ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3113 /2013, 24/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3113 /2013 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγουσα -και-
- XXXXX XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- XXXXX XXXXX - ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΗ Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Απριλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Γ. Πέτρου για Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2: κα Πάτσαλου για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 θ.6) το οποίο καταχωρήθηκε στις 19.8.2013, αξιώνει εναντίο των εναγομένων 1 και 2 ομού και κεχωρισμένα, δυνάμει σύμβασης δανείου ημερομηνίας 13.3.2012 με τον εναγόμενο 1 και σύμβασης εγγύησης ίδιας ημερομηνίας με την εναγόμενη 2, το ποσό των €110.244,53 πλέον τόκο 9,75% ετησίως από 1.7.2013 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, όπως και διάταγμα εκποίησης του ακινήτου της υποθήκης XXXXX/12 που ενέγραψε η εναγόμενη 2 προς όφελος της ενάγουσας, πλέον έξοδα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 με την κοινή υπεράσπιση τους, αν και παραδέχονται την υπογραφή της σύμβαση δανείου ημερομηνίας 13.3.2012 για το ποσό των €98.500 και την εγγραφή της υποθήκης XXXXX/2012, εντούτοις ισχυρίζονται ότι η μεν σύμβαση δανείου (α) δεν είναι προϊόν ελεύθερης διαπραγμάτευσης των όρων αυτής, (β) η ενάγουσα εκμεταλλεύθηκε τη θέση της και επέβαλε τους όρους αυτής, τους οποίους δεν είχαν πρόθεση να υπογράψουν, (γ) χρεοπίστωσε το λογαριασμό των εναγομένων κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας ή/και δεν επέδειξαν την πίστη που έπρεπε μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη, ενώ καλούν την ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της, η δε υποθήκη είναι άκυρη, ανεφάρμοστη και ότι ενεγράφηκε παράνομα καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει ο Ν.9/1965 και δη το άρθρο 21.1(γ). Περαιτέρω αρνούνται ότι, (δ) η ενάγουσα απέστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 21.6.2013 και 7.8.2013 και αυτοί τις παρέλαβαν, (ε) θα έπρεπε να παραπεμφθεί η υπόθεση σε διαιτησία γιατί ο εναγόμενος ήταν μέλος της τότε ΣΠΕ - ενάγουσας, (στ) η αγωγή είναι πρόωρη γιατί έπρεπε πρώτα να εκποιηθεί η υποθήκη και αν δεν εξοφλείτο το χρέος να προχωρήσει με αγωγή και, (ζ) το ισχυριζόμενο υπόλοιπο είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων και η σύμβαση δανείου περιλαμβάνει παράνομους όρους και η ίδια η σύμβαση είναι άκυρη και/ή καταχρηστική. Επίσης η εναγόμενη 2 αγνοεί και αρνείται τη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 13.3.
- Η εναγόμενη 2 με την ανταπαίτηση της ανταξιώνει (α) δήλωση του Δικαστηρίου ότι η υποθήκη Υ988/2012 ημερομηνίας 15.3.2012 είναι άκυρη και (β) διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση και/ή εξάλειψη της. Η ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα
(1)μόνο μάρτυρα, ήτοι τον XXXXX Σωτηρίου ΜΕ, του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε γραπτή δήλωση - κατάθεση του, ΕΓΓΡΑΦΟ Α, ενώ κατέθεσε συνολικά οκτώ
(8)τεκμήρια, αναφορά στα οποία θα γίνει στη συνέχεια. Ο ΜΕ είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να προβεί στη γραπτή δήλωση του. Από τις 2.5.2019 εργάζεται ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, (στο εξής Altamira), η οποία έχει συνάψει συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με τους ενάγοντες. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Altamira ενεργεί δια λογαριασμό της ενάγουσας και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της ενάγουσας, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Μία από τις προαναφερόμενες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις είναι και το δάνειο που αφορά η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και οι συναφείς με αυτό εξασφαλίσεις. Είναι ένας από τους λειτουργούς που χειρίζονται τις δικαστικές υποθέσεις της ενάγουσας και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος τόσο από την ενάγουσα όσο και από την Altamira να προβεί στην παρούσα δήλωση. Στα πλαίσια των καθηκόντων του έχει στην κατοχή του τα έγγραφα, ή αντίγραφα των εγγράφων, αναλόγως της περίπτωσης, που αφορούν τις διάφορες συμφωνίες δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες καταλήγουν σε αγωγή εναντίον των οφειλετών - πελατών των εναγόντων. Γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή είτε από προσωπική γνώση είτε από όσα προκύπτουν από τα προαναφερόμενα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του. Η ενάγουσα είναι Συνεργατική Εταιρεία νομοτύπως εγγεγραμμένη, η οποία διεξάγει δε και διεξήγαγε καθ΄ όλον τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο εργασίες στην Λάρνακα. Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας από τις 24.6.2013 άλλαξε και έγινε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας Λτδ και από τις 15.2.2014 συγχωνεύτηκε με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ και με άλλες Συνεργατικές Εταιρείες υπό το όνομα «Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ» και η τοιαύτη συμφωνία συγχώνευσης έχει δεόντως εγγραφεί από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών. Σχετική ειδοποίηση, ημερομηνίας 25.6.2014 βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου. Το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ, με απόφαση Γενικής Συνέλευσης και με έγγραφη συμφωνία μετέφεραν στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ όλα ανεξαρτήτως των στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού τους. Η έγγραφη συμφωνία ενεγράφη από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στις 21.7.2017, με ημερομηνία ισχύος την 10.7.2017 και συνεπώς η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ διαδέχθηκε το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ εξ΄ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της. Η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, με απόφαση της Ειδικής Συνέλευσης των Μετόχων της, μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, με ισχύ από 24.7.
- Σχετική ειδοποίηση ημερομηνίας 7.8.2017 βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ έχει μετονομαστεί σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ με ισχύ από 3.9.
- Σχετική ειδοποίηση με επισυνημμένο αντίγραφο του σχετικού πιστοποιητικού εγγραφής κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 2.10.
- Συγκεκριμένα η ενάγουσα δυνάμει σύμβασης δανείου, ημερομηνίας 13.3.2012, παραχώρησε δάνειο ύψους €98.500 στον εναγόμενο 1, Τεκμήριο 1, το οποίο ο εναγόμενος 1 χρησιμοποίησε, το οποίο εγγυήθηκε η εναγόμενη 2 δυνάμει σύμβασης εγγύησης ιδίας ημερομηνίας, ήτοι 13.3.2012, Τεκμήριο 2, ενώ η εναγόμενη 2 για επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 προς την ενάγουσα, ενέγραψε την υποθήκη Υ988/2012, ημερομηνίας 15.3.2012, αφού υπέγραψε έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 15.3.2012, Τεκμήρια 3 και 4, αντίστοιχα. Επειδή οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, ήτοι δεν καταβάλλοντο οι δόσεις, η ενάγουσα, αφού έστειλε επιστολή ημερομηνίας 21.6.2013 με την οποία τους ενημέρωνε περί τούτου, Τεκμήριο 5, στη συνέχεια τερμάτισε αυτή με επιστολή ημερομηνίας 7.8.2013, Τεκμήριο 6, προς τους εναγόμενους 1 και 2, ενώ στη συνέχεια ακολούθησε η παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 19.8.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 κατάσταση λογαριασμού και ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι εργάζεται στην ενάγουσα από τις 2.5.2019 και είναι ένας από τους υπεύθυνους λειτουργούς της ενάγουσας που χειρίζεται τις δικαστικές υποθέσεις. Δεν ήταν παρών σε καμιά από τις συμφωνίες δανείου, εγγύησης και υποθήκης. Στην ερώτηση αν γνωρίζει τις διαδικασίες για να γίνει χορήγηση κάποιου δανείου, απάντησε ότι τις γνωρίζει και ανέφερε ότι οι ενδιαφερόμενοι δανειολήπτες πηγαίνουν στην τράπεζα, κάνουν την αίτηση δανείου τους, αυτή εξετάζεται από την αρμόδια επιτροπή και κατόπιν ελέγχου, εγκρίνεται ή απορρίπτεται το αίτημα δανείου. Στη συνέχεια στην ερώτηση αν γνωρίζει σε ποιες έρευνες προβαίνει ο Συνεργατισμός για να παραχωρήσει ένα δάνειο, απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι εξ' όσων γνωρίζει, ελέγχει τις εξασφαλίσεις που υπάρχουν για τη συγκεκριμένη αίτηση δανείου, καθώς και την ικανότητα του δανειολήπτη να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του, αλλά δεν γνωρίζει προσωπικά αν έγιναν κάποιες έρευνες, στην προκείμενη περίπτωση, αλλά εξ' όσων φαίνεται από τη μελέτη του φακέλου, έγιναν όλες οι έρευνες που έπρεπε. Δεν γνωρίζει αν υπάρχουν και ποιες είναι οι προϋποθέσεις για τις οποίες η ΣΠΕ δίδει ένα δάνειο σε ένα μέλος της, αλλά ανέφερε ισχύουν αυτά που είπε και προηγουμένως, δηλαδή εξετάζονται οι εξασφαλίσεις και η ικανότητα του δανειολήπτη να αποπληρώσει το δάνειο του. Σε άλλη ερώτηση αν γνωρίζει αν δόθηκε οποιαδήποτε γραπτή ειδοποίηση στους εναγόμενους, για το αν μπορούσαν να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν υπογράψουν τις συμφωνίες, απάντησε ότι στη συμφωνία που υπέγραψαν οι εναγόμενοι, αναγράφονται όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των εναγομένων, αλλά δεν γνώριζε αν δόθηκε κάποια επιστολή. Συμφώνησε δε ότι εκτός από τα προσωπικά στοιχεία τα οποία αναφέρονται στις συμφωνίες δανείου εγγύησης υποθήκης, οι υπόλοιποι όροι είναι οι ίδιοι για όλους τους πελάτες της ΣΠΕ. Εξ' όσων γνωρίζει, αλλά δεν μπορούσε να πει με σιγουριά αν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη μεταχείριση προς τους πελάτες της ΣΠΕ, είναι η ίδια τακτική που ακολουθείται για όλους τους δανειολήπτες. Εξ' όσων επίσης γνωρίζει, η συμφωνία δανείου καθώς και όλα τα έγγραφα, ετοιμάστηκαν από τη ΣΠΕ Κοντέας. Ενώ όσον αφορά το κατά πόσο κάποιος αποδέχεται τους όρους της σύμβασης ή δεν παίρνει δάνειο, απάντησε ότι του επεξηγούνται όλοι οι όροι της συμφωνίας λεπτομερώς και ακολούθως αποδέχεται ή όχι. Ακολούθως στην ερώτηση αν το επίδικο στεγαστικό δάνειο δόθηκε στον εναγόμενο 1, όλο το ποσό από την αρχή, απάντησε ότι, εξ' όσων έχει δει από την κατάσταση λογαριασμού, έγινε ανάληψη όλου του ποσού στις 16.3.
- Σε σχέση με το Τεκμήριο 8, δηλαδή την αναδομημένη κατάσταση, ανέφερε ότι την ετοίμασε αυτός και ότι το επιτόκιο το οποίο χρεώνεται είναι 8.50% και είναι το συμβατικό επιτόκιο που καταγράφεται στη συμφωνία δανείου. Αφού είδε τον όρο 3(α) του Τεκμηρίου 1, στην ερώτηση γιατί χρεώνει η ενάγουσα το συμβατικό επιτόκιο, απάντησε ότι η συμφωνία λέει ξεκάθαρα, ότι το βασικό επιτόκιο είναι 5.25% και το περιθώριο 3.25%, η δε τράπεζα έχει τη δυνατότητα βάσει της συμφωνίας δανείου, να καθορίζει το επιτόκιο που αναφέρεται στη συμφωνία δανείου, μέχρι 8.5% και αυτό το επιτόκιο χρησιμοποίησε στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Δεν μπορούσε όμως να γνωρίζει ποιες ήταν οι διακυμάνσεις του επιτοκίου από την έναρξη του δανείου μέχρι σήμερα. Αφού επανέλαβε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιες είναι οι συγκεκριμένες διακυμάνσεις, αυτός ως αρμόδιος λειτουργός και με τις οδηγίες της διεύθυνσης αφαίρεσε από την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού τους τόκους υπερημερίας και τα πρόσθετα έξοδα που υπήρχαν και δημιούργησε αυτήν την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού βάσει του συνολικού επιτοκίου που αναφέρεται στη συμφωνία δανείου. Στην υποβολή ότι θα έπρεπε το βασικό επιτόκιο να είναι σύμφωνα με το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν ευσταθεί αυτός ο ισχυρισμός. Αυτός όπως είπε πριν, είχε μπροστά του μία συμφωνία δανείου όπου τηρήθηκαν από αυτόν αυτά που προνοούνται. Στην ερώτηση με ποιο λογισμικό ετοίμασε την αναδομημένη κατάσταση, απάντησε ότι έχουν, όπως και η Altamira, η οποία είναι εταιρεία που ανέλαβε βάσει της συμφωνίας τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των εναγόντων, στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, κάποιο ειδικό εργαλείο τύπου Excel στο οποίο υπολογίζονται οι αναλυτικές και οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Συμφώνησε ότι στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, διαιρέθηκε ο τόκος διά 365 μέρες, ενώ στην αρχική κατάσταση λογαριασμού διαιρέθηκε διά 360 μέρες. Ο λόγος δε που ο ημερήσιος τόκος στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού διαιρείται με 365 μέρες και στην κατάσταση αναλυτική κατάσταση λογαριασμού διαιρείται με 360 ημέρες είναι γιατί η διεύθυνση αποφάσισε πως θα ήταν πιο σωστό και προς όφελος του δανειολήπτη να ετοιμαστεί μία αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού βάσει του διαιρέτη των 365 ημερών. Για να υπολογίσει, όπως εξήγησε, αυτή την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, πήρε από το ηλεκτρονικό βιβλίο της ενάγουσας, στο οποίο η Altamira, ως εταιρεία που αναλαμβάνει να διαχειρίζεται μη εξυπηρετούμενα δάνεια, έχει πρόσβαση σε αυτό το ηλεκτρονικό βιβλίο της ενάγουσας, όλες τις χρεώσεις και τις πιστώσεις της αναλυτικής κατάστασης, που έγιναν στον λογαριασμό αυτόν, αφαίρεσε, όπως είπε και πριν, όλες τις πρόσθετες χρεώσεις και τους τόκους επί αυτών των χρεώσεων, καθώς και τον τόκο υπερημερίας και υπολόγισε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Σε ότι αφορά το ενυπόθηκο ακίνητο της εναγόμενης 2, ανέφερε, απ΄ ό,τι θυμάται από τη μελέτη του φακέλου, έγινε εκτίμηση, όμως δεν την είχε στην κατοχή του. Στην υποβολή ότι η υποθήκη είναι παράνομη, ο ΜΕ διαφώνησε καθότι, πριν την υπογραφή της υποθήκης, είχαν επεξηγηθεί όλες οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα τους. Επίσης διαφώνησε, ότι τα ποσά τα οποία αναφέρονται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού την οποίαν αυτός ετοίμασε, είναι λανθασμένα. Ακόμη διαφώνησε ότι γίνονταν διάφορες υπερχρεώσεις στον λογαριασμό των εναγομένων και ότι το ποσό το οποίο απαιτείται σήμερα, δεν είναι αυτό που οφείλουν οι εναγόμενοι, λέγοντας ότι, όπως είπε και πριν, στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, αφαιρέθηκαν όλες οι υπερχρεώσεις και οι τόκοι επ' αυτών, καθώς και ο τόκος υπερημερίας και το ποσό αυτό είναι κατά πολύ μειωμένο από το πραγματικό ποσό που οφείλουν οι εναγόμενοι. Οι εναγόμενοι δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της ενάγουσας, αφού γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης και στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, και επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή των επίδικων συμβάσεων, ακολούθως παρατίθεται η μαρτυρία, όπως αυτή προέκυψε από την εξέταση και την αντεξέταση του μάρτυρα, τον οποίο κάλεσε το Δικαστήριο όπως τον κρίνει αξιόπιστο. Στη συνέχεια με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες, κυπριακή και αγγλική, εξηγείται γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει ότι η ενάγουσα απέδειξε την υπόθεσή της, σε συνάρτηση μάλιστα με την μη προσκόμιση μαρτυρίας εκ μέρους των εναγομένων, και δη το οφειλόμενο ποσό από τους εναγομένους προς την ενάγουσα. Ως εκ των πιο πάνω ζητήθηκε η έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €180.107,46 πλέον τόκο 8,50% από 1.7.2019 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, διάταγμα εναντίον της εναγόμενης 2 ως η παράγραφος Β της αξίωσης της Έκθεσης Απαίτησης και έξοδα. Από την άλλη, οι δικηγόροι των εναγομένων στη γραπτή αγόρευση τους, αφού αναφέρθηκαν στη δικογραφία, στη μαρτυρία και ποια στοιχεία πρέπει να αποδειχθούν σε τέτοιου είδους υποθέσεις με βάση τη νομολογία, εισηγήθηκαν ότι, αφού πρώτα ζητήθηκε να κριθεί αναξιόπιστος ο μοναδικός ΜΕ και επεσήμαναν ότι τίποτε δεν αποδεικνύεται από την απλή κατάθεση των τεκμηρίων, τα οποία αποδεικνύουν μόνο την ύπαρξη τους από το ΜΕ ο οποίος δεν είχε καμία εμπλοκή με τα τεκμήρια πλην του Τεκμηρίου 8, (α) ο ΜΕ δεν έχει προσωπική γνώση για τη σύμβαση δανείου και τη σύμβαση εγγύησης. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν πρόσφεραν μαρτυρία δεν έχει καμιά σημασία αφού το βάρος απόδειξης τούτων το φέρει η ενάγουσα, (β) δεν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό και δη το ύψος του ποσού, αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ. 9, ήτοι ότι, (β1) η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7, είναι νόμιμη, γιατί ο ΜΕ δεν ανέφερε ότι έπραξε όλα όσα επιβάλλει το άρθρο 22, όπως και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, (β2) δεν αποδείχθηκε το ορθό επιτόκιο αφού με βάση τον όρο 3(α) της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, το επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο, (γ) δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι αναλήφθηκε το αναφερθέν ποσό από τον εναγόμενο 1, (δ) δεν αποδείχθηκε ο τερματισμός της σύμβασης δανείου, (ε) όσον αφορά την υποθήκη, Τεκμήρια 3 και 4, (ε1) δεν έχει αποδειχθεί ότι η εναγόμενη 2 είναι κύριος του ακινήτου, (ε2) δεν έχει αποδειχθεί η νομιμότητα της σύμβασης υποθήκης, (ε3) αφού απορριφθεί η σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 1, δεν υφίσταται ούτε η σύμβαση υποθήκης, (στ) δεν αποδείχθηκε ο τερματισμός της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, ούτε της εγγύησης γιατί δεν αποδείχθηκε η αποστολή και ή παραλαβή των επιστολών τερματισμού και (ζ) σε περίπτωση που το Δικαστήριο απορρίψει τις εισηγήσεις τους, τότε να μην επιδικασθεί τόκος αφού δεν αποδείχθηκε η διακύμανση του επιτοκίου. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση, στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι, το Δικαστήριο εξετάζει ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα και δεν επεκτείνεται πέραν αυτών (βλ. Νικηφόρος Παναγή ν. G & P. Ergatides Motors Ltd
(2007)1 ΑΑΔ 1380, Exalco S.A. v. Αλουμινεξ Λτδ. κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 991 και Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24). Ως εκ τούτου, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από τις θέσεις που εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των διαδίκων στην αγόρευσή τους, το Δικαστήριο εξέτασε τις θέσεις αυτές και εκφράζονται μέσα από τη διαλεκτική της απόφασης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Να αναφέρω ότι, όσον αφορά την εξ ακοής μαρτυρία, όπως τα Τεκμήρια 1-7, που η κατάθεσή τους έγινε υπό τις πρόνοιες του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, να λεχθεί ότι τέτοια μαρτυρία δεν απορρίπτεται εκ μόνου του λόγου ότι είναι εξ ακοής, ούτε και γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζονται στο άρθρο 27
(1)και
(2)του Κεφ. 9. Ως εκ τούτου, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, έχοντας υπόψη την υπόθεση Φίλιππος Γιαπατός ν. Μαρίας Σάββα κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1324 και Κυριακή Κολάνη άλλως Κίκα Κολάνη ν. Δημήτρη Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108, η όποια εξ ακοής μαρτυρία εξετάζεται και σχολιάζεται ως προς την αποδοχή της ή μη σε άλλο μέρος της απόφασης, κατωτέρω, ή εξάγεται τούτο ως διαφαίνεται από τη συγγραφή της απόφασης έστω και αν δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία. Όμως, όσον αφορά τα Τεκμήρια 1-4 και 7, έχοντας υπόψη το άρθρο 27(ι) και 2 του περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ.9 κρίνω ότι ως έγγραφα που βρίσκονται στο αρχείο της ενάγουσας και υπό τη συνεχή φύλαξη αυτής και στην κατοχή του μάρτυρα, καθώς και το γεγονός ότι με την έκθεση υπεράσπισης γίνεται παραδοχή της υπογραφής της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1 και της σύμβασης και δήλωσης υποθήκευσης ακινήτου, Τεκμήριο 3 και σύμβασης υποθήκης, Τεκμήριο 4, ενώ δεν έγινε αντεξέταση του ΜΕ με σχετική υποβολή ότι δεν είναι η υπογραφή της εναγόμενης 2 στη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 2 καθώς και το Τεκμήριο 7 ότι είναι ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας που φυλάσσεται και έχει στην κατοχή του ο ΜΕ, γίνονται αποδεκτά. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 5 και 6, ήτοι την προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 21.6.2013 και την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 7.8.2012, αντίστοιχα, επίσης γίνονται αποδεκτά, ενώ ειδική αναφορά γι΄ αυτά για την αποστολή τους από την ενάγουσα και παραλαβή από τους εναγόμενους θα γίνει στη συνέχεια, σε άλλο μέρος της απόφασης. Επίσης να αναφερθεί ότι κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R.67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr. App. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τον ΜΕ, του οποίου μέρος της μαρτυρίας του αποτέλεσε γραπτή δήλωση του και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια του, τη σαφήνεια του, τη φιλαλήθεια του και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, καθώς και το γεγονός ότι όσα ανέφερε, εξήγησε ότι αυτά περιήλθαν σε γνώση του από τα ίδια τα έγγραφα που βρίσκονται στο φάκελο που διατηρεί η ενάγουσα για τους εναγόμενους, τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια και από την μελέτη του φακέλου. Δεν προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια ψεύτικη εικόνα των πραγμάτων για τη γνώση του για τα στοιχεία της υπόθεσης. Κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, ο οποίος δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Ως εκ των πιο πάνω ο ΜΕ κρίνεται αξιόπιστος σε όλη την έκταση της μαρτυρίας του. Διευκρινίζεται και εξηγείται ότι είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα η κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα από τη βαρύτητα της μαρτυρίας του μάρτυρα και το βάρος απόδειξης, βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Νέστορος Χ"Νέστωρος
(1990)1 ΑΑΔ 4, Pissis Limited v. La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση 135/2010, ημερ. 30.9.
- ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η ενάγουσα είναι Συνεργατική Τράπεζα η οποία ασκούσε και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Στα πλαίσια των εργασιών της, δυνάμει γραπτή σύμβασης δανείου ημερομηνίας 13.3.2012, Τεκμήριο 1, την οποία υπέγραψε ο εναγόμενος 1, παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €98.500 σε αυτό, το οποίο ποσό έκανε ανάληψη ο εναγόμενος 1 στις 16.3.2012, ως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 7, αφού η εναγόμενη 2 υπέγραψε γραπτή σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 2, ίδιας ημερομηνίας, ενώ η εναγόμενη 2 για επιπρόσθετη εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων του εναγομένου 1 προς την ενάγουσα υπέγραψε σύμβαση υποθήκης ημερομηνίας 15.3.2012, Τεκμήριο 4, η οποία επισυνάφθηκε με τη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου Υ988/2012, ημερομηνίας 15.3.2012, Τεκμήριο
- Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, όσον αφορά το εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 2 εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1, δυνάμει σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 2, ουδέποτε υπεβλήθη από τους δικηγόρους των εναγομένων 1 και 2 ότι δεν ήταν η υπογραφή της στη σύμβαση εγγύησης, η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση, ενώ όσον αφορά τη συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 1, και τη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου, Τεκμήριο 3 και τη σύμβαση υποθήκης Τεκμήριο 4, παραδέχεται την υπογραφή αυτών. Σημειώνεται ότι ουδεμία μαρτυρία δόθηκε από τους εναγόμενους 1 και 2 για τις συνθήκες υπογραφής αυτών ώστε να υποστηρίξουν θετικά, όσα ισχυρίζονται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Η εναγόμενη 2 υπέγραψε έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 15.3.2012 και σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου, ιδίας ημερομηνίας, Υ988/2012, Τεκμήρια 4 και 3, αντίστοιχα. Το επιτόκιο που χρεώνετο το δάνειο, Τεκμήριο 1, ήταν σύμφωνο με τον όρο 3(α) της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο
- Επειδή οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, η ενάγουσα, αφού έστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 21.6.2013 προς τους εναγομένους 1 και 2, Τεκμήριο 5, τερμάτισε αυτή με επιστολή ημερομηνίας 7.8.2013, Τεκμήριο 6, προς τους εναγόμενους 1 και 2, ακολούθως επειδή οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν εξόφλησαν την οφειλή τους προς την ενάγουσα, κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με την κατάσταση του λογαριασμού, Τεκμήριο 7, το χρεωστικό οφειλόμενο ποσό στις 30.6.2019 ανήρχετο στις €194.430,23, ενώ με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, στις 30.6.2019, ανήρχετο στις €180.107,
- Σύμφωνα με την καταγραφή στο Τεκμήριο 7, το ποσό των €98.500 του δανείου, Τεκμήριο 1, λήφθηκε στις 16.3.2012 από τον εναγόμενο
- Οι εναγόμενοι μετά την έγερση της αγωγής ουδέν ποσό κατέβαλαν μέχρι σήμερα. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως αυτοί εμφαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, την Έκθεση Υπεράσπισης και τις θέσεις τους που προωθήθηκαν με την γραμμή που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και τις εισηγήσεις όπως αυτές εκφράστηκαν με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών. Η ΑΓΩΓΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΩΡΗ ΓΙΑΤΙ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΡΩΤΑ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ Η θέση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα, αφού στον όρο 11 της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, προνοείται ότι η ενάγουσα δύναται να επιλέξει αντί διαιτησίας την παραπομπή του χρεώστη ενώπιον πολιτικού Δικαστηρίου και να λάβει οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον του. Έπεται ότι απορρίπτεται αυτή η θέση των εναγομένων. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΞΙΩΣΗΣ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 843, αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης οι οποίοι αντικρούονται στην υπεράσπιση δεν αποδεικνύονται από το γεγονός και μόνο της μη αντεξέτασης μάρτυρα, ο οποίος στη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σ' αυτούς. Είναι αναγκαία και η θετική μαρτυρία του διάδικου, ο οποίος προέβηκε στους εν λόγω ισχυρισμούς στα δικόγραφα. Μετά την απόφαση αυτή τροποποιήθηκε ο περί Αποδείξεως Νόμος ΚΕΦ. 9 με το Ν.32(ι)/2004 στο μέρος που αφορά την εξ΄ ακοής μαρτυρία και ως εκ τούτου σχετική εξ΄ ακοής μαρτυρία εκτιμάται ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση συγκεκριμένοι ισχυρισμοί της έκθεσης απαίτησης, μερικοί εκ των οποίων όμως δεν προωθήθηκαν κατά την αντεξέταση και άλλοι με την αγόρευση. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με αυτούς. Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ 1 Σε σχέση με την υπογραφή της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 13.3.2012, Τεκμήριο 1, από τον εναγόμενο 1, αυτή είναι παραδεκτή από την παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι ο εναγόμενος 1 που υπέγραψε τη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 1. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 και 2 στην έκθεση υπεράσπισης ότι δεν υπήρξε διαπραγμάτευση των όρων της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, και ότι η ενάγουσα εκμεταλλεύτηκε τη θέση ισχύος της, να αναφέρω ότι οι εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι έφεραν το βάρος απόδειξης αυτών, ουδεμία μαρτυρία προσκόμισαν για να υποστηρίξουν τούτους. Σχετική αναφορά γίνεται και κατωτέρω στο μέρος που αφορά τις καταχρηστικές ρήτρες και την καταναλωτική πίστη. Κατά συνέπεια έχει αποδειχθεί η εγκυρότητα της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, ήτοι το στοιχείο Α, από τα τέσσερα (Α-Δ) στοιχεία που πρέπει να αποδείξει η ενάγουσα, για να αποδείξει την αξίωσή της. ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΟΡΟΥ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΥ Στην υπόθεση Παπαγεωργίου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 961 λέχθηκε ότι «η παράλειψη καταβολής των προβλεπόμενων από σύμβαση ενοικιαγοράς ενοικιαστικών δόσεων παρέχει, αφ΄ εαυτής, έρεισμα για την καταγγελία της, επαγόμενη τον τερματισμό της, εφόσον παρέχεται τέτοιο δικαίωμα από τις πρόνοιες της.» Η παράβαση όρου της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 13.3.2012, Τεκμήριο 1, επήλθε επειδή, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 7, μετά τις 16.3.2012, που κατατέθηκε το ποσό των €335,59, δεν έγινε οιαδήποτε άλλη κατάθεση από τις 13.9.2012 που όφειλε να καταβάλλει μηνιαία δόση €1.000, κατά παράβαση του όρου 2 της σύμβασης δανείου, δηλαδή δεν κατέβαλλε την προβλεπόμενη και συμφωνημένη δόση του. Να σημειωθεί ότι το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού ότι καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό τον φέρουν οι εναγόμενοι 1 και 2 οι οποίοι τον επικαλούνται, οι οποίοι όμως ουδεμία μαρτυρία προσκόμισαν. Συνεπώς έχει αποδειχθεί και το στοιχείο Β, από τα, ως άνω, τέσσερα στοιχεία Α-Δ. Ο ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΥ Σε σχέση με τον τερματισμό της σύμβασης δανείου η Υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η αποστολή και παραλαβή των επιστολών προειδοποίησης, Τεκμήριο 5, και τερματισμού, Τεκμήριο 6, αφού δεν παρουσιάστηκε, θετική και ικανοποιητική μαρτυρία προς τούτο. Πρέπει πρώτα να αναφερθεί ότι η υποχρέωση για αποστολή επιστολής τερματισμού εκ μέρους της ενάγουσας προς τον εναγόμενο 1 ή και την εναγόμενη 2 δημιουργείται αν προβλέπεται στη σύμβαση δανείου και για την εναγόμενη 2 στη σύμβαση εγγύησης, βλ. υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 ΑΑΔ
- Σύμφωνα με τον όρο 5 της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, μόλις ζητηθεί από την ενάγουσα το δάνειο αυτό καθίσταται απαιτητό και θα εξοφλείται αμέσως και ο χρεώστης οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα κάθε οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένου, κεφαλαίου, τόκου υπερημερίας, του τόκου περιθωρίου, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του δε να προβεί σε άμεση εξόφληση θα δίδει το δικαίωμα στην ενάγουσα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους, πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα μέχρι πλήρους εξόφλησης. Στον όρο 12 της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, γίνεται πρόβλεψη για τερματισμό με ειδοποίηση που μπορεί να δοθεί στον χρεώστη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή ιδιόχειρα, ή σε οποιαδήποτε διεύθυνση που θα δώσει ο χρεώστης στην ενάγουσα ή στην τελευταία γνωστή της διεύθυνση. Οποιαδήποτε ένδειξη ή καταχώριση στα αρχεία της ενάγουσας για χορήγηση ειδοποίησης συνιστά αμάχητη απόδειξη ότι δόθηκε η ειδοποίηση αυτή. Ως εκ των πιο πάνω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ενάγουσα, η οποία είχε το δικαίωμα να τερματίσει το λογαριασμό της σύμβασης δανείου, για να δικαιούταν να προχωρήσει σε αγωγή έπρεπε, όπως και ορθώς έπραξε ως θα διαφανεί στη συνέχεια, να ζητήσει από τον εναγόμενο 1 να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Η παράλειψη δε του εναγομένου 1 να προβεί σε εξόφληση του χρέους, έδωσε το δικαίωμα στην ενάγουσα να απαιτήσει τούτο δικαστικώς. Σε σχέση με την εναγόμενη 2, εγγυήτρια, θα γίνει σχετικός σχολιασμός στο μέρος της απόφασης που αφορά την σύμβαση εγγύησης. ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΥ Είναι γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε μάρτυρας ο οποίος είπε ότι είτε αυτός ετοίμασε και απέστειλε τις επιστολές Τεκμήρια 5 και 6 ή υπό τις οδηγίες του έγινε τούτο. Η μόνη σχετική αναφορά γι΄ αυτό το θέμα προήλθε από τον ΜΕ, ο οποίος ανέφερε ότι αποστάληκαν οι συγκεκριμένες επιστολές στους εναγόμενους 1 και 2, Τεκμήρια 5 και 6, σύμφωνα με την πρακτική της ενάγουσας, η οποία συνίσταται στο ότι όταν δεν πληρώνονται οι δόσεις του δανείου να αποστέλλονται επιστολές, στη συγκεκριμένη περίπτωση, Τεκμήρια 5 και 6, στις διευθύνσεις που αναγράφονται στις συμβάσεις. Κάτι που θεώρησε ότι έγινε και σε αυτήν την περίπτωση. Η μαρτυρία για την αποστολή τόσο της προειδοποιητικής επιστολής, Τεκμήριο 5, όσο και της επιστολής τερματισμού της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 6, είναι εξ ακοής μαρτυρία αφού αυτές κατατέθηκαν από τον ΜΕ ως ο υπάλληλος της ενάγουσας, ο οποίος χειρίζεται και έχει στην κατοχή του το φάκελο του εναγομένου 1 γι΄ αυτή τη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 1 και οτιδήποτε άλλο έγγραφο ή συμφωνία σχετίζεται με αυτή, μεταξύ των οποίων και τα Τεκμήρια 2, 3 και
- Ήταν υπό αυτή την ιδιότητα που κατατέθηκαν τα εν λόγω Τεκμήρια από τον ΜΕ και όχι βέβαια ως ο συντάξας και ο αποστείλας αυτά ή κάτω από τις οδηγίες του. Έχοντας κατά νου το άρθρο 27
(1)και
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ. 9 και τη σχετική νομολογία που αναφέρεται ανωτέρω περί αυτού του θέματος και δη το γεγονός ότι οι επιστολές αυτές, ήτοι τα Τεκμήρια 5 και 6, αποτελούν μέρος του φακέλου της ενάγουσας που διατηρεί για τον εναγόμενο 1 και του αρχείου της, όπως παρόμοιο φάκελο διατηρεί και για κάθε πελάτη της, καθώς και το γεγονός ότι η πρακτική της ενάγουσας ήταν και είναι να αποστέλλει επιστολές τερματισμού και μετά να εγείρει αγωγή, ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι η ενάγουσα διατηρεί φάκελο για τον εναγόμενο 1, ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στις επιστολές, Τεκμήρια 5 και 6, είναι η διεύθυνση που αναγράφεται και στη σύμβαση δανείου και σύμβαση εγγύησης, Τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα και ότι δεν υπάρχει αντίθετη μαρτυρία ότι δεν είναι αυτή η διεύθυνση των εναγομένων 1 και 2, ότι ουδέποτε υποβλήθηκε ότι πρόκειται για μια κατασκευασμένη μαρτυρία, αλλά ούτε και διαφάνηκε με οιονδήποτε τρόπο να είναι τέτοια, ως εκ των υστέρων σκέψη, καθώς και την υπόθεση Παπαχριστοδούλου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση αρ. 263/2010 ημερομηνίας 5.5.2015, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο τελευταίος λόγος έφεσης αφορά στα τεκ. 3-7, τα οποία παρουσιάστηκαν από τη Μ.Ε.1 η οποία ανέφερε ότι είναι στην Υπηρεσία των εναγόντων-εφεσιβλήτων, στο Τμήμα Εισπράξεως Χρεών, και τα είχε στην κατοχή της. Το τεκ. 3 είναι η αίτηση ημερ. 29.4.2002 για παραχώρηση πιστωτικής κάρτας, το τεκ. 4 είναι αναλυτική κατάσταση της κίνησης του λογαριασμού της εφεσείουσας, το τεκ. 5 είναι αντίγραφο επιστολής των εφεσιβλήτων ημερ. 13.8.2004 με την οποίαν οι εφεσίβλητοι ενημέρωναν την εφεσείουσα για το τότε ισχύον χρεωστικό επιτόκιο (που δεν έχει σημασία εφόσον τελικά η απαίτηση των εφεσιβλήτων περιορίστηκε μόνο σε νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης). Το τεκ. 6 είναι επιστολή των εφεσιβλήτων ημερ. 8.9.2004 με την οποίαν ζητούσαν από την εφεσείουσα την πλήρη εξόφληση του λογαριασμού και το τεκ. 7 είναι επιστολή ημερ. 9.3.2005 με την οποίαν επίσης καλούσαν την εφεσείουσα να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της κάρτας της. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην παρουσίαση εκ μέρους της Μ.Ε.1 των προαναφερόμενων τεκμηρίων αλλά ούτε και υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην απόδοση βαρύτητας εκ μέρους του πρωτόδικου δικαστηρίου στα προαναφερόμενα έγγραφα, δεδομένου ότι η εφεσείουσα ούτε τα αμφισβήτησε, ούτε τα αντέκρουσε με οποιαδήποτε μαρτυρία. Η παρουσίαση εξ ακοής μαρτυρίας είναι επιτρεπτή σύμφωνα με το νόμο και σ΄ αυτήν αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα από το δικαστήριο, σύμφωνα με κριτήρια που καθορίζει, όχι εξαντλητικά, ο νόμος. Δεν βρίσκουμε ούτε σ΄ αυτό το λόγο έφεσης οποιαδήποτε αιτία για επέμβαση του Εφετείου.», και την τελευταία γραμμή του όρου 12 της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, ήτοι ότι οποιαδήποτε ένδειξη ή καταχώριση στα αρχεία της ενάγουσας για χορήγηση ειδοποίησης συνιστά αμάχητη απόδειξη ότι δόθηκε η ειδοποίηση αυτή, που στη συγκεκριμένη περίπτωση στα αρχεία της ενάγουσας, που είναι ο φάκελος που διατηρεί για τον εναγόμενο 1, υπάρχουν οι επιστολές, Τεκμήρια 5 και 6, και αποτελούν ένδειξη και καταχώριση σύμφωνα με τον όρο αυτό του Τεκμηρίου 1, αποδέχομαι ότι οι επιστολές Τεκμήρια 5 και 6 αποστάληκαν στους εναγομένους 1 και 2 στην αναφερθείσα διεύθυνση, η οποία διεύθυνση είναι αυτή που καταγράφεται στα Τεκμήρια 1 και 2 και αποτελεί την τελευταία γνωστή διεύθυνση που μπορούσε να αποσταλεί η επιστολή με βάση τον όρο 12 της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1. ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΥ Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι επιστολές αυτές επιστράφηκαν. Γι΄ αυτό το ζήτημα δεν προσφέρθηκε καμία μαρτυρία από τους εναγομένους 1 και 2. Η μη επιστροφή των επιστολών συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα που απευθύνονταν, βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059. Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκαν αντιστρέφεται και είναι οι Εναγόμενοι, που επικαλούνται τη μη παραλαβή τους που πρέπει πλέον να αποδείξουν ότι δεν έλαβαν την επιστολή, πράγμα που δεν συνέβη εδώ. Ως εκ των πιο πάνω έχει αποδειχθεί και το στοιχείο Γ από τα τέσσερα στοιχεία Α-Δ. ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟ ΠΟΣΟ Το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται είναι το στοιχείο (Δ), δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό όπως συγκεκριμενοποιήθηκε από το Τεκμήριο 7 και βεβαίως της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 8, επί τη βάση του οποίου, πλέον, έχει στηρίξει την αξίωση της η ενάγουσα. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερ. 17.10.2014, λέχθηκε ότι η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Τούτο έχει δύο πτυχές. Η μία σχετίζεται, ως η εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων, με το κατά πόσο υπήρξε παράβαση συγκεκριμένων νομοθεσιών. ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΕΣ ΡΗΤΡΕΣ Σε σχέση με την πρώτη πτυχή, δηλαδή αν το οφειλόμενο ποσό αποτελεί απότοκο παραβίασης του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Ν.93(Ι)/1996, ως τροποποιήθηκε, ως αντιλήφθηκε το Δικαστήριο ότι αποτελεί εισήγηση κατά την αγόρευση των συνηγόρων υπεράσπισης, ένεκα των ισχυρισμών που καταγράφονται στις παραγράφους 3, 4, 8-8.3, 11 και 13 της έκθεσης υπεράσπισης, ουδέν στοιχείο και καμιά λεπτομέρεια δίδεται και ως εκ τούτου αποτελούν αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς με τους οποίους, ως τέτοιοι, το Δικαστήριο δεν ασχολείται, αφού η διεξαγωγή της δίκης γίνεται στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών (βλ. Παπαγεωργίου, Exalco S.A. και Παναγή), ανωτέρω. Αλλά ακόμα και αν εξέταζε το Δικαστήριο τέτοιο θέμα, έστω και μη δικογραφημένο, επί τη βάσει της σχετικής εισήγησης των συνηγόρων Υπεράσπισης, έχοντας υπόψη την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, θα απορρίπτετο τέτοια εισήγηση, αφού κανένα στοιχείο δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να θεμελιώνει ή να τεκμηριώνει αυτή την εισήγηση της Υπεράσπισης. Ο ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΝΟΜΟΣ 39
(1)/2001 ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 2010 ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΟ Ν.41(Ι)/2017 Σε ότι αφορά τον περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Ν.39
(1)/2001, ως τροποποιήθηκε μέχρι και το Ν.107(Ι)/2010, ο οποίος καταργήθηκε με το Ν.41(Ι)/2017, αν αφήνεται να νοηθεί ότι παραβιάσθηκε και αυτή η νομοθεσία, η υπεράσπιση δεν υπέδειξε οτιδήποτε που να καταδεικνύει παράβαση αυτής. Οι αναφορές που γίνονται στους ισχυρισμούς των παραγράφων 3, 4, 8-8.3, 11 και 13 της έκθεσης υπεράσπισης, εκτός του ότι είναι γενικοί και αόριστοι, δεν υποστηρίχτηκαν από καμία μαρτυρία. Οι εναγόμενοι 1 και 2 όφειλαν, αφού αυτοί προέβαλαν αυτούς τους ισχυρισμούς, να τους τεκμηριώσουν και να τους αποδείξουν με σχετική μαρτυρία, πράγμα που δεν συνέβη, αφού δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία, ως βέβαια ήταν δικαίωμα τους. Παρόλο που υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι αυτή η εισήγηση, δηλαδή η παράβαση των αναφερθεισών νομοθεσιών, απορρίφθηκε, εξετάζοντας την και ανατρέχοντας στη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 1, διαπιστώνεται ότι προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 1, οι χρεώσεις για οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο, μεταξύ των οποίων το επιτόκιο, δικαιώματα παροχής υπηρεσιών, προμήθειες, έξοδα ή άλλες επιβαρύνσεις, δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των πιο πάνω χρεώσεων και τόκων δύο φορές τον χρόνο, την επιβολή τόκου υπερημερίας, την αύξηση του επιτοκίου, του περιθωρίου και του τόκου υπερημερίας και των άλλων δικαιωμάτων, εξόδων, προμηθειών και επιβαρύνσεων, οι οποίες με βάση τους όρους της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, βαρύνουν τον Εναγόμενο
- Επιπλέον, με βάση την ειδοποίηση ημερομηνίας 21.6.2013, Τεκμήριο 5, και επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 7.8.2013, Τεκμήριο 6, διαφαίνονται σε αυτές με σαφήνεια οι χρεώσεις και προμήθειες που θα επιβάλλονται στο λογαριασμό δανείου του εναγόμενου 1, συμμορφούμενη η ενάγουσα με τον αναφερθέντα νόμο, στις οποίες χρεώσεις, για μετά από αυτή την τελευταία ημερομηνία, δεν υπήρξε αντίδραση, εκ μέρους των εναγομένων 1 και
- Δεν υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση ποιά χρέωση από αυτές που καταγράφονται είτε στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 7, είτε στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, επιβλήθηκε κατά παράβαση είτε της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, είτε της νομοθεσίας που αναφέρεται ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, επί του οποίου στηρίζεται πλέον η αξίωση, η μόνη χρέωση είναι ο τόκος επί του εκάστοτε οφειλόμενου υπολοίπου. ΧΡΕΩΣΗ ΤΟΚΟΥ ΜΕ ΔΙΑΙΡΕΤΗ 360 ΑΝΤΙ 365 ΗΜΕΡΕΣ Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.ά. ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A226, Πολιτική Έφεση αρ. 274/2009 ημερομηνίας 27.4.2016 ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Συγκεκριμένα, σ΄ ότι αφορά το πρώτο ζήτημα, ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του περί Τόκου Νόμου του 1977 και τα όσα λέχθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου κ.α. ν. Koudounaris (ανωτέρω) δεν μπορεί να ανακτηθεί με αγωγή τόκος που υπερβαίνει το αρχικό κεφάλαιο αλλά στην παρούσα περίπτωση οι πληρωθέντες τόκοι ύψους £23.310,19 για το πρώτο δάνειο πληρώθηκαν πριν την έγερση της αγωγής και κατά συνέπεια εφαρμόζονται οι πρόνοιες των άρθρων 59-61 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 οι οποίες ουσιαστικά εισάγουν στην κυπριακή έννομη τάξη την αρχή που έγινε γνωστή ως Clayton Rule. Δηλαδή όπου ο οφειλέτης - όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση - δεν ορίζει το χρέος για το οποίο γίνεται μια πληρωμή ούτε μπορεί να συναχθεί από άλλες περιστάσεις η βούληση του, τότε ο πιστωτής δικαιούται να αποπληρώσει κατά βούληση τα διάφορα χρέη του (βλ. Archbold Investment v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084. Εξάλλου, όπως επισημαίνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, η δυνατότητα της Τράπεζας να καταλογίζει πληρωμές πρώτα έναντι των τόκων και ακολούθως έναντι του κεφαλαίου έχει αναγνωριστεί και νομολογιακώς (βλ. Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της Εμπορικής Εταιρείας Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(2005)1 Α.Α.Δ. 38) και αυτό έπραξε η εφεσίβλητη 1 στην παρούσα περίπτωση και για τα δύο δάνεια, κάτι που δεν ήταν νομικά επιλήψιμο με βάση και τον τότε ισχύοντα Νόμο περί Τόκου. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω το παράπονο των εφεσειόντων επί του πρώτου ζητήματος δεν ευσταθεί, όπως δεν ευσταθεί και το παράπονο τους για το δεύτερο ζήτημα και επί τούτου είναι αρκετό να παραπέμψουμε στην Αrchbold Investments (ανωτέρω) όπου κρίθηκε πως η χρέωση τόκου που προκύπτει με χρήση διαιρέτη 360 ημερών αντί 365 δεν είναι νομικά επιλήψιμη εφόσον ο τόκος - όπως συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση - δεν υπερβαίνει το 9%.», βλ. επίσης υπόθεση Παχατουριάν ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ
- Δεν διαφάνηκε ότι με τη χρήση διαιρέτη 360 ημερών ο τόκος ήταν πέραν της σχετικής Νομοθεσίας και πέραν του συμφωνηθέντος επιτοκίου. Εν πάση περιπτώσει το ποσό που προκύπτει από την διαφορά των 5 ημερών είναι ελάχιστο. Επίσης η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού έγινε επί τη βάση των 365 ημερών όπως ανέφερε ο ΜΕ. ΑΡΘΡΟ 22 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΣ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ. 9 Όσον αφορά την άλλη πτυχή του στοιχείου (Δ), ο ΜΕ, ο οποίος κατάθεσε τα Τεκμήρια 7 και 8, ανέφερε στη γραπτή δήλωση-κατάθεσή του ότι η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7, η οποία αρχίζει από τις 16.3.2012 και φτάνει μέχρι τις 30.6.2019, ότι αυτή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παράγραφο 12 στις σελίδες 2 και 3 της γραπτής δήλωσής του, αποτελεί αντίγραφο καταχώρισης στο ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας, το οποίο αποτελούσε και αποτελεί ένα από τα τραπεζικά βιβλία της ενάγουσας κατά το χρόνο καταχώρισης όλων των χρεοπιστώσεων, οι οποίες έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της και βρισκόταν και βρίσκεται υπό τη φύλαξη αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ.
- Στο άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ. 9, ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 54(Ι)/94 αναφέρεται ότι: «
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.» Επί αυτού του θέματος ο συνήγορος Υπεράσπισης, ο οποίος εξέφρασε την άποψη ότι δεν αποδείχθηκε αυτή η πτυχή του θέματος, υποστήριξε ότι τόσο η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7, όσο και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, στην οποία η ενάγουσα στηρίζει πλέον την αξίωσή της, επειδή δεν αναφέρθηκε από τον ΜΕ ότι το Τεκμήριο 7, συγκρίθηκε με την αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο ως μαρτυρία, ενώ επικαλέστηκε σχετική νομολογία. Όμως, η συγκεκριμένη περίπτωση διαφοροποιείται από την υπόθεση που επικαλέστηκαν οι συνήγοροι των εναγομένων, αφού αναφέρεται ρητά στη γραπτή δήλωση του ΜΕ1 ότι, (α) η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7, αποτελεί ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας (άρθρο 22
(2)του ΚΕΦ. 9), (β) ότι η καταχώριση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της (άρθρο 22
(2)του ΚΕΦ. 9), (γ) ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της (άρθρο 22
(2)του ΚΕΦ. 9). Πράγματι όμως ο ΜΕ δεν ανέφερε ότι το Τεκμήριο 7 έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό (άρθρο 22
(3)του ΚΕΦ. 9), το οποίο μάλιστα αποτελεί επιτακτική ανάγκη για απόδειξη του οφειλομένου υπολοίπου ποσού, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αντίγραφο της καταχώρισης, στην περίπτωσή μας το Τεκμήριο 7, ως απόδειξη. Αλλά τούτο, δηλαδή ότι συγκρίθηκε και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό, εξάγεται από τα συμφραζόμενα του ΜΕ στη σχετική περί τούτου μαρτυρία του. Δεν χρειάζεται να γίνεται ειδική αναφορά ότι συγκρίθηκε και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Αρκεί να εξάγεται τούτο από τη σχετική μαρτυρία του μάρτυρα, που στην παρούσα περίπτωση διαπιστώνεται τούτο από τη μαρτυρία του μάρτυρα που εξήγησε πως ενήργησε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν χρειαζόταν να αναφέρει οτιδήποτε γι΄ αυτό το θέμα, δηλαδή σύγκρινε το Τεκμήριο 7, με την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που εμφαίνετο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας, αφού ο εναγόμενος 1 έλαβε όλο το ποσό των €98.500 στις 16.3.2012 και δεν κατέβαλε κανένα ποσό και ως εκ τούτου αφού αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις, πλην του συμφωνηθέντος τόκου, το μόνο ποσό που παρέμενε ήταν το ποσό των €98.500, συν ο συμφωνηθείς τόκος, ως η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, που ετοίμασε ο ίδιος ο ΜΕ. Επομένως πληρείται και το άρθρο 22
(3)του ΚΕΦ.
- Επομένως ούτε αυτή η θέση της υπεράσπισης μπορεί να ευσταθήσει και απορρίπτεται. ΚΥΜΑΙΝΟΜΕΝΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ Οι εναγόμενοι 1 και 2, διατείνονται ότι, επειδή δεν προσφέρθηκε μαρτυρία για την διακύμανση του επιτοκίου και ότι έπρεπε το επιτόκιο ως τέτοιο να συνάδει με αυτό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.), δεν αποδείχθηκε το επιτόκιο που έπρεπε να χρεώνεται ο λογαριασμός. Μάλιστα επικαλέσθηκαν ότι το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση. Πράγματι το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση για την πρωτογενή και δευτερογενή νομοθεσία. Όντως το επιτόκιο σε συμβάσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο που υπογράφηκαν μέχρι τις 31.12.2017 συμβαδίζει με αυτό της Ε.Κ.Τ.. Όμως στην παρούσα περίπτωση η σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 1, είναι ημερομηνίας 13.3.2012 και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή η σχετική νομοθεσία. Συνεπώς απορρίπτεται και αυτή η θέση των εναγομένων 1 και
- ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΓΓΥΗΣΗΣ Πρώτα από όλα να λεχθεί ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η εναγόμενη 2 ενημερώθηκε με επιστολή, Τεκμήριο 6, για τον τερματισμό της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, και του λογαριασμού που διατηρείτο γι΄ αυτό τον σκοπό, όπως αναφέρεται στον όρο 13 της σύμβασης εγγύησης, όχι όμως και στη σύμβαση υποθήκης στην οποία δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση της ενάγουσας. Η υποχρέωση για ειδοποίηση υφίσταται όταν προβλέπεται στη σύμβαση εγγύησης ή στη σύμβαση υποθήκης, βλ. υπόθεση Lombard, ανωτέρω. Όσον αφορά τις συνθήκες πριν και κατά την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης στην παράγραφο 25 της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 2, αναφέρεται και δηλώνει ρητά η εναγόμενη 2 ότι ενημερώθηκε δεόντως από την ενάγουσα με επιστολή που της επιδόθηκε προσωπικά και με την οποία επισυνάφθηκε γραπτή δήλωση του εναγόμενου 1 ως προς τα περιουσιακά στοιχεία και τις τυχόν επιβαρύνσεις και ότι πριν την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης είχε την ευκαιρία ελεύθερης και ατομικής διαπραγμάτευσης σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία. Επομένως ενημερώθηκε για το περιεχόμενο της και με ελεύθερη βούληση υπέγραψε αυτή. Ο ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΟΤΙ ΑΓΝΟΕΙ ΚΑΙ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΌΤΙ ΥΠΕΓΡΑΨΕ Η ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ 2 ΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΓΓΥΗΣΗΣ Οι συνήγοροι των εναγομένων 1 και 2 δεν προέβηκαν σε αντεξέταση του ΜΕ γι΄ αυτό το θέμα, ούτε εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 2, η εναγόμενη
- Το Δικαστήριο αποφαίνεται, με βάση το Τεκμήριο 2, το οποίο γίνεται αποδεκτό ως εξ΄ ακοής μαρτυρία, για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν και προηγουμένως, ότι η εναγόμενη 2 υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο
- Κατά συνέπεια η εισήγηση για άκυρη σύμβαση εγγύησης απορρίπτεται. ΥΠΟΘΗΚΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΓΚΥΡΗΣ ΥΠΟΘΗΚΗΣ Σύμφωνα με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965, ως τροποποιήθηκε, άρθρο 2 ο όρος υποθήκη σημαίνει επιβάρυνση συσταθείσα επί ακινήτου με τη βούληση του κυρίου του προς εξασφάλιση οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεση, κάποιου χρηματικού χρέους ή υποχρέωσης και περιλαμβάνει, χωρίς περιορισμό, τις μετά τη διάσπαση υποθήκες όπως ο όρος αυτός αναφέρεται και στο άρθρο 32Α. Σύμφωνα με το άρθρο 4 ο εγγεγραμμένος κύριος ακινήτου δύναται να υποθηκεύσει τούτο. Σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 21 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, για να είναι έγκυρη η υποθήκη χρειάζεται
(1)όπως η δήλωση υποθήκης υπογραφεί από τον κύριο του ακινήτου της, και
(2)από το πρόσωπο προς όφελος του οποίου θα συσταθεί,
(3)τίτλος ιδιοκτησίας που να αποδεικνύεται ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι ο κύριος του ακινήτου,
(4)η βεβαίωση της υπογραφής τους,
(5)να περιγράφεται το ακίνητο,
(6)σύμβαση υποθήκης,
(7)βεβαίωση ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης και δανειστής είναι τα πρόσωπα που δηλώνουν τούτο,
(8)ότι επιθυμούν να γίνει η εγγραφή υποθήκης και
(9)ότι γνωρίζει ο ένας τον άλλο. Όλα τα πιο πάνω διαφαίνονται και διαπιστώνονται από το Τεκμήριο 3 και αποδεικνύονται από το γεγονός ότι η υποθήκη έλαβε αριθμό Υ988/2012 αφού έγινε δεκτή και υπογράφηκε από κτηματολογικό λειτουργό όπως διαπιστώνεται από την 3η σελίδα του Τεκμηρίου
- Αν δεν ήταν κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου η εναγόμενη 2 δεν θα υπογραφόταν το Τεκμήριο 3 από τον κτηματολογικό λειτουργό και δεν θα λάμβανε αριθμό υποθήκης. Στη δική μας περίπτωση η σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 1, είναι απόλυτα έγκυρη και νόμιμη όπως και η ίδια η σύμβαση υποθήκης, Τεκμήριο
- Επομένως η εισήγηση για μη έγκυρη υποθήκη απορρίπτεται. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή επιτυγχάνει εναντίον των εναγομένων 1 και
- Η ανταπαίτηση δεν υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε μαρτυρία. Ενόψει δε και της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, ομού και κεχωρισμένα, για το ποσό των €180.107,46 με τόκο 8,50% από 1.7.2019 ετησίως μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω εναντίο της εναγόμενης 2 εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Β της αξίωσης της Έκθεσης Απαίτησης, πλέον έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ομού και κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα, καθότι η απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάσθηκαν και η ανταπαίτηση αφορούσε δήλωση και διάταγμα ακύρωσης της υποθήκης, για την οποία υποθήκη ζητείτο και εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της στην απαίτηση. (Υπ.) ...................................... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο