμενοι λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή, (στ) η ενάγουσα προχώρησε με νέα προσφορά προς τους εναγόμενους με καλύτερους όρους την οποία αποδέχθηκαν, (ζ) η ενάγουσα παραβίασε τη μεταξύ τους συμφωνία για καταβολή του ποσοστού του 20% ζητώντας 30% του ποσού της αξίας του ακινήτου από τους πελάτες της εναγόμενης 1, και ως εκ τούτου δεν ενέκριναν τα δάνεια των πελατών της, (η) η ενάγουσα δεν ήταν επιμελής, (θ) οι υποθήκες δεν είναι έγκυρες, (ι) οι διάδικοι προέβηκαν σε συμφωνία διευθέτησης στις 5.12.2016, η οποία υλοποιήθηκε και ως εκ τούτου δεν οφείλεται κανένα ποσό και ως εκ τούτου η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Ταυτόχρονα ο εναγόμενος 2 ανταπαιτεί διάφορα διατάγματα και δηλώσεις ανάλογα και αντίστοιχα με τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην Έκθεση Υπεράσπισης του, καθώς και επιστροφή του ποσού των €100.000 που κατέβαλε για νομική και λογιστική υποστήριξη και τέλος αποζημιώσεις. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τέσσερεις
(4)μάρτυρες, τον XXXXX Αδάμου (ΜΕ1), του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση του, Έγγραφο Α, στην οποία αναφέρεται ότι μέχρι τις 28.3.2013 ήταν υπάλληλος της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και από τις 29.3.2013 δυνάμει της Κ.Δ.Π.104/2013 στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στην οποία ως υπάλληλος της ήταν και είναι στη μονάδα ανάκτησης χρεών και κατά τα έτη 2013-2015 χειρίζετο την παρούσα υπόθεση, της οποία τα έγγραφα έχει στην κατοχή του. Συγκεκριμένα η ενάγουσα δυνάμει δύο συμβάσεων δανείου, ημερομηνίας 31.7.2009 και 20.8.2009 , παραχώρησε δύο δάνεια ύψους €213.000 και €42.000 στην εναγόμενη 1, Τεκμήρια 1 και 3, αντίστοιχα, για τα οποία εκδόθηκαν δύο επιστολές ανοίγματος λογαριασμού Τεκμήρια 2 και 4, αντίστοιχα, για τα οποία άνοιξε δύο λογαριασμούς, Τεκμήρια 5 και 6, αντίστοιχα, τα οποία η εναγόμενη 1 χρησιμοποίησε, τα οποία εγγυήθηκε ο εναγόμενος 2 δυνάμει σύμβασης εγγύησης ημερομηνίας 20.8.2009, Τεκμήριο 9, ενώ εναγόμενη 1 για επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων της προς την ενάγουσα, ενέγραψε στις 13.8.2009 και 31.8.2009 τις υποθήκες ΥXXXX/2009 και ΥXXXXX/2009, Τεκμήρια 10 και 11, αντίστοιχα. Επειδή οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στις συμβάσεις δανείου, ήτοι δεν καταβάλλοντο οι δόσεις, η ενάγουσα, αφού έστειλε επιστολή ημερομηνίας 26.11.2010 με την οποία τους ενημέρωνε περί τούτου, Τεκμήριο 12, στη συνέχεια τερμάτισε αυτές με επιστολή ημερομηνίας 18.4.2011, Τεκμήριο 7, προς τους εναγόμενους 1 και 2, που από την αποστολή και μετά του Τεκμηρίου 7, το επιτόκιο καθορίστηκε στο 14%, ενώ στη συνέχεια ακολούθησε η παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 4.4.2012. Κατέθεσε ως ήδη αναφέρθηκε, ως Τεκμήρια 5 και 6 καταστάσεις λογαριασμού των δύο δανείων, δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ.9 και αντίστοιχα δύο αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 13 και
- Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 αντίγραφο της συμφωνίας ημερομηνίας 5.12.2016, την οποία οι εναγόμενοι επικαλούνται στην υπεράσπιση τους, δυνάμει της οποίας θεωρούν ότι έχουν απαλλαγή των οφειλών τους. Σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι έπρεπε να υλοποιηθούν όλοι οι όροι της συμφωνίας και συγκεκριμένα ο όρος που καταγράφεται στις φάσεις 1 και 2 στη σελίδα 4, ήτοι η φάση 1, αφορούσε αριθμό ακινήτων που αναφέρονται στη συμφωνία και η φάση 2, που είναι στην επόμενη σελίδα 4 και συνεχίζεται στη σελίδα 5, μεταξύ άλλων, αναφέρεται και στο ενυπόθηκο ακίνητο της παρούσας αγωγής. Υπάρχει δε όρος ότι έπρεπε να υλοποιηθεί τόσο η φάση 1 όσο και η φάση 2, ούτως ώστε να ισχύει η συμφωνία, παραπέμποντας στους όρους 11, 15 και 16, όπου αναφέρεται ότι αν δεν υλοποιηθούν όλοι οι όροι τότε δεν ισχύει η συμφωνία. Δηλαδή η συμφωνία προέβλεπε να μεταβιβαστεί στην τράπεζα το ακίνητο με αριθμό 6092 που άνηκε στην εναγόμενη 1, το ακίνητο με αριθμό 5064 που ανήκει σε άλλη εταιρεία, την Beachcroft Ventures Ltd και το ακίνητο 5630 που ανήκει επίσης σε άλλη εταιρεία του Ομίλου Ocean Reef Property Ltd, οι οποίες μεταβιβάσεις δεν έχουν υλοποιηθεί. Κατά την αντεξέταση του στην υποβολή ότι ήταν στη δυνατότητα της ενάγουσας όπως αυτά μεταβιβαστούν, καθ' ότι είχαν ήδη διοριστεί εκκαθαριστές της επιλογής της, απέρριψε αυτήν λέγοντας ότι η συμφωνία ήταν ξεκάθαρη, ότι δηλαδή για να ισχύσουν όλα τα υπόλοιπα, έπρεπε να υλοποιηθεί η μεταβίβαση των ακινήτων. Εφόσον δεν υλοποιήθηκε η μεταβίβαση των ακινήτων, δεν μπορούν οι εναγόμενοι, να επικαλούνται τους άλλους όρους της συμφωνίας. Στην ερώτηση ποια είναι τα καθήκοντα του και πού εργάζεται ακριβώς, απάντησε στην Τράπεζα Κύπρου. Στην υποβολή ότι δεν έχει εξουσιοδότηση να εμφανίζεται για την ενάγουσα, απέρριψε τούτη λέγοντας ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να παρουσιαστεί στην παρούσα υπόθεση, την οποία πλέον έχει αναλάβει η Gordian Holdings Ltd από την Τράπεζα Κύπρου, βάσει διατάγματος που εκδόθηκε από το Δικαστήριο, τον Μάιο του
- Σε ότι αφορά τα καθήκοντα του, είπε ότι είναι να παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου και να δίνει μαρτυρίες, να χειρίζεται λογαριασμούς που βρίσκονται και αφορούν δικαστικές υποθέσεις και να παρουσιάζει τα σχετικά τεκμήρια. Στην εισήγηση ότι δεν έχει καμία πραγματική προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, απάντησε ότι από το 2013 μέχρι το 2015, χειριζόταν τους λογαριασμούς της εναγόμενης 1 και των άλλων εταιρειών του ομίλου ως λειτουργός στο τμήμα Recoveries της Τράπεζας Κύπρου. Συνεχίζει δε να είναι στο τμήμα recoveries της ενάγουσας και μεταξύ των καθηκόντων του, είναι και η παρουσία του στα Δικαστήρια. Όσον αφορά την προσωπική επαφή με τους εναγόμενους, ποτέ δεν τους έχει δει, διότι δεν παρουσιάστηκαν οι ίδιοι καμιά φορά είτε ενώπιον του Δικαστηρίου ή στην τράπεζα, τουλάχιστον όσον αυτός χειριζόταν την παρούσα υπόθεση και μάλιστα ο εναγόμενος 2 από ό, τι γνωρίζει, είναι στο εξωτερικό και δεν έρχεται στην Κύπρο, αλλά δεν ξέρει για ποιο λόγο. Σε σχετική ερώτηση είπε ότι οι αναδομημένες καταστάσεις ετοιμάστηκαν από αυτόν χρησιμοποιώντας τις καταστάσεις ηλεκτρονικού υπολογιστή που αποστέλλονταν στον πελάτη. Καταχώρησε τα δάνεια από την ημέρα που έχουν αναληφθεί και αν υπήρχαν πιστώσεις θα τις καταχωρούσε στην αναδομημένη κατάσταση. Όπως παρατηρεί όμως δεν υπήρχε καμία πίστωση, καμία πληρωμή, δηλαδή η εναγόμενη έλαβε τα δάνεια και δεν πλήρωσε τίποτε μέχρι σήμερα. Με βάση τη συμφωνία που υπήρχε, το επιτόκιο ήταν 3 μηνών Euribor και το συμφωνηθέν περιθώριο, ήταν 6,75%. Εφάρμοσε δε τη συμφωνία αυτή, δηλαδή το αρχικό περιθώριο που ήταν 6,75% και το πρόσθεσε επί του εκάστοτε τριμηνιαίου Euribor. Στην εισήγηση ότι προέβη σε αλλαγή του επιτοκίου για τους υπολογισμούς του και δεν παρέμεινε σταθερό το επιτόκιο ως ήταν τη μέρα που υπογράφτηκε η σύμβαση, απάντησε ότι έτσι λειτουργεί το τριμηνιαίο Euribor, ήτοι λαμβάνεται αυτό που ισχύει και δημοσιεύεται σε διεθνείς ιστοσελίδες. Στην υποβολή ότι έπρεπε να ληφθεί η έγκριση από τον συνιδιοκτήτη για την υποθήκευση του μεριδίου του ακινήτου της εναγόμενης 1, ανέφερε ότι η εγγραφή της υποθήκης έγινε σύμφωνα με όλες τις διαδικασίες που προβλέπονται και έγινε αποδεχτή από το Κτηματολόγιο. Στην υποβολή ότι η αναφερθείσα χρέωση επιτοκίου αντιβαίνει στον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο και στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο, διαφώνησε με αυτή. Στην υποβολή ότι δεν επεξηγήθηκαν στους εναγόμενους το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών, καθώς και διάφορων άλλων συμφωνιών εγγύησης και εγγράφων υποθήκης, πριν την υπογραφή τους, απάντησε ότι είναι πολιτική της τράπεζας πάντα να εξηγούνται τούτα στους πελάτες, πάντα τους δίνεται η δυνατότητα να συμβουλευτούν δικηγόρους δικούς τους, αν το ζητήσουν και τους επεξηγούν στη γλώσσα που αντιλαμβάνονται. Στη θέση ότι υπήρχε παράλληλη συμφωνία με τη συμφωνία δανείου απάντησε ότι αν υπήρχε τέτοια συμφωνία θα υπήρχε στο φάκελο της υπόθεσης. Στην εισήγηση ότι ήταν προφορική συμφωνία, απάντησε ότι δεν ήταν παρών. Επόμενη μάρτυρας ήταν η XXXXX Ζηνιέρη, ΜΕ2, η οποία ανέφερε ότι εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, στον κλάδο Μεταβιβάσεων και Υποθηκών, ως ελεγκτής. Κατέθεσε δε ως Τεκμήριο 16 πιστό αντίγραφο της υποθήκης ΥXXXXX/2009 ημερομηνίας 13.8.2009 και ως Τεκμήριο 17 πιστό αντίγραφο της υποθήκης ΥXXXX/2009 ημερομηνίας 31.8.2009, μαζί με τα έγγραφα που ζητούνται από το κτηματολόγιο για να είναι ορθή και έγκυρη μια υποθήκη. Στην υπόδειξη ότι στη δεύτερη σελίδα των τεκμηρίων αναφέρεται, «δηλώνω ότι περιήλθε στη γνώση μου ο φάκελος ΑΧ 591/09, εγγραφής δρόμου και ΑΧ 405/07» ανέφερε ότι ήταν επιβαρύνσεις που υπήρχαν στο ακίνητο. Ήταν κάτι που το επηρέαζαν, όταν γίνεται έρευνα εμποδίων για να αποδεχθούν μια πράξη, όλοι οι ανοιχτοί φάκελοι πρέπει να περιέλθουν σε γνώση του ενυπόθηκου δανειστή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το ακίνητο αυτό επιβαρύνετο με έναν φάκελο ΑΧ 091/2009, ο οποίος αφορούσε μια εγγραφή δρόμου και ο φάκελος ΑΧ 1105/2007 που αφορούσε οριοθέτηση. Οπόταν η υπάλληλος πριν την αποδοχή, το έφερε σε γνώση του ενυπόθηκου δανειστή για να λάβει γνώση. Επίσης ανέφερε, όσον αφορά την έκθεση ακινήτου, ότι σε κάποιες περιπτώσεις όταν υπάρχουν αρκετά εμπράγματα βάρη, εκδίδεται έκθεση ακινήτου στην οποία αναφέρονται όλα τα εμπράγματα βάρη που μπορεί να υπογράψει ο ενυπόθηκος δανειστής, νοουμένου ότι λαμβάνει γνώση ότι υπάρχουν και αποδέχεται να προχωρήσει η υποθήκη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όσον αφορά τον ενυπόθηκο οφειλέτη, υπήρξε ένα πωλητήριο. Ο ενυπόθηκος δανειστής είχε λάβει υπόψη, γνώση, ένα πωλητήριο κατατεθειμένο από το 2008, με το οποίο πωλούσε η εναγόμενη 1 σε κάποιον, ένα διαμέρισμα και επίσης υπήρχαν τρεις υποθήκες άλλες που αφορούσαν άλλα μερίδια, οπόταν δεν αποτελούσαν εμπόδιο για να προχωρήσει η εγγραφή της υποθήκης αυτής. Σε ότι αφορά την υποθήκη XXXX/2009 είπε ότι ισχύουν τα ίδια, ήτοι υπήρχαν πληρεξούσια, υπήρχαν οι δηλώσεις και υπήρχαν οι διαβεβαιώσεις. Αυτές οι δύο υποθήκες συνεχίζουν να είναι εγγεγραμμένες και να είναι σε ισχύ. Επίσης ανέφερε ότι ο φάκελος για εγγραφή δρόμου έχει ολοκληρωθεί και βγήκαν νέες εγγραφές σήμερα και άρα μεταφέρονται στη νέα υποθήκη. Κατά την αντεξέταση εξηγώντας τη διαδικασία εγγραφής υποθήκης ανέφερε ότι για να αποδεχτούν μια υποθήκη, προσκομίζονται από την τράπεζα τρία έγγραφα της φόρμας 271, μαζί με διάφορα έγγραφα που είναι η συμφωνία του ενυπόθηκου οφειλέτη μαζί με τον ενυπόθηκο δανειστή. Ο υπάλληλος υποδοχής, εφόσον ελέγξει το όνομα του ενυπόθηκου οφειλέτη, αν έχει δηλαδή προσωπικές απαγορεύσεις, ελέγχει το ακίνητο αν έχει εμπράγματα βάρη, τα οποία απαγορεύουν να κατατεθεί υποθήκη. Κοιτάζει ποιος παρουσιάζεται, εάν παρουσιάζεται ο ίδιος, κοιτάζει την ταυτότητα του εάν υπάρχει πληρεξούσιος, έλεγχος του πληρεξουσίου και εφόσον γίνουν όλες οι έρευνες και θεωρήσει ότι είναι εντάξει να κατατεθεί η υποθήκη, τότε προχωρά στην εγγραφή υποθήκης, μαζί με τα νενομισμένα δικαιώματα. Συμφώνησε με τη συνήγορο υπεράσπισης ότι πέραν του ότι ήταν ελεγκτής, δεν είχε κάποια προσωπική εμπλοκή, αφού μάλιστα αυτή έγινε αποδεχτή στη Λευκωσία, αλλά επειδή αφορούσε ακίνητο της Πάφου, στάληκε στην Πάφο. Η ΜΕ3, XXXXX Τομασίδου, ανέφερε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου, ενώ πριν στη Λαϊκή. Τότε δε ήταν στην υπηρεσία ετοιμασίας εγγράφων. Αφού είδε τα Τεκμήρια 3 και 9, αναγνώρισε την υπογραφή της, ως μάρτυρας, στο Τεκμήριο 3 το οποίο ετοιμάστηκε από το τμήμα της, όπως και το Τεκμήριο 9 το οποίο έγγραφο επίσης ετοίμασε η υπηρεσία της. Επίσης ανέφερε ότι η εγγύηση που έγινε και που υπογράφεται στα αγγλικά, υπογράφηκε από τον Φίλιππο Φιλίππου. Το έγγραφο όμως της υποθήκης, είναι στα ελληνικά, το οποίο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο αλλά το υπέγραψε πληρεξούσιος αντιπρόσωπος. Αν και δεν θα μπορούσε να θυμηθεί μετά από τόσα χρόνια τον εναγόμενο 2, είπε ότι σίγουρα τα υπόγραψε μπροστά της. Στη συνέχεια ανέφερε ότι όταν έρθει κάποιος για να υπογράψει του εξηγούν τι αναφέρεται στο κάθε έγγραφο, του λένε τι είναι αυτά που υπογράφει, αν θέλει περισσότερες εξηγήσεις του λένε και υπογράφει είτε ελληνικά, είτε αγγλικά, ανάλογα τι τους έχουν ζητήσει όπως έγινε και με αυτά τα δυο έγγραφα. Κατά την αντεξέταση επανέλαβε ότι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, το 2009, εργαζόταν στο τμήμα εγγράφων, ήτοι στην ετοιμασία εγγράφων και εκτελέσεων. Δεν διαπραγματευόταν το τμήμα της τη συμφωνία του πελάτη με την τράπεζα. Τούτο ήταν ευθύνη του υπεύθυνου λειτουργού. Αυτοί ετοίμαζαν τα έγγραφα που έπρεπε σύμφωνα με το αίτημα που είχε εγκριθεί. Στη θέση ότι δεν είχε καμία γνώση του αν είχε συμφωνηθεί οτιδήποτε άλλο ή για τη διαπραγμάτευση που έλαβε χώρα των όρων, απάντησε ότι υπογράφεται εκείνο που ετοιμάστηκε, βάσει του τι συμφωνήθηκε. Αν δεν είναι εκείνο το οποίο συμφώνησε ο πελάτης με τον υπεύθυνο λειτουργό, λογικά δεν θα το υπογράψει. Δεν γνώριζε για κάποια άλλη προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η οποία προνοούσε δανειοδότηση από την ενάγουσα του 80% της αξίας του ακινήτου και 20% από μέρους των πελατών, όπως δεν γνώριζε και για τη συμφωνία διευθέτησης. Τέλος επανέλαβε ότι ο εναγόμενος 2 υπέγραψε στην παρουσία της τα αναφερθέντα πιο πάνω έγγραφα. Ο ΜΕ4, XXXXX Βενιζέλου ανέφερε ότι τώρα εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου, ενώ παλαιότερα εργαζόταν στη Λαϊκή. Στα πλαίσια των εργασιών του στη Λαϊκή, κατά τα έτη 2008-2010, είχε χειριστεί υποθέσεις πιστωτικών διευκολύνσεων που αφορούσαν τους εναγόμενους 1 και 2 και άλλες εταιρείες του ομίλου. Επίσης ανέφερε ότι δεν έγινε προφορική παράλληλη συμφωνία, ότι θα έδιναν δάνεια ύψους 80% της αξίας του ακινήτου στους πελάτες της εναγόμενης 1 και το 20% θα καταβάλλετο από τους πελάτες της εναγόμενης 1 και επειδή δεν τους τα έδωσαν με αυτό τον τρόπο, γι' αυτόν τον λόγο δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν. Ούτε ήρθε ποτέ οποιοσδήποτε πελάτης της εναγόμενης 1 να ζητήσει δάνειο και η ενάγουσα τον απέρριψε. Η τράπεζα καθόριζε τα ποσοστά τα οποία ήταν το μέγιστο των ποσοστών. Οι οδηγίες της κεντρικής τράπεζας, όσον αφορά τα ποσοστά χρηματοδότησης της κάθε εταιρείας, κάθε αγοραστή και λοιπά, ήταν μια καθοδήγηση και δεν ήταν νόμος τον οποίο έπρεπε να εφαρμόσουμε. Ήταν το μέγιστο ποσοστό. Το 70% που έλεγε ήταν το μέγιστο ποσοστό, δεν μπορούσαν να πάνε 71 %, όμως δεν σημαίνει ότι μπορούσαν να πάνε στο μέγιστο. Μπορούσαν να πάνε και 60%. Ουδέποτε υπήρξε κάποια συμφωνία με τον πελάτη για να δοθεί κάποιο δάνειο, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε αξιολόγηση. Οι συμφωνίες, Τεκμήρια 3 και το 9, έγιναν μετά από αίτημα των εναγομένων χωρίς κανένα εξαναγκασμό. Στη συνέχεια αφού είδε το Τεκμήριο 4, είπε ότι είναι το άνοιγμα του σχετικού λογαριασμού. Ακολούθως αφού είδε τα Τεκμήρια 7 και 12, ανέφερε ότι αυτές οι επιστολές στάληκαν από την υπηρεσία, από το τμήμα τους. Η διαδικασία δε που ακολουθείται αφού ετοιμαστεί η επιστολή, ταχυδρομείται στη διεύθυνση που είναι καταχωρημένη στο σύστημα του πελάτη, που έχει αναγραφεί. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 18, έγγραφο από 59 σελίδες, με τίτλο customer amendment and history accuracy, όπου στη σελίδα 15 υπάρχουν οδηγίες, αναφορικά με τις διευθύνσεις των εναγομένων και δη όπως φαίνεται υπάρχει αλλαγή στη διεύθυνση του πελάτη και η νέα διεύθυνση, είναι 98 XXXXX XXXXX , XXXXX Λάρνακα. Σε περίπτωση δε που οι επιστολές δεν παραληφθούν από τον πελάτη, επιστρέφονται στην τράπεζα. Για όσο καιρό ήταν στην τράπεζα, πριν πάει ο κ.Αδάμου, από τον φάκελο δεν διαπίστωσε ή εντόπισε να έχουν επιστραφεί οι επιστολές, Τεκμήρια 7 και
- Αναφερόμενος στη συνέχεια για τον εναγόμενο 2 ανέφερε ότι τον γνωρίζει προσωπικά, με τον οποίο διαπραγματεύθηκε διάφορες συμφωνίες που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή και δεν έγινε καμία προφορική συμφωνία δανειοδότησης το 80% της αξίας του ακινήτου από την ενάγουσα και το 20% να το κατέβαλλε ο πελάτης της εναγόμενης
- Στην υποβολή ότι είτε δεν γνωρίζει για την παράλληλη συμφωνία, είτε ότι δεν ήταν ο λειτουργός ο οποίος διαπραγματεύτηκε τα δάνεια και την υπό κρίση συμφωνία, απάντησε ότι δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία. Τέλος ανέφερε ότι αυτός διαπραγματεύτηκε τους όρους των συμφωνιών που αφορούν την επίδικη αγωγή, αφού εξέτασαν το σκοπό του δανείου που θα γινόταν, την αποπληρωμή του δανείου, πώς θα γινόταν η αποπληρωμή, τις ασφαλίσεις και αφού συμφώνησαν ένα πρόγραμμα αποπληρωμής και πολλά άλλα πράγματα κάποιες φορές, μετά από ανάλογη έγκριση που λάμβανε από την τράπεζα, καταγράφονταν οι συγκεκριμένοι όροι στην προσφορά. Στην υποβολή ότι επέβαλλαν τους όρους και δεν τους είχε διαπραγματευτεί η ενάγουσα σαν το δυνατό μέρος που ήταν, με αποτέλεσμα οι πλείστοι εξ΄ αυτών να είναι καταχρηστικοί, απάντησε ότι δεν μπορεί να επιβάλει ένα όρο. Σε ότι αφορά τη θέση περί επιβολής του επιτοκίου στην επίδικη συμφωνία ανέφερε ότι το Euribor δεν είναι η τράπεζα που το καθορίζει. Όσον αφορά το επιτόκιο και τα υπόλοιπα που διαπραγματεύονται με τον πελάτη τα συμφωνούν πριν την υποβολή της αίτησης και όταν έρθει η έγκριση αναμένεται βάση της επιστολής προσφοράς η υπογραφή. Ακολούθως σε σχέση με τις επιστολές ανέφερε ότι μέχρι το Νοέμβριο του 2013 που ήταν στην ομάδα του αναφερθέντος πιο πάνω τμήματος, δεν επιστράφηκαν αυτές. Στην υποβολή ότι δεν ήταν στην Κύπρο ο εναγόμενος 2 για παραλαβή αυτών των επιστολών και σε καμία περίπτωση δεν ήρθαν σε γνώση του, απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν στην Κύπρο, όμως οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν στην τελευταία διεύθυνση που είχαν στο σύστημα κατόπιν οδηγιών του πελάτη και δεν επιστράφηκαν πίσω. Στην υποβολή ότι αυτή η διεύθυνση, επειδή το εγγεγραμμένο γραφείο που ήταν προηγουμένως στην Αρχ. Μακαρίου είχε κλείσει, ουσιαστικά ήταν η διεύθυνση μιας λογίστριας, απάντησε ότι εκείνη ήταν η οδηγία. Αφού συμφώνησε ότι προηγουμένως, πριν τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας για 70%-30%, υπήρχε άλλη οδηγία για 80%-20%, στην υποβολή ότι είναι βάση αυτών που διαπραγματεύτηκαν, απάντησε ότι δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί κάτι τέτοιο από τη στιγμή που ισχύει το 70% - 30%. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο δικηγόρος της ενάγουσας στη γραπτή αγόρευση του εισηγείται ότι όσον αφορά τις Εκθέσεις Υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2 ότι αυτές είναι γενικές και αόριστες, χωρίς να αναφέρονται σε αυτές λεπτομέρειες και ουσιαστικά απολήγουν σε μια γενική άρνηση. Στη συνέχεια σημειώνεται ότι η πλευρά των εναγομένων 1 και 2 δεν προσκόμισε μαρτυρία, σε αντίθεση με την ενάγουσα η οποία κάλεσε τέσσερεις
(4)ΜΕ, των οποίων η μαρτυρία πρέπει να γίνει αποδεκτή, αφού αυτοί κριθούν αξιόπιστοι, για το λόγο ότι ο μεν ΜΕ1 κατέθεσε τις διάφορες συμφωνίες και σχετικά έγγραφα, ως τεκμήρια, όπως και τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμών με βάση το άρθρο 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ.9, που αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη περί τούτων, οι οποίες ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν, η δε ΜΕ2 αναφέρθηκε στην κατάθεση, μεταξύ άλλων και στη συνέχιση ισχύς των υποθηκών μέχρι σήμερα. Η ΜΕ3 επιβεβαίωσε την υπογραφή, κατάρτιση και εξήγηση του περιεχομένου των επίδικων συμφωνιών, ως μάρτυρας των υπογραφών και τέλος ο ΜΕ4 ήταν αυτός που γνώριζε τους εναγόμενους, οι συμφωνίες υπεγράφησαν στην παρουσία του και χειρίστηκε τους επίδικους λογαριασμούς. Αφού αναφέρθηκε στις επιστολές τερματισμού των επίδικων λογαριασμών, στην ορθότητα αυτών καθώς και στην συμφωνία ημερομηνίας 5.12.2016, για την οποία τόνισε ότι δεν τήρησαν οι εναγόμενοι, με αναφορά σε νομολογία για κάθε θέμα που αναφέρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης ή που προωθήθηκε ή κατέστη επίδικο κατά την ακροαματική διαδικασία εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση ως οι θεραπείες που αξιώνει η ενάγουσα. Από την άλλη οι συνήγοροι των εναγομένων 1 και 2 στην κοινή γραπτή αγόρευση τους, αφού καταρχάς προβαίνουν σε αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης, Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, στη συνέχεια καταπιάνονται με τη μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα για να υποδείξει ότι (α) με βάση αυτή δεν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό, για τους λόγους που εξηγεί, με παραπομπή σε νομολογία και (β) με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 5.12.2016 από τη μια επήλθε διευθέτηση την οποία οι εναγόμενοι τήρησαν και αν κάποιο μέρος αυτής δεν υλοποιήθηκε αυτό όφειλε η ενάγουσα να υλοποιήσει ή μέσω των εκκαθαριστών που διορίστηκαν με τη σύμφωνη γνώμη της και από την άλλη με τη συμφωνία διευθέτησης ημερομηνίας 5.12.2016 οι προηγούμενες συμφωνίες αντικαταστάθηκαν από αυτή και ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή, η οποία βασίζεται στις προηγούμενες συμφωνίες, δεν έχει έρεισμα πλέον από τις 5.12.2016 και η ενάγουσα θα έπρεπε, αν επιθυμούσε, να προχωρήσει με νέα αγωγή με βάση τη νέα συμφωνία ημερομηνίας 5.12.2016. Για όλες τις πιο πάνω θέσεις των εναγομένων έγινε επίκληση σχετικής νομολογίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Να αναφέρω ότι, όσον αφορά την εξ ακοής μαρτυρία, όπως τα Τεκμήρια 4, 5, 6, 7, 8 και 9, που η κατάθεσή τους έγινε υπό τις πρόνοιες του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ.9, να λεχθεί ότι τέτοια μαρτυρία δεν απορρίπτεται εκ μόνου του λόγου ότι είναι εξ ακοής, ούτε και γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζονται στο άρθρο 27
(1)και
(2)του ΚΕΦ. 9. Ως εκ τούτου, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, έχοντας υπόψη την υπόθεση Φίλιππος Γιαπατός ν. Μαρίας Σάββα κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1324 και Κυριακή Κολάνη άλλως Κίκα Κολάνη ν. Δημήτρη Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108, η όποια εξ ακοής μαρτυρία εξετάζεται και σχολιάζεται ως προς την αποδοχή της ή μη σε άλλο μέρος της απόφασης, κατωτέρω, ή εξάγεται τούτο ως διαφαίνεται από τη συγγραφή της απόφασης έστω και αν δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000).» Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Στην υπόθεση Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Η πεποίθηση του Δικαστή πως ένας μάρτυρας λέγει την αλήθεια, ασφαλώς είναι το καλύτερο εχέγγυο της ετυμηγορίας του. Η πεποίθηση όμως αυτή δεν αρκεί να βεβαιώνεται αλλά και να αιτιολογείται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης όταν σ' αυτήν υπάρχουν γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την αιτιολόγηση.» Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339 αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατά δεύτερο λόγο, το πρωτόδικο Δικαστήριο πλημμελώς αξιολόγησε και απέρριψε τη μαρτυρία του Τσαππή με την απλή αναφορά ότι εδόθη στο Δικαστήριο η εντύπωση ότι ο μάρτυρας διακατεχόταν από εχθρικά αισθήματα για τον εφεσίβλητο και ότι δεν άφησε καλή εντύπωση. Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: "... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής." Πιο πρόσφατα ακόμη στην Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους.» Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος, ως διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.ά. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1746 αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπου στην ουσία υπάρχει μια μόνο εκδοχή για ένα επίδικο θέμα, ο τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας καθίσταται πολύ πιο δύσκολος και το έργο του δικαστηρίου πιο λεπτό απ' ότι στις συνήθεις περιπτώσεις. Στην υπόθεση Wynne v. Mavronicolas κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στον τρόπο που το δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει επίδικα θέματα για τα οποία υπάρχει μια μόνο εκδοχή. Στη σελ. 1145-6 της πιο πάνω απόφασης, αναφέρθηκε ότι:- "Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διϊστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084). Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. "» Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R.67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr. App. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τους ΜΕ1, 2, 3, και 4, εκ των οποίων του ΜΕ1 μέρος της μαρτυρίας του αποτέλεσε γραπτή δήλωση του και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, τη σαφήνεια τους, τη φιλαλήθεια και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και το γεγονός ότι ουσιαστικά ως προς την αξιοπιστία τους, πλην των πτυχών που σχετίζονται με το οφειλόμενο υπόλοιπο και τις συνέπειες της συμφωνίας ημερομηνίας 5.12.2016, όπως προκύπτουν από την αντεξέταση των ΜΕ1-4, όπως και κατά πόσον στάληκαν και παραλήφθηκαν οι επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού, Τεκμήρια 12 και 7, και όπως αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου των εναγομένων 1 και 2 και δη όσον αφορά την μαρτυρία του ΜΕ1 που αφορούσε το οφειλόμενο ποσό και τη συμμόρφωση ή μη με το άρθρο 22 του ΚΕΦ. 9, των ΜΕ3 και 4 σε σχέση με τις συνθήκες πριν και κατά την υπογραφή των συμφωνιών δανείου, εγγύησης και υποθηκών, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η υπόλοιπη μαρτυρία. Όσον αφορά τον ΜΕ1, κατά την αντεξέτασή του, όπως αυτή περιληπτικά αναφέρθηκε ανωτέρω, εξήγησε πως προκύπτει το οφειλόμενο ποσό, όπως αυτό περιορίστηκε από αυτόν κατά την εξέταση του, σε συνάρτηση με τις καταστάσεις λογαριασμού που ο ίδιος ετοίμασε σύμφωνα με το άρθρο 22 του ΚΕΦ.9 και το πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του ΚΕΦ.9, για την οποία εξήγηση δεν προσκομίστηκε αντίθετη μαρτυρία, ενώ αρνήθηκε ότι η ενάγουσα προέβη σε υπερχρεώσεις. Οι υποβολές δε που ακολούθησαν ότι η ενάγουσα δεν χρέωνε με το ορθό επιτόκιο και ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού είναι λανθασμένο και για το λόγο ότι τούτο αποτελεί προϊόν παράνομων χρεώσεων και λανθασμένο υπολογισμό τόκων, τις οποίες αρνήθηκε ο μάρτυρας και εξήγησε τις χρεώσεις που γίνονταν με βάση τη σύμβαση δανείου και τη σχετική νομοθεσία, Τεκμήρια 5 και 6, που αρχίζουν 31.7.2009 και 1.8.2009, αντίστοιχα, που ας σημειωθεί με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες αρχίζουν από τις 30.7.2009 και 18.8.2009, Τεκμήρια 13 και 14, αντίστοιχα, αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις πλην του τόκου, οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία που να καταδεικνύει τις θέσεις που υπέβαλε ο συνήγορος τους και το εσφαλμένο των ισχυρισμών του μάρτυρα. Απεναντίας, από την μαρτυρία του, στο βαθμό της γνώσης του περί τούτου, όπως την εξήγησε και απάντησε στις ερωτήσεις και υποβολές που έθεσε σε αυτόν η δικηγόρος των εναγομένων, διαφάνηκε η ορθότητα των ισχυρισμών του. Σε σχέση με τη μαρτυρία της ΜΕ2, αυτή εξήγησε πλήρως και με επάρκεια για την ύπαρξη στο Κτηματολόγιο των Υποθηκών Υ2868/2009 και Υ3075/2009 και την εγκυρότητα και ισχύ αυτών μέχρι σήμερα και κατέθεσε πιστά αντίγραφα αυτών ως Τεκμήρια 16 και 17, που καταδεικνύει ότι υφίστανται οι εν λόγω υποθήκες. Σε ότι αφορά την ΜΕ3, η μαρτυρία της, όπως προσεγγίστηκε από την συνήγορο Υπεράσπισης, διαπιστώνεται ότι αυτή εξήγησε με σαφή τρόπο την παρουσία της και την υπογραφή της ως μάρτυρας των υπογραφών των συμβαλλομένων μερών. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία της δεν κλονίσθηκε σε κανένα σημείο της, η οποία ήταν πλήρως επεξηγηματική και λεπτομερής ως προς αυτό το θέμα, χωρίς να αφήνεται καμιά αμφιβολία για την ορθότητα των όσων ανέφερε. Άλλωστε η Υπεράσπιση δεν προσκόμισε οιανδήποτε μαρτυρία που να είναι αντίθετη με όσα ανέφερε η μάρτυρας. Σημειώνεται ότι δεν υπήρχε αμφισβήτηση των υπογραφών των συμφωνιών. Πέραν του ότι δεν υποβλήθηκε ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα, όχι μόνο δεν προσκομίστηκε αντίθετη μαρτυρία, αλλά με βάση τη γραμμή αντεξέτασης και την αγόρευση των συνηγόρων των εναγομένων οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αντικατάσταση των επίδικων συμφωνιών με τη συμφωνία ημερομηνίας 5.12.2016, επιβεβαιώνεται η ύπαρξη εγκυρότητας και νομιμότητας των επίδικων στην παρούσα αγωγή συμφωνιών. Σε σχέση με τον ΜΕ4, αυτός ανέφερε ρητώς ότι υπογράφηκαν στην παρουσία του οι δυο συμβάσεις δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, και σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 9, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε άλλη γραπτή ή προφορική παράλληλη συμφωνία, η οποία αν υπήρχε θα ήταν σε γνώση του και αν ήταν γραπτή θα ήταν στο φάκελο που διατηρεί η ενάγουσα. Κρίνω ότι οι ΜΕ1-4 ήταν σαφείς, ειλικρινείς, ευθείς και μάρτυρες της αλήθειας οι οποίοι δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις. Ως εκ των πιο πάνω οι ΜΕ1, 2, 3 και 4 κρίνονται αξιόπιστοι σε όλη την έκταση της μαρτυρίας τους. Διευκρινίζεται και εξηγείται ότι είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα η κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα από τη βαρύτητα της μαρτυρίας του μάρτυρα και το βάρος απόδειξης, βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Νέστορος Χ"Νέστωρος
(1990)1 ΑΑΔ 4, Pissis Limited v. La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση 135/2010, ημερ. 30.9.2015. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η ενάγουσα είναι τράπεζα η οποία ασκούσε και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Στα πλαίσια των εργασιών της, δυνάμει δύο γραπτών συμβάσεων δανείου ημερομηνίας 31.7.2009 και 20.8.2009, Τεκμήρια 1 και 3, αντίστοιχα, τις οποίες υπέγραψε ο εναγόμενος 2, ως διευθυντής, για την εναγόμενη 1, παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις μέχρι €213.000 και €42.000, αντίστοιχα σε αυτή, αφού ο εναγόμενος 2 υπέγραψε γραπτή σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 9, ημερομηνίας 20.8.2009, ενώ η εναγόμενη 1 για επιπρόσθετη εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων της προς την ενάγουσα παραχώρησε δυο υποθήκες ημερομηνίας 13.8.2009 και 31.8.2009 ήτοι την ΥXXXXX/2009 και ΥXXXXX/2009, Τεκμήρια 16 και 17, αντίστοιχα. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, όσον αφορά το εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την εναγόμενη 1, δυνάμει σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 9, ουδέποτε υπεβλήθη από τη δικηγόρο των εναγομένων 1 και 2 ότι δεν ήταν η υπογραφή του στη σύμβαση εγγύησης, η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση και επίσης η ΜΕ3 ανέφερε στη μαρτυρία της ότι η ίδια προσωπικά ήταν μάρτυρας των υπογραφών της συμφωνίας δανείου, Τεκμήριο 3, και της συμφωνίας εγγύησης, Τεκμήριο 9, όπως επίσης ανέφερε και ο ΜΕ4 ότι αυτές και η συμφωνία, Τεκμήριο 1 υπογράφηκαν στην παρουσία του. Επειδή οι εναγόμενοι 1 και 3 δεν τήρησαν τον όρο 2 που προβλέπεται στις δύο συμβάσεις δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, η ενάγουσα, αφού έστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 26.11.2010 προς τους εναγομένους 1 και 2, Τεκμήριο 12, τερμάτισε αυτές με επιστολή ημερομηνίας 18.4.2011, Τεκμήριο 7, προς τους εναγόμενους 1 και 2 και ακολούθως επειδή οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν εξόφλησαν την οφειλή τους προς την ενάγουσα, κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τις καταστάσεις του λογαριασμού, Τεκμήρια 5 και 6, τα χρεωστικά οφειλόμενα ποσά στις 31.12.2011 ανήρχοντο στις €266.855,06 και €52.918,27, αντίστοιχα, ενώ με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 13 και 14, την ίδια ημερομηνία, 31.12.2011, ανήρχοντο στις €257.440,07 και €50.763,74, αντίστοιχα. Η ενάγουσα με δήλωση του ΜΕ1 αξιώνει τα δύο τελευταία ποσά των αναδομημένων καταστάσεων, Τεκμήρια 13 και 14, με τόκο 9,82% και 9,839%, αντίστοιχα επί των δύο ποσών, από την 1.1.2012 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η ενάγουσα προέβη σε καθορισμό του επιτοκίου με την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 18.4.2011, Τεκμήριο 7, σε 14%. Τόκο τον οποίο περιόρισε ως ανωτέρω αναφέρεται. Οι εναγόμενοι μετά την έγερση της αγωγής ουδέν ποσό κατέβαλαν μέχρι σήμερα. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως αυτοί εμφαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, τις Εκθέσεις Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του εναγόμενου 2 και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση και τις θέσεις τους που προωθήθηκαν με την γραμμή που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και τις εισηγήσεις όπως αυτές εκφράστηκαν με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΞΙΩΣΗΣ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΔΑΝΕΙΟΥ Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 843, αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης οι οποίοι αντικρούονται στην υπεράσπιση δεν αποδεικνύονται από το γεγονός και μόνο της μη αντεξέτασης μάρτυρα, ο οποίος στη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σ' αυτούς. Είναι αναγκαία και η θετική μαρτυρία του διάδικου, ο οποίος προέβηκε στους εν λόγω ισχυρισμούς στα δικόγραφα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση οι συνθήκες υπό τις οποίες καταρτίστηκαν οι δύο συμβάσεις δανείου, η σύμβαση εγγύησης και οι υποθήκες, με αναφορά στο παράνομο τρόπο, (δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα ο εναγόμενος 2) κατά τον ισχυρισμό της υπεράσπισης, της υπογραφής τους. ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Όσον αφορά τις συνθήκες κατάρτισης των δύο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, καταδεικνύεται από τη μαρτυρία του ΜΕ4 και τα Τεκμήρια 2 και 4 ότι υπήρξε συζήτηση με τον εναγόμενο 2 για δανειοδότηση της εναγόμενης 1 πριν τις δυο ημερομηνίες κατά τις οποίες υπογράφηκαν οι δύο συμβάσεις δανείου και επίσης από τα ίδια τα Τεκμήρια 1 και 3, ημερομηνίας 31.7.2009 και 20.8.2009, αντίστοιχα, φαίνονται ξεκάθαρα οι όροι υπό τους οποίους θα παραχωρούντο τα δάνεια, όπως το ποσό, η δόση, ο χρόνος αποπληρωμής, το επιτόκιο και όσον αφορά τις εξασφαλίσεις οι υποθήκες και η προσωπική εγγύηση του εναγόμενου 2, σύμφωνα με τη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 20.8.2009, Τεκμήριο 9, και υποθηκών, Τεκμήρια 16 και
- Με την αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΕ4, που ας σημειωθεί οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οιανδήποτε αντίθετη μαρτυρία, δεν μπορεί να βρει έρεισμα ο ισχυρισμός στην έκθεση υπεράσπισης και η προώθηση του με την αγόρευση των δικηγόρων τους, ότι παράλληλα συμφωνήθηκε, προφορικά ότι η ενάγουσα θα χορηγούσε δάνειο σε αγοραστές - πελάτες της εναγόμενης 1 το 80% της αξίας της αγοράς του ακινήτου και το άλλο 20% θα καταβάλλετο από τους αγοραστές - πελάτες της εναγόμενης
- Ο ΜΕ4 εξήγησε με σαφήνεια και επάρκεια ότι ποτέ δεν έγινε τέτοια προφορική συμφωνία, εξηγώντας μάλιστα ότι ως οι οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας οι τράπεζες μπορούσαν να δανειοδοτήσουν τέτοιες περιπτώσεις μέχρι 70% της αξίας της αγοράς του ακινήτου. Βέβαια ο ισχυρισμός αυτός τέθηκε στην έκθεση υπεράσπισης για να καταδείξει ότι ο λόγος που δεν κατέστη δυνατό από την εναγόμενη 1 να πληρώσει τις δόσεις προς την ενάγουσα ήταν η άρνηση της ενάγουσας να χορηγήσει δάνεια στους αγοραστές - πελάτες της στο ποσοστό 80% της αξίας της αγοράς του ακινήτου από την εναγόμενη 1, και ως εκ τουτου την ευθύνη γι΄ αυτή την αδυναμία της εναγόμενης 1 να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς την ενάγουσα ευθύνεται η ίδια η ενάγουσα. Όμως αυτή η θέση εκθεμελιώθηκε από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ4 ότι ουδέποτε απευθύνθηκε οιοσδήποτε πελάτης της εναγόμενης 1 στην ενάγουσα για δάνειο και απερρίφθη η αίτηση δανείου του, στην οποία δεν υπήρχε αντίλογος από άλλη μαρτυρία. Συνεπώς δεν μπορεί να έχει αντίκρισμα η πιο πάνω θέση και εισήγηση της δικηγόρου των εναγομένων και απορρίπτεται. Επίσης, δεν μπορεί να ευσταθήσει η θέση και η εισήγηση των συνηγόρων υπεράσπισης για μη γνώση ή ενημέρωση του περιεχομένου των δυο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, αν αυτό εννοείται ως άλλη θέση της υπεράσπισης και ως εκ τούτου ουδέν μεμπτό εκ μέρους της ενάγουσας όσον αφορά τις συνθήκες κατάρτισης αλλά και τις συνθήκες πριν την υπογραφή των δύο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 1 και
- Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ 2 ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ 1 Σε σχέση με την υπογραφή των δύο συμβάσεων δανείου ημερομηνίας 31.7.2009 και 20.8.2009, Τεκμήρια 1 και 3, από τον εναγόμενο 2 για την εναγόμενη 1, αν και ουσιαστικά δεν αμφισβητείται η υπογραφή τους από τον εναγόμενο 2, ο ΜΕ4 ήταν σαφής, κάθετος και κατηγορηματικός ότι υπεγράφησαν στην παρουσία του και σε σχέση με τη συμφωνία, Τεκμήριο 3, το ίδιο σαφής και κατηγορηματική ήταν και η ΜΕ3, ότι αυτή υπογράφηκε στην παρουσία της και μετά υπέγραψε αυτή ως μάρτυρας της υπογραφής των συμβαλλομένων και/ή των ατόμων που υπέγραψαν γι΄ αυτούς. Σημειώνεται ότι όλες οι συμφωνίες, ήτοι Τεκμήρια 1, 3 και 9, πλην των υποθηκών, Τεκμήρια 10 και 11 που είναι ίδια με τα Τεκμήρια 16 και 17, οι οποίες υπογράφηκαν από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο που ομιλεί την ελληνική, ως εξάγεται από τα έγγραφα υποθήκης, Τεκμήρια 16 και 17, είναι συνταγμένες στην αγγλική γλώσσα και ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος 2 δεν γνωρίζει ελληνικά δεν έχει οποιαδήποτε σημασία ακόμη και αν ήταν αλήθεια ο ισχυρισμός αυτός, που δεν είναι, ως η μαρτυρία του ΜΕ
- Επίσης οι επιστολές, Τεκμήρια 2 και 4, είναι στην αγγλική γλώσσα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού Τεκμήρια 12 και 7, αντίστοιχα. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι ο εναγόμενος 2 για την εναγόμενη 1 που υπέγραψε τις δύο συμβάσεις δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, γνωρίζοντας τι υπέγραφε. Κατά συνέπεια έχει αποδειχθεί η εγκυρότητα των δύο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, ήτοι το στοιχείο Α, από τα τέσσερα (Α-Δ) στοιχεία που πρέπει να αποδείξει η ενάγουσα, για να αποδείξει την αξίωσή της. ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΟΡΟΥ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Στην υπόθεση Παπαγεωργίου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 961 λέχθηκε ότι «η παράλειψη καταβολής των προβλεπόμενων από σύμβαση ενοικιαγοράς ενοικιαστικών δόσεων παρέχει, αφ΄ εαυτής, έρεισμα για την καταγγελία της, επαγόμενη τον τερματισμό της, εφόσον παρέχεται τέτοιο δικαίωμα από τις πρόνοιες της.» Η παράβαση του όρου 2 των δύο συμβάσεων δανείου ημερομηνίας 31.7.2009 και 20.8.2009, Τεκμήρια 1 και 3, επήλθε επειδή, όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 5 και 6, που είναι οι καταστάσεις λογαριασμών των δύο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, αντίστοιχα, δεν έγινε οιαδήποτε πληρωμή κατά παράβαση συγκεκριμένου όρου των δύο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, δηλαδή δεν κατέβαλλε την προβλεπόμενη και συμφωνημένη δόση, γεγονός που έδινε το απόλυτο δικαίωμα στην ενάγουσα να καταστήσει απαιτητό και πληρωτέο ολόκληρο το ποσό των δυο οφειλών με τους τόκους και τα διάφορα άλλα έξοδα. Συνεπώς έχει αποδειχθεί και το στοιχείο Β, από τα, ως άνω, τέσσερα στοιχεία Α-Δ. Ο ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Σε σχέση με τον τερματισμό της σύμβασης δανείου, η Υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η αποστολή και παραλαβή των επιστολών ειδοποίησης και προειδοποίησης τερματισμού, Τεκμήριο 12 και τερματισμού, Τεκμήριο 7, αφού δεν παρουσιάστηκε, θετική και ικανοποιητική μαρτυρία προς τούτο. Σύμφωνα με τους όρους 6 και 10 των συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να τερματίσει τις συμβάσεις δανείου και να απαιτήσει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. Συγκεκριμένα στον όρο 6 των δυο συμβάσεων δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, προνοείται: «If the Customer fails to pay the loan or any part thereof when the Bank so demands, all amounts, including interest charges, commission and other costs and expenses, shall become due and payable immediately and said amounts shall as from the date of demand bear interest on arrears and the Bank shall have the right to proceed by legal proceedings or otherwise against the Customer for the recovery of said amounts including any legal or other costs and expenses.» Ως εκ των πιο πάνω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ενάγουσα, η οποία είχε το δικαίωμα να τερματίσει τους λογαριασμούς των συμβάσεων δανείου, για να δικαιούταν να προχωρήσει σε αγωγή έπρεπε, όπως και ορθώς έπραξε, ως διεφάνη, ως άνω, να ζητήσει και ζήτησε δια των ως άνω επιστολών, Τεκμήριο 7, από τους Εναγόμενους 1 και 2 να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό. Η παράλειψη δε των Εναγομένων να προβούν σε εξόφληση των χρεών, έδωσε το δικαίωμα στην ενάγουσα να απαιτήσει τούτα δικαστικώς. ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΔΥΟ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Είναι γεγονός ότι ο ΜΕ4 δεν είπε ότι αυτός ετοίμασε και απέστειλε τις επιστολές Τεκμήρια 12 και 7, αλλά είπε ότι αυτές ετοιμάστηκαν και στάληκαν από το τμήμα του στη διεύθυνση που είναι καταχωρημένη στο σύστημα της ενάγουσας κατόπιν οδηγιών του πελάτη. Δεν εντόπισε οτιδήποτε στο φάκελο που διατηρεί η Ενάγουσα που να καταδεικνύει ότι επιστράφηκαν. Κάτι που θεώρησε ότι έγινε και σε αυτήν την περίπτωση, δηλαδή δεν επιστράφηκαν πίσω οι επιστολές. Η μαρτυρία για την αποστολή τόσο των ειδοποιήσεων και/ή προειδοποιητικών επιστολών, Τεκμήριο 12, όσο και των επιστολών τερματισμού των δύο συμβάσεων δανείου, Τεκμήριο 7 είναι εξ ακοής μαρτυρία αφού αυτές κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 ως υπάλληλος της ενάγουσας, ο οποίος χειρίζεται και έχει στην κατοχή του το φάκελο της εναγομένης 1 γι΄ αυτές τις συμβάσεις δανείου, Τεκμήρια 1 και 3 και οτιδήποτε άλλο έγγραφο ή συμφωνία σχετίζεται με αυτές, μεταξύ των οποίων και τα Τεκμήρια 12 και 7. Ήταν υπό αυτή την ιδιότητα που κατατέθηκαν τα εν λόγω Τεκμήρια από τον ΜΕ1 και όχι βέβαια ως ο συντάξας και ο αποστολέας αυτών ή κάτω από τις οδηγίες του. Όμως ο ΜΕ4 αναγνώρισε ότι αυτές οι επιστολές, Τεκμήρια 12 και 7 ετοιμάστηκαν και αποστάληκαν από το τμήμα του και ανέφερε ότι δεν εντόπισε οτιδήποτε στο φάκελο της εναγόμενης 1, όταν ήταν σε αυτό το τμήμα, ήτοι μέχρι το 2013, που διατηρεί η ενάγουσα που να δεικνύει ότι επιστράφηκαν. Το ίδιο ανέφερε και ο ΜΕ1, ότι δηλαδή δεν εντόπισε οτιδήποτε στο φάκελο που διατηρεί η ενάγουσα για την εναγόμενη 1 που να δεικνύει ότι επιστράφηκαν. Έχοντας κατά νου το άρθρο 27
(1)και
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ. 9 και τη σχετική νομολογία, όπως την υπόθεση Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A232, Πολ. Έφ. Αρ. 294/12 ημερομηνίας 18.6.2019 και δη το γεγονός ότι οι επιστολές αυτές, ήτοι τα Τεκμήρια 12 και 7, αποτελούν μέρος του φακέλου της ενάγουσας που διατηρεί για την εναγόμενη 1, όπως παρόμοιο φάκελο διατηρεί και για κάθε πελάτη της, ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι η ενάγουσα διατηρεί φάκελο για την εναγόμενη 1, ότι η διεύθυνση που καταγράφηκε στο σύστημα της ενάγουσας κατόπιν οδηγιών της εναγόμενης 1, όπως φαίνεται στη σελίδα 15 του Τεκμηρίου 18 και τέλος ότι ουδέποτε υποβλήθηκε ότι πρόκειται για μια κατασκευασμένη μαρτυρία, αλλά ούτε και διαφάνηκε με οιονδήποτε τρόπο να είναι τέτοια, ως εκ των υστέρων σκέψη, καθώς και την υπόθεση Παπαχριστοδούλου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση αρ. 263/2010 ημερομηνίας 5.5.2015, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο τελευταίος λόγος έφεσης αφορά στα τεκ. 3-7, τα οποία παρουσιάστηκαν από τη Μ.Ε.1 η οποία ανέφερε ότι είναι στην Υπηρεσία των εναγόντων-εφεσιβλήτων, στο Τμήμα Εισπράξεως Χρεών, και τα είχε στην κατοχή της. Το τεκ. 3 είναι η αίτηση ημερ. 29.4.2002 για παραχώρηση πιστωτικής κάρτας, το τεκ. 4 είναι αναλυτική κατάσταση της κίνησης του λογαριασμού της εφεσείουσας, το τεκ. 5 είναι αντίγραφο επιστολής των εφεσιβλήτων ημερ. 13.8.2004 με την οποίαν οι εφεσίβλητοι ενημέρωναν την εφεσείουσα για το τότε ισχύον χρεωστικό επιτόκιο (που δεν έχει σημασία εφόσον τελικά η απαίτηση των εφεσιβλήτων περιορίστηκε μόνο σε νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης). Το τεκ. 6 είναι επιστολή των εφεσιβλήτων ημερ. 8.9.2004 με την οποίαν ζητούσαν από την εφεσείουσα την πλήρη εξόφληση του λογαριασμού και το τεκ. 7 είναι επιστολή ημερ. 9.3.2005 με την οποίαν επίσης καλούσαν την εφεσείουσα να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της κάρτας της. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην παρουσίαση εκ μέρους της Μ.Ε.1 των προαναφερόμενων τεκμηρίων αλλά ούτε και υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην απόδοση βαρύτητας εκ μέρους του πρωτόδικου δικαστηρίου στα προαναφερόμενα έγγραφα, δεδομένου ότι η εφεσείουσα ούτε τα αμφισβήτησε, ούτε τα αντέκρουσε με οποιαδήποτε μαρτυρία. Η παρουσίαση εξ ακοής μαρτυρίας είναι επιτρεπτή σύμφωνα με το νόμο και σ΄ αυτήν αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα από το δικαστήριο, σύμφωνα με κριτήρια που καθορίζει, όχι εξαντλητικά, ο νόμος. Δεν βρίσκουμε ούτε σ΄ αυτό το λόγο έφεσης οποιαδήποτε αιτία για επέμβαση του Εφετείου.», όπως και τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 4, αποδέχομαι ότι οι επιστολές Τεκμήρια 12 και 7 αποστάληκαν στους εναγομένους 1 και 2 στις αναφερθείσες διευθύνσεις, οι οποίες διευθύνσεις είναι αυτές που καταγράφονται στη σελίδα 15 του Τεκμηρίου 18 και αποτελούν την τελευταία γνωστή διεύθυνση που μπορούσε να αποσταλούν οι επιστολές με βάση τον όρο 10 των Τεκμηρίων 1 και 3 και του Τεκμηρίου 9. ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι επιστολές αυτές επιστράφηκαν. Η μη επιστροφή των επιστολών συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα που απευθύνονταν, βλ. Latifundia Properties Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059. Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκαν αντιστρέφεται και είναι οι Εναγόμενοι, που επικαλούνται τη μη παραλαβή τους που πρέπει πλέον να αποδείξουν ότι δεν έλαβαν την επιστολή, πράγμα που δεν συνέβη εδώ. Ως εκ των πιο πάνω έχει αποδειχθεί και το στοιχείο Γ από τα τέσσερα στοιχεία Α-Δ. ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΑ ΠΟΣΑ Το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται είναι το στοιχείο (Δ), δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερ. 17.10.2014, λέχθηκε ότι η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Από τη στιγμή που έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΕ1 και οι εναγόμενοι δεν παρουσίασαν μαρτυρία για να καταδείξουν ότι δεν είναι ορθά τα ποσά ή ότι είναι μικρότερα ή άλλως πως, από αυτά που εμφαίνονται στις αναδομημένες καταστάσεις, Τεκμήρια 13 και 14, οι οποίες αποτελούν μέρος των βιβλίων της ενάγουσας που βασίστηκαν στις καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήρια 5 και 6, τα οποία κατατέθηκαν με βάση το πιστοποιητικό, Τεκμήριο 8, δυνάμει του άρθρου 35
(3)του ΚΕΦ.9, που παρουσίασε η ενάγουσα, έχει αποδειχθεί ότι τα οφειλόμενα ποσά είναι αυτά που καταγράφονται στα Τεκμήρια 13 και
- Ως εκ τούτου έχει αποδειχθεί και το στοιχείο Δ από τα τέσσερα στοιχεία Α-Δ. Συνεπώς ως εκ των πιο πάνω η Ενάγουσα απέδειξε τα οφειλόμενα ποσά προ αυτήν από τους Εναγόμενους 1 και
- Οτιδήποτε αναφέρθηκε ή σχετίζεται με καταχρηστικές ρήτρες που αφορούν αυτή την πτυχή, πέραν του ότι εφαρμόζονται όπου ο δανειολήπτης είναι εταιρεία, δεν έχουν πλέον βάση για εξέταση. Επίσης σίγουρα αυτές δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακύρωση των δύο συμβάσεων δανείου, έστω και αν ίσχυαν, που δεν ισχύουν. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη 1 υπέγραψε τις συμφωνίες δανείου κατόπιν πιέσεων και/ή εξαναγκασμού και/ή υπό περιστάσεις που υπάγονται σε εξαναγκασμό και/ή παραπληροφόρησης γι΄ αυτές, θα εξεταστεί στο μέρος που αφορά αυτό τον ισχυρισμό και για τον εναγόμενο 2 στη συνέχεια. ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΓΓΥΗΣΗΣ Πρώτα από όλα να λεχθεί ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο Εναγόμενος 2 ενημερώθηκε με επιστολή, Τεκμήριο 7, για τον τερματισμό των δύο συμβάσεων δανείου και των λογαριασμών που διατηρούντο γι΄ αυτό τον σκοπό, ως ανωτέρω εξηγήθηκε, αν και δεν υπήρχε τέτοια υποχρέωση, σύμφωνα με τον όρο 8 της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο
- Η υποχρέωση για ειδοποίηση υφίσταται όταν προβλέπεται στη σύμβαση εγγύησης ή στη σύμβαση υποθήκης, βλ. υπόθεση Lombard, ανωτέρω. ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΗ Ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι δεν του δόθηκε από την ενάγουσα το δικαίωμα για ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο
- Στην υπόθεση Alpha Bank v. Στεφάνου
(2003)1 ΑΑΔ 1101 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι δεν έτυχε νομικής συμβουλής ούτε της εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι που αναλάμβανε κατά το χρόνο της υπογραφής των εγγράφων, εξετάστηκε πρωτοδίκως με αναφορά στις αρχές του δικαίου της επιείκειας που το Δικαστήριο θεώρησε ότι κατ' ουσίαν επικαλέστηκε η εφεσίβλητη. Κρίθηκε πως όταν μια τράπεζα ή πιστωτικός οργανισμός ζητά εγγύηση από κάποιο πρόσωπο σε μη εμπορική υπόθεση (non commercial case), η εν λόγω τράπεζα κλπ τίθεται ταυτόχρονα σε εγρήγορση (put on inquiry) και έχει υποχρέωση δυνάμει του δικαίου της επιείκειας να προειδοποιήσει και να προστατεύσει τα συμφέροντα του εγγυητή όπου η σχέση του με τον πρωτοφειλέτη δεν είναι εμπορική. Βλ. Royal Bank of Scotland v. Etridge (No. 2) [2001] 4 All E.R. 440, Barclays Bank PLC v. O' Brian [1993] 4 All ER 417 και Credit Lyonnais Bank Netherland NV v. Burch [1997] 1 All E.R. 144.» Στην υπόθεση Μαυροσκούφη ν. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολιτική Έφεση 352/2008 ημερ. 16.4.2014 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση στην οποία αναφέρθηκε ότι από τη στιγμή που η εφεσίβλητη είχε δώσει στην εφεσείουσα αντίγραφα των εγγυήσεων για να τα μελετήσει πριν υπογράψει, δεν είχε υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι είχε λάβει και ανεξάρτητη νομική συμβουλή ως προς τις συνέπειες της υπογραφής της με παραπομπή στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Φυλάξεως ν. Πουλλά κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 951 και Κούντουρου ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ
(2008)1 ΑΑΔ
- Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Διονυσίου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ ECLI:CY:AD:2019:A241, Πολιτική Έφεση αρ. 450/2012 και 452/2012 ημερ. 26.6.
- Η υπό κρίση περίπτωση διαφέρει από την ως άνω υπόθεση Alpha Bank Ltd πρώτο γιατί η ενάγουσα, διά των ΜΕ 3 και 4, αρνήθηκε ότι δεν δόθηκε το δικαίωμα στον εναγόμενο 2 για ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 9, αφού ουδέποτε ο εναγόμενος 2 ζήτησε κάτι τέτοιο και του το αποστέρησαν και δεύτερο είχε το χρόνο, αν επιθυμούσε, να ζητήσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή από δικηγόρο της επιλογής του. Επομένως η θέση αυτή του εναγόμενου 2 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ισχύουν και για τις δύο συμβάσεις δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, αφού ο εναγόμενος 2 διαπραγματεύθηκε αυτές με τον ΜΕ4 και είχε το χρόνο, αν ήθελε, να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΕΓΙΝΑΝ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ. 149 Ότι απομένει, σε σχέση με την εγκυρότητα της σύμβασης εγγύησης, είναι η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι αυτή έγινε κατά παράβαση της νομοθεσίας που αναφέρθηκε ανωτέρω. Σε σχέση με τον περί Συμβάσεων Νόμο ΚΕΦ. 149 η σύμβαση εγγύησης διέπεται από το άρθρο 84 του ΚΕΦ.
- Στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 18, παρ. 767 δίνεται ο ορισμός της σύμβασης εγγύησης ως "Εγγύηση είναι μια παρεπόμενη σύμβαση με την οποία ο εγγυητής αναλαμβάνει να καταστεί υπόλογος έναντι του πιστωτή για την οφειλή, παράλειψη ή απώλεια άλλου προσώπου, του οποίου η πρωταρχική ευθύνη προς τον πιστωτή πρέπει να υπάρχει ή να αναμένεται". Στην υπόθεση Lakeman v. Mounstephen
(1874)L.R.7H.L.17 στις σελίδες 24 και 25 αναφέρεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει εγγύηση εκτός αν υπάρξει πρωτοφειλέτης, ο οποίος, όμως δύναται να καταστεί τέτοιος στην πορεία μιας συναλλαγής από ζητήματα Ex Post Lacto, αλλά μέχρις ότου υπάρξει πρωτοφειλέτης δεν μπορεί να υπάρξει εγγύηση. Αν και παρεπόμενη, έχει τη δική της αυτοτέλεια η σύμβαση εγγύησης, αλλά επηρεάζεται άμεσα από την κύρια σύμβαση μεταξύ του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη και ως εκ τούτου π.χ. αν η κύρια σύμβαση τερματιστεί, τερματίζεται και η σύμβαση εγγύησης, Stacey v. Hill
(1901)1 Κ.Β. 660, C.A.P. Morris & Sons Ltd v. Jeffreeys
(1932)148 L.T. 56, Re Lennard, Lennard's Trustee v. Lennard
(1934)Ch. 235, σελ. 242, 243, Re Moss, Ex Parte Halled
(1905)2 K.B. 307, Hastings Corporation v. Leuton
(1908)1 KB
- Η σύμβαση εγγύησης προϋποθέτει έγκυρη οφειλή, γι΄ αυτό ο πιστωτής δεν μπορεί να στηριχτεί στη σύμβαση εγγύησης εναντίον του εγγυητή όταν η κύρια σύμβαση με τον πρωτοφειλέτη είναι άκυρη, αφού δεν μπορεί να εγγυηθεί οφειλή άκυρη ή παράνομη. Ως προς τους άλλους ισχυρισμούς για εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, δόλος, πλάνη, απόκρυψη και οικονομικό εξαναγκασμό, χρήζουν αναφοράς οι σχετικοί, με τις πιο πάνω θέσεις, ορισμοί, όπως προνοούνται στον περί Συμβάσεων Νόμο, ΚΕΦ.
- Ορισμός "συναίνεσης"
- Δύο οι περισσότεροι θεωρούνται ότι συναινούν, όταν συμφωνούν για το ίδιο πράγμα με την ίδια έννοια. Ορισμός "ελεύθερης συναίνεσης"
- Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη, όταν δεν προκαλείται με- (α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15~ ή (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16~ ή (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17~ ή (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18~ ή (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
- Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης. Ορισμός "εξαναγκασμού" 15.-
(1)"Εξαναγκασμός" είναι η διάπραξη ή η απειλή διάπραξης πράξης απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα ή από τροποποίηση του, ή η παράνομη κατακράτηση, ή η απειλή κατακράτησης, περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου, η οποία γίνεται με πρόθεση να αναγκαστεί άλλος να συνάψει συμφωνία.
(2)Είναι αδιάφορο κατά πόσο ο Ποινικός Κώδικας ή οποιαδήποτε τροποποίηση του, είναι σε ισχύ ή όχι στον τόπο όπου ασκείται ο εξαναγκασμός. Ορισμός "ψυχικής πίεσης" 16.-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου. Ορισμός "απάτης" 17.-
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~ (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. Ορισμός "ψευδούς παράστασης" 18. "Ψευδής παράσταση" περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές~ (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού~ (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής. Ακυρώσιμο συμφωνιών που συνάπτονται χωρίς ελεύθερη συναίνεση 19.-
(1)Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Ο συμβαλλόμενος, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία απάτης ή ψευδούς παράστασης, δύναται αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να εμμείνει στην εκπλήρωση της σύμβασης και να αποκατασταθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν οι παραστάσεις που έγιναν ήταν αληθείς.
(3)Αν η συναίνεση αυτή παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής, που συνιστά απάτη εντός της έννοιας του άρθρου 17, η σύμβαση, παρόλα αυτά, δεν είναι ακυρώσιμη, αν το μέρος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια.
(4)Απάτη ή ψευδής παράσταση η οποία δεν προκάλεσε τη συναίνεση προς σύναψη σύμβασης του μέρους επί του οποίου ασκήθηκε η απάτη, ή στο οποίο έγινε η ψευδής παράσταση, δεν καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη. Εξουσία ακύρωσης σύμβασης που συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης 20.-
(1)Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Η σύμβαση αυτή δύναται να ακυρωθεί είτε απόλυτα είτε, αν το μέρος που δικαιούται σε ακύρωση αποκόμισε δυνάμει αυτής οποιοδήποτε όφελος, με τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο να επιβάλει. Συμφωνία καθίσταται άκυρη αν και τα δύο μέρη τελούν σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. Συνέπειες νομικής πλάνης 21.-
(1)Αν και τα δύο μέρη της συμφωνίας τελούν σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός, ουσιώδες στη συμφωνία, η συμφωνία είναι άκυρη. Πεπλανημένη αντίληψη αναφορικά με την αξία του αντικειμένου της συμφωνίας, δεν θεωρείται ως πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός.
(2)Η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη επειδή συνάφθηκε συνεπεία πλάνης αναφορικά με οποιοδήποτε νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία~ πλάνη όμως για νόμο που δεν ισχύει στη Δημοκρατία επιφέρει τις ίδιες συνέπειες, όπως και η πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. Σύμβαση που συνάφθηκε συνεπεία πλάνης ενός από τους συμβαλλόμενους για πραγματικό γεγονός 22. Η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη από μόνο το λόγο ότι συνάφθηκε από ένα από τους συμβαλλόμενους ο οποίος τελούσε σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΟΣ - ΨΥΧΙΚΗ ΠΙΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΗΣ Οι εναγόμενοι 1 και 2 προβάλλουν, όπως αναφέρεται πιο πάνω, με την υπεράσπιση τους, ότι η υπογραφή των Τεκμηρίων 1, 3 και 9 επήλθε κατόπιν εξαναγκασμού και/ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε αυτά. Ο εναγόμενος 2, όπως αναφέρεται πιο πάνω, με την υπεράσπιση του, μεταξύ άλλων, προβάλλει ότι η υπογραφή του Τεκμηρίου 9 αλλά και των Τεκμηρίων 1 και 3, επιτεύχθηκε συνέπεια εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Ο εξαναγκασμός σύμφωνα με το άρθρο 15 του ΚΕΦ. 149 προϋποθέτει την ύπαρξη πρόθεσης να εξαναγκαστεί άλλος να συνάψει σύμβαση υπό την απειλή της διάπραξης μίας πράξης που συνιστά ποινικό αδίκημα ή παράνομη κατακράτηση περιουσιακού στοιχείου. Η ψυχική πίεση βάσει του άρθρου 16 του ΚΕΦ. 149 αφορά σε μια σχέση επιρροής η οποία ασκείται πάνω στη βούληση του αντισυμβαλλόμενου, η οποία του στερεί την πραγματική ελευθερία απόφασης. Η επίκληση νόμιμων μέτρων, έστω και υπό τη μορφή άμεσης απειλής, σε αντιδιαστολή προς μία άνομη απειλή, δεν συνιστά κατ΄ αρχήν εξαναγκασμό, αλλά, κατ΄ εξαίρεση, όταν από το σύνολο των περιστάσεων κρίνεται παράλογη (R. ν. Attorney General). Στην Αρέστης Μιχαήλ Ιωάννου v. Άννας Ανδρέα Χαραλαμπίδου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 555 λέχθηκε ότι όταν δεν υφίσταται ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης βαραίνει το διάδικο που την επικαλείται. Όπως προνοείται στο άρθρο 20 του ΚΕΦ. 149, το οποίο καταγράφηκε ανωτέρω, αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, τότε η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ενώ σύμφωνα με το εδάφιο
(2)η σύμβαση αυτή δύναται να ακυρωθεί και εφόσον, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Eurohouse Finance Ltd v. Μιχαηλίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 721, αποδειχθεί ψυχική πίεση, οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση. Η έννοια του εξαναγκασμού και της ψυχικής πίεσης έτυχε πραγμάτευσης σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων είναι οι Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1102, Χαραλάμπους ν. Αριστοτέλους
(2001)1 ΑΑΔ 750, Μαρκίδου ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2069, Αντωνίου ν. Γεστάμη & Σία Λτδ. κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 1070, Δημητρίου ν. Κωνσταντινίδη
(2002)1 ΑΑΔ 1503, Σοφοκλέους ν. Κωνσταντίνου
(2003)1 ΑΑΔ 401]. Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1602, αναφέρονται τα ακόλουθα, σχετικά με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η ψυχική πίεση στην εγκυρότητα μας σύμβασης: «Εφόσον η εγκυρότητα μιας σύμβασης βασίζεται πάνω στη συγκατάθεση των συμβαλλομένων, προκύπτει ότι μια σύμβαση που είναι αποτέλεσμα βίας ή εξάσκησης ψυχικής πίεσης μπορεί να κηρυχθεί ως άκυρη. Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που το Κοινοδίκαιο με το περιορισμένο δόγμα της βίας (duress) και το Δίκαιο της Επιείκειας (με το δόγμα της ψυχικής πίεσης ή ανεπίτρεπτης επιρροής) (undue influence) έδωσαν το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο να ζητά την ακύρωση μιας συναλλαγής από την οποία ελλείπει το συστατικό στοιχείο της συγκατάθεσης. Πρέπει να τονιστεί ότι το δίκαιο της Επιείκειας δεν μπορεί να επιστρατευθεί για να διασώσει ένα πρόσωπο από τα επακόλουθα της αφροσύνης του, αλλά για να αποτρέψει τη θυματοποίηση του από τρίτα πρόσωπα. Δωρεές ή άλλες παρόμοιες συναλλαγές μπορούν να ακυρωθούν μόνο αν είναι το αποτέλεσμα εξάσκησης ψυχικής πίεσης ή αν είναι παράλογες. (Ιδε Snell's "Principles of Equity" 25th Edition, p.496).» ... ....«Συμβάσεις που μπορούν να κηρυχθούν άκυρες λόγω ψυχικής πίεσης διαιρούνται (ι) Σε περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο εξασκεί πραγματική ή προφανή εξουσία πάνω στο άλλο ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης απέναντι του ή (ιι) Σε περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο συμβάλλεται με ένα άλλο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.» Στην υπόθεση Δημητρίου κ.α. ν. Κωνσταντινίδη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1503 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δραττόμεθα της ευκαιρίας να παρατηρήσουμε ότι στην υπόθεση Σωκράτους ν. Τσιβιτανίδη, ανωτέρω, ίσως δίδεται η εσφαλμένη εντύπωση ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 16
(3)του Κεφ. 149, θα πρέπει πάντα σε περιπτώσεις όπου η σύμβαση είναι επαχθής να αποδεικνύεται ότι η εκχώρηση δεν ήταν αποτέλεσμα εξάσκησης ψυχικής πίεσης. Για να χρειάζεται απόδειξη του γεγονότος ότι ο δωρητής ενεργούσε ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επίδραση που προερχόταν από το πρόσωπο που θα αποκόμιζε το όφελος, με πλήρη επίγνωση των πράξεών του, θα πρέπει πρώτα να έχει αποδειχθεί η άλλη προϋπόθεση του άρθρου 16, ότι δηλαδή ο συμβαλλόμενος είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του αντισυμβαλλόμενου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντί του. Μόνο σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να παρουσιάζεται μαρτυρία ότι η δωρεά δεν ήταν αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης. Ο ορισμός της "ψυχικής πίεσης" δεν έχει καθοριστεί επακριβώς, αν και σε πολλές περιπτώσεις έχουν δοθεί κάποιες ερμηνείες (βλέπε για παράδειγμα Allcard v. Skinner, ανωτέρω και Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου, Π.Ε.9784, ημερ. 26.3.1998).» Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αριστοτέλους
(2001)1 Α.Α.Δ. 750 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η ψυχική πίεση μπορεί να προέλθει από μια εμπιστευτική ή εξαρτώμενη σχέση μεταξύ δύο προσώπων όπου η εμπιστευτικότητα ή η εξάρτηση του ενός θέτει το ένα πρόσωπο σε μια πλεονεκτική θέση να εξασκήσει μια επιρροή πάνω στον άλλο, που μπορεί να θεωρηθεί ως απόλυτα φυσική, αλλά ικανή για να χρησιμοποιηθεί άδικα (unfairly) κατά του άλλου.» Στην υπόθεση Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason και τώρα Ρίτσα Παπαδημητρίου, το γένος Κυριάκου Διάκου (από την Ιταλία) ν. 1. Αντώνη Αντωνίου και 2.Μαρούλας Αντωνίου, ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Έφεση 273/2010, ημερ. 8.4.2014, αναλύθηκε η έννοια της ψυχικής πίεσης σε συσχετισμό με το ειδικό αποδεικτικό βάρος με αναφορά στην Κεφάλας κ.α. ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 126, σελ. 1238-1239: «Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις. ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others
(1970)2 All E.R. 390. Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ΄ αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση.» Τα ίδια επαναλήφθηκαν στις υποθέσεις ΧΛΟΗ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΤΑΤΣΟΥ ν. ΑΧΜΕΤ ΧΙΛΜΗ κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:A201, Πολιτική Έφεση 300/2011, ημερομηνίας 31.5.2017, Χ"Aντώνη ν. Μιχαήλ κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A280, Πολιτική Έφεση 323/2009, ημερομηνίας 16.4.2014 και Σεργίδη ν. Χατζηπαύλου, Πολιτική Έφεση 317/2010, ημερομηνίας 16.5.2016, Φοίβος Ι. Χαραλάμπους ν. Παναγιώτη Κ. Αριστοτέλους
(2001)1 Α.Α.Δ. 750 και Ζαχαριάδη ν. Universal Life Insurance Co Ltd κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A145, Πολιτική Έφεση 144/2013, ημερομηνίας 16.4.2019. Στην υπόθεση Αρέστης Μιχαήλ Ιωάννου ν. Άννας Ανδρέα Χαραλαμπίδου
(1998)1 Α.Α.Δ. 555 αναφέρθηκαν τα εξής: «Σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω τοποθέτησης το δόγμα επεκτείνεται όχι μόνο στις περιπτώσεις εξαναγκασμού αλλά σε όλες τις περιπτώσεις όπου γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται και όπου προδίνεται η εμπιστοσύνη που εναποτίθεται (Βλ. Chitty on Contracts, πιο πάνω, παραγ. 7-024). Ο Cotton L.J. έχει προβεί στην πιο κάτω ταξινόμηση στην Allcard v. Skinner (πιο πάνω): "First, where the court has been satisfied that the gift was the result of influence expressly used by the donee for the purpose; second, where the relations between the donor and donee have at or shortly before the execution of the gift been such as to raise a presumption that the donee had influence over the donor. In such a case the court sets aside the voluntary gift, unless it is proved that in fact the gift was the spontaneous act of the donor acting under circumstances which enabled him to exercise an independent will and which justify the court in holding that the gift was the result of a free exercise of the donor's will. The first class of cases may be considered as depending on the principle that no one shall be allowed to retain any benefit arising from his own fraud or wrongful act. In the second class of cases the court interferes, not on the ground that any wrongful act has in fact been committed by the donee, but on the ground of public policy, and to prevent the relations which existed between the parties and the influence arising therefrom being abused." Σε ελληνική μετάφραση: "Πρώτον, όπου το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι η δωρεά ήταν το αποτέλεσμα πίεσης που είχε χρησιμοποιηθεί με άμεσο τρόπο από τον παραλήπτη της δωρεάς για το σκοπό. δεύτερο, όπου οι σχέσεις ανάμεσα στον δωρητή και τον παραλήπτη της δωρεάς ήταν, κατά τον χρόνο της δωρεάς ή λίγο πριν από τη δωρεά, τέτοιες έτσι που να εγείρουν τεκμήριο ότι ο παραλήπτης της δωρεάς είχε επιρροή πάνω στο δωρητή. Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο παραμερίζει τη θεληματική δωρεά εκτός αν αποδειχθεί ότι η δωρεά ήταν η αυθόρμητη πράξη του δωρητή ο οποίος ενεργούσε κάτω από περιστάσεις που του επέτρεπαν να ασκήσει ανεξάρτητη βούληση και οι οποίες δικαιολογούν το δικαστήριο στο να αποφασίσει ότι η δωρεά ήταν το αποτέλεσμα της άσκησης της ελεύθερης βούλησης του δωρητή. Η πρώτη κατηγορία υποθέσεων μπορεί να θεωρηθεί ότι βασίζεται πάνω στην αρχή ότι δεν θα επιτραπεί σε κανένα να κρατήσει οποιοδήποτε όφελος που πηγάζει από το δικό του δόλο ή παράνομη πράξη. Στη δεύτερη κατηγορία υποθέσεων το δικαστήριο επεμβαίνει όχι επειδή έχει διαπραχθεί οποιαδήποτε παράνομη πράξη αλλά για λόγους δημόσιας πολιτικής και για να αποτρέψει κατάχρηση των σχέσεων που υπήρχαν ανάμεσα στα μέρη και της επιρροής που πηγάζει από αυτές." Το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης. Όταν δεν υφίσταται ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη - η πρώτη περίπτωση - το βάρος απόδειξης ψυχικής πίεσης ανήκει στο διάδικο, ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή, να αποδείξει την ψυχική πίεση. Αυτό μπορεί να γίνει με το να καταδειχθεί ότι ο παραλήπτης της δωρεάς άσκησε πραγματικό εξαναγκασμό ή ότι ο τελευταίος άσκησε πάνω στο μυαλό του δωρητή τέτοιο βαθμό γενικής κυριαρχίας ή ελέγχου έτσι που να είχε υπονομευθεί ουσιωδώς η δυνατότητα να λάβει μια ανεξάρτητη απόφαση (Βλ. Chitty on Contracts, πιο πάνω, παραγ. 7-028). Στην δεύτερη περίπτωση όπου η πίεση τεκμαίρεται από κάποια σχέση ανάμεσα στα μέρη, το βάρος είναι πάνω στο διάδικο ο οποίος λαμβάνει το όφελος να αποδείξει ότι η δωρεά δεν έχει εξασφαλισθεί λόγω ψυχικής πίεσης (Βλ. Άρθρο 16
(3)του Κεφ. 149 και Allcard v. Skinner, πιο πάνω, σελ. 171, 181). Ο πιο συνηθισμένος τρόπος είναι να αποδείξει ότι ο δωρητής είχε λάβει κατάλληλη και ανεξάρτητη νομική συμβουλή (Βλ. Morley v. Loughnan [1893] 1 Ch. 736, 752).» ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΟΣ Επειδή αφήνεται να νοηθεί ότι υπήρχε και οικονομικός εξαναγκασμός θα εξετασθεί και αυτό το ζήτημα. Για να ισχυρισθεί κάποιος οικονομικό εξαναγκασμό πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένες περιστάσεις, δηλαδή την εξασφάλιση της συναίνεσης του άλλου μέρους με μη νόμιμη οικονομική πίεση, τέτοιας μορφής που να μην αφήνεται περιθώριο παρά να συμβληθεί χωρίς την ελεύθερη βούλησή του, ως εξηγείται στις υποθέσεις Barton v. Armstrong
(1978)A.C. 104, Universe Tankships of Monrovia v. International Transport Workers Federation
(1983)1 A.C. 366, Κούτας ν. Δήμος Λευκωσίας
(1989)1 Ε ΑΑΔ 516 και Το Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» ν. Σιδηρόπουλος
(1998)1Β ΑΑΔ
- Στο Σύγγραμμα του κ. Πολυβίου Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Τόμος Α, σελ. 288: «Υπό το πιο πάνω πρίσμα, φαίνεται ότι το κεντρικό στοιχείο σε υποθέσεις οικονομικού εξαναγκασμού δεν είναι η απουσία ελεύθερης βούλησης εκ μέρους του ενός συμβαλλομένου αλλά τα μέσα συμπεριλαμβανομένης της πίεσης που έχει χρησιμοποιήσει ο άλλος συμβαλλόμενος. Υπάρχουν περιπτώσεις που το ένα μέρος, λόγω των οικονομικών του συνθηκών, δεν έχει πραγματική επιλογή από τη σύναψη κάποιας συμφωνίας. Αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί ότι η πίεση που χρησιμοποίησε το άλλο μέρος ήταν αθέμιτη. Όπως σημείωσαν οι Δικαστές Wilberforce και Simon στην υπόθεση Barton v. Armstrong, "in life. many acts are done under pressure, sometimes overwhelming pressure, so that one can say that the actor had no choice but to act. Absence of choice in this sense does not negate consent in law: for this the pressure must be one of a kind which the law does not regard as legitimate." Το ερώτημα πότε η πίεση είναι θεμιτή (legitimate) αναγνωρίζεται τώρα ως το κεντρικό στοιχείο του οικονομικού εξαναγκασμού, και σε αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει εύκολη απάντηση.» Όσον αφορά την εναγόμενη 1 με βάση τη μαρτυρία που αποδέχθηκε το Δικαστήριο και τα ευρήματα του δεν μπορεί να τύχει θετικής αντίκρισης ο ισχυρισμός για εξαναγκασμό, οικονομικό εξαναγκασμό και/ή πιέσεων ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε αυτά αφού σύμφωνα με τον ΜΕ4, αυτή ήταν που ζήτησε με αιτήματα της, Τεκμήρια 2 και 4, δάνεια και αφού αυτά εγκρίθηκαν με συγκεκριμένες λεπτομέρειες για το τι θα περιλάμβανε η κάθε σύμβαση δανείου και ελεύθερα, αφού είχε χρόνο μπροστά του, ο εναγόμενος 2 αποδέχθηκε τα διαλαμβανόμενα σε αυτή και με ελεύθερη βούληση χωρίς τον παραμικρό εξαναγκασμό και πίεση υπόγραψε αυτές στις 31.7.2009 και 20.8.2009, Τεκμήρια 1 και 3, αντίστοιχα. Το ίδιο ακριβώς συνέβηκε και με την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 9, εκ μέρους του εναγόμενου
- Έπεται ότι η θέση του αυτή απορρίπτεται. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου που παρατίθενται ανωτέρω δεν ευσταθεί η επίκληση του εξαναγκασμού και της ψυχικής πίεσης ή υπό περιστάσεις που υπάγονται σε αυτά τόσο όσον αφορά τον εναγόμενη 1 για την υπογραφή των δύο συμβάσεων δανείων, Τεκμήρια 1 και 3, όσο και με τον εναγόμενο 2, αφού ναι μεν ο εναγόμενος 2 υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 9, στις 20.8.2009 και την ίδια μέρα με την υπογραφή της σύμβασης δανείου από αυτόν για την εναγόμενη 1, Τεκμήριο 3, όμως ήταν σε γνώση του ότι αυτός θα ήταν εγγυητής αφού προηγήθηκαν συζητήσεις, κάτι που σημαίνει ότι ήταν ενήμερος και συμφώνησε να τεθεί αυτός ως εγγυητής. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά δεν θα υπέγραφε την σύμβαση εγγύησης. Είχε δε άπλετο χρόνο να σκεφτεί αν τελικά θα υπέγραφε εγγυητής, σε καμία περίπτωση διαφάνηκε οιαδήποτε σχέση μεταξύ της ενάγουσας και/ή υπαλλήλων της που θα μπορούσε να ενταχθεί στη μια ή στην άλλη σχέση που πρέπει να υπάρχει μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου
- Η σχέση δανειστή και εγγυητή από μόνη της όπως και οι συναντήσεις που είχε με υπαλλήλους της ενάγουσας για να υπογράψει για την εναγόμενη 1 καθώς και ως εγγυητής, αλλά και η σχέση του με τον ΜΕ4 που συνίστατο σε συζητήσεις για δανεισμό διαφόρων εταιρειών του ομίλου, δεν μπορούν να δημιουργήσουν τη σχέση επί της οποίας απλά ισχυρίστηκε στην έκθεση υπεράσπισης του ο εναγόμενος 2 να κτίσει μία από τις υπερασπίσεις του, όταν ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς υπεράσπισης γι΄ αυτό το θέμα. Ως εκ τούτου απορρίπτεται αυτή η θέση του. ΑΠΑΤΗ Αν και δεν αναφέρεται ευθέως ότι η εναγόμενη 1 συμβλήθηκε στις δύο συμβάσεις δανείου και ο εναγόμενος 2 στη σύμβαση εγγύησης κατόπιν απάτης, αν αφήνεται να νοηθεί κάτι τέτοιο ένεκα του συνόλου των ισχυρισμών των εναγομένων 1 και 2, στις υπερασπίσεις τους θα εξετάσω και αυτό το θέμα. Σύμφωνα με το λεκτικό και την φρασεολογία του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ΚΕΦ. 148, το αστικό αδίκημα της απάτης, συνίσταται στην εν γνώσει του εναγομένου ψευδή παράσταση ή χωρίς να πιστεύει για το αληθές αυτή ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδή, με την πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ΄ αυτή και με αποτέλεσμα να ενεργήσει έτσι και να υποστεί ζημιά. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της ΑΠΑΤΗΣ είναι τα ακόλουθα: (α) Παράσταση γεγονότος, (β) ο εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε πίστη ότι ήταν αληθής ή απερίσκεπτα, (γ) έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ΄ αυτή, (δ) ο ενάγων ενήργησε με βάση αυτή και (ε) υπέστη ζημιά (α) Η παράσταση πρέπει να αφορά γεγονός όχι απλή έκφραση γνώμης. Η παράσταση συνήθως γίνεται προφορικά ή γραπτώς αλλά μπορεί να γίνει και με διαγωγή. (β) Κριτήριο για να χαρακτηριστεί ή καταταγεί μία δήλωση ότι αποτελεί ή όχι ψευδή παράσταση είναι κατά πόσο ο εναγόμενος είχε έντιμη και γνήσια πεποίθηση ότι η δήλωση του ήταν αληθής. Η απερισκεψία υποδηλώνει την έλλειψη τέτοιας πεποίθησης εκτός αν ο εναγόμενος ειλικρινά πίστευε στο αληθές της δήλωσης του, με την έννοια που ο ίδιος αντιλαμβανόταν, έστω και λανθασμένα. (γ) Η παράσταση πρέπει να γίνεται με την πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ΄ αυτή. Επομένως εάν δεν εξαπατηθεί, δεν δικαιούται σε αποζημίωση. Επίσης ο ενάγων πρέπει να είναι το πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν η δήλωση και όχι άλλος. (δ) Ο ενάγων πρέπει να βασιστεί στην παράσταση και σαν αποτέλεσμα της, να ενεργήσει βασιζόμενος σ΄ αυτή. (ε) Ο ενάγων να υποστεί ζημιά η οποία αποδεικνύεται. Όπως προκύπτει από τη Νομολογία, η απάτη αποτελεί αναπαραγωγή των αρχών του Κοινοδικαίου, βλ. υπόθεση Pyrgas v. Stavridou
(1969)1 C.L.R. 332. Βοηθητική δε είναι η πραγμάτευση του άρθρου 36 με επίκληση αγγλικής νομολογίας που γίνεται στις υποθέσεις Loizou and another v. Iosif and another
(1975)2 J.S.C. 1387 και Kyprianou & Apeyitos Travel Agency Co. Ltd v. Aracyp Ltd
(1984)2 J.S.C. 650. Με την αποδοχή της μόνης προσκομισθείσας μαρτυρίας εκ μέρους της ενάγουσας και συγκεκριμένα των ΜΕ3 και 4, αφού οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία, καταδεικνύεται ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορεί να βρει έρεισμα και απορρίπτεται. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων καταδεικνύεται ότι κανένα από τα ως άνω στοιχεία δεν υπάρχει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ισχύσει η υπεράσπιση της απάτης, αφού δεν πληρείται καμία από τις προϋποθέσεις της απάτης. ΑΜΕΛΕΙΑ - ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ Οι εναγόμενοι 1 και 2 στις εκθέσεις υπεράσπισης τους αποδίδουν αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος εκ μέρους της ενάγουσας, όταν διαπραγματεύονταν μαζί της για την σύναψη των δύο δανείων. Σε αυτό το σημείο προβαίνω σε μία παρένθεση για να τονίσω ότι σε άλλο ισχυρισμό τους οι εναγόμενοι 1 και 2, όπως εξάγεται από αυτό, προβάλλεται ότι δεν έγινε διαπραγμάτευση των δυο συμφωνιών δανείου. Στην υπόθεση Premier Chemical Co Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 1951 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ειδικότερα όσον αφορά το θέμα της αμέλειας, γύρω από το οποίο περιστρέφεται κατά κύριο λόγο η έφεση, η εφεσείουσα επεδίωξε να στηρίξει την ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους της εφεσίβλητης πάνω στη βάση της αρχής που διατυπώθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Hedley Byrne & Co. v. Heller & Partners [1963] 2 All E.R. 575, όπως αναλύθηκε και επεξηγήθηκε με τις νεότερες αποφάσεις, επίσης της Βουλής των Λόρδων, στις υποθέσεις Caparo Industries Plc v. Dickman [1990] 2 A.C. 605, Henderson v. Merret Syndicates [1994] 3 All E.R. 506, και White v. Jones [1995] 1 All E.R.
- Σύμφωνα με την αρχή αυτή, αν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του ένα πρόσωπο ζητήσει πληροφορίες ή συμβουλές από ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο δεν υπέχει έναντί του συμβατική ή άλλη ευθύνη να του δώσει πληροφορίες ή συμβουλές, κάτω από τέτοιες συνθήκες που ένας λογικός άνθρωπος θα έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι του δίδεται εμπιστοσύνη, ότι, δηλαδή, εκείνος που επιζητεί τις πληροφορίες ή τις συμβουλές βασίζεται στην εξειδικευμένη κατάρτιση και κρίση του, και αποφασίζει να παράσχει τις πληροφορίες ή τις συμβουλές, χωρίς να καθιστά σαφές ότι πληροφορεί ή συμβουλεύει χωρίς ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης, τότε το πρόσωπο αυτό έχει νομική υποχρέωση να επιδείξει την υπό τις περιστάσεις απαιτούμενη επιμέλεια προτού δώσει τις απαντήσεις του. Η δε τυχόν παράλειψή του να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια στοιχειοθετεί το αδίκημα της αμέλειας αν, λόγω των απαντήσεων που έδωσε, το άλλο άτομο ενήργησε με αποτέλεσμα να υποστεί οικονομική απώλεια (economic loss).» Σχετική είναι και η υπόθεση Ραπτόπουλος ν. Alpha Bank Ltd ECLI:CY:AD:2017:A135, Πολιτική Έφεση Αρ. 337/2011, ημερομηνίας 11.4.
- Πρώτα να λεχθεί ότι σε καμιά περίπτωση δεν εξηγήθηκε και δεν δόθηκε μαρτυρία ποιες είναι οι παραλείψεις της ενάγουσας ως Τράπεζα ή τι ακριβώς δεν εφάρμοσε ως Τράπεζα που θα αποτελούσαν αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος. Οι προβαλλόμενες παραλείψεις, οι οποίες ήδη δεν έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν αρκετές για να καταδείξουν αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος. Έπειτα η σχέση της ενάγουσας με τον εναγόμενο 2, όπως αναλύθηκε πιο πάνω με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που πρόσφερε η ενάγουσα, δεν εμπεριέχει ούτε στο παραμικρό οιονδήποτε στοιχείο απ΄ όσα διαλαμβάνονται στα στοιχεία της αρχής που αναγράφεται στο πιο πάνω απόσπασμα. Ο ίδιος, ως διαφαίνεται, πριν υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 9, στις 20.8.2009 γνώριζε πολύ καλά τι υπέγραφε. Επομένως καμιά αμέλεια δεν υπήρξε και κανένα καθήκον δεν παρέβη η ενάγουσα. Ως εξ όλων των πιο πάνω εξετασθέντων θέσεων διαπιστώνεται ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού οι ισχυρισμοί του εναγομένων 1 και 2 που προβάλλονται στις υπερασπίσεις, αλλά δεν υποστηρίχθηκαν με μαρτυρία, περί πλάνης, εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, οικονομικό εξαναγκασμό, αμέλεια, μη διαπραγμάτευση της σύμβασης εγγύησης και μη παροχής ευκαιρίας για ανεξάρτητη νομική συμβουλή, απορρίφθηκαν, που να συνηγορεί ότι η σύμβαση εγγύησης δεν είναι σύμφωνη με το άρθρο 84 του ΚΕΦ.
- Πιστωτής είναι η ενάγουσα, πρωτοφειλέτης η εναγόμενη 1, μεταξύ των οποίων υπογράφηκαν έγκυρες γραπτές συμβάσεις δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, ως ανωτέρω αποφάνθηκε το Δικαστήριο, εγγυητής είναι ο εναγόμενος 2 ο οποίος παρείχε τις εγγυήσεις προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εναγόμενης
- Αφού δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καθιστά άκυρη την ίδια τη σύμβαση εγγύησης, υπάρχει έγκυρη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο
- Σε ό,τι αφορά τη θέση, αν τούτο υπονοείται, ότι η σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη, με βάση την εισήγηση ότι οι συμβάσεις δανείου είναι άκυρες και ως εκ τούτου, ως παρεπόμενη σύμβαση που υπηρετεί τούτες είναι άκυρη, αφού απορρίφθηκε η εισήγηση ότι οι ως άνω συμβάσεις δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, είναι άκυρες, καταρρίπτεται και το βάθρο επί του οποίου στηρίχθηκε η θέση ότι η σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη. Κατά συνέπεια η εισήγηση για άκυρες συμβάσεις εγγύησης απορρίπτεται. ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΓΚΥΡΗΣ ΥΠΟΘΗΚΗΣ Σύμφωνα με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965, ως τροποποιήθηκε, άρθρο 2 ο όρος υποθήκη σημαίνει επιβάρυνση συσταθείσα επί ακινήτου με τη βούληση του κυρίου του προς εξασφάλιση οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεση, κάποιου χρηματικού χρέους ή υποχρέωσης και περιλαμβάνει, χωρίς περιορισμό, τις μετά τη διάσπαση υποθήκες όπως ο όρος αυτός αναφέρεται και στο Άρθρο 32Α. Σύμφωνα με το άρθρο 4 ο εγγεγραμμένος κύριος ακινήτου δύναται να υποθηκεύσει τούτο. Σύμφωνα με τα Άρθρα 8 και 21 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, για να είναι έγκυρη η υποθήκη χρειάζεται
(1)όπως η δήλωση υποθήκης υπογραφεί από τον κύριο του ακινήτου της, και
(2)από το πρόσωπο προς όφελος του οποίου θα συσταθεί,
(3)τίτλος ιδιοκτησίας που να αποδεικνύεται ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι ο κύριος του ακινήτου,
(4)η βεβαίωση της υπογραφής τους,
(5)να περιγράφεται το ακίνητο,
(6)σύμβαση υποθήκης,
(7)βεβαίωση ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης και δανειστής είναι τα πρόσωπα που δηλώνουν τούτο,
(8)ότι επιθυμούν να γίνει η εγγραφή υποθήκης και
(9)ότι γνωρίζει ο ένας τον άλλο. Όλα τα πιο πάνω διαφαίνονται από τα Τεκμήρια 10 και 11, που είναι ίδια με τα Τεκμήρια 16 και 17 και αποδεικνύονται από την μαρτυρία της ΜΕ2. Η σύμβαση υποθήκης δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια. Όμως δεν την προστατεύει από τις συνέπειες της παρανομίας μιας άλλης με την οποία είναι λειτουργικά συνδεδεμένη. (Βλ. Αγγελίδης ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριωτίσσης
(1997)1 ΑΑΔ 1771). Στη δική μας περίπτωση οι συμβάσεις δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, είναι απόλυτα έγκυρες και νόμιμες όπως και οι ίδιες οι συμβάσεις υποθήκης, Τεκμήρια 10 και 11, που είναι τα ίδια με τα Τεκμήρια 16 και
- Ούτε ο ισχυρισμός για εξαναγκασμό και/ή πίεση υπογραφής των υποθηκών εκ μέρους της εναγόμενης 1 ευσταθεί για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν κατά την εξέταση του ίδιου ισχυρισμού για τις συμβάσεις δανείου και εγγύησης. Μάλιστα η εναγόμενη 1 υπέγραψε τα πιο πάνω αναφερθέντα τεκμήρια δια μέσου αντιπροσώπου της που γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Επομένως η εισήγηση για μη έγκυρες υποθήκες απορρίπτεται. Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ (SETTLEMENT AGREEMENT) ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5.12.2016 Οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται στις υπερασπίσεις τους ότι με τη συμφωνία ημερομηνίας 5.12.2016, Τεκμήριο 15, αφού η εναγόμενη 1 συμμορφώθηκε με τα προβλεπόμενα σε αυτή καταβάλλοντας το ποσό των €500.000, ενώ τα υπόλοιπα ήταν ευθύνη της ενάγουσας να τα υλοποιήσει, έχει επέλθει διευθέτηση και εξόφληση της παρούσας αγωγής και ως εκ τούτου η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Πέραν της πιο πάνω θέσης τους, προβάλλουν ακόμη ότι η συμφωνία ημερομηνίας 5.12.2006, Τεκμήριο 15, αντικατέστησε (novation) τις δυο συμφωνίες δανείου και ως εκ τούτου έπαυσαν να ισχύουν αυτές και κατ΄ επέκταση να υπάρχει αιτία αγωγής με βάση αυτές και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η παρούσα αγωγή και γι΄ αυτό το λόγο. Με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη και αποδέχθηκε το Δικαστήριο, πράγματι δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 5.12.2016, Τεκμήριο 15, καταβλήθηκε το ποσό των €500.000, ως προβλέπεται στον όρο 11 του Τεκμηρίου
- Όμως δεν τηρήθηκαν οι όροι 15 και 16 αυτής, ήτοι η μεταβίβαση των ακινήτων που εμφαίνονται στις σελίδες 4 και 5 υπό τους τίτλους "Table 4: Phase 1 Assets and Prices" και "Table 5: Phase 2 Group Assets and prices". Κατόπιν που το Δικαστήριο μελέτησε τη συμφωνία ημερομηνίας 5.12.2016, Τεκμήριο 15, διαπιστώνει ότι για να υλοποιείτο η συμφωνία αυτή και να απαλλάσσονταν οι εναγόμενοι 1 και 2 από τις υποχρεώσεις τους δυνάμει των δύο συμφωνιών δανείου, Τεκμήρια 1 και 3, και της σύμβασης εγγύησης Τεκμήριο 9, που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας αγωγής και να τερματίζετο και να απορρίπτετο η παρούσα αγωγή θα έπρεπε να μεταβιβαστούν στην ενάγουσα τα ακίνητα των φάσεων 1 και 2, όρος που δεν υλοποιήθηκε. Η θέση ότι η ενάγουσα διόρισε τον διαχειριστή της περιουσίας της εναγόμενης 1 και ως εκ τούτου είχε και την ευθύνη της μεταβίβασης των εν λόγω ακινήτων στο όνομα της δεν με βρίσκει σύμφωνο, αφού με αυτή την αντιμετώπιση που εισηγείται η υπεράσπιση θεωρεί ότι η ενάγουσα και ο διαχειριστής είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, εισήγηση που δεν ευσταθεί. Επομένως η θέση αυτή απορρίπτεται. ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ (NOVATION) ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Τέλος το άλλο σκέλος της εισήγησης, που παραμένει για εξέταση, είναι ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί γιατί οι συμφωνίες δανείου αντικαταστάθηκαν (novation) από την συμφωνία ημερομηνίας 5.12.2016, Τεκμήριο
- Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν Πολυδωρίδη κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 68 λέχθηκε: «Το άρθρο 62 του περί Συμβάσεων Νόμου - Κεφ. 149, που καθιερώνει και ρυθμίζει την αντικατάσταση (novation) στο δίκαιο των συμβάσεων, προβλέπει ότι κάθε συμφωνία συνεπαγόμενη όχι μόνο την υποκατάσταση υφιστάμενης σύμβασης με νέα αλλά και την ακύρωση ή τη μετατροπή της, απαλλάττει τους συμβαλλόμενους από την υποχρέωση εκτέλεσης της. (Βλ. Pollock & Mulla, Indian Law of Contract and Specific Relief Acts, 10th Ed., σελ. 434 κ.επ.).» Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου κ.ά. ν Coudounaris Food Productions Ltd κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 641 ειπώθηκαν τα εξής: «Νέα σύμβαση (novation) υποδηλοί τη δημιουργία μεταξύ των συμβαλλομένων ή/και άλλων, νέας σύμβασης σε αντικατάσταση της υφιστάμενης. Στο αγγλικό Σύγγραμμα Cheshire and Fifoot "Law of Contract". 7η έκδοση, σελίδα 473 (που αναφέρθηκε και από το πρωτόδικο Δικαστήριο), αναφέρονται τα ακόλουθα: "Novation is a transaction by which, with the consent of all the parties concerned, a new contract is substituted for one that has already been made. The new contract may be between the original parties, e.g. where a written agreement is later incorporated in a deed; or between different parties, e.g. where a new person is substituted for the original debtor or creditor. It is this last form, the substitution of one creditor for another, that concerns us at the moment. The effectiveness of such a substitution was concisely illustrated by Buller J.: 'Suppose A. owes B. £100.-, and B. owes C. £100.- and the three meet, and it is agreed between them that A. shall pay C. the £100.-; B.'s debt is extinguished, and C. may recover the sum against A.'". Επίσης το Αγγλικό Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 8, παράγραφος 460 (το οποίο επίσης αναφέρθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο), κάτω από τον τίτλο "Novation", αναφέρει τα εξής: "
- Meaning of novation. Novation is, in effect, a form of assignment in which, by the consent of all parties, a new contract is substituted for an existing contract. Usually, but not necessarily (o), a new person becomes party to the new contract, and some person who was party to the old contract is discharged from further liability. The introduction of a new party prevents the new contract from being a mere accord without satisfaction (p), and thus affords a defence to any action upon the old contract (q). For novation to ensue there must be not only the substitution of some other obligation for the original one, but also the intention or animus novandi (r).". Δύο βασικά σημεία προκύπτει ότι είναι απαραίτητα για τη δημιουργία νέας συμφωνίας: (α) Η ύπαρξη μιας αρχικής συμφωνίας. (β) Η διαγραφή των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, ή του ενός, στην αρχική συμφωνία και η ανάληψη των υποχρεώσεων αυτών από ένα τρίτο μέρος στη νέα συμφωνία. Επίσης, βασική προϋπόθεση είναι η πρόθεση των μερών για αντικατάσταση της υφιστάμενης συμφωνίας (animus novandi). Η νέα όμως συμφωνία ή πράξη δεν συνιστά novation παρά μόνο αν εκφράζεται καθαρά η πρόθεση των μερών ότι η οφειλή από τον Άλφα προς τον Βήτα θα διαγραφεί.» Στην υπόθεση Πίγκος Εστεϊτς Λτδ ν Καλογήρου κ.ά., ECLI:CY:AD:2015:A628, Πολιτική Έφεση Αρ. 304/2009, ημερομηνίας 28.9.2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αντικατάσταση υπάρχουσας σύμβασης με νέα, ως αποτέλεσμα συμφωνίας των εμπλεκομένων μερών, είναι δυνατό να οδηγήσει σε αποδέσμευση από τις προηγούμενες συμβατικές τους υποχρεώσεις. Ο όρος «novation» εισήχθη από το ρωμαϊκό δίκαιο. Απαιτείται, ως ουσιαστικό στοιχείο, η λήψη της συγκατάθεσης όλων των μερών μιας συμφωνίας, προκειμένου αυτή να αντικατασταθεί. Συνήθως παίρνει τη μορφή αντικατάστασης ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη μιας σύμβασης από τρίτο πρόσωπο και συνεπάγεται τη μεταβίβαση τόσο των δικαιωμάτων όσο και των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση. Είναι βέβαια δυνατό η νέα σύμβαση να αφορά αντικατάσταση της προηγούμενης με τα ίδια συμβαλλόμενα μέρη. Αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας νέας σύμβασης (Chitty on Contracts, 26th ed., vol. 1, para 1436, p. 902).» Είναι εμφανές από το περιεχόμενο της συμφωνίας ημερομηνίας 5.12.2016, Τεκμήριο 15, ότι δεν πρόκειται για νέα σύμβαση προς αντικατάσταση των δύο συμβάσεων δανείων, Τεκμήρια 1 και 3, αλλά για ευκαιρία διευθέτησης σωρείας υποθέσεων του ομίλου, μεταξύ των οποίων και η παρούσα αγωγή, στην περίπτωση υλοποίησης των προβλεπόμενων στην συμφωνία Τεκμήριο
- Καταρχάς δεν αναφέρεται, ρητά ή σιωπηρά πουθενά στη συμφωνία ημερομηνίας 5.12.2016, Τεκμήριο 15, ότι αυτή αντικαθιστά τις δύο συμβάσεις δανείου ημερομηνίας 31.7.2009 και 20.8.2009, Τεκμήρια 1 και 3, αντίστοιχα. Μετά, πουθενά στην συμφωνία, Τεκμήριο 15, δεν αναφέρεται ότι είτε οι υποχρεώσεις που εκπηγάζουν από τις συμβάσεις, Τεκμήρια 1 και 3, είτε η παρούσα αγωγή διαγράφονται. Τέλος δεν εξάγεται με κανένα τρόπο ότι η πρόθεση των μερών με τη συμφωνία Τεκμήριο 15, ήταν η αντικατάσταση των συμβάσεων Τεκμήρια 1 και 3, και η οφειλή των εναγομένων προς την ενάγουσα να διαγραφεί. Έπεται ότι ούτε αυτό το σκέλος της εισήγησης για απαλλαγή των εναγομένων από τις υποχρεώσεις τους προς την ενάγουσα ευσταθεί και απορρίπτεται. ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Όσον αφορά την ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2 καθίσταται ολοφάνερο από τα ευρήματα και διαπιστώσεις του Δικαστηρίου όπως αυτά αναπτύχθηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω ότι δεν μπορεί να επιτύχει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω η αγωγή της ενάγουσας επιτυγχάνει εναντίο των εναγομένων 1 και 2 και η ανταπαίτηση του εναγόμενου 2 αποτυγχάνει. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίο των εναγομένων 1 και 2 ομού και κεχωρισμένως για το ποσό των €257.510,35, με τόκο 9,82% από 1.1.2012 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και για το ποσό των €50.577,62 με τόκο 9,839%, από 1.1.2012 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, και εναντίον της εναγόμενης 1 διάταγμα πώλησης των ακινήτων των υποθηκών ΥXXXXX/2009 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου ημερ. 13.8.2009, αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 45/14, τεμάχιο XXXXX, χωράφι, στο Πολέμι της επαρχίας Πάφου, εγγεγραμμένο μερίδιο 6119/61205, ΥXXXXX/09 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου ημερ. 31.8.2009, αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ.45/14, τεμάχιο XXXXX, χωράφι, στο Πολέμι της επαρχίας Πάφου, εγγεγραμμένο μερίδιο 6119/61205, πλέον έξοδα ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ της ενάγουσας και εναντίο των εναγομένων 1 και 2, ομού και κεχωρισμένως. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου 2 απορρίπτεται πλέον έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίο του εναγόμενου 2 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι εκεί που τα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης είναι κοινά θα υπάρχει ένα σετ εξόδων, ενώ εκεί που τα έξοδα βαρύνουν τον ένα από τους δύο εναγόμενους αυτά θα επιδικασθούν εναντίο μόνο του ενός εναγόμενου. (Υπ.): ......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο