ASSENOVO LTD ν. ΚΤΩΡΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 555/2020, 29/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 555/2020 Μεταξύ: ASSENOVO LTD Ενάγουσα -και- XXXXX ΚΤΩΡΙΔΗΣ Εναγόμενος ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6.3.2020 ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6.3.2020 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29 Μαΐου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Χρ. Ζίκκου Για Εναγόμενο - Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Ν. Δαμιανού για Ν.Κ. Κλεάνθους & Σία ΔΕΠΕ και Νίκος Δαμιανού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα καταχώρισε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο (Δ.2 Κ.1) στις 6.3.2020 με το οποίο αξιώνει εναντίον του εναγόμενου απαγορευτικό και προστακτικό διάταγμα, το οποίο έχει ως βάση την οχληρία, την παράνομη επέμβαση, τη στέρηση απόλαυσης, χρήσης και εκμετάλλευσης συγκεκριμένου υποστατικού (IGUANA) επί της οδού Μακένζυ. Λάρνακα, από τον εναγόμενο, καθώς και αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ταυτόχρονα στις 6.3.2020 που καταχωρήθηκε η αγωγή, καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση εκ μέρους της ενάγουσας - αιτήτριας, (στο εξής αιτήτρια), εναντίον του εναγόμενου - καθ΄ ου η αίτηση (στο εξής καθ΄ ου η αίτηση) με την οποία ζητεί το ακόλουθο διάταγμα: «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση/εναγόμενο και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους και/ή υπηρέτες αυτού και/ή συνεργάτες του από το να επεμβαίνουν και/ή προκαλούν οχληρία και/ή ενόχληση και/ή να παρεμποδίζουν με οιονδήποτε τρόπο την ομαλή λειτουργία του υποστατικού με την επωνυμία «Iguana» στην περιοχή Μακένζυ στη Λάρνακα μέχρι τελικής εκδικάσεως της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση βασίζεται επί των άρθρων 2, 4, 5, 7 και 9 του Κεφ.6, των άρθρων 29, 30, 31, 32, 41 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου N14/60, της Δ.9, Δ.48 θ.1-9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, των άρθρων 38(Β), 38 (Στ) του περί Ακίνητης ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ. 224), στα άρθρα 43 και 46 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στα άρθρα 9, 15, 16 και 23 του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του Κοινοδικαίου, των κανόνων της επιείκειας, των γενικών αρχών και συμφυών εξουσιών και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της αιτήτριας που συνοδεύει την αίτηση τα οποία δεν χρειάζεται να καταγραφούν αφού αυτά τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου. Με αυτή επισυνάπτονται εννέα
(9)τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 1, πιστοποιητικό σύστασης της αιτήτριας, ως Τεκμήριο 2, πιστοποιητικό διευθυντή και γραμματέα αυτής, ως Τεκμήριο 3, πιστοποιητικό μετόχων, ως Τεκμήριο 4, πιστοποιητικό έδρας, ως Τεκμήριο 5, επιστολή ημερομηνίας 7.1.2020 της ΑΗΚ προς το διευθυντή της αιτήτριας, ως Τεκμήριο 6, λογαριασμό Ιανουαρίου 2020 της CYTA στο όνομα της αιτήτριας, ως Τεκμήριο 7, επιστολή ημερομηνίας 4.3.2020 του Δήμου Λάρνακας, ως Τεκμήριο 8, κατηγορητήριο ποινικής υπόθεσης αρ. 8215/2019 από τον Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων εναντίο της αιτήτριας και του διευθυντή της και ως Τεκμήριο 9, κατηγορητήριο ποινικής υπόθεσης αρ. 3582/2019 από τη Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων εναντίο των ιδίων πιο πάνω προσώπων. Το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 6.3.2020, υπό τον όρο υπογραφής συγκεκριμένης εγγύησης και ορίστηκε επιστρεπτέο στις 16.3.
- Αφού η αίτηση και το διάταγμα επιδόθηκαν στον καθ΄ ου η αίτηση, αυτός διόρισε δικηγόρο ο οποίος εμφανίστηκε κατ΄ εκείνη την ημερομηνία και αφού ζήτησε χρόνο για καταχώριση ένστασης, καταχώρισε ένσταση στις 20.3.
- Λόγω του κοροναϊού η ακρόαση της αίτησης έλαβε χώρα στις 4.5.
- Η ένσταση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6 ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 2, 4 - 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60 ως έχει τροποποιηθεί άρθρα 2, 29, 30, 31, 32 και 41-43, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.39 Θ. 1, 2 και 6, Δ.48 Θ.1 -4, 8-9, Δ.64 Θ.1 και 2, στα άρθρα 2, 27, 37, 43, 46 και 47 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στα άρθρα 2, 3, 5, 6(α)(β)(γ)(ζ)(η), 6Β, 7, 8, 14, 15(Ι)(γ)
(2)
(3)
(4)του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις Νόμος 139(Ι)/1991, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Συνθήκη για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων άρθρα 6, 10, 13, 14 και 34, στις αρχές της επιείκειας και στο Κοινοδίκαιο, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην ακολουθητέα πρακτική, στις γενικές, συμφυείς και σύμφυτες εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «(α) Το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, στη βάση των όσων ελλιπώς ή αναληθώς παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ή και λόγω της μη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων ή και εγγράφων από μέρους των εναγόντων, εξεδόθη κατά παράβαση των προνοιών του Ν.139(Ι)/1991 και της νομολογίας του Ανωτάτου ή και βρίσκεται σε αντίθεση πε αναγκαστικού δικαίου πρόνοιες του ή και ποινικές ακόμη διατάξεις του. (β) Η βάση αγωγής ή και το αναφερόμενο ως αγώγιμο δικαίωμα ή ιστορικό αγωγής δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο ή και η βάση αγωγής επικαλείται παρανομία ή και δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή πιθανότητα επιτυχίας. (γ) Κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου στη βάση των πιο πάνω υπό (α) αναφερομένων δεν συνενώθηκε στην αγωγή και στην ενδιάμεση διαδικασία ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ή και δεν συνενώθηκαν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι στην αίτηση ή και δεν τηρήθηκε η ορθή διαδικασία και η καταχώρηση ή και συνέχιση της αγωγής ή και της αίτησης και επακόλουθα και του Διατάγματος πάσχει ή και δεν μπορεί να συνεχίσει ή και πρέπει να ακυρωθεί ή και η αίτηση και το Διάταγμα να απορριφθεί. (δ) Η αιτήτριαπαρέλειψαν να αποκαλύψουν σωρεία ουσιωδών γεγονότων και εγγράφων ή και να υποδείξουν ή και επιστήσουν τη προσοχή του Δικαστηρίου που εξέταζε μονομερώς την αίτηση σε αυτά ή και υπήρχε απόκρυψη ή και παράβαση της υποχρέωσης πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης ή και των καθηκόντων και υποχρεώσεων που επέβαλλε η μονομερής προσφυγή των Αιτητών στο Δικαστήριο ή και το καθήκον ύψιστης πίστης που είχαν οι Αιτητές. (ε) Με τις αιτούμενες θεραπείες ζητείται η επίλυση της όλης υπόθεσης στο στάδιο ενδιάμεσης αίτησης ή και ζητούνται τελικές θεραπείες χωρίς να ακουστεί ή προτού ακουστεί η κυρίως υπόθεση και θα ήταν αντινομικό να δοθούν ή διατηρηθούν προκαταβολικά χωρίς δυνατότητα τελικής εκδίκασης τέτοιου θέματος. (στ) Ζητούνται ενδιάμεσες θεραπείες ή και διάταγμα που να θέτει εξ αντικειμένου τον εναγόμενο σε παράβαση της σύμβασης ή και κατοχής του στο ακίνητο κατά τρόπο αντινομικό ή και υπέρμετρα άδικο κατά του εναγομένου σε κάθε δε περίπτωση η αιτούμενη ως ενδιάμεση θεραπεία ξεπερνά ακόμη και την νομική θέση ή και δικαίωμα που η αιτήτρια(αναληθώς και κατ΄απόκρυψη γεγονότων και εγγράφων παρουσίασαν). (ζ) Με δεδομένη τη φύση της σχέσης των διαδίκων και την εξ ορισμού εφαρμογή του νόμου στα κοινώς αποδεκτά ή και μη αμφισβητούμενα στη διαφορά των διαδίκων γεγονότα ή και θέσεις οι ενάγοντες είτε δεν έχουν δικαίωμα κατοχής κατ΄ αποκλεισμό του εναγομένου είτε ή τέτοιο δικαίωμα έληξε ή και δεν μπορεί να ισχύει πλέον και η εξακολούθηση ή παράταση της ισχύος του διατάγματος θα συνιστούσε παράβαση του νόμου ή και δυσμενή και άδικη μεταχείριση του εναγομένου κατά παράβαση του ισοζυγίου ταλαιπωρίας ή και του νόμιμου και εύλογου στη διατήρηση του διατάγματος. (η) Δεν υπάρχει το στοιχείο της ¨καλής βάσης αγωγής¨ ή ¨πιθανότητα επιτυχίας¨ ή ακόμη τα στοιχεία του ¨επείγοντος¨ ή της ¨αδυναμίας ή δυσκολίας θεραπείας μεταγενέστερα¨ ούτε και η αίτηση παρέθεσε ή απόδειξε τέτοια βάση ή πραγματικό υπόβαθρο. (θ) Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση ή διατήρηση των αιτούμενων Διαταγμάτων ή και θεραπειών. (ι) Δεν ευσταθούν τα ισχυριζόμενα γεγονότα και ισχυρισμοί της ενόρκου δηλώσεως της αίτησης. (ια) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική ή και άκυρη ή και χωρίς αξία ή υπόσταση αφού παραβαίνει τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.39 θ.1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας μη αναφερόμενος ο ενόρκως δηλών σε σειρά ισχυρισμών του στη πηγή γνώσης του. (ιβ) Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να συνεχίσει να ισχύει το εκδοθέν διάταγμα. (ιγ) Υπάρχει έλλειψη δικαιοδοσίας στην έκδοση ή διατήρηση σε ισχύ του επίδικου διατάγματος αφού με την έκδοση αυτού και τη ρύθμιση κατοχής ή φυσικής εξουσίας επί Τουρκοκυπριακής περιουσίας στην απουσία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ως διαδίκου. (ιδ) Η αίτηση των Αιτητών έγινε καταχρηστικά της δικαστικής διαδικασίας και προς προώθηση των συμφερόντων του ενόρκως δηλούντα για να διατηρήσει εκ των πραγμάτων μόνος κατ΄αποκλεισμό του εναγομένου κατοχή και να αιτηθεί ή προσπαθήσει να εξασφαλίσει στηριζόμενος στο διάταγμα μίσθωση ή δικαίωμα από τον Κηδεμόνα.» Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση τα οποία δεν είναι αναγκαίο να καταγραφούν αφού τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου. Με αυτή επισυνάπτονται δεκαπέντε
(15)τεκμήρια. Ως Τεκμήριο Α, σύμβαση μίσθωσης του υποστατικού ημερομηνίας 10.8.1987 από το Δήμο Λάρνακας στον καθ΄ ου η αίτηση, ως Τεκμήριο Β, κατάσταση υπολοίπου δημόσιου δανείου, ως Τεκμήριο Γ, δορυφορική φωτογραφία του ακινήτου, ως Τεκμήριο Δ, ηλεκτρονική αναφορά και πληροφορίες για τα τεμάχια στα οποία βρίσκονται υποστατικά στην περιοχή Μακένζυ, μεταξύ των οποίων και το εν λόγω υποστατικό με την ονομασία, τότε, VENUS το οποίο ανεγέρθηκε το 1987, ως Τεκμήριο Ε, δημοσίευμα ημερομηνίας 4.12.2012 με τίτλο «Σύμβαση μίσθωσης της περιοχής Μακένζυ μεταξύ Δήμου Λάρνακας - ΥΠΕΣ, ως Τεκμήριο ΣΤ, ανακοίνωση της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών του Υπουργείου Εσωτερικών της ομιλίας του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 19.10.2017, αφού από την 1.1.2017, μετά που τερματίστηκε η συμφωνία μίσθωσης μεταξύ Δήμου Λάρνακας και ΥΠΕΣ, τη διαχείριση ανέλαβε η ως άνω υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, ως Τεκμήριο Ζ1, κατάσταση λογαριασμού σκυβάλων και επαγγελματικής άδειας στην εταιρεία TH.K. VENUS LTD από το Δήμο Λάρνακας, ως Τεκμήριο Ζ2, κατάσταση λογαριασμού σκυβάλων και επαγγελματικής άδειας στην εταιρεία IGUANA LTD, ως Τεκμήριο Η1, Η2, Η3, και Η4 ηλεκτρονική έρευνα για την αιτήτρια στην οποία μεταξύ άλλων εγγράφων είναι και το καταστατικό της, ως Τεκμήριο Θ, φωτογραφία τηλεχειριστηρίου, ως Τεκμήριο Ι, φωτογραφία του εσωτερικού χώρου του υποστατικού και ως Τεκμήριο ΙΑ, τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 19.3.2020 προς τη δικηγόρο της αιτήτριας για τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας και παύσης άδειας χρήσης ή και δικαιώματος που δόθηκε από τον καθ΄ ου η αίτηση σε αυτή. Η δικηγόρος της αιτήτριας στη γραπτή αγόρευση της, αφού πρώτα αναφέρθηκε στο τι ζητείται με την αίτηση και στη συνέχεια παρέθεσε τη νομολογία που διέπει την υπό κρίση αίτηση, ακολούθως επεσήμανε την παράνομη συμπεριφορά του καθ΄ ου η αίτηση που δημιουργεί τα αστικά αδικήματα της παράνομης επέμβασης και οχληρίας, σημειώνοντας περαιτέρω τα κατά την άποψη της αδιαμφισβήτητα γεγονότα που προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, τα οποία έχουν ως ακολούθως: «α) ο εναγόμενος, είναι ο δικαιούχος διαχείρισης του επίδικου υποστατικού δυνάμει σχετικής άδειας που του παραχωρήθηκε από τον κηδεμόνα διαχείρισης τουρκοκυπριακών περιουσιών ή/και από το Δήμο Λάρνακας. β) Ο εναγόμενος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και αναζητούσε επενδυτές για να συνεργαστεί μαζί τους για την επαναλειτουργία του επίδικου υποστατικού. γ) Ο εναγόμενος, μαζί με όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται στο πιστοποιητικό μετόχων των εναγόντων, δημιούργησαν νομική οντότητα, ήτοι τους ενάγοντες, με σκοπό οι τελευταίοι ν αναλάβουν την ανακαίνιση και/ή αναδιαμόρφωση του επίδικου υποστατικού με σκοπό την επαναλειτουργία του. δ) Η συνεισφορά του εναγόμενου στο νέο εγχείρημα θα ήταν η παραχώρηση του υποστατικού και ως αντάλλαγμα έλαβε 25% του μετοχικού κεφαλαίου των εναγόντων. ε) Οι ενάγοντες προέβηκα σε ανακαίνιση και λειτουργία του επίδικου υποστατικού. ε) Ο εναγόμενος χωρίς καμία άδεια από τους ενάγοντες, επιχείρησε να αποκλείσει τους ενάγοντες από την απρόσκοπτη λειτουργία του επίδικου υποστατικού. στ) Μετά την καταχώριση της επίδικης αίτησης, ο εναγόμενος επέδωσε στους ενάγοντες επιστολή τερματισμού της μεταξύ των μερών συμφωνίας (ίδετε τεκμήριο ΙΑ της ένστασης). Μέχρι εκείνη την ημερομηνία, καμιά ενέργεια δεν προηγήθηκε εκ μέρους του εναγόμενου για τερματισμό της συμφωνίας που είχε με τους ενάγοντες». Ενόψει των πιο πάνω καταλήγει ότι έχει αποδειχθεί η πρώτη προϋπόθεση, ήτοι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση εισηγείται ότι υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία ότι ο καθ΄ ου η αίτηση παράνομα επεμβαίνει στο υποστατικό με σκοπό τον αποκλεισμό της αιτήτριας λειτουργίας του υποστατικού. Σε ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση προβάλλει τη θέση ότι από τους ίδιους τους ισχυρισμούς του καθ΄ ου η αίτηση προκύπτει ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα και επιτύχει η αγωγή, θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού ο καθ΄ ου η αίτηση δεν έχει την οικονομική δυνατότητα αποζημίωσης της αιτήτριας για οποιαδήποτε ζημιά προκύψει σε αυτή. Τέλος σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας εισηγείται ότι αυτό κλίνει υπέρ της αιτήτριας γιατί σε περίπτωση που δεν παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αναβληθούν οι προγραμματισμένες δεξιώσεις, ενώ ο καθ΄ ου η αίτηση ως μισθωτής του επίδικου υποστατικού καμία ενέργεια δεν έκανε για απόκτηση της κατοχής του υποστατικού, ενώ αναδεικνύει κατά την θέση της την απάτη που έκανε ο καθ΄ ου η αίτηση αφού ισχυρίζεται ότι δεν δικαιούτο σύμφωνα με το νόμο να παραχωρήσει τη διαχείριση. Από την άλλη οι δικηγόροι του καθ΄ ου η αίτηση στη γραπτή αγόρευση τους, αφού προβαίνουν σε μία εισαγωγή στην οποία τονίζουν ότι η αιτήτρια δεν είναι ούτε ιδιοκτήτρια, ούτε ενοικιαστής, ότι πρόκειται για τουρκοκυπριακή περιουσία που διέπεται από τον Ν.139/1991, ότι η θεραπεία που ζητείται με την αίτηση ταυτίζεται με την τελική θεραπεία που αξιώνεται με την αγωγή και ότι στις 11.3.2020 και 15.3.2020 εκδόθηκε διάταγμα απαγόρευση λειτουργίας των κέντρων αναψυχής, εστιατορίων κλπ, γεγονός που επηρεάζει το ζήτημα του κατεπείγοντος, προχωρούν με την αιτιολόγηση των λόγων ένστασης. Έτσι στη συνέχεια αναλύονται, πρώτα, οι λόγοι ένστασης που σχετίζονται με τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Ν.139/1991, ήτοι, κατά τη θέση τους, (α) αντίθεση του μονομερούς εκδοθέντος διατάγματος με τις πρόνοιες του Ν.139/1991, (β) τη σχέση της βάσης αγωγής με τον αναφερθέντα νόμο και (γ) ότι έπρεπε να συνενωθεί ο Κηδεμόνας και μετά οι υπόλοιπες θέσεις τους. Κατ΄ επέκταση, τονίζεται,
(1)οποιαδήποτε συμφωνία χωρίς την άδεια του Κηδεμόνα είναι παράνομη και άκυρη χωρίς κανένα έννομο αποτέλεσμα,
(2)η άσκηση κατοχής ή χρήσης από οιονδήποτε πρόσωπο δεν είναι δυνατή για τον ίδιο λόγο και
(3)η κατοχή ή χρήση του επίδικου υποστατικού διαφορετικά από ό,τι προνοείται στο Ν.139/1991 συνιστά ποινικό αδίκημα. Προς επίρρωση της εισήγησης αυτής παρατίθεται σχετική νομολογία. Εισηγείται επίσης ότι δεν υπήρχε πλήρης αποκάλυψη όλων των γεγονότων και ως εκ τούτου το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί. Ως τέτοια γεγονότα χαρακτηρίζουν τη μη αναφορά ότι ο εναγόμενος ουδέποτε είχε συμφωνία εκμίσθωσης με τον κηδεμόνα, την μη αποκάλυψη της συμφωνίας μίσθωσης ημερομηνίας 10.8.1987, ότι δεν είχε νόμιμη κατοχή, ότι η αιτήτρια ουδέποτε καταχώρισε εξελεγμένους λογαριασμούς, ότι έλαβε ειδοποίηση διαγραφής της, την εικόνα του υποστατικού και την απουσία αδειών λειτουργίας του υποστατικού. Αφού αναφέρεται ότι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίο της κατοχής, εναντίο του κατόχου, όπως το θέτουν, και εξηγείται η ελλιπή και λανθασμένη πληροφόρηση που έδωσε η αιτήτρια στο Δικαστήριο, παραθέτοντας το ιστορικό κατοχής του υποστατικού από τον καθ΄ ου η αίτηση με αναφορά στην απαγόρευση για παραχώρηση σε άλλο άτομο που προβλέπεται στη σύμβαση μίσθωσης ημερομηνίας 10.8.1987 από τον Δήμο Λάρνακας στον καθ΄ ου η αίτηση και εν πάση περιπτώσει μετά την 1.7.1991 που άλλαξε το νομικό καθεστώς με το Ν.139/1991 που καθιστά παράνομη τέτοια παραχώρηση με τη μορφή μάλιστα ποινικού αδικήματος, δεν είναι δυνατή η συνέχιση ισχύς του μονομερούς εκδοθέντος διατάγματος που εκδόθηκε κατά παράβαση του Ν.139/1991, καθότι η παρανομούσα κάτοχος - αιτήτρια δεν μπορεί να αντλεί έννομη προστασία με συνέχιση του διατάγματος. Έπειτα, στην ίδια βάση της παρανομίας που αποδίδει ο καθ΄ ου η αίτηση στην αιτήτρια, εισηγείται ότι δεν μπορεί να υπάρχει και πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, σύμφωνα με τη βάση αυτής, ήτοι της παράνομης επέμβασης στο υποστατικό εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση αλλά και των συνθηκών και σχέσεων του καθ΄ ου η αίτηση με την αιτήτρια και το υποστατικό, αφού δεν χρειαζόταν καμιά άδεια από την αιτήτρια για να εισέρχεται σε αυτό αφού είχε κλειδιά του υποστατικού όπως και τηλεχειριστήριο του συστήματος ασφαλείας που ήταν εγκατεστημένο στο υποστατικό. Περαιτέρω προβάλλουν οι δικηγόροι του καθ΄ ου η αίτηση ότι η μη συνένωση του Κηδεμόνα στην αγωγή, η οποία είναι υποχρεωτική σε οποιαδήποτε αγωγή εγείρεται που αφορά τουρκοκυπριακή περιουσία, δεν μπορεί να προχωρήσει η αγωγή. Άλλωστε τούτο αποτελεί και επιταγή του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6 για συνέχιση ισχύς του διατάγματος. Ακόμη τίθεται το θέμα ότι με την έκδοση και συνέχιση του διατάγματος αποδίδεται τελική θεραπεία και καθιστά την υπεράσπιση του καθ΄ ου η αίτηση άνευ αντικειμένου. Τέλος και αν ακόμη πληρούνταν οι τρεις προϋποθέσεις δεν θα ήταν δίκαιο και εύλογο να συνεχίσει η ισχύς του διατάγματος ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί για τις συνθήκες διαχείρισης του υποστατικού από την αιτήτρια που με λεπτομέρεια αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Τονίζεται δε ότι (α) η οποία άδεια χρήσης ή κατοχής εκ μέρους της αιτήτριας τερματίστηκε από τον καθ΄ ου η αίτηση στα μέσα Οκτωβρίου 2019 και εν πάση περιπτώσει με επιστολή ημερομηνίας 19.3.2020, (β) από το νόμο υποχρεούται ο καθ΄ ου η αίτηση, αλλά και από τις υποχρεώσεις του στο Δήμο Λάρνακας και στις δανειστικές επιτροπές σε αποχή παραχώρησης ή άδειας χρήσης του υποστατικού, (γ) τίθεται σε κίνδυνο ο καθ΄ ου η αίτηση, ένεκα του διατάγματος, ο Κηδεμόνας να παραχωρήσει το υποστατικό σε τρίτο και (δ) ένεκα του διατάγματος, λόγω του κοροναϊού, με το οποίο απαγορεύεται η λειτουργία του υποστατικού, δεν συντρέχει λόγος συνέχισης του διατάγματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audialteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Σημειώνω εδώ, αφού αναφέρονται στη νομική βάση της ένστασης τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6, ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς, ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και μπορεί να εκδοθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234). Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του ΚΕΦ. 6 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Kyriacos A. Lakatamitis v. Georghios Theodorou
(1983)1 CLR 520). Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ' οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 132). Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (Α) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά
(1982)1 CLR 557 και Μαργαρίτα Χρίστου Πουργουρίδη κ.ά. v. Θέμιδος Βάσου Μέζου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.ά. v. Άννα Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον Ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων της αιτήτριας. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848, ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Ιωάννης Κυριάκου Όξυνος κ.ά. v. Μαρίας Ρολη Λου
(2011)1 ΑΑΔ 1066, P & MA. Restaurant Limited κ.ά. v Eric John Wakehah, Πολ. Έφεση286/10, ημερ. 22/2/13, και Πέτρος Κωμοδρόμος v. Πάνου Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14). Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές, βλέπε γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578 και Chandubhai Bhimjiyani v. Solon Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και Αντώνη Χ''Κωνσταντή ν. Μαργαργίτας Χ''Κωνσταντή
(1998)1 ΑΑΔ 1827 στην οποία, όμως, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Έχει λεχθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ως εκείνο που ζητείται διά της αγωγής, όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία. ............................ Το θέμα αυτό κατά συνέπεια επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848 (ανωτέρω), με επίκληση της υπόθεσης Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββας κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι: «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Το βάρος είναι στον αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση (βλ. Αίτηση για ένταλμα Certiorari Αναφορικά με την Αίτηση του Χάρη Φεσά
(1990)1 ΑΑΔ 704 και Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453). Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1858). Στην υπόθεση In Re Stavros Hotel Apartment Ltd κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 836, 841 και στην υπόθεση In Re B.P. (Cyprus) Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861, 864 αναφέρθηκε ότι το υπαρκτό του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Σχετική είναι και η υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, σελ. 1462. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε και επαναλήφθηκε στις υποθέσεις Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, Ahmad Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 606 και υπόθεση Κώστας Χατζήγαβριηλ κ.ά. ν. Επενδυτικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 606. Στην υπόθεση Έλενα Αμβροσιάδου v. Martin Coward,
(2013)1 ΑΑΔ 78, το κύριο θέμα που εξετάστηκε ήταν το κατεπείγον και κατά δεύτερο, επειδή και αυτό το θέμα αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, η μη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίστηκε ότι το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος, εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά του διατάγματος εξετάζεται πρώτο και ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος. Γίνεται δε ευρεία ανάλυση του θέματος του κατεπείγοντος σφαιρικά και από διάφορες όψεις. Έτσι εξηγείται ότι από τη στιγμή που αναφέρεται στην ένσταση ότι δεν καταδείχθηκε το κατεπείγον το πρωτόδικο Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αυτό το θέμα και μάλιστα πρώτο. Μια άλλη όψη είναι η δικαιολόγηση του επείγοντος σε συνάρτηση με τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης όπως προκύπτει από τα γεγονότα για έγκαιρη αντίδραση και μη ύπαρξης καθυστέρησης δράσης. Επίσης η υποχρέωση αποκάλυψης επεκτείνεται και στα γεγονότα που αφορούν το κατεπείγον. Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο ν' αρνηθεί τη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος (βλ. The Attorney General of the Republic a.a. (No.2) v. George Savvides
(1979)1 AAΔ 349, σελ. 367-371, Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)1 WLR 1350, σελ. 1356-1357, που υιοθετήθηκαν και στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 και Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην τελευταία υπόθεση, σελ. 264-265 το Δικαστήριο, για το θέμα αυτό, ανέφερε τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Ήδη το ιστορικό της υπόθεσης αποδόθηκε και διαφάνηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση και τα επισυναπτόμενα με αυτές Τεκμήρια. Ό,τι είναι που χρήζει τώρα αναφοράς είναι η εξέταση των λόγων για τους οποίους θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να καταστεί απόλυτο το διάταγμα που εκδόθηκε στις 6.3.2020. Επειδή μερικοί από τους λόγους ένστασης στηρίζονται ή έλκουν τη βάση τους ή σχετίζονται με τις πρόνοιες του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Ν.139/1991, θα εξετάσω πρώτα όλα τα υπόλοιπα θέματα ωσάν να μην υπάρχουν οι συγκεκριμένες πρόνοιες του Ν.139/1991 που επικαλείται ο καθ΄ ου η αίτηση για παύση ισχύς του διατάγματος και ακολούθως θα επιληφθώ τούτων. ΤΟ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αλλά και με την αγόρευση των συνηγόρων του καθ΄ ου η αίτηση προωθήθηκε, ένα από τα θέματα που εγέρθηκαν είναι και το θέμα του κατεπείγοντος. Εξετάζοντας αυτό το θέμα το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη το πότε προέκυψαν τα ισχυριζόμενα γεγονότα, ήτοι στις 5.3.2020, με βάση τα οποία καταχωρήθηκε η αγωγή, που από τη μια καταδεικνύεται προσπάθεια άμεσου αποκλεισμού της αιτήτριας από τον καθ΄ ου η αίτηση από τη χρήση, εκμετάλλευση και διαχείριση του υποστατικού και από την άλλη την άμεση καταχώρηση της αίτησης χωρίς καμιά καθυστέρηση, κρίνω ότι διαφαίνεται και διαπιστώνεται το κατ' επείγον της αίτησης. ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Ένα άλλο θέμα, από τα θέματα που ήγειρε ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση, είναι ότι η αιτήτρια δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Αυτό βασίζεται στη μη αναφορά εκ μέρους της αιτήτριας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι για το ακίνητο, το οποίο εντάσσεται στο Νόμο 139/1991 αφού είναι τουρκοκυπριακή περιουσία, ουδέποτε εξασφαλίστηκε με βάση το νόμο αυτό σχετική άδεια από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για κατοχή, χρήση και εκμετάλλευση και ως εκ τούτου είναι παράνομη η κατοχή, χρήση και εκμετάλλευση του από την αιτήτρια. Επίσης ουδέποτε εξασφαλίστηκαν οι σχετικές άδεια λειτουργίας του υποστατικού, από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους, για τη χρήση που δηλώνει η αιτήτρια. Η αιτήτρια δεν ανέφερε ότι ο καθ΄ ου η αίτηση είχε συμφωνία μίσθωσης ημερομηνίας 10.8.1987 με το Δήμο Λάρνακας του υποστατικού, ότι δεν είχε συμφωνία μίσθωσης αυτή με τον Κηδεμόνα, ότι δεν είχε νόμιμη κατοχή, ότι η αιτήτρια δεν καταχώρησε εξελεγμένους λογαριασμούς στον Έφορο Εταιρειών και αυτός έστειλε επιστολή σε αυτή για διαγραφή της και δεν παρουσίασε την εικόνα του υποστατικού. Όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύον την αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα, το ακίνητο, εντός του οποίου ανεγέρθηκε το υποστατικό που έφερε αρχικά την ονομασία VENUS, είχε παραχωρηθεί δυνάμει σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 10.8.1987 από το Δήμο Λάρνακας στον καθ΄ ου η αίτηση, Τεκμήριο Α στην ένσταση. Όμως δεν αποκαλύφθηκε να υπήρξε παραχώρηση του, μετά την ισχύ του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Ν.139/1991, στον καθ΄ ου η αίτηση, ενώ, όπως ο ίδιος δήλωσε στην ένορκη δήλωση του, ο Κηδεμόνας τερμάτισε τη σύμβαση μίσθωσης που είχε με το Δήμο Λάρνακας και από την 1.1.2017 επανέφερε τη διαχείριση του εν λόγω ακινήτου αποκλειστικά στον ίδιο τον Κηδεμόνα χωρίς πλέον την εμπλοκή του Δήμου Λάρνακας, ως φαίνεται από το Τεκμήριο ΣΤ στην ένσταση, χωρίς να ασκήσει τούτος (δηλαδή ο καθ΄ ου η αίτηση) από την 1.1.2017 και εντεύθεν οιονδήποτε δικαίωμα επί αυτού και άρα η κατοχή του από την αιτήτρια είναι παράνομη. Η έριδα, ως διατυπώνεται από την αιτήτρια, είναι μεταξύ της αιτήτριας και του καθ΄ ου η αίτηση, στην οποία ο καθ΄ ου η αίτηση είναι μέτοχος 25%, που προέκυψε από τη διαφορά μεταξύ του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση (στο εξής ομνύων ή ο ενόρκως δηλών) που είναι μέτοχος στην αιτήτρια κατά 50% και ενός αλλού ατόμου κατά 25% από τη μια πλευρά και του καθ΄ ου η αίτηση, μετόχου κατά 25%, από την άλλη πλευρά. Το όποιο δικαίωμα είχε σε κάποιο χρόνο επί του υποστατικού ή ισχυριζόμενο δικαίωμα μέχρι πριν την 1.1.2017, που κατ΄ αυτόν δεν έχει πλέον απ΄ αυτή την ημερομηνία και εντεύθεν, παραχωρήθηκε στην αιτήτρια με τη σύσταση της στις 25.7.2016, Τεκμήριο 1 στην αίτηση, μετά που έγινε η προφορική συμφωνία τον Ιούνιο του 2016 μεταξύ του και του ομνύοντα, ανεξάρτητα του περιεχομένου αυτής, εννοείται της προφορικής συμφωνίας, και κατά συνέπεια άσχετα ποιος διέρρηξε τη μεταξύ τους συμφωνία. Μάλιστα φαίνεται ότι ο μόνος που γνώριζε για την πραγματική νομική κατάσταση της κατοχής του υποστατικού ήταν αυτός και δεν την ανέφερε στον ομνύοντα πριν προβούν στην μεταξύ τους προφορική συμφωνία τον Ιούνιο του 2016, και δεν μπορεί να κατηγορεί τον ομνύοντα για μη αποκάλυψη στο Δικαστήριο αυτής της κατάστασης. Εν πάση περιπτώσει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διαφαίνεται ότι η αιτήτρια δεν είχε εξασφαλίσει άδεια χρήσης από τον Κηδεμόνα, ενώ άλλωστε δεν επικαλείται ότι είχε οποιαδήποτε άδεια από τον Κηδεμόνα. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, στο σημείο αυτό δεν εξετάζω τις πρόνοιες του Ν.139/1991, τις οποίες θα εξετάσω αφού πρώτα εξετάσω τις τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός προσωρινού προστακτικού ή απαγορευτικού διατάγματος και το δίκαιο και εύλογο. Ούτε η μη εξασφάλιση σχετικών αδειών από τις αρμόδιες υπηρεσίες εκ μέρους της αιτήτριας μπορεί να επηρεάσει το υπό εξέταση θέμα. Η διαφωνία και διαφορά έγκειται μεταξύ του ομνύοντα και του καθ΄ ου η αίτηση στη μεταξύ τους προφορική συμφωνία Ιουνίου 2016, τη διάρρηξη της οποίας επιρρίπτει ο καθ΄ ου η αίτηση στον ομνύοντα και όχι μεταξύ της αιτήτριας και του καθ΄ ου η αίτηση. Συνεπώς τα θέματα που έθιξε ο καθ΄ ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση, για να δείξει μη αποκάλυψη όλων των σχετικών γεγονότων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν έχουν σημασία με τις τρεις προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, οι οποίες τρεις προϋποθέσεις σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής, ήτοι στη συγκεκριμένη περίπτωση με παράνομη επέμβαση και οχληρία που προκάλεσε, κατ΄ ισχυρισμό, στην αιτήτρια ο καθ΄ ου η αίτηση. Ως εκ τούτου, βρίσκω ότι η αιτήτρια ανέφερε όλα τα σχετικά γεγονότα και δεν μπορεί να ευσταθήσει η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν ήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ Ν.139/1991 Θα πρέπει να επισημάνω ότι στη συνέχεια το Δικαστήριο που θα καταπιαστεί με τις τρεις προϋποθέσεις, ότι λαμβάνει υπόψη όλα όσα αναφέρονται στις ένορκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση και τα επισυναπτόμενα με αυτές Τεκμήρια, έστω και αν δεν θα γίνει ειδική αναφορά σε κάθε έναν από τους ισχυρισμούς ή σε κάθε ένα από τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται με αυτές, πλην επαναλαμβάνω και πάλι όσων αφορούν και σχετίζονται με συγκεκριμένες πρόνοιες του Ν.139/1991 που επικαλέσθηκε ο καθ΄ ου η αίτηση. Επισημαίνω επίσης ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των ισχυρισμών της μιας ή της άλλης πλευράς. Αυτό είναι έργο που θα επιτελέσει το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την αγωγή. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ανατρέχοντας στην αξίωση, όπως αυτή φαίνεται από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 6.3.2020, η βάση της αξίωσης της αγωγής είναι η παράνομη επέμβαση και η οχληρία που καταλογίζει η αιτήτρια στον καθ' ου η αίτηση. Οι δύο βάσεις αγωγής έχουν έρεισμα τα γεγονότα ημερομηνίας 5.3.2020 που περιγράφονται στην παράγραφο 14 της τρίτης σελίδας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ήτοι ότι μετά από σήμα, του συστήματος ασφαλείας που υπάρχει εγκατεστημένο στο υποστατικό, που έλαβε στο κινητό του ο ομνύων, αυτός μετέβη στο υποστατικό όπου βρήκε τον καθ΄ ου η αίτηση, μαζί με άλλα πρόσωπα να προσπαθεί να αλλάξει τις κλειδαριές του υποστατικού για να αποκλείσει τον ομνύοντα και οιονδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί κατ΄ εντολή της αιτήτριας να εισέρχεται στο υποστατικό, οπότε αφού επιχείρησε να του μιλήσει και αυτός δεν του μιλούσε και συνέχιζε τις παράνομες πράξεις του, ειδοποίησε την αστυνομία η οποία αποκατέστησε την τάξη, αν και ο καθ΄ ου η αίτηση κατάφερε να αλλάξει μια από τις πέντε
(5)κλειδαριές του υποστατικού. Ενώ όπως διαπίστωσε εκ των υστέρων από το υποστατικό ελλείπει ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής και αρκετά έγγραφα, γεγονός που ανέφερε στην αστυνομία. Σημειώνει δε ο ομνύων ότι ο καθ΄ ου η αίτηση είχε κλειδιά να εισέρχεται στο υποστατικό, όποτε ήθελε, με άδεια της αιτήτριας, αλλά όχι να προβαίνει στις αναφερθείσες, ως άνω, παράνομες πράξεις. Το δεύτερο γεγονός περιγράφεται στην παράγραφο 18 της τέταρτης σελίδας της ένορκης δήλωσης του ομνύοντα, σύμφωνα με το οποίο, αργά το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ήτοι στις 5.3.2020, όταν επιχείρησε να εισέλθει στο υποστατικό ο ομνύων, δύο άτομα λιβανέζικης καταγωγής τα οποία ευρίσκονταν σε αυτοκίνητο ενοικιάσεως έξω από το υποστατικό τον σταμάτησαν και δεν τον άφησαν να εισέλθει στο υποστατικό. Όταν ζήτησε εξηγήσεις, στην αγγλική γλώσσα, του είπαν ότι ευρίσκονταν εκεί κατ΄ εντολή του καθ΄ ου η αίτηση με σκοπό να μην επιτρέπουν σε κανένα την είσοδο εντός του υποστατικού. Και γι΄ αυτό το συμβάν προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία. Κατ΄ αρχάς, δεν διαφωνεί ο καθ΄ ου η αίτηση ότι έχει την ιδιότητα του μετόχου στην αιτήτρια, ως κάτοχος 250 μετοχών, την οποία ιδιότητα χαρακτηρίζει ότι έχει τυπικά και μόνο. Εκφράζει μάλιστα τη θέση ότι ο ομνύων δεν τήρησε τίποτε από αυτά που συμφώνησαν προφορικά τον Ιούνιο του 2016 και αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Επιβεβαιώνει όμως το γεγονός ότι εισήλθε στις 5.3.2020 μαζί με ακόμη ένα πρόσωπο στο υποστατικό με το κλειδί που διέθετε, προβάλλοντας συγκεκριμένο ισχυρισμό για το λόγο που ενεργοποιήθηκε το σύστημα ασφαλείας που είναι εγκατεστημένο στο υποστατικό. Επίσης προβάλλει τον ισχυρισμό ότι περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2019 κάλεσε τον ομνύοντα και τερμάτισε την άδεια χρήσης του υποστατικού από την αιτήτρια και ως εκ τούτου δεν είχε κανένα δικαίωμα χρήσης η αιτήτρια και ο ομνύων δεν είχε καμία φυσική παρουσία πλέον στο υποστατικό. Ακόμη ισχυρίζεται ότι το υποστατικό δεν λειτουργούσε τους τελευταίους 8 μήνες και ούτε είχε δραστηριότητες για εκτέλεση δεξιώσεων γάμων, αρραβώνων κλπ. Αρνείται δε ότι προέβη στην αφαίρεση μιας κλειδαριάς και των αντικειμένων που ισχυρίζεται ο ομνύων ότι ελλείπουν και απόδειξη τούτου είναι ότι αν η αστυνομία διερευνούσε υπόθεση κλοπής δεν θα αποχωρούσε χωρίς διερεύνηση. Αυτός βέβαια ο τελευταίος ισχυρισμός δεν ευσταθεί, αφού την απουσία των αναφερθέντων, ως άνω, αντικειμένων την αντιλήφθηκε ο ομνύων αργότερα και όχι όταν η αστυνομία ήταν στο μέρος. Πρώτα απ΄ όλα να σημειωθεί ότι η όποια διαφορά μεταξύ του ομνύοντα και του καθ΄ ου η αίτηση, αυτή αφορά αυτούς και μόνο και όχι την αιτήτρια. Ενώ σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση για τερματισμό της άδειας χρήσης προς την αιτήτρια, είναι άνευ ερείσματος αφού για τους λόγους που εξηγούνται η αιτήτρια ήταν ο συνεχιστής της επιχείρησης στο υποστατικό και δεν είχε τέτοιο δικαίωμα ο καθ΄ ου η αίτηση, δηλαδή τερματισμού. Δεύτερο δεν ευσταθεί ότι είναι μέτοχος στην αιτήτρια μόνο τυπικά, αφού δεν υπάρχει τέτοια έννοια στον περί Εταιρειών Νόμο, ΚΕΦ.113, ως τροποποιήθηκε. Με όσα δε αναφέρει ο ίδιος ο καθ΄ ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση εξάγεται αβίαστα ότι η αιτήτρια δημιουργήθηκε για συνέχιση άσκησης της επιχείρησης υπό διαφορετικό όνομα (IGUANA), και όχι με το ίδιο (VENUS) που ασκούσε ο καθ΄ ου η αίτηση στο εν λόγω υποστατικό ως χρήστης και κάτοχος αυτού, και επαναλαμβάνω άσχετα αν αυτή η χρήση και κατοχή είναι παράνομη ή όχι έναντι του Κηδεμόνα την οποία θα εξετάσω στο τέλος, και ουδεμία συμφωνία έγινε μεταξύ αιτήτριας και καθ΄ ου η αίτηση για άδεια χρήσης από αυτή, αφού ως εξηγείται ανωτέρω, η προφορική συμφωνία Ιουνίου 2016 ήταν μεταξύ του ομνύοντα και του καθ΄ ου η αίτηση και η αιτήτρια το δημιούργημα της μεταξύ τους συμφωνίας για συνέχιση της άσκηση της επιχείρησης στο εν λόγω υποστατικό. Η όποια συμφωνία για το τι ποσά θα έδινε ο ομνύων στον καθ΄ ου η αίτηση ή τι υποχρεώσεις του καθ΄ ου η αίτηση θα αναλάμβανε ο ομνύων, αυτές αφορούσαν μόνο αυτούς τους δύο. Επίσης δεν έχει καμία σημασία αν λειτουργούσε τους τελευταίους 8 μήνες ή όχι ή δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει το υποστατικό μετά το διάταγμα παύσης λειτουργίας τέτοιων υποστατικών λόγω κοροναϊού, αφού τα δύο αστικά αδικήματα αφορούν τη χρήση και κατοχή του υποστατικού από την αιτήτρια. Συνεπώς οι ενέργειες που αποδίδει η αιτήτρια, όπως αυτές αναφέρθηκαν ανωτέρω, στον καθ΄ ου η αίτηση, ήτοι η αλλαγή μιας κλειδαριάς και η προσπάθεια αλλαγής άλλων, όπως και η δια της βίας παρεμπόδισης του ομνύοντα από πρόσωπα που ενεργούσαν κατ΄ εντολή του καθ΄ ου η αίτηση, αποκαλύπτουν, για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, βάση και αιτία αγωγής και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Έχοντας κατά νου λοιπόν τις ενέργειες, που κατ' ισχυρισμό της αιτήτριας, προέβη, ο καθ' ου η αίτηση στο βαθμό και στο επίπεδο που τώρα το Δικαστήριο εξετάζει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά προβαίνοντας σε μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση των ισχυρισμών, κρίνω ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, χωρίς, όπως ήδη έχω αναφέρει ανωτέρω, να εξετάζεται το θέμα νομιμοποίησης της αιτήτριας έγερσης αγωγής ενόψει συγκεκριμένων προνοιών του Ν. 139/1991 τις οποίες πρόνοιες θα εξετάσω στο τέλος, αυτή διαφαίνεται ότι πληρείται από όσα έχουν αναφερθεί προηγουμένως και που προβάλλονται στους ισχυρισμούς που εμφαίνονται στην αγωγή και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καθώς και τα επισυναπτόμενα με αυτή Τεκμήρια, λαμβάνοντας υπόψη και όσα αναφέρονται στην ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει αυτή και τα επισυναπτόμενα με αυτή τεκμήρια, αφού φαίνεται ότι η αιτήτρια είναι ο χρήστης του συγκεκριμένου υποστατικού, ενώ ο καθ΄ ου η αίτηση δεν έχει τέτοιο δικαίωμα από την ημερομηνία σύστασης της αιτήτριας στις 25.7.2016 στην οποία είναι μέτοχος, αλλά και από τα ίδια τα λεγόμενα του καθ΄ ου η αίτηση δεν έχει κανένα δικαίωμα στο υποστατικό από τις 25.7.
- Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, έχοντας κατά νου ότι ο καθ' ου η αίτηση, όπως ο ίδιος ανέφερε, δεν έχει οιανδήποτε οικονομική ευμάρεια, αλλά ούτε και έδειξε ότι έχει κινητή ή ακίνητη περιουσία με απτά στοιχεία, κρίνω ότι ο καθ΄ου η αίτηση, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της αιτήτριας δεν θα μπορούσε να καταβάλει το όποιο ποσό αποφασίζετο στην αγωγή, ως αποζημίωση, σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος, από τη ζημιά που θα προκαλείτο από τη μη χρήση του υποστατικού από την αιτήτρια. Επομένως κρίνεται ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. ΕΥΛΟΓΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ Πρέπει να τονισθεί εμφαντικά ότι, κατά την άσκηση του ισοζυγίου της ευχέρειας, το Δικαστήριο έχει κατά νου όλο το υλικό που βρίσκεται ενώπιον του και διαδραματίζει τον ουσιαστικό ρόλο στην προσπάθειά του να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει, αν φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα (βλ. υπόθεση Χρίστου Ευστρατίου ν. Dicran Oyzounian and Company Limited, εμπορευόμενη με την επωνυμία Lexus Cyprus, ECLI:CY:AD:2014:A38, Πολιτική Έφεση 292/2010, ημερομηνίας 20/01/2014 και Milton Investment Company Ltd κ.ά. ν. Dryden Group Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A220, Πολιτική Έφεση 424/2011, 27/03/2014). Στην υπόθεση Recnex Trading Limited κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ Πολιτική Έφεση 71/11 ημερομηνίας 16/04/14, αναφέρεται ότι: «Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, στρέφεται τώρα στο κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο η συνέχιση της ισχύς του εκδοθέντος διατάγματος, έχοντας κατά νου τους σχετικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη μεταξύ των οποίων είναι οι ακόλουθοι: Α. Η ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ Σε αυτή την περίπτωση δεν υπήρχε καμία καθυστέρηση εκ μέρους της αιτήτριας, αφού την επόμενη των γεγονότων καταχώρισε τόσο την αγωγή όσο και την υπό κρίση αίτηση. Β. ΟΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Όσον αφορά αυτόν τον παράγοντα ως αναφέρεται και ανωτέρω, αν και δεν είναι το μόνο κύριο στοιχείο, διαφαίνεται και διαπιστώνεται ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν κατέχει οποιανδήποτε περιουσία ή ότι έχει την οικονομική ευχέρεια σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής να καταβάλει το οποιοδήποτε ποσό, για τη ζημιά που θα υπόκειτο η αιτήτρια σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος. Γ. STATUS QUO ΑΝΤΕ Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη εκεί που φαίνεται ότι όλοι οι άλλοι παράγοντες είναι ισοσταθμισμένοι, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν είναι, αλλά είναι υπέρ της αιτήτριας, είναι η διατήρηση του status quo ante. Στην περίπτωση μας τη χρήση του υποστατικού την έχει η αιτήτρια από τις 25.7.2016 που ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών, Τεκμήριο 1 στην αίτηση, στην ποία μέτοχος είναι και ο καθ΄ ου η αίτηση και ο οποιοσδήποτε δήθεν τερματισμός έγινε προφορικά περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2019 ή με επιστολή ημερομηνίας 19.3.2020 που έστειλε για δήθεν τερματισμό της άδειας χρήσης είναι άνευ ερείσματος, όπως εξηγείται ανωτέρω. Έχοντας αυτά κατά νου, βρίσκω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της αιτήτριας. ΟΙ ΠΡΟΝΟΙΕΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 3, 5, 6(β), 8 ΚΑΙ 17 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ (ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΘΕΜΑΤΑ)(ΠΡΟΣΩΡΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) Ν.139/1991ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΘ΄ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ Όμως ο καθ΄ ου η αίτηση, με μερικούς από τους λόγους ένστασης, όπως και με κάποιους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, καθώς και με κάποιες εισηγήσεις στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του, προβάλλει τη θέση ότι σύμφωνα με τα άρθρα 3, 5, 6(β) και 17 του Ν.139/1991, η αιτήτρια ασκεί παράνομα οποιαδήποτε χρήση, εκμετάλλευση, διαχείριση και κατοχή του υποστατικού IGUANA επειδή ουδέποτε εξασφάλισε άδεια χρήσης, διαχείρισης, εκμετάλλευσης, ή παραχώρηση μίσθωσης από τον Κηδεμόνα του ακινήτου το οποίο αποτελεί τουρκοκυπριακή περιουσία και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής. Επικαλέσθηκε δε σχετική νομολογία. Η δικηγόρος της αιτήτριας, αν και το θέμα αυτό τίθεται στους λόγους ένστασης και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, δεν ανέφερε οτιδήποτε, ούτε και παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία. Το άρθρο 3 του Ν.139/1991 προνοεί: «Ο Υπουργός διορίζεται με τον παρόντα Νόμο Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών περιουσιών και τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και ασκεί τις αρμοδιότητες που του χορηγούνται με τον παρόντα Νόμο διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος αυτού: Νοείται ότι στα πλαίσια άσκησης της πιο πάνω εξουσίας του να διαχειρίζεται Τουρκοκυπριακές περιουσίες διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης, ο Υπουργός έχει επίσης εξουσία ως διαχειριστής, να άρει με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του και υπό τους κατά την κρίση του κατάλληλους όρους τη διαχείριση συγκεκριμένης Τουρκοκυπριακής περιουσίας ή μέρους αυτής, αφού λάβει υπόψη σε σχέση με τη διαχείριση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε περίπτωσης και σταθμίσει όλους τους σχετικούς με το θέμα αυτό παράγοντες, περιλαμβανομένου του κατά πόσο ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας ή οι κληρονόμοι ή οι διάδοχοί του στον τίτλο, ανάλογα με την περίπτωση, κατέχουν περιουσία που ανήκει σε Ελληνοκύπριο στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές: Νοείται περαιτέρω ότι προσμετρούν θετικά σε άρση της διαχείρισης Τουρκοκυπριακής περιουσίας, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω παράγοντες: (α) Ότι πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που όταν περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας είχε τη συνήθη διαμονή του στο εξωτερικό όπου είχε μεταβεί οποτεδήποτε πριν ή μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και ο εν λόγω ιδιοκτήτης συνεχίζει να διαμένει εκεί ή επέστρεψε ή επιστρέφει από το εξωτερικό για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ή προτίθεται να επιστρέψει στις εν λόγω περιοχές, (β) ότι πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που σε οποιοδήποτε χρόνο μετά που περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας εγκαταστάθηκε μόνιμα και συνεχίζει αδιάλειπτα να είναι μόνιμα εγκατεστημένος στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, (γ) ότι η υπό διαχείριση περιουσία αφορά κατοικία στην οποία διέμενε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης και κάτοχός της πριν την τουρκική εισβολή του 1974 και στην οποία προτίθεται να κατοικήσει προσερχόμενος από τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.» Στο άρθρο 5 προβλέπεται: «
- Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται με τον παρόντα Νόμο, ο Κηδεμόνας θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους: Νοείται ότι, παρά την τροποποίηση του βασικού νόμου με τον παρόντα Νόμο, όλες οι πράξεις ή αποφάσεις οι οποίες έγιναν ή λήφθηκαν από τον Κηδεμόνα, σύμφωνα με το βασικό νόμο, θεωρούνται ότι έγιναν ή λήφθηκαν νόμιμα.» Το άρθρο 6(β) έχει ως ακολούθως: «
- Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του άρθρου 5, ο Κηδεμόνας έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες, τις οποίες ασκεί με τη βοήθεια δημόσιων υπαλλήλων- ... (β) Εγείρει ή υπερασπίζεται οποιαδήποτε αγωγή ή παραπομπή ή λαμβάνει μέρος σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά Τουρκοκυπριακή περιουσία ή προβαίνει σε συμβιβασμό σε αγωγή ή παραπομπή ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, η οποία θα ήταν επωφελής για την περιουσία αυτή ή τον ιδιοκτήτη.» Το άρθρο 8 προβλέπει: «8.-
(1)Τηρουμένου του εδαφίου
(2), επιτρέπεται η κατοχή και/ή χρήση από οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο τουρκοκυπριακής περιουσίας.
(2)Σε περίπτωση που ο έλεγχος ή το εταιρικό κεφάλαιο του νομικού προσώπου παύσει να ανήκει σε πρόσφυγες, κάθε κατοχή και/ή χρήση τουρκοκυπριακής περιουσίας υπό του νομικού προσώπου τερματίζονται.» Ενώ με το άρθρο 17 τίθεται σε ισχύ ο Ν.139/1991 από την 1.7.1991. Στην υπόθεση Κίτση ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 1077 αναφέρθηκαν τα κατωτέρω: «Δεν συμφωνούμε με τις θέσεις του εφεσείοντα. Η αγωγή είχε εγερθεί από το Γενικό Εισαγγελέα εκ μέρους και διά λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως κηδεμόνα των Τ/Κ περιουσιών. Με βάση το άρθρο 3 του Νόμου 139/91 ο Υπουργός Εσωτερικών διορίζεται ως κηδεμόνας των Τ/Κ περιουσιών. Με τον Τροποποιητικό Νόμο αρ. 35/94 προστέθηκε στο άρθρο 6 του βασικού νόμου το άρθρο 6Α που έχει ως εξής:- "6Α. Ο Κηδεμόνας μπορεί, εφόσον και όταν το θεωρεί σκόπιμο, να ενεργεί μέσω άλλων αρμόδιων λειτουργών ή οργάνων κατόπιν γραπτής του εκχώρησης προς αυτούς οποιασδήποτε από τις αρμοδιότητες που του παρέχει ο βασικός νόμος.". Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε εκχώρηση των αρμοδιοτήτων του Κηδεμόνα προς το Γενικό Εισαγγελέα αλλά εξουσιοδότηση για να εγείρει την αγωγή. Με βάση το Άρθρο 113.2 του Συντάγματος ο Γενικός Εισαγγελέας έχει εξουσία κατά την κρίση του προς το δημόσιο συμφέρον να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνεται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασία. Σύμφωνα δε με το άρθρο 57 του Νόμου 14/60 "Αγωγές από τη Δημοκρατία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από οποιονδήποτε νόμο, θα εγείρονται στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, .....". Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ο νομικός σύμβουλος της Δημοκρατίας και ενός εκάστου των οργάνων της (περιλαμβανομένων των Υπουργών - Βλέπε: Άρθρο 131.1 του Συντάγματος). Κατά συνέπεια είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείται προς τούτο από το Νόμο και το Σύνταγμα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, να εγείρει την αγωγή εκ μέρους και διά λογαριασμό του Κηδεμόνα των Τ/Κ πειρουσιών, δηλαδή του Υπουργού Εσωτερικών. Σχετική προς τούτο είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Simillides v. Neophytou
(1986)1 C.L.R.
- To άρθρο 6Α του Νόμου δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή γιατί δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκχώρησε οποιεσδήποτε εξουσίες του στο Γενικό Εισαγγελέα. Ο πρώτος λόγος έφεσης είναι ανεδαφικός και απορρίπτεται. Με τους λόγους 2 και 3 προσβάλλονται τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο μεν Κηδεμόνας είχε κατοχή της επίδικης περιουσίας εκ του Νόμου, ο δε εφεσείων είχε τη φυσική κατοχή χωρίς τη ρητή ή εξυπακουόμενη άδεια του Κηδεμόνα. Είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ότι ο Κηδεμόνας ουδέποτε είχε είτε φυσική κατοχή του επίδικου ακινήτου, είτε είχε κατοχή αυτοδικαίως με βάση το Νόμο. Και τούτο γιατί, κατά το συνήγορο του εφεσείοντα, δεν έχει επιχειρήσει είσοδο στα κτήματα που κατέχει ο εφεσείων ούτε τα είχε διεκδικήσει πριν την έγερση της αγωγής. Δεν συμφωνούμε με τους ισχυρισμούς αυτούς του εφεσείοντα. Με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 139/91 ο Κηδεμόνας αμέσως με το διορισμό του έχει εξουσία να λάβει άμεση κατοχή όλων των Τ/Κ περιουσιών οι οποίες περιέρχονται σ' αυτόν. Το άρθρο 5 του Νόμου έχει ως εξής:- "
- Χωρίς επηρεασμό των υφιστάμενων κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου δικαιωμάτων κατοχής προς όφελος τρίτων προσώπων δυνάμει υφιστάμενης κατά τις 20.7.74 έννομης σχέσης μεταξύ αυτών και των ιδιοκτητών, με το διορισμό του Κηδεμόνα όλες οι Τ/Κ περιουσίες περιέρχονται στον Κηδεμόνα, ο οποίος έχει εξουσία να λάβει άμεση κατοχή αυτών και να τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.". Με τις πρόνοιες δε του άρθρου 6 ο Κηδεμόνας έχει την εξουσία να εγείρει αγωγές προς το σκοπό αυτό. Η εξουσία αυτή προϋποθέτει τη νομιμοποίηση του Κηδεμόνα στον οποίο όλη η Τ/Κ περιουσία στις ελεύθερες περιοχές με βάση το Νόμο περιήλθε σ' αυτόν. Ο Κηδεμόνας με επιστολή του προς τον εφεσείοντα (Τεκμήριο 4) του ζήτησε να προσέλθει για την υπογραφή σύμβασης μίσθωσης άλλως θα ελάμβανε εναντίον του δικαστικά μέτρα για την έξωση του από το ακίνητο. Ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ότι ο Κηδεμόνας έπρεπε, προτού εγείρει την αγωγή, να ελάμβανε τη φυσική κατοχή του ακινήτου είναι αβάσιμος γιατί ο Κηδεμόνας έχει δικαιώματα στην περιουσία εκ του νόμου. Ένα από τα δικαιώματα αυτά, είναι και το δικαίωμα να αξιώσει κατοχή. Ο Κηδεμόνας στην παρούσα υπόθεση που δικαιούται σε είσοδο στο ακίνητο, δύναται να εγείρει απαίτηση και αυτή έχει τις ίδιες επιπτώσεις όπως η φυσική είσοδος. (Βλέπε: Clerk and Lindsell on Torts, 16η Έκδοση, παράγρ. 23-20 και Ocean Estates Ltd. v. Norman Pinder [1969] 1 AC 19). Είναι περαιτέρω η εισήγηση του εφεσείοντα ότι ο Νόμος 139/91 δεν τερμάτισε ρητά οποιαδήποτε δικαιώματα του που προκύπτουν από την παραχώρηση σ' αυτό από την, προ της ισχύος του Νόμου, Επιτροπή Διαχείρισης Τ/Κ περιουσιών. Έτσι, και αν ακόμα υποτεθεί, ότι με τη θέσπιση του Νόμου 139/91 οι Τ/Κ περιουσίες περιήλθαν στον Κηδεμόνα, ο τελευταίος ουδέποτε ανακάλεσε την προηγούμενη παραχώρηση. Έχουμε καταλήξει προηγουμένως ότι ο Κηδεμόνας αναλαμβάνει την κατοχή των Τ/Κ περιουσιών εκ του νόμου και μόλις αυτός τέθηκε σε ισχύ. Λογική συνέπεια τούτου ήταν η εκ του νόμου ανάκληση των παραχωρήσεων που παρέσχε η προηγούμενη Επιτροπή Διαχείρισης Τ/Κ περιουσιών. Ο Νόμος με τις πρόνοιες του άρθρου 5 κατοχύρωσε μόνο τα υφιστάμενα κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του νόμου δικαιώματα κατοχής τρίτων προσώπων, δυνάμει υφιστάμενης κατά την 20.7.74 έννομης σχέσης μεταξύ αυτών και του Τ/Κ ιδιοκτήτη. Αν ο νομοθέτης είχε σκοπό να κατοχυρώσει τις παραχωρήσεις προς τους εκτοπισμένους που έγιναν από την Επιτροπή Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών θα το έλεγε ρητά όπως πράττει για τις συμβάσεις ενοικίασης πριν την 20.7.
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο επί του πιο πάνω θέματος κατέληξε ως εξής:- "Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η παραχώρηση τερματίστηκε ή έληξε με τη θέσπιση του Νόμου 139/91 και επομένως ο Εναγόμενος με το να αρνείται να συνεργαστεί με τον Κηδεμόνα για καθορισμό ενοικίου και την υπογραφή Σύμβασης Μίσθωσης κατέστησε τον εαυτό του επεμβασία από την 1.7.91 και εντεύθεν με αποτέλεσμα ο Κηδεμόνας που είχε εξουσία δυνάμει του νόμου να ανακτήσει κατοχή, να εγείρει την παρούσα αγωγή αφού παραβιάζονταν τα δικαιώματά του (βλ. Clerk and Lindsell on Torts, 16η έκδοση παράγρ. 23-35).". Συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Τα δικαιώματα που παρέχει ο Νόμος στον Κηδεμόνα του έδιδαν το δικαίωμα να ζητήσει από τον εφεσείοντα τη συνομολόγηση μίσθωσης. Παράλειψη του δε να προσέλθει προς τούτο δημιουργούσε δικαίωμα του Κηδεμόνα να εγείρει αγωγή για έξωση του. Με τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Νόμου 139/91 ο εφεσείων είχε δικαίωμα να αμφισβητήσει την απόφαση του Κηδεμόνα υποβάλλοντας μέσα σε 30 μέρες από την κοινοποίηση προς αυτόν της απόφασης έγγραφη προσφυγή προς την εξ Υπουργών Επιτροπή που είχε εγκαθιδρυθεί από το Νόμο. Αντ' αυτού ο εφεσείοντας αρνήθηκε ρητά να προσέλθει σε σύμβαση μίσθωσης με τον Κηδεμόνα καθιστώντας έτσι τον εαυτό του επεμβασία σε ακίνητη περιουσία που δυνάμει του Νόμου τη νόμιμη κατοχή την είχε ο Κηδεμόνας.» Στην υπόθεση Perihan v. Γεωργίου
(2008)1 ΑΑΔ 905 ειπώθηκαν τα εξής: «Θα πρέπει κατ' αρχάς να εξετάσουμε τις αρμοδιότητες και εξουσίες που διαθέτει ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Σύμφωνα με το Άρθρο 5 κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται με το Νόμο, ο Κηδεμόνας έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους. Το Άρθρο 6 εξειδικεύει κάποιες από αυτές τις αρμοδιότητες χωρίς, όπως τονίζεται, να επηρεάζεται η γενικότητα του Άρθρου
- Έτσι ο Κηδεμόνας διαχειρίζεται κάθε τουρκοκυπριακή περιουσία και για το σκοπό αυτό εισπράττει κάθε ποσό που οφείλεται, συλλέγει κάθε προϊόν της περιουσίας, φροντίζει για τις αναγκαίες επιδιορθώσεις, βελτιώσεις, αναπτύξεις και μετατροπές της περιουσίας που θα ήταν επωφελείς για τον ιδιοκτήτη, προβαίνει σε διευθετήσεις, συνάπτει, τερματίζει, ακυρώνει συμβάσεις ή αναλαμβάνει υποχρεώσεις ή επιβαρύνσεις σε σχέση με την περιουσία, όπως είναι για παράδειγμα η εκμίσθωσή της. Ακόμα, εγείρει ή υπερασπίζεται οποιανδήποτε αγωγή ή παραπομπή ή λαμβάνει μέρος σε οποιανδήποτε διαδικασία που αφορά τουρκοκυπριακή περιουσία ή προβαίνει σε συμβιβασμό σε αγωγή ή παραπομπή η οποία θα ήταν επωφελής για την περιουσία του ιδιοκτήτη. Αντιπροσωπεύει και δεσμεύει τον ιδιοκτήτη της περιουσίας ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής, διοικητικής ή άλλης αρχής στη Δημοκρατία και ασκεί όλα τα δικαιώματα και εκτελεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από οποιανδήποτε νόμιμη σύμβαση στην οποία Τουρκοκύπριος είναι συμβαλλόμενο μέρος αντί αυτού. Γενικά παίρνει τέτοια μέτρα ή προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία θα ήταν αναγκαία ή σκόπιμη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται με το Άρθρο
- ... Οι διατάξεις του Άρθρου 6 δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας. Ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης δεν αποστερείται της περιουσίας του της οποίας εξακολουθεί να είναι κύριος. Η διαχείριση όμως της περιουσίας αυτής ανατίθεται κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης στον Κηδεμόνα. Το δικαίωμα κατοχής, διαχείρισης και ελέγχου της περιουσίας υπόκειται σε απόλυτα αναγκαίους περιορισμούς που συνάδουν με το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος (Suleyman ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 99/2005, ημερ. 21.5.2007). .. Σύμφωνα με το Άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αν η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι απαγορευμένος από νόμο ή είναι τέτοιας φύσης ώστε αν επιτρεπόταν θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική, θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία με παράνομο σκοπό ή αντιπαροχή είναι άκυρη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας, σε μια πράγματι εμπεριστατωμένη ανάλυση, έδωσε ιδιαίτερη σημασία στις συνέπειες της παρανομίας της σύμβασης. Το δικαστήριο δεν θα εφαρμόσει σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το νόμο. Σε τέτοια περίπτωση η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι στοιχείο που δεν λαμβάνεται υπ' όψιν. Αν νόμος απαγορεύει τη σύμβαση, η σύμβαση δεν είναι εφαρμοστέα ασχέτως από το αν οι συμβαλλόμενοι είχαν την πρόθεση να παραβούν το νόμο ή όχι (βλέπε Glamor Development v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444 και St. John Shipping Corporation v. Joseph Rank Ltd [1956] 3 All E.R. 683, 687). Αποφασίστηκε ακόμα ότι συμφωνία η οποία συνομολογείται κατά παράβαση νόμου, είναι παράνομη ανεξαρτήτως της έκτασης συμμετοχής εκατέρου των συμβαλλομένων στην επίτευξή της (Αlam v. Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968). Όπως ορθά επισημάνθηκε και στην υπόθεση Platritis & Co. v. Computer Patent
(1988)1 C.L.R. 135, το Άρθρο 23 του Κεφ. 149 έχει ως πρότυπο τις διατάξεις του Άρθρου 23 του Ινδικού περί Συμβάσεων Νόμου και η απαγόρευση που θέτει είναι ευρύτερη από την απαγόρευση παράνομων συμφωνιών βάσει του Αγγλικού Δικαίου. Όπως αποφασίστηκε στη Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1026 και επιβεβαιώθηκε στην Αlam v. Τουμαζίδη, ανωτέρω, συμφωνία η οποία απαγορεύεται από το νόμο ή οδηγεί στην καταστρατήγησή του συνιστά παράνομη και επομένως άκυρη σύμβαση βάσει των εδαφίων (α) και (β) αντιστοίχως του Άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία καταστρατηγεί τις πρόνοιες του Νόμου 139/
- Ο νόμος αυτός είναι αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής και συνιστά μια προσπάθεια η περιουσία των μελών της τουρκοκυπριακής κοινότητας να προστατευτεί και να τύχει σωστής διαχείρισης. Όπως επισημαίνεται και στην υπόθεση Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077, με βάση τις πρόνοιες του Ν.139/91 ο Κηδεμόνας έχει εξουσία να αξιώσει άμεση κατοχή όλων των τουρκοκυπριακών περιουσιών οι οποίες περιέρχονται σ' αυτόν. Δικαιούται σε είσοδο στο επίδικο ακίνητο, δικαιούται δε να εγείρει και απαίτηση η οποία έχει τις ίδιες επιπτώσεις όπως η φυσική είσοδος (βλέπε επίσης Clerk and Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παραγρ. 23-20 και Ocean Estates Ltd. v. Norman Pinder [1969] 1 AC 19.) Σημειώνουμε ότι στην υπόθεση Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα, ανωτέρω, απορρίφθηκε επιχειρηματολογία για αντισυνταγματικότητα του Ν.139/91 ως συνόλου. Η ανάληψη της φυσικής κατοχής από τον Κηδεμόνα δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του βάσει του Άρθρου 6. Αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Υπουργός Εσωτερικών ν. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120, θα ήταν παράλογο να αποδεικνύει ο Κηδεμόνας σε κάθε περίπτωση αγωγής με αντικείμενο τουρκοκυπριακή περιουσία ότι ανέλαβε προηγουμένως τη φυσική κατοχή της συγκεκριμένης περιουσίας.» Στην υπόθεση Χακκη ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου κ.ά. ECLI:CY:AD:2019:A524, Πολιτική Έφεση αρ. 320/2012, ημερομηνίας 11.12.2019 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η εφεσείουσα περιεβλήθη την ιδιότητα της ενάγουσας στην αγωγή, ως η φερόμενη mutevelli της περιουσίας. ... Εναγόμενος 3 στην ίδια αγωγή ήταν ο εφεσίβλητος 3, Υπουργός Εσωτερικών, υπό την ιδιότητά του ως Κηδεμόνας της περιουσίας, δυνάμει του άρθρου 3 του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και ΄Αλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991, (Ν. 139/1991), (ο «Νόμος»). Η θέση της εφεσείουσας σε σχέση με αυτόν είναι ότι η περιουσία δεν ενέπιπτε υπό τη, δυνάμει του Νόμου, διαχείρισή του. ... Επιπρόσθετα, όσον αφορά την προβαλλόμενη απαίτηση σε σχέση με τα δεδουλευμένα ενοίκια, καθώς, επίσης, την απαίτηση για αποζημιώσεις σε σχέση με την παράνομη κατοχή της περιουσίας από τη Δημοκρατία, αν υπήρξε τέτοια κατάσταση οποτεδήποτε πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου, σχετικό είναι το άρθρο 6(β) αυτού. Σε τούτο, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Κηδεμόνας είναι αρμόδιος να: «Εγείρει ή υπερασπίζεται οποιαδήποτε αγωγή ή παραπομπή ή λαμβάνει μέρος σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά Τουρκοκυπριακή περιουσία ..., η οποία θα ήταν επωφελής για την περιουσία αυτή ή τον ιδιοκτήτη.» ΄Οπως έχει, ήδη, επισημανθεί, η εφεσείουσα επικαλείτο τα εν λόγω αγώγιμα δικαιώματα ως υφιστάμενα κατά το χρόνο της έγερσης της αγωγής, στις 31.8.2010. Εφαρμοζομένων δε των πιο πάνω προνοιών του Νόμου, αποκλειστική αρμοδιότητα για προώθησή τους δικαστικώς είχε ο Κηδεμόνας, (βλ. Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα, ανωτέρω). Ως προς το θέμα του δικαιώματος κατοχής τουρκοκυπριακής περιουσίας, στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση, κρίθηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 του Νόμου, όπως αυτό ήταν τότε διατυπωμένο, ήτοι το 2001, πως τούτο, με τη θέσπιση του Νόμου, είχε περιέλθει στον Κηδεμόνα. Από το 2003 και μετά, το θέμα του δικαιώματος κατοχής τέτοιας περιουσίας καλύπτεται από το ευρύτερης διατύπωσης νέο άρθρο 5, στο οποίο προβλέπεται ότι: «... ο Κηδεμόνας θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους:». Η πρόνοια αυτή, αναμφίβολα, περιλαμβάνει και το δικαίωμα για κατοχή. Επομένως, σε σχέση με την υπό αναφορά περιουσία, αυτός που έχει δικαίωμα στην κατοχή της είναι ο Κηδεμόνας και όχι η εφεσείουσα, (βλ. Υπουργός Εσωτερικών ν. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120). Ως εκ τούτου, η εφεσείουσα δε νομιμοποιείτο να απαιτεί την απόδοση της κατοχής της.» Όπως ήδη αναφέρθηκε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ακίνητο επί του οποίου ανεγέρθηκε το υποστατικό, πρώην VENUS και νυν IGUANA εμπίπτει στην έννοια της τουρκοκυπριακής περιουσίας όπως αυτή ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Ν.139/1991. Ως τέτοιο το ακίνητο (Τουρκοκυπριακή περιουσία), τη διαχείριση του την έχει ο Κηδεμόνας σύμφωνα με το άρθρο 3 και η έκταση των δικαιωμάτων του είναι ίδια όπως αυτή του τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη, όπως ο όρος αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Ν.139/1991, ενώ σύμφωνα με τις αρμοδιότητες του είναι ο μόνος που διαχειρίζεται κάθε τουρκοκυπριακή περιουσία ως αυτή αναφέρεται στο άρθρο 6(α) και σύμφωνα με το άρθρο 6(β) να εγείρει ή υπερασπίζεται οποιαδήποτε αγωγή ή παραπομπή ή να λαμβάνει μέρος σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά τουρκοκυπριακή περιουσία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αιτήτρια, η οποία δεν εμπίπτει και δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 8, δεν έτυχε παραχώρησης άδειας χρήσης ή μίσθωσης από τον Κηδεμόνα του συγκεκριμένου ακινήτου και υποστατικού. Η προφορική συμφωνία Ιουνίου 2016 μεταξύ του ομνύοντα και του καθ΄ ου η αίτηση, ο οποίος είχε σύμβαση μίσθωσης με το Δήμο Λάρνακας ημερομηνίας 10.8.1987 η οποία άρχιζε την 1.1.1987 και είχε διάρκεια τριάντα τρία
(33)έτη, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η δημιουργία της αιτήτριας για συνέχιση της διαχείρισης του υποστατικού IGUANA αντί του καθ΄ ου η αίτηση δεν έχει καμία νομική υπόσταση και είναι άκυρη εξ υπαρχής εκ του νόμου. Ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται η αιτήτρια στην έγερση της αγωγής. Από την άλλη ο καθ΄ ου η αίτηση και αν ακόμη θεωρηθεί ότι η σύμβαση μίσθωσης με τον Δήμο Λάρνακας συνέχισε να βρίσκεται σε ισχύ και μετά το 1991 αλλά και μετά το 2012 και 1.1.2017, αυτή έληξε στις 31.12.2019 και από αυτή την ημερομηνία και εντεύθεν, αφού δεν παρουσίασε οποιασδήποτε μορφής σύμβαση με τον Κηδεμόνα που να του δίδεται άδεια χρήσης, ή μίσθωσης, ή εκμετάλλευσης, ή κατοχής του υποστατικού ουδέν δικαίωμα έχει επί αυτού έτσι που να νομιμοποιείται να υπερασπίζεται τούτο και η οποιαδήποτε απόπειρα χρήσης ή κατοχής κλπ απ΄ αυτόν είναι παράνομη. Είναι ορθή η παρατήρηση του καθ΄ ου η αίτηση ότι από την παρανομία δεν εκπηγάζει δίκαιο. Όμως στον ίδιο βαθμό που ισχυρίζεται ότι παρανομεί η αιτήτρια έναντι του Κηδεμόνα, παρανομεί και ο ίδιος με βάση τους δικούς του ισχυρισμούς και ως εκ τούτου δεν δημιουργείται δίκαιο προς όφελος αυτού. Αφού λοιπόν δεν εξασφάλισε ούτε ο ίδιος τη σχετική άδεια χρήσης από τον Κηδεμόνα ουδέν δικαίωμα έχει να επικαλείται αυτόν και πολύ περισσότερο να επιζητεί όσα, ίσως, να δικαιούται ο Κηδεμόνας να επιζητήσει από την αιτήτρια. Με άλλα λόγια ούτε η αιτήτρια νομιμοποιείται σε αγωγή, ούτε ο καθ΄ ου η αίτηση σε υπεράσπιση και αντιμάχονται στο Δικαστήριο χωρίς κανένα δικαίωμα από το νόμο, με βάση τον οποίο ο μόνος ο οποίος μπορεί να διεκδικήσει την κατοχή του, είναι ο Κηδεμόνας. Κατά συνέπεια η αιτήτρια με βάση τις αναφερθείσες πρόνοιες του Ν.139/1991 και την ως άνω νομολογία δεν έχει καταδείξει την πρώτη προϋπόθεση, ήτοι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και συνακόλουθα ούτε και πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, ήτοι τη δεύτερη προϋπόθεση. Κατά συνέπεια το διάταγμα ημερομηνίας 6.3.2020, παύει να ισχύει και ακυρώνεται, πλέον €2.000 έξοδα συν ΦΠΑ εναντίο της αιτήτριας και υπέρ του καθ' ου η αίτηση, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........................................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο