BHOGAL κ.α. ν. CHAWLA κ.α., Αρ. Αγωγής: 368/2019, 20/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 368/2019 Μεταξύ: 1.XXXXX XXXXX BHOGAL
- XXXXX XXXXX BHOGAL Εναγόντων -και-
- XXXXX CHAWLA 2.J.B CYPRUS SHORES LIMITED 3.ΕΦΟΡΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29.10.2019 ΓΙΑ AΚΥΡΩΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 2.10.2019 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20 Μαρτίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Εναγόμενους 1 και 2: κ. Χαπάρης για Y. Habari & Co. LLC Για Καθ΄ ων η αίτηση - Ενάγοντες: κ. Κ. Χοίρα για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση (στο εξής Καθ΄ ων η αίτηση) καταχώρησαν στις 28.3.2019 γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 Θ.1) με το οποίο αξιώνονται διάφορα ακυρωτικά διατάγματα και/ή αποφάσεις, που σχετίζονται με τη συμφωνία πώλησης μετοχών ημερομηνίας 21.1.2019 που κατείχαν οι Καθ΄ ων η αίτηση σε συγκεκριμένη εταιρεία που αποξενώθηκαν χωρίς τη θέληση τους, κατόπιν δόλου ή απάτης ή ψευδών παραστάσεων, καθώς και απόφαση για το ποσό των €100.000 ένεκα παράβασης της σύμβασης ημερομηνίας 21.1.2019, ενώ ταυτόχρονα καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα, 28.3.2019, μονομερής αίτηση, η οποία ορίστηκε στις 28.3.2019 και στη συνέχεια 29.3.2019, για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία, αφού πρώτα εκδόθηκαν όλα, πλην ενός, τα διατάγματα κατά την ημερομηνία αυτή, στη συνέχεια, αφού καταχωρήθηκε ένσταση και έγινε ακρόαση αυτής, κατέστησαν απόλυτα με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.6.
- Στις 26.6.2019 ο δικηγόροι που εκπροσωπούσαν τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές (στο εξής Αιτητές) καταχώρισαν έγγραφο ειδοποίηση στο Πρωτοκολλητείο, η οποία καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου, με κοινοποίηση στους δικηγόρους των Καθ΄ ων η αίτηση, ότι έπαυσαν να ενεργούν ως δικηγόροι των Αιτητών και ότι δεν εκπροσωπούσαν πλέον αυτούς και ότι δεν θα καταχωρούσαν σημείωμα εμφάνισης. Στη συνέχεια, αφού καταχωρήθηκε έκθεση απαίτησης στις 6.9.2019, έγινε μονομερής αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον των Αιτητών ημερομηνίας 6.9.2019 λόγω μη εμφάνισης και εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στις 2.10.
- Στις 29.10.2019 καταχωρήθηκε από τους Αιτητές η υπό κρίση αίτηση για παραμερισμό της αναφερθείσας απόφασης ημερομηνίας 2.10.2019, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με την οποία επισυνάπτονται τέσσερα Τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 1 επιστολή ημερομηνίας 24.6.2019 των προηγούμενων δικηγόρων τους με την οποία πληροφορούσαν τον Αιτητή 1 ότι θα αποσυρθούν από δικηγόροι τους και ότι αν δεν καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει απόφαση εναντίον τους και ότι εφόσον καταβληθούν τα έξοδα τους ο φάκελος της υπόθεσης ήταν στη διάθεση τους. Ως Τεκμήρια 2 και 3 αλληλογραφία με τον Παγκύπριο δικηγορικό σύλλογο. Ως Τεκμήριο 4 αλληλογραφία με τους προηγούμενους δικηγόρους του. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2 θ.1, 6
(4), 9, Δ.16 θ.1, 2, 3, 7, Δ.17 θ.2, 3, 5, 7, 10, 11, Δ.20 θ.1, Δ.19 θ.1, Δ.21 θ.1, Δ.48 θ.1, 2, 3, 8, 9, Δ.39 θ.1 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στο ΚΕΦ.9, στη νομολογία, τη σύμφυτη και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Στην αίτηση αυτή, οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στις 31.12.2019 με την οποία προβάλλονται 9 λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν, ότι
(1)η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη,
(2)δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις παραμερισμού,
(3)οι αιτητές επέδειξαν αδιαφορία τέτοια που ισοδυναμεί με περιφρόνηση Δικαστηρίου,
(4)δεν δικαιολογείται η μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης,
(5)δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση,
(6)δεν παρατέθηκε αιτιολογημένο υποστηρικτικό υλικό με την αίτηση,
(7)δεν απαιτείται η επίδοση της έκθεσης απαίτησης και οι
(8)Αιτητές δεν ήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Επίσης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να καταγραφεί, με την οποίαν επισυνάπτεται ως Τεκμήριο A ηλεκτρονικά μηνύματα. Η ένσταση στηρίζεται στην ίδια νομική βάση, στην οποία βασίζεται και η αίτηση. Ο δικηγόρος των Αιτητών στην αγόρευση του αφού προέβη σε μία σύντομη εισαγωγή σχετική με τη Δ.17 θ.10, στη συνέχεια προσδιόρισε τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Αιτητών ως ακολούθως: «
- Ο Εναγόμενος έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση.
- Έχει δείξει ενδιαφέρον για την υπόθεση από την αρχή της διαδικασίας.
- Έχει αξιοποιήσει το χρόνο που μεσολάβησε από την καταχώρηση της Αγωγής και την διακοπή της συνεργασίας του με τους προηγούμενους δικηγόρους μέχρι την έκδοση της απόφασης.
- Ο Εναγόμενος ενδιαφέρθηκε για την διαδικασία πριν ληφθούν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του.
- Ο χρόνος από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης δεν ήταν τέτοιος που να δείχνει ασέβεια ή περιφρόνηση προς την διαδικασία.
- Καμία βλάβη ή ζημία θα υποστούν οι Ενάγοντες από τον παραμερισμό καθώς τα διατάγματα που εκδόθηκαν θα παραμείνουν σε ισχύ και έχουν ήδη πληρωθεί στους Ενάγοντες το ποσό των €5.000 έναντι των μέχρι σήμερα εξόδων τους.» Γι΄ αυτό το τελευταίο διευκρίνισε ότι πρόκειται να πληρωθεί στους δικηγόρους των καθ΄ ων η αίτηση. Στη συνέχεια αφού παραθέτει χρονολογικά τα γεγονότα που σχετίζονται με τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων, όπως αυτός τα αντιλαμβάνεται, και τη χρονολογική σειρά των διαβημάτων των δύο πλευρών από την έγερση της αγωγής μέχρι την έκδοση της απόφασης, καθώς και αυτά που προέβηκαν οι αιτητές μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον τους, ακολούθως παραθέτει τις θέσεις και εισηγήσεις του γιατί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών, δίνοντας έμφαση στους αναφερθέντες πιο πάνω λόγους και ιδιαίτερα ότι οι αιτητές έχουν καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, όπως και μη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, τέτοια που να αποτελεί περιφρόνηση προς το Δικαστήριο. Για την κάθε κύρια θέση και εισήγηση, που ως αναφέρθηκε αιτιολογεί με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία, παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Από την άλλη ο συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση, αφού προβαίνει και αυτός, χρονολογικά, στο ιστορικό που περιβάλλει την υπόθεση και την παρούσα αίτηση, καθώς και τι ζητείται με την αίτηση και τι προβάλλεται με την ένσταση, στη συνέχεια αναφέρεται στις αρχές που εφαρμόζονται σε αίτηση παραμερισμού απόφασης, ως καθιερώθηκαν από τη νομολογία. Ακολούθως απορρίπτει ως αβάσιμη την αιτιολόγηση μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των αιτητών, εξηγώντας αυτή τη θέση του με αναφορά στα γεγονότα και τη Δ.16 θ.7 και δη ότι συμμετείχαν στη διαδικασία και έλαβαν γνώση για τις συνέπειες μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Επίσης οι αιτητές δεν αποκάλυψαν καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση, δίνοντας έμφαση ότι δεν γίνεται καμία αναφορά σε σχέση με τον τρόπο καταβολής των χρημάτων από τον αιτητή
- ΑΡΧΕΣ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΕΡΗΜΗΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Σύμφωνα με την Δ.17 θ.10, απόφαση που λαμβάνεται κατ' αυτόν τον τρόπο δύναται να παραμεριστεί. Η Δ.17 θ.10 έχει ως ακολούθως: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με τέτοιους όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Το Ανώτατο Δικαστήριο έχοντας ως κατευθυντήρια υπόθεση την κλασική υπόθεση EVANS ν. BARTLAM, 1937 2 ALL E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης. Έκτοτε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επαναλήφθηκαν και επαναβεβαιώθηκαν οι ίδιες αρχές που υιοθετήθηκαν με βάση την Evans πιο πάνω. Πρωταρχικής σημασίας είναι (α) η αποκάλυψη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης και (β) η εξήγηση για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου (βλ. υποθέσεις Ioannis Kotsapas and sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Company
(1967)1 CLR 317, Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Ζήνων Μερκής v. Yiannoukas Holiday Ltd and another
(1994)1 A.A.Δ. 736, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd
(1997)1 (A) Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Κλεάνθους v. Tradex Ltd
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 988, Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου v. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528, Κάτια Χριστοφόρου κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 86, Χατζηνικολάου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1179, Bush v. Γιάννη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1342, ΣΠΕ Παλλουριώτισας v. Αρτέμη
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1762, Καλλής v. Alpha Bank
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 793, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101, Salamis Ltd v. Bata Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1767, Τεγκεράκης ν. Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 289, Orams v. Αποστολίδης
(2006)1 Α.Α.Δ. 140, Καψού v. Alpha Bank
(2008)1 Α.Α.Δ. 1135, Παρασκευόπουλος v. Παρασκευόπουλου
(2009)1 Α.Α.Δ. 502, Κυριάκου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 2006, Νέμιτσας v. Chaparian
(2011)1 Α.Α.Δ. 806, Δωρίτης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 314, Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647 , Τσεσμελογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64, Sokolow S.A. Oddzial Zaklady Miesne Wkole n. Lope Enterprises Limited ECLI:CY:AD:2014:A884, Πολιτική Έφεση 346/2009, ημερομηνίας 21.11.2014, Τρύφωνος κ.ά. ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης, ECLI:CY:AD:2014:A363, Πολιτική Έφεση 400/2011, ημερομηνίας 30.5.2014, NJM Democars Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση 121/2010, ημερομηνίας 14.10.2015, Wakeham v. Audar Majid Bhatti ECLI:CY:AD:2016:A255, Πολιτική Έφεση 49/2011, ημερομηνίας 25.5.2016, Ευσταθίου κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd ECLI:CY:AD:2017:A344, Πολιτική Έφεση Αρ. 130/2012, ημερομηνίας 10.10.2017, και NTR Beach Diners Ltd κ.ά. ν. Adamou Construction and Maintenance Ltd ECLI:CY:AD:2018:A18, Πολιτική Έφεση 373/2012, ημερομηνίας 15.1.2018. Στην υπόθεση ΜΕΡΚΗ v. YIANNOUKAS, πιο πάνω, στις σελίδες 748 και 749 συνόψισαν το σκεπτικό της υπόθεσης Evans v. Bartlam, ανωτέρω, ως ακολούθως: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν΄ αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεση, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Στην υπόθεση ΠΑΤΟΥΡΗ v. HELLENIC BANK LTD
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2123, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄ αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης.» Επίσης λέχθηκαν και τα εξής: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα στοιχεία καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση PHYLACTOU AND OTHERS ν. MICHAEL
(1982)1 C.L.R. 204, 210, λέχθηκε ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Τούτο επαναλήφθηκε στην υπόθεση Αντρέας Ιωάννου ν. Σκάφος Veronica
(2003)1 (A) Α.Α.Δ. 437. Βλ. επίσης G&A Optus Electronics Services Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 814, Γεωργίου κ.ά. v. Χριστοδούλου
(2011)1 Α.Α.Δ. 561, Δωρίτης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 314 και Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647. Η ΜΗ ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι οι καθ΄ ων η αίτηση έπρεπε, αν και δεν προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, ως θέμα πρακτικής να επέδιδαν την έκθεση απαίτησης στους αιτητές, αφού μέσω αυτής στοιχειοθετείται από τη μία η απαίτηση των καθ΄ ων η αίτηση και από την άλλη οι αιτητές θα λάμβαναν γνώση των γεγονότων επί των οποίων κινήθηκε η αγωγή και τι θα αντιμετώπιζαν, δεδομένου μάλιστα ότι στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο γίνεται αναφορά σε δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις, χωρίς λεπτομέρειες, ενώ υπάρχει η δυνατότητα με την έκθεση απαίτησης, αφού δεν υπάρχει απαγόρευση διαφοροποίησης από τους Κανονισμούς, να διαφοροποιήσουν το αιτητικό τους. Από την άλλη οι καθ΄ ων η αίτηση με αναφορά στην Δ.17 θ.3 στην οποία προνοείται: «Where the writ of summons is for a liquidated demand, whether specially indorsed or otherwise, and the defendant fails, or all the defendants, if more than one, fail, to appear thereto, the plaintiff may apply for judgment for any sum not exceeding the sum claimed by the writ, together with interest at the rate specified in the claim (if any) and costs.» Σε μετάφραση: «Όπου το κλητήριο ένταλμα είναι για ξεκαθαρισμένη απαίτηση είτε ειδικά οπισθογραφημένο είτε όχι και ο Εναγόμενος παραλείπει ή όλοι οι Εναγόμενοι, αν είναι περισσότεροι του ενός παραλείπουν να εμφανισθούν, ο Ενάγοντας μπορεί να αποταθεί για απόφαση για οιονδήποτε ποσό που να μην υπερβαίνει την απαίτηση του κλητηρίου εντάλματος μαζί με τόκο στο βαθμό που καθορίζεται στην απαίτηση (αν υπάρχει) και έξοδα.», καθώς και στην Δ.48 θ.8 στην οποία προβλέπεται ότι αίτηση δυνάμει της Δ.17 θ.3 γίνεται μονομερώς και με επίκληση της υπόθεσης Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Αρ.1)
(1997)1 ΑΑΔ 802 στην ποία λέχθηκε ότι: «δεν επιβάλλεται από τους θεσμούς ως προϋπόθεση η επίδοση της έκθεσης απαίτησης πριν την έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης του εναγόμενου να εμφανιστεί, παρέχεται όμως διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει τέτοια επίδοση, η οποία συνήθως διατάσσεται σε περιπτώσεις όπου η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη», εισηγήθηκε ότι, όχι μόνο τους δινόταν αυτή η δυνατότητα, αλλά από τα γεγονότα που αναφέρθηκαν στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, στην οποία έφεραν ένσταση και εκδικάστηκε, γνώριζαν όλα τα γεγονότα που οι καθ΄ ων η αίτηση καταλόγιζαν στους αιτητές. Η πιο πάνω θέση των αιτητών δεν έχει ούτε νομικό, ούτε πραγματικό έρεισμα, αφού, ως καταδεικνύεται από την Δ.48 θ.8
(1)και Δ.17 θ.3 και 11, η αίτηση για απόφαση μπορούσε να γίνει μονομερώς και μόνο αν διάταζε το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να επιδοθεί θα έπρεπε να επιδοθεί, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, Βλ. υπόθεση Κυριακή Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64, στην οποία αναφέρθηκε, «Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, είναι γεγονός ότι δεν χρειάζεται επίδοση της έκθεσης απαίτησης στον εναγόμενο, εφόσον δυνάμει της Δ.17 θ.11, εκείνο το οποίο χρειάζεται είναι σε περίπτωση παράλειψης εμφάνισης να αποδειχθεί η επίδοση του κλητηρίου και όπου αυτό δεν είναι ειδικώς οπισθογραφηθέν δυνάμει της Δ.2 θ.6, τότε με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, ο ενάγων δύναται να αιτηθεί ex parte τη λήψη απόφασης. Η Δ.17 θ.11, προνοεί ειδικά για αίτηση ex parte, εφαρμοζόμενης έτσι αυτής της μονομερούς διαδικασίας εφόσον κατά τα άλλα, η Δ.48 θ.8 δεν περιλαμβάνει τη Δ.17 θ.11 στις πρόνοιες της. Η υπόθεση Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd - πιο πάνω -, αποτελεί επίσης αυθεντία ότι πράγματι η πρακτική να επιδίδεται η έκθεση απαίτησης στον εναγόμενο, ιδιαίτερα σε υποθέσεις μη εκκαθαρισμένων απαιτήσεων, δεν εξισώνεται με δικονομικό κανόνα, (ο οποίος, ας σημειωθεί, εισήχθη μεταγενέστερα στην Αγγλία - δέστε Annual Practice 1970, σελ. 113-115, O.13, r.6).», ενώ ως προς τη γνώση των γεγονότων που στοιχειοθετούν το δόλο ή την απάτη ή τις ψευδείς παραστάσεις αυτή περιήλθε σε γνώση των αιτητών με την επίδοση σε αυτούς της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που συνόδευε αυτή μαζί με τα επισυναπτόμενα τεκμήρια και το διάταγμα που εκδόθηκε, στην οποία αίτηση και διάταγμα έφεραν ένσταση και κατόπιν ακρόασης το διάταγμα κατέστη απόλυτο. Σημειώνεται δε ότι η έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε συμπλέει με τις αξιώσεις του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και συμπίπτει με τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα. Έπεται ότι η θέση αυτή των αιτητών απορρίπτεται. ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΒΑΣΙΜΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ Η εκ πρώτης όψεως καλή ή βάσιμη υπεράσπιση που εισηγούνται οι αιτητές ότι κατέδειξαν στο Δικαστήριο έχει δύο πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας βασίζεται
(1)στην υπογραφή της συμφωνίας αγοράς των μετοχών από τον αιτητή 1 από τους καθ΄ ων η αίτηση και
(2)στην απόδειξη εξόφλησης του τιμήματος της συμφωνίας ημερομηνίας 7.2.2019, ημέρα κατά την οποία οι καθ΄ ων η αίτηση υπέγραψαν, (α) τα έντυπα μεταβίβασης των μετοχών, (β) επιστολή παραίτησης από διευθυντές, (γ) επιστολή παραίτησης από γραμματέα, (δ) απόφαση της εταιρείας για τη μεταβίβαση των μετοχών και (ε) απόφαση της εταιρείας για παραίτηση των καθ΄ ων η αίτηση από διευθυντές, ενώ στην παρουσία των καθ΄ ων η αίτηση υπεγράφη από τον αιτητή 1 (
- i)επιστολή διορισμού διευθυντή και (
- ii)επιστολή διορισμού γραμματέα. Ο δεύτερος πυλώνας στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι το τίμημα της συμφωνίας αγοράς των μετοχών καταβλήθηκε από τον αιτητή στους καθ΄ ων η αίτηση από χρήματα που εξασφάλισε από συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο, που γνώρισε στην Κύπρο και ο οποίος γνωρίζει τον καθ΄ ου η αίτηση 1, το οποίο αυτό πρόσωπο δραστηριοποιείται στην Κύπρο και στα πλαίσια συνεργασίας τους αυτό το πρόσωπο θα αποκτούσε το 10% της εταιρείας Ayruresh Investments Limited που ανήκει στον αιτητή 1 έναντι του τιμήματος των €200.000. Ως εκ τούτων εισηγείται ότι οι αιτητές έχουν καταδείξει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν θα πρέπει να εξισώσει το επίπεδο απόδειξης με αυτό της κανονικής δίκης. Επί πλέον για να καταδείξει την ασυνέπεια, αλλά και το ψεύδος του ισχυρισμού των καθ΄ ων η αίτηση ότι δεν καταβλήθηκε το τίμημα επισημάνθηκε στο Δικαστήριο ότι ο αιτητής 1 είπε πολλές φορές ψέματα στους δικηγόρους του και αν και είχε πολλές ευκαιρίες να αλλάξει τη θέση του δεν το έπραξε. Ως προς τον πρώτο πυλώνα δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών, αφού συμφωνούν ότι τα γεγονότα που περιστοιχίζουν τον πυλώνα αυτό έτσι είναι. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι προέβηκαν στις πιο πάνω ενέργειες ακριβώς λόγω δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων. Επίσης ο καθ΄ ου η αίτηση 1 παραδέχεται ότι όταν ρωτήθηκε από τους δικηγόρους του αν καταβλήθηκε το τίμημα απάντησε θετικά και έκδωσε την απόδειξη εξόφλησης. Δικαιολογεί όμως τούτο ότι ήταν το αποτέλεσμα της εμπιστοσύνης που έδειξε στον αιτητή 1 ο καθ΄ ου η αίτηση 1 από την συμπεριφορά του, όπως αυτή περιγράφεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και ξεγελάστηκε. Ως προς τον δεύτερο πυλώνα οι καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε καταβλήθηκε το τίμημα της συμφωνίας αγοράς των μετοχών τους από τον Αιτητή 1, καλώντας αυτόν να καταδείξει με ποιο τρόπο καταβλήθηκε το τίμημα σε αυτούς, δηλαδή αν είναι με μετρητά, έμβασμα, επιταγή ή άλλως πως. Δεν διαφωνώ με το δικηγόρο των αιτητών ότι το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εκείνο το οποίο καλείται να αποφασίσει είναι αν οι αιτητές καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση και όχι εάν έχουν αποδείξει υπεράσπιση που θα οδηγούσε σε απόρριψη της αγωγής μετά από αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όμως η εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση που καλούνται οι αιτητές να καταδείξουν σχετίζεται άμεσα με την κατ΄ ισχυρισμό καταβολή του τιμήματος της αγοράς των μετοχών από τον αιτητή 1. Συνεπώς οι αιτητές πρέπει να καταδείξουν εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση ως προς τούτο, το οποίο οι καθ΄ ων η αίτηση αρνούνται και όχι οτιδήποτε άλλο έγινε, που δεν αμφισβητείται, με προοπτική τούτο, το οποίο οτιδήποτε άλλο έγινε και κατέστησε τον αιτητή 1 ιδιοκτήτη της εταιρείας, ήταν το αποτέλεσμα δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων. Με απλά λόγια ότι καταβλήθηκε το τίμημα των μετοχών από τον αιτητή 1 στους καθ΄ ων η αίτηση και όλα τα έγγραφα που καταδεικνύουν την καταβολή του τιμήματος με εξέχον στοιχείο το μαχητό τεκμήριο της απόδειξης εξόφλησης του τιμήματος, δεν αποτελούν προϊόν δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων. Επομένως το Δικαστήριο, χωρίς να προβαίνει σε καμία αξιολόγηση, προχωρεί να αποφασίσει αν ο ισχυρισμός ότι κατέβαλε το τίμημα από χρήματα που έλαβε από άλλο φυσικό πρόσωπο καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να αποτελέσει και να καταδείξει εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση γιατί οι αιτητές δεν παρουσίασαν και δεν επισύναψαν κανένα στοιχείο και κανένα έγγραφο που να φαίνεται ότι όντως υπήρξε κάποια συνεργασία, όπως αυτή περιγράφεται στην αίτηση, μεταξύ του αιτητή 1 και του αναφερθέντος προσώπου, όπως και η προέλευση και ο τρόπος καταβολής του τιμήματος, δηλαδή αν ήταν μετρητά, έμβασμα ή επιταγή ή άλλως πως. Αναμένεται ότι ο αιτητής που επικαλείται σχετικούς ισχυρισμούς για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην εναντίο του να παρέχει επαρκή στοιχεία, έτσι ώστε να αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή και βάσιμη υπεράσπιση προς το σκοπό αυτό. Στην περίπτωση μας απουσιάζουν αυτά τα στοιχεία. Ως εκ τούτου οι λόγοι για τους οποίους προβάλλουν οι αιτητές ότι έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση έτσι ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπεράσπιση τους, παραμερίζοντας το Δικαστήριο την ερήμην εναντίο τους απόφαση, δεν μπορεί να ευσταθίσουν. Επομένως οι αιτητές δεν κατέδειξαν εκ πρώτης όψεως καλή ή βάσιμη υπεράσπιση. ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ Αν και η τύχη της αίτησης έχει προδιαγραφεί, εξετάζοντας τους λόγους μη εμφάνισης των αιτητών όπως αυτοί προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αυτοί δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη εμφάνιση τους, γιατί οι προηγούμενοι δικηγόροι τους με την επιστολή τους ημερομηνίας 24.6.2019 ανέφεραν ξεκάθαρα στους αιτητές ότι αυτοί θα αποσυρθούν από δικηγόροι τους και ότι χωρίς διοριστήριο δικηγόρου και σημείωμα εμφάνισης το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει απόφαση εναντίο των αιτητών και γι΄ αυτό το λόγο ρητά αναφέρουν στον αιτητή 1 ότι πρέπει να διορίσει άλλο δικηγόρο για να τους εκπροσωπήσει και ταυτόχρονα του ανέφεραν ότι θα στείλουν επιστολή στο Πρωτοκολλητείο για απόσυρση τους. Επίσης του αναφέρουν ότι μπορεί να παραλάβει όλα τα σχετικά έγγραφα από τα γραφεία τους μόλις διευθετήσει την εκκρεμούσα και συμφωνημένη αμοιβή τους και ότι αυτή η απόφαση τους είναι τελική και μη αναστρέψιμη. Με την επιστολή του ο αιτητής 1 ημερομηνίας 16.8.2019, δηλαδή σχεδόν δύο μήνες μετά την επιστολή ημερομηνίας 24.6.2019 των προηγούμενων δικηγόρων των αιτητών, προς τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, οι αιτητές προβαίνουν σε παράπονο εναντίο των προηγούμενων δικηγόρων τους και δεν αναφέρουν ότι δεν έβρισκαν δικηγόρο να διορίσουν για να τους εκπροσωπήσει ή ότι ήθελαν βοήθεια για να βρουν δικηγόρο ή βοήθεια για να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης. Το μόνο σχετικό με την υπόθεση που αναφέρει ο αιτητής 1 είναι ότι οι προηγούμενοι δικηγόροι τους δεν αναφέρουν στην επιστολή τους ημερομηνία που είναι ορισμένη η υπόθεση. Όμως δεν ήταν ορισμένη η υπόθεση σε κάποια ημερομηνία και δεν την αναφέρουν. Οι προηγούμενοι δικηγόροι ορθά του ανέφεραν ότι χωρίς διοριστήριο δικηγόρου και σημείωμα εμφάνισης ότι το Δικαστήριο μπορούσε να εκδώσει απόφαση εναντίο τους. Πρέπει να τονισθεί ότι όταν οι προηγούμενοι δικηγόροι τους έστειλαν την επιστολή ημερομηνίας 24.6.2019 στον αιτητή 1 τα δικηγορικά γραφεία ήταν ανοικτά, δεν ήταν σε διακοπές οι δικηγόροι, αλλά εργάζονταν και μπορούσε να βρει δικηγόρο να εκπροσωπήσει τους αιτητές με εύλογη προσπάθεια, όπως βρήκε και τους προηγούμενους δικηγόρους τους και εν πάση περιπτώσει μπορούσε άμεσα να ζητήσει βοήθεια από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο ή ακόμη να αποσταλεί επιστολή στο Πρωτοκολλητείο για το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι αιτητές για να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Η αναφορά του αιτητή 1 ότι επικοινώνησε με διάφορα δικηγορικά γραφεία αλλά δυστυχώς η συνεργασία μαζί τους δεν καρποφόρησε μέχρι το Σεπτέμβρη του 2019 που διόρισε τους τωρινούς δικηγόρους του στερείται στοιχείων αφού δεν παραθέτει κανένα στοιχείο όπως κάποια ονόματα δικηγόρων, ούτε κάποιες σχετικές έγγραφες επικοινωνίες με δικηγόρους. Ο περαιτέρω ισχυρισμός ότι η προσπάθεια του για διορισμό νέου δικηγόρου καρποφόρησε περί τα μέσα Σεπτεμβρίου αναδεικνύει ότι ο νέος δικηγόρος του είχε αρκετό χρόνο τουλάχιστον να ενημερώσει τους δικηγόρους των καθ΄ ων η αίτηση για την πρόθεση του να εκπροσωπήσει τους αιτητές και να τους καλούσε να μην προχωρήσουν με απόδειξη της υπόθεσης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης εξηγώντας τους το πρόβλημα που προέκυψε με τους προηγούμενους δικηγόρους τους, όπως και σχετική επιστολή προς το Δικαστήριο, αφού αν και η αίτηση για απόφαση καταχωρήθηκε στις 6.9.2019, αυτή ορίστηκε στις 2.10.2019, ότε και εκδόθηκε η απόφαση. Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης ημερομηνίας 29.10.2020, δεν βρίσκω ότι υπήρχε καθυστέρηση από την ημέρα έκδοσης της απόφασης. Όμως δεν είναι αυτό το ουσιαστικό στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού η παρούσα δεν είναι μία από τις περιπτώσεις που εκδόθηκε απόφαση χωρίς να εμφανισθεί καθόλου. Απεναντίας, αφού επιδόθηκε το κλητήριο και η αίτηση με το προσωρινό διάταγμα, διόρισαν τους προηγούμενους δικηγόρους τους και έλαβαν μέρος στη διαδικασία της αίτησης και του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος που εξέδωσε μονομερώς το Δικαστήριο, στο οποίο έφεραν ένσταση και αφού έγινε ακρόαση, το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα έγινε απόλυτο. Η αδιαφορία των αιτητών, που συνιστά περιφρόνηση του Δικαστηρίου, συνίσταται στο γεγονός ότι, κατ΄ ομολογία του αιτητή 1, από την ημερομηνία της επιστολής των προηγούμενων δικηγόρων τους ημερομηνίας 24.6.2019, αυτός διόρισε νέο δικηγόρο περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 2019, δηλαδή σχεδόν δύο μήνες μετά που αποσύρθηκαν οι προηγούμενοι δικηγόροι τους, αλλά και πάλι δεν προέβηκαν σε οιονδήποτε διάβημα για να καταστήσουν τον διορισμό του νέου δικηγόρου τους γνωστό στους αντιδίκους δικηγόρους τους και στο Δικαστήριο, παρά μόνο 27 ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον τους καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση. Οι αιτητές είχαν άφθονο χρόνο να προβούν σε διάφορες ενέργειες, μερικές εκ των οποίων αναφέρονται ανωτέρω, προτού εκδοθεί απόφαση εναντίον τους, αλλά αδιαφόρησαν σε βαθμό περιφρόνησης του Δικαστηρίου. Η αδιαφορία τους αυτή δεν θα πρέπει να επιβραβευθεί με αναγνώριση της ως συγχωρητέα, που σε περίπτωση που το Δικαστήριο έβρισκε ότι καταδείκνυαν εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση, να προχωρούσε σε παραμερισμό της εναντίον της απόφασης, γιατί τότε θα επηρεάζονταν τα δικαιώματα των καθ΄ ων η αίτηση που δεν φέρουν καμία ευθύνη για την εξέλιξη αυτή και αναμένουν να δρέψουν τους καρπούς της επιτυχίας τους. Το γεγονός ότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν προχώρησαν με μέτρα εκτέλεσης δεν έχει καμία σημασία, όπως καμία σημασία έχει και το γεγονός ότι οι αιτητές προτίθενται να καταβάλουν τα έξοδα των δικηγόρων των καθ΄ ων η αίτηση και δέχονται να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα που έγινε απόλυτο μετά από ακρόαση, που γι΄ αυτό το τελευταίο, αν παραμερίζετο η απόφαση θα επανέρχετο η πρότερα κατάσταση και δεν θα είχε καμία σημασία η αποδοχή ή μη της ισχύος του διατάγματος εκ μέρους των αιτητών. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω η αίτηση αποτυγχάνει. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται πλέον €2.000 συν ΦΠΑ υπέρ των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίο των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών ομού και κεχωρισμένως. (Υπ.): ......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο