Καφατάρη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, πρώην ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτηση-Έφεση: 99/19, 30/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτηση-Έφεση: 99/19 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν. 9/65ως τροποποιήθηκε και αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχής, Εγγραφής και Εκτιμήσεως) Νόμο ΚΕΦ. 224 ως τροποποιήθηκε Μεταξύ: XXXXX Καφατάρη άλλως Καφατάρη XXXXX άλλως Καφατάρη XXXXX XXXXX, εξ Σύδνεϋ Αυστραλίας Αιτητής-Εφεσείοντας -και- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, πρώην ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Καθ΄ης η αίτηση-Εφεσίβλητη 30 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Εφεσείοντα-Αιτητή: κ. Κουρσάρης για Αλέξανδρος Γ. Ιωαννίδης & Συνεργάτες Για την Εφεσίβλητη-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Α. Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία ΔΕΠΕ AΠΟΦΑΣΗ (Ex-Τempore) Με την παρούσα αίτηση ‑ έφεση (στο εξής έφεση), επιδιώκεται εκ μέρους του αιτητή‑εφεσείοντα (στο εξής εφεσείοντα) η έκδοση διατάγματος με το οποίο: Α) να ακυρώνεται η ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 2.9.2019, Β) να ακυρώνεται ο σκοπούμενος πλειστηριασμός των ενυπόθηκων ακινήτων που αναφέρονται στην ειδοποίηση τύπος «ΙΑ», ο οποίος είναι ορισμένος στις 31.1.2020, Γ) να απαγορεύεται η αποστολή οποιασδήποτε περαιτέρω ειδοποίησης και/ή επιστολής από την καθ΄ ης η αίτηση - εφεσίβλητη (στο εξής εφεσίβλητη), προς τον εφεσείοντα ή οποιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος, και Δ) να ακυρώνεται ή/και να αναστέλλεται η διαδικασία που προβλέπεται στο μέρος VΙΑ του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακίνητων Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, ένεκα της ακυρότητας της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 2.9.2019. Η αίτηση‑έφεση (στο εξής έφεση), στηρίζεται επί των άρθρων 1, 2, 3, 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα μεταξύ άλλων στα άρθρα 5, 8, 21, 27, 44, 44Α - 44ΚΖ και Παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου ΚΕΦ. 224 ως έχει τροποποιηθεί, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς άρθρα 1 - 18, στη Δ.5, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 13, Δ.55 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο - ΚΕΦ. 6, στον περί Εταιρειών Νόμο ΚΕΦ. 113, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα στα άρθρα 23, 26, 28 και 30 και 15, 35, 152, 169 και 179 και επί της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών και της Αρχής της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας στις Αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου και επί των συμφυών εξουσιών και Πρακτικής του Δικαστηρίου. Οι λόγοι που προβάλλονται για την ακύρωση ή/και παραμερισμό της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ», είναι στο σύνολο 8 αλλά ουσιαστικά καταλήγουν στη μη δέουσα επίδοση στον εφεσείοντα και δη ότι αυτή έγινε μέσω courier ήτοι την DHL, στην Αυστραλία, την οποία παρέλαβε ο υιός του εφεσείοντα, ενώ, ως εξειδικεύεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την έφεση, θα έπρεπε να είχε γίνει γενική αίτηση με την οποία να ζητείται να γίνει επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και η επίδοση να γίνει, ως εισηγείται στην αγόρευση του ο δικηγόρος του εφεσείοντα, σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης. Επίσης θα μπορούσε η επίδοση να γίνει στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εφεσείοντα που βρίσκεται στην Κύπρο με συστημένη επιστολή όπως προβλέπεται στο άρθρο 44ΙΕ, όπως έγινε και σε άλλη αίτηση ως τα Τεκμήρια Γ και Δ που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση της αίτησης από την ίδια την εφεσίβλητη. Τέλος προβάλλεται η θέση ότι ο τροποποιητικός Ν.142(Ι)/2014, ως τροποποιήθηκε είναι αντίθετος με τα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος και/ή της αρχής Audi Alteram Partem, καθώς και με τα άρθρα 15, 55, 152, 169 και 179 του Συντάγματος κατά παράβαση της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του πληρεξούσιου αντιπροσώπου του εφεσείοντα, η οποία αποτελείται από έξι σελίδες και η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στους λόγους αίτησης με περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες και δη με αναφορά σε 8 τεκμήρια (Α έως Θ), που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, με την οποία ουσιαστικά εισηγείται τη μη δέουσα επίδοσης της αίτησης στον εφεσείοντα και την αντισυνταγματικότητα του αναφερθέντος, πιο πάνω, Νόμου. Από την άλλη η εφεσίβλητη, καταχώρησε ένσταση στις 13.1.2020, με την οποία προβάλλονται 19 λόγοι ένστασης, δύο εξ αυτών εμπεριέχουν περαιτέρω σκέλη και ουσιαστικά προβάλλεται ότι:
(1)Η νομική βάση της αίτησης δεν είναι επαρκής.
(2)Τα αιτητικά πάσχουν και ή δεν μπορούν να εξεταστούν.
(3)Δεν μπορεί να επιτύχουν διότι είναι ασαφή και ή παράτυπα ή και δυσανάλογα ή και υπέρμετρα απεχθή.
(4)Το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας εξέτασης άλλων λόγων έφεσης πέραν αυτών που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/1965 ως τροποποιήθηκε.
(5)Δεν συντρέχει κανένας από τους λόγους που αναφέρονται στο αναφερθέν άρθρο.
(6)Οι ειδοποιήσεις τύπος «Θ», «Ι», «ΙΑ» και «ΙΒ» είναι καθόλα νόμιμες και νομότυπες.
(7)Ο εφεσείοντας έλαβε γνώση των πιο πάνω ειδοποιήσεων.
(8)Ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία που προβλέπεται από τον Ν.9/1965 από την εφεσίβλητη.
(9)Δεν υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας.
(10)Δεν απαγορεύεται σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει στη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και συνάμα έγερση πολιτικής αγωγής.
(11)Δεν υπάρχει παραβίαση του Συντάγματος.
(12)Στις σχετικές ειδοποιήσεις εμπεριέχονται τα στοιχεία που είναι απαραίτητα με βάση τον τύπο που αναφέρεται στο 2ο παράρτημα, όπως το οφειλόμενο ποσό τα έξοδα και λοιπά. Η ένσταση βασίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος (Ν.9/65) και όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 1, 2
(1)
(2)
(3), 3-26, 27, 28-35, 36, 37-43, 44, 44Α
(1)-
(4),(4Α), 4B
(1)-
(2)-
(3), 44Γ
(1)
(2)
(3)(α)-(στ), 44Δ
(1)-
(6), 44Ε
(1)-
(4), 44Ζ
(1)-
(4), 44Η
(1)-
(5), 44Θ
(1)-
(2), 44(Ι)
(1)-
(4), 44ΙΑ
(1)-
(3), 44ΙΒ, 44ΙΔ, 44ΙΕ, 44ΙΑΑ, 51, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (ΚΕΦ.224), άρθρα 80, 81, στο άρθρο 3
(1)του Νόμου 82(Ι)/2002, στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, και όπως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, Κανονισμοί 1, 2, 3, 5
(1)
(2)
(3), 6
(1)
(2)
(3), 7, 8, 9, 10
(1)
(2)
(3), 11, 12, 13, 14, 15, 16 και 17, στους Κανονισμούς Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου του 2015, Κανονισμοί 1, 2, 3, 4, 5-14, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Θεσμοί 1-47, Δ.5, Θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, Δ.5Α, Δ.6 Θ.1 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, Δ.48 Θ.1, 2, 3 4
(1)
(2), 5, 6, 7, 8, 9, 10-13, Δ.55, Θ.1, 2, 3, 4, Δ.59, Θ.1-35, Δ.64 Θ.1
(1)
(2)
(3), 2, στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, Ν.14/1960άρθρα 1, 2, 21
(1)(α) (β),
(2)-
(4), 22
(1)
(2)
(3)
(4)
(5)
(6), 29
(1)(α)-(ε), 30, 31, 32
(1)
(2)
(3), 43, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 1-5, 7, 8, 9
(1)-
(4), 14
(1)(α)-(ε),
(2)-
(4),22-101, στο άρθρο 15, 23, 26, 30, 35, 152, 169 και 179 του Κυπριακού Συντάγματος, και επί της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών και της Αρχής της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας, στις Αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου στο άρθρο του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, στη νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων, καθώς επίσης στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εφεσίβλητης με την οποία απορρίπτονται ένας προς ένα οι λόγοι αίτησης και τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πλην εκείνων που συμπίπτουν οι θέσεις, ενώ επισυνάπτονται με αυτή 15 τεκμήρια. Καταλήγει δε ότι έχει γίνει νομότυπα η διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων της υποθήκης XXXXX/05 και επίσης ότι δεόντως έχει γίνει η επίδοση στον εφεσείοντα, ο οποίος έλαβε γνώση και με κανένα τρόπο δεν επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του. Ο δικηγόρος του εφεσείοντα στην αγόρευση του ουσιαστικά επαναλαμβάνει όλα όσα αναφέρονται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, επισημαίνοντας ότι συστημένη επιστολή με τις ειδοποιήσεις τύπος «Θ» «Ι» «ΙΑ» και «ΙΒ» παραλήφθηκαν από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εφεσείοντα σε άλλη διαδικασία πλειστηριασμού για την υποθήκη XXXXX/08 και αφήνεται να νοηθεί ότι ως εκ τούτου και σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να ακολουθηθεί από την εφεσίβλητη η ίδια διαδικασία όπως και στην αναφερθείσα και εν πάση περιπτώσει δεν αναφέρθηκε μέσα στους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ότι δεν ήταν εφικτή η επίδοσης της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» με συστημένη επιστολή έτσι ώστε να προχωρήσει η εφεσίβλητη για να επιδώσει τη σχετική ειδοποίηση με ιδιώτη επιδότη. Ταυτόχρονα δε αναφέρει ότι η επίδοση που έγινε με courier (DHL) των σχετικών ειδοποιήσεων τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ», που παραλήφθηκαν στις 21.10.2019, δεν αποτελούν δέουσα επίδοση αφού θα έπρεπε να εξασφαλιστεί διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και να γίνει η επίδοση σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης, την οποία προσυπέγραψαν τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και η Αυστραλία. Προβαίνει σε επεξήγηση του άρθρου 44ΙΕ ενώ επικαλείται σχετική νομολογία όπως και πρωτόδικες αποφάσεις αδελφών δικαστών, για να καταδείξει ότι δεν υπήρξε η δέουσα επίδοση. Τα ίδια βέβαια που αναφέρει για τον τρόπο που έπρεπε να γίνει η επίδοση της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» ισχύουν και για την επίδοση της ειδοποίησης τύπος «Θ» και «Ι». Δεν παραλείπει βέβαια να αναφέρει στην αγόρευση του ο δικηγόρος του εφεσείοντα ότι ήταν σε γνώση της εφεσίβλητης ότι ο εφεσείοντας ήταν στην Αυστραλία και ότι στην Κύπρο είχε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τον ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Επίσης εισηγείται ότι παραβιάζεται το άρθρο 30 του Συντάγματος εφόσον έχει καταχωρηθεί η αγωγή αρ. XXXXX/2016 Ε.Δ. Λάρνακας από την εφεσίβλητη εναντίον μεταξύ άλλων και του εφεσείοντα. Από την άλλη πλευρά, αφού γίνεται σχετική αναφορά στις επιδόσεις των ειδοποιήσεων τύπος «Θ» «Ι» «ΙΑ» και «ΙΒ», σε ποιους έγιναν και σε άλλες περιπτώσεις ότι δεν έγιναν, στη συνέχεια αναφέρεται ότι η επίδοση έγινε δεόντως μέσω courier και ως εκ τούτου αφού έλαβε γνώση της διαδικασίας κανένα δικαίωμα του δεν επηρεάζεται, αφήνοντας να νοηθεί, αφού έλαβε μέρος στη διαδικασία με τον εδώ εκπρόσωπο του και εκπροσωπείται από δικηγόρο. Επίσης απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι υπάρχει άλλο ενδιαφερόμενο μέρος στην παρούσα υπόθεση που θα έπρεπε να του επιδοθούν οι ειδοποιήσεις τύπος «Θ» «Ι» «ΙΑ» και «ΙΒ». Επαναλαμβάνει ή και περιληπτικά αναφέρει τα όσα καταγράφονται στους λόγους ένστασης και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, ενώ γίνεται και αναφορά και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Σημειώνει δε ότι μόνο για τους λόγους που προβάλλονται στο άρθρο 44Γ
(3)το Δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει μια τέτοια αίτηση, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πληρείται κανένας από τους λόγους που αναφέρεται στο αναφερθέν άρθρο. Αφού γίνεται αναφορά σε νομολογία αλλά και σε απόφαση του αδελφού Δικαστή Γιαπανά, στην αίτηση-έφεση 403/2019 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 29.11.2019 και αφού προβαίνει σε ανάλυση του άρθρου 44ΙΕ, εισηγείται ότι η εφεσίβλητη ορθώς έπραξε και ακολούθησε τη διαδικασία που αναφέρθηκε ανωτέρω και η σχετική επίδοση της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» έγινε δεόντως και ως εκ τούτου η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/1965 προνοεί: «
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» Κατά την άποψη του Δικαστηρίου οι προϋποθέσεις για τη διαδικασία της ιδιωτικής πώλησης που θα πρέπει να πληρούνται είναι οι εξής: (Α) πραγματοποίηση όσων αναφέρονται στο άρθρο 44Β του Ν.9/65, ως τροποποιήθηκε, ήτοι να καταστεί ο ενυπόθηκος οφειλέτης υπερήμερος κατά το άρθρο 27 του Ν.9/65, δηλαδή να καθίσταται απαιτητό και πληρωτέο το οφειλόμενο και ενυπόθηκο χρέος για περίοδο όχι μικρότερη των 120 ημερών. (Β) θα πρέπει να αποσταλεί ειδοποίηση Τύπος «Ι» η οποία θα επιδοθεί: (α) στον ενυπόθηκο οφειλέτη, (β) και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, (γ) να συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους και (δ) να αναφέρει τον τόκο και (ε) όλα τα έξοδα για την είσπραξη του, (στ) καλώντας τον να εξοφλήσει το ποσό σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμών, (ζ) τάσσοντας σε αυτό προθεσμία όχι μικρότερη των 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού και (η) με την ειδοποίηση να ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται στην ειδοποίηση Τύπος «Ι» ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμα του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του Μέρους VΙΑ και (Γ) θα πρέπει να αποσταλεί ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» η οποία να επιδοθεί: (α) στον ενυπόθηκο οφειλέτη, (β) και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, (γ) στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό, (δ) η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «ΙΑ» του δεύτερου παραρτήματος και (ε) εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη μέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Επίδικο, κύριο και ουσιώδες θέμα κατέστη ο όρος «Επίδοση» του άρθρου 44ΙΕ για το οποίο δίνεται διαφορετική ερμηνεία από τις δύο πλευρές. Στο άρθρο 44ΙΕ του Ν.9/1965 προνοείται: «"Επίδοση" σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου στο οποίο η ειδοποίηση ή επικοινωνία απευθύνεται ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρημένη σε μητρώο του τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο. Νοείται ότι ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο προβλέπεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης.» Στο άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμο ΚΕΦ.1 αναφέρεται: «"επίδοση με ταχυδρομείο"- όταν Νόμος ή δημόσιο έγγραφο επιτρέπει ή απαιτεί όπως έγγραφο επιδοθεί ταχυδρομικώς, ανεξάρτητα αν χρησιμοποιείται η έκφραση επίδοση ή η έκφραση "δοθεί" ή "αποσταλεί" ή οποιαδήποτε άλλη έκφραση τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η επίδοση θα λογίζεται ότι γίνεται με την κανονική αποστολή, προπληρωμή και ταχυδρόμηση επιστολής που περιέχει το έγγραφο και εκτός αν αποδεικνύεται το αντίθετο, ότι επιτεύχθηκε κατά το χρόνο κατά τον οποίο η επιστολή θα παραδινόταν με τη συνηθισμένη πορεία του ταχυδρομείου.» Κατά την κρίση του Δικαστηρίου το θέμα που πρέπει να αποφασιστεί πριν από τα άλλα θα είναι κατά πόσο η επίδοση που έγινε της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ», είναι η δέουσα αφού σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν ήταν η δέουσα τότε η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί εξ αυτού του λόγου, αφού ένας από τους λόγους που προβλέπεται στο άρθρο 4Γ
(3)και δη στο (β) είναι ότι η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί. Για την ανεύρεση του νοήματος της διαφορετικής αντίκρισης του θέματος της επίδοσης το Δικαστήριο θα πρέπει να αποταθεί στις καθιερωμένες μεθόδους ερμηνείας. Με την γραμματική ερμηνεία σκοπείται η ανακάλυψη του περιεχομένου του νόμου δια μέσω του εντοπισμού της γραμματικής διατύπωσης του συγκεκριμένου νόμου ή διάταξης. Με τη λογική ερμηνεία εντοπίζεται το περιεχόμενο του νόμου ή της διάταξης χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που του προσφέρει η λογική. Με τη συστηματική ερμηνεία ανακαλύπτεται το νόημα ενός νόμου ή μιας διάταξης δια μέσου της ένταξης του μέσα στο όλο σύστημα του νόμου και στον προσδιορισμό της θέσης του εντός αυτού. Η ιστορική ερμηνεία συνίσταται στην ανακάλυψη του νοήματος του νόμου ή της διάταξης βάσει των ιστορικών συνθηκών κάτω από τις οποίες θεσπίσθηκε δια μέσω της ανακάλυψης του σκοπού στον οποίο στοχεύει ο νομοθέτης μέσω της θέσπισης του. Η τελεολογική ερμηνεία συνίσταται στην αναζήτηση και προσδιορισμό του αντικειμενικού σκοπού του νόμου, Ratio Legis. Οι πιο πάνω μέθοδοι ερμηνείας δεν σημαίνει ότι αντίκεινται η μία στην άλλη αλλά μπορεί να αλληλοσυμπληρώνονται. Έτσι είναι ορθό όταν το Δικαστήριο προβαίνει στην ερμηνεία ενός νόμου ή διάταξης, να χρησιμοποιεί όλες τις μεθόδους ερμηνείας, εάν είναι δυνατό από τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του, προκειμένου να ερμηνεύσει ένα νόμο ή μια διάταξη ξεκινώντας από τη γραμματική διατύπωση του νόμου, στη συνέχεια να τον υποβάλει σε λογική επεξεργασία, μετά να τον εντάξει στο σύστημα του Δικαίου και να μην ξεχνά τέλος να ψάχνει το σκοπό του. Στην προσπάθεια αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν διάφορα ερμηνευτικά επιχειρήματα ιδιαίτερα στα πλαίσια της λογικής και συστηματικής ερμηνείας, όπως αυτά που συχνά γίνεται η επίκληση τους όπως είναι η εις άτοπο απαγωγή εξ΄ αντιδιαστολής, εκ του μείζονος εις το ελάττον ή το αντίθετο του ή αυτό που λέγεται, ότι δεν απαγορεύεται από το νόμο τότε επιτρέπεται. Καθώς επίσης αξιώματα κα ερμηνευτικές αρχές. Στην υπόθεση Κ.Ο.Τ ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ 86 λέχθηκε ότι: «Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας, ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη». Περαιτέρω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου κ.α.
(1995)2 Α.Α.Δ. 128 λέχθηκε ότι η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται ρητά και απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης και όχι να αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα καθώς και ότι οι ποινικοί νόμοι ερμηνεύονται αυστηρά και αν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία αποφασίζετε υπέρ του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Τροκκούδης ν. Πέτρου κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 683, ειπώθηκαν τα εξής: «Όπου, γραμματική ερμηνεία νομοθετικής διάταξης οδηγεί σε καταφανώς άτοπα αποτελέσματα και το λάθος στη διάρθρωση της νομοθεσίας είναι πασίδηλο, παρέχεται η δυνατότητα αποφυγής της ερμηνείας που θα οδηγούσε σε τέτοια αποτελέσματα. Το θέμα αυτό και η σχετική νομολογία εξετάζονται στο σύγγραμμα Craies on Statute Law - Seventh Edition, στη σελ.86 και επέκεινα. Κατά τα άλλα, η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων δεν καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από ρητές νομοθετικές διατάξεις. (Βλ. Synek Ltd. v. Republic
(1987)3 C.L.R. 162. K.O.T. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86.) Στην υπόθεση Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348 λέχθηκε ότι η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν ενώ η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει πλέον εδραιωθεί. Περαιτέρω στην ίδια υπόθεση γίνεται αναφορά από το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59: «Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ΄ ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου». Στην υπόθεση HERMES INSURANCE LTD κ.α. ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 406, αναφέρονται τα πιο κάτω που συμπεριλαμβάνονται στην πρωτόδικη απόφαση και βρήκε απόλυτα σύμφωνο το Ανώτατο Δικαστήριο: «Και βέβαια εδώ δεν δικάζεται ούτε η Ελληνική γλώσσα ούτε και αν ο Νομοθέτης χρησιμοποίησε ορθά τους κανόνες ορθού σχηματισμού κατά τη σύνταξη του άρθρου 5. Έτσι, και αν ακόμα η έκφραση που χρησιμοποιεί ο Νομοθέτης δεν είναι ορθή ή και δόκιμη, η ερμηνεία του Νόμου είναι θέμα που ανάγεται στο Δικαστήριο. Υπό αυτή την έννοια και αν θα πρέπει να ερμηνευτεί ο Νόμος είναι καλά γνωστή η αρχή που εφαρμόζεται στους κανόνες ερμηνείας ότι θα πρέπει να αναζητηθεί στον ίδιο το Νόμο η πρόθεση του Νομοθέτη. (Melios v. Nicolaou
(1963)2 C.L.R. 414). Εξηγείται ακόμα στον Cross Statutory Interpretation 2η έκδοση, σελ. 148, ότι: «The judge must have in view not merely the specific purpose of the statute, but also the general purposes of the Law into which the purpose and provisions of the statute are presumed to have been intended to fit coherently." Ως εξηγείται από την νομολογία, η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν και η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει εδραιωθεί. Ο σκοπός για τον οποίο έχει θεσπιστεί ένας νόμος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τους σκοπούς της ορθής ερμηνείας του. (Αναφορικά με την αίτηση του Παναγή Καυκαρή (Αρ. 1)
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 315). Είναι επίσης γνωστή η αρχή ότι το κείμενο θα πρέπει να ερμηνεύεται με τρόπο που να αποφεύγεται η εξαγωγή οποιουδήποτε παράλογου αποτελέσματος. Και τούτο στα πλαίσια της διάσωσης του κειμένου.(Odgers' Construction of Deeds and Statutes, 5η έκδ. σελ. 263).» Και πιο κάτω: «Και δεν νομίζω ότι ο Νομοθέτης ήθελε τίποτε άλλο παρά να απαγορεύσει τη χρήση της λέξης τράπεζα σε οποιαδήποτε μορφή της, μέσα βέβαια στην αποδιδόμενη στο άρθρο 2 έννοια του όρου και σε συσχετισμό με τα ευρύτερα θέματα των τραπεζικών εργασιών και θεμάτων που ρυθμίζει ο Νόμος ... ... ... ... ... ... ... ... . ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... . ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... . ... ... Όσο και αν είναι αδόκιμη ως έκφραση, δεν διαγράφεται ούτε η ουσία, ούτε και το νόημα που ο Νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στο Νομοθέτημα με το άρθρο 5 στα πλαίσια των σκοπών και των ρυθμίσεων του Νόμου ως συνόλου. Και δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι η λέξη «τραπεζασφάλιση» εμπίπτει μέσα στη γενική απαγόρευση του άρθρου 5 του Νόμου.» «Με την έφεσή τους οι κατηγορούμενοι προσβάλλουν την καταδικαστική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, προβάλλοντας ουσιαστικά τα ίδια επιχειρήματα αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 5 σε συνάρτηση με το κατηγορητήριο. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Η πρωτόδικη απόφαση μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Είναι προφανές ότι η πρόνοια του άρθρου 5 απαγορεύει τη χρήση της λέξης «τράπεζα» σε οποιαδήποτε μορφή της, είτε σε «γραμματική παραλλαγή» είτε ως μέρος άλλης σύνθετης λέξης. Σκοπός του Νομοθέτη, όπως επισημαίνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι η προστασία του κοινού όσο και η ίδια η φύση της τραπεζικής εργασίας, και είναι γι΄αυτό το λόγο που πρέπει να έχει η χρήση της λέξης την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Συμφωνούμε πως όσο αδόκιμη και αν είναι η έκφραση «γραμματική παραλλαγή», η ουσία είναι πως ο όρος «τραπεζασφάλιση» περιέχει τη λέξη «τράπεζα», της οποίας τη χρήση απαγορεύει το άρθρο 5 χωρίς την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας.» Στην υπόθεση Κιτρομιλίδης ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 162 αναφέρθηκε ότι η απλή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν και η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει εδραιωθεί. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1358, λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd. v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, στη σελ. 533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (Βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348).» Πριν επιληφθεί το Δικαστήριο του θέματος της ερμηνείας του όρου επίδοσης στο άρθρο 44ΙΕ, αναφέρεται ότι σε σχέση με την πρόνοια για επίδοση με συστημένη επιστολή και μόνο αν δεν είναι εφικτό τούτο μπορεί να γίνει με ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας, η ουσία δεν είναι να δοθεί άμεση δικαιολογία, από την εφεσίβλητη στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί έγινε επίδοση με ιδιώτη επιδότη, αφού η δικαιολογία τούτου εξάγεται από την ίδια την ενέργεια να γίνει επίδοση με ιδιώτη επιδότη, αλλά σκοπός αυτής της διάταξης είναι να εξασφαλίσει ότι θα έλθει σε γνώση του επηρεαζόμενου ή ενδιαφερόμενου προσώπου η διαδικασία που θα ακολουθηθεί, εναντίο των συμφερόντων του. Έτσι το Δικαστήριο εκλαμβάνει ότι η προσπάθεια επίδοσης μέσω ιδιώτη επιδότη έγινε προφανώς, ως εξάγεται, επειδή δεν ήταν εφικτή με συστημένη επιστολή, όπως άλλωστε γίνεται και σχετική αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Όσον αφορά το άλλο κύριο θέμα, μετά την αναφορά της πιο πάνω ερμηνείας που δίνεται από τους δικηγόρους των δύο πλευρών και του τρόπου ερμηνείας ενός νομοθετήματος ή διάταξης αυτού, για την ερμηνεία του όρου επίδοση στο άρθρο 44ΙΕ, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τη στιγμή που αναφέρεται στην επιφύλαξη της ερμηνείας του όρου επίδοσης «Νοείται περαιτέρω ότι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνατόν να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται σε κανονισμό, διεθνή σύμβαση, νόμο, δευτερογενή νομοθεσία ή διαδικαστικό κανονισμό ισχύει στην Δημοκρατία», δεν είναι χωρίς σημασία που γίνεται αυτή η επιφύλαξη, αφού για τον τρόπο επίδοσης εντός Δημοκρατίας γίνεται ρητή αναφορά στην ερμηνεία του όρου επίδοσης, ακολουθεί η επιφύλαξη για την υποκατάστατο επίδοση και μετά η αναφορά στην επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αλλά ακριβώς για να τονίσει αυτό το ζήτημα. Ο λόγος δε που χρειάζεται να εκδοθεί διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας είναι ακριβώς γιατί πρόκειται να γίνει επίδοση σε μια άλλη χώρα. Ο τρόπος δε με τον οποίο θα γίνει αυτή θα πρέπει να προβλέπεται με κανονισμό, Διεθνή Σύμβαση, Νόμο, δευτερογενή νομοθεσία ή διαδικαστικό κανονισμό που ισχύει στη Δημοκρατία, ως η σχετική επιφύλαξη. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εφεσίβλητη θα έπρεπε να καταχωρίσει αίτηση με την οποία να ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» και αφού λάμβανε τέτοιο διάταγμα τότε να προχωρούσε να επιδώσει με ένα από τους αμέσως πιο πάνω τρόπους. Αντ΄ αυτού η εφεσίβλητη προχώρησε από μόνη της χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου και επέδωσε εκτός δικαιοδοσίας την ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» με courier στην Αυστραλία στον εφεσείοντα, την οποία παρέλαβε ο υιός του. Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι δεν υπήρξε η δέουσα επίδοση της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να επιτύχει η αίτηση-έφεση, πλην όμως δεν μπορούν να εκδοθούν τα εκζητούμενα διατάγματα Γ και Δ. Κατά συνέπεια, εκδίδονται διατάγματα ως οι παραγρ. Α και Β της αίτησης πλέον €2.500 έξοδα, συν ΦΠΑ υπέρ του αιτητή - εφεσείοντα και εναντίον της καθ' ης η αίτηση ‑ εφεσίβλητης. (Υπ.) ................................... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο