← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΚΡΗΤΙΚΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3027/13, 23/3/2020

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΚΡΗΤΙΚΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3027/13, 23/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3027/13 Μεταξύ:- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων Και

  1. XXXXX ΚΡΗΤΙΚΟΣ
  2. XXXXX ΚΡΗΤΙΚΟΥ
  3. XXXXX ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ
  4. XXXXX XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  5. XXXXX ΑΝΤΩΝΙΟΥ
  6. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγομένων _________________________________________________________________________ Ημερομηνία: 23 Μαρτίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Α. Φασιανού για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: Α. Παπαλλής για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικογραφία Οι Εναγόμενοι 1 - 5 ενάγονται ως πρωτοφειλέτες δυνάμει Συμφωνίας Δανείου. Η αξίωση της Ενάγουσας εδράζεται σε Συμφωνία Δανείου ημερ. 30/4/2010 (Τεκμήριο 6) για την παραχώρηση δανείου για το ποσό των €1.000.
  7. Σύμφωνα με την αξίωση το δάνειο θα ήταν πληρωμένο διά 298 μηνιαίων δόσεων εκ €6.864,82 η κάθε μια. Η πρώτη δόση ήτο πληρωτέα στις 30/7/10 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Το συμφωνηθέν επιτόκιο για τη χρονική περίοδο η οποία θα άρχιζε την 30/4/10 και θα έληγε τις 30/4/13 ήταν σταθερό επιτόκιο το οποίο καθορίστηκε στο ποσοστό του 5,25%. Μετά τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας το επιτόκιο θα μετατρεπόταν σε κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο το οποίο κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης Συμφωνίας ανερχόταν σε 4,25% προσαυξημένο κατά 2,25% (περιθώριο). Ο τόκος θα υπολογίζετο επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων και για τον υπολογισμό του τόκου θα λαμβάνετο ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. Προς περαιτέρω εξασφάλιση κάθε υποχρέωσης των Εναγομένων 1 - 5, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 6 υποθήκευσαν δυνάμει της Υποθήκης XXXXX/10 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας τα ακίνητα που περιγράφονται στην παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαίτησης. Σύμφωνα με την αξίωση, οι Εναγόμενοι 1 - 6 κατά παράβαση των όρων της επίδικης Συμφωνίας παρέλειψαν να συμμορφωθούν με αυτήν, οπόταν η Ενάγουσα απέστειλε προειδοποιητική επιστολή ημερ. 9/7/12 και επιστολή τερματισμού ημερ. 17/12/12 προς τους Εναγόμενους αξιώνοντας το υπόλοιπο του χρέους τους, ήτοι €1.089.233,50 πλέον τόκος 8,25% ετησίως από 1/7/13 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές εκάστου έτους. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι, ενώ παραδέχονται ότι αιτήθηκαν την χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων, ισχυρίζονται ότι ουδέποτε συνήφθη νόμιμα οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα και/ή ότι ευρισκόμενοι σε δυσχερή και/ή αδύνατη θέση τους επιβλήθηκαν όροι επαχθείς και/ή αντίθετοι με τα συναλλαχτικά ήθη. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι: · Η Ενάγουσα κωλύεται εξ υποσχέσεως και/ή εκ της συμπεριφοράς της και/ή με βάση τις αρχές Επιείκειας να εγείρει την παρούσα Αγωγή και να αξιώνει ως η απαίτησή της. · Ότι οι όροι της επίδικης Συμφωνίας είναι παράνομοι και/ή καταπιεστικοί και/ή καταχρηστικοί και/ή υπέρμετρα ετεροβαρείς και/ή ασαφείς και/ή παραβαίνουν τον Περί Συμβάσεως Νόμο Κεφ. 149 και/ή τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο και/ή απολήγουν σε χρέωση παρανόμων τόκων και/ή μη συμφωνηθέντων τόκων και/ή χρεώσεων και ότι, ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεωρηθούν ως άκυροι και άνευ οποιουδήποτε αποτελέσματος. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 6 ισχυρίζονται ότι ουδέποτε ενέγραψαν νόμιμα την ισχυριζόμενη Υποθήκη προς όφελος της Ενάγουσας και/ή ότι αυτό έγινε χωρίς την ελεύθερη βούληση τους και/ή οι όροι της είναι υπέρμετρα επαχθείς και/ή παράνομοι αφ' ης στιγμής έχει ως αντικείμενο παράνομη και/ή άκυρη σύμβαση δανείου. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι παρέλαβε τις ισχυριζόμενες επιστολές και θεωρεί ότι η Ενάγουσα αυθαίρετα και αδικαιολόγητα προέβη σε υπερχρεώσεις τόκων. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε η Ενάγουσα τερμάτισε νόμιμα τις ισχυριζόμενες συμφωνίες και ότι ουδέποτε τους απέστειλαν τις ισχυριζόμενες επιστολές και/ή ότι οι Εναγόμενοι παρέλαβαν αυτές. Τέλος, ισχυρίζονται ότι το υπό αναφορά οφειλόμενο ποσό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή περιέχει παράνομες χρεώσεις και/ή τόκους επί τόκων και/ή παράνομες κεφαλαιοποιήσεις τόκων. Εκ συμφώνου έκδοση Διατάγματος σε σχέση με τον Εναγόμενο 6 Επισημαίνεται ότι αναφορικά και μόνο με τον Εναγόμενο 6, η αξίωση της Ενάγουσας σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό απεσύρθη και ο Εναγόμενος 6 απεδέχθη εκ συμφώνου την έκδοση Διατάγματος εκποίησης της επίδικης Υποθήκης XXXXX/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, νοουμένου ότι το εν λόγω Διάταγμα θα εκδοθεί και σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2 κατόπιν δικαστικής Απόφασης στο πλαίσιο της παρούσας Αγωγής. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της εναντίον των Εναγομένων η Ενάγουσα κάλεσε συνολικά 5 μάρτυρες ως ακολούθως: · XXXXX XXXXX Σολωμού (Μ.Ε.1) · XXXXX Γεωργίου (Μ.Ε.2) · XXXXX Παναγιώτου (Μ.Ε.3) · XXXXX Καραγιώργη (Μ.Ε.4) · XXXXX Ζενιέρη (Μ.Ε.5) Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσε ένας μόνο μάρτυρας ο πατέρας του Εναγόμενου 1 (Μ.Υ.1). Σύνοψη μαρτυρίας Μ.Ε.1 Η Μ.Ε.1 μέχρι τις 31/1/18 ήταν τοποθετημένη ως Λειτουργός στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας. Από την 1/2/18 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δυνάμει σχετικής Συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Δυνάμει της εν λόγω Συμφωνίας, η Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd ενεργεί δια λογαριασμό της Ενάγουσας και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Ενάγουσας και συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων/εγγύησης. Μία από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις διευκολύνσεων είναι και το επίδικο δάνειο και οι συναφείς με αυτό εξασφαλίσεις. Κατά τη μαρτυρία της (Έγγραφο 1) η Μ.Ε.1 παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Ενάγουσας (Τεκμήριο 1 - 14Α). Μ.Ε.2 Η Μ.Ε.2 από το 2006 μέχρι το 2014 εργαζόταν στο Τμήμα Δανείων της ΣΠΕ Αγροτικής Ανάπτυξης Λτδ, ενώ από την 1/2/18 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Ήτο μάρτυρας υπογραφής στην επίδικη Συμφωνία Δανείου στο Έγγραφο Υποθήκης (Τεκμήριο 11) καθώς και στη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης με αρ. XXXXX/10 (Τεκμήριο 10) και κατέθεσε ότι η ίδια έθεσε την υπογραφή της ως μάρτυρας υπογραφής στα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα. Μ.Ε.3 Ο Μ.Ε.3 είναι ιδιώτης επιδότης ο οποίος κατέθεσε ότι, κατόπιν οδηγιών των δικηγόρων της Ενάγουσας, προέβη στην επίδοση των επιστολών Τεκμήρια 12 και
  8. Μ.Ε.4 Η Μ.Ε.4 από το 2006 μέχρι το 2014 εργαζόταν στο Τμήμα Δανείων της ΣΠΕ Αγροτικής Ανάπτυξης Λτδ, ενώ από τις 12/9/18 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλο στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Ήτο μάρτυρας υπογραφών στην επίδικη Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 6), στο έγγραφο Υποθήκης (Τεκμήριο 11) καθώς και στη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης με αρ. XXXXX/2010 (Τεκμήριο 10) και κατέθεσε ότι η ίδια έθεσε την υπογραφή της ως μάρτυρας υπογραφής στα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα. Μ.Ε.5 Η ΜΕ5 εργάζεται στο Κτηματολόγιο Λάρνακας ως Ελεγκτής στο Τμήμα Μεταβιβάσεων. Αναφέρθηκε στα Τεκμήρια 10 και 11 εξηγώντας τι ακριβώς αφορούν τα εν λόγω Έγγραφα. Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ.1 είναι ο πατέρας του Εναγόμενου
  9. Μέσω του Εγγράφου 4 κατέθεσε τα εξής: · Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης γιατί ο ίδιος προσωπικά διαπραγματεύθηκε με την Ενάγουσα. · Οι Εναγόμενοι 1 - 5 στις 30/4/10 υπέβαλαν αίτηση προς την Ενάγουσα αφού προηγουμένως του ζητήθηκε να γίνουν μέλη της Ενάγουσας και χορηγήθηκε προς τον Εναγόμενο 1 δάνειο €1.000.
  10. Ο Εναγόμενος 6 δεν υπέγραψε οποιαδήποτε αίτηση ή Συμφωνία Δανείου με την Ενάγουσα. · Η Σύμβαση Δανείου δεν ήταν νόμιμη αλλά εικονική. Χρησιμοποιήθηκαν περισσότερα πρόσωπα ως αιτητές για να καταστεί δυνατή η σύναψη της Συμφωνίας Δανείου πέραν του ποσού των €200.000 που ήταν το μέγιστο της δανειοδότησης ανά άτομο. · Το προϊόν του δανείου δεν κατέληξε σε όλους τους φαινόμενους ως δανειολήπτες αλλά σε έναν μόνο λογαριασμό. · Περαιτέρω, οι όροι της Συμφωνίας περιέχουν επαχθείς όρους και καταχρηστικές ρήτρες. · Υπήρξαν σοβαρές παράνομες υπερχρεώσεις και δεν είναι αποδεχτό το ισχυριζόμενο ως οφειλόμενο ποσό. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους

(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[2] Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους πέντε μάρτυρες που κλήθηκαν από την Ενάγουσα, Μ.Ε.1, Μ.Ε.2, Μ.Ε.3, Μ.Ε.4 και Μ.Ε.5 ήταν απόλυτα θετική. Όλοι τους μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ ότι όλοι τους με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση τους. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Καθόλη τη διάρκεια της εξέτασης τους παρέμειναν σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους ενώ σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η μαρτυρία τους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. O M.Y.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση για τους λόγους που πιο κάτω αναλυτικά αναφέρω. Δεν έχω δε καμία αμφιβολία ότι προσπάθησε να προωθήσει μια εκδοχή που θεωρούσε ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε απαλλαγή των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Στο κατάλληλο στάδιο θα γίνει και η αξιολόγηση και του Μ.Υ.
  1. Α. Συμφωνίες διαδίκων Η Μ.Ε.2 κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης ήταν λειτουργός στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας. Κατά τη μαρτυρία της (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Ενάγουσας. Μεταξύ αυτών ήταν και η Συμφωνία Δανείου ημερ. 30/4/2010 (Τεκμήριο 6) καθώς και το Έγγραφο Υποθήκης ημερ. 30/4/2010 (Τεκμήριο 11). Όπως προέκυψε, στις 30/4/2010 η Ενάγουσα συμφώνησε με τους Εναγόμενους 1 - 5 όπως παραχωρήσει σε αυτούς δάνειο ύψους €1.000.
  2. Για τον σκοπό αυτό υπεγράφη το έγγραφο τιτλοφορούμενο «Συμφωνία Δανείου» στο οποίο μνημονεύονται οι όροι παροχής του δανείου (Τεκμήριο 6). Όπως κατέθεσαν η Μ.Ε.2 και η Μ.Ε.4 των οποίων η μαρτυρία ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση εφόσον αυτές δεν έτυχαν οποιασδήποτε αντεξέτασης, ενώπιον τους υπεγράφη από τους Εναγόμενους 1 - 5 η επίδικη Συμφωνία Δανείου και αμφότερες έθεσαν τη δική τους υπογραφή σε αυτήν ως μάρτυρες υπογραφών. Την ίδια ημερομηνία, ήτοι 30/4/2010, υπεγράφη και το Έγγραφο Υποθήκης (Τεκμήριο 11). Όπως κατέθεσαν η Μ.Ε.2 και η Μ.Ε.4 ενώπιον τους υπεγράφη από τους Εναγόμενους 1 - 6 και το εν λόγω έγγραφο και αμφότερες έθεσαν σε αυτό την υπογραφή τους ως μάρτυρες υπογραφών. Ως πρόσθετη εξασφάλιση των Εναγομένων 1 - 5 οι Εναγόμενοι 1, 2 και 6 παραχώρησαν στις 14/5/2010 στην Ενάγουσα την Υποθήκη XXXXX/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας (Τεκμήριο 10). Όπως προέκυψε, ο Εναγόμενος 1 και ο XXXXX Αβραάμ, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγομένων 2 και 6, υπέγραψαν στις 14/5/2010 τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου (Τεκμήριο 10) ενώπιον της Μ.Ε.2 και της Μ.Ε.
  3. Η Μ.Ε.5 μεταξύ των εγγράφων που κατέθεσε ως δέσμη και αποτελούν το Τεκμήριο 16 ήταν και το Πληρεξούσιο το οποίο είχε παραχωρηθεί στον Σίμο Αβραάμ από τους Εναγόμενους 1, 2 και
  4. Η Ενάγουσα παραχώρησε στους Εναγόμενους 1-5 το ως άνω δάνειο δια της χρέωσης με το ως άνω ποσό του λογαριασμού δανείου που έφερε τον αριθμό XXXXX5380 στον οποίο τηρούνταν όλες οι σχετικές χρεώσεις και πιστώσεις, όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 σε συνάρτηση με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 14 και 14Α και το αντίγραφο της Απόδειξης, Τεκμήριο 7). Όπως προέκυψε, η υπογραφή των πιο πάνω εγγράφων δεν αμφισβητείται. Αντιθέτως, επιβεβαιώθηκε και από τους Εναγόμενους μέσω της μαρτυρίας του Μ.Υ.
  5. Ό,τι αμφισβητείται είναι η νομιμότητα της επίδικης Συμφωνίας Δανείου καθώς και οι συνθήκες υπογραφής της. Εξετάζοντας τη μαρτυρία τόσο της Μ.Ε.2 όσο και της Μ.Ε.4, διαπίστωσα ότι με σαφήνεια και θετικότητα αναφέρθηκαν στη δική τους ανάμειξη και εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση κατά το στάδιο υπογραφής τόσο της επίδικης Συμφωνίας Δανείου όσο και του εγγράφου Υποθήκης. Αφού αναφέρθηκαν στο ότι στην παρουσία τους οι Εναγόμενοι 1 - 6 είχαν θέσει τις υπογραφές τους στα εν λόγω έγγραφα, αναγνώρισαν και υπέδειξαν στη συνέχεια στο Δικαστήριο τόσο τις μονογραφές όσο και υπογραφές που οι Εναγόμενοι είχαν θέσει σε αυτά καθώς επίσης και τις δικές τους υπογραφές που έθεσαν ως μάρτυρες υπογραφών. Η μαρτυρία τους, πέραν του ότι υπήρξε απόλυτα αξιόπιστη, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντεξέτασή τους. Στρεφόμενη τώρα στη μαρτυρία του Μ.Υ.1, λέω εξαρχής ότι δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν, κατά την κρίση μου, εμφανής η προσπάθειά του από την αρχή της κατάθεσής του να προωθήσει μια εκδοχή που θα απάλλαττε τους Εναγόμενους από οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι της Ενάγουσας και στο πλαίσιο αυτής του της προσπάθειας προέβαλε αντιφατικές καθώς και παράδοξες θέσεις. Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι η εκδοχή του όπως προωθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπήρξε ούτε σταθερή, ούτε συνεπής εφόσον σε ουσιώδη σημεία αυτής διαφοροποιήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης στη διάρκεια της οποίας ο Μ.Υ.1 προέβαλε αντιφατικούς ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, ενώ μέσω της γραπτής του δήλωσης είχε ισχυριστεί ότι η επίδικη Συμφωνία Δανείου ήταν εικονική καθότι είχαν χρησιμοποιηθεί περισσότερα πρόσωπα ως Αιτητές για να καταστεί δυνατή η σύναψη της Συμφωνίας Δανείου πέραν του ποσού των €200.000 που ήταν, ως ανέφερε, το μέγιστο ποσό δανειοδότησης ανά άτομο, στη διάρκεια της αντεξέτασης όταν ρωτήθηκε για ποιό λόγο θεωρούσε την επίδικη Συμφωνία εικονική, προέβαλε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Ισχυρίστηκε εντελώς αντιφατικά και αντίθετα με τα όσα είχε ήδη πει στην κυρίως εξέτασή του ότι θεωρεί την επίδικη Συμφωνία εικονική καθότι πολλά στοιχεία τα οποία αναγράφονται σε αυτήν ήταν κενά και δεν υπήρχαν κατά το στάδιο της υπογραφής της. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει πώς ήταν δυνατόν ένα έγγραφο το οποίο έχει εκτυπωθεί από ηλεκτρονικό υπολογιστή και έχει υπογραφεί να μπορεί ο οποιοσδήποτε να επέμβει μεταγενέστερα στο περιεχόμενό του και να το μεταβάλει προσθέτοντας τα στοιχεία που ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχαν σε αυτό κατά το στάδιο της υπογραφής του, δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε λογική εξήγηση. Το πιο κάτω απόσπασμα από τη μαρτυρία του είναι σχετικό και αποκαλυπτικό της ποιότητας της μαρτυρίας που ο Μ.Υ.1 πρόσφερε[3]: «E. Να σας ρωτήσω κάτι, το έγγραφο αυτό δεν εκτυπώνεται από ηλεκτρονικό υπολογιστή; A. Εννοείται, βέβαια. E. Πώς είναι δυνατό να μπήκαν οι υπογραφές, μονογραφές χειρόγραφα, να υπάρχουν και αυτό το έγγραφο να ξαναεκτυπώθηκε ηλεκτρονικά, να προστέθηκαν αυτά που λέτε ότι προστέθηκαν και να έχει τη μορφή την πρωτότυπη την οποία έχει; A. Αν χτυπήσει τα υπόλοιπα στο κομπιούτερ αλλάζει κάτι; Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Όταν έχει τις υπογραφές πώς γίνεται η προσθήκη των στοιχείων αυτών που λέτε; Ο μάρτυρας συνεχίζει: A. Πώς δεν γίνεται; Γίνεται. Όταν έχεις την πρωτότυπη αλλάζει κάτι; E. Πώς μπορώ να παρέμβω σε ένα ήδη υπογραμμένο έγγραφο μέσω κομπιούτερ; A. Ηλεκτρονικά δεν γράφει τη διεύθυνση πάνω στο κομπιούτερ; Γίνεται εύκολα και έτσι έγινε. Δεν είναι πλαστογραφία τούτο το πράγμα. Αφού γράφει το γραφείο, τυπώνει. Τι να αλλάξει δηλαδή, δεν αλλάζει τίποτα. Αλλάζει η υπογραφή όταν χτυπάς στο κομπιούτερ; Δεν αλλάζει τίποτε και σας λέω ότι έτσι είναι όπως σας τα λέω, ένας φάκελος γεμάτος.» Όταν ρωτήθηκε εκ νέου πως είναι δυνατόν έγγραφα με πρωτότυπες υπογραφές να υπήρξε εκ των υστέρων επέμβαση στο περιεχόμενο τους, πάλι δεν μπόρεσε να δώσει μια λογική και πειστική απάντηση επιμένοντας ότι είχαν υπογραφεί «χαρτιά κενά και μετά συμπληρώθηκαν και οι όροι, οι τόκοι και οι τόκοι υπερημερίας μπήκαν μετά»[4]. Πέραν τούτου, ούτε και η εκδοχή του για το τι περιλαμβάνετο ή δεν περιλαμβάνετο στο έγγραφο της επίδικης Συμφωνίας κατά το στάδιο της υπογραφής δεν ήταν σαφής και σταθερή. Χρειάστηκε δε να του υποβληθούν αρκετές ερωτήσεις κατά την αντεξέταση για να διευκρινίσει τι ακριβώς διατείνετο ότι υπήρχε γραμμένο στο έγγραφο της Σύμβασης Δανείου και τι, κατά την εκδοχή του, είχε προστεθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς, ωστόσο, στο τέλος να ξεκαθαρίζει το όλο ζήτημα. Μάλιστα, σε αρκετά σημεία η μαρτυρία του υπήρξε αντιφατική και αλλοπρόσαλλη. Αρχικά, ισχυρίζετο ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν «κενές κόλλες» και ότι δεν γνώριζαν τους όρους και/ή ότι δεν υπήρχαν στο έγγραφο που υπέγραψαν οι όροι. Σε άλλο σημείο το διαφοροποίησε λέγοντας ότι στο έγγραφο που υπεγράφη περιλαμβάνονταν οι όροι αλλά δεν περιλαμβάνονταν οι ημερομηνίες και η αναφορά στο βασικό επιτόκιο, περιθώριο και συνολικό επιτόκιο κάτω από τον όρο 3 της επίδικης Συμφωνίας. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1[5]. «Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Ήταν οι όροι, υπήρχαν; Μάρτυρας: Όχι, ήταν κενό. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Άδεια κόλλα κάτω από τα ονόματα; Μάρτυρας: Μάλιστα, οι όροι ήταν κάτω, εκτός τις ημερομηνίες. Αυτά ήταν γραμμένα όλα εκτός οι ημερομηνίες που γράφτηκαν. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Πέστε μας τι δεν υπήρχε, να το πάρουμε αλλιώς. Μάρτυρας: Οι ημερομηνίες-- Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Τι δεν υπήρχε, καθορίστε. Μάρτυρας: Το ένα εκατομμύριο ήταν γραμμένο-- Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Τι δεν ήταν γραμμένο; Μάρτυρας: Το 2, αλλά οι ημερομηνίες‑‑ Δικαστήριο: Διαβάζει από τον όρο
  6. Μάρτυρας: Το 298 και το ποσό 6.864 ευρώ και 82 σεντς και ημερομηνία 30/7/
  7. Δικαστήριο: Τι άλλο δεν υπήρχε; Μάρτυρας: Βασικό επιτόκιο, τούτα τα πράγματα μετά μπήκαν. Δικαστήριο: Διαβάζει την παράγραφο 3 προς τα κάτω, «βασικό επιτόκιο, περιθώριο και συνολικό επιτόκιο».» Παρατίθεται, επίσης, και το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία του[6]: «E. Μπορείτε να μας πείτε, να μας περιγράψετε ποιο έγγραφο ήταν ήδη υπογραμμένο ως ισχυρίζεστε κενό; A. Όλα ήταν, όλα τα έγγραφα ήταν κενά. Ήταν τα ονόματα από πάνω μόνο και τα έγγραφα υπογράφτηκαν έναν μήνα πριν στη Συνεργατική Αγροτικής Ανάπτυξης μέσα στο γραφείο του διευθυντή μαζί με την κυρία Μαρίνα». Επισημαίνεται, επιπλέον, ότι η εκδοχή του Μ.Υ.1, όπως τελικά προωθήθηκε στην αντεξέταση και κατ' αντίθεση με τα όσα είχε προηγουμένως προβάλει κατά την κυρίως εξέταση, ουδέποτε τέθηκε στους μάρτυρες της Ενάγουσας για να μπορούν να δώσουν τη δική τους θέση και εκδοχή. Η εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς προώθηση από τον Μ.Υ.1 μίας εκδοχής που σε κανένα στάδιο δεν τέθηκε στους μάρτυρες της Ενάγουσας κατά την αντεξέτασή τους, αναπόφευκτα και πέραν των άλλων ζητημάτων που εντοπίσαμε πιο πάνω, υπονομεύουν καταλυτικά την αξιοπιστία της όλης εκδοχής που προσπάθησε, τελικώς, να προωθήσει στο Δικαστήριο. Επισημαίνεται ότι όταν κατέθεσε η Μ.Ε.2 ως μάρτυρας υπογραφών, τόσο για την επίδικη Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 6), όσο και για το Έγγραφο Υποθήκης (Τεκμήριο 11), σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης δεν της τέθηκε η εκδοχή του Μ.Υ.1 ότι αυτό που οι Εναγόμενοι 1 -5 υπέγραψαν ήταν κενές κόλλες και ότι μεταγενέστερα συμπληρώθηκαν οι όροι. Αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, ως η εκδοχή του Μ.Υ.1, θα αναμένετο λογικά να αμφισβητηθούν τα όσα είχε καταθέσει η Μ.Ε.2 και να τεθεί η εκδοχή του Μ.Υ.1 στην ίδια για να τοποθετηθεί. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν έγινε. Κατά παρόμοιο τρόπο αντιμετωπίστηκε από την Υπεράσπιση και η Μ.Ε.4 η οποία και εκείνη κατέθεσε ως μάρτυρας υπογραφών, τόσο σε σχέση με την επίδικη Συμφωνία Δανείου όσο και για το Έγγραφο Υποθήκης και αναφέρθηκε στην όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε εφόσον ουδεμία αντεξέταση της έγινε. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ουσιαστικά ζητήματα. Παραπέμπω στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785: «Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διετυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να ανακρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου». Παραπέμπω, επίσης, στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd v. Acuac In
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527: «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι κατά την αντεξέταση τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα». Στην πιο πάνω υπόθεση η παράλειψη αντεξέτασης με κάποια συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης ήταν, σύμφωνα με το Δικαστήριο, καθοριστική και σήμαινε το τέλος του ζητήματος. Αντιφατικός υπήρξε ο Μ.Υ.1 και ως προς τον αρχικό ισχυρισμό του ότι η Συμφωνία είναι εικονική γιατί χρησιμοποιήθηκαν περισσότερα πρόσωπα ως εγγυητές για να καταστεί δυνατή η σύναψη της επίδικης Συμφωνίας Δανείου. Αντεξεταζόμενος, όχι μόνον δεν αμφισβήτησε, αλλά δέχθηκε ότι είναι οι Εναγόμενοι 1 - 5 που αιτήθηκαν το επίδικο δάνειο, υπογράφοντας τη σχετική Συμφωνία και ότι αυτοί ήσαν, επομένως, οι δανειολήπτες και όχι «φερόμενοι δανειολήπτες», όπως είχε ισχυριστεί αρχικά στη γραπτή του δήλωση οι οποίοι μάλιστα, όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος, έλαβαν το δάνειο. Το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέτασή του είναι αποκαλυπτικό και το παραθέτω: «Η κα Φασιανού συνεχίζει: E. Κύριε XXXXX σε σχέση με τα όσα αναφέρετε στην παράγραφο 2 θα ήθελα να σας υποβάλω ότι από τη στιγμή που το δάνειο το αιτήθηκαν οι Εναγόμενοι 1‑ 5 το δάνειο χορηγήθηκε στους Εναγόμενους 1 ‑
  1. Συμφωνείτε μαζί μου; Δικαστήριο: Σε αυτούς που το είχαν αιτηθεί; Η κα Φασιανού συνεχίζει: E. Μάλιστα και υπόγραψαν τη συμφωνία, συμφωνείτε μαζί μου; A. Συμφωνώ. E. Αναφέρετε στην παράγραφο 4 της γραπτής σας δήλωσης ότι το προϊόν του δανείου δεν κατέληξε σε όλους τους φερόμενους ως δανειολήπτες. Καταρχάς τι εννοείτε φερόμενους; Είναι δανειολήπτες ή δεν είναι; A. Είναι. E. Δεν φαίνεται να έλαβαν το δάνειο; A. Το έλαβαν, υπόγραψαν τις επιταγές και κατέληξε αλλού το δάνειο, στην υποθήκη από εκεί που αγοράσαμε το σπίτι. Δεν τα πήραν τα λεφτά οι ίδιοι, αυτό εννοώ. E. Εννοείτε ότι το δάνειο χρησιμοποιήθηκε; A. Για την αγορά του σπιτιού, απλά είναι δανειολήπτες οι ίδιοι, αλλά δεν πήραν δάνειο, πήραν δάνειο για το σπίτι. E. Αυτό εννοείτε ότι το προϊόν του δανείου δεν κατέληξε στους δανειολήπτες αλλά μόνο σε έναν λογαριασμό; A. Ναι.» Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι τα λεφτά του δανείου είχαν μπει σε λογαριασμό του Εναγόμενου 1, όταν του υπεδείχθηκε το Τεκμήριο 14 ως ο επίδικος λογαριασμός ο οποίος είχε ανοιχθεί για το επίδικο δάνειο, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, λέγοντας στη συνέχεια ότι μπορεί να ήταν αυτός ο λογαριασμός. Στη συνέχεια και ενόψει των όσων του τέθηκαν κατά την αντεξέταση σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, προσπάθησε εκ νέου να διαφοροποιήσει την εκδοχή του αναπροσαρμόζοντας την στο νέο αυτό δεδομένο, προβάλλοντας ότι τον λογαριασμό δεν τον χειρίζονταν και οι πέντε Εναγόμενοι αλλά μόνον ο Εναγόμενος 1, παραδεχόμενος, στο τέλος, ότι είχε όντως ανοιχθεί λογαριασμός επ' ονόματι και των πέντε Εναγομένων, ήτοι των Εναγομένων 1-
  2. Ακολούθησε και νέα διαφοροποίηση της εκδοχής αυτής εφόσον στη συνέχεια και, υπό την πίεση της αντεξέτασης, δέχθηκε ότι οι υπόλοιποι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι χρησιμοποιούσε τον λογαριασμό αυτό ο Εναγόμενος 1 και ότι αυτό ήταν, επομένως, με την έγκριση και συγκατάθεσή τους. Είναι αξιοσημείωτο ότι στο τέλος της αντεξέτασης αναίρεσε παντελώς τη βασική εκδοχή που είχε προβάλει στη γραπτή του δήλωση αναφορικά με τον λόγο που θεωρούσε την επίδικη Συμφωνία Δανείου ως εικονική, λέγοντας ότι ο λόγος ήταν επειδή τα χαρτιά είχαν υπογραφεί πριν ακόμα γίνει η Σύμβαση. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης και με βάση τα παρουσιασθέντα Τεκμήρια προέκυψε και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη Συμφωνία Δανείου Τεκμήριο 6, έχει δεόντως υπογραφεί από τους Εναγόμενους 1 - 5 και δημιουργεί για αυτούς έννομα αποτελέσματα. Περαιτέρω, προκύπτει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο έγγραφο Υποθήκης Τεκμήριο 11, έχει κι αυτό δεόντως υπογραφεί από τους Εναγόμενους 1 - 6 και δημιουργεί για αυτούς έννομα αποτελέσματα. Τέλος, όσον αφορά τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας που αναφέρθηκε και αυτή προέκυψε και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι έχει δεόντως υπογραφεί από μέρους των Εναγομένων 1, 2 και 6 και δημιουργεί για αυτούς έννομα αποτελέσματα. Β. Δικαίωμα Τερματισμού Ο τρόπος αποπληρωμής του επίδικου δανείου προνοείτο στον Όρο 2 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 6). Το επίδικο Δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε 298 ίσες μηνιαίες δόσεις από €6.864,82 κάθε μια, αρχής γενομένης στις 30/7/2010 και των υπολοίπων την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα ωσότου το Δάνειο, περιλαμβανομένων των τόκων, εξόδων και άλλων επιβαρύνσεων εξοφληθεί εντελώς. Όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1 την οποία έχω αποδεχθεί σε συνάρτηση με την κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε, υπήρχε κατά τις 9/7/2012 καθυστέρηση στην πληρωμή των μηνιαίων δόσεων και συγκεκριμένα στην πληρωμή του ποσού των €72.609,70 πλέον τόκο. Στους Όρους 6 και 9 της εν λόγω Συμφωνίας διαλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Όρος 6 Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα μπορεί να έχει η Συνεργατική δυνάμει της παρούσης συμφωνίας ή δυνάμει νόμου ή εθίμου, η Συνεργατική, σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου της συμφωνίας εκ μέρους του χρεώστη, θα έχει το δικαίωμα να τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καθιστά απαιτητά οποιαδήποτε δάνεια ή τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν ή θα παραχωρηθούν στον Πελάτη και να αξιώσει από αυτόν την άμεση πληρωμή και εξόφληση οιουδήποτε οφειλομένου στη Συνεργατική ποσού, περιλαμβανομένου του Κεφαλαίου, των τόκων, προμηθειών, τραπεζικών δικαιωμάτων και οποιουδήποτε άλλου ποσού που σχετίζεται με έξοδα, χρεώσεις, τέλη, δαπάνες και άλλες επιβαρύνσεις.» «Όρος 9 Μόλις το αναφερόμενο δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ήθελε ζητηθεί από τη Συνεργατική θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και θα εξοφλείται αμέσως και ο χρεώστης οφείλει να καταβάλει προς τη Συνεργατική κάθε οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, του τόκου, του περιθωρίου, του τόκου υπερημερίας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του χρεώστη να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στη Συνεργατική να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους, δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης με τα οποία θα δικαιούται να χρεώσει τον λογαριασμό του δανείου.» Σε σχέση με τον τερματισμό των συμφωνιών πολύ κατατοπιστική είναι η υπόθεση Lombard Natwest v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στην οποία ο σχετικός όρος στην επίδικη Συμφωνία προέβλεπε τα εξής: «
  1. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή αλλάς Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζήτηση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθείας και οιουδήποτε άλλου οφειλομένου ποσού εν σχέσει προς οιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπανάς." Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου ότι «το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους.» Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η Ενάγουσα θα μπορούσε να τερματίσει τη Συμφωνία Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφλησή του ανά πάσα στιγμή, έστω κι αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Στις υποθέσεις που αφορούν απαιτήσεις επί τη βάση ενός απλού δανείου, όπως είναι η Συμφωνία Δανείου στην παρούσα υπόθεση, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος[7]. Προκύπτει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τις 17/12/2012 οι Εναγόμενοι παρέλειπαν και/ή καθυστερούσαν να καταβάλουν τις δόσεις τους και είχαν, συνεπώς, διαρρήξει την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Επομένως, στις 17/12/2012 που η Ενάγουσα τερμάτισε τη Συμφωνία, είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Γ. Οι Προειδοποιητικές Επιστολής και Επιστολές Τερματισμού Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσο οι επιστολές τερματισμού κοινοποιήθηκαν στους Εναγόμενους, εφόσον στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισής τους υπάρχει άρνηση αποστολής και/ή παραλαβής των επιστολών τερματισμού. Εν πρώτοις, να επισημάνω ότι αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών τερματισμού, σχετικός είναι ο όρος 25 ο οποίος έχει ως εξής: «Όρος 25 Οποιαδήποτε ειδοποίηση που θα δοθεί δυνάμει του εγγράφου αυτού, μπορεί να δοθεί στον ίδιο χρεώστη ή σε αντιπρόσωπό του ή να αποσταλεί σ' αυτόν με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην διεύθυνση αλληλογραφίας του ή σε οποιαδήποτε διεύθυνση που θα δώσει ο χρεώστης στη Συνεργατική ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή του. Οποιαδήποτε ένδειξη ή καταχώρηση στα αρχεία της Συνεργατικής για αποστολή ειδοποίησης συνιστά αμάχητη απόδειξη ότι αποστάληκε η ειδοποίηση αυτή.» Στην προκειμένη περίπτωση με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και του ιδιώτη επιδότη Μ.Ε.3, η επιστολή ημερ. 9/7/2012 (Τεκμήριο 12) καθόσον αφορά τους Εναγόμενους 1 και 2 επιδόθηκε στη μητέρα τους XXXXX Κρητικού, η οποία είναι συγκάτοικος τους, ενώ όσον αφορά τον Εναγόμενο 3 επιδόθηκε στη σύζυγο του η οποία συζεί μαζί του. Αναφορικά δε με την Εναγόμενη 4 η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε στον XXXXX Θωμά ο οποίος είναι ενήλικος υιός και συγκάτοικος του, ενώ σε σχέση με τον Εναγόμενο 5 επιδόθηκε στον XXXXX Ανδρέου ο οποίος είναι ο πεθερός του και συγκατοικεί μαζί του. Περαιτέρω και αναφορικά με την επιστολή ημερ. 17/12/2012 (Τεκμήριο 13), αυτή επιδόθηκε όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 στον Εναγόμενο 6, ο οποίος είναι ενήλικος γαμπρός του και συγκατοικεί μαζί του, όσον αφορά την Εναγόμενη 2 στον Εναγόμενο 6, ο οποίος είναι ο σύζυγος της και συζεί μαζί της, όσον αφορά τους Εναγόμενους 3 και 4, η ως άνω επιστολή τους επιδόθηκε προσωπικά, ενώ αναφορικά με τον Εναγόμενο 5, η ως άνω επιστολή επιδόθηκε στον XXXXX Ανδρέου, ο οποίος είναι ο πεθερός του και συγκατοικεί μαζί του. Όπως προέκυψε η επίδοση των πιο πάνω επιστολών έγινε στη βάση των προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε κατά το στάδιο της αντεξέτασης είτε σε σχέση με τα άτομα στα οποία οι εν λόγω επιστολές αφέθηκαν έναντι της υπογραφής τους, είτε σε σχέση με τα όσα ο Μ.Ε.3 ανέφερε αναφορικά με τη συγγένεια που αυτά έχουν με τα άτομα στα οποία οι επιστολές απευθύνονταν ή αναφορικά με τη δήλωση του ότι αυτά συγκατοικούν με τα εν λόγω άτομα. Το ότι δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη στη Συμφωνία μέθοδος δια της αποστολής μέσω συνηθισμένου ταχυδρομείου στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων δεν έχει οποιαδήποτε σημασία λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε εν προκειμένω μέσω της επίδοσης των εν λόγω επιστολών είναι αυτή που προβλέπεται για σκοπούς επίδοσης των αγωγών μέσω προσωπικής επίδοσης. Εν πάση περιπτώσει ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε από μέρους της Υπεράσπισης της παραλαβής των πιο πάνω αναφερόμενων επιστολών από τους Εναγόμενους, ούτε και τέθηκε τέτοιο ζήτημα κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.
  2. Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο επίδικος λογαριασμός δανείου έχει δεόντως τερματισθεί και το χρεωστικό υπόλοιπο στον εν λόγω λογαριασμό έχει καταστεί απαιτητό έναντι των Εναγόμενων 1-5 από τους οποίους απαιτήθηκε η εξόφληση του. Δ. Το Οφειλόμενο Υπόλοιπο Οι Εναγόμενοι στην παράγραφο 7 Υπεράσπιση τους αρνούνται την παράγραφο 16 της Έκθεσης Απαίτησης και το υπό αναφορά οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Όπως είναι πάγια νομολογημένο στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Σε περίπτωση, λοιπόν, που το Πιστωτικό Ίδρυμα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση[8]. Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο[9]. Ανάμεσα, λοιπόν, στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης ήταν και η απόδειξη του διεκδικουμένου υπολοίπου. Για το σκοπό αυτό η πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε την Κατάσταση Λογαριασμού, ήτοι το Τεκμήριο
  3. Στο σημείο αυτό να πούμε δύο λόγια σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπιστεί η πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  4. Η πλευρά της Ενάγουσας έχει επικαλεστεί τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 που προνοεί τα εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. ........................................
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv». Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: ▬ Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. ▬ Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. ▬ Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. ▬ Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Η Μ.Ε.1, η οποία παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού, αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9[10]. Έχει αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα καταχωρούσε τις χρεοπιστώσεις που αφορούσαν στον επίδικο λογαριασμό σε αρχείο τήρησης λογαριασμού σε ηλεκτρονική μορφή το οποίο είναι ένα από τα συνήθη έγγραφα της Ενάγουσας και το οποίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Ενάγουσας. Οι καταχωρήσεις των χρεοπιστώσεων γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας και η παρουσιασθείσα Κατάσταση συνιστά αντίγραφο των καταχωρήσεων το οποίο έχει συγκριθεί με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Αποτελεί, συνεπώς, η εν λόγω Κατάσταση ενόψει του Άρθρου 22 (ανωτέρω) εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι σε αυτή. Το Άρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στον επίδικο λογαριασμό, ή, καλύτερα, στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού έχουν οι Εναγόμενοι. Με άλλα λόγια το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των Εναγομένων να καταδείξουν, αν αυτή ήταν η θέση τους, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό[11]. Επισημαίνεται ότι κατά το στάδιο που κατέθετε η Μ.Ε.1 ουδεμία, ουσιαστικά, αντεξέταση έγινε από την πλευρά της Υπεράσπισης επί του περιεχομένου της Κατάστασης Λογαριασμού που η Μ.Ε.1 κατέθεσε και των σχετικών σε αυτή καταχωρήσεων και, κατά συνέπεια, ουδεμία αμφισβήτηση της ορθότητας της υπήρξε. Ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Πέραν της γενικής θέσης που υπεβλήθη από το συνήγορο Υπεράσπισης στην Μ.Ε.1 ότι το ποσό που καταγράφεται στην Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 14 είναι «λανθασμένο» και ότι «δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικά οφειλόμενο ποσό» ουδεμία άλλη αμφισβήτηση έγινε επί του εν λόγω Τεκμηρίου. Ειδικότερα δεν έχει αμφισβητηθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώρηση στην εν λόγω Κατάσταση. Εν ολίγοις, πέραν των πιο πάνω γενικών υποβολών, ουδεμία αντεξέταση έγινε στην Μ.Ε.1 επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 14. Για το ζήτημα αυτό είναι αρκετό να παραπέμψουμε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 όπου στη σελ. 493 λέχθηκαν τα εξής: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και
  1. Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητωυ για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να ανακρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι, επίσης, και η απόφαση στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 1/2010,ημερ. 8/7/2014: «Η απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού - Λόγος έφεσης 1 Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευ σταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. Επίσης δεν ευσταθεί το παράπονο τους ως προς τη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Κεφ.
  2. Το δικαστήριο μπορεί να μην έκανε ειδική αναφορά στο άρθρο 22, αλλά από την όλη δομή της απόφασης είναι φανερό ότι είχε υπόψη του τις πρόνοιές του. Ανεξαρτήτως τούτου, οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)ΙΑ ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με δεδομένο ότι η πλευρά των Εναγόμενων δεν έχει κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης αμφισβητήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε χρέωση περιλαμβάνεται στο λογαριασμό, η θέση που προωθήθηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού δεν είναι ορθή και ότι το υπόλοιπο που αναγράφεται σε αυτή είναι λανθασμένο δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Ούτε προβλήθηκε από πλευράς Υπεράσπισης ότι δεν έγινε ανάληψη του προϊόντος του επίδικου δανείου ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στον λογαριασμό αυτό. Αν η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε χρέωση στον επίδικο λογαριασμό και γενικότερα την ορθότητα ή μη της κατάστασης λογαριασμού όφειλε να αντεξετάσει σχετικά τον Μ.Ε.1 κάτι, που επαναλαμβάνω, δεν έχει πράξει. Στη βάση όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 14 εμπεριέχει τις πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν σε αυτό. Ε. Οι Τόκοι Η χρέωση τόκου είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Επαφίεται δηλαδή στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος του επιτοκίου όπως και έπραξαν στην υπό εξέταση περίπτωση.[12] Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο συνήγορος Υπεράσπισης υποστήριξε ότι δεν υπήρχε σαφής θέση της Ενάγουσας αναφορικά με τη χρέωση του επιτοκίου. Με βάση την επίδικη Συμφωνία Δανείου ρητά συμφωνήθηκε ότι το ρηθέν δάνειο θα χρεώνετο για τη χρονική περίοδο από 30/4/2010 μέχρι 30/4/2013 με προνομιακό (ειδικό) σταθερό επιτόκιο το οποίο κατά το στάδιο της σύναψης της Συμφωνίας καθορίστηκε στο ποσοστό του 5,25%. Στην ίδια Συμφωνία διαλαμβάνετο, επίσης, ότι μετά τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας το επιτόκιο θα μετατρέπετο σε κυμαινόμενο και θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας όπως θα καθορίζετο από καιρού εις καιρό καθώς και την προσαύξηση, ήτοι το περιθώριο. Καθόσον αφορά δε το βασικό επιτόκιο αυτό θα ανέρχετο στο 4,25% και όσον αφορά το περιθώριο στο 2,25% και, επομένως, το συνολικό θα ήταν 6,50%. Όπως εξήγησε η Μ.Ε.1 πειστικά κατά την αντεξέταση της, λόγω του ότι ο τερματισμός της επίδικης Συμφωνίας έλαβε χώρα πριν τη λήξη της συγκεκριμένης περιόδου κατά την οποία θα ίσχυε το προνομιακό σταθερό επιτόκιο, δηλαδή πριν τις 30/4/2013 εφόσον ο τερματισμός έγινε στις 17/12/12, έτσι ο λογαριασμός τοκίζετο με 5,25% που ήταν το σταθερό επιτόκιο, πλέον τόκο υπερημερίας προς 3%, ήτοι σύνολο τόκου 8,25% ετησίως. Σε ό,τι αφορά το δικαίωμα της Ενάγουσας να αξιώνει τόκο υπερημερίας, αυτό πηγάζει από τα όσα διαλαμβάνονται στον Όρο 3 του Τεκμηρίου
  1. Ωστόσο, όπως προέκυψε, από την ημερομηνία τερματισμού και μετέπειτα, η Ενάγουσα περιόρισε το ποσοστό επιτοκίου υπερημερίας εφόσον εφαρμόστηκε το επιτόκιο υπερημερίας προς 1,75% αντί το ποσοστό προς 3% το οποίο προβλέπετο συμβατικά με βάση τον Όρο 3 που αναφέρθηκε ανωτέρω στο Τεκμήριο 6 κατά τον χρόνο υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας Δανείου. Είναι για αυτόν τον λόγο που από την ημέρα τερματισμού το συνολικό επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 7%, ήτοι 5,25% + 1,75%. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου Υπεράσπισης δεν μπορεί να ευσταθήσει και απορρίπτεται. ▬ Επιτόκιο Υπερημερίας Σε ό,τι αφορά το δικαίωμα της Ενάγουσας Τράπεζας να αξιώνει τόκο υπερημερίας αυτό πηγάζει από τα όσα διαλαμβάνονται στον όρο 3 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου Τεκμήριο 6 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα [..] Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο (συμπεριλαμβανομένου και οποιουδήποτε ποσού που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας παραγράφου), ο χρεώστης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας μέχρι 3% από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα πληρώνεται και θα χρεώνεται. Όσον αφορά το επιτόκιο υπερημερίας σε περίπτωση καθυστερήσεων προέκυψε ότι η Ενάγουσα δεν διεκδικεί το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας που προβλέπετο συμβατικά. Όπως προέκυψε και δεν αμφισβητήθηκε από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Ε.1, από την ημερομηνία τερματισμού και μετέπειτα εφαρμόστηκε το επιτόκιο υπερημερίας προς 1,75% αντί το ποσοστό 3% το οποίο συμφωνήθηκε κατά τον χρόνο υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Για το υπό εξέταση ζήτημα σχετικό είναι το Άρθρο 3 των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 - 2015 Νόμος 160(Ι)/1999 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «(Ια) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιοσδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον η επίδικη Σύμβαση έχει τερματιστεί στις 17/12/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(α) του Άρθρου 3 ανωτέρω. Τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(β) του ίδιου Άρθρου. Ακόμα και όταν διεκδικείται τόκος στη βάση επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% η είσπραξη τόκου στη βάση επιτοκίου υπερημερίας 2% δεν είναι δικαιωματική. Δεν υφίσταται οποιοδήποτε αποδεικτικό τεκμήριο, όμως το πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθεί να έχει το βάρος να αποδείξει ότι το επιτόκιο υπερημερίας που επέβαλε αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά, εκτός και αν το ύψος του έχει συμφωνηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός ότι δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία ότι ο τόκος υπερημερίας του 1,75% αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Ενάγουσας. Ωστόσο, στη προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, η επιβολή τόκου υπερημερίας καθώς και το ύψος του προνοείτο ρητά στις επίδικες Συμφωνίες. Αποτελούσε με άλλα λόγια συμβατικό δικαίωμα της Ενάγουσας η χρέωση επιτοκίου υπερημερίας. Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010 ημερ. 8/7/2014 επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% λόγω του ότι προβλέπετο στη σχετική Συμφωνία το συγκεκριμένο ποσοστό. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Ιωαννίδης (ανωτέρω): «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν ότι η συμφωνία ορθά ερμηνευόμενη δεν επέτρεπε στους Εφεσιβλήτους να χρεώνουν επιβάρυνση 3% επί του δανείου. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι μια τέτοια επιβάρυνση αντίκειται στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/99), καθώς και στο άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  2. Τέλος θεωρούν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παρερμήνευσε τα αποφασισθέντα στη Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ
  1. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων απαντάται από την ίδια τη Συμφωνία ημερ. 12.8.2004 (Τεκμήριο 3) και συγκεκριμένα από τον όρο Δ΄ ο οποίος αφορά σε «Προμήθειες/ Επιβαρύνσεις-Τραπεζικά Δικαιώματα». Η υποπαράγραφος (γ) του όρου Δ΄ προβλέπει ότι:- «(γ) Σε περίπτωση τυχόν υπερβάσεων των παραχωρηθέντων ορίων ή καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τακτής λήξεως θα υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνση προς 3% (Τρία τοις εκατό) το χρόνο επί του ποσού της υπέρβασης ή του ληξιπρόθεσμου ποσού.» Επομένως είναι εντελώς ανεδαφικός ο ισχυρισμός ότι οι Εφεσίβλητοι δεν είχαν εξουσία να επιβάλουν μια τέτοια χρέωση». Στην υπό εξέταση περίπτωση καταλήγω ότι η Ενάγουσα δικαιούται στη διεκδίκηση τόκου υπερημερίας 1.75% εφόσον στην επίδικη Συμφωνία Δανείου η επιβολή τέτοιου διαλαμβάνετο σε αυτές (αν και σε υψηλότερο ποσοστό τόκου υπερημερίας). Ζ. Κατάληξη Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει και με βάση τη μαρτυρία που έχω αποδεχθεί η Ενάγουσα έχει πετύχει να αποδείξει την αξίωση της. Ως εκ τούτου εκδίδεται Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 - 5 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €1.026.201,10 πλέον τόκο προς 7% από 1/7/2012 μέχρι εξοφλήσεως και με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδίδεται Διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 6 διατάττον την εκποίηση της Υποθήκης XXXXX/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων που περιγράφονται στην παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαίτησης έναντι και/ή προς ικανοποίηση του χρέους μετά τόκων και εξόδων και επιστροφή οποιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς τους Εναγόμενους 1, 2 και
  2. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 - 5 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1Α.Α.Δ. 2192, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [2] Δέστε Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ.
  1. [3] Δέστε πρακτικά ημερ. 12/4/19, σελ.
  2. [4] Δέστε πρακτικά ημερ. 12/4/19, σελ.
  3. [5] Δέστε πρακτικά ημερ. 12/4/19, σελ. 12-
  4. [6] Δέστε πρακτικά ημερ. 12/4/19, σελ.
  5. [7] Δέστε Μακεδόνας ν. Ευάγγελου Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 όπου λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής σχετικά: «Με την έφεση αμφισβητείται η πρωτόδικη άποψη ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος. Η επί του θέματος συζήτηση κάλυψε διάφορα είδη νομικών σχέσεων όπου είχε απασχολήσει το κατά πόσο τέτοια απαίτηση ήταν ή όχι αναγκαία και είχαν, συναφώς, επισημανθεί διακρίσεις μεταξύ περιπτώσεων. Έγινε εκτενής αναφορά σε νομολογία, αγγλική και κυπριακή. Νομίζουμε πως αρκούν, για να φωτίσουν το πεδίο, οι αποφάσεις στις υποθέσεις In re J. Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300, Bradford Old Bank v. Sutcliffe [1918] 2 K.B.833, MS Fashions Ltd and Others v. Bank of Credit and Commerce International SA and Others (No. 2) [1993] 3 All E.R. 769, Ioannou v. Hassan 3 C.L.R. 30 και Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντος και, σε μερικές από αυτές, ο συνήγορος των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε πως δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Μπορούμε εν προκειμένω να περιοριστούμε στην πτυχή της απαίτησης που αφορούσε σε απλό δάνειο. Με βάση τη νομολογία, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Αυτό ισχύει ακόμα και αν θεωρηθεί ότι εδώ η πρόνοια στο γραμμάτιο περί απαίτησης αντανακλούσε και στο ίδιο το δάνειο. Στην re J. Brown's Estate (ανωτέρω) το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «.. Where there is a present debt and a promise to pay on demand, the demand is not considered to be a condition precedent to the bringing of the action. But it is otherwise on a promise to pay a collateral sum on request, for then the request ought to be made before action brought.»» Δέστε, επίσης, τις υποθέσεις Ioannou v. Hasan 3 C.L.R. 30, Lombard Natwest Ltd ν. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, κ.ά. και Εταιρεία J.K. Vavlites (Hotels & Leisure) Ltd, ν. Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας του Τακτικού Ωρομίσθιου Κυβερνητικού Προσωπικού, Πολιτική Έφεση αρ. 31/2013, ημερ. 30/1/
  1. [8] Δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ [2001] 1 Α.Α.Δ.
  2. [9] Δέστε Barry Wynne ν. David Costaki Mavronikola ως Διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα [2009) 1 Α.Α.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/09 ημερ. 17/10/
  3. [10] Δέστε παράγραφοι 16 & 17 του Εγγράφου
  4. [11] Δέστε Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357. [12] Δέστε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.