← Κύπρος

ΝΕΟΦΥΤΟΥ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4760/2017, 31/3/2020

ΝΕΟΦΥΤΟΥ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4760/2017, 31/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4760/2017 Μεταξύ: 1) XXXXX ΝΕΟΦΥΤΟΥ 2) HERCULES PARKING LIMITED Εναγόντων -και- 1) ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 2) ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 8/3/2019 για Παραπομπή στο Ε.Δ. Πάφου Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Εναγόμενο 2: κα Ν. Παπούτσα για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κα Δ. Λαδά για G & A Ladas LLC Για Εναγόμενο 1: κ. Α. Χριστοφόρου, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αιτούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση ο Αιτητής/Εναγόμενος 2 επιδιώκει τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Παραπομπή, εξ ολοκλήρου, της αγωγής 4760/2017 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Β. Εκδίκαση των νομικών σημείων που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης του Αιτητή δια προδικαστικών ενστάσεων πριν από την ακρόαση της αγωγής και/ή προδικαστικά. Γ. Απόρριψη της αγωγής των Εναγόντων στην ολότητά της, λόγω έλλειψης οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος στο πρόσωπο των Εναγόντων και/ή λόγω της έλλειψης βάσης αγωγής και του επιπόλαιου και ενοχλητικού της. Νομική Βάση Αίτησης Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στις Δ.27, θθ. 1, 3, Δ.39, Δ.48, Δ.59 και Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη Νομολογία, την πρακτική και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Αίτησης Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη δήλωση της XXXXX Χαραλάμπους, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή, στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Ο Αιτητής είναι ο Δήμος Πάφου, που συνιστά δήμο με την έννοια του περί Δήμων Νόμου 111/85, ο οποίος διοικείται και λειτουργεί όπως προβλέπει ο εν λόγω Νόμος. · Την 29/12/2017 οι Ενάγοντες στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ενήγαγαν τον Αιτητή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με βάση αγωγής, μεταξύ άλλων, την παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία βρίσκεται στην Πάφο, με αναφορά σε οικόπεδα που κατέχονταν από τους Ενάγοντες και αναφορικά με τα οποία ακολουθήθηκαν διαδικασίες επίταξης και απαλλοτρίωσης από μέρους του Αιτητή, που δημιούργησαν και τον λόγο διαφοράς των Εναγόντων και τον Αιτητή, εφόσον το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο. Συνένωσαν, οι Ενάγοντες, βάση αγωγής δυνάμει του Άρθρου 146 § 6 του Συντάγματος δια της οποίας αξιώνουν παράλληλα ή διαζευκτικά. · Ως προς το πραγματικό σκέλος, έχουν καταστεί επίδικα θέματα, βάσει ισχυρισμών των Εναγόντων και άρνησης του Αιτητή ή και των Εναγόμενων γενικά, ενέργειες του Αιτητή μέσα στον χώρο και εργασίες ή «ζημιές» για τις οποίες δεν έγινε υποτίθεται επαναφορά και συναφής απαίτηση με τεχνικά σημεία για αποκατάσταση, όπως και ισχυρισμοί σε σχέση με τη λειτουργία του χώρου στην Πάφο και τα έσοδα που επέφερε ή θα επέφερε (με αναφορά σε ώρες μεγάλης ή χαμηλής αιχμής). Ο Αιτητής αμφισβητεί την απαίτηση των Εναγόντων, με τον τρόπο που διαφαίνεται στην Υπεράσπισή του. · Στην Υπεράσπισή του, ο Αιτητής, προβάλλει, μεταξύ άλλων προδικαστικών ενστάσεων, και το γεγονός ότι η Αγωγή έπρεπε να καταχωριστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, όπου βρίσκεται το ακίνητο, ο Αιτητής και η μαρτυρία σε σχέση με οτιδήποτε αφορά στο ακίνητο και στον Αιτητή. · Με βάση τις σχετικές πρόνοιες του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 δεν προβλέπεται δωσιδικία στη βάση του τόπου διαμονής του Ενάγοντος στη βάση του ότι ο Ενάγων φέρεται ως θύμα αστικού αδικήματος παράνομης επέμβασης, ενώ σε κάθε περίπτωση υπερτερεί η αποκλειστική δωσιδικία του τόπου του ακινήτου, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η Πάφος και δεν υπάρχει δικαίωμα επιλογής βάσει συντρέχουσας δωσιδικίας μεταξύ των δύο δικαστηρίων. · Με δεδομένο ότι δεν υφίσταται συντρέχουσα αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι Ενάγοντες να ενήργησαν κακόπιστα με το να ενάγουν τον Δήμο Πάφου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η μόνη συσχέτιση με την επαρχία του οποίου είναι η καταστατική έδρα της Ενάγουσας 1. · Ανεξάρτητα όμως από τα προαναφερόμενα, στη βάση των οποίων η θέση του Αιτητή είναι ότι το μόνο κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, συναφώς αναφέρεται και το ότι το, να διεξαχθεί δίκη για παράνομη επέμβαση σε σχέση με ακίνητο και ενέργειες που έγιναν στην Πάφο, επηρεάζει τις δυνατότητες υπεράσπισης του Αιτητή, λειτουργοί του οποίου και άλλα πρόσωπα θα πρέπει να μεταβαίνουν στη Λευκωσία, και μαρτυρία του οποίου, μεταξύ άλλων, φάκελοι ογκώδεις με δημόσια έγγραφα, να μεταφέρονται στη Λευκωσία. · Εάν η Αγωγή καταχωρείτο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, κανένας επηρεασμός δεν θα υφίστατο όσον αφορά τον Εναγόμενο 1, που είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, ή τους Ενάγοντες. Οι ίδιοι οι Ενάγοντες δηλώνουν ότι ήταν σε θέση να διαχειρίζονται το επίδικο ακίνητο που βρίσκεται στην Πάφο ως χώρο στάθμευσης προβάλλοντας διάφορες συναφείς απαιτήσεις. Ο Ενάγων 1 είναι ο μοναδικός αξιωματούχος (διευθυντής και γραμματέας) της Ενάγουσας 2, και μπορεί, ο ίδιος, να μεταβαίνει στην Πάφο για σκοπούς μαρτυρίας, σε ό,τι αφορά τον Αιτητή ή το επίδικο ακίνητο. Η ταλαιπωρία που θα υποστεί ο Ενάγων 1, εάν η Αγωγή μεταφερθεί και εκδικαστεί στην Πάφο από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, είναι πολύ μικρότερη από αυτήν στην οποία θα υποστεί ο Αιτητής, εάν η Αγωγή παραμείνει και εκδικαστεί στη Λευκωσία από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. · Σύμφωνα με το άρθρο 21 § 4 του ιδίου νόμου, ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 61, 62, 63 και 64 αυτού, σε περίπτωση που το Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εισήχθη ή καταχωρίστηκε η αγωγή δεν είναι κατά τόπο αρμόδιο, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου

(1), μπορεί να παραπέμψει την αγωγή ή την υπόθεση στο αρμόδιο κατά τόπο Επαρχιακό Δικαστήριο. · Στην προκειμένη περίπτωση, η ομνύουσα διατυπώνει την άποψη ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας μπορεί και θα πρέπει να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο κατά τόπο Επαρχιακό Δικαστήριο που είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Στη συνέχεια, η ομνύουσα αναφέρει ότι θα πρέπει πρώτα να επιλυθεί το θέμα της κατά τόπον αρμοδιότητας πριν να προωθηθούν και να επιλυθούν τα θέματα της καθ' ύλη δικαιοδοσίας και της έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος, που, επίσης, ισχυρίζεται ο Αιτητής, δια προδικαστικών ενστάσεων που έχει προβάλει στην Υπεράσπισή του, και τις οποίες προτίθεται να προωθήσει ενώπιον κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου. Όσον αφορά τα νομικά σημεία που εγείρονται διά προδικαστικών ενστάσεων στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 2/Αιτητή, η ομνύουσα αναφέρει ότι αυτά εγείρουν σοβαρά νομικά θέματα τα οποία αν αποφασισθούν υπέρ του Αιτητή αποφασίζεται η όλη υπόθεση. Επιπλέον, προβάλλει ότι η υπό κρίση περίπτωση είναι απλή και καθαρή και ότι δεν υπάρχει ασάφεια γεγονότων ή του Νόμου ώστε να πρέπει να διεξαχθεί για τη διάγνωση των εν λόγω νομικών σημείων κανονική ακρόαση. Όπως η ομνύουσα ισχυρίζεται, ακόμα και σε περίπτωση όπου το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ήθελε αποφασίσει ότι έχει κατά τόπον αρμοδιότητα να επιληφθεί της υπόθεσης, δεν μπορεί να αντλήσει δικαιοδοσία για να εξετάσει θέμα παράνομης επέμβασης λόγω κατοχής που καταλήφθηκε και εργασιών που έλαβαν χώρα δια του θεσμού της επίταξης, ενώ τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα είχαν τη δυνατότητα να εγείρουν Παραπομπή με βάση τον ειδικό νόμο που διέπει τον θεσμό της επίταξης ώστε τυχόν αποζημιώσεις λόγω επίταξης να εξεταστούν σε τέτοιο πλαίσιο. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αντλήσει δικαιοδοσία να εκδικάσει αστικό αδίκημα παράνομης επέμβασης ή αποζημιώσεων με βάση το Άρθρο 146 § 6 του Συντάγματος λόγω ακύρωσης του Διατάγματος Απαλλοτρίωσης, η δε απαλλοτρίωση δεν αφορά στην κατοχή αλλά στην ιδιοκτησία, και οι αποζημιώσεις επιδικάζονται εφόσον συντελεστεί η μεταβίβαση. Ειδικότερα, δεν μπορεί, το Δικαστήριο, να αντλήσει δικαιοδοσία να εκδικάσει υπόθεση προωθούμενη μέσω προσώπου φερόμενου ως εκδοχέος δικαιωμάτων άλλων. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, Άρθρο 21, του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 Αρ. 2, 3, 11, 12 και 43, των Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.9, 13, 16, 27, και Δ.48, του Αρ. 146
(6)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, και επί των συμφυών και γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: § Το θέμα της δικαιοδοσίας αποφασίζεται σε αυτό το στάδιο βάσει των γεγονότων και επίδικων θεμάτων ως αυτά εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων και μόνο, και θεωρώντας ότι αυτά είναι αληθή. § Η ουσία της παρούσας Αγωγής αφορά αποζημιώσεις για αστικό αδίκημα σχετιζόμενο μεν με ακίνητη ιδιοκτησία για την επιδίκαση όμως ή τον υπολογισμό των οποίων δεν χρειάζεται να διαγνωσθεί οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, που αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία. Κατά συνέπεια, η αγωγή δεν αφορά «θέμα αφoρώv εις ακίvητov ιδιoκτησίαv» στην έννοια του Άρθρου 21
(2)του Νόμου 14/60. § Περαιτέρω, η αγωγή αφορά αποζημιώσεις δυνάμει του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματος λόγω ακύρωσης από το Ανώτατο Δικαστήριο του επίδικου Διατάγματος Επίταξης για τον υπολογισμό των οποίων δεν χρειάζεται να διαγνωσθεί οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, που αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία. Κατά συνέπεια, η αγωγή δεν αφορά «θέμα αφoρώv εις ακίvητov ιδιoκτησίαv» στην έννοια του Άρθρου 21
(2)του Νόμου 14/
  1. § Από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει ότι ο μεν Υπουργός Εσωτερικών, που διαμένει και ασκεί το λειτούργημα του στη Λευκωσία και εκπροσωπείται από τον Εναγόμενο 1 με διεύθυνση στη Λευκωσία, i. εξέδωσε το διάταγμα επίταξης, και ii. εξουσιοδότησε τον Αιτητή (Εναγόμενο 2) να το εκτελέσει, ο δε Αιτητής, iii. ζήτησε και/ή προκάλεσε την έκδοση του διατάγματος και iv. εκτέλεσε το διάταγμα επίταξης, που μεταγενέστερα ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Συνεπώς, οι Εναγόμενοι ενάγονται σαν συναδικοπραγήσαντες και/ή συνυπεύθυνοι στην έννοια των άρθρων 11 και 12 του Κεφ.
  2. Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει δικαστική γνώση του ότι το Υπουργείο Εσωτερικών και ο Υπουργός Εσωτερικών ευρίσκονται στη Λευκωσία. Σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)(β) του Ν.14/60, οι Ενάγοντες δικαιούνταν να καταχωρήσουν την αγωγή στον τόπο διαμονής οποιουδήποτε από τους εναγόμενους εφόσον υπήρχαν περισσότεροι από έναν και είχαν διαφορετικούς τόπους διαμονής. § Η παρούσα Αγωγή αφορά αποζημιώσεις λόγω παράνομης επέμβασης και/ή δυνάμει του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματος σαν αποτέλεσμα της ακύρωσης από το Ανώτατο Δικαστήριο του εκδοθέντος από τον Εναγόμενο 1, μετά από αίτημα των Αιτητών, Διατάγματος Επίταξης. Η διαδικασία της παραπομπής σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμου, 1962, (Ν.21/1962)προϋποθέτει την ύπαρξη έγκυρου διατάγματος επίταξης. § Τα νομικά σημεία που εγείρονται στην Υπεράσπιση του Αιτητή δεν μπορούν να εκδικασθούν σαν προκαταρκτικά νομικά σημεία εφόσον, δεν υφίσταται το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο, ούτε δύναται το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο να προβεί σε ευρήματα γεγονότων. Με την εκδίκαση τους δεν διεκπεραιώνεται ολόκληρη η αγωγή, ή ένα σημαντικό μέρος της. § Το αιτητικό Γ της Αίτησης είναι παντελώς αβάσιμο, γενικό και αόριστο, δεν στηρίζεται από οποιαδήποτε από τις πρόνοιες που αναφέρονται στην νομική βάση της Αίτησης, και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αποφασισθεί στο παρόν στάδιο και στη βάση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Ένορκη Δήλωση Ένστασης Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 και Διευθυντή της Ενάγουσας 2, στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω τα εξής:
  1. Κατά ή περί την 4/4/2006 ο Υπουργός Εσωτερικών, ο οποίος εκπροσωπείται στην παρούσα αγωγή από τον Εναγόμενο 1, εξέδωσε διάταγμα επίταξης των επίδικων ακινήτων και ενέκρινε την παραχώρηση στο Δήμο Πάφου της επιταχθησόμενης ιδιοκτησίας, το οποίο διάταγμα επισυνάπεται ως Τεκμήριο ΠΝ
  2. Το διάταγμα επίταξης δημοσιεύθηκε την 14/4/2006, και την 9/5/2006 ο Υπουργός Εσωτερικών ενέκρινε την παραχώρηση στο Δήμο Πάφου της επιταχθησόμενης ιδιοκτησίας. Επισυνάπτεται η δημοσίευση της επίταξης ως Τεκμήριο ΠΝ2 και η εξουσιοδότηση στον Εναγόμενο 2 ως Τεκμήριο ΠΝ3 αντίστοιχα. Ως διαφαίνεται από τα πιο πάνω Τεκμήρια όλες οι ενέργειες του Υπουργού Εσωτερικών διενεργήθηκαν στη Λευκωσία.
  3. Την 23/6/2006 οι Ενάγοντες κατεχώρησαν μέσω των δικηγόρων τους την Προσφυγή Αρ. 1130/06 εναντίον της επίταξης, και την 7/6/2013 το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την επίταξη. Επισυνάπτεται η σχετική απόφαση ως Τεκμήριο ΠΝ
  4. Τις επεμβάσεις των Εναγομένων στα ακίνητα των Εναγόντων καθώς και τις ζημιές που αυτοί υπέστηκαν αναλύονται με λεπτομέρεια στην Έκθεση Απαίτησης.
  5. Ο Υπουργός Εσωτερικών ανανέωνε το Διάταγμα επίταξης των Οικοπέδων μέχρι την συμπλήρωση του μέγιστου επιτρεπόμενου χρόνου παράτασης της επίταξης, δηλαδή μέχρι την 13/4/
  6. Η επίταξη αποφασίσθηκε και υπογράφηκε στη Λευκωσία από τον Υπουργό Εσωτερικών, όπως και η εξουσιοδότηση προς τον Εναγόμενο 2 για να την εκτελέσει. Χωρίς την επίταξη αυτή δεν θα γινόταν επέμβαση στα ακίνητα των Εναγόντων και δεν θα είχαν υποστεί τις ζημιές τις οποίες αναλύουν στην Έκθεση Απαίτησης. Συνεπώς, η βάση της αγωγής τους προέκυψε από τις πράξεις του Υπουργού Εσωτερικών και άρα στη Λευκωσία, εφόσον όλες οι βασικές ενέργειες που επέτρεψαν την επέμβαση στα επίδικα ακίνητα διενεργήθηκαν στη Λευκωσία.
  7. Η επίταξη, η ακύρωση της, και η επέμβαση στα ακίνητα των Εναγόντων είναι γεγονός και μάλιστα δεν αμφισβητείται από τους Εναγόμενους. Αυτό που αμφισβητείται ουσιαστικά είναι το θέμα των αποζημιώσεων. Συνεπώς, αυτό είναι το θέμα το οποίο θα κληθεί να αποφασίσει το Δικαστήριο.
  8. Με την παρούσα Αγωγή δεν ζητείται από το Δικαστήριο να αποφασίσει κάποιο θέμα ή εμπράγματο δικαίωμα επί των ακινήτων των Εναγόντων, αλλά ουσιαστικά το χρηματικό θέμα των αποζημιώσεων που δικαιούνται για τις ζημιές που υπέστησαν.
  9. Η βάση της παρούσας Αγωγής προέκυψε στη Λευκωσία από την ενέργεια του Υπουργού Εσωτερικών να διατάξει την επίταξη των ακινήτων των Εναγόντων, η οποία ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Απορρίπτονται δε τα όσα ο Αιτητής αναφέρει περί δήθεν επηρεασμού των δικαιωμάτων του να υπερασπίσει τα δικαιώματα του, καθώς και περί των δήθεν δυσκολιών στην προσέλευση τους στο παρόν Δικαστήριο. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ψευδείς, αβάσιμοι, και, σε κάθε περίπτωση, άσχετοι με το κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας Αγωγής. Το ότι ο Αιτητής δεν θέλει να έρχεται στην Λευκωσία για την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής δεν αποτελεί παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στο θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ούτε επηρεάζεται το δικαίωμα οποιουδήποτε διάδικου λόγω του ότι εκδικάζεται μια αγωγή σε επαρχία άλλη από αυτήν στην οποία διαμένει.
  10. Το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Αγωγή και δεν υπάρχει λόγος να την παραπέμψει σε Δικαστήριο άλλης επαρχίας.
  11. Η νομοθεσία την οποία η άλλη πλευρά επικαλείται δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, εφόσον ουσιαστικά αφορά περιπτώσεις όπου δίδονται αποζημιώσεις μετά από επίταξη η οποία είναι έγκυρη. Η δε διαδικασία της παραπομπής θα ήταν κατάλληλη εάν η επίταξη ήταν έγκυρη και νόμιμη. Στην παρούσα περίπτωση η επίταξη των ακινήτων των Εναγόντων ακυρώθηκε έχοντας κριθεί παράνομη από το Ανώτατο Δικαστήριο. Συνεπώς, λόγω ακριβώς της ακύρωσης της επίταξης, έχουν καταστεί οι επεμβάσεις στα ακίνητα των Εναγόντων παράνομες και για όποιες ζημιές οι Ενάγοντες έχουν υποστεί δικαιούνται αποζημιώσεις. Το δε κατάλληλο ένδικο μέσο είναι η παρούσα Αγωγή.
  12. Η βάση της παρούσας Αγωγής είναι ξεκάθαρα η επίταξη των ακινήτων των Εναγόντων η οποία χρησιμοποιήθηκε για να τους εκδιώξουν από τα ακίνητά τους, και για 3 χρόνια να λειτουργούν τα ακίνητά τους ως δημόσιο χώρο στάθμευσης επί πληρωμή και ενώ ήδη τα λειτουργούσαν οι Ενάγοντες ως τέτοιο.
  13. Από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει ξεκάθαρα ότι η Αγωγή αφορά αποζημιώσεις λόγω παράνομης επέμβασης και/ή δυνάμει του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματος σαν αποτέλεσμα της ακύρωσης από το Ανώτατο Δικαστήριο του εκδοθέντος από τον Εναγόμενο 1, διατάγματος επίταξης. Εξέταση Υπό Κρίση Αίτησης Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση με βάση το Άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και/ή αποζημιώσεις δυνάμει του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Συγκεκριμένα μέσω της παρούσας Αγωγής ενάγονται ο Γενικός Εισαγγελέας, Εναγόμενος 1 και ο Δήμος Πάφου, Εναγόμενος 2, για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία βρίσκεται στην Πάφο με αναφορά σε οικόπεδα τα οποία κατέχονταν από τους Ενάγοντες και αναφορικά με τα οποία ακολουθήθηκαν διαδικασίες απαλλοτρίωσης και επίταξης από μέρους του Εναγόμενου 2/Αιτητή εφόσον το Διάταγμα απαλλοτρίωσης ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο. Πέραν της παράνομης επέμβασης επικαλούνται, όπως ήδη αναφέρθηκε, και βάση αγωγής δυνάμει του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Αποτελούν κοινώς αποδεκτά γεγονότα η ακύρωση από το Διοικητικό Δικαστήριο απαλλοτρίωσης που είχε επιχειρήσει ο Εναγόμενος 2 και ακύρωση Διατάγματος επίταξης που εξέδωσε η επιτάσσουσα αρχή, Υπουργός Εσωτερικών, εκπροσωπούμενος από τον Εναγόμενο 1 βάσει του οποίου ο Εναγόμενος 2 εξουσιοδοτήθηκε να επέμβει στο ακίνητο το οποίο ανήκει στον Ενάγοντα1, XXXXX Νεοφύτου και XXXXX Νεοφύτου. Ο Ενάγων, όπως ισχυρίζεται, ενάγει ως εκδοχεύς των δικαιωμάτων των δύο αυτών προσώπων. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα η σχέση της Ενάγουσας 2, οικογενειακής εταιρείας του Ενάγοντα, με την Αγωγή είναι ότι αυτή είχε αναλάβει τη λειτουργία δημόσιου χώρου στάθμευσης στο οικόπεδο που αποτέλεσε αντικείμενο της απαλλοτρίωσης και στο μεταξύ της επίταξης βάσει συμφωνίας η οποία, όπως προβάλλεται, είχε συναφθεί πριν από την επίταξη και αμέσως μετά την ίδρυση της Ενάγουσας 2. Η απόρριψη από τον Εναγόμενο 2 της αίτησης για χορήγηση πολεοδομικής άδειας για την κατασκευή χώρου στάθμευσης στο οικόπεδο από τους ιδιοκτήτες του είχε επίσης ακυρωθεί στο πλαίσιο προσφυγής που είχε καταχωρηθεί όπως επίσης και η μη έγκαιρη επανεξέταση της αίτησης τους από τον Εναγόμενο 2 μετά την ακυρωτική απόφαση. Οι ισχυρισμοί των Εναγόντων είναι ότι η ακύρωση της απαλλοτρίωσης και της επίταξης κατέστησε την επέμβαση του Εναγόμενου2/Αιτητή στο οικόπεδο από νόμιμη, βάσει επίταξης, σε παράνομη και για αυτό αξιώνουν αποζημιώσεις που σχετίζονται με τέτοια παράνομη επέμβαση αλλά και τέτοιες που σχετίζονται με τη λειτουργία δημόσιου χώρου στάθμευσης στο οικόπεδο κατά τη χρονική περίοδο της επίταξης, ήτοι απώλεια εισοδημάτων καθώς και αποζημιώσεις για το κόστος επαναφοράς των οικοπέδων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την επέμβαση. Ζήτημα Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Με την υπό κρίση Αίτηση , ο Αιτητής/Εναγόμενος 2 αιτείται την παραπομπή, εξ ολοκλήρου, της παρούσας Αγωγής από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, την εκδίκαση των λοιπών νομικών σημείων που περιέχονται στην Υπεράσπισής του δια προδικαστικών ενστάσεων πριν από την ακρόαση της Αγωγής, προδικαστικά, και την απόρριψη της Αγωγής στην ολότητά της, λόγω έλλειψης οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος στο πρόσωπο των Εναγόντων και/ή λόγω της έλλειψης βάσης αγωγής και του επιπόλαιου και ενοχλητικού της. Όπως είναι αντιληπτό προέχει η εξέταση του ζητήματος της δικαιοδοσίας. Αποτέλεσε, συναφώς, εισήγηση της πλευράς του Αιτητή/Εναγόμενου 2 ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα εκδίκασης της παρούσας Αγωγής. Με βάση τη σχετική νομολογία τα ζητήματα δικαιοδοσίας είναι θεμελιακά και αντιμετωπίζονται ως ζητήματα δημόσια τάξης ενώ εγείρονται και αποφασίζονται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Αποτελεί δε καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει ζητήματα δικαιοδοσίας ακόμη και αυτεπάγγελτα και μόνο αν διαπιστώσει ότι κέκτηται αρμοδιότητας να προχωρήσει με την ανάληψη δικαστικής εξουσίας καθώς ενδεχόμενη έλλειψη αρμοδιότητας να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 C.L.R. 566 είναι κατατοπιστικό: "However, with all respect to the learned Judge, his first and paramount duty was to examine the question of jurisdiction and only if he found that he had jurisdiction, he could have proceeded to examine further the application before him on its merits. He was not asked in this particular case to proceed to answer a hypothetical question as to whether Rent Control Courts had jurisdiction to make declaratory judgments. He had a concrete case before him based on certain facts which he had to examine on the basis of the Law and authorities and pronounce his judgment. But before doing so, he ought to have examined the issue of jurisdiction. He should not in any way proceed to a judicial act if he had no jurisdiction;.."[1] (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επισημαίνεται ότι τα Επαρχιακά Δικαστήρια ασκούν τη δικαιοδοσία τους με βάση το Νόμο που προβλέπει την εγκαθίδρυση τους. Η ανάληψη και άσκηση δικαστικής εξουσίας από τα Επαρχιακά Δικαστήρια συναρτάται τόσο από την καθ΄υλην όσο και την κατά τόπο αρμοδιότητα τους. Η πιο κάτω περικοπή από την υπόθεση Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ.240 είναι απόλυτα σχετική: «Τα Επαρχιακά Δικαστήρια συνιστούν κατώτερα δικαστήρια με την έννοια που ενέχει ο όρος στο Άρθρο 152 του Συντάγματος. Τόσο η δικαιοδοσία όσο και οι εξουσίες των πολιτικών δικαστηρίων καθορίζονται στο νόμο που προβλέπει την εγκαθίδρυση τους, όπως ορίζεται στο άρθρο 158 του Συντάγματος. Ο νόμος που διέπει τη σύσταση και καθορίζει τις αρμοδιότητες και δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων είναι ο Περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960 (Ν. 14/60, όπως έχει τροποποιηθεί κατά καιρούς). Η πολιτική δικαιοδοσία του δικαστηρίου καθορίζεται στο Άρθρο 22 του Νόμου. Με το άρθρο αυτό καθορίζεται η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου και η δικαιοδοσία των μελών του. Το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που καθορίζονται στο άρθρο 22 αρμοδιότητα η οποία ασκείται από τα μέλη του στα πλαίσια της δικαιοδοσίας που τους παρέχεται. [Βλ. Efthymiadou ν. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341, 346 και Πασχαλίδης και Άλλοι ν. Γιασεμίδη και Άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1330]. Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν συναρτάται μόνο με την καθ' ύλην αλλά και με την κατά τόπον αρμοδιότητα του, η οποία καθορίζεται στο άρθρο 21 του Ν. 14/60.» Σύμφωνα με τους όρους του δικαιοδοτικού νόμου η ανάληψη και άσκηση δικαστικής εξουσίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο συναρτάται τόσο με την καθ' ύλην όσο και με την κατά τόπο αρμοδιότητα του. Με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η διερεύνηση ενστάσεων που άπτονται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου μπορεί να αναληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η αρμοδιότητα αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιοδοσιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η συμφωνία των μερών δεν εγκαθιδρύει αφεαυτής βάση δικαιοδοσίας. (Βλ. Kyriakos Theofanous ν. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stephanidou ν. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100, και Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88). (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως είναι νομολογημένο, «Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του»[2]. Η εγκυρότητα των διαταγμάτων του Δικαστηρίου συναρτάται άμεσα τόσο από την τοπική όσο και την καθ΄υλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Η ύπαρξη δικαιοδοσίας προς επίλυση της αναφυόμενης διαφοράς αποτελεί προϋπόθεση για την εκδίκαση της υπόθεσης. Οι πιο πάνω αρχές έχουν επαναληφθεί και σε πιο πρόσφατη νομολογία. Στην υπόθεση Powertools Electro SRL v. Black & Decker (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.
(2013)1 A.A.Δ. 2182 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (Sartas Importers-Distributors Ltd ν. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446, και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160). Όπως αναφέρεται στη Safarino Shoes Industry & Trading Co Ltd v. Της Βιομηχανίας Υποδημάτων E Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063: «τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία» (βλ. Μεταξύ άλλων Γεώργιος Παπαγεωργίουν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. Homeros Th. Courtis and others v. Panos K. lasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "Sevegep" Ltd ν. United Sea Transport Ltd and another
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση της υπόθεσης. Έχει νομολογηθεί ότι ένα πολιτικό δικαστήριο για να αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς πρέπει να έχει ταυτοχρόνως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα (Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.I.c. κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 838, 844)». Όπως έχει νομολογηθεί τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου[3]. Στη ίδια νομολογία τονίσθηκε παράλληλα ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση. Το βάθρο για την εξέταση της αρμοδιότητας είναι η διαφορά όπως καθορίζεται στο δικόγραφο το οποίο προσδιορίζει το επίδικο θέμα. Αναπόφευκτα λοιπόν, η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο στηρίζεται κατ΄ αρχάς στους διατυπωθέντες ισχυρισμούς με τους οποίους προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα[4]. Η νομολογία ορίζει, ότι η δικαιοδοσία δικαστηρίου να επιληφθεί διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση[5]. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω τα Επαρχιακά Δικαστήρια ασκούν τη δικαιοδοσία τους με βάση το Νόμο που προβλέπει την εγκαθίδρυση τους. Πρόκειται για τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 εντός του οποίου καθορίζεται το δικαιοδοτικό πλαίσιο των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Το κατά πόσο υφίσταται ή όχι στην προκειμένη περίπτωση τοπική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή θεωρώ ότι πρέπει να κριθεί στη βάση του δικαιοδοτικού Νόμου 14/1960. Το Άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου διέπει την κατά τόπο αρμοδιότητα των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Το Άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο μέρος που ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας Αίτησης, έχει ως ακολούθως: 21.-
(1)Τo Επαρχιακόv Δικαστήριov, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 19, θα έχη πρωτόδικov δικαιoδoσίαv ίvα ακoύη και απoφασίζη oιαvδήπoτε αγωγήv συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 22 oσάκις- (α) η βάσις της αγωγής έχη πρoκύψει είτε καθ' oλoκληρίαv είτε εv μέρει εvτός τωv oρίωv της επαρχίας δι' ηv τo δικαστήριov καθιδρύθη (β) o εvαγόμεvoς ή oιoσδήπoτε τωv εvαγoμέvωv, κατά τov χρόvov της εγέρσεως της αγωγής, διαμέvη ή διεξάγη επάγγελμα εvτός της επαρχίας δι' ηv τo δικαστήριov καθιδρύθη (γ)........................................ (δ)...................................... .. (ε).......................................
(1)Α......................................
(1)Β. ......................................
(2)Οσάκις η αγωγή αφoρά εις διαvoμήv ή πώλησιv oιασδήπoτε ακιvήτoυ ιδιoκτησίας ή oιovδήπoτε άλλo θέμα αφoρώv εις ακίvητov ιδιoκτησίαv, αύτη θα εισάγεται εv τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω της επαρχίας εvτός της oπoίας κείται η τoιαύτη ιδιoκτησία. Διά τoυς σκoπoύς τoυ παρόvτoς εδαφίoυ, εάv πάvτες oι εvδιαφερόμεvoι είvαι Κύπριoι, "επαρχία" περιλαμβάvει και τας Κυριάρχoυς Περιoχάς τωv Βάσεωv. Νoείται ότι, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv oπoιoυδήπoτε άλλoυ ειδικoύ Νόμoυ, απαίτηση για απόδoση καθυστερημέvωv μισθωμάτωv πoυ πρoκύπτει από σύμβαση μισθώσεως ακιvήτoυ ή απαίτηση για καταβoλή απoζημιώσεως έvεκα αθέτησης πωλητηρίoυ ή εvoικιαστηρίoυ εγγράφoυ ή άλλης σύμβασης πoυ αφoρά τηv ακίvητη ιδιoκτησία δύvαται vα εισαχθεί στo Επαρχιακό Δικαστήριo, όπως πρoβλέπεται στo εδάφιo
(1)τoυ παρόvτoς άρθρoυ.
(3)...............................
(4)................................» Με βάση το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Ν.14/60 ο όρος «βάση της αγωγής» ορίζεται ως ακολούθως: «"βάσις της αγωγής" περιλαμβάvει τo σύvoλov τωv γεγovότωv τωv θεμελιoύvτωv τo αγώγιμov δικαίωμα, περί oυ η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεv σημαίvει κατ' αvάγκηv oλόκληρov τηv βάσιv της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει πρoκύψει εvτός της δικαιoδoσίας, εάv η σύμβασις συvήφθη εvτός αυτής, καίτoι η διάρρηξις δυvατόv vα επήλθεv αλλαχoύ, και επίσης εάv η διάρρηξις επήλθεv εvτός της δικαιoδoσίας, καίτoι η σύμβασις δυvατόv vα συvήφθη αλλαχoύ.» Όπως προκύπτει, στο Άρθρο 21
(2)προβλέπεται η δωσιδικία του ακινήτου η οποία είναι ειδική και αποκλειστική. Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση φέρονται ως θύματα του αστικού αδικήματος παράνομης επέμβασης. Όπως ορθά επισημάνθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή/Εναγόμενου 2, οι Ενάγοντες ενάγουν γιατί στο πλαίσιο Διατάγματος επίταξης, το οποίο στη συνέχεια ακυρώθηκε, λήφθηκε η κατοχή του ακινήτου τους. Αποτέλεσε θέση της κας Λαδά εκ μέρους των Εναγόντων /Καθ΄ων η Αίτηση ότι ενώ η ουσία της παρούσας Αγωγής αφορά αποζημιώσεις για αστικό αδίκημα το οποίο σχετίζεται με την ακίνητη ιδιοκτησία, ωστόσο για την επιδίκαση ή τον υπολογισμό των αποζημιώσεων που αξιώνονται δεν χρειάζεται να διαγνωσθεί οποιοδήποτε δικαίωμα εμπράγματο ή μη που αφορά την ακίνητη περιουσία. Υπό αυτή την προσέγγιση εισηγήθηκε ότι η παρούσα Αγωγή δεν αφορά «θέμα αφoρώv εις ακίvητov ιδιoκτησίαv» στην έννοια του Άρθρου 21
(2)του Ν.14/60. Όπως τόνισε η μόνη θεραπεία η οποία ζητείται από το Δικαστήριο είναι χρηματική και ότι καμία θεραπεία δεν ζητείται η οποία αφορά με οποιονδήποτε τρόπο το ακίνητο. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την πιο πάνω εισήγηση. Στην υπόθεση Ιωαννίδης v. Κρητικού
(1992)1 C.L.R. 828 αποφασίστηκε ότι η αρχή ejusdem generis δεν εφαρμόζετο στην ερμηνεία της φράσης "οιονδήποτε άλλο θέμα αφορών εις ακίνητον ιδιοκτησίαν" στο Άρθρο 21
(2)των περί Δικαστηρίων Νόμων. Λέχθηκαν, συναφώς, τα ακόλουθα: «Οι λέξεις "οιονδήποτε άλλο θέμα αφορών εις ακίνητον ιδιοκτησίαν" δεν διατυπώθηκαν σύμφωνα με τον κανόνα ερμηνείας καλούμενο ejusdem generis (βλέπε Μιχαηλίδου, ανωτέρω). Η παραπάνω γενική έκφραση δεν περιορίζεται στην εφαρμογή της σε καταστάσεις ή σχέσεις της ίδιας κατηγορίας με εκείνες των ειδικών λέξεων που προηγήθηκαν, δηλαδή της διανομής ή πώλησης ακινήτου ιδιοκτησίας. Καλύπτει ευρύτερο φάσμα σχέσεων και εν πάση περιπτώσει θέματα που ανακύπτουν από συμφωνία ενοικίασης, όπως συμβαίνει εδώ». Στην προκειμένη περίπτωση η αξίωση των Εναγόντων επί τη βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης αφορά αξίωση σε σχέση με την κατοχή του ακινήτου το οποίο ευρίσκεται στην Πάφο. Ως τέτοια, η εν λόγω αξίωση εμπίπτει στο πλαίσιο θέματος που αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία εν τη εννοία και για τους σκοπούς του Άρθρου 21
(2)του Ν.14/60. Το ότι οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση επικαλούνται και βάση αγωγής δυνάμει του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματος και ενάγεται η Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα δεν διαφοροποιεί την κατάσταση γιατί, με βάση τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 21
(2), η δωσιδικία του ακινήτου είναι ειδική και αποκλειστική και, άρα, υπερέχουσα, με αποτέλεσμα το γεγονός ότι υπάρχει και Εναγόμενος στη Λευκωσία, ήτοι ο Γενικός εισαγγελέας ο οποίος εκπροσωπεί τον Υπουργό Εσωτερικών, με διεύθυνση στη Λευκωσία, να μην δημιουργεί κάποιο δικαιοδοτικό σύνδεσμο στη βάση της δωσιδικίας της κατοικίας. Εν πάση περιπτώσει όπως ορθά, κατά την κρίση μου, επισημαίνεται από πλευράς Αιτητή/Εναγόμενου 2, η βάση της αγωγής δεν είναι ο τόπος έκδοσης ή ακύρωσης της διοικητικής πράξης. Οι Ενάγοντες ενάγουν όχι γιατί εκδόθηκε ένα διάταγμα επίταξης, το οποίο στη συνέχεια ακυρώθηκε, αλλά γιατί, στο πλαίσιο επίταξης - που αργότερα ακυρώθηκε - λήφθηκε κατοχή και είναι επί τούτου όπου εδράζεται η παράνομη επέμβαση. Η βάση της αγωγής καθόσον αφορά την αξίωση για παράνομη επέμβαση είναι ο τόπος όπου κατ΄ισχυρισμό έχει λάβει χώρα το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, ήτοι η Πάφος, που είναι ταυτόχρονα και ο τόπος όπου ευρίσκεται το ακίνητο. Επιπλέον στην Πάφο βρίσκεται και ο Εναγόμενος 2/Αιτητής, Δήμος Πάφου ως αυτός ο οποίος έλαβε κατοχή του ακινήτου βάσει επίταξης, χωρίς νόμιμη αιτία ως ο ισχυρισμός των Εναγόντων. Κατάληξη Kατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα στην παρούσα υπόθεση. Τέτοια αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Ως αποτέλεσμα θα πρέπει να δοθούν οδηγίες για να παραπεμφθεί η παρούσα υπόθεση στο κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο. Σχετικές είναι εν προκειμένω οι πρόνοιες του Άρθρου 21
(4)του Ν.14/60 οι οποίες διαλαμβάνουν τα εξής: «
(4)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 61, 62, 63 και 64 σε περίπτωση που το Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εισήχθη ή καταχωρίστηκε η αγωγή δεν είναι κατά τόπο αρμόδιο, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), μπορεί να παραπέμψει την αγωγή ή την υπόθεση στο αρμόδιο κατά τόπο Επαρχιακό Δικαστήριο». Ως εκ τούτου η διαδικασία στο παρόν Δικαστήριο αναστέλλεται και εκδίδεται Διάταγμα παραπομπής της παρούσας υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου που είναι το κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της. Η Πρωτοκολλητής να φροντίσει για τη διαβίβαση του φακέλου και για οποιαδήποτε άλλη αναγκαία ενέργεια. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1]Στην υπόθεση Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689, στη σελίδα 698 αναφέρονται τα εξής: "The jurisdiction of the inferior Courts in this country must be traced in the statute establishing them. Trial and decision by an inferior Court on a matter on which it has no jurisdiction is a nullity. The question of jurisdiction is one for the Court, and it is our plain duty to decide whether there has been an absence of jurisdiction if satisfied that it is so. It is always the duty of the Court to take notice of a point which goes to the jurisdiction of the Court of trial - (R. v. Dennis
(1924)1 K.B. 867). Simpson and Another v. Crowle& Others
(1921)3 K.B. 243. Δέστε, επίσης, Τάκης Ζαβρού ν. Ανδρέα Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447 και Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 Α.Α.Δ. 168." [2] Δέστε Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225. [3]Δέστε SEVEGEP LTD v. UNITED SEA TRANSPORT LTD καιάλλου
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 729. [4]ΔέστεINTERAMERICAN INSURANCE CO LIMITED v. Άντρης Μακρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1529. [5]Δέστε, μεταξύ άλλων, Sevegep Ltd. v. United Sea Transport
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 729. Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 1160. Στην υπόθεση Μούρτζινος (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD, v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.