← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Μαθηκολώνης κ.α., Αρ. Αγωγής: 2570/2013, 23/3/2020

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Μαθηκολώνης κ.α., Αρ. Αγωγής: 2570/2013, 23/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2570/2013 Μεταξύ:- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων Και 1.XXXXX XXXXX Μαθηκολώνης

  1. XXXXX XXXXX Αναστασίου Εναγομένων ____________________________________________________________________ Ημερομηνία: 23 Μαρτίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Α. Μερακλής για Ανδρέας Μερακλής ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους: Α. Μαθηκολώνης για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικογραφία Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενάγονται ως πρωτοφειλέτες δυνάμει Συμφωνίας Δανείου. Η αξίωση της Ενάγουσας εδράζεται σε Συμφωνία Δανείου ημερ. 1/8/2007 (Τεκμήριο 5) για την παραχώρηση δανείου για το ποσό των €427.150,
  2. Σύμφωνα με την αξίωση το δάνειο θα ήταν πληρωτέο δια 9 ίσων ετήσιων δόσεων εκ €76.887,06 έκαστη. Η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα την 1/8/2009 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου έτους μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Το συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο και συνίστατο σε βασικό επιτόκιο το οποίο καθορίζετο από την Ενάγουσα από καιρού εις καιρό και την προσαύξηση η οποία, επίσης, θα καθορίζετο από την Ενάγουσα και θα αναφέρετο ως «το περιθώριο». Κατά το χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας το βασικό επιτόκιο ήτο 4,50%, το περιθώριο 2,25% και, επομένως, το συνολικό επιτόκιο ανήρχετο σε 6,75%. Ο τόκος θα υπολογίζετο επί των ημερησίων υπολοίπων και για τον υπολογισμό του τόκου θα λαμβάνετο ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Προς περαιτέρω εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 ο Εναγόμενος 1 υποθήκευσε δυνάμει Υποθήκης XXXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Σύμφωνα με την αξίωση λόγω του ότι ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο και/ή καθυστερήσεις και/ή δεν λειτουργούσε ικανοποιητικά και/ή βάσει των όρων της επίδικης Συμφωνίας η Ενάγουσα απέστειλε τις προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 28/1/2010, 2/3/2010 και 8/2/2013 προς τους Εναγόμενους με τις οποίες οι Εναγόμενοι καλούνταν όπως εξοφλήσουν το υπόλοιπο του δανείου πλέον τόκους. Ακολούθησε η αποστολή προς τους Εναγόμενους 1 και 2 της επιστολής τερματισμού ημερ. 17/4/2013 με την οποία η Ενάγουσα γνωστοποίησε τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας καλώντας τους Εναγόμενους όπως εξοφλήσουν κάθε χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού πλέον τόκο 9,75% από 17/4/2013 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου ανά εξάμηνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτος. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται ότι η Εναγόμενη 2 υπέβαλε αίτηση προς την Ενάγουσα και/ή ότι υπήρξε Συμφωνία της Εναγόμενης με την Ενάγουσα. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι αρνούνται: - Ότι παραχωρήθηκε σε αυτούς όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό - Ότι υπεγράφη από τους Εναγόμενους έγκυρο και/ή νόμιμο έγγραφο υπό τη μορφή ισχυριζόμενου γραμματίου και/ή μεσοπρόθεσμού γραμματίου - Ότι συμφωνήθηκε να παραχωρηθεί τέτοιο δάνειο στην Εναγόμενη 2 Επιπλέον και άνευ επηρεασμού των ως άνω ισχυρισμών τους, οι Εναγόμενοι προβάλλουν ότι οι ισχυριζόμενοι στην παράγραφο 6(γ)(ι), 6(ε) και 6(η) της έκθεσης Απαίτησης όροι είναι όροι αόριστοι, ασαφείς και ανεφάρμοστοι και/ή καταχρηστικοί. Ενώ οι Εναγόμενοι παραδέχονται την εγγραφή της επίδικης Υποθήκης από τον Εναγόμενο 1 ισχυρίζονται ότι η Δήλωση Υποθήκης και/ή η Σύμβαση Υποθήκης και/ή τα έγγραφα Υποθήκης δεν έχουν καταρτιστεί και/ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 21

(1)(γ) του Ν.9/65 και ότι, ως εκ τούτου, αυτά καταρτίστηκαν παράνομα και/ή είναι άκυρα. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι η επίδικη Υποθήκη και η υπογραφή της είναι άκυρη γιατί: - Η επίδικη Υποθήκη δεν εξασφαλίζει οποιοδήποτε νόμιμο και/ή εισπράξιμο χρέος των Εναγόμενων προς την Ενάγουσα - η επίδικη Υποθήκη είναι άκυρη με βάση τις πρόνοιες των Άρθρων 4
(1), 5
(1)και
(2), 8(α)(β) και (γ), 10 και 21
(1)(γ),(δ),(ε) &
(2)του Ν.9/
  1. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι αρνούνται τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας όπως, επίσης, και το αξιούμενο από την Ενάγουσα χρεωστικό υπόλοιπο καλώντας την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των εν λόγω θέσεων της. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της εναντίον των Εναγομένων η Ενάγουσα κάλεσε συνολικά 5 μάρτυρες ως ακολούθως: · XXXXX Δημητριάδη (Μ.Ε.1) · XXXXX Μενοίκου (Μ.Ε.2) · XXXXX Νικολάου (Μ.Ε.3) · XXXXX Μουζούρη (Μ.Ε.4) · XXXXX Ττεραλλής (Μ.Ε.5) Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσαν τρείς μάρτυρες ως εξής: · XXXXX Δημητριάδης (Μ.Υ.1) · XXXXX Ιωαννίδης (Μ.Υ.2) · XXXXX Πρωτοπαπάς (Μ.Υ.3) Σύνοψη μαρτυρίας Μ.Ε.1 Η Μ.Ε.1 μέχρι τις 31/1/18 ήταν τοποθετημένη ως Λειτουργός στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας. Από την 1/2/18 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δυνάμει σχετικής Συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ της Ενάγουσας και της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Δυνάμει της εν λόγω Συμφωνίας η Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd ενεργεί δια λογαριασμό της Ενάγουσας και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Ενάγουσας, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων/εγγύησης. Μία από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις διευκολύνσεων είναι και το επίδικο δάνειο και οι συναφείς με αυτό εξασφαλίσεις. Κατά τη μαρτυρία της (Έγγραφο 1) η Μ.Ε.1 παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Ενάγουσας (Τεκμήριο 1 - 15). Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 κατά την 1/8/2007 ήταν τοποθετημένος ως Λειτουργός στην Ενάγουσα και ήταν το πρόσωπο που ανέλαβε και κατέθεσε την Υποθήκη XXXXX/2007 στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1 παρέστη στο Κτηματολόγιο Λάρνακας και υπέγραψε ενώπιον του και στην παρουσία του αρμόδιου Κτηματολογικού Λειτουργού τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως αρ. XXXXX/07 (Τεκμήριο 7). Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 7 τη δική του υπογραφή καθώς και την υπογραφή του Εναγόμενου
  2. Μ.Ε.3 Ο Μ.Ε.3 από το 2002 μέχρι τις 30/6/2010 ήταν τοποθετημένος ως Λειτουργός στο Τμήμα Δανείων της Ενάγουσας ενώ από 1/8/2018 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δυνάμει σχετικής Συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ της Ενάγουσας και της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Κατέθεσε ότι στις 27/7/2007 τον επισκέφθηκαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 και του υπέβαλαν αίτηση για παραχώρηση επενδυτικού δανείου ύψους €427.150,36 (Τεκμήριο 4). Μ.Ε.4 Η Μ.Ε.4 από το 2005 μέχρι την 31/8/2018 ήταν τοποθετημένη ως Λειτουργός στο Τμήμα Εγγράφων και Διεκπεραίωσης της Ενάγουσας. Κατέθεσε ότι την 1/8/2007 και αφού είχε επέλθει σχετική Συμφωνία Δανείου οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν προσέλθει στα γραφεία της Ενάγουσας όπου η ίδια τους ανέφερε το ποσό του δανείου, τον τρόπο αποπληρωμής του καθώς και το επιτόκιο με το οποίο θα επιβαρύνετο. Κατέθεσε, επίσης, ότι τους είχε αναφέρει και την εξασφάλιση της εν λόγω πιστωτικής διευκόλυνσης, ήτοι την υποθήκευση του ακινήτου του Εναγόμενου
  3. Ανέφερε ότι υπέγραψε ως μάρτυρας υπογραφών στην Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 5) όπως και στο Έγγραφο Υποθήκης και της Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης (Τεκμήρια 6 και 7). Μ.Ε.5 Ο Μ.Ε.5 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Υπεύθυνος δανείων στην Ενάγουσα. Αναφέρθηκε σε συνάντηση που είχε μαζί με τους Εναγόμενους 1 και 2 στις 27/7/2007 για σκοπούς σύναψης δανείου για επενδυτικούς σκοπούς και στο τι ελέχθη κατά την εν λόγω συνάντηση στην παρουσία του Διευθυντή της Ενάγουσας Μ. Παπαγεωργίου. Κατέθεσε επίσης ότι ο ίδιος υπέγραψε εκ μέρους της Ενάγουσας την επίδικη Συμφωνία Δανείου ημερ. 1/8/2007 (Τεκμήριο 7) που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 καθώς και το Έγγραφο Υποθήκης (Τεκμήριο 6). Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ.1 είναι ο Διευθυντής του Κυβερνητικού Τυπογραφείου. Ανέφερε ότι στις αρμοδιότητες του Κυβερνητικού Τυπογραφείου είναι και η έκδοση της Επίσημης Εφημερίδας της Κύπρου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 Γνωστοποίηση ημερ. 28/12/2007 αναφορικά με τον περί Δανείων Αποταμιεύσεων Κανονισμό
  4. Μ.Υ.2 Ο ΜΥ2 εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα και κατέθεσε αριθμό εγγράφων που αφορούσαν την απόφαση της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής ημερ. 10/12/
  5. Μ.Υ.3 Ο Μ.Υ.3 είναι σήμερα Αναπληρωτής Έφορος της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, ο οποίος κατέθεσε όλες τις Εγκυκλίους και Οδηγίες που εκδόθηκαν από την 1/1/2007 σχετικά με τον καθορισμό των επιτοκίων που όφειλαν οι Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες να χρεώνουν τους δανειολήπτες. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[2] Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους πέντε μάρτυρες που κλήθηκαν από την Ενάγουσα, Μ.Ε.1, Μ.Ε.2, Μ.Ε.3, Μ.Ε.4 και Μ.Ε.5 ήταν απόλυτα θετική. Όλοι τους μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ ότι όλοι τους με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση τους. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Καθόλη τη διάρκεια της εξέτασης τους παρέμειναν σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους ενώ σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η μαρτυρία τους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω τη μαρτυρία των μαρτύρων Υπεράσπισης. Λέγω εξ αρχής ότι και οι τρείς μάρτυρες Υπεράσπισης παρέθεσαν και αυτοί, όπως και οι μάρτυρες που κάλεσε η πλευρά της Ενάγουσας, με ειλικρίνεια και θετικότητα εκείνα τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους και στις αρμοδιότητες τους. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 Διευθυντή του Κυβερνητικού Τυπογραφείου περιορίστηκε απλώς στην κατάθεση της Γνωστοποίησης ημερ. 28/12/2007 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 16 και στη συνέχεια Τεκμήριο 22). Ως ήταν αναμενόμενο δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Ο Μ.Υ.2 εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα και κατέθεσε αριθμό εγγράφων που αφορούσαν την απόφαση της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής ημερ. 10/12/
  1. Συγκεκριμένα, κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα: · Ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου - Αποφάσεις της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής ημερ. 10/12/2007 (Τεκμήριο 17). · Εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με θέμα «Βασικό Επιτόκιο» ημερ 14/12/2007 στην οποία επισυνάπτεται επιστολή ημερ. 4/9/16 (Τεκμήριο 18). · Ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου «Αποφάσεις Νομισματικής Πολιτικής» ημερ. 21/12/2007 (Τεκμήριο 19). · Εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας προς όλες τις Τράπεζες ημερ. 21/12/2007 που τιτλοφορείται «Αποφάσεις της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής» (Τεκμήριο 20). · Ανακοινωθέν στον Τύπο ημερ. 21/12/2007 που τιτλοφορείται «Δηλώσεις του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας» (Τεκμήριο 21). · Γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 28/12/2007 (Τεκμήριο 22). Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε, επίσης, ότι η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα παρέδωσε την άδεια λειτουργίας της ως Πιστωτικό Ίδρυμα στις 3/9/2018 (Τεκμήριο 23) οπόταν και μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (ΣΕΔΙΠΕΣ). Στις 31/8/2018 αδειοδοτήθηκε η ΚΕΔΙΠΕΣ που είναι 100% θυγατρική εταιρεία της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας (και στη συνέχεια της ΣΕΔΙΠΕΣ) και είχε δημιουργηθεί για τη μεταφορά των δανείων που έμειναν στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα με άδεια για λειτουργία μη πιστωτικού ιδρύματος (Τεκμήριο 24Α) για να μπορεί να πληροί τα κριτήρια του Περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε Σχέση με Ακίνητα που Περιορίζονται για Κατοικία (Νόμος 41(Ι)/2017) και να λειτουργεί ως εταιρεία για παροχή πιστώσεως καθώς και άδεια να λειτουργεί ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεως (Τεκμήριο 24Β) βάσει του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, 169/
  2. Ο Μ.Υ.2 ήταν απόλυτα κατατοπιστικός στη μαρτυρία του η οποία δεν έχει σε κανένα σημείο αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Στη βάση των πιο πάνω διατυπώνονται τα ανάλογα ευρήματα ως ακολούθως: (Α) Η Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ (ΚΕΔΙΠΕΣ) είναι εγγεγραμμένη δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου και 100% θυγατρική της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λιμιτεδ (ΣΕΔΙΠΕΣ). (Β) Στην ΚΕΔΙΠΕΣ χορηγήθηκαν από Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου την 31/8/2018 δύο άδειες: (α) Άδεια για να λειτουργεί ως Εταιρεία Εξαγοράς πιστώσεων, Τεκμήριο 25Α και (β) για την άσκηση της δραστηριότητας της παροχής πιστώσεων, Τεκμήριο 25Β. (Γ) Στην ΣΕΔΙΠΕΣ χορηγήθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου την 28/1/2019 δύο άδειες: (α) άδεια για άσκηση της δραστηριότητας της παροχής πιστώσεων, Τεκμήριο 24Α και (β) άδεια για να λειτουργεί ως Εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, Τεκμήριο 24Β. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του τού ζητήθηκε η άποψη του αναφορικά με το αν η απόφαση ημερ. 21/12/2007 της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας δέσμευε ή όχι τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα την οποία, χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία, έδωσε. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται σε άλλο σημείο της Απόφασης. Ο Μ.Υ.3 είναι σήμερα Αναπληρωτής Έφορος της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, ο οποίος κατέθεσε όλες τις Εγκυκλίους και Οδηγίες που εκδόθηκαν από την 1/1/2007 σχετικά με τον καθορισμό των επιτοκίων που όφειλαν οι Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες να χρεώνουν τους δανειολήπτες. Κατέθεσε συνολικά 9 Εγκυκλίους/Οδηγίες [Τεκμήρια 26
(1)(Α) και 26
(9)], οι περισσότερες εκ των οποίων προέρχονται από τον Έφορο της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών προς την Επιτροπεία και Γραμματέα όλων των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων. Ήταν δε ξεκάθαρος ότι οι εν λόγω εγκύκλιοι αποτελούσαν βασικά συστάσεις προς τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι δεσμευτικές οδηγίες. Όπως εξήγησε πειστικά και δεν αμφισβητήθηκε, αυτές οι Εγκύκλιοι αποτελούσαν συστάσεις προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα αναφορικά με την επιτοκιακή τους πολιτική. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι για την περίοδο από 1/1/2007 μέχρι 9/9/2013 αρμόδια Εποπτική Αρχή για τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα ήταν η Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, ενώ για τις Τράπεζες ήταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Όπως πρόσθεσε, από τις 9/9/2013 η μόνη πλέον Εποπτική Αρχή στην Κύπρο, τόσο για τις Τράπεζες όσο και τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Επαναλαμβάνω η μαρτυρία του Μ.Υ.3 πέραν του ότι ήταν αξιόπιστη ουδόλως αμφισβητήθηκε. Αντιθέτως μέσω της αντεξέτασης του δόθηκε η ευκαιρία να επαναλάβει και να ξεκαθαρίσει αυτά που είχε κληθεί να καταθέσει στο Δικαστήριο και που αφορούσαν κυρίως το θέμα της εποπτείας των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων και το πότε αυτά τέθηκαν πλέον υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας. Επισημαίνεται ότι τα όσα σχετικά ανέφερε προκύπτουν από τη σχετική νομοθεσία. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Α. Συμφωνίες διαδίκων Η Μ.Ε.1 κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης ήταν Λειτουργός στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας. Κατά τη μαρτυρία της (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Ενάγουσας (Τεκμήρια 1 - 15). Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.5 και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, αφού προηγήθηκε επικοινωνία του Εναγόμενου 1 με Λειτουργό της Ενάγουσας σύμφωνα με την οποία διαμήνυσε την επιθυμία του να συναντηθεί με τον Διευθυντή της Ενάγουσας για σκοπούς δανειοδότησης του, πραγματοποιήθηκε στις 27/7/2007 συνάντηση στα Κεντρικά γραφεία της Ενάγουσας στην οποία έλαβαν μέρος οι Εναγόμενοι 1 και 2 και από πλευράς Ενάγουσας ο Μ.Ε.5 και ο Διευθυντής της Ενάγουσας Μιχάλης Παπαγεωργίου. Κατά την εν λόγω συνάντηση έγινε από πλευράς των Εναγομένων αναφορά στο ποσό δανείου που ήθελαν να τους παραχωρηθεί καθώς επίσης και στα εισοδήματα του καθενός. Αναφορά έγινε επίσης και στο ακίνητο που θα υποθηκεύετο για εξασφάλιση του δανείου αλλά και τον τρόπο αποπληρωμής του. Ο Διευθυντής της Ενάγουσας ανέφερε στους Εναγόμενους ότι το αίτημα τους θα έπρεπε να υποβληθεί γραπτώς για να τύχει εξέτασης από την Επιτροπεία. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση εφόσον δεν αντεξετάστηκε, στις 27/7/2007 οι Εναγόμενοι 1 και 2 τον επισκέφτηκαν στα γραφεία της Ενάγουσας και υπέβαλαν την αίτηση τους Τεκμήριο 4 με την οποία ζητούσαν την παραχώρηση δανείου για επενδυτικούς σκοπούς ύψους €427.150,
  1. Αφού ο Μ.Ε.3 στην παρουσία των Εναγομένων 1 και 2 συμπλήρωσε την Αίτηση συλλέγοντας για το σκοπό αυτό τα στοιχεία των Εναγομένων όπως αριθμό δελτίων ταυτότητας, λογαριασμούς κοινής ωφελείας για εξακρίβωση της διεύθυνσης τους, μισθοδοσίες, τίτλο του ακινήτου που θα υποθηκευόταν και γενικά τα στοιχεία που απαιτούνταν με βάση την εν λόγω Αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 2 την διάβασαν και ακολούθως την υπέγραψαν ενώπιον του. Στη συνέχεια, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.5, ο Μ.Ε.3 παρέδωσε την Αίτηση των Εναγομένων, Τεκμήριο 4, στον Μ.Ε.5 υπό την ιδιότητα του τελευταίου ως υπεύθυνου δανείων στην Ενάγουσα ο οποίος και την προώθησε στην Επιτροπεία της Ενάγουσας για σκοπούς εξέτασης και αξιολόγησης του σχετικού αιτήματος. Τελικώς η Αίτηση εγκρίθηκε από την Επιτροπεία της Ενάγουσας και, αφού ενημερώθηκαν οι Εναγόμενοι, διευθετήθηκε όπως προσέλθουν την 1/8/2007 στα Κεντρικά Γραφεία της Ενάγουσας. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της Μ.Ε.4, οι Εναγόμενοι συναντήθηκαν μαζί της και αφού τους ανέφερε το ποσό του δανείου, τον τρόπο αποπληρωμής, το επιτόκιο με το οποίο το δάνειο θα επιβαρύνετο καθώς και την εξασφάλιση που θα δίδετο, ήτοι η υποθήκευση συγκεκριμένου ακινήτου του Εναγόμενου 1, ακολούθησε η υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας Δανείου. Από μέρους της Ενάγουσας υπέγραψε ο Μ.Ε.
  2. Παρούσα κατά την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας Δανείου από τους Εναγόμενους ήταν η Μ.Ε.4 και η Τασούλα Χρυσοστόμου οι οποίες και υπέγραψαν ως μάρτυρες υπογραφών. Την ίδια ημερομηνία, ήτοι 1/8/2007, υπεγράφη από τον Εναγόμενο 1 και το Έγγραφο Υποθήκης (Τεκμήριο 6). Από πλευράς Ενάγουσας το εν λόγω έγγραφο υπεγράφη από τον Μ.Ε.
  3. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της ως άνω πιστωτικής διευκόλυνσης ο Εναγόμενος 1 παραχώρησε στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα αποδέχτηκε την Υποθήκη XXXXX/2007 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, ημερ. 1/8/2007 για ποσό Λ.Κ.250.000 με 6,75% κυμαινόμενο επιτόκιο επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 1 με αριθμό εγγραφής XXXXX-29/12/05, χωράφι τοποθεσία Μερουπιές, Τερσεφάνου. Όπως προέκυψε, κατά την πιο πάνω ημερομηνία ο Εναγόμενος 1 παρέστη στο Κτηματολόγιο Λάρνακας και υπέγραψε ενώπιον του Μ.Ε.2 και στην παρουσία του αρμόδιου Κτηματολογικού Λειτουργού τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως αρ. XXXXX/07 (Τεκμήριο 7). Παρούσα κατά την υπογραφή της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως αρ. XXXXX/07 ήταν η Μ.Ε.4 και η XXXXX Χρυσοστόμου οι οποίες και υπέγραψαν ως μάρτυρες υπογραφών. Μετά την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας Δανείου στις 2/8/2007 οι Εναγόμενοι προέβησαν σε ανάληψη του ποσού των Λ.Κ.250.000 και το εν λόγω ποσό χρεώθηκε στο λογαριασμό του δανείου υπ.αρ. XXXXX416-5 όπως προκύπτει από τα όσα κατέθεσε η Μ.Ε.1 σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 8 (Κατάσταση Λογαριασμού) και το Τεκμήριο 9 που αποτελεί απόδειξη πληρωμής. Όπως προέκυψε, η υπογραφή των πιο πάνω εγγράφων αλλά και η αυθεντικότητα τους δεν αμφισβητείται. Ως εκ τούτου από την εν λόγω μαρτυρία και τα παρουσιασθέντα από αυτήν έγγραφα, προέκυψε και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη Συμφωνία Δανείου έχει δεόντως υπογραφεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 και δημιουργεί γι΄ αυτούς έννομα αποτελέσματα. Περαιτέρω προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας έχει και αυτή δεόντως υπογραφεί από μέρους του Εναγόμενου 1 και δημιουργεί γι΄ αυτόν έννομα αποτελέσματα. B. Δικαίωμα Τερματισμού Ο τρόπος αποπληρωμής του επίδικου δανείου προνοείτο στον Όρο 2 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 5). Το επίδικο Δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε 9 ετήσιες δόσεις από Λ.Κ.45.000 η καθεμιά αρχής γενομένης την 1/8/2009 και οι των υπολοίπων την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου έτους ωσότου το Δάνειο, περιλαμβανομένων των τόκων, εξόδων και άλλων επιβαρύνσεων εξοφληθεί εντελώς. Όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Ε.1, την οποία έχω αποδεκτεί, σε συνάρτηση με τις Καταστάσεις Λογαριασμού που κατέθεσε οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση των όρων της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, καθυστερούσαν να καταβάλουν τις δόσεις τους. Είναι πρόδηλο από την ίδια την Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 8) ότι μέχρι και τις 17/4/2013 οι Εναγόμενοι δεν είχαν καταβάλει οποιαδήποτε δόση έναντι του δανείου τους. Στον όρο 5 της επίδικης Συμφωνίας διαλαμβάνονταν τα εξής: «Όρος 5 Μόλις το αναφερόμενο δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ήθελε ζητηθεί από τη Συνεργατική θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και θα εξοφλείται αμέσως και ο χρεώστης οφείλει να καταβάλει προς τη Συνεργατική κάθε οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, του τόκου, του περιθωρίου, του τόκου υπερημερίας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του χρεώστη να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στη Συνεργατική να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους, δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης με τα οποία θα δικαιούται να χρεώσει τον λογαριασμό του δανείου.» Σε σχέση με τον τερματισμό των συμφωνιών πολύ κατατοπιστική είναι η υπόθεση Lombard Natwest v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στην οποία ο σχετικός όρος στην επίδικη Συμφωνία προέβλεπε τα εξής: «3. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή αλλάς Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζήτηση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθείας και οιουδήποτε άλλου οφειλομένου ποσού εν σχέσει προς οιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπανάς." Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου ότι «το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους.» Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η Ενάγουσα θα μπορούσε να τερματίσει τη Συμφωνία Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφλησή του ανά πάσα στιγμή, έστω κι αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Στις υποθέσεις που αφορούν απαιτήσεις επί τη βάση ενός απλού δανείου, όπως είναι η Συμφωνία Δανείου στην παρούσα υπόθεση, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος[3]. Προκύπτει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τις 17/4/2013 οι Εναγόμενοι παρέλειπαν και/ή καθυστερούσαν να καταβάλουν τις δόσεις τους και είχαν, συνεπώς, διαρρήξει την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Επομένως, στις 17/4/2013 που η Ενάγουσα τερμάτισε τη Συμφωνία, είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Γ. Οι Προειδοποιητικές Επιστολής και Επιστολές Τερματισμού Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσο οι επιστολές τερματισμού κοινοποιήθηκαν εφόσον στην Υπεράσπιση των Εναγομένων υπάρχει άρνηση παραλαβής οποιωνδήποτε επιστολών και/ή επιστολών τερματισμού. Η Μ.Ε.1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 10Α και 10Β, 11Α και 11Β και 12Α και 12Β τρείς επιστολές απευθυνόμενες προς τους Εναγόμενους 1 και 2 ημερ. 28/1/2010, 2/3/2010 και 8/2/2013 αντίστοιχα. Οι εν λόγω επιστολές αναφέρουν ως διεύθυνση αποστολής την οδό XXXXX αρ.7, XXXXX COURT, XXXXX όροφος, διαμ. XXXXX, XXXXX XXXXX. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω διεύθυνση είναι η διεύθυνση η οποία αναγράφεται στην επίδικη Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 5) ως η διεύθυνση των Εναγομένων. Όπως κατέθεσε η Μ.Ε.1 και δεν αμφισβητήθηκε οι εν λόγω επιστολές στάλθηκαν με κανονικό ταχυδρομείο και δεν επεστράφησαν. Εν πρώτοις, να επισημάνω ότι αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των προειδοποιητικών επιστολών και επιστολών τερματισμού, σχετικός είναι ο όρος 12 ο οποίος έχει ως εξής: «Κάθε ειδοποίηση που έχει σχέση με το έγγραφο αυτό μπορεί να δοθεί στο χρεώστη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή ιδιόχειρα, ή σε οποιαδήποτε διεύθυνση που θα δώσει ο χρεώστης στην Συνεργατική ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Οποιαδήποτε ένδειξη ή καταχώρηση στα αρχεία της Συνεργατικής για χορήγηση ειδοποίησης συνιστά αμάχητη απόδειξη ότι δόθηκε η ειδοποίηση αυτή». Στην υπόθεση Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is pnma facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed ...." Αφ' ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο[4]. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι προειδοποιητικές επιστολές ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους 1 και 2 στις ορθές διευθύνσεις και, εφόσον αυτές δεν επιστράφηκαν από το Ταχυδρομείο, τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν από αυτούς. Το τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί. Όσον αφορά τις επιστολές τερματισμού ημερ. 17/4/2013, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 σε συνάρτηση με τα Τεκμήρια 13Α και 13Β, αυτές επιδόθηκαν με ιδιώτη επιδότη προσωπικά στους Εναγόμενους 1 και 2 στις 19/4/2013 και 18/4/2013 αντίστοιχα. Το ότι δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη στη Συμφωνία μέθοδος δια της αποστολής μέσω συνηθισμένου ταχυδρομείου στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων δεν έχει οποιαδήποτε σημασία λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε εν προκειμένω μέσω της επίδοσης των εν λόγω επιστολών είναι αυτή που προβλέπεται για σκοπούς επίδοσης των αγωγών μέσω προσωπικής επίδοσης. Εν πάση περιπτώσει ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε από μέρους της Υπεράσπισης της παραλαβής από τους Εναγόμενους των προειδοποιητικών επιστολών και της επίδοσης σε αυτούς των επιστολών τερματισμού, ούτε και τέθηκε τέτοιο ζήτημα κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.
  1. Ακόμη και να μην είχαν έτσι τα πράγματα, δηλαδή να μην είχαν αποσταλεί ή παραλειφθεί οι πιο πάνω επιστολές, η καταχώρηση της Αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας Δανείου και απαίτηση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.[5] Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο επίδικος λογαριασμός δανείου έχει δεόντως τερματισθεί και το χρεωστικό υπόλοιπο στον εν λόγω λογαριασμό έχει καταστεί απαιτητό έναντι των Εναγομένων 1 και 2 από τους οποίους απαιτήθηκε η εξόφληση. Δ. Το Οφειλόμενο Υπόλοιπο Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αρνούνται την παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης και το υπό αναφορά οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Όπως είναι πάγια νομολογημένο στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Ενάγουσα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση[6]. Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο[7]. Ανάμεσα, λοιπόν, στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης ήταν και η απόδειξη του διεκδικουμένου υπολοίπου. Για το σκοπό αυτό η πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε την Κατάσταση Λογαριασμού, ήτοι το Τεκμήριο
  2. Παρουσιάστηκε επίσης και αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 15) στην οποία έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις και οι τόκοι επί αυτών πλην των αρχικών χρεώσεων που αφορούν στο κεφάλαιο του δανείου και υπήρξε και μείωση του επιτοκίου από την 1/7/2017 από 6,75%, πού ήταν το συμβατικό επιτόκιο, σε 6,5%. Να επισημάνω εδώ ότι, όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από το Πιστωτικό Ίδρυμα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης του προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων. Σχετικές υποθέσεις είναι η Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192. Στο σημείο αυτό να πούμε δύο λόγια σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπιστεί η πιο πάνω Κατάσταση Λογαριασμού, Η πλευρά της Ενάγουσας έχει επικαλεστεί τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 που προνοεί τα εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. ........................................
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv». Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: ▬ Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. ▬ Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. ▬ Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. ▬ Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Η Μ.Ε.1, η οποία παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού, αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  1. Έχει αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα καταχωρούσε τις χρεοπιστώσεις που αφορούσαν στον επίδικο λογαριασμό σε τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή το οποίο είναι ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Ενάγουσας και το οποίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Ενάγουσας. Οι καταχωρήσεις των χρεοπιστώσεων γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας και η παρουσιασθείσα Κατάσταση συνιστά αντίγραφο των καταχωρήσεων, έχει συγκριθεί με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό[8]. Αποτελεί, συνεπώς, η εν λόγω Κατάσταση ενόψει του Άρθρου 22 (ανωτέρω) εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι σε αυτή. Το Άρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στον επίδικο λογαριασμό, ή, καλύτερα, στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού έχουν οι Εναγόμενοι. Με άλλα λόγια το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των Εναγομένων να καταδείξουν, αν αυτή ήταν η θέση τους, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό[9]. Επισημαίνεται ότι κατά το στάδιο που κατέθετε η Μ.Ε.1 ουδεμία, ουσιαστικά, αντεξέταση έγινε από την πλευρά της Υπεράσπισης επί του περιεχομένου της Κατάστασης Λογαριασμού που η Μ.Ε.1 κατέθεσε και των σχετικών σε αυτή καταχωρήσεων και, κατά συνέπεια, ουδεμία αμφισβήτηση της ορθότητας της υπήρξε. Ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Πέραν της γενικής θέσης που υπεβλήθη από το συνήγορο Υπεράσπισης στην Μ.Ε.1 ότι η Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 8 δεν αποτελεί «ακριβές και ορθό αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου» ουδεμία άλλη αμφισβήτηση έγινε επί του εν λόγω Τεκμηρίου. Ειδικότερα δεν έχει αμφισβητηθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώρηση στην εν λόγω Κατάσταση. Εν ολίγοις, πέραν των πιο πάνω γενικών υποβολών, ουδεμία αντεξέταση έγινε στην Μ.Ε.1 επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου
  2. Για το ζήτημα αυτό είναι αρκετό να παραπέμψουμε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 όπου στη σελ. 493 λέχθηκαν τα εξής: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και
  1. Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητωυ για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να ανακρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι, επίσης, και η απόφαση στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 1/2010, ημερ. 8/7/2014: «Η απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού - Λόγος έφεσης 1 Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευ σταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. Επίσης δεν ευσταθεί το παράπονο τους ως προς τη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Κεφ.
  2. Το δικαστήριο μπορεί να μην έκανε ειδική αναφορά στο άρθρο 22, αλλά από την όλη δομή της απόφασης είναι φανερό ότι είχε υπόψη του τις πρόνοιές του. Ανεξαρτήτως τούτου, οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)ΙΑ ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ο συνήγορος των Καθ΄ων η Αίτηση υπέβαλε στις τελικές του Αγορεύσεις σειρά λόγων που, κατά την εισήγηση του, αποδεικνύουν αποτυχία προσαγωγής οποιασδήποτε μαρτυρίας που είναι αποδεκτή προς απόδειξη του αξιούμενου υπολοίπων. Μεταξύ άλλων υποστήριξε ότι, με δεδομένο ότι η Μ.Ε.1 δεν υπήρξε ποτέ Λειτουργός είτε στην ΣΠΕ Αραδίππου ή όπως άλλως μεταβλήθηκε η επωνυμία της αλλά υπάλληλος της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δεν μπορεί να εκπροσωπήσει είτε την ΣΕΔΙΠΕΣ, είτε την ΣΠΕ Αραδίππου, είτε την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Κύπρου. H πιο πάνω εισήγηση παραβλέπει το γεγονός, όπως προέκυψε από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου, ότι αυτή υπήρξε Λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων μέχρι και τις 31/1/2018 και ότι, ακολούθως, την 1η/2/2018 μεταφέρθηκε ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δυνάμει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων και της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δυνάμει της οποίας (συμφωνίας) η Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd ενεργεί για λογαριασμό της Ενάγουσας αναλαμβάνοντας τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Ενάγουσας. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι, όπως πάλι προέκυψε από την μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία, μία από τις προαναφερόμενες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις είναι και το επίδικο δάνειο. Άλλη εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη ήταν ότι η Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 8 υπεγράφη από την Μ.Ε.1 ενώ η ίδια ήταν υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd και όχι στην Ενάγουσα εταιρεία. Και εδώ, με κάθε σεβασμό, η πιο πάνω εισήγηση παραγνωρίζει το γεγονός το οποίο προέκυψε από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και τα Τεκμήρια 1, 2Α, 2Β και 3 και το οποίο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ΣΠΕ Αραδίππου μετά από διάφορες συγχωνεύσεις της στις 21/7/2017 την έχει διαδεχθεί εξ΄ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της η πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ - πρώην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ - η οποία από τις 3/9/2018 μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΣΕΔΙΠΕΣ Λτδ). Άλλη εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη ήταν ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 22 του Κεφ.9 γιατί η Ενάγουσα δεν αποτελεί Τράπεζα. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι στο εδάφιο
(6)του Άρθρου 22 διαλαμβάνετο ότι:
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. Ο περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoς Κεφ.124[10] προνοούσε στο Άρθρο 2 ότι: "bank means any company carrying on banking business in the Colony" Ο πιο πάνω Νόμος έχει καταργηθεί από τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο του 1997 Ν.66(Ι)/1997ο οποίος ορίζει ότι Τράπεζα σημαίνει αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή ΑΠΙ. Έπεται ότι για τους σκοπούς του Άρθρου 22 ο όρος Τράπεζα θα πρέπει να ερμηνεύεται με τον όρο αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ο οποίος καλύπτει και την Ενάγουσα. Με δεδομένο ότι η πλευρά των Εναγόμενων δεν έχει κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης αμφισβητήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε χρέωση περιλαμβάνεται στο λογαριασμό, η θέση που προωθήθηκε ότι η Κατάσταση Λογαριασμού δεν αποτελεί «ακριβές και ορθό αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου», δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Ούτε προβλήθηκε από πλευράς Υπεράσπισης ότι δεν έγινε ανάληψη του προϊόντος του επίδικου δανείου ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στον λογαριασμό αυτό. Αν η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε χρέωση στον επίδικο λογαριασμό και γενικότερα την ορθότητα ή μη της κατάστασης λογαριασμού όφειλε να αντεξετάσει σχετικά την Μ.Ε.1 κάτι, που επαναλαμβάνω, δεν έχει πράξει. Στη βάση όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 8 εμπεριέχει τις πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν σε αυτό. Ε. Οι Τόκοι Η χρέωση τόκου είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Επαφίεται δηλαδή στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος του επιτοκίου όπως και έπραξαν στην υπό εξέταση περίπτωση.[11] Με βάση τους όρους της επίδικης Συμφωνίας ρητά συμφωνήθηκε ότι το επίδικο δάνειο θα χρεώνετο με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείτο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2,25% περιθώριο, ήτοι βασικό επιτόκιο 4,50%, περιθώριο 2,25% και, επομένως, συνολικό επιτόκιο 6,75%. Σε ό,τι αφορά το δικαίωμα της Ενάγουσας για να αξιώνει τόκο υπερημερίας, αυτό πηγάζει από τα όσα διαλαμβάνονται στον Όρο 3 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 5). Στον εν λόγω Όρο διαλαμβάνεται ρητά ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης, το καθυστερημένο ποσό θα φέρει επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα καθυστέρησης μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης ο οποίος τόκος θα είναι 1% και θα είναι ποσοστό ετησίως πέρα του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα πληρώνετο και θα χρεώνετο. Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά το δικαίωμα της Ενάγουσας να κεφαλαιοποιεί τις χρεώσεις κάθε έξι μήνες, ήτοι 2 φορές τον χρόνο κατά την 30η Ιουνίου και την 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, σχετική είναι η πρόνοια του Όρου 3 του Τεκμηρίου 5. Όπως προέκυψε και έχει ήδη επισημανθεί ανωτέρω, με βάση την αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού η Ενάγουσα έχει περιορίσει το ποσό της απαίτησης της με αφαίρεση όλων των χρεώσεων και των τόκων επί αυτών πλην των αρχικών χρεώσεων που αφορούν στο κεφάλαιο του δανείου και υπήρξε, επίσης, μείωση του επιτοκίου από την 1/7/2017 από 6,75%, πού ήταν το συμβατικό επιτόκιο, σε 6,5%. Αποτέλεσε εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη ότι με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και συγκεκριμένα με βάση την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, η ΣΠΕ Αραδίππου ή/και Αλληλεγγύη ή/και η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα όφειλαν να χρεώνουν το επίδικο δάνειο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και όχι με το συμβατικό ή/και οποιοδήποτε άλλο επιτόκιο. Προτού εξεταστεί η εν λόγω εισήγηση, όπως ορθά αναφέρθηκε από τον κ. Μαθηκολώνη, δεν αμφισβητήθηκε ότι ο επίδικος λογαριασμός δεν χρεώνετο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το Τεκμήριο 19 το οποίο αποτελεί Ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερ. 21/12/2007 και η οποία τιτλοφορείται «Αποφάσεις Νομισματικής Πολιτικής» αναφέρεται ότι η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής για σκοπούς πλήρους εναρμόνισης με τα ισχύοντα βασικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατέληξε στην απόφαση να μειώσει το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στο 4% και με ισχύ από την ημερομηνία της Ανακοίνωσης, ήτοι 21/12/2007, το βασικό δανειστικό επιτόκιο των τραπεζών για δάνεια σε Κυπριακές Λίρες καθορίστηκε, με βάση το Άρθρο 40
(1)(γ) του Περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμου, το εκάστοτε επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Σχετική είναι επίσης η δημοσίευση στις 28/12/2007 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Γνωστοποίησης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου σύμφωνα με την οποία γνωστοποιείτο ότι το βασικό δανειστικό επιτόκιο των τραπεζών για δάνεια σε κυπριακές λίρες καθορίζετο το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Τεκμήριο 16 και Τεκμήριο 22). Σχετική είναι επίσης η εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 21/12/2007 (Τεκμήριο 20) με την οποία αναφέρετο ότι: · Η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής αποφάσισε να μειώσει το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στο 4%. · Με ισχύ από 21/12/2007 το δανειστικό επιτόκιο των τραπεζών για δάνεια σε κυπριακές λίρες καθορίστηκε με βάση το Άρθρο 40
(1)(γ) του Περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμου το εκάστοτε επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. · Με την εφαρμογή των διατάξεων του περί της Υιοθέτησης του ευρώ Νόμων του 2007 τα υφιστάμενα δάνεια σε κυπριακές λίρες τα υπόλοιπα των οποίων από την 1η Ιανουαρίου 2008 θα μετατρέπονταν σε ευρώ θα έχουν ως βασικό επιτόκιο το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το Άρθρο 40
(1)(γ) του Νόμου 138(Ι)/2002 δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η Απόφαση της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου καθόριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι: «40
(1). Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε Νόμου εκάστοτε σε ισχύ αναφορικά με το επιτόκιο, η Τράπεζα δύναται να καθορίζει - (α)......................................... (β)......................................... (γ) Το βασικό δανειστικό επιτόκιο των Τραπεζών και εξουσιοδοτημένων οικονομικών ιδρυμάτων: Νοείται ότι το βασικό δανειστικό επιτόκιο είναι το επιτόκιο αναφοράς, το οποίο χρησιμοποιείται σαν βάση για τον καθορισμό διαφόρων κυμαινόμενων δανειστικών επιτοκίων των Τραπεζών και των εξουσιοδοτημένων οικονομικών ιδρυμάτων.» Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος Νόμος όριζε ότι «τράπεζα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης της αναφερόμενης Απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997, Ν. 66(Ι)/97, ο όρος «τράπεζα» στο Άρθρο 2 του Νόμου καθόριζε ότι «σημαίνει νομικό πρόσωπο στο οποίο χορηγήθηκε άδεια για τη διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών δυνάμει των Διατάξεων του παρόντος Νόμου». Επίσης, στον ίδιο Νόμο και συγκεκριμένα στο Άρθρο 35 διαλαμβάνετο ότι ο Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμος δεν εφαρμόζετο σε εταιρείες που είχαν συσταθεί δυνάμει του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Η ΣΠΕ Αραδίππου η οποία παραχώρησε το επίδικο δάνειο απέκτησε την άδεια λειτουργίας της δυνάμει των προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985 και όχι δυνάμει του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Όπως ορθά επεσήμανε ο κ. Μερακλής, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών ήταν αυτός που είχε την αρμοδιότητα της χορήγησης σχετικής άδειας λειτουργίας μιας Συνεργατικής Εταιρείας καθώς και ευρύτατες αρμοδιότητες σε σχέση με την εποπτεία και έλεγχο αυτών. Συγκεκριμένα, το Άρθρο 41Δ του Νόμου 22/1985 όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της Απόφασης ημερ. 21/12/2007 - το οποίο έχει διαγραφεί το 2013 με τον Νόμο 107(Ι)/2013 - προνοούσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Αρµοδιότητες Εφόρου για συνεργατικά πιστωτικά ιδρύµατα. 41∆.—
(1)Άνευ επηρεασµού οποιασδήποτε άλλης αρµοδιότητας ή εξουσίας του, ο Έφορος εποπτεύει την τήρηση των διατάξεων του παρόντος Νόµου και είναι αρµόδιος— (α) Για τον έλεγχο της οργανωτικής διάρθρωσης, της οικονοµικής επάρκειας, της φερεγγυότητας των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυµάτων που έχουν εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας, καθώς και για την τήρηση από αυτά των αρχών που εκάστοτε καθορίζονται σχετικά µε την νοµισµατική πολιτική· (β) προκειµένου περί συνεργατικών πιστωτικών ιδρυµάτων που έχουν εγκατασταθεί µέσω υποκατστήµατος ή παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες στη ∆ηµοκρατία, για τον έλεγχο της ρευστότητας, του κινδύνου της αγοράς, καθώς και για την τήρηση από αυτά, των µέτρων που εκάστοτε καθορίζονται σχετικά µε την νοµισµατική πολιτική· (γ) για τη συνεργασία, ανταλλαγή πληροφοριών, επαλήθευση στοιχείων, εκχώρηση ή ανάληψη της ευθύνης προληπτικού ελέγχου των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυµάτων ή των θυγατρικών µε αυτά επιχειρήσεων ή άλλων επιχειρήσεων που υπάγονται σε αυτόν, µε άλλες αρµόδιες εποπτικές αρχές κράτους µέλους ή τρίτης χώρας, νοουµένου ότι οι κοινοποιούµενες πληροφορίες καλύπτονται όσον αφορά το επαγγελµατικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναµες µε αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 41Η: Νοείται ότι, όταν αρµόδιες εποπτικές αρχές κράτους µέλους επιθυµούν να επαληθεύσουν πληροφορίες κατά την άσκηση των αρµοδιοτήτων και ευθυνώντους σχετικά µε συνεργατικά πιστωτικά ιδρύµατα, τα οποία διεξάγουν εργασίες στην ∆ηµοκρατία δυνάµει του παρόντος Νόµου, αυτές ζητούν από τον Έφορο τη διενέργεια της επαλήθευσης. Ο Έφορος, αφού λάβει τέτοια αίτηση δρά, είτε διενεργεί ο ίδιος την επαλήθευση αυτή, είτε επιτρέπει στις αρχές που υπέβαλαν την αίτηση να διενεργήσουν οι ίδιες την επαλήθευση ή επιτρέπει τη διενέργειά της από εγκεκριµένο ελεγκτή ή εµπειρογνώµονα: Νοείται περαιτέρω ότι, η αρµόδια εποπτική αρχή που έχει υποβάλει το αίτηµα, δύναται, εφόσον το επιθυµεί, να συµµετάσχει στην επαλήθευση, όταν δεν την πραγµατοποιεί η ίδια. (δ) για τη λήψη µέτρων εξυγίανσης, της παύση της Επιτροπείας ή οποιουδήποτε αξιωµατούχου και το διορισµό εκκαθαριστού εγγεγραµµένων εταρειών που ασκούν εργασίες συνεργατικού πιστωτικού ιδρύµατος· (ε) για τη, για σκοπούς ενοποιηµένης εποπτείας, εποπτεία των εγγεγραµµένων εταιρείων που εντάσσονται στον Κεντρικό Φορέα κατά τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 41Ζ: (στ) για την εκτέλεση οποιωνδήποτε άλλων καθηκόντων του ανατίθενται µε βάση τον παρόντα Νόµο ή οποιοδήποτε άλλο Νόµο. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, η Απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 21/12/2007, κατά τον χρόνο που αυτή είχε εκδοθεί δεν μπορούσε να εφαρμοστεί και/ή να δεσμεύσει τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα όπως ήταν η ΣΠΕ Αραδίππου που είχε παραχωρήσει το επίδικο δάνειο και η οποία λειτουργούσε δυνάμει του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Τα πιο πάνω αναγνώρισε και επιβεβαίωσε στη μαρτυρία του και ο Μ.Υ.2 ο οποίος κατέθεσε εκ μέρους της Κεντρικής Τράπεζας και ο οποίος σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ανέφερε ότι για τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα υπήρχε άλλη Υπηρεσία, η Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Ιδρυμάτων και ότι μόνο η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα ήταν, όπως το έθεσε, κάτω από την ομπρέλα της Κεντρικής Τράπεζας. Δέχθηκε δε ο μάρτυρας, όταν του υπεβλήθη σχετική ερώτηση, ότι ο τότε Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας κ. Ορφανίδης θεωρούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι όλα τα Πιστωτικά Ιδρύματα του τόπου έπρεπε να είναι κάτω, όπως το έθεσε, από μια ομπρέλα αποδεχόμενος τη θέση που του υπέβαλε ο συνήγορος της Ενάγουσας ότι εκφράζετο τότε η δυσφορία της Κεντρικής Τράπεζας για το γεγονός ότι μέρος του Πιστωτικού τομέα της Κύπρου δεν ήταν υπό την εποπτεία της[12]. Να πω και κάτι τελευταίο. Ακόμη και αν ευσταθούσε η θέση που προσπάθησε ο κ. Μαθηκολώνης να προωθήσει κατά την ακρόαση από πλευράς Εναγομένων, ότι, δηλαδή, η χρέωση επιτοκίου στο επίδικο δάνειο έγινε κατά παράβαση οδηγιών και/ή εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, κάτι το οποίο όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, τούτο δεν θα μπορούσε να επηρεάσει καθ΄οιονδήποτε τρόπο την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων.[13] ΣΤ. Εγκυρότητα/Νομιμότητα επίδικης Υποθήκης Κατά το στάδιο των Αγορεύσεων ο κ. Μαθηκολώνης ήγειρε ζήτημα αναφορικά με την εγκυρότητα/νομιμότητα της επίδικης Υποθήκης. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι η επίδικη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου καθώς και οι όροι της παραβιάζουν τις διατάξεις του Άρθρου 5 και του Άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου 9/1965. Το Άρθρο 5 εδάφια
(1)και
(2)καθώς και το Άρθρο 21
(1)(γ) έχουν ως εξής: «5.-
(1)Ουδεμία μεταβίβασις ή υποθήκευσις ακινήτου είναι έγκυρος εκτός εάν γενή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου.
(2)Απόπειρα προς μεταβίβασιν ή υποθήκευσιν ακινήτου γενομένη άλλως ή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου ουδόλως επάγεται την σύσιασιν, μεταβολήν, μεταβίβασιν, απόσβεσιν οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επί ακινήτου ουδ' επηρεάζει τούτο καθ' οιονδήποτε τρόπον.
(3).................» «21.-
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακό Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυπόθηκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: (α) (β) (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τι να ημερομηνίαν, καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν σύμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστού καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού, δέον όπως τυγχάνη καθορισμού το μέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη.» Η βασική επιχειρηματολογία του συνηγόρου Υπεράσπισης ήταν ότι η επίδικη υποθήκη παραβιάζει ξεκάθαρα τις διατάξεις των Άρθρων 5 και 21
(1)(γ) διότι αφενός το ποσό και ο τόκος που η υποθήκη καλύπτει δεν είναι καθορισμένος και/ή δυνάμενος να προσδιοριστεί και αφετέρου διότι ξεκάθαρα η επίδικη υποθήκη καλύπτει έξοδα πέραν του υπό του Νόμου επιτρεπόμενα. Επιπλέον υποστηρίχθηκε ότι είναι παράνομη και άκυρη γιατί παραβιάζει και/ή αποστερεί το εξ' επιείκειας αναφαίρετο δικαίωμα του Εναγόμενου 1 ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει και εξαλείψει την επίδικη Υποθήκη και να απαλλάξει την περιουσία του (equitable right of redemption). Ειδικότερα προβλήθηκε ότι ο τόκος επί της Δήλωσης Υποθήκης Υ5479/07 (Τεκμήριο 7) προβλέπεται ότι θα είναι τόκος απλούς/σύνθετος χωρίς να διαγράφεται ο ένας από τους δύο τύπους τόκου. Σε ό,τι αφορά τη θέση αυτή στο Έγγραφο Υποθήκης (Τεκμήριο 6) ρητά αναφέρεται ότι το επίδικο δάνειο το οποίο διασφαλίζεται με την επίδικη Υποθήκη θα χρεώνεται με βασικό επιτόκιο 4,50%, περιθώριο 2,25%, ήτοι συνολικό επιτόκιο 6,75% και ότι ο τόκος θα υπολογίζεται πάνω στα ημερήσια χρωστικά υπόλοιπα και ότι για τον υπολογισμό του θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το ημερολογιακό έτος που αποτελείται από 365 μέρες. Επιπλέον γίνεται αναφορά σε κεφαλαιοποίηση δύο φορές των χρόνο. Ούτε η αναφορά στους όρους 13, 15 και 16 σε προμήθειες, και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα επηρεάζει, κατά την άποψη μου, την εγκυρότητα των επίδικων Υποθηκών. Δεν αναφέρεται στο Άρθρο 21 του Ν.9/65 ότι τέτοια έξοδα είναι επιβεβλημένο να περιλαμβάνονται στα έγγραφα υποθήκης αλλά ούτε και ότι τέτοιες αναφορές καθιστούν την υποθήκη άκυρη. Έπεται ότι δεν είναι ορθή η θέση ότι η Υποθήκη καλύπτει έξοδα πέραν τα υπό του Νόμου επιτρεπόμενα. Ούτε είναι αντιληπτό το επιχείρημα της Υπεράσπισης αναφορικά με τον όρο 8 της επίδικης Υποθήκης σύμφωνα με τον οποίο διαλαμβάνεται πρόνοια για προηγούμενη εξασφάλιση της έγκρισης της Τράπεζας ενόσω υφίστανται οποιεσδήποτε υποχρεώσεις οι οποίες εξασφαλίζονται με την υποθήκη να μην πωληθεί από τον ενυπόθηκο οφειλέτη οποιοδήποτε μέρος των ενυπόθηκων κτημάτων. Πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά εφόσον τα ενυπόθηκα ακίνητα δόθηκαν στην Τράπεζα ως εξασφάλιση του δανείου. Η αρχή για το εξ' επιείκειας δικαίωμα ενός οφειλέτη να εξοφλήσει και τοιουτοτρόπως να εξαλείψει την επίδικη υποθήκη (Equity of Redemption) από την περιουσία του δεν είναι αντιληπτό πως επηρεάζεται στην προκειμένη περίπτωση με βάση το περιεχόμενο και τους όρους που διαλαμβάνονται στην επίδικη Υποθήκη. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι η εν λόγω αρχή αφορά και εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου στην υποθήκη υφίσταται πρόνοια (clog) όπου το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει το χρέος που αφορά η υποθήκη που έχει παραχωρήσει περιορίζεται και/ή παραβιάζεται. Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Snell's Equity 33rd ed.: 'Clogs. 38-007 It is a settled rule of equity that any agreement which interferes with the mortgagor's equitable right to redeem is ineffectual The rule is an application of the principle "once a mortgage, always a mortgage". Where a mortgage fixes a contractual date for redemption and then provides that the right shall not be exercised by the mortgagor for a substantial period thereafter, this is void as a fetter on the right to redeem. On the same basis, a provision to the effect that the right to redeem is exercisable only by particular persons or until the expiry of a particular period of time is ineffective. Such provisions are said to be void as "clogging the equity of redemption. This doctrine applies to all types of mortgages, whether legal or equitable, or by way of floating charge or otherwise. While it has been criticised as ((an appendix to our law which no longer serves a useful purpose and would be better excised the Privy Council has more recently accepted that it remains "an old-established but not obsolete doctrine of equity." At one period, the courts inclined to go even further, and to lay down the rule that a stipulation in a mortgage for any advantage beyond repayment of the principal sum with interest was invalid. This was probably due to the fact that the rate of interest permissible was then limited by statute, and any additional (or "collateral") advantage beyond interest at the permissible rate was in effect an evasion of the usury laws. Subsequent authorities have tended to restrict the rule as to clogging the equity, and have established that there is no general rule against collateral advantages, but that certain collateral advantages may be struck down as objectionable. Limits to the rule. 38-008 In Kreglinger v New Patagonia Meat & Cold Storage Co Ltd, the House of Lords held that: "there is now no rule in equity which precludes a mortgagee, whether the mortgage be made upon the occasion of a loan or otherwise, from stipulating for any collateral advantage, provided such advantage is not either
(1)unfair and unconscionable, or
(2)in the nature of a penalty clogging the equity of redemption, or
(3)inconsistent with or repugnant to the contractual and equitable night to redeem." A collateral advantage is not objectionable merely because it is unreasonable.'[14] (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Βεβαίως αξίζει εδώ να επισημανθεί ότι, όπως έχει αναφερθεί σε σχετική Αγγλική νομολογία, η εφαρμογή της αρχής η οποία απαγορεύει την ύπαρξη πρόνοιας (clogs & fetters) η οποία περιορίζει το εξ επιείκειας δικαιώματος του οφειλέτη να εξοφλήσει και εξαλείψει την υποθήκη από την περιουσία του (Equity of Redemption) επεμβαίνει στο δικαίωμα των μερών να συμβάλλονται ελεύθερα με αποτέλεσμα σήμερα τα Δικαστήρια να είναι ολιγότερα πρόθυμα να επεμβαίνουν και να ακυρώνουν μια καθόλα νόμιμη εμπορική εξασφαλισμένη συναλλαγή[15]. Δεν θεωρώ ότι στην υπό εξέταση υπόθεση οτιδήποτε έχει επικαλεσθεί η πλευρά της Υπεράσπισης σε σχέση με την επίδικη Υποθήκη συνιστούν περίπτωση παραβίασης του εξ' επιείκειας δικαιώματος του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει και τοιουτοτρόπως να εξαλείψει την επίδικη υποθήκη. Ούτε διαπιστώνεται οτιδήποτε το οποίο επηρεάζει καθ΄οιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα και/ή νομιμότητα της επίδικης Υποθήκης. Εν ολίγοις πουθενά στην επίδικη υποθήκη δεν αναφέρεται ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν έχει δικαίωμα να αποπληρώσει και/ή εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος για να απαλλαγεί το ακίνητο του από την υποθήκη που το επιβαρύνει. Άλλωστε η εξάλειψη της υποθήκης μόλις εξοφληθεί το ενυπόθηκο χρέος αποτελεί νομική υποχρέωση του ενυπόθηκου δανειστή που προκύπτει από τον Νόμο[16]. Να πω και κάτι ακόμη. Ουδεμία μαρτυρία προσήχθη από πλευράς Υπεράσπισης ούτε και υπεβλήθη κατά την αντεξέταση ότι ενώ ο Εναγόμενος 1 είχε εκδηλώσει την πρόθεση του και/ή προσφέρθηκε να αποπληρώσειν και/ή εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος του η Ενάγουσα με οποιονδήποτε τρόπο τον απέκλεισε και/ή εμπόδισε να το πράξει ή τούτο κατέστη ανέφικτο και/ή αδύνατο στη βάση οποιασδήποτε συγκεκριμένη πρόνοιας στην επίδικη Υποθήκη. Εν προκειμένω ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε προχώρησε στην αποπληρωμή του ενυπόθηκου χρέους και ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε ότι εκδήλωσε μια τέτοια πρόθεση και η Ενάγουσα του το απέκλεισε. Τούτου δοθέντος ο Εναγόμενος 1 εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί και/ή κωλύεται να προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς. Ζ. Κατάληξη Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει και με βάση τη μαρτυρία που έχω αποδεχθεί οι Ενάγοντες έχουν πετύχει να αποδείξουν την αξίωση τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €951.140,73 πλέον τόκο προς 6,5% από 1/1/2019 μέχρι εξοφλήσεως και με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδίδεται Διάταγμα εναντίον του Εναγόμενου 1 διατάττον την εκποίηση της Υποθήκης XXXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που περιγράφεται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης έναντι και/ή προς ικανοποίηση του χρέους μετά τόκων και εξόδων και επιστροφή οποιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς τους Εναγόμενους 1 και 2. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα Ανταπαίτησης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν για τις εμφανίσεις η Ενάγουσα θα δικαιούται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1Α.Α.Δ. 2192, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [2] Δέστε Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192. [3] Δέστε Μακεδόνας ν. Ευάγγελου Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 όπου λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής σχετικά: «Με την έφεση αμφισβητείται η πρωτόδικη άποψη ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος. Η επί του θέματος συζήτηση κάλυψε διάφορα είδη νομικών σχέσεων όπου είχε απασχολήσει το κατά πόσο τέτοια απαίτηση ήταν ή όχι αναγκαία και είχαν, συναφώς, επισημανθεί διακρίσεις μεταξύ περιπτώσεων. Έγινε εκτενής αναφορά σε νομολογία, αγγλική και κυπριακή. Νομίζουμε πως αρκούν, για να φωτίσουν το πεδίο, οι αποφάσεις στις υποθέσεις In re J. Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300, Bradford Old Bank v. Sutcliffe [1918] 2 K.B. 833, MS Fashions Ltd and Others v. Bank of Credit and Commerce International SA and Others (No. 2) [1993] 3 All E.R. 769, Ioannou v. Hassan 3 C.L.R. 30 και Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντος και, σε μερικές από αυτές, ο συνήγορος των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε πως δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Μπορούμε εν προκειμένω να περιοριστούμε στην πτυχή της απαίτησης που αφορούσε σε απλό δάνειο. Με βάση τη νομολογία, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Αυτό ισχύει ακόμα και αν θεωρηθεί ότι εδώ η πρόνοια στο γραμμάτιο περί απαίτησης αντανακλούσε και στο ίδιο το δάνειο. Στην re J. Brown's Estate (ανωτέρω) το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «.. Where there is a present debt and a promise to pay on demand, the demand is not considered to be a condition precedent to the bringing of the action. But it is otherwise on a promise to pay a collateral sum on request, for then the request ought to be made before action brought.»» Δέστε, επίσης, τις υποθέσεις Ioannou v. Hasan 3 C.L.R. 30, Lombard Natwest Ltd ν. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, κ.ά. και Εταιρεία J.K. Vavlites (Hotels & Leisure) Ltd, ν. Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας του Τακτικού Ωρομίσθιου Κυβερνητικού Προσωπικού, Πολιτική Έφεση αρ. 31/2013, ημερ. 30/1/2019. [4] Δέστε, επίσης, Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/2012. [5] Δέστε Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ.
  1. [6] Δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ [2001] 1 Α.Α.Δ.
  2. [7] Δέστε Barry Wynne ν. David Costaki Mavronikola ως Διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα [2009) 1 Α.Α.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/09 ημερ. 17/10/
  3. [8] Δέστε, μεταξύ άλλων, παραγράφους 9 και 12 του Εγγράφου
  4. [9] Δέστε Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357. [10] The Banking Business (Temporary Restrictions) CAP. 124 [11] Δέστε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059. [12] E. Σας υποβάλλω ότι αυτή η οδηγία δεν μπορούσε να εφαρμοστεί για τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα αλλά μόνο για τις τράπεζες. A. Μάλιστα. E. Συμφωνείτε επίσης μαζί μου ότι η ΣΠΕ Αραδίππου ήταν μέσα στα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα που δεν μπορούσε να εφαρμοστεί αυτή η οδηγία; A. Ναι κάτω που την αρμοδιότητα μας ήταν η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα. E. Μάλιστα, θέλω να σας θυμίσω ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή τον Δεκέμβρη του 2007 και Γενάρη του 2008 εξέφραζε τη δυσφορία της για το γεγονός ότι μέρος του πιστωτικού τομέα στην Κύπρο δεν ήταν υπό την εποπτεία της και την εμπόδιζε από το να ασκήσει τη δέουσα νομισματική πολιτική. A. Το είχε εκφράσει ο κύριος Ορφανίδης πολλές φορές. E. Ποιος ο λόγος; A. Θεωρούσε ότι έπρεπε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα του τόπου να είναι κάτω που μια ομπρέλα και θεωρούσε ότι έπρεπε να γίνει μια υπηρεσία όπως και έγινε μελλοντικά με το πρόγραμμα του '13 για οικονομική βοήθεια που δόθηκε τότε και ένας που τους όρους να σμίξουν οι αρχές και έγινε ειδικός νόμος και απορροφήσαμε ένα μέρος του προσωπικού της ΥΑΣΕ αλλά τώρα μιλούμε για το '13 και η εποπτεία των συνεργατικών ιδρυμάτων ήρθε στην Κεντρική Τράπεζα. Για τα θέματα νομισματικής πολιτικής είχαμε χάσει την εξουσία με την ένταξη στο ευρώ. E. Τούτο επιβεβαιώνει ότι την οδηγία του Διοικητική της Κεντρικής τράπεζας δεν ήταν υποχρεωμένες να την εφαρμόσουν οι συνεργατικές πιστωτικές εταιρείες; Δικαστήριο: Το Τεκμήριο 20; Κος Μερακλής: Ναι. Γι΄ αυτό διαμαρτύρετουν ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, διότι δεν μπορούσε να εφαρμοστεί η οδηγία; Μάρτυρας: Έπρεπε να εφαρμοστεί από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα ‑‑ Δικαστήριο: Και τις τράπεζες; Μάρτυρας: Μάλιστα. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [13] Δέστε, μεταξύ άλλων, Συρίμη v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ.1131, Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238, Ζερβός κ.ά .v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1Α.Α.Δ. 38 και Γρηγορίου v. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ.
  1. [14] Δέστε το Σύγγραμμα Snell΄s Equity 33rd Ed. Παράγραφος 38-007: "At one period, the courts inclined to go even further, and to lay down the rule that a stipulation in a mortgage for any advantage beyond repayment of the principal sum with interest was invalid.30 This was probably due to the fact that the rate of interest permissible was then limited by statute, and any additional (or "collateral") advantage beyond interest at the permissible rate was in effect an evasion of the usury laws. Subsequent authorities have tended to restrict the rule as to clogging the equity, and have established that there is no general rule against collateral advantages, but that certain collateral advantages may be struck down as objectionable." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [15] Δέστε το Σύγγραμμα The Law of Personal Property 2nd Ed.: "Contractual freedom 15-061 The application by the courts of the doctrine prohibiting clogs on the equity of redemption is of course an interference with the freedom of contract of the parties. It has been argued that the doctrine of clogs and fetters, in its interference with party autonomy, is potentially subject to human rights challenge. To date, human rights challenges have had little impact on private law commercial matters and this instance may be no exception to that trend. Moreover, it is probably true to say that the courts are much less inclined to intervene than in an earlier age. The prohibition of clogs on the equity of redemption has the potential of striking down perfectly legitimate commercial secured transactions if pressed too far". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [16] Δέστε Άρθρα 35 και 36 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.