HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΖΕΜΕΝΙΔΗ άλλως ZEMENIDES, Αρ. Αγωγής: 90/2014, 24/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 90/2014 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσα -και-
- XXXXX ΖΕΜΕΝΙΔΗ άλλως XXXXX ZEMENIDES
- S. C. STERLING DEVELOPMENTS LIMITED
- XXXXX BOORMAN Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Απριλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Γ. Λουκαίδης για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Για Εναγόμενους 1 και 3: κ.Γαλανός για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2: κα Κουσιάππα για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα αξιώνει εναντίο της εναγόμενης 1, ως πρωτοφειλέτιδας, δυνάμει σύμβασης δανείου ημερομηνίας 21.9.2007 και εναντίο των εναγομένων 2 και 3, ως εγγυητών, δυνάμει συμβάσεων εγγύησης ημερομηνίας 21.9.2007, το ποσό των €411.906,69, ως υπόλοιπο λογαριασμού δανείου, πλέον 13% τόκο από 1.1.2014, με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, καθώς και διάφορα αναγνωριστικά και δηλωτικά διατάγματα, δυνάμει σύμβασης εκχώρησης ημερομηνίας 21.9.2007, μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1, των δικαιωμάτων της τελευταίας που απορρέουν από τη σύμβαση πώλησης διαμερίσματος σε οικοδομικό συγκρότημα στην Ορόκλινη ημερομηνίας 21.9.2007, που αγόρασε από την εναγόμενη
- Οι εναγόμενοι 1 και 3, που είναι σύντροφοι, με την κοινή έκθεση υπεράσπισης τους αφού παραδέχονται τις παραγράφους 1, 2, 3, 4, 5(β), (γ), (δ) και (ε), 6, 7, 11, 12, 13 και 14, αλλά ισχυρίζονται ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη λόγω απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και αρνείται ή αγνοεί τους ισχυρισμούς των υπόλοιπων παραγράφων της έκθεσης απαίτησης, ανταπαιτούν διάφορα ποσά και διατάγματα, τόσο από την ενάγουσα όσο και από την εναγόμενη
- Η ενάγουσα βέβαια απορρίπτει την ανταπαίτηση και προβάλλει, ουσιαστικά, όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Η εναγόμενη 2 με την έκθεση υπεράσπισης της παραδέχεται τις παραγράφους 1, 2, 8 και 9, με επιφύλαξη των ισχυρισμών που προβάλλει στην υπεράσπιση της, ενώ αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της ενάγουσας προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς, όπως καταχρηστικές ρήτρες στη σύμβαση δανείου, ακυρότητα της σύμβασης εγγύησης λόγω παράβασης του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ.149, του περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου και του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197(ι)/2003, παράνομοι όροι των επίδικων συμβάσεων και παράλειψη της ενάγουσας να ενεργήσει σύμφωνα με τους όρους των επίδικων συμβάσεων. Συνάμα αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 και 3 που περιλαμβάνονται στην έκθεση υπεράσπισης τους και την αφορούν, προβάλλοντας τις δικές της θέσεις, ενώ απορρίπτει και την ανταπαίτηση τους που στρέφεται εναντίον της. Η ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο
(2)μάρτυρες. Την κα Γεωργιάδη (ΜΕ1), της οποίας μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσε γραπτή δήλωση, Έγγραφο Α, η οποία ανέφερε ότι από το 1996 είναι υπάλληλος της ενάγουσας και από το 2014 στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών μέχρι το 2016, ενώ από το 2017 στην υπηρεσία υποστήριξης χορηγήσεων και δανείων, στα καθήκοντα της οποίας είναι και η ετοιμασία καταστάσεων λογαριασμών. Κατά τη διάρκεια που έδινε τη μαρτυρία της κατέθεσε είκοσι τρία
(23)τεκμήρια. Αναφορά στη μαρτυρία της και τα τεκμήρια θα γίνει στη συνέχεια σε άλλο μέρος της απόφασης. Η άλλη μάρτυρας της ήταν η κα Δημητρίου (ΜΕ2), η οποία εργάζεται στην ενάγουσα από το 1990 και είναι το πρόσωπο το οποίο χειρίστηκε τη σύμβαση δανείου της εναγόμενης 1 και των άλλων επίδικων συμβάσεων. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της κατατέθηκαν δυο Τεκμήρια, Α και Β, προς αναγνώριση και τα Τεκμήρια 24 και
- Οι εναγόμενοι 1 και 3 έδωσαν και οι δύο μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά μέρος της κυρίως εξέτασης του εναγόμενου 3 (ΜΥ1) αποτέλεσε γραπτή δήλωση του στην αγγλική γλώσσα Έγγραφο Β1, μετάφραση της οποίας στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκε ως Έγγραφο Β
- Ο εναγόμενος 3 (ΜΥ1) κατέθεσε τα Τεκμήρια 26 - 50, σχολιασμός των οποίων θα γίνει, όπως και της μαρτυρίας του, στη συνέχεια. Η εναγόμενη 1 (ΜΥ2) πρόσφερε τη δική της προφορική μαρτυρία η οποία θα τύχει αναφοράς στη συνέχεια. Τέλος για την εναγόμενη 2 έδωσε μαρτυρία ο κ. Χριστοδούλου (ΜΥ3) γραμματέας της, του οποίου μέρος της μαρτυρίας του αποτέλεσε γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Γ, ο οποίος κατέθεσε το Τεκμήριο
- Οι συνήγοροι των διαδίκων στις γραπτές αγορεύσεις τους έθεσαν τις θέσεις τους, με αναφορά σε νομολογία, για να καταδείξει ο κάθε ένας από αυτούς την ορθότητα των ισχυρισμών που καταγράφονται στο δικόγραφο του καθενός από αυτούς. Σχολιασμός των διαφόρων και εν πολλοίς αντίθετων εισηγήσεων των δικηγόρων των αντίδικων πλευρών θα γίνεται κατά τη διάρκεια σχολιασμού και αξιολόγησης της μαρτυρίας καθώς και ευρημάτων και κατάληξης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση, στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι, το Δικαστήριο εξετάζει ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα και δεν επεκτείνεται πέραν αυτών (βλ. Νικηφόρος Παναγή ν. G & P. Ergatides Motors Ltd
(2007)1 ΑΑΔ 1380, Exalco S.A. v. Αλουμινεξ Λτδ. κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 991 και Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24). Ως εκ τούτου, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από τις θέσεις που εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των διαδίκων στην αγόρευσή τους, το Δικαστήριο εξέτασε τις θέσεις αυτές και εκφράζονται μέσα από τη διαλεκτική της απόφασης. Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000).» Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Στην υπόθεση Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Η πεποίθηση του Δικαστή πως ένας μάρτυρας λέγει την αλήθεια, ασφαλώς είναι το καλύτερο εχέγγυο της ετυμηγορίας του. Η πεποίθηση όμως αυτή δεν αρκεί να βεβαιώνεται αλλά και να αιτιολογείται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης όταν σ' αυτήν υπάρχουν γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την αιτιολόγηση.» Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339 αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατά δεύτερο λόγο, το πρωτόδικο Δικαστήριο πλημμελώς αξιολόγησε και απέρριψε τη μαρτυρία του Τσαππή με την απλή αναφορά ότι εδόθη στο Δικαστήριο η εντύπωση ότι ο μάρτυρας διακατεχόταν από εχθρικά αισθήματα για τον εφεσίβλητο και ότι δεν άφησε καλή εντύπωση. Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: «... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Πιο πρόσφατα ακόμη στην Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους.» Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R.67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr. App. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τους ΜΕ1 και 2, εκ των οποίων, της ΜΕ 1 μέρος της κυρίως εξέτασης της, ως ήδη λέχθηκε, αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση της, ΕΓΓΡΑΦΟ Α, καθώς και τους ΜΥ1, 2 και 3, εκ των οποίων μέρος της κυρίως εξέτασης των ΜΥ1 και 3 αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση τους, ΕΓΓΡΑΦΟ Β1 και Β2 και Γ, αντίστοιχα, και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, τη σαφήνεια τους, τη φιλαλήθεια και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Οι ΜΕ1 και 2 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση, ήταν ειλικρινείς, ευθείς και σαφείς για όσα έκαστη εξ΄ αυτών γνώριζε με βάση τη δική της εμπλοκή στην υπόθεση και τα επίδικα θέματα. Δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις, ούτε κλονίσθηκε η μαρτυρία τους. Η μαρτυρία της ΜΕ1 ουσιαστικά περιορίζεται, (α) στη γνώση της για την υπόθεση από το φάκελο που έχει στην κατοχή της και εκ της θέσης της, που εκ τούτων προέβη στην κατάθεση των 23 τεκμηρίων που βρίσκονται στην κατοχή της, αφού η ίδια ουδεμία εμπλοκή είχε με τις συνθήκες κατάρτισης και υπογραφής των επίδικων συμφωνιών και (β) στην ετοιμασία της αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 15, και της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 16, οι οποίες έγιναν από αυτή. Εξήγησε με σαφήνεια τις δυο καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 15 και 16, και δεν διεφάνη ότι υπήρχε οιοδήποτε λάθος σε αυτές. Αόριστοι και γενικοί ισχυρισμοί και υποβολές που τέθηκαν σε αυτή για τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού ουδέν προσφέρουν και τίποτε δεν αποδεικνύουν, ενόψει μάλιστα ότι ουδεμία αντίθετη μαρτυρία προσκομίστηκε από τους εναγόμενους 1, 2 και
- Ως εκ τούτου κρίνεται αξιόπιστη και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Η ΜΕ2 εξήγησε με πολύ ικανοποιητικό τρόπο τις συνθήκες υπό τις οποίες η εναγόμενη 1 υπέγραψε τη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 6, και οι εναγόμενοι 2 και 3 τις συμβάσεις εγγύησης, Τεκμήρια 7 και 8, αντίστοιχα, όπως και τη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου, Τεκμήριο 10, και σύμβαση υποθήκης, Τεκμήριο 11, από την εναγόμενη 2 στις 30.9.
- Ήταν παρούσα στην υπογραφή όλων των επίδικων συμβάσεων και άλλων εγγράφων, πλην του πωλητηρίου εγγράφου, Τεκμήριο 9, τις οποίες υπέγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών των διαδίκων, ενώ ήταν το πρόσωπο που είχε συνεχή επικοινωνία, τόσο με τους εναγόμενους 1 και 3, όσο και με την εναγόμενη
- Η ΜΕ2 αντεξετάστηκε επί όλης της έκτασης της διαφοράς των διαδίκων από το δικηγόρο των εναγομένων 1 και 3 και σε κάποια ζητήματα που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς που προβάλλει η εναγόμενη 2 στην έκθεση υπεράσπισης της από τη δικηγόρο της, χωρίς να κλονισθεί η μαρτυρία της. Ήταν σταθερή, συνεπής, πειστική και δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία της. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ως εκ τούτου κρίνεται αξιόπιστη και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Οι εναγόμενοι 1 και 3 (ΜΥ2 και 1 αντίστοιχα) κατέβαλαν κάθε προσπάθεια, απέλπιδα όμως, να αποποιηθούν των ευθυνών και συνεπειών που προέρχονται από την υπογραφή της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 6, από την εναγόμενη 1 και της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 8, από τον εναγόμενο3, προβαίνοντας σε κάθε ισχυρισμό που κατά την αντίληψη τους θα τους απάλλασσε από αυτές, μη διστάζοντας να πουν ψέματα στο Δικαστήριο, που οι ίδιοι κατά την μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφεραν ότι υπέγραψαν, υπό τις συνθήκες που τώρα προβάλλουν, αλλά δεν προέβαλαν κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας τους με την ΜΕ2, ούτε προέβηκαν σε οποιαδήποτε έγγραφη διαμαρτυρία, ούτε οιονδήποτε νομικό ή δικαστικό διάβημα, όταν κατά τον ισχυρισμό τους δύο χρόνια μετά την υπογραφή των ως άνω συμβάσεων πληροφορήθηκαν ότι δεν καταβάλλονταν οι δόσεις του δανείου εκ μέρους της εναγόμενης 1 ως πρωτοφειλέτριας και του εναγόμενου 3 ως εγγυητής, παρά μόνο η εναγόμενη 1 παρέπεμπε την ΜΕ2 στον εναγόμενο
- Ο εναγόμενος 3, σύμφωνα με την εκδοχή του η οποία καταγράφεται κατωτέρω εν περιλήψει, είναι ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας Raspberry Productions Ltd στην Αγγλία η οποία διοργανώνει διάφορες εκδηλώσεις. Προς επιβεβαίωση τούτου κατέθεσε τα Τεκμήρια 26 και
- Η εναγόμενη 1, της οποίας η οικογένεια της είναι από τη Κύπρο, αλλά η ίδια μεγάλωσε στην Αγγλία, είναι σχεδιάστρια κοσμημάτων. Πριν από τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση δεν είχαν εμπειρία σε επενδύσεις ακινήτων, πλην όμως είχαν την εμπειρία της αγοράς μιας κατοικίας στην Αγγλία η οποία αποτελεί την οικία τους και η οποία ενεγράφη επ΄ ονόματι της εναγόμενης
- Για την αγορά αυτής της κατοικίας συμβουλεύθηκαν σύμβουλο επί χρηματοοικονομικών θεμάτων, ο οποίος τους καθοδήγησε και τους συμβούλευσε ως προς την υποθήκη. Δεν πήραν συμβουλή για την αξία της κατοικίας πριν την αγοράσουν, αλλά δήλωση δέουσας επιμέλειας από το διαδίκτυο στην οποία συμπεριλαμβάνονται μεταξύ άλλων η τιμή, αν έχει τίτλο και αν βαρύνεται με υποθήκη. Στα πλαίσια διοργάνωσης παιδικών εκδηλώσεων, στο Ηνωμένο Βασίλειο για τα παιδιά ενός πλούσιου επιχειρηματία ονόματι Ahmed, γνώρισε αυτόν αρκετά καλά. Σε κάποιο στάδιο, επειδή ο πελάτης του αυτός γνώριζε ότι επισκεπτόταν την Κύπρο αρκετά συχνά για να επισκεφθεί μαζί με την εναγόμενη 1 την οικογένεια της τελευταίας, του ανέφερε ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει ακίνητα στην Κύπρο και τον ρώτησε αν είχε οποιεσδήποτε διασυνδέσεις σχετικά με αυτό το θέμα. Αφού ρώτησε, κάποιος φίλος του πατέρα της εναγόμενης 1 τον παρέπεμψε στον Κάκο ο οποίος είναι ο γενικός εκτελεστικός διευθυντής του Ομίλου Quality,η οποία από όσα είχε ακούσει ήταν μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων στην Κύπρο, ενώ ο Κάκος είναι και διευθυντής της εναγόμενης 2, γεγονός που επιβεβαίωσε ο ΜΥ3 που κατέθεσε για την εναγόμενη 2, αλλά και από το Τεκμήριο 49, στο οποίο φαίνεται ως γραμματέας ο ΜΥ
- Έτσι διευθέτησε συνάντηση μεταξύ του Κάκου και του Ahmed. Σκοπός του ήταν να κάνει μια χάρη σε ένα πελάτη του και ήλπιζε ότι θα τον αντάμοιβε για τη διευθέτηση αυτής της γνωριμίας. Ακολούθως τα δύο αυτά πρόσωπα άρχισαν να συζητούν για μία μεγάλη συναλλαγή της τάξης των £9-10 εκατομμυρίων στερλινών, ενώ ο Ahmed ήλθε και στην Κύπρο, ότε ο Κάκος τους έβγαλε έξω για φαγητό. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Κάκος διοργάνωσε μια παρουσίαση πωλήσεων ακινήτων στο Λονδίνο στην οποία ζήτησε απ΄ αυτόν όπως μεταβεί σε αυτή μαζί με τον Ahmed. Αυτός πήγε αλλά ο Ahmed δεν τα κατάφερε. Κατά την παρουσίαση αυτή διανεμήθηκαν δύο ενημερωτικά φυλλάδια της Quality Investment Solutions Ltd, τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια 28 και 29, στα οποία φαίνεται να διαφημίζεται η εταιρεία αυτή ως μέλος του Ομίλου Quality, στο τέλος των οποίων δίνονταν στοιχεία επικοινωνίας για την εταιρεία Quality Investment Solutions Ltd, η οποία κατ΄ αυτόν είναι εταιρία που ανήκει στον Όμιλο Quality. Τονίζεται από το Δικαστήριο ότι τα Τεκμήρια 28 και 29, φαίνεται να είναι έκδοσης 2008, αφού στο τέλος της κάθε σελίδας αυτών φαίνεται το έτος
- Τελικά η συναλλαγή μεταξύ του Κάκου και του Ahmed δεν τελεσφόρησε. Κατέθεσε ως προς τούτο τα Τεκμήρια 30 και 31, ηλεκτρονικά μηνύματα ημερομηνίας 4.2.2008 και 11.2.2008, από savvas@qualitydevelopment.com, το πρώτο προς τον Ahmed και το δεύτερο προς εναγόμενο
- Όμως κατά το χρόνο που γίνονταν οι συζητήσεις μεταξύ του Κάκου και του Ahmed και φαίνεται αυτές να πήγαιναν καλά συνάντησε τον Κάκο στη Λάρνακα. Κατ΄ αυτή τη συνάντηση ο Κάκος του είπε ότι, ως ένδειξη της εκτίμησης του για την αναφερθείσα «σύσταση» που είχε διευθετήσει, η εταιρεία του θα μπορούσε να του πωλήσει και αυτού ακίνητο. Αμέσως του είπε ότι δεν είχε τα λεφτά για τέτοια αγορά. Η απάντηση που του έδωσε ο Κάκος ήταν ότι αυτό δεν ήταν πρόβλημα και θα το διευθετούσε μέσω του εξαδέλφου του ο οποίος ήταν διευθυντής στην ενάγουσα. Θα γινόταν μια υποθήκη για να εξασφαλιστεί το δάνειο και ο ίδιος προσωπικά θα εγγυόταν το δάνειο και ότι τα ενοίκια από την ενοικίαση του ακινήτου, πράγμα που θα έκανε η εταιρεία του, θα κάλυπταν τις δόσεις του δανείου. Το ενοίκιο όπως του είπε θα μπορούσε να φθάσει μέχρι και τις £60 την ημέρα. Δηλαδή όπως το παρουσίασε ο Κάκος ήταν ωσάν η αγορά του ακινήτου να χρηματοδοτείτο από μόνη της. Μάλιστα του έδειξε στον υπολογιστή του το εν λόγω διαμέρισμα με αριθμό 301 και όπως του είπε θα ήταν δώρο από τον Θεό. Φαινόταν πολύ περήφανος γι΄ αυτό το ακίνητο, δηλώνοντας ότι προηγουμένως ήταν δική του προσωπική περιουσία και ότι θα μπορούσε να βγάλει κέρδος πωλώντας το την αμέσως επόμενη ημέρα μετά την αγορά. Όπως του είπε σε πέντε
(5)χρόνια θα άξιζε μισό εκατομμύριο. Επίσης του είπε ότι θα μπορούσε να αποκτήσει τίτλο για το ακίνητο εντός 9 μηνών από την ημερομηνία αγοράς. Δεδομένου ότι ο Κάκος ήταν ο γενικός εκτελεστικός διευθυντής μιας πολύ επιτυχημένης εταιρείας ανάπτυξης ακινήτων και του σύστηνε έντονα την αγορά, αποφάσισε να προχωρήσει με βάση όσα πιο πάνω του ανέφερε. Ως νέος και άπειρος ένιωθε πως τον καθοδηγούσε ένας πολύ πλούσιος και έμπειρος επιχειρηματίας και πως ήταν κάτω από την προστασία του και πως θα διευθετούσε να προχωρήσουν όλα ομαλά. Μπροστά του τηλεφώνησε στον εξάδελφο του και διευθέτησε συνάντηση για να λάβει το δάνειο και να αγοράσει το ακίνητο. Του είπε επίσης ότι η εναγόμενη 1 θα έπρεπε να υπογράψει ως εγγυήτρια. Ακολούθως οι εναγόμενοι 1 και 3 είχαν συνάντηση με το διευθυντή της ενάγουσας στα γραφεία της τελευταίας στη Λάρνακα. Δεν μπορούσε να ενθυμηθεί το όνομα του διευθυντή αλλά ενθυμείτο ότι παρούσα ήταν και η ΜΕ2 της οποίας το γραφείο ήταν απέναντι από αυτό του διευθυντή και μπαινόβγαινε από το ένα γραφείο στο άλλο για να βοηθήσει με τα γραφειακά θέματα. Ο διευθυντής τον ρώτησε κάποιες ερωτήσεις από τις οποίες κάποιες απάντησε, ενώ άλλες που δεν μπορούσε να απαντήσει τον παρέπεμψε στον Κάκο, στον οποίο ο διευθυντής τηλεφώνησε μπροστά του και μετά από μία σύντομη συζήτηση που είχαν όλα προχώρησαν γρήγορα. Καθ΄ όλο το χρόνο αυτό αντιμετωπιζόταν ως αυτός να ήταν ο δανειολήπτης για το δάνειο που θα υπέγραφαν. Αυτός δε ήταν που είχε όλες τις επικοινωνίες με τον Κάκο, ενώ σε κανένα σημείο της συζήτησης η εναγόμενη 1 δεν ζήτησε δάνειο για να αγοράσει το ακίνητο. Στη συνάντηση η εναγόμενη 1 πήγε γιατί όπως του είπε ο Κάκος θα χρειαζόταν να υπογράψει ως εγγυήτρια. Συνειδητά δεν αναφέρομαι, έστω και περιληπτικά, και στα άλλα μέρη της γραπτής δήλωσης του και σε όσα ανέφερε στην αντεξέταση του για σκοπούς αποφυγής επανάληψης τούτων, επειδή σχετική αναφορά θα γίνει στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του που ακολουθεί. Ο Κάκος δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προς υπεράσπιση της εναγόμενης 2 και κυρίως για να αντικρούσει όσα ανέφερε ο εναγόμενος 1 ότι διαμειφθήκαν μεταξύ τους. Ένας από τους κύριους ισχυρισμούς του εναγόμενου 3 ήταν ότι το διαμέρισμα δόθηκε σε αυτόν ως δώρο από τον Κάκο λόγω της επαφής που έφερε αυτόν με τον Ahmed ο οποίος ενδιαφερόταν να προβεί σε επενδύσεις στην Κύπρο σε εκατομμύρια ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να βρει έρεισμα όχι μόνο γιατί δεν καρποφόρησαν οι συζητήσεις μεταξύ του Κάκου και του Ahmed, κάτι το οποίο έγινε αρχές του Φεβρουαρίου 2008 ως φαίνεται από τα Τεκμήρια 30 και 31, και θα ήταν παράλογο να δώσει κάποιος δώρο ένα διαμέρισμα αξίας είτε £180.000, είτε £239.000, είτε £224.000, είτε ακόμη λιγότερης αξίας, μόνο και μόνο γιατί του γνώρισε κάποιο που ενδιαφερόταν να επενδύσει, αλλά και γιατί ο ίδιος στη μαρτυρία του ανέφερε ότι ο Κάκος, ως ένδειξη εκτίμησης για την αναφερθείσα γνωριμία με τον Ahmed, η εταιρεία του θα μπορούσε να του πωλήσει και αυτού ακίνητο, όπως και ότι διευθέτησε συνάντηση με τον υποτιθέμενο ξάδελφο του που ήταν διευθυντής στην ενάγουσας για να λάβει δάνειο και να αγοράσει το ακίνητο και ότι του είπε ότι θα ήταν δώρο από το Θεό. Κατά την αντεξέταση όταν του υποδείχθηκε ότι δεν ήταν δυνατό να του δοθεί ως δώρο ένα διαμέρισμα γιατί δεν καρποφόρησαν οι συζητήσεις μεταξύ του Κάκου και του Ahmed, είπε ότι αυτό διερωτάται και ο ίδιος τόσα χρόνια, όμως η πεποίθηση του και οι προσωπικές του σκέψεις είναι γιατί θα μπορούσε να του πάρει άλλα άτομα και θα ήταν μια καλή πηγή. Γίνεται αντιληπτό ότι, αμέσως μόλις του υποδείχθηκε το παράλογο του ισχυρισμού του, άλλαξε τον ισχυρισμό του με ένα καινούριο. Τέλος δεν ήταν δυνατό να ήταν δώρο και να υπογράψει η εναγόμενη 1 το πωλητήριο έγγραφο ως αγοράστρια και τη σύμβαση δανείου ως πρωτοφειλέτιδα και ο ίδιος ως εγγυητής. Ως εκ των πιο πάνω ο ισχυρισμός του αυτός αποτελεί ένα ψέμα και απορρίπτεται. Ένας άλλος ισχυρισμός του ήταν ότι δεν γνώριζαν από επενδύσεις αφού η μόνη εμπειρία τους ήταν η αγορά της οικίας τους στην Αγγλία, για να καταδείξει όσα καταλογίζει στον Κάκο, όπως, ως άφησε να νοηθεί, ότι δεν ήθελαν να αγοράσουν διαμέρισμα γιατί δεν είχαν χρήματα κατ΄ εκείνο το χρόνο. Όμως η ουσία του θέματος δεν είναι αν το αγόραζαν για επένδυση, αλλά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί η αγορά της οικίας τους στην Αγγλία και γνώριζαν ότι χρειαζόταν η κατάρτιση και η υπογραφή πωλητηρίου εγγράφου, με τους οποιουσδήποτε όρους συμφώνησαν, ότι για να λάβουν δάνειο χρειαζόταν το ακίνητο που αγόρασαν να υποθηκευθεί με την υπογραφή εκ μέρους τους σχετικών εγγράφων για την εγγραφή υποθήκης, αφού δεν είχαν τα χρήματα να εξοφλήσουν τούτο άμεσα, ότι έπρεπε να πληρώνουν τις συμφωνηθείσες δόσεις τους και ότι πριν από αυτά, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, είχαν συμβουλευτεί χρηματοοικονομικό σύμβουλο, ενώ οι ίδιοι, αν και δεν έλαβαν την γνώμη ειδικού για την αξία του ακινήτου, προέβησαν σε έρευνα στο διαδίκτυο για αυτό το θέμα. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί, χωρίς άλλο, ότι είχαν γνώση της διαδικασίας αγοράς ενός ακινήτου και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του ότι όλα τα σχετικά έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια δεν τα διάβασαν αλλά μόνο τα υπέγραψαν καθ΄ υπόδειξη των υπαλλήλων της τράπεζας. Το γεγονός ότι αποτάθηκαν σε χρηματοοικονομικό σύμβουλο και αν και δεν προέβηκαν σε έρευνα για την αξία της οικίας που αγόρασαν στην Αγγλία, αλλά σε δήλωση για δέουσα επιμέλεια κλπ από το διαδίκτυο, καταδεικνύει άτομα που πριν προβούν στην αγορά της κατοικίας τους στην Αγγλία διήλθαν προσεκτικών και άμεσα σχετικών ενεργειών με την αγορά της οικίας τους. Πόσο μάλλον όταν θα αγόραζαν ένα διαμέρισμα σε μια άλλη χώρα, έστω και αν αυτή είναι η πατρίδα των γονέων της εναγόμενης 1, να μην προέβαιναν σε παρόμοιες ενέργειες πριν αγοράσουν το συγκεκριμένο διαμέρισμα. Ο ισχυρισμός ότι δεν ζήτησε γνώμη από άλλο πρόσωπο γιατί ήταν με άτομο (Κάκος) που έχαιρε της εκτίμησης του και ενόψει των όσων άκουσε και είδε γι΄ αυτόν, δεν αλλάζει τα πράγματα αφού τον είχε δει ελάχιστες φορές και ήταν το πρόσωπο που προέβαινε στις πωλήσεις ακινήτων για την εταιρεία του, κάτι που λογικά έπρεπε να τον ωθήσει να είναι ακόμη πιο προσεκτικός από την πρώτη φορά που αγόρασαν με την εναγόμενη 1 την οικία τους στην Αγγλία, γιατί κάθε λογικά σκεπτόμενος θα περνούσε από το μυαλό του ότι Κάκος ήταν πωλητής ακινήτων για την εταιρεία του. Έπεται ότι δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ένας τέτοιος ισχυρισμός. Επίσης άλλος ισχυρισμός του ήταν ότι δεν γνώριζε τότε που υπογράφηκε το πωλητήριο έγγραφο την εναγόμενη 2 αλλά τον όμιλο Quality. Ούτε αυτός ο ισχυρισμός μπορεί να γίνει πιστευτός αφού στη δεύτερη γραμμή του πωλητηρίου εγγράφου καταγράφεται με έντονα μαύρα γράμματα ως πωλήτρια του διαμερίσματος η εναγόμενη
- Αν και υπάρχουν και άλλα στοιχεία από τους ισχυρισμούς του που καταδεικνύουν ότι ψεύδεται, όπως δήθεν ότι ο δικηγόρος στο γραφείο του οποίου μετέβηκαν του ανέφερε μόνο για την αλλαγή του νομίσματος που θα επέρχετο στην Κυπριακή Δημοκρατία, ισχυρισμός βέβαια που δεν μπορεί να γίνει πιστευτός γιατί τούτο μπορούσε να το μάθει από τους τραπεζικούς υπαλλήλους και δεν θα χρειαζόταν να μεταβεί στο γραφείο του δικηγόρου με τον οποίο είχε συνάντηση, εντούτοις, επειδή θα γίνει σχολιασμός άλλων ισχυρισμών σε άλλο σημείο της απόφασης, θα αρκεσθώ να αναφέρω ότι άλλαξε την αρχική του θέση ότι ξεγελάστηκε από τον Κάκο και είπε, αρχικά, ότι δεν ήταν σίγουρος ποια λέξη ήταν η ορθή, δηλαδή ξεγελάστηκε ή έπεισε ή άλλη λέξη και στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν ήθελε να εστιάσει στη λέξη ξεγέλασε, αλλά ότι ουσιαστικά ήταν με την καθοδήγηση του Κάκου που τον συμβούλεψε να μιλήσει με το ξάδελφο του, διαπιστώνεται ότι αναίρεσε οτιδήποτε του καταλόγιζε γι΄ αυτό το θέμα. Ενόψει όλων των πιο πάνω το Δικαστήριο βρίσκει ότι ο εναγόμενος 3 δεν ήταν ειλικρινής, ευθύς, σαφής, σταθερός, συνεπής και μάρτυρας της αλήθειας, ο οποίος όχι μόνο περιέπεσε σε αντιφάσεις αλλά ανέτρεψε και την ίδια τη βασική του εκδοχή πρώτα και κύρια με τα όσα καταλόγιζε στον Κάκο με τους ισχυρισμούς του στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης και μετά με τα όσα απέδιδε στην ενάγουσα. Ο εναγόμενος 3 κρίνεται αναξιόπιστος στην ουσιαστική και βασική του εκδοχή για όσα καταλόγιζε σε βάρος του Κάκου και της εναγόμενης 2, καθώς και της ενάγουσας και αυτή η μαρτυρία του απορρίπτεται. Ως εκ των πιο πάνω, αυτά που λέχθηκαν από τον εναγόμενο 3 που αφορούν τις συνθήκες που γνώρισε τον Κάκο γίνονται αποδεκτά και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, εκτός αυτά που ξεκάθαρα απορρίπτονται από το Δικαστήριο, για τους λόγους που εξηγήθηκαν και αναλύθηκαν πιο πάνω και δεν γίνονται αποδεκτά. Η εναγόμενη 1, η οποία είναι σύντροφος του εναγόμενου 3 για περίπου 20 χρόνια και διαμένουν μαζί στην Αγγλία, αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν διαβάζει ούτε γράφει αυτή. Αυτός όμως ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει πιστευτός γιατί σύμφωνα με την ΜΕ2 αυτή γνωρίζει, όχι όμως καλά, ελληνικά, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 5, ήτοι τη σύμβαση δανείου που είναι γραμμένη στην ελληνική γλώσσα, η οποία δεν θα γινόταν στην ελληνική γλώσσα αν δεν γνώριζε αυτή, αλλά στην αγγλική γλώσσα όπως έγινε και το πωλητήριο έγγραφο και τα άλλα έγγραφα που η ίδια ως παραδέχτηκε ενώπιο του Δικαστηρίου, υπέγραψε. Άλλωστε ποτέ δεν ανέφερε ότι διαμαρτυρήθηκε όταν θα υπέγραφε τη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 5, ότι δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα και δεν αντιλαμβανόταν τι αναγραφόταν σε αυτή. Έντεχνα δε ο δικηγόρος των εναγομένων 1 και 3 ρώτησε την ΜΕ2 μόνο αν θα συμφωνούσε μαζί του ότι δεν είναι καλά τα ελληνικά της για να πάρει την απάντηση «μάλιστα». Η εναγόμενη 1, όπως και ο εναγόμενος 3 ισχυρίζονται ότι δεν θα έπρεπε να ήταν η εναγόμενη 1 αγοράστρια του διαμερίσματος από την εναγόμενη 2 αλλά ο εναγόμενος 3, ο οποίος είχε και τις επαφές με τον Κάκο, διευθυντή της εναγόμενης 2, με τον οποίο έγινε και η συζήτηση για το συγκεκριμένο θέμα, στο οποίο η εναγόμενη 1 δεν είχε καμία σχέση. Η εναγόμενη 1 μάλιστα ισχυρίζεται ότι αν και υπέγραψε τη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 6, έπραξε τούτο γιατί της είπαν να υπογράψει, από την τράπεζα και γιατί δεν την διάβασε. Όταν της υποδείχθηκε το πωλητήριο έγγραφο, μέρος του Τεκμηρίου 9, απάντησε ότι όλα τα έγγραφα ήταν ένα πακέτο και δεν τα διάβασε, αλλά της είπαν και τα υπέγραψε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 21.9.2007 μεταξύ της εναγόμενης 2 και της εναγόμενης 1 είναι στην αγγλική γλώσσα και πάνω ψηλά στην πρώτη σελίδα με μεγάλα κεφαλαία γράμματα αναγράφεται «SALES AGREEMENT». Ως εκ τούτου και να γινόταν αποδεκτός ο ισχυρισμός της, που δεν γίνεται αποδεκτός, ότι δεν διάβασε τη συμφωνία αλλά απλώς την υπέγραψε δεν ήταν δυνατό να μη δει αυτή τη μεγάλη επικεφαλίδα και τίτλο του πωλητηρίου εγγράφου στην πρώτη σελίδα, αφού σε αυτή τη σελίδα όπως και στις επόμενες έθεσε τη μονογραφή της και στην τελευταία σελίδα στο σημείο που φαίνεται με μεγάλα κεφαλαία γράμματα «THE PURCHASER» την υπογραφή της. Όμως δεν ήταν μόνο το πωλητήριο έγγραφο που υπέγραψε. Πριν από αυτό, στις 17.9.2007 υπέγραψε το έγγραφο, που φέρει με μαύρα γράμματα τον τίτλο «Declaration by principal debtor», Τεκμήριο 18, το οποίο όμως, αν και αναγνώρισε την υπογραφή της, δεν αναγνώρισε το ίδιο το έγγραφο, ενώ στην ερώτηση «δέχεστε όμως ότι τιτλοφορείται ως «Declaration by principal debtor», απάντησε «Λυπάμαι δεν καταλαβαίνω, δεν κατάλαβα, δεν καταλαβαίνω». Επίσης στις 17.9.2007, υπέγραψε έγγραφο που φέρει, με μεγάλα κεφαλαία γράμματα, τίτλο «DECLARATION OF ASSETS OF THE PRINCIPAL DEBTOR», Τεκμήριο 22, για το οποίο πάλι ανέφερε ότι δεν καταλαβαίνει και δεν θυμάται. Ο άλλος δε ισχυρισμός της ότι από ό,τι καταλάβαινε ήταν δώρο το διαμέρισμα από τον Κάκο προς τον εναγόμενο 3 για κάποιες δουλειές με ένα Ινδό, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός, αφού δεν είναι δυνατό το διαμέρισμα να ήταν δώρο και από την άλλη να αναφέρει ενόρκως, στην ερώτηση αν αντιλαμβανόταν ότι αγόραζαν διαμέρισμα, ότι η αγορά δεν είχε να κάνει με αυτή, αλλά ήταν με τον εναγόμενο 3, τον οποίο ήθελε να υποστηρίξει και θα υπέγραφε ως εγγυήτρια. Αν και υπάρχουν και άλλα σημεία από τη μαρτυρία της που δείχνουν ότι είπε ψέματα στο Δικαστήριο, θα αναφέρω ακόμη ένα, ότι ενώ ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν είχε εμπειρία στον τομέα αυτό, εννοώντας της επένδυσης, εντούτοις είχε αγοράσει το σπίτι τους στην Αγγλία επ΄ ονόματι της και γνώριζε, ένεκα τούτου, ότι γίνεται πωλητήριο έγγραφο, γίνεται δανεισμός από τράπεζα, αφού ήταν με δάνειο που το αγόρασαν και ότι εγγράφεται υποθήκη επί του ακινήτου, αφού έτσι έπραξαν στην Αγγλία. Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο διαμέρισμα δεν θα ήταν το σπίτι τους δεν αλλάζει τη διαδικασία αγοράς του που ήδη γνώριζε από την προηγούμενη εμπειρία της από την αγορά του σπιτιού τους. Όπως και να έχουν τα πράγματα η διαφωνία των εναγομένων 1 και 3 δεν είναι ότι δεν υπέγραψαν τη σύμβαση εγγύησης και δανείου, αντίστοιχα, αλλά ότι τη σύμβαση δανείου θα την υπέγραφε ο εναγόμενος 3 και τη σύμβαση εγγύησης η εναγόμενη 1, ενώ στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο, θέση βεβαίως που όπως εξηγήθηκε ανωτέρω δεν έγινε αποδεκτή, αλλά και όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω δεν μπορεί να προβάλλεται εκ μέρους τους. Ως εκ των πιο πάνω η εναγόμενη 1 κρίνεται αναξιόπιστη και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ο ΜΥ3 παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε τίποτε από όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του Κάκου και του εναγόμενου 3 και η οποία μαρτυρία του περί τούτων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως προς την υπόλοιπη μαρτυρία του, γενικά ομιλούντες, μου έκανε καλή εντύπωση, όμως κάποιες πτυχές της μαρτυρίας του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Έτσι δεν είναι δυνατό να είναι γραμματέας της εναγόμενης 2, να γνωρίζει ότι διατηρείται ταχυδρομική θυρίδα γι΄ αυτή αλλά δεν γνωρίζει τον αριθμό της. Ο λόγος που είπε ψέματα ότι δεν γνωρίζει τον αριθμό της θυρίδας ήταν για να μην επιβεβαιώσει τον αριθμό θυρίδας στην οποία απέστειλε η ενάγουσα τις επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού. Ως προς την επικοινωνία που είχε η εναγόμενη 2 ή άλλες εταιρείες της Quality Group μέσω υπαλλήλων της διεφάνη ότι αυτός δεν είχε γνώση. Γνώση είχε και ανέφερε ότι ο Κάκος είναι ο μόνος διευθυντής της εναγόμενης 2 και έχει δικαίωμα να υπογράφει και να δεσμεύει την εναγόμενη
- Ως προς τον ισχυρισμό του ότι δεν λήφθηκε απόφαση από την εναγόμενη 2 για να εγγυηθεί το δάνειο της εναγόμενης 1, αυτός δεν μπορεί να ευσταθίσει αφού τούτο αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 21, το οποίο όταν του υποδείχθηκε ανέφερε ότι δεν το είχε υπόψη του. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 και 3 ότι δεν διάβασαν τα διάφορα έγγραφα, ή οτιδήποτε άλλο έρχεται σε αντίθεση με αυτά, σχολιάζεται κατωτέρω. ΚΩΛΥΜΑ (ESTOPPEL) Σύμφωνα με το Noke΄s Introduction to Evidence 3rd edition p.208 το κώλυμα (estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός, ενώ σύμφωνα με τον Phipson on Evidence 12th Edition p.912 είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από το να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. Το κώλυμα μπορεί να πάρει μία από τις πιο κάτω μορφές: (α) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record) (β) Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) (γ) Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct). Γίνεται κατανοητό ότι μας ενδιαφέρει η μορφή (β). ΚΩΛΥΜΑ ΛΟΓΩ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΩΝ ΣΕ ΕΓΓΡΑΦΑ. Όταν ένας διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως μία δέσμευση δεν μπορεί αργότερα να ισχυρισθεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο έγγραφο δεν είναι σωστά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η εναγόμενη 1 στις 21.9.2007 υπέγραψε την αποδοχή της πρότασης της Ενάγουσας ημερομηνίας 19.9.2007, Τεκμήριο 5, η οποία της είχε δοθεί, προφανώς, στις 19.9.2007, για τη σύμβαση δανείου, και ακολούθως τη σύμβαση δανείου ημερομηνίας 21.9.2007, Τεκμήριο 6, για το ποσό των ΛΚ180.000, με τους όρους που καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Επομένως δεν μπορεί να προβάλλει ότι τα γεγονότα σε σχέση με αυτό το θέμα είναι διαφορετικά. Όπως δεν μπορεί να προβάλλει ότι δεν έλαβε ανεξάρτητη νομική συμβουλή από δικηγόρο, από τη στιγμή που υπέγραψε το Τεκμήριο 18 στις 17.9.2007, ως Debtor. Σε ότι αφορά τον εναγόμενο 3, που υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 21.9.2007, Τεκμήριο 8, πρέπει να αναφερθεί ότι στις 17.9.2007, Τεκμήριο 19, δήλωσε ως εγγυητής ότι έλαβε ανεξάρτητη νομική συμβουλή από κύπριο δικηγόρο για τα έγγραφα της ενάγουσας και γνώση αυτών που καταγράφονται πιο πάνω για το δάνειο από την εναγόμενη
- Όμοιο έγγραφο υπέγραψε στις 21.9.2007, Τεκμήριο
- Τονίζεται δε ότι στη σελίδα 2 του Τεκμηρίου 5, υπό τον τίτλο SECURITIES, ως εξασφάλιση ήταν και οι προσωπικές εγγυήσεις του ίδιου, ο οποίος υπέγραψε ως Guarantor και της εναγόμενης
- Ως εκ τούτου δεν μπορεί να προβάλλει ότι τα γεγονότα είναι διαφορετικά από αυτά που διαλαμβάνονται στη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο
- Όσον αφορά την εναγόμενη 2 δεν μπορεί να προβάλλει ότι δεν υπέγραψε ή αν υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης, αυτή δεν ήταν από νόμιμα εξουσιοδοτημένο άτομο, όταν υπάρχει απόφαση, Τεκμήριο 21, που εξουσιοδοτεί τον Κάκο προς τούτο. ΕΞΩΓΕΝΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο γενικός κανόνας είναι ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, είτε ως αποτέλεσμα νομικής υποχρέωσης είτε κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, να τροποποιήσει, να αφαιρέσει ή να προσθέσει στους όρους του εγγράφου. Στην υπόθεση Maroulla Stylianou Polykarpou v. Savvas Polykarpou,
(1982)1 CLR 182, 196, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Είναι ένας πολύ παλιός κανόνας στο νόμο της απόδειξης που δεν επιτρέπει την αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους ενός εγγράφου. Ο κανόνας αναπτύχθηκε για να προσδώσει μια βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές.» Ο κανόνας αυτός όμως δεν θα μπορούσε να είναι άκαμπτος γιατί τότε θα οδηγούσε σε αδικίες. Γι΄ αυτό και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Συμβιβάζοντας τον κανόνα με τις εξαιρέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίζει (α) την ανάγκη για τη βεβαιότητα στη διεκπεραίωση των ανθρωπίνων σχέσεων και (β) την ανάγκη για την απρόσκοπτη επιδίωξη της αλήθειας (βλ. Maroulla Stylianou Polykarpou v. Savvas Polykarpou (ανωτέρω), Α. Χρ. Σολομωνίδης & Αδελφοί Λτδ v Tsouris Constructions and Estates Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 355, Victor Onega A.G. v Του πλοίου Μ/V Girvas κ.ά.
(2000)1 AAΔ 16 και Belcy Company Ltd v. Ζένιου Λουκά
(2003)1(Β) ΑΑΔ 871, 881). Οι εξαιρέσεις, αν και δύσκολο να καθοριστούν, μπορούν να ταξινομηθούν σ΄ αυτές που αναφέρονται: (α) στην εγκυρότητα της συμφωνίας (β) στην πραγματική φύση της συναλλαγής (γ) στην ιδιότητα των συμβαλλομένων (δ) σε συνακόλουθη υποχρέωση και (ε) σε ερμηνεία ενός εγγράφου. Ίδια ήταν η αντιμετώπιση και στην υπόθεση Marketventures Ltd v. Ουράνιου Δικωμίτη
(2009)1 ΑΑΔ 383, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όταν μια συμφωνία διατυπωθεί σε γραπτό κείμενο, όπως έγινε εδώ με την υποβολή και αποδοχή της αίτησης, Τεκμ. 5, ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται σε κανένα από τα δύο μέρη να διαφοροποιήσει τη συμφωνία. Πρόκειται για τον κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας. Σκοπός του κανόνα είναι η διασφάλιση της βεβαιότητας των συναλλαγών. Όμως η νομολογία αναγνωρίζει ότι αυστηρή εφαρμογή του κανόνα πολλές φορές οδηγεί σε αδικία, ιδιαίτερα όταν το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η συμφωνία δεν είναι λεπτομερές, με αποτέλεσμα να μη φανερώνει πλήρως και με σαφήνεια την πρόθεση των μερών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση J. Evans & Son (Portsmouth) Ltd. v. Andrea Merzario Ltd. [1976] 2 All E.R. 930, στη σελίδα 935:- «The court is entitled to look at and should look at all the evidence from start to finish in order to see what the bargain was that was struck between the parties.» Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:- «Το δικαστήριο έχει δικαίωμα να εξετάζει και οφείλει να εξετάζει όλη τη μαρτυρία από την αρχή μέχρι το τέλος ούτως ώστε να διαπιστώσει τι συμφωνία είχε επιτευχθεί μεταξύ των μερών.» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, την αξιόπιστη μαρτυρία, όπως και τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν, δεν μπορεί να βρουν έρεισμα όσα οι εναγόμενοι 1 και 3 επικαλούνται ότι συμφωνήθηκαν με την ενάγουσα και με την εναγόμενη 2 διά μέσου του Κάκου για τη σύμβαση δανείου, εγγύησης και πωλητηρίου εγγράφου, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται είτε στη συμφωνία δανείου, είτε στη σύμβαση εγγύησης, είτε στο πωλητήριο έγγραφο, γιατί από τη μια η συμφωνία δανείου, εγγύησης και πωλητηρίου εγγράφου ήταν ξεκάθαρο τι προέβλεπαν και αν ήθελε η εναγόμενη 1, ή και ο εναγόμενος 3, αφού λειτουργούσαν ως μία μονάδα, να προσθέσουν οτιδήποτε άλλο θα το ζητούσε πριν την υπογραφή των Τεκμηρίων 6, 8 και 9, και από την άλλη οι εναγόμενοι 1 και 3 γνώριζαν ότι κάθε συμβαλλόμενος σε μια συμφωνία μπορεί και δύναται να ζητήσει να καταγραφεί οιοσδήποτε νόμιμος όρος σε αυτή, αφού είχαν και την προηγούμενη εμπειρία της αγοράς της κατοικίας τους στην Αγγλία. Εξετάζοντας μία προς μία τις πιο πάνω εξαιρέσεις κρίνω ότι δεν μπορεί, τα δήθεν προφορικά συμφωνηθέντα και έξω από τα καταγραφέντα στη σύμβαση δανείου, εγγύησης και πωλητηρίου εγγράφου, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να ενταχθούν σε αυτές. Το Δικαστήριο στη βάση των παραδεκτών ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης, ως αυτοί αναφέρθηκαν στην αρχή της απόφασης, εκ μέρους των εναγομένων 1, 2 και 3, καθώς και της αποδεχθείσας μαρτυρίας, όπως και της γραμμής που ένας έκαστος των δικηγόρων ακολούθησε κατά την παρουσίαση της εκδοχής του και την αντεξέταση των μαρτύρων της κάθε πλευράς, προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα. Ο εναγόμενος 3, είναι ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας Raspberry Productions Ltd στην Αγγλία η οποία διοργανώνει διάφορες εκδηλώσεις, Τεκμήρια 26 και
- Η εναγόμενη 1, της οποίας η οικογένεια της είναι από τη Κύπρο, αλλά η ίδια μεγάλωσε στην Αγγλία, είναι σχεδιάστρια κοσμημάτων. Πριν από τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση δεν είχαν εμπειρία σε επενδύσεις ακινήτων, πλην όμως είχαν την εμπειρία της αγοράς μιας κατοικίας στην Αγγλία η οποία αποτελεί την οικία τους και η οποία ενεγράφη επ΄ ονόματι της εναγόμενης
- Για την αγορά αυτής της κατοικίας συμβουλεύθηκαν σύμβουλο επί χρηματοοικονομικών θεμάτων, ο οποίος τους καθοδήγησε και τους συμβούλευσε ως προς την υποθήκη. Δεν πήραν συμβουλή για την αξία της κατοικίας πριν την αγοράσουν, αλλά δήλωση δέουσας επιμέλειας από το διαδίκτυο στην οποία συμπεριλαμβάνονται μεταξύ άλλων η τιμή, αν έχει τίτλο και αν βαρύνεται με υποθήκη. Στα πλαίσια διοργάνωσης παιδικών εκδηλώσεων, στο Ηνωμένο Βασίλειο για τα παιδιά ενός πλούσιου επιχειρηματία ονόματι Ahmed, γνώρισε αυτόν αρκετά καλά. Σε κάποιο στάδιο, επειδή ο πελάτης του αυτός γνώριζε ότι επισκεπτόταν την Κύπρο αρκετά συχνά για να επισκεφθεί μαζί με την εναγόμενη 1 την οικογένεια της τελευταίας, του ανέφερε ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει ακίνητα στην Κύπρο και τον ρώτησε αν είχε οποιεσδήποτε διασυνδέσεις σχετικά με αυτό το θέμα. Αφού ρώτησε, κάποιος φίλος του πατέρα της εναγόμενης 1 τον παρέπεμψε στον Κάκο ο οποίος είναι ο γενικός εκτελεστικός διευθυντής του Ομίλου Quality,η οποία από όσα είχε ακούσει ήταν μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων στην Κύπρο, ενώ ο Κάκος είναι και διευθυντής της εναγόμενης 2, γεγονός που επιβεβαίωσε ο ΜΥ3 που κατέθεσε για την εναγόμενη 2, αλλά και από το Τεκμήριο 49, στο οποίο φαίνεται ως γραμματέας ο ΜΥ
- Έτσι διευθέτησε συνάντηση μεταξύ του Κάκου και του Ahmed. Ακολούθως τα δύο αυτά πρόσωπα άρχισαν να συζητούν για μία μεγάλη συναλλαγή της τάξης των £9-10 εκατομμυρίων στερλινών, ενώ ο Ahmed ήλθε και στην Κύπρο, ότε ο Κάκος τους έβγαλε έξω για φαγητό. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Κάκος διοργάνωσε μια παρουσίαση πωλήσεων ακινήτων στο Λονδίνο στην οποία ζήτησε απ΄ αυτόν όπως μεταβεί σε αυτή μαζί με τον Ahmed. Αυτός πήγε αλλά ο Ahmed δεν τα κατάφερε. Κατά την παρουσίαση αυτή διανεμήθηκαν δύο ενημερωτικά φυλλάδια της Quality Investment Solutions Ltd, τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια 28 και 29, τα οποία φαίνεται να είναι έκδοσης του 2008, στα οποία φαίνεται να διαφημίζεται η εταιρεία αυτή ως μέλος του Ομίλου Quality, στο τέλος των οποίων δίνονταν στοιχεία επικοινωνίας για την εταιρεία Quality Investment Solutions Ltd. Τελικά η συναλλαγή μεταξύ του Κάκου και του Ahmed δεν τελεσφόρησε, Τεκμήρια 30 και 31, ηλεκτρονικά μηνύματα ημερομηνίας 4.2.2008 και 11.2.2008, από XXXXX@qualitydevelopment.com, το πρώτο προς τον Ahmed και το δεύτερο προς εναγόμενο
- Όμως κατά το χρόνο που γίνονταν οι συζητήσεις μεταξύ του Κάκου και του Ahmed και φαίνεται αυτές να πήγαιναν καλά συνάντησε τον Κάκο στη Λάρνακα. Κατ΄ αυτή τη συνάντηση ο Κάκος του είπε ότι, ως ένδειξη της εκτίμησης του για την επαφή που τον έφερε με τον Ahmed, η εταιρεία του θα μπορούσε να του πωλήσει και αυτού ακίνητο. Αμέσως του είπε ότι δεν είχε τα λεφτά για τέτοια αγορά. Η απάντηση που του έδωσε ο Κάκος ήταν ότι αυτό δεν ήταν πρόβλημα και θα το διευθετούσε. Ακολούθως οι εναγόμενοι 1 και 3, κατόπιν διευθέτησης που έγινε από τον Κάκο, είχαν συνάντηση με το διευθυντή της ενάγουσας στα γραφεία της τελευταίας στη Λάρνακα. Παρούσα ήταν και η ΜΕ2 της οποίας το γραφείο ήταν απέναντι από αυτό του διευθυντή και μπαινόβγαινε από το ένα γραφείο στο άλλο για να βοηθήσει με τα γραφειακά θέματα. Γεγονός που καταδεικνύει ότι χρειάστηκε κάποιο χρόνο μέχρι να υπογραφούν τα διάφορα έγγραφα, μεταξύ των οποίων, η σύμβαση δανείου και εγγυήσεως και όχι σε ελάχιστο χρόνο όπως προσπάθησαν οι εναγόμενοι 1 και 3 να προβάλουν. Σημειώνεται ότι ουδεμία μαρτυρία παρουσιάσθηκε ότι ο διευθυντής της ενάγουσας ήταν ξάδελφος του Κάκου. Η ενάγουσα είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο από τις 29.5.1974, Τεκμήριο 1, η οποία άλλαξε το όνομα της σε Hellenic Bank Public Company Limited στις 6.6.2005, Τεκμήριο 2, ασκεί τραπεζικές εργασίες κατόπιν άδειας, Τεκμήριο 3, η οποία άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών τροποποιήθηκε στις 16.5.1996, Τεκμήριο
- Στα πλαίσια άσκησης νομίμως των τραπεζικών εργασιών της η ενάγουσα, κατόπιν έγκρισης δανείου, ημερομηνίας 19.9.2007, Τεκμήριο 5, δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 6, ημερομηνίας 21.9.2007, παραχώρησε δάνειο στην εναγόμενη 1 για το ποσό των £180.000, ήτοι €307.548,25 το οποίο ποσό αποδεσμεύτηκε ολόκληρο, Τεκμήριο 15, προς εξόφληση της αγοράς του αναφερθέντος διαμερίσματος από την εναγόμενη 2, δυνάμει σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 21.9.2007, μεταξύ της εναγόμενης 1 και της εναγόμενης 2, η οποία αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου
- Προς καλύτερη εξασφάλιση της σύμβασης δανείου, η εναγόμενη 2 υπέγραψε έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 21.9.2007, Τεκμήριο 7, ενώ, χωρίς να αποφασίζω για την εγκυρότητά τους φαίνεται, αφού υπέγραψε ανάληψη υποχρέωσης υποθήκης ακινήτου ημερομηνίας 21.9.2007, Τεκμήριο 12, η εναγόμενη 2 υπέγραψε έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 30.9.2009, Τεκμήριο 11, και σύμβαση και δήλωση υποθήκης ακινήτου ημερομηνίας 30.9.2009, Τεκμήριο 10, δηλαδή δύο χρόνια μετά που υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης, ενώ για περαιτέρω εξασφάλιση ο εναγόμενος 3 υπέγραψε σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 21.9.2007, Τεκμήριο
- Ακόμη η εναγόμενη 1 για επιπλέον εξασφάλιση υπέγραψε σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων της ημερομηνίας 21.9.2007, Τεκμήριο 9, που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 21.9.2007 του αναφερθέντος πιο πάνω διαμερίσματος, το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου
- Σημειώνεται ότι η ενάγουσα όσον αφορά τη σύμβαση υποθήκης επιφύλαξε τα δικαιώματα της και δεν αξιώνεται διάταγμα εκποίησης και ως εκ τούτου δεν αποτελεί επίδικο θέμα για να επιληφθεί τούτου το Δικαστήριο. Επειδή υπήρχαν καθυστερήσεις πληρωμών η ενάγουσα απέστειλε στους εναγόμενους 1 και 3 στη διεύθυνση που καταγράφεται στα έγγραφα και στην εναγόμενη 2 σε ταχυδρομική θυρίδα, τις επιστολές ημερομηνίας 13.5.2013, Τεκμήριο
- Στη συνέχεια επειδή οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις ως άνω επιστολές τερμάτισαν το λογαριασμό και το δάνειο με επιστολές ημερομηνίας 11.11.2013, στην ίδια διεύθυνση για τους εναγόμενους 1 και 3 και στην ίδια ταχυδρομική θυρίδα για την εναγόμενη 2, Τεκμήριο
- Ως εκ τούτου μετά τον τερματισμό του λογαριασμού και του δανείου το υπόλοιπο του λογαριασμού, ήταν ως αυτό εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 15, ενώ το υπόλοιπο το οποίο και αξιώνεται, σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16, είναι ως αυτό εμφαίνεται σε αυτή. Η εναγόμενη 1, αφού υπέγραψε τη δήλωση περιουσιακών στοιχείων της στις 17.9.2007, Τεκμήριο 22, στις 21.9.2007 υπέγραψε συγκατάθεση πρωτοφειλέτη για ενημέρωση και παράδοση στους εγγυητές
(1)αντίγραφο του Τεκμηρίου 22 και
(2)επιστολή σχετική με το ποσό του δανείου, το ποσό της δόσης και το ποσό του τόκου, Τεκμήριο 17, σύμφωνα με τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο 197
(1)2003, καθώς και ότι έλαβε ανεξάρτητη νομική συμβουλή, Τεκμήριο 18, ενώ ο εναγόμενος 3 στις 21.9.2007 υπέγραψε το έγγραφο βεβαίωσης εγγυητής της παράδοσης και λήψης από αυτό της επιστολής με τα περιουσιακά στοιχεία και των άλλων προβλεπόμενων στοιχείων στο Ν.197
(1)/2013, Τεκμήριο 17 και επίσης ως εγγυητής υπέγραψε το έγγραφο (Confirmation by Guarantor/Security Provider) Τεκμήρια 19 και
- Η εναγόμενη 2 παρέδωσε στην ενάγουσα την απόφαση της ημερομηνίας 6.9.2007, Τεκμήριο 21, για την εγγύηση που θα έδινε για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που θα παραχωρούσε στην εναγόμενη 1, για την πώληση του αναφερθέντος διαμερίσματος στην εναγόμενη 1, για το ποσό των £180.000, για την οποία εταιρεία την εγγύηση, σύμφωνα με την απόφαση, θα υπέγραφε ο Κάκος, όπως και έπραξε, Τεκμήριο
- Η ενάγουσα κατά διάφορα χρονικά διαστήματα προέβη σε ανακοινώσεις στον τύπο σχετικές με την αυξομείωση του επιτοκίου, Τεκμήριο
- Επίσης για το εν λόγω στεγαστικό δάνειο και διαμέρισμα έγινε ασφαλιστικό συμβόλαιο ζωής στις 17.9.2007 μεταξύ της εναγόμενης 1 και της Hellenic Alico Life Insurance Company Ltd, Τεκμήριο 25, ενώ φαίνεται ότι για το εν λόγω διαμέρισμα υπήρξε ασφάλιση πυρός ημερομηνίας 24.9.2014 για την περίοδο 3.10.2014 έως 3.10.2015, Τεκμήριο 24, γεγονός που οδηγεί ότι η ασφάλεια πυρός έγινε από τον Σεπτέμβρη του 2007, ως ο σχετικός όρος στο Τεκμήριο
- Στις 11.10.2007 υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ της Quality Management Services Ltd, καλούμενη «διαχειρίστρια», από τη μια και των εναγομένων 1 και 3, καλούμενων «ιδιοκτητών ακινήτου» από την άλλη, την οποία υπέγραψε ο εναγόμενος 3, για τη διαχείριση του εν λόγω διαμερίσματος, Τεκμήριο
- Την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 11.10.2007 οι εναγόμενοι 1 και 3 προέβηκαν σε συμφωνία με την V.K.C. Quality Management Services Ltd, την οποία υπέγραψε ο εναγόμενος 3, με την οποία έδινε άδεια και εξουσιοδότηση ενοικίασης για διακοπές, του εν λόγω διαμερίσματος, Τεκμήριο
- Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 34, συμφωνία διαχείρισης ημερομηνίας 1.1.2010 στην οποία φαίνονται ως συμβαλλόμενα μέρη η εταιρεία Quality Management Services Ltd από τη μια και οι εναγόμενοι 1 και 3 από την άλλη, η οποία φαίνεται ότι υπογράφηκε μόνο από την εταιρεία και όχι από κάποιο από τους εναγόμενους 1 και
- Διαφαίνεται από το Τεκμήριο 35, το οποίο αρχίζει από την ημερομηνία 18.5.2010 έως και το Τεκμήριο 39, στο οποίο φαίνεται η ημερομηνία 20.5.2011, ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ της διαχειρίστριας εταιρείας και του εναγόμενου 3, σχετικά με την ενοικίαση του εν λόγω διαμερίσματος, ενώ από το Τεκμήριο 40, που είναι διεθνείς εντολές πληρωμές από τους εναγόμενους 1 και 3 προς την ενάγουσα, φαίνεται να έγινε μια τον Ιούνιο του 2008 και άλλες πληρωμές το 2010 και το 2011, ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων 1 και 3 σχετικές με το επίδικο δάνειο. Από τα Τεκμήρια 41, 42 και 43, ημερομηνίας 6.3.2008, 13.8.2009 και 22.3.2010, επιβεβαιώνεται η ΜΕ2 ότι η επικοινωνία αρχικά ήταν μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1, ενώ μεταγενέστερα ως φαίνεται από το Τεκμήριο 44, ημερομηνίας 4.11.2010 έως το Τεκμήριο 48, ημερομηνίας 5.7.2011, ήταν μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου
- Σημειώνεται ότι άμεση εμπλοκή σε όλες τις επικοινωνίες μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων 1 και 3 είχε η ΜΕ2 η οποία είτε υπέγραφε ως ένα από τα δύο πρόσωπα τα διάφορα έγγραφα είτε απευθύνετο αυτή με e-mail ή δέχετο e-mail από τους εναγόμενους 1 και
- Από το Τεκμήριο 51, το οποίο αποτελείται από φωτοτυπίες επιταγών, οι οποίες αρχίζουν από 10.8.2010 και καταλήγουν μέχρι και 20.2.2012, αποδεικνύεται ότι η V.K.C. Quality Management Services Ltd εξέδιδε επιταγές στο όνομα της εναγόμενης 1 εκ €300 οι οποίες κατατίθεντο στην ενάγουσα, προφανώς για το επίδικο δάνειο, ενώ στις 9.5.2012 εξέδωσε στο όνομα της εναγόμενης 1 επιταγή ύψους €85,90 και στις 17.5.2012, 25.6.2012 και 15.10.2012 επιταγές εκ €485,65 έκαστη, οι οποίες κατατέθηκαν στην ενάγουσα προφανώς και αυτές για το δάνειο της εναγόμενης
- Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως αυτοί εμφαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, την Έκθεση Υπεράσπισης και τις θέσεις τους που προωθήθηκαν με την γραμμή που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και τις εισηγήσεις όπως αυτές εκφράστηκαν με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΞΙΩΣΗΣ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 843, αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης οι οποίοι αντικρούονται στην υπεράσπιση δεν αποδεικνύονται από το γεγονός και μόνο της μη αντεξέτασης μάρτυρα, ο οποίος στη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σ' αυτούς. Είναι αναγκαία και η θετική μαρτυρία του διάδικου, ο οποίος προέβηκε στους εν λόγω ισχυρισμούς στα δικόγραφα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση οι συνθήκες υπό τις οποίες καταρτίστηκε η σύμβαση δανείου και οι δυο συμβάσεις εγγύησης, με αναφορά στο παράνομο τρόπο, κατά τον ισχυρισμό της υπεράσπισης, της υπογραφής τους. ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΥ Όσον αφορά τις συνθήκες κατάρτισης της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 6, καταδεικνύεται από τα Τεκμήρια 18 και 22, ημερομηνίας 17.9.2007 και την έγκριση δανείου ημερομηνίας 19.9.2007, Τεκμήριο 5, ότι υπήρξε συζήτηση για δανειοδότηση της εναγόμενης 1 πριν την ημερομηνία 21.9.2007 κατά την οποία υπογράφηκε η σύμβαση δανείου και επίσης ότι από τα Τεκμήρια 18 και 5, ημερομηνίας 17.9.2007 και 19.9.2007, αντίστοιχα, φαίνονται ξεκάθαρα οι όροι υπό τους οποίους θα παραχωρείτο το δάνειο, όπως το ποσό, η δόση, ο χρόνος αποπληρωμής, το επιτόκιο και όσον αφορά τις εξασφαλίσεις οι προσφερόμενες προσωπικές εγγυήσεις των εναγομένων 2 και 3 και η υποθήκευση του διαμερίσματος που αγόραζε η εναγόμενη 1, όπως επίσης η ασφάλεια ζωής που θα έκανε η εναγόμενη 1, την οποία και έκανε με την Hellenic Alico Insurance Life Ltd στις 17.9.2007, Τεκμήριο 25, η ασφάλεια πυρός του διαμερίσματος και η εκχώρηση των δικαιωμάτων της εναγόμενης 1, Τεκμήριο 9, που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο προς την ενάγουσα. Η εναγόμενη 1, αλλά και ο εναγόμενος 3 αφού λειτουργούσαν ως μια μονάδα, είχαν 4 ημέρες από τις 17.9.2007, Τεκμήρια 18 και 22, και 2 ημέρες από τις 19.9.2007, Τεκμήριο 5, να αποφασίσουν αν θα προχωρούσαν στη σύναψη σύμβασης δανείου. Η εναγόμενη 1, όπως δήλωσε και η ίδια στη μαρτυρία της, ότι ούτε εξαναγκάστηκε ούτε υποχρεώθηκε να υπογράψει τη σύμβαση δανείου. Για να ήταν παρόντες στα γραφεία της ενάγουσας οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 στις 21.9.2007 που υπέγραψε η εναγόμενη 1 τη σύμβαση δανείου και οι εναγόμενοι 2 και 3 τις συμβάσεις εγγύησης, ως κατωτέρω εξηγείται, πρέπει να ενημερώθηκαν περί τούτου τουλάχιστον οι εναγόμενοι 1 και 3 πριν τις δύο ημερομηνίες που αναφέρονται ανωτέρω και η εναγόμενη 2 σίγουρα πριν την υπογραφή της σύμβασης δανείου και των εγγυήσεων, Τεκμήρια 6, 7, και 8, αντίστοιχα. Επομένως, η εναγόμενη 1, λαμβανομένων υπόψη των όσων αναγράφονται στα Τεκμήρια 22 και 5 και δη του τελευταίου, στο τι αναγράφεται στο πάνω μέρος αυτού και του περιεχομένου αυτού καθώς και του περιεχομένου της σύμβασης δανείου Τεκμήριο 6, έλαβε γνώση του περιεχομένου της σύμβασης δανείου, για την οποία της δίδετο χρονικό περιθώριο τριάντα
(30)ημερών αν αποδέχετο τους όρους της σύμβασης δανείου να επέστρεφε το Τεκμήριο 5 υπογραμμένο. Η υπογραφή του Τεκμηρίου 5, στις 21.9.2007, καταδεικνύει ότι αποδέχθηκε τους όρους υπό τους οποίους θα της παραχωρείτο πιστωτική διευκόλυνση ύψους £180.000, ως τελικά έγινε με την υπογραφή της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 6, στις 21.9.2007, από την ενάγουσα και την εναγόμενη
- Επίσης καμία σημασία δεν έχει το γεγονός ότι ο εναγόμενος 3 ήταν αυτός που συνομιλούσε με τον Κάκο για την αγορά του διαμερίσματος, με το ποιος τελικά προέβηκε στην αγορά του διαμερίσματος και υπέγραψε και τη σύμβαση δανείου, γιατί εκτός του γεγονότος ότι το ίδιο έπραξαν και με την αγορά της οικίας τους στην Αγγλία και επίσης από το λεκτικό της μαρτυρίας τους που καταδεικνύει ότι αντίκρυζαν αυτό το θέμα ως μια μονάδα, όποιος και να ήταν ο πρωτοφειλέτης από τους δύο και ο άλλος ο εγγυητής, στην ουσία και οι δύο θα ήταν εξίσου υπόλογοι στην πληρωμή του δανείου για το ίδιο ποσό. Επομένως, με βάση και τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω όταν εξηγείτο η αρχή του ΚΩΛΥΜΑΤΟΣ και της ΕΞΩΓΕΝΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ, δεν μπορεί να ευσταθήσει η θέση και η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για μη γνώση ή ενημέρωση του περιεχομένου της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 6 και ως εκ τούτου ουδέν μεμπτό εκ μέρους της ενάγουσας όσον αφορά τις συνθήκες κατάρτισης αλλά και τις συνθήκες πριν την υπογραφή της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο
- Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ 1 Σε σχέση με την υπογραφή της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 21.9.2007, Τεκμήριο 6, από την εναγόμενη 1, η ΜΕ2 ήταν σαφής και ξεκάθαρη ότι υπέγραψε η εναγόμενη 1 και μετά υπέγραψε αυτή ως μάρτυρας της υπογραφής της, όπως άλλωστε ανέφερε και η ίδια ο εναγόμενη 1 η οποία αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμήριο
- Ως εκ τούτου δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι η εναγόμενη 1 που υπέγραψε τη σύμβαση δανείου, Τεκμήρια
- Κατά συνέπεια έχει αποδειχθεί η εγκυρότητα της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 6, ήτοι το στοιχείο Α, από τα τέσσερα (Α-Δ) στοιχεία που πρέπει να αποδείξει η ενάγουσα, για να αποδείξει την αξίωσή της. ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΟΡΟΥ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Στην υπόθεση Παπαγεωργίου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 961 λέχθηκε ότι «η παράλειψη καταβολής των προβλεπόμενων από σύμβαση ενοικιαγοράς ενοικιαστικών δόσεων παρέχει, αφ΄ εαυτής, έρεισμα για την καταγγελία της, επαγόμενη τον τερματισμό της, εφόσον παρέχεται τέτοιο δικαίωμα από τις πρόνοιες της.» Η παράβαση όρου της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 21.9.2007, Τεκμήριο 6, επήλθε επειδή, όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 15 και 16, δεν καταβάλλοντο οι συμφωνημένες δόσεις κατά παράβαση του όρου 4 της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο
- Συνεπώς έχει αποδειχθεί και το στοιχείο Β, από τα, ως άνω, τέσσερα στοιχεία Α-Δ. Ο ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Σε σχέση με τον τερματισμό της σύμβασης δανείου, ο συνήγορος της εναγόμενης 2 εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η αποστολή και παραλαβή των επιστολών ειδοποίησης και τερματισμού, Τεκμήρια 13 και 14, αντίστοιχα, αφού δεν παρουσιάστηκε, θετική και ικανοποιητική μαρτυρία προς τούτο. Σύμφωνα με τους όρους 5 και 7 της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 6, η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να τερματίσει τις συμβάσεις δανείου και να απαιτήσει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. Ως εκ των πιο πάνω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ενάγουσα, η οποία είχε το δικαίωμα να τερματίσει το λογαριασμό της σύμβασης δανείου, για να δικαιούταν να προχωρήσει σε αγωγή έπρεπε, όπως και ορθώς έπραξε, ως διεφάνη, ως άνω, να ζητήσει και ζήτησε δια των ως άνω επιστολών, από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό. Η παράλειψη δε των εναγομένων να προβούν σε εξόφληση του χρέους, έδωσε το δικαίωμα στην ενάγουσα να απαιτήσει τούτο δικαστικώς. ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΔΥΟ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΑΝΕΙΟΥ Είναι γεγονός ότι η ΜΕ2, όπως και η ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρουν με βάση ποια εξουσιοδότηση η ενάγουσα απέστειλε τα Τεκμήρια 13 και 14 στην ταχυδρομική θυρίδα της ενάγουσας και όχι στη διεύθυνση της, αφού δεν είχαν μαζί τους το σχετικό έγγραφο. Όμως η ΜΕ2 ανέφερε ότι τις επιστολές τις αποστέλλουν στη διεύθυνση που τους δίδεται, όμως όταν δίδεται στην ενάγουσα ταχυδρομική θυρίδα ή άλλη διεύθυνση τότε διαφοροποιείται ο τρόπος επικοινωνίας. Δεν εντόπισε οτιδήποτε στο φάκελο που διατηρεί η ενάγουσα που να καταδεικνύει ότι επιστράφηκαν. Η μαρτυρία για την αποστολή τόσο της ειδοποίησης Τεκμήριο 13, όσο και της επιστολής τερματισμού του λογαριασμού και της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 14 είναι εξ ακοής μαρτυρία, αφού αυτές κατατέθηκαν από την ΜΕ1 ως η υπάλληλος της ενάγουσας η οποία χειρίζεται και έχει στην κατοχή της το φάκελο της εναγόμενης 1 γι΄ αυτή τη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 6 και οτιδήποτε άλλο έγγραφο ή συμφωνία σχετίζεται με αυτή, μεταξύ των οποίων και τα Τεκμήρια 13 και
- Ήταν υπό αυτή την ιδιότητα που κατατέθηκαν τα εν λόγω Τεκμήρια από την ΜΕ1 και όχι βέβαια ως η συντάξασα και η αποστείλασα αυτά ή κάτω από τις οδηγίες της. Έχοντας κατά νου το άρθρο 27
(1)και
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ. 9 και τη σχετική νομολογία, όπως την υπόθεση Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A232, Πολ. Έφ. Αρ. 294/12 ημερομηνίας 18.6.2019 και δη το γεγονός ότι οι επιστολές αυτές, ήτοι τα Τεκμήρια 13 και 14, αποτελούν μέρος του φακέλου της ενάγουσας που διατηρεί για την εναγόμενη 1, όπως παρόμοιο φάκελο διατηρεί και για κάθε πελάτη της, ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι η ενάγουσα διατηρεί φάκελο για την εναγόμενη 1, ότι η εναγόμενη 2 διατηρεί ταχυδρομική θυρίδα, αφού ο ΜΥ3 ανέφερε ότι η εναγόμενη 2 διατηρεί ταχυδρομική θυρίδα έστω και αν δεν ανέφερε τον αριθμό, ότι η εναγόμενη 2 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προηγουμένως ότι δεν λάμβανε την αλληλογραφία της με την ενάγουσα και τέλος ότι ουδέποτε υποβλήθηκε ότι πρόκειται για μια κατασκευασμένη μαρτυρία, αλλά ούτε και διαφάνηκε με οιονδήποτε τρόπο να είναι τέτοια, ως εκ των υστέρων σκέψη, καθώς και την υπόθεση Παπαχριστοδούλου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση αρ. 263/2010 ημερομηνίας 5.5.2015, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο τελευταίος λόγος έφεσης αφορά στα τεκ. 3-7, τα οποία παρουσιάστηκαν από τη Μ.Ε.1 η οποία ανέφερε ότι είναι στην Υπηρεσία των εναγόντων-εφεσιβλήτων, στο Τμήμα Εισπράξεως Χρεών, και τα είχε στην κατοχή της. Το τεκ. 3 είναι η αίτηση ημερ. 29.4.2002 για παραχώρηση πιστωτικής κάρτας, το τεκ. 4 είναι αναλυτική κατάσταση της κίνησης του λογαριασμού της εφεσείουσας, το τεκ. 5 είναι αντίγραφο επιστολής των εφεσιβλήτων ημερ. 13.8.2004 με την οποίαν οι εφεσίβλητοι ενημέρωναν την εφεσείουσα για το τότε ισχύον χρεωστικό επιτόκιο (που δεν έχει σημασία εφόσον τελικά η απαίτηση των εφεσιβλήτων περιορίστηκε μόνο σε νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης). Το τεκ. 6 είναι επιστολή των εφεσιβλήτων ημερ. 8.9.2004 με την οποίαν ζητούσαν από την εφεσείουσα την πλήρη εξόφληση του λογαριασμού και το τεκ. 7 είναι επιστολή ημερ. 9.3.2005 με την οποίαν επίσης καλούσαν την εφεσείουσα να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της κάρτας της. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην παρουσίαση εκ μέρους της Μ.Ε.1 των προαναφερόμενων τεκμηρίων αλλά ούτε και υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην απόδοση βαρύτητας εκ μέρους του πρωτόδικου δικαστηρίου στα προαναφερόμενα έγγραφα, δεδομένου ότι η εφεσείουσα ούτε τα αμφισβήτησε, ούτε τα αντέκρουσε με οποιαδήποτε μαρτυρία. Η παρουσίαση εξ ακοής μαρτυρίας είναι επιτρεπτή σύμφωνα με το νόμο και σ΄ αυτήν αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα από το δικαστήριο, σύμφωνα με κριτήρια που καθορίζει, όχι εξαντλητικά, ο νόμος. Δεν βρίσκουμε ούτε σ΄ αυτό το λόγο έφεσης οποιαδήποτε αιτία για επέμβαση του Εφετείου.», όπως και τη μαρτυρία της ΜΕ2, αλλά και τη γνώση της εναγόμενης 2 για οτιδήποτε συνέβαινε με τον λογαριασμό της εναγόμενης 1, αποδέχομαι ότι οι επιστολές Τεκμήρια 13 και 14 αποστάληκαν στην εναγόμενη 2 στην ταχυδρομική θυρίδα της, η οποία αποτελεί την τελευταία δηλωθείσα γνωστή διεύθυνση που μπορούσε να αποσταλούν οι επιστολές με βάση τον όρο 9 του Τεκμηρίου 7. ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΥ Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι επιστολές αυτές επιστράφηκαν. Η μη επιστροφή των επιστολών συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα που απευθύνονταν, βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ
- Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκαν αντιστρέφεται και είναι οι Εναγόμενοι, που επικαλούνται τη μη παραλαβή τους που πρέπει πλέον να αποδείξουν ότι δεν έλαβαν την επιστολή, πράγμα που δεν συνέβη εδώ, αφού η μαρτυρία του ΜΥ3 γι΄ αυτό το θέμα δεν έγινε αποδεκτή. Τονίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 παραδέχθηκαν την αποστολή και παραλαβή των επιστολών ειδοποίησης και τερματισμού, Τεκμήρια 13 και 14, αλλά και άλλων επιστολών για τις καθυστερημένες δόσεις που παρατηρούνταν. Ως εκ των πιο πάνω έχει αποδειχθεί και το στοιχείο Γ από τα τέσσερα στοιχεία Α-Δ. ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΑ ΠΟΣΑ Το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται είναι το στοιχείο (Δ), δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερ. 17.10.2014, λέχθηκε ότι η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ΜΕ1 ανέφερε όλα όσα απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ.9, ότι έπραξε. Άλλωστε το ποσό το οποίο αξιώνεται στη βάση της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού. Στο Τεκμήριο 5, γίνεται ρητή αναφορά στις εξασφαλίσεις που θα τύχει η ενάγουσα προκειμένου να παραχωρήσει πιστωτικές διευκολύνσεις στην εναγόμενη
- Μεταξύ των εξασφαλίσεων και η ασφάλεια ζωής της εναγόμενης 1 και η ασφάλεια πυρός του διαμερίσματος. Ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να γίνεται ειδική αναφορά στη σύμβαση δανείου περί τούτων. Επομένως ορθώς χρεωνόταν ο λογαριασμός της εναγόμενης 1 με τα συγκεκριμένα ποσά όταν δεν τα κατέβαλλε η εναγόμενη 1 από δικά της χρήματα και τα κατέβαλλε η ενάγουσα. Ως εκ τούτου έχει αποδειχθεί και το στοιχείο Δ από τα τέσσερα στοιχεία Α-Δ. Συνεπώς ως εκ των πιο πάνω η ενάγουσα απέδειξε τα οφειλόμενα ποσά προ αυτήν από τους εναγόμενους 1, 2 και
- Επομένως οτιδήποτε σχετίζεται με καταχρηστικές ρήτρες που αφορούν αυτή την πτυχή, δεν έχουν πλέον βάση για εξέταση. Επίσης σίγουρα αυτές δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακύρωση της σύμβασης δανείου. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη 1 υπέγραψε τη συμφωνία δανείου και το πωλητήριο έγγραφο και ο εναγόμενος 3 τη συμφωνία εγγύησης, αλλά και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα υπέγραψαν, κατόπιν απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων, θα εξεταστεί στο μέρος που αφορά αυτό τον ισχυρισμό και για την εναγόμενο 2 στη συνέχεια. ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 2 Πρώτα από όλα να λεχθεί ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η εναγόμενη 2 ενημερώθηκε με επιστολές, Τεκμήρια 13 και 14, για τις καθυστερήσεις των δόσεων και για τον τερματισμό της σύμβασης δανείου και του λογαριασμού που διατηρείτο γι΄ αυτό τον σκοπό, ως ανωτέρω εξηγήθηκε, αφού η μαρτυρία του ΜΥ3 περί του αντιθέτου απορρίφθηκε, σύμφωνα με τον όρο 9 της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 7, στους οποίους αναφέρεται ότι θα θεωρείται ότι έγινε με τον κατάλληλο τρόπο προς αυτήν η γραπτή ζήτηση αν δοθεί επιστολή η οποία αποστέλλεται με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στη συμφωνία εγγύησης, ή άλλωσπως. Η ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ 2 Όσον αφορά τις συνθήκες πριν και κατά την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης Τεκμήριο 7, από την εναγόμενη 2, η ΜΕ2 ανέφερε ότι υπέγραψε στην παρουσία της ο Κάκος ως ο μοναδικός διευθυντής της εναγόμενης 2 ο οποίος είχε οριστεί ως το πρόσωπο που θα υπέγραφε την εγγύηση για το ποσό των £180.000, δυνάμει της απόφασης της εναγόμενης 2 ημερομηνίας 6.9.2007, Τεκμήριο
- Επιπλέον η ΜΕ2 ανέφερε ότι ο Κάκος υπέγραφε όλα τα έγγραφα για όλες τις δοσοληψίες που είχε τόσο η εναγόμενη 2 όσο και οι άλλες εταιρείες του Ομίλου Quality. Ακόμη ο ΜΥ3 ανέφερε ότι ο Κάκος ήταν αυτός που είχε το δικαίωμα σύμφωνα με το καταστατικό της εναγόμενης 2 να υπογράφει και να δεσμεύει αυτή. Επομένως η σχετική θέση της εναγόμενης 2 απορρίπτεται. ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΗ Οι εναγόμενοι 1 και 3 ισχυρίζονται ότι δεν τους δόθηκε από την ενάγουσα το δικαίωμα για ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν υπογράψουν τις συμβάσεις δανείου και εγγύησης, Τεκμήρια 6 και
- Στην υπόθεση Alpha Bank v. Στεφάνου
(2003)1 ΑΑΔ 1101 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι δεν έτυχε νομικής συμβουλής ούτε της εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι που αναλάμβανε κατά το χρόνο της υπογραφής των εγγράφων, εξετάστηκε πρωτοδίκως με αναφορά στις αρχές του δικαίου της επιείκειας που το Δικαστήριο θεώρησε ότι κατ' ουσίαν επικαλέστηκε η εφεσίβλητη. Κρίθηκε πως όταν μια τράπεζα ή πιστωτικός οργανισμός ζητά εγγύηση από κάποιο πρόσωπο σε μη εμπορική υπόθεση (non commercial case), η εν λόγω τράπεζα κλπ τίθεται ταυτόχρονα σε εγρήγορση (put on inquiry) και έχει υποχρέωση δυνάμει του δικαίου της επιείκειας να προειδοποιήσει και να προστατεύσει τα συμφέροντα του εγγυητή όπου η σχέση του με τον πρωτοφειλέτη δεν είναι εμπορική. Βλ. Royal Bank of Scotland v. Etridge (No. 2) [2001] 4 All E.R. 440, Barclays Bank PLC v. O' Brian [1993] 4 All ER 417 και Credit Lyonnais Bank Netherland NV v. Burch [1997] 1 All E.R. 144.» Στην υπόθεση Μαυροσκούφη ν. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολιτική Έφεση 352/2008 ημερ. 16.4.2014 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση στην οποία αναφέρθηκε ότι από τη στιγμή που η εφεσίβλητη είχε δώσει στην εφεσείουσα αντίγραφα των εγγυήσεων για να τα μελετήσει πριν υπογράψει, δεν είχε υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι είχε λάβει και ανεξάρτητη νομική συμβουλή ως προς τις συνέπειες της υπογραφής της με παραπομπή στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Φυλάξεως ν. Πουλλά κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 951 και Κούντουρου ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ
(2008)1 ΑΑΔ
- Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Διονυσίου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ ECLI:CY:AD:2019:A241, Πολιτική Έφεση αρ. 450/2012 και 452/2012 ημερ. 26.6.
- Η υπό κρίση περίπτωση διαφέρει από τις ως άνω υποθέσεις γιατί η ενάγουσα, όπως άλλωστε παραδέχθηκε και ο εναγόμενος 3, τους έδωσε αυτό το δικαίωμα και μετέβηκαν στο γραφείο συγκεκριμένου δικηγόρου, άσχετα αν ο εναγόμενος 3 ισχυρίστηκε ότι ο δικηγόρος τους ανέφερε μόνο για την αλλαγή του νομίσματος που θα επέρχετο. Αυτός ο ισχυρισμός απορρίφθηκε από το Δικαστήριο αφού τούτο θα μπορούσε να το πληροφορηθεί και από τους υπαλλήλους της τράπεζας. Εν πάση περιπτώσει η ενάγουσα τους έδωσε αυτό το δικαίωμα, το εξάσκησαν, ως καταδεικνύεται από τα Τεκμήρια 18, 19 και 20, και δεν μπορούν τώρα να παραπονούνται ότι ο δικηγόρος, ο οποίος όπως παραδέχθηκε ο εναγόμενος 3 δεν ήταν της ενάγουσας, δεν τους εξήγησε οτιδήποτε άλλο. Επομένως η θέση αυτού των εναγομένων 1 και 3 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 3, ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΩΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ ΥΠΟ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΕΓΙΝΕ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ. 149 Ό,τι απομένει, σε σχέση με την εγκυρότητα των διάφορων συμβάσεων και εγγράφων, είναι η εισήγηση της Υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 3 ότι αυτά έγιναν κατά παράβαση της νομοθεσίας. Σε ότι αφορά τις συμβάσεις δανείου και πωλητηρίου εγγράφου, αυτές διέπονται από το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμο ΚΕΦ.
- Η σύμβαση εγγύησης διέπεται από το άρθρο 84 του περί Συμβάσεων Νόμο ΚΕΦ.
- Στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 18, παρ. 767 δίνεται ο ορισμός της σύμβασης εγγύησης ως "Εγγύηση είναι μια παρεπόμενη σύμβαση με την οποία ο εγγυητής αναλαμβάνει να καταστεί υπόλογος έναντι του πιστωτή για την οφειλή, παράλειψη ή απώλεια άλλου προσώπου, του οποίου η πρωταρχική ευθύνη προς τον πιστωτή πρέπει να υπάρχει ή να αναμένεται". Στην υπόθεση Lakeman v. Mounstephen
(1874)L.R.7H.L.17 στις σελίδες 24 και 25 αναφέρεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει εγγύηση εκτός αν υπάρξει πρωτοφειλέτης, ο οποίος, όμως δύναται να καταστεί τέτοιος στην πορεία μιας συναλλαγής από ζητήματα Ex Post Lacto, αλλά μέχρις ότου υπάρξει πρωτοφειλέτης δεν μπορεί να υπάρξει εγγύηση. Αν και παρεπόμενη, έχει τη δική της αυτοτέλεια η σύμβαση εγγύησης, αλλά επηρεάζεται άμεσα από την κύρια σύμβαση μεταξύ του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη και ως εκ τούτου π.χ. αν η κύρια σύμβαση τερματιστεί, τερματίζεται και η σύμβαση εγγύησης, Stacey v. Hill
(1901)1 Κ.Β. 660, C.A.P. Morris & Sons Ltd v. Jeffreeys
(1932)148 L.T. 56, Re Lennard, Lennard's Trustee v. Lennard
(1934)Ch. 235, σελ. 242, 243, Re Moss, Ex Parte Halled
(1905)2 K.B. 307, Hastings Corporation v. Leuton
(1908)1 KB
- Η σύμβαση εγγύησης προϋποθέτει έγκυρη οφειλή, γι΄ αυτό ο πιστωτής δεν μπορεί να στηριχτεί στη σύμβαση εγγύησης εναντίον του εγγυητή όταν η κύρια σύμβαση με τον πρωτοφειλέτη είναι άκυρη, αφού δεν μπορεί να εγγυηθεί οφειλή άκυρη ή παράνομη. Ως προς τους άλλους ισχυρισμούς για απάτη και ψευδείς παραστάσεις, χρήζουν αναφοράς οι σχετικοί, με τις πιο πάνω θέσεις, ορισμοί, όπως προνοούνται στον Περί Συμβάσεων Νόμο, ΚΕΦ.
- Ορισμός "συναίνεσης"
- Δύο οι περισσότεροι θεωρούνται ότι συναινούν, όταν συμφωνούν για το ίδιο πράγμα με την ίδια έννοια. Ορισμός "ελεύθερης συναίνεσης"
- Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη, όταν δεν προκαλείται με- (α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15~ ή (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16~ ή (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17~ ή (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18~ ή (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
- Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης. Ορισμός "απάτης" 17.-
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~ (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. Ορισμός "ψευδούς παράστασης" 18. "Ψευδής παράσταση" περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές~ (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού~ (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής. Ακυρώσιμο συμφωνιών που συνάπτονται χωρίς ελεύθερη συναίνεση 19.-
(1)Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Ο συμβαλλόμενος, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία απάτης ή ψευδούς παράστασης, δύναται αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να εμμείνει στην εκπλήρωση της σύμβασης και να αποκατασταθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν οι παραστάσεις που έγιναν ήταν αληθείς.
(3)Αν η συναίνεση αυτή παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής, που συνιστά απάτη εντός της έννοιας του άρθρου 17, η σύμβαση, παρόλα αυτά, δεν είναι ακυρώσιμη, αν το μέρος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια.
(4)Απάτη ή ψευδής παράσταση η οποία δεν προκάλεσε τη συναίνεση προς σύναψη σύμβασης του μέρους επί του οποίου ασκήθηκε η απάτη, ή στο οποίο έγινε η ψευδής παράσταση, δεν καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη. ΑΠΑΤΗ Σύμφωνα με το λεκτικό και την φρασεολογία του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ΚΕΦ. 148, το αστικό αδίκημα της απάτης, συνίσταται στην εν γνώσει του εναγομένου ψευδή παράσταση ή χωρίς να πιστεύει για το αληθές αυτή ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδή, με την πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ΄ αυτή και με αποτέλεσμα να ενεργήσει έτσι και να υποστεί ζημιά. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της ΑΠΑΤΗΣ είναι τα ακόλουθα: (α) Παράσταση γεγονότος, (β) ο εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε πίστη ότι ήταν αληθής ή απερίσκεπτα, (γ) έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ΄ αυτή, (δ) ο ενάγων ενήργησε με βάση αυτή και (ε) υπέστη ζημιά (α) Η παράσταση πρέπει να αφορά γεγονός όχι απλή έκφραση γνώμης. Η παράσταση συνήθως γίνεται προφορικά ή γραπτώς αλλά μπορεί να γίνει και με διαγωγή. (β) Κριτήριο για να χαρακτηριστεί ή καταταγεί μία δήλωση ότι αποτελεί ή όχι ψευδή παράσταση είναι κατά πόσο ο εναγόμενος είχε έντιμη και γνήσια πεποίθηση ότι η δήλωση του ήταν αληθής. Η απερισκεψία υποδηλώνει την έλλειψη τέτοιας πεποίθησης εκτός αν ο εναγόμενος ειλικρινά πίστευε στο αληθές της δήλωσης του, με την έννοια που ο ίδιος αντιλαμβανόταν, έστω και λανθασμένα. (γ) Η παράσταση πρέπει να γίνεται με την πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ΄ αυτή. Επομένως εάν δεν εξαπατηθεί, δεν δικαιούται σε αποζημίωση. Επίσης ο ενάγων πρέπει να είναι το πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν η δήλωση και όχι άλλος. (δ) Ο ενάγων πρέπει να βασιστεί στην παράσταση και σαν αποτέλεσμα της, να ενεργήσει βασιζόμενος σ΄ αυτή. (ε) Ο ενάγων να υποστεί ζημιά η οποία αποδεικνύεται. Όπως προκύπτει από τη Νομολογία, η απάτη αποτελεί αναπαραγωγή των αρχών του Κοινοδικαίου, βλ. υπόθεση Pyrgas v. Stavridou
(1969)1 C.L.R. 332. Βοηθητική δε είναι η πραγμάτευση του άρθρου 36 με επίκληση αγγλικής νομολογίας που γίνεται στις υποθέσεις Loizou and another v. Iosif and another
(1975)2 J.S.C. 1387 και Kyprianou & Apeyitos Travel Agency Co. Ltd v. Aracyp Ltd
(1984)2 J.S.C.
- Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 3 περί τούτου του θέματος έχουν απορριφθεί και ο ίδιος κρίθηκε αναξιόπιστος, ως προς τούτα. Αλλά πέραν αυτού, όπως εξάγεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία οι εναγόμενοι 1 και 3 γνώριζαν τι είναι πωλητήριο έγγραφο, τι είναι πρωτοφειλέτης και τι είναι εγγυητής και εγγύηση και τις συνέπειες αυτής, αφού το παράπονο τους ήταν ότι πίστευαν ότι υπέγραφαν ο μεν εναγόμενος 3 ως πρωτοφειλέτης και η δε εναγόμενη 1 ως εγγυήτρια, ενώ όσον αφορά το πωλητήριο έγγραφο δεν έγινε αντιληπτό ότι υπογράφηκε από την εναγόμενη
- Η κύρια βάση όμως των εναγομένων 1 και 3 όπως αυτή αναδύεται από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην έκθεση υπεράσπισης ως στοιχεία απάτης και ψευδών παραστάσεων είναι τα ακόλουθα: «(α) Η εναγόμενη 2 και/ή ο XXXXX Κάκος υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εναγόμενης 2 παρουσίασε την αξία του ακινήτου ως μεγαλύτερη από το τίμημα που θα καταβαλλόταν για την αγορά αυτού. Στην πραγματικότητα η αξία του ακινήτου ήταν πολύ χαμηλότερη γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση και της ενάγουσας. (β) Η εναγόμενη 2 και/ή ο XXXXX Κάκος υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εναγόμενης 2 ανέφερε στον εναγόμενο 3 ότι θα μπορούσε να ενοικιάζει το ακίνητο και/ή ότι η Quality Group και/ή εταιρεία της Quality Group ενοικίαζε το ακίνητο εκ μέρους του εναγόμενου 3 και ότι με τα ενοίκια θα μπορούσε να αποπληρώνει τις δόσεις του δανείου και/ή μεγάλο μέρος αυτών. Στην πραγματικότητα ήταν δύσκολη και κατά καιρούς ανέφικτη η ενοικίαση του ακινήτου και/ή τα ενοίκια κάλυπταν μόνο ένα πολύ μικρό μέρος των δόσεων του δανείου. (γ) Η ενάγουσα και/ή η εναγόμενη 2 παρουσίασαν τους εναγόμενους 1 και 3 ότι πρωτοφειλέτης του δανείου και ιδιοκτήτης του ακινήτου θα ήταν ο εναγόμενος 3 και ότι εγγυητής του δανείου θα ήταν η εναγόμενη
- Στην πραγματικότητα τα έγγραφα που υπεγράφησαν προνοούσαν ότι πρωτοφειλέτης και ιδιοκτήτης του ακινήτου θα ήταν η εναγόμενη 1 και εγγυητής θα ήταν ο εναγόμενος
- (δ) Η εναγόμενη 2 και/ή ο XXXXX Κάκος υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εναγόμενης 2 ψευδώς ανέφερε στον εναγόμενο 3 ότι θα αποκτούσε τίτλο στο ακίνητο εντός 9 μηνών. Μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί σχετικός τίτλος. (ε) Η εναγόμενη 2 δια μέσω φυλλαδίου της Quality Group και/ή της Quality Investment Solutions Ltd, η οποία αποτελεί και αυτή μέρος του Quality Group, που παρουσίασε ο XXXXX Κάκος στον εναγόμενο 3 ψευδώς παρουσίαζε ότι ένας αγοραστής ακινήτου θα αποκόμιζε περισσότερο όφελος από την επένδυση του αν την έκανε με δάνειο από τράπεζα παρά με ίδια κεφάλαια. Η ενάγουσα είχε πραγματική και/ή εξ΄επαγωγής γνώση (actual and/or constructive knowledge) των πιο πάνω παραστάσεων και/ή πως αυτές δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Οι εναγόμενοι 1 και 3 μεταξύ άλλων ισχυρίζονται τα εξής: (α) Τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στους εναγόμενους 1 και 3 προς υπογραφή τους παρουσιάστηκαν ως ένα ενιαίο πακέτο μαζί με το αγοραπωλητήριο έγγραφο για το ακίνητο. (β) Η ενάγουσα γενικά κατά τον ουσιώδη χρόνο συνεργαζόταν με την εναγόμενη 2 και/ή τον XXXXX Κάκο και/ή την Quality Group. Μάλιστα κατά παράβαση του τραπεζικού απορρήτου επικοινωνούσε μαζί τους όταν κατ΄ ισχυρισμό παρουσιάζονταν καθυστερήσεις στο λογαριασμό του δανείου. (γ) Το δάνειο εξασφαλίστηκε κατόπιν συνεννόησης του XXXXX Κάκου και/ή υπαλλήλων της εναγόμενης 2 και/ή της Quality Group με διευθυντή (manager) και/ή υπάλληλο της ενάγουσας. Ο συγκεκριμένος διευθυντής (manager) και/ή υπάλληλος ήταν ξάδερφος ή συγγενής του XXXXX Κάκου. (δ) Η ίδια η ενάγουσα προέβη σε εκτίμηση του ακινήτου και ως εκ τούτου γνώριζε πως η αξία του ήταν πολύ χαμηλότερη από το τίμημα που θα καταβαλλόταν για την αγορά του. (ε) Η ίδια η ενάγουσα είχε εξηγήσει στους εναγόμενους 1 και 3 ότι πρωτοφειλέτης θα ήταν ο εναγόμενος 3 και εγγυητής η εναγόμενη 1.» Ως προς την αξία του διαμερίσματος οι εναγόμενοι 1 και 3 ουδεμία μαρτυρία παρουσίασαν ότι η αξία του ήταν πολύ μικρότερη σε βαθμό που να αποτελεί στοιχείο απάτης. Η θέση την οποία προώθησαν στηρίζετο στη μαρτυρία που προήλθε από την ΜΕ2, η οποία ανέφερε ότι η ενάγουσα προέβη σε εκτίμηση η οποία κατέδειξε ως αξία του ακινήτου το ποσό των £224.
- Στη βάση αυτή, αλλά και στο Τεκμήριο 24, ημερομηνίας 24.9.2014, που αφορά την ασφάλεια για το διαμέρισμα στην οποία αναφέρεται ως αξία του διαμερίσματος το ποσό των €205.000, εισηγήθηκε ο συνήγορος τους ότι καταδεικνύεται μεγάλη διαφορά στην τιμή του ακινήτου από την ποία συνάγεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 εξαπατήθηκαν. Η εισήγηση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο αφού η διαφορά της εκτίμησης της ενάγουσας με την τιμή πώλησης, κατά τον επίδικο χρόνο ανέρχεται στο ποσό των £15.000, ενώ η εκτιμημένη αξία του διαμερίσματος για σκοπούς ασφάλισης του στις 24.9.2014 ήταν για την περίοδο 3.10.2014 έως 3.10.2015, δηλαδή 11/2 χρόνο μετά την καταστροφή της οικονομίας της Κύπρου, ότε και κατρακύλησε η αξία των ακινήτων και δεν αποτελεί το ποσό των €205.000 την αξία του διαμερίσματος κατά το χρόνο αγοράς του στις 21.9.2007, δηλαδή 7 και πλέον χρόνια πριν . Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Κάκος ανέφερε στον εναγόμενο 3 ότι θα μπορούσε να το ενοικιάζει και εταιρεία της Quality Group θα το ενοικίαζε γι΄ αυτόν και ότι με τα ενοίκια θα μπορούσε να αποπληρώνει τις δόσεις και/ή μεγάλο μέρος αυτών, διαπιστώνεται ότι πράγματι έγινε η συμφωνία διαχείρισης του ακινήτου μεταξύ των εναγομένων 1 και 3 και της εταιρείας Quality Management Services Ltd στις 11.10.2007 Τεκμήριο 32, αλλά πουθενά σε αυτό δεν φαίνεται ότι θα ενοικιάζετο τούτο για συγκεκριμένο ποσό. Επίσης κατά τον χρόνο που ενοικιάζετο για το ποσό των €300 δεν υπήρξε καμία διαμαρτυρία από τους εναγόμενους 1 και 3 προς την εναγόμενη 2 ή προς την Quality Group, όπως και για τη συμφωνία ίδιας ημερομηνίας, Τεκμήριο
- Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι ο Κάκος του είπε ότι θα λάμβανε τίτλο εντός 9 μηνών καταδεικνύεται από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 21.9.2007, το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 9, ότι δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια σε αυτό. Ως προς το θέμα για το ποιος θα ήταν πρωτοφειλέτης και ποιος εγγυητής στο δάνειο ήδη έγινε αναφορά. Σε σχέση ότι μια άλλη εταιρεία της Quality Group, όχι η εναγόμενη 2, παρουσίαζε ότι ένας αγοραστής θα αποκόμιζε περισσότερο όφελος από την επένδυση αν έκανε δάνειο εκτός του ότι αυτή δεν προήλθε από την εναγόμενη 2, με βάση τη μαρτυρία του εναγόμενου 3, αυτή η παρουσίαση ήταν αδιάφορη γι΄ αυτόν, αφού όπως είπε δεν είχαν τα χρήματα για να αγοράσουν το διαμέρισμα. Σε ότι αφορά τα όσα καταλογίζει στην ενάγουσα, αρχίζοντας από τη θέση ότι τα έγγραφα παρουσιάστηκαν ως ένα ενιαίο πακέτο, η ΜΕ2, της οποίας τη μαρτυρία το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή, απέρριψε αυτό τον ισχυρισμό, λέγοντας ότι το πωλητήριο έγγραφο δεν ήταν μέρος των εγγράφων που υπέγραψαν οι εναγόμενοι 1 και 3 στην παρουσία της. Πέραν αυτού ως αναφέρθηκε ανωτέρω κάποια έγγραφα υπογράφηκαν στις 6.9.2007, Τεκμήριο 21, και 17.9.2007, Τεκμήρια 19, 22 και 24, ενώ το Τεκμήριο 5 φαίνεται ότι δόθηκε στην εναγόμενη 1 στις 19.9.
- Το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε δοσοληψίες με την εναγόμενη 2 και γενικότερα με την Quality Group ήταν ότι φυσιολογικότερο αφού η ενάγουσα είναι τράπεζα και η εναγόμενη 2 πωλούσε ακίνητα. Η ενημέρωση δε της εναγόμενης 2 για τις καθυστερήσεις εκ μέρους των εναγομένων 1 και 3, όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 50, αποτελεί υποχρέωση της σύμφωνα με τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Ν.197
(1)/
- Το ότι το δάνειο εξασφαλίστηκε κατόπιν διευθέτησης συνάντησης των εναγομένων 1 και 3 με το διευθυντή της ενάγουσας ή έστω συνεννόησης της ενάγουσας με τον Κάκο δεν σημαίνει ότι η ενάγουσα γνώριζε και τι διαμείβετο μεταξύ του και των εναγομένων 1 και
- Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων και όσα αναφέρθηκαν αμέσως προηγουμένως καταδεικνύεται ότι κανένα από τα ως άνω στοιχεία δεν υπάρχει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ισχύσει η υπεράσπιση της απάτης και των ψευδών παραστάσεων αφού δεν πληρείται καμία από τις προϋποθέσεις της απάτης. Δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού οι ισχυρισμοί των εναγομένων 1 και 3 περί απάτης, ψευδείς παραστάσεις, μη διαπραγμάτευση της σύμβασης εγγύησης και μη παροχής ευκαιρίας για ανεξάρτητη νομική συμβουλή απορρίφθηκαν, που να συνηγορεί ότι οι αναφερθείσες συμβάσεις δεν είναι σύμφωνες με τα σχετικά άρθρα του ΚΕΦ.
- Πιστωτής είναι η ενάγουσα, πρωτοφειλέτης η εναγόμενη 1, μεταξύ των οποίων υπογράφηκε έγκυρη γραπτή σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 6, ως ανωτέρω αποφάνθηκε το Δικαστήριο, εγγυητής είναι ο εναγόμενος 3 ο οποίος παρείχε την εγγύηση, Τεκμήριο 7, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1, ενώ όσον αφορά το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 9, πωλητής είναι η εναγόμενη 2 και αγοραστής η εναγόμενη
- Αφού δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καθιστά άκυρες τις ίδιες τις συμβάσεις δανείου, εγγύησης και πωλητηρίου εγγράφου, υπάρχουν έγκυρες συμβάσεις δανείου, εγγύησης και πωλητηρίου εγγράφου, Τεκμήρια 6, 7, 8 και
- Σε ό,τι αφορά τη θέση, ως αφήνεται να νοηθεί, ότι η σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 8, είναι άκυρη, με βάση την εισήγηση ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη και ως εκ τούτου, ως παρεπόμενη σύμβαση που υπηρετεί τούτη είναι άκυρη, αφού απορρίφθηκε η εισήγηση ότι η ως άνω σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 6, είναι άκυρη, καταρρίπτεται και το βάθρο επί του οποίου στηρίχθηκε η θέση ότι η σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 8, είναι άκυρη. Κατά συνέπεια η εισήγηση για άκυρες συμβάσεις δανείου και εγγύησης απορρίπτεται. Ο λόγος που το δικαστήριο δεν προβαίνει σε σχολιασμό και κάποιων άλλων ισχυρισμών που προβάλλονται στην έκθεση υπεράσπισης της εναγόμενης 2 είναι γιατί αυτοί δεν προωθήθηκαν κατά την αντεξέταση ή με την αγόρευση των δικηγόρων τους και ως εκ τούτου θεωρείται ότι αυτές εγκαταλείφθηκαν. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή επιτυγχάνει εναντίον των εναγομένων 1, 2 και
- Η Ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 3 τόσο εναντίο της εναγόμενης 2 όσο και εναντίο της ενάγουσας απορρίπτεται. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, ομού και κεχωρισμένα, για το ποσό των €409.907,79 με τόκο 3,15% επί του ποσού των €407.726,69 από 1.9.2019 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, πλέον έξοδα συν ΦΠΑ υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 ομού και κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 3 απορρίπτεται πλέον έξοδα υπέρ της εναγόμενης 2 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο καθώς και υπέρ της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως εκεί που είναι κοινά με την αγωγή θα είναι ένα σετ εξόδων. (Υπ.): ......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο