← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD ν. KUCHERENKO κ.α., Αρ. Αγωγής: 2069/2015, 16/1/2020

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD ν. KUCHERENKO κ.α., Αρ. Αγωγής: 2069/2015, 16/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2069/2015 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσα -και-

  1. XXXXX KUCHERENKO
  2. SFORZESCO HOLDINGS LTD Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Α. Παστός για Ανδρέου, Χ»Χριστοφή Για Εναγόμενη 2: κ. Αδ. Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & ΣΙΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η H ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 κ.6), το οποίο καταχωρήθηκε στις 16.10.2015, αξιώνει εναντίον της εναγομένης 2, (αφού εναντίον του εναγόμενου 1 εκδόθηκε απόφαση), ως η παράγραφος 12 Α) της Έκθεσης Απαίτησης, δυνάμει σύμβασης δανείου ημερομηνίας 24.3.2009 με τον εναγόμενο 1, το ποσό των €367.446,92 πλέον τόκο 9% ετησίως επί του ποσού των €362.190,93 από 8.9.2015, μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι την 30/6/ και 31/12/ εκάστου έτους και διάφορα διατάγματα δυνάμει συμφωνίας εγγύησης με την εναγόμενη 2 και συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων του εναγομένου 1 ημερ. 24.3.2009 επί του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 23.3.
  3. Με την Έκθεση Υπεράσπισης της, ημερομηνίας 5.2.2016, η εναγόμενη 2 δεν παραδέχεται καμία από τις παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης, πλην, των παραγράφων που ειδικά γίνονται παραδεκτές, ήτοι τις παραγράφους 1, 2, 9, 10 και 11 αυτής. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η σύμβαση εγγύησης ήταν σε συνάρτηση με το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 23.3.2009, η οποία εξαλείφεται με την έκδοση από την εναγόμενη 2 τίτλου ιδιοκτησίας της οικίας που αγόρασε απ αυτή ο εναγόμενος 1, για τον οποίο τίτλο προβαίνουν σε όλες τις διαδικασίες και δεν έχουν ένσταση να συμμορφωθούν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για τον τελικό δικαιούχο της οικίας. Δεν οφείλουν όμως οιονδήποτε ποσό. Επίσης αρνείται ότι έλαβε τις επιστολές ημερομηνίας 7.10.2014 και τερματισμού της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 7.9.
  4. Με την Απάντηση της, στην Υπεράσπιση η ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτήν. Ουσιαστικά δε επαναλαμβάνει, όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και δίνει τη δική της θέση, σε όσα δεν φαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης, στους ισχυρισμούς της εναγόμενης
  5. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε ένα

(1)μάρτυρα, τον Μιχάλη Στυλιανού (ΜΕ), του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασής του αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση του ως Έγγραφο Α, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου ημερομηνίας 24.3.2009, συμφωνήθηκε η παραχώρηση από την ενάγουσα στον εναγόμενο 1 δάνειο ύψους €350.000, Τεκμήριο
  1. Προς εξασφάλιση και εγγύηση του εν λόγω δανείου η εναγόμενη 2 υπέγραψε σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 24.3.2009, Τεκμήριο
  2. Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση ο εναγόμενος 1 υπέγραψε σύμβαση εκχώρησης ημερομηνίας 24.3.2009, Τεκμήριο 3, όλων των δικαιωμάτων του που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 23.3.2009, Τεκμήριο 5, προς την ενάγουσα. Ο ΜΕ κατάθεσε ως Τεκμήριο 4, πίνακα χρεώσεων/προμηθειών, ημερομηνίας 24.3.2019, ως Τεκμήριο 5 απόδειξη κατάθεσης ημερομηνίας 27.3.2009 του πωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίς 24.3.2009, μαζί με αυτό, στο κτηματολόγιο, ως Τεκμήρια 6 και 7, επιστολές ειδοποίησης ημερομηνίας 7.10.2014 για τις καθυστερήσεις δόσεων και ως Τεκμήρια 8 και 9 επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 7.9.2015, πορος τους εναγόμενους 1 και
  3. Τέλος, κατάθεσε ως Τεκμήριο 10 δέσμη καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού τις οποίες εξήγησε και ως Τεκμήριο 11 επιστολή ημερομηνίας 15.12.
  4. Στις 31.10.2017 η ενάγουσα εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα εναντίον και των δύο εναγομένων το οποίο κατέστη, εκ συμφώνου, απόλυτο. Αφού απορρίπτει την έκθεση υπεράσπισης της εναγόμενης 2, για τους λόγους που εξηγεί, αξιώνονται οι θεραπείες που αναγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Κατά την αντεξέταση του σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι, ως εκπηγάζει από τα Τεκμήρια 1, 2, 3 και 5, ο εναγόμενος 1 αγόρασε από την εναγόμενη 2 την κατοικία αρ.14 στο συγκρότημα XXXXX Resort, για το ποσό των €610.
  5. Ο εναγόμενος 1 υπέγραψε τη συμφωνία Τεκμήριο 1 Housing Loan και η εναγόμενη 2 υπέγραψε το Τεκμήριο 2 που είναι η εγγύηση περιορισμένου ποσού, ήτοι €385.000 πλέον τόκους και άλλα τέλη ή χρεώσεις. Για την εναγόμενη 2 δεν γνώριζε ποιος υπέγραψε. Στην υποβολή, η οποία είναι η θέση της εναγόμενης 2, ότι από της εκδόσεως του τίτλου ιδιοκτησίας της οικίας αρ. 14 τον Ιανουάριο του 2016, αυτός προσφέρθηκε στην ενάγουσα, δηλαδή να το μεταβιβάσει με βάση τις πρόνοιες του εκχωρητηρίου, Τεκμήριο 3, απάντησε ότι από μελέτη του φακέλου που διατηρεί η ενάγουσα υπάρχει σχετική αλληλογραφία που δεικνύει κάτι τέτοιο. Αφού τέθηκε ως υπόβαθρο ότι η ενάγουσα αξιώνει από την εναγόμενη 2, μεταξύ άλλων, αναγνωριστικής φύσεως διατάγματα σε σχέση με το ότι η ίδια η ενάγουσα είναι η δικαιούχος της επίδικης οικίας, στην ερώτηση αν έχει η ενάγουσα οποιαδήποτε ένδειξη ή στοιχείο ή έγγραφο που να δείχνει ότι η εναγόμενη 2 αμφισβήτησε ποτέ τα δικαιώματα αυτά της ενάγουσας, απάντησε ότι από το φάκελο της ενάγουσας δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Στην υποβολή ότι η εναγόμενη 2 άμεσα με την έκδοση του τίτλου, αντίγραφο αυτής στάληκε στην ενάγουσα, απάντησε ότι υπάρχει αλληλογραφία από τον developer προς την τράπεζα που ενημέρωνε για τη σχετική διαδικασία ολοκλήρωσης έκδοσης του τίτλου. Δεν γνώριζε όμως κατά πόσο η ενάγουσα ζήτησε, πριν ή μετά την έγερση της αγωγής, από την εναγόμενη 2 να μεταβιβάσει την αναφερθείσα οικία στον εναγόμενο 1 για να ενέγραφε πρώτη υποθήκη προς όφελος της η τράπεζα. Στην υποβολή ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοιο αίτημα από την ενάγουσα απάντησε ότι δεν μπορεί να το αμφισβητήσει ούτε να το επιβεβαιώσει. Στην ερώτηση αν η εγγύηση, Τεκμήριο 2, για περιορισμένο ποσό, είχε κάποιον όρο, σε σχέση με την εναγόμενη 2 που θα μπορούσε να την απάλλαζε από την εγγύηση της, απάντησε καταφατικά, παραπέμποντας στη σελίδα 3 κάτω από την υπογραφή της Sforzesco Holdings Ltd της, δηλαδή της εναγόμενης 2, όπου υπάρχει τυπωμένη με έντονα γράμματα η σχετική προς τούτο φράση. Στην υποβολή ότι αφού εκδόθηκε ο τίτλος, η εναγόμενη 2 τον πρόσφερε στην ενάγουσα η οποία δεν το δέχτηκε, απάντησε ότι δεν ενήργησε η ενάγουσα προς τούτο, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν το δέχτηκε, δεν έκαμε κάτι. Στην ερώτηση αν υπάρχει επιστολή για κλήση της ενάγουσας να προσέλθει εντός 30 ημερών στο Κτηματολόγιο, απάντησε καταφατικά. Δεν μπορούσε να θυμηθεί ποια ήταν η τοποθέτηση της ενάγουσας επί αυτού. Αφού είδε και κατέθεσε την επιστολή ημερομηνίας 15.12.2016 που απέστειλαν οι δικηγόροι της ενάγουσας, Τεκμήριο 11, στη θέση ότι η εναγόμενη 2 καλούσε την ενάγουσα να προσέλθει στο Κτηματολόγιο για να της μεταβιβάσει την εν λόγω οικία και η ενάγουσα απάντησε μέσω των δικηγόρων της ότι θα περίμενε διότι όπως της είπε ο εναγόμενος 1 θα εξοφλήσει και δεν ήθελε την οικία, απάντησε καταφατικά. Στην υποβολή ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στο Τεκμήριο 7 δεν είναι το εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης 2, το οποίο βρίσκεται στο συγκρότημα XXXXX Resort και είναι η οικία αρ. 40, απάντησε ότι η επιστολή, Τεκμήριο 7, στάληκε στη διεύθυνση η οποία είχε δοθεί στην ενάγουσα και δεν μπορεί να γνωρίζει αν το εγγεγραμμένο γραφείο της είναι η διεύθυνση που ανέφερε ο συνήγορος της εναγόμενης
  6. Στην υποβολή ότι δεν υπήρχε λόγος η ενάγουσα να αποστείλει την επιστολή, Τεκμήριο 7, στην εναγόμενη 2 διότι την τότε περίοδο, αν όντως υπήρχαν καθυστερήσεις του εναγόμενου 1, υπήρχε καθημερινή επαφή και διαπραγμάτευση με τα στελέχη της εναγόμενης 2 σε σχέση με τις υποθήκες 5010/04 και 5766/10 για μισό εκατομμύριο λίρες η πρώτη και 27,5 εκατομμύρια ευρώ η δεύτερη, που και πάλιν αφορούσαν το συγκρότημα XXXXX Resort, απάντησε ότι είναι κάτι που δεν γνωρίζει και δεν είναι αυτός που πήρε την απόφαση τερματισμού. Στην υποβολή ότι, σε σχέση με την εναγόμενη 2, δεν στάληκαν οι επιστολές Τεκμήρια 7 και 9, αρνήθηκε τούτη, λέγοντας ότι η διαδικασία αποστολής επιστολής τερματισμού γίνεται μέσω των κυπριακών ταχυδρομείων, συνήθης δε διαδικασία, εκεί όπου δεν ανευρίσκεται ο παραλήπτης, είναι αυτή να καταλήγει πίσω στην ενάγουσα. Τούτο δεν φαίνεται να συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση αφού δεν επιστράφηκαν οι επιστολές αυτές στην ενάγουσα. Στην υπόδειξη ότι στη 2η σελίδα παρατίθεται κάποια ιδιαιτερότητα που κανονικά δεν μπορεί να την έχει η επιστολή, απάντησε καταφατικά για να συμπληρώσει ότι φαίνεται ο συνάδελφος του ο οποίος ετοίμασε την εν λόγω επιστολή δεν διέγραψε το fill code change, όπως φαίνεται στην επιστολή, το οποίο είναι τυπογραφικό. Στην ερώτηση αν η ενάγουσα έδωσε την ευκαιρία στην εναγόμενη 2, με βάση το εγγυητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 2, να εξαλείψει τούτο, σύμφωνα με τον ειδικό όρο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 2, απάντησε, απ΄ ότι διαφαίνεται από το φάκελο, γίνονταν συζητήσεις με τον εναγόμενο 1 και προτίμησε η ενάγουσα να διευθετηθεί η οφειλή και κατ΄ επέκταση η εγγύηση της εναγόμενης 2 εταιρείας. Επειδή στην παράγραφο 13 της γραπτής δήλωσης - κατάθεσης του, ΕΓΓΡΑΦΟ Α, αναφέρεται, «Μέχρι σήμερα η επίδικη κατοικία δεν έχει εγγραφεί και μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι του εναγόμενου 1», υποβλήθηκε σε αυτόν ότι αποκλειστικά υπεύθυνη γι΄ αυτή την μη μεταβίβαση της οικίας στον εναγόμενο 1 είναι η ενάγουσα. Ο μάρτυρας διαφώνησε ως προς τη λέξη αποκλειστικά, λέγοντας ότι κρίνει ότι η ενάγουσα ενήργησε με σκοπό την αποπληρωμή της οφειλής και την μεταβίβαση της κατοικίας στο γνήσιο αγοραστή, δηλαδή στον άνθρωπο που ήθελε να αποκτήσει αυτή την κατοικία, και ότι όλες οι προσπάθειες της ενάγουσας μέχρι σήμερα στρέφονται προς αυτή την κατεύθυνση. Στην υποβολή ότι άρα δεν ενδιαφέρει την ενάγουσα η εγγύηση της εναγόμενης 2, απάντησε ότι δεν έχει πει κάτι τέτοιο και ότι η εγγύηση ενδιαφέρει την ενάγουσα γιατί πιστεύει ότι για να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση στον εναγόμενο 1 ως αγοραστή ουσιαστικά θα πρέπει να υπάρξει και η πλήρη συνεργασία της εναγόμενης 2 και «άρα χρειάζεται να βρίσκεται εκεί μέχρι την ολοκλήρωση της μεταβίβασης», εννοώντας την εναγόμενη
  7. Στο συμπέρασμα που κατέληξε ο συνήγορος της εναγόμενης 2 ότι, «η εναγόμενη 2 είναι διάδικος γιατί η τράπεζα ήθελε να κατοχυρώσει τα συμφέροντα του εναγόμενου 1 ότι στο τέλος θα του μεταβιβαζόταν το σπίτι» απάντησε «Όχι η εναγόμενη 2 είναι διάδικος γιατί βρίσκεται σε θέση να ασκήσει την ανάλογη πίεση εις τον αγοραστή για διευθέτηση της παρούσας οφειλής, η τράπεζα δεν έχει και δεν είχε σκοπό να αποκτήσει την εν λόγω κατοικία, είναι και η εν λόγω επιστολή που μου δείξατε δεν έχουμε προχωρήσει στο αίτημα το οποίο έχετε υποβάλει.» Ακολούθως αφού ο συνήγορος της εναγόμενης 2 ανέφερε: «Η θέση μου όμως και σας την υποβάλλω είναι ότι του ειδικού όρου επί του εγγυητήριου, Τεκμήριο 2, το οποίο είναι αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης εγγύησης, δεν είχατε ως τράπεζα διακριτική εξουσία να αποδεχτείτε ή όχι την τιτλοποίηση, αν και εφόσον η εναγόμενη 2 σας πρόσφερε τον τίτλο, είτε ως τράπεζα στα πλαίσια του εκχωρητηρίου, είτε σας πρόσφερε μεταβίβαση απ΄ ευθείας στον εναγόμενο 1 και υποθήκευση του ακινήτου του πλέον ταυτόχρονη, τούτο διευκρινίζω, υπέρ της τράπεζας, είχατε επιλογή να αρνηθείτε τούτο το πράμα. Εκβιασμό έκαμε η τράπεζα σε τούτη την υπόθεση για να εισπράξει από τον εναγόμενο 1», απάντησε, «Επιτρέψετε μου να μην απαντήσω ή να αρνηθώ την υποβολή καθότι με καλείτε να ερμηνεύσω μία στάση την οποία δεν μπορώ». Τέλος αρνήθηκε την υποβολή ότι η αγωγή σε σχέση με την εναγόμενη 2 ήταν αχρείαστη και καταχρηστική. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο δικηγόρος της ενάγουσας στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι, ουσιαστικά, πέραν της όποιας αμφισβήτησης για την αποστολή και παραλαβή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, Τεκμήρια 7 και 9, αντίστοιχα, οι οποίες επιστολές, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ, δεν επιστράφηκαν στην ενάγουσα και ως εκ τούτου τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν, δυο είναι τα θέματα που πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο. Το πρώτο θέμα αφορά τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 2, και δη τον όρο πότε απαλλάσσεται η εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια και το δεύτερο θέμα είναι η σύμβαση εκχώρησης, Τεκμήριο 3, για την οποία υπάρχει μία γενική αναφορά στην παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης της εναγόμενης
  8. Αφού ανέφερε ότι πρόκειται για δύο ξεχωριστές συμφωνίες, (εγγύηση και εκχώρηση) εισηγήθηκε ότι σύμφωνα με το σχετικό όρο στη σελίδα 3 της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 2, η σύμβαση εγγύησης τότε παύει να ισχύει αφού (α) εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος, (β) μεταβιβαστεί στον εναγόμενο 1 η εν λόγω οικία και (γ) ταυτόχρονα ο εναγόμενος 1 υποθηκεύσει την οικία προς όφελος της ενάγουσας, οπότε και απαλλάσσεται η εναγόμενη
  9. Αφού επισήμανε ότι η υποχρέωση της εναγόμενης 2 ήταν και προς τον εναγόμενο 1 και ότι δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για την αναφερθείσα οικία, εισηγήθηκε ότι πρέπει να εκδοθεί απόφαση ως η αξίωση της ενάγουσας, ενόψει και του γεγονότος ότι δεν αμφισβητήθηκε το ποσό της απαίτησης. Από την άλλη ο συνήγορος της εναγόμενης 2, αφού τόνισε ότι ο ΜΕ δεν είχε καμιά εμπλοκή στην υπογραφή των Τεκμηρίων 1, 2 και 3 και στην έκθεση υπεράσπισης αμφισβητήθηκε η υπογραφή αυτών και ως εκ τούτου έπρεπε η ενάγουσα να προσκομίσει θετική μαρτυρία, θα πρέπει εκ τούτου το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή. Απαντώντας στην εισήγηση του δικηγόρου της ενάγουσας ότι η εναγόμενη 2 είχε υποχρέωση μεταβίβασης της εν λόγω οικίας στον εναγόμενο 1, ανέφερε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό, πρώτα γιατί σύμφωνα με τον αναφερθέντα όρο στο Τεκμήριο 2, απαγορεύετο στην εναγόμενη 2 να το μεταβιβάσει στον εναγόμενο 1 χωρίς ταυτόχρονη υποθήκευση της οικίας στην ενάγουσα και δεύτερο γιατί της απαγορευόταν με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.10.2017, να μεταβιβαστεί τούτο στον εναγόμενο
  10. Επί πλέον η ίδια η ενάγουσα, παρά το κάλεσμα της από την εναγόμενη 2 να προβεί στη μεταβίβαση της εν λόγω οικίας εντός συγκεκριμένου χρόνου προσέλευσης της στο Κτηματολόγιο, αρνήθηκε τούτο, ως εξάγεται ευθέως από το Τεκμήριο 11, καθότι δεν επιθυμούσε τη μεταβίβαση της οικίας, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ, και από την άλλη επιθυμούσε την παραμονή της εναγόμενης 2 στη διαδικασία της αγωγής, για σκοπούς πίεσης του εναγόμενου 1 για εξόφληση της χρηματικής οφειλής του, αν και εκδόθηκε απόφαση εναντίο του εναγόμενου
  11. Η ενάγουσα όμως, συμπληρώνει ο συνήγορος της εναγόμενης 2, είχε υποχρέωση να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες για μεταβίβαση της συγκεκριμένης οικίας και όχι διακριτική ευχέρεια, και η μη ανταπόκριση της ενάγουσας στο κάλεσμα της εναγόμενης 2 για μεταβίβαση της οικίας ισοδυναμεί με άρνηση εκπλήρωσης της υποχρέωσης της σύμφωνα με το σχετικό όρο στη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 2 και ως εκ τούτου απαλλαγή της εναγόμενης 2 για οφειλή της προς την ενάγουσα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000). » Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Στην υπόθεση Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Η πεποίθηση του Δικαστή πως ένας μάρτυρας λέγει την αλήθεια, ασφαλώς είναι το καλύτερο εχέγγυο της ετυμηγορίας του. Η πεποίθηση όμως αυτή δεν αρκεί να βεβαιώνεται αλλά και να αιτιολογείται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης όταν σ' αυτήν υπάρχουν γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την αιτιολόγηση.» Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339 αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατά δεύτερο λόγο, το πρωτόδικο Δικαστήριο πλημμελώς αξιολόγησε και απέρριψε τη μαρτυρία του Τσαππή με την απλή αναφορά ότι εδόθη στο Δικαστήριο η εντύπωση ότι ο μάρτυρας διακατεχόταν από εχθρικά αισθήματα για τον εφεσίβλητο και ότι δεν άφησε καλή εντύπωση. Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: "... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής." Πιο πρόσφατα ακόμη στην Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους.» Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος, ως διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.ά. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1746 αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπου στην ουσία υπάρχει μια μόνο εκδοχή για ένα επίδικο θέμα, ο τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας καθίσταται πολύ πιο δύσκολος και το έργο του δικαστηρίου πιο λεπτό απ' ότι στις συνήθεις περιπτώσεις. Στην υπόθεση Wynne v. Mavronicolas κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στον τρόπο που το δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει επίδικα θέματα για τα οποία υπάρχει μια μόνο εκδοχή. Στη σελ. 1145-6 της πιο πάνω απόφασης, αναφέρθηκε ότι:- "Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διϊστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084). Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. "» Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τον ΜΕ, μέρος της μαρτυρίας του οποίου αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση του, και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία του με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια του, τη σαφήνεια του, τη φιλαλήθεια και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Κρίνω ότι ήταν σαφής, ειλικρινής, ευθύς και μάρτυρας της αλήθειας, αφού δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, ούτε κλονίσθηκε η μαρτυρία του, ενώ η εναγόμενη 2 στηρίχθηκε στη μαρτυρία του για προώθηση των ισχυρισμών και θέσεων της. Ως εκ των πιο πάνω ο ΜΕ κρίνεται αξιόπιστος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η ενάγουσα είναι τράπεζα η οποία ασκούσε και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Δυνάμει γραπτή σύμβασης δανείου ημερομηνίας 24.3.2009, Τεκμήριο 1, την οποία υπέγραψαν η ενάγουσα και ο εναγόμενος 1, η ενάγουσα παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις σε δάνειο ύψους €350.
  1. Επίσης ο εναγόμενος 1 υπέγραψε στις 24.3.2009 συμφωνία εκχώρησης Τεκμήριο 3 των δικαιωμάτων του που εκπηγάζουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 23.3.2009, το οποίο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας στις 27.3.2009, Τεκμήριο 5, ενώ η εναγόμενη 2 για επιπρόσθετη εξασφάλιση του δανείου του εναγομένου 1 προς την ενάγουσα υπέγραψε, σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 24.3.2009, Τεκμήριο
  2. Ο εναγόμενος 1 στις 24.3.2009, συμφώνησε με την ενάγουσα στον πίνακα χρεώσεων και προμηθειών, Τεκμήριο
  3. Επειδή ο εναγόμενος 1 δεν τήρησε τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, ήτοι την πληρωμή των δόσεων, η ενάγουσα, αφού έστειλε τις επιστολές ειδοποίησης ημερομηνίας 7.10.2014 προς τους εναγομένους 1 και 2, Τεκμήρια 6 και 7, τερμάτισε αυτήν με επιστολή ημερομηνίας 7.9.2015, Τεκμήριο 8, προς τον εναγόμενο 1, με κοινοποίηση-ενημέρωση προς την εναγόμενη 2, Τεκμήριο
  4. Ακολούθως επειδή οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν εξόφλησαν την οφειλή τους προς την ενάγουσα, κινήθηκε εναντίο τους η παρούσα αγωγή στις 16.10.
  5. Σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 10, το οφειλόμενο ποσό στις 31.10.2019 ήταν €454.115,51, ενώ χρεώνεται με το συμβατικό επιτόκιο 7%, από 7.9.2015 χωρίς να επιβληθεί τόκος υπερημερίας ή οποιαδήποτε άλλη χρέωση ή προμήθεια. Το Τεκμήριο 10, αποτελεί ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας που επιβεβαιώνεται με βάση την μαρτυρία του ο ΜΕ, η οποία είναι σύμφωνη με το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ.
  6. Σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του ΜΕ, ΕΓΓΡΑΦΟ Α, η ενάγουσα ζητεί την έκδοση απόφασης ως ακολούθως: (α) ως η παράγραφος 12Α) της έκθεσης απαίτησης, πλην όμως ως αναφέρεται ανωτέρω η αξίωση της είναι για το ποσό των€454.115,51 με τόκο 7% από 1.11.2019, (β) ως η παράγραφος 12Β), Γ), Δ), Ε), ΣΤ), Ζ), Η), Θ) και Ι) όπως αυτές καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Ο εναγόμενος 1, όπως ανέφερε ο ΜΕ, κατέβαλε το ποσό των €30.000, μετά την καταχώρηση της αγωγής και παρέμεινε το οφειλόμενο ποσό που αναφέρεται ανωτέρω. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως αυτοί εμφαίνονται από την έκθεση απαίτησης, την έκθεση υπεράσπισης και απάντησης στην υπεράσπιση και τις θέσεις τους που προωθήθηκαν με την γραμμή που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία, καθώς και τις εισηγήσεις όπως αυτές εκφράστηκαν με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών, έχοντας υπόψη, μεταξύ άλλων και τις υποθέσεις Μαρσέλ ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερ. 17.10.2014 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση Αρ. 398/2011, ημερ. 12.2.2018. Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Α), ήτοι η σύμβαση δανείου, από το Τεκμήριο 1, το οποίο ουσιαστικά κατά την αντεξέταση δεν αμφισβητήθηκε από το συνήγορο της εναγόμενης 2 η υπογραφή του από τον εναγόμενο 1. Άλλωστε από τη γραμμή αντεξέτασης του ΜΕ διεφάνη ότι η διαφωνία της εναγόμενης 2 έγκειται στη θέση της ότι αυτή θα έπρεπε να απαλλαχθεί από την εγγύηση επειδή προσφέρθηκε να εκπληρώσει ό,τι προβλέπεται στη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 2, αλλά η ενάγουσα δεν ενδιαφέρθηκε και ως εκ τούτου εξάγεται η άρνησης της. Επίσης έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Β), δηλαδή η παράβαση όρου σύμβασης, αφού δεν τηρούνταν οι όροι αυτής, δηλαδή δεν πληρώνονταν οι δόσεις, όπως καταδεικνύεται από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 10, βλ. υπόθεση Παπαγεωργίου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ
  1. Ακόμη έχει αποδειχθεί και το στοιχείο (Γ), αφού στον όρο 2 του Τεκμηρίου 1 προβλέπεται το δικαίωμα της ενάγουσας να καθιστά το οποιοδήποτε υπόλοιπο άμεσα απαιτητό και πληρωτέο κατόπιν σχετικής ειδοποίησης, γεγονός που έπραξε η ενάγουσα όπως καταδεικνύεται από τα Τεκμήρια 8 και 9, την παραλαβή των οποίων, αν και η εναγόμενη 2 αμφισβήτησε, προβάλλοντας ότι η διεύθυνση της εναγόμενης 2 είναι άλλη απ΄ αυτή που αποστάληκαν οι επιστολές Τεκμήρια 7 και 9, από το Τεκμήριο 2 διαπιστώνεται ότι η διεύθυνση που έδωσε η εναγόμενη 2 και αναγράφεται σε αυτά είναι η ίδια διεύθυνση που αποστάληκαν οι επιστολές Τεκμήρια 7 και 9 προς την εναγόμενη
  2. Αν η εναγόμενη 2 είχε άλλη διεύθυνση όφειλε να δώσει αυτή στην ενάγουσα πράγμα που δεν έπραξε. Περαιτέρω όπως ανέφερε ο ΜΕ από το φάκελο που διατηρεί η ενάγουσα δεν φαίνεται ότι οι επιστολές επιστράφηκαν πίσω. Γι΄ αυτό το θέμα δεν προσφέρθηκε καμία μαρτυρία από την εναγόμενη
  3. Η μη επιστροφή των επιστολών συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι αυτές παραλήφθηκαν από την εναγόμενη 2 (βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059.). Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκαν αντιστρέφεται και είναι η εναγόμενη 2 που επικαλείται τη μη παραλαβή τους που πρέπει πλέον να αποδείξει ότι δεν έλαβε τις επιστολές, Τεκμήρια 7 και 9, πράγμα που δεν συνέβη εδώ. Το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται είναι το στοιχείο (Δ), δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό όπως συγκεκριμενοποιήθηκε από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 10 και ως η δήλωση, ΕΓΓΡΑΦΟ Α, του ΜΕ. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην παράγραφο 6 της έκθεσης υπεράσπισης, με τους οποίους αρνείται η εναγόμενη 2 τους ισχυρισμούς της παραγράφου 12 της έκθεσης απαίτησης και ουσιαστικά αφορούν τη μη παραλαβή των επιστολών, Τεκμήρια 7 και 9 και όχι το ίδιο το οφειλόμενο ποσό, ουδεμία ερώτηση υπεβλήθη με την οποία να υποδεικνύει ποια χρέωση είναι παράνομη υπό το πρίσμα της νομοθεσίας ή της σύμβασης δανείου. Απλή άρνηση των ισχυρισμών της παραγράφου 12 της έκθεσης απαίτησης, που περιλαμβάνονται στους ισχυρισμούς των παραγράφων της έκθεσης υπεράσπισης, οι οποίοι στη συνέχεια δεν προωθήθηκαν με ανάλογες υποβολές ή ερωτήσεις με την αντεξέταση του ΜΕ, έτσι ώστε από τη μία να τεθεί η θέση της υπεράσπισης και συνάμα να αμφισβητηθούν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας και από την άλλη να δοθεί η ευκαιρία στον ΜΕ να απαντήσει εκ μέρους της ενάγουσας, δεν αρκεί για να τεθούν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας υπό αμφισβήτηση. Μάλιστα, παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτή γίνεται αποδεκτή, βλ. υπόθεση Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 ΑΑΔ 1147 και Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2010)1 ΑΑΔ 128. Στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785 λέχθηκαν τα εξής: «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Βrowne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr.App. R. 202 ). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69).» Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάσει ισχυρισμούς που δεν προβάλλονται ή δεν προωθούνται κατά την ακροαματική διαδικασία. Παρόλο που υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι αυτοί απορρίπτονται, εξετάζοντας τις θέσεις αυτές διαπιστώνεται ότι στους όρους της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, προβλέπονται οι χρεώσεις για οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο, μεταξύ των οποίων το επιτόκιο καθώς και άλλες επιβαρύνσεις, όμως όπως ήδη λέχθηκε με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 10, ζητείται μόνο ο τόκος επί του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού από την αναφερθείσα πιο πάνω ημερομηνία. Στο βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να αντιληφθεί από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, από την αναφερθείσα πιο πάνω, ημερομηνία, που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 10, χωρίς να καθιστά τον εαυτό του ειδικό, αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που σχετίζονται με διάφορες επιβαρύνσεις πλην των σχετικών με τον τόκο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059 και Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση 1/2010 ημερομηνίας 08/07/2014, στις οποίες ηγέρθησαν, μεταξύ άλλων, παρόμοια θέματα, που αναφέρονται ανωτέρω, από την Υπεράσπιση, τα οποία απορρίφθηκαν. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Χριστίνα Παπαχριστοδούλου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση 263/2010 ημερομηνίας 05/05/
  1. Τοιουτοτρόπως απορρίπτεται και αυτή η θέση. Όσον αφορά την άλλη πτυχή του στοιχείου (Δ), ο ΜΕ, ο οποίος κατέθεσε το Τεκμήριο 10 και ανέφερε στη γραπτή δήλωση-κατάθεσή του ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 10, το οποίο τεκμήριο λαμβάνει διάφορες μορφές καταστάσεων λογαριασμού και αρχίζει, προφανώς, με μια μορφή, από την ημέρα ανοίγματος του λογαριασμού και/ή εκταμίευσης του ποσού του δανείου στις 31.3.2009 και φτάνει μέχρι τις 6.9.2015 και ακολούθως από τις 7.9.2015 έως 3.10.2019 με άλλη μορφή, ήτοι με τη μορφή της αναδομημένης κατάστασης, ανέφερε ότι αυτές οι καταστάσεις αποτελούν μέρος του αρχείου της ενάγουσας και παράχθηκαν, ως εξάγεται ευθέως από τη δήλωση-κατάθεση του ΜΕ, Έγγραφο Α, σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  2. Συγκεκριμένα αναφέρεται στη δήλωση-κατάθεση του ΜΕ ότι, (α) η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 10, αποτελεί ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9), (β) ότι η καταχώρηση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της (άρθρο 22
(2)του Κεφ. 9), (γ) ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9) και (δ) ότι το Τεκμήριο 10 έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό (άρθρο 22
(3)του Κεφ.9), το οποίο μάλιστα αποτελεί επιτακτική ανάγκη για απόδειξη του οφειλομένου υπόλοιπου ποσού, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αντίγραφο της καταχώρησης, στην περίπτωσή μας το Τεκμήριο 10, ως απόδειξη. Η ενάγουσα, ως ήδη αναφέρθηκε, δεν επέμενε στο αρχικό ποσό που αξίωνε, αλλά ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, μέρος του Τεκμηρίου 10, επί τη βάσει του άλλου μέρους του Τεκμηρίου 10, όπου φαίνεται μείωση του ποσού, για το οποίο ουδεμία αμφισβήτηση χωρεί, με βάση τα όσα ανάφερε ο ΜΕ, ότι εκπληρώθηκαν όλα τα πιο πάνω αναφερθέντα στοιχεία του άρθρου 22 του ΚΕΦ.
  1. Η κύρια όμως και ουσιαστική υπεράσπιση της εναγόμενης 2 την οποία προώθησε κατά την αντεξέταση του ΜΕ ήταν ότι από τον Ιανουάριο του 2016, που εκδόθηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας για την επίδικη οικία αρ. 14, κάλεσε την ενάγουσα για υλοποίηση του όρου («The present guarantee of Messrs. SFORZESCO HOLDINGS LTD shall be terminated upon the issuance of a separate title deed for the Villa No.14, built on Plot No.272 and No.412, Reg. No.XXXXX & XXXXX, Sheet/Plan XLI/26 at Pyla, Larnace, which was sold by Messrs. SFORZESCO HOLDINGS LTD to Mr KUCHERENKO XXXXX according to the terms of the Contract of Sale dated 23/03/2009, the transfer of the said property into the name of the above buyer and the registration thereon of a first mortgage for the amount of EUR385.000,00 plus interest, in favour of our Bank as security for the liabilities of Mr KUCHERENKO XXXXX.»), που περιλαμβάνεται στην σύμβαση εγγύησης Τεκμήριο 2, και η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε. Επιβεβαίωση τούτου αποτελεί η επιστολή της ενάγουσας ημερομηνίας 15.12.2016, Τεκμήριο 11, με την οποία απάντησε στην επιστολή της εναγόμενης 2 ημερομηνίας 30.11.2016, δηλαδή ένα περίπου χρόνο μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Αναφερόμαστε στην πιο πάνω υπόθεση και προς απάντηση της επιστολής σας ημερομηνίας 30/11/2016 ως αυτή έχει αποσταλεί στους πελάτες μας, BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, παρακαλούμε όπως σημειώσετε τα ακόλουθα. Έχουμε ενημερωθεί από τους πελάτες μας αναφορικά με την πρόθεση του εναγόμενου 1 για την πλήρη εξόφληση και διευθέτηση της πιο πάνω αγωγής μέχρι το τέλος του Φεβρουαρίου
  2. Ένεκα της πιο πάνω εξέλιξης θεωρούμε δέον όπως δοθεί ο απαραίτητος χρόνος ώστε να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες από πλευράς του εναγόμενου 1 για πλήρη εξόφληση της αγωγής. Είμαστε στην διάθεση σας, εν αναμονή της απάντησής σας καθώς και για οποιεσδήποτε πληροφορίες και ή διευκρινήσεις χρειάζεστε.». Διαπιστώνεται ότι η εναγόμενη 2, αν όχι από τον Ιανουάριο του 2016 που παραδέχθηκε ο ΜΕ ότι η εναγόμενη 2 ήταν έτοιμη να μεταβιβάσει τον τίτλο ιδιοκτησίας της οικίας αρ.14, έστω από τον Νοέμβριο του 2016 μέχρι σήμερα, είναι έτοιμη για τη μεταβίβαση της εν λόγω οικίας, αφού η ενάγουσα τίποτε το απτό δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει το αντίθετο αλλά απεναντίας ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε ισχυρός ενόψει και της μαρτυρίας του ΜΕ η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ποια όμως είναι η σημασία της έκδοσης του ξεχωριστού τίτλου της οικίας αρ.14 από την εναγόμενη 2 και του διαβήματος της εναγόμενης 2 από τον Ιανουάριο του 2016, ή έστω από την ημερομηνία της επιστολής ημερομηνίας 30.11.2016, στην οποία απάντησε η ενάγουσα με την επιστολή ημερομηνίας 15.12.2016, Τεκμήριο 11 και της μετέπειτα επικοινωνίας της εναγόμενης 2, σε κάποια διαστήματα, με την ενάγουσα, προφανώς, για την ετοιμασία των εγγράφων μεταβίβασης και υποθήκης (σύμφωνα με τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 2) ή και απ΄ ευθείας μεταβίβαση της οικίας αρ. 14 (σύμφωνα με τη σύμβαση εκχώρησης, Τεκμήριο 3) στην ενάγουσα από την εναγόμενη 2 και της μη ανταπόκρισης της ενάγουσας, υπό το πρίσμα των θέσεων που προβλήθηκαν και προωθήθηκαν για την ερμηνεία του αναφερθέντος όρου της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 2 και της σύμβασης εκχώρησης, Τεκμήριο 3; Όσον αφορά το θέμα του αναφερθέντος, πιο πάνω, όρου της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 2, το Δικαστήριο συμφωνεί με το δικηγόρο της ενάγουσας ότι για την υλοποίηση του όρου αυτού και συνακόλουθα της απαλλαγής της εναγόμενης 2 από τη σύμβαση εγγύησης πρέπει (α) να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για την οικία αρ. 14, (β) να μεταβιβαστεί από την εναγόμενη 2 στον εναγόμενο 1 η εν λόγω οικία και (γ) ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση στον εναγόμενο 1, αυτός να υποθηκεύσει την οικία αρ.14 προς όφελος της ενάγουσας. Η αποτίναξη του βάρους της εγγύησης από τους ώμους της εναγόμενης 2 και της απαλλαγής από αυτή μπορούσε να επέλθει μόνο με την συντέλεση και των τριών, ως άνω, γεγονότων. Η συμπερίληψη μάλιστα της υποθήκης προς όφελος της Ενάγουσας στον αναφερθέντα όρο της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 2, δεν είναι τυχαία, αφού η ενάγουσα έδινε δάνειο σε ένα πρόσωπο (εναγόμενο 1) το οποίο προφανώς της παρουσίασε η εναγομένη 2 ως αγοραστή μιας οικίας που ανήγειρε η ίδια, που δεν πρόσφερε το πρόσωπο αυτό καμία εξασφάλιση για το δάνειο που λάμβανε και ουσιαστικά εξυπηρετείτο η εναγόμενη 2 με την πώληση της ανεγερθείσας οικίας εκ μέρους της. Η συμπερίληψη δηλαδή στον αναφερθέντα όρο της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 2, της υποθήκης της οικίας αρ. 14 προς όφελος της ενάγουσας ήταν το αντιστάθμισμα στην ανύπαρκτη εξασφάλιση από τον εναγόμενο 1 του δανείου που λάμβανε από την ενάγουσα για να μη δύναται από τη μια η εναγομένη 2 να το μεταβιβάσει στον εναγόμενο 1 και η ενάγουσα να παρέμενε χωρίς καμία εξασφάλιση και από την άλλη η μη υλοποίηση του αναφερθέντος όρου να καθιστά υπεύθυνη για το όποιο χρεωστικό υπόλοιπο την εναγομένη 2, που σε τελική ανάλυση αυτή βοηθείτο από την Ενάγουσα για την πώληση της οικίας στον εναγόμενο 1, ο οποίος τίποτε δεν πρόσφερε στην Ενάγουσα για εξασφάλιση όταν λάμβανε το δάνειο. Επισημαίνεται σε αυτό το σημείο ότι το ποσό της σύμβασης δανείου, η οποία έγινε στις 24.3.2009, Τεκμήριο 1, αποδεσμεύθηκε και εκταμιεύθηκε ως εμφαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 10, στις 31.3.2009, δηλαδή μετά την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης στις 24.3.2009, Τεκμήριο
  3. Γεγονός που καταδεικνύει την σημασία που αποδίδετο στη σύμβαση εγγύησης και ειδικότερα στον αναφερθέντα όρο αυτής, αφού με αυτό παρείχετο η μόνη εξασφάλιση για το δάνειο. Το Δικαστήριο για το πρώτο θέμα, που κύρια η εναγομένη 2 προβάλλει ότι έπραξε ότι της αναλογούσε με βάση τον αναφερθέντα όρο της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 2 και τοιουτοτρόπως έχει απαλλαγεί από αυτή, αφού πρώτα αναφέρεται ότι η θέση αυτή καταγράφεται στην έκθεση υπεράσπισης, διαπιστώνεται ότι η εναγομένη 2 πράγματι εκπλήρωσε (α) πρώτα το ένα από τα τρία γεγονότα του αναφερθέντος όρου, ήτοι την έκδοση ξεχωριστού τίτλου της οικίας αρ. 14, που κατ' ακρίβεια είχε εκδοθεί τρεις
(3)περίπου μήνες μετά την έγερση της αγωγής, (β) μετά κάλεσε την ενάγουσα, αν όχι τον Ιανουάριο του 2016, έστω τον Νοέμβριο του 2016 να γίνει η μεταβίβαση και η υποθήκευση, ως ο αναφερθέντας όρος της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 2, της οικίας αρ. 14, γεγονός το οποίο, με βάση την μαρτυρία του ΜΕ που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει αποδειχθεί και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν ανταποκρίθηκε η ενάγουσα στο κάλεσμα της εναγόμενης 2 και (γ) η μη ταυτόχρονη υποθήκευση της εν λόγω οικίας από τον εναγόμενο 1 στην ενάγουσα ήταν το αποτέλεσμα της μη ανταπόκρισης της τελευταίας στο κάλεσμα της εναγομένης 2 προς αυτή, όπως προσέλθει εντός του χρονικού διαστήματος, που αναφέρθηκε προηγουμένως, στο κτηματολόγιο για υλοποίηση του αναφερθέντος, ως άνω, όρου της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο
  1. Η μεταβίβαση της οικίας αρ. 14 από την εναγομένη 2 στον εναγόμενο 1 ή απ΄ ευθείας στην ενάγουσα με βάση τη σύμβαση ή εκχώρηση, Τεκμήριο 3, παρά την επιθυμία, διάθεση και εκφρασθείσα θέση εκ μέρους της εναγομένης 2, ετοιμότητας για την υλοποίηση της μεταβίβασης, αφού αποδέχθηκε ο ΜΕ ότι δόθηκε χρόνος 30 ημερών στην ενάγουσα για να προσέλθει στο κτηματολόγιο για μεταβίβαση της εν λόγω οικίας, ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, γιατί η ενάγουσα δεν επιθυμούσε τούτο αλλά ήλπιζε και ελπίζει στην εξόφληση του οφειλόμενου ποσού από τον εναγόμενο 1 και επί πλέον να έχει από τη μια ως ασφάλεια την εγγύηση της εναγόμενης 2 και από την άλλη να αποτελεί μοχλό πίεσης του εναγόμενου 1 για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού από τον εναγόμενο 1 στην ενάγουσα. Ως κ τούτου καθίσταται φανερό ότι η εναγόμενη 2, μέχρι και πριν την έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος για μη αποξένωση της οικίας αρ. 14, που εξασφάλισε η ενάγουσα, αλλά μετά την έγερση της αγωγής, έπραξε ότι της αναλογούσε προκειμένου να μεταβιβάσει στον εναγόμενο 1 και υποθηκεύσει αυτός τούτη στην ενάγουσα με βάση τον αναφερθέντα όρο της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 2, ή να μεταβιβάσει απ΄ ευθείας στην ενάγουσα με βάση το εκχωρητήριο έγγραφο Τεκμήριο 3, αλλά η ενάγουσα ήταν αυτή που με την συμπεριφορά της αρνήθηκε την υλοποίηση του αναφερθέντος όρου της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 2 και τον προβλεπομένων στο εκχωρητήριο έγγραφο, Τεκμήριο
  2. Έπεται ότι η εναγόμενη 2 απαλλάσσεται της υποχρέωσης της που εκπηγάζει από τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 2, για την καταβολή οιουδήποτε ποσού προς την ενάγουσα. Σε σχέση με τα διατάγματα τα οποία αξιώνονται από την ενάγουσα κρίνεται ότι αυτά θα μπορούσαν να εκδοθούν με βάση το περιεχόμενο τους εναντίον της εναγομένης 2 αφού αυτά στηρίζονται στη σύμβαση εκχώρησης, Τεκμήριο 3, που υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1 και της υποχρέωσης της εναγόμενης 2 να μεταβιβάσει την οικία είτε στον εναγόμενο 1 και αυτός να υποθηκεύσει τούτη προς όφελος της ενάγουσας, είτε να μεταβιβάσει την οικία απ΄ ευθείας στην ενάγουσα με βάση το εκχωρητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 3, όπως ακριβώς αξιώνει η ενάγουσα με την έκθεση απαίτησης της, και όπως ζητήθηκε από τον ΜΕ με την μαρτυρία του. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, η αγωγή επιτυγχάνει εναντίον της εναγομένης 2 ως προς τα διατάγματα και αποτυγχάνει ως προς την αξίωση για απόφαση εναντίον της εναγόμενης 2 για το οφειλόμενο ποσό. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 2 ως η παράγραφος 12Β), Γ), Δ), Ε), Ζ) και Η), πλέον έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής στις 16.10.2015 μέχρι και τις 30.11.
  3. (Υπ.) .................................... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.