← Κύπρος

Δήμος Λάρνακας ν. Δελημάτσης, Αρ. Αγωγής: 1167/2018, 10/7/2020

Δήμος Λάρνακας ν. Δελημάτσης, Αρ. Αγωγής: 1167/2018, 10/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1167/2018 Μεταξύ: Δήμος Λάρνακας Εναγόντων -και- ΧΧΧΧΧ Δελημάτσης Εναγόμενος Ημερομηνία: 10/07/2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Κα M. Χριστοφή για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ο Εναγόμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Οι δικογραφημένες θέσεις των μερών Διά της αγωγής τους οι Ενάγοντες αξιώνουν από τον Εναγόμενο τέλη αποκομιδής σκυβάλων για το υποστατικό στην οδό Συνεργατισμού ΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧ Court, διαμέρισμα ΧΧΧΧΧ, στη Λάρνακα, για τα έτη 2008 μέχρι και 2017, τα οποία επιβλήθηκαν στον Εναγόμενο σύμφωνα με τον Έκτο πίνακα του περί Δήμων Νόμου, Ν.111/

  1. Η επί της ουσίας, υπεράσπιση του Εναγόμενου έχει, μεταξύ άλλων, ως εξής: Από το 2007 μέχρι και το 2015 ο Εναγόμενος ενοικίαζε το επίδικο υποστατικό σε αριθμό ενοικιαστών, ενώ ο ίδιος και η σύζυγός του εγκατέλειψαν αυτό κατά ή περί το 2007 και εγκαταστάθηκαν σε νέα οικία. Οι Ενάγοντες ουδέποτε αξίωσαν, μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, από τον Εναγόμενο τα επίδικα τέλη, με αποτέλεσμα ούτε και ο Εναγόμενος να τα αξιώσει από τους εκάστοτε ενοικιαστές του από το 2007 μέχρι το
  2. Εν πάση περιπτώσει, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως απαλλάχθηκε της υποχρέωσης πληρωμής σκυβάλων προς τους Ενάγοντες, αφού η σύμβαση μεταξύ του ιδίου ως ιδιοκτήτη του επίδικου υποστατικού και του εκάστοτε κατόχου, ως ενοικιαστή του υποστατικού, τον απάλλασσε από την εν λόγω υποχρέωση. Εισηγείται περαιτέρω ότι, η υποχρέωση για καταβολή των τελών αποκομιδής σκυβάλων βαρύνει, βάσει του Νόμου, τον εκάστοτε κάτοχο κάθε υποστατικού και όχι τον ιδιοκτήτη αυτού. Β. Το επίδικο θέμα Στα πλαίσια κλήσεως για οδηγίες των Εναγόντων, ημερομηνίας 26/03/2019, ο Εναγόμενος ήγειρε ζήτημα ότι η αγωγή των Εναγόντων, σε ό, τι αφορά στα έτη 2008 μέχρι και 2012, έχει παραγραφεί και κατόπιν συναίνεσης των Εναγόντων η σχετική προδικαστική ένσταση του κατηγορούμενου, ως φαίνεται στην παράγραφο 1 της υπεράσπισης και ανταπαίτησής του[1], δικάστηκε προδικαστικά. Στα πλαίσια της ίδιας κλήσης για οδηγίες, αποφασίστηκε επίσης συνοπτικά με απόφαση ημερ. 24/05/2019 η διαγραφή της ανταπαίτησης του Εναγόμενου. Οι υπόλοιπες δύο προδικαστικές ενστάσεις που αναφέρονται στην υπεράσπιση του Εναγόμενου δεν μπορούν να κριθούν προδικαστικά αφού απαιτείται παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο, το οποίο δεν υπάρχει μεταξύ των μερών σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Σκοπός της παρούσας απόφασης είναι να κρίνει, χωρίς αναφορά σε οποιαδήποτε αμφισβητούμενα γεγονότα μεταξύ των μερών, αφού η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει, εάν το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων για τα έτη 2008 με 2012 έχει παραγραφεί στη βάση του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, Νόμος 66(Ι)/2012 (στο εξής «ο Νόμος 66(Ι)/2012»). Στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας τους για το εγειρόμενο ζήτημα, η συνήγορος των Εναγόντων ανέφερε ότι, τα τέλη αποκομιδής σκυβάλων αξιώνονται από τον Εναγόμενο στη βάση του περί Δήμων Νόμου, ο οποίος δεν προνοεί συγκεκριμένο χρόνο παραγραφής και έτσι εφαρμόζεται ο γενικότερος νόμος, ο Νόμος 66(Ι)/2012, και συγκεκριμένα το Άρθρο 4 αυτού, το προνοεί χρόνο παραγραφής 10 ετών μετά την συμπλήρωση της βάσης αγωγής. Εν αντιθέσει, ο Εναγόμενος υποστήριξε, μεταξύ άλλων, πως η βάση αγωγής των Εναγόντων είναι αφενός η αμέλεια και αφετέρου η παράβαση θέσμιου καθήκοντος εκ των Εναγόντων να τον ενημερώσουν ως όφειλαν για τα οφειλόμενα τέλη βάσει του περί Δήμων Νόμου. Γ. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σημειώνω εξαρχής ότι, η αγωγή των Εναγόντων ως προκύπτει από τη δικογραφημένη τους θέση, δεν βασίζεται στο αγώγιμο δικαίωμα της αμέλειας, αλλά στην παράβαση θέσμιου καθήκοντος του Εναγόμενου, δηλαδή καθήκοντος που προκύπτει από νομοθεσία, να πληρώσει τα οφειλόμενα τέλη αποκομιδής σκυβάλων για τα έτη 2008 μέχρι 2017 προς τον Ενάγοντα Δήμο. Το ότι το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς σχετικά με την παραγραφή του, εδώ επίδικου, αγωγίμου δικαιώματος βρίσκεται στον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο, Ν. 66

(1)/2012 (στο εξής «ο Νόμος») είναι κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Αδιαμφισβήτητα, το ισχύον δίκαιο είναι εκείνο που ίσχυε κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής, η οποία καταχωρίστηκε στις 5/10/2018 (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834). Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ισχύει εν προκειμένω χρόνος παραγραφής 10 ετών, ως ορίζεται στο άρθρο 4 του Ν.66(Ι)/2012 διότι στον ειδικότερο νόμο, τον περί Δήμων Νόμο Ν.111/1985, δεν προνοείται οποιοσδήποτε χρόνος παραγραφής. Τούτο δεν ευσταθεί, αφού ο ίδιος ο Νόμος 66(Ι)/2012 προνοεί ειδικά για αξιώσεις που αφορούν σε αποζημιώσεις που προκύπτουν από παράβαση θεσμίου καθήκοντος. Το άρθρο 6
(2)αυτού, προνοεί ως εξής: «6.-
(2)Αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση.» Οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησής τους απαιτούν τα τέλη αποκομιδής σκυβάλων για όλα τα έτη μεταξύ 2008 και 2017, χωρίς να αναφέρουν την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση αγωγής για κάθε ένα έτος εκ των πιο πάνω. Δεν ανέφεραν δηλαδή πότε τα δεδουλευμένα τέλη κάθε έτους καθίστανται πληρωτέα βάσει της νομοθεσίας (λ.χ. τα τέλη του 2012 καθίστανται πληρωτέα στις 31.12.2012 ή σε κάποια μεταγενέστερη ημερομηνία;) Εν προκειμένω, αφού η βάση της αγωγής συνίσταται σε παράβαση θέσμιου καθήκοντος του Εναγόμενου να πληρώσει τα τέλη αποκομιδής σκυβάλων, υπό την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη της επίδικης οικίας, καθήκον που προκύπτει από το άρθρο 84(ζ) του περί Δήμων Νόμου, Ν. 111/85[2], εφαρμοστέο είναι το άρθρο 6
(2)πιο πάνω και το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων παραγράφεται μετά την πάροδο 3 χρονών από την ημερομηνία που η οφειλή για κάθε έτος κατέστη πληρωτέα. Αφού ήδη έκρινα πως ο χρόνος παραγραφής εν προκειμένω είναι αυτός που αναφέρεται στο άρθρο 6
(2)του Νόμου 66(Ι)/2012 και όχι αυτός που αναφέρεται στο άρθρο 4 του ίδιου Νόμου, η απάντηση προκύπτει, φαινομενικά, ως απλή. Ότι, δηλαδή, τα τέλη σκυβάλων που εκκρεμούσαν για περίοδο πέραν των 3 χρόνων πριν την καταχώριση της αγωγής στις 5.10.2018, δηλαδή αυτά που κατέστησαν πληρωτέα πριν την 4.10.2015, δεν μπορούν να ανακτηθούν με την αγωγή. Εν τούτοις, τα πράγματα περιπλέκονται από το λεκτικό του Νόμου 66(Ι)/2012 στο άρθρο 3 αυτού, το οποίο προνοεί ως εξής: «3. Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής: Νοείται ότι, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016.» Ο Εναγόμενος σημειώνει ότι η εν λόγω επιφύλαξη δεν μπορεί να σημαίνει ότι νέος και εξ υπαρχής χρόνος παραγραφής τρέχει από 1.1.2016 για όλα τα αγώγιμα δικαιώματα, στα οποία εφαρμόζεται ο Νόμος, διότι τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα την αναβίωση ήδη παραγραμμένων δικαιωμάτων, θα καταργούσε την ασφάλεια δικαίου και θα είχε απρόβλεπτες επιπτώσεις στην απονομή της δικαιοσύνης. Η συνήγορος των Εναγόντων δεν αναφέρθηκε καθόλου στην εν λόγω διάταξη του Ν. 66(Ι)/2012 στην προφορική της αγόρευση. Η προαναφερθείσα επιφύλαξη του άρθρου 3, ανωτέρω, χρήζει δικαστικής ερμηνείας, ώστε να αποφασιστεί το εγερθέν ζήτημα. Έχει νομολογηθεί, ότι η κεντρική επιδίωξη και οι στόχοι του ερμηνευτικού έργου, πρέπει να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knights
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1903 και Αναφορικά με την εταιρεία Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd η οποία βρίσκεται υπό εξυγίανση, ECLI:CY:AD:2014:D295, Πολιτική Εφεση αρ. 60/2014, ημερομηνίας 7/5/2014) . Ό,που το ζητούμενο είναι η ερμηνεία νομοθετήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το λεκτικό, το ιστορικό και οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του, οι ευρύτεροι σκοποί που επιχειρήθηκε να εξυπηρετηθούν καθώς και η πρόθεση του νομοθέτη. (βλ. Melios v. Nicolaou
(1963)2 C.L.R. και Krassimenos v. Hadjiyiannis
(1963)2 C.L.R. 448). Παρόλο που οι λέξεις σε ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη σημασία τους, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το αντικείμενο και ο σκοπός του νόμου, οπότε και οι λέξεις ερμηνεύονται με βάση τα συμφραζόμενα, παρά την αυστηρή ετυμολογική ή συνήθη σημασία τους (βλ. Δημοκρατία ν. Γεώργιου Ματθαίου,
(1990)3 Α.Α.Δ. 2452 και Ηalsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 44, παράγραφοι 863-873). Στη Vamasia Estates Ltd v. Singer Sewing Machine Company
(1985)1 CLR 707 σημειώθηκε ότι, κατά κανόνα, πρόνοια νόμου πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τη γραμματική ερμηνεία των λέξεων που την απαρτίζουν, εκτός εάν οδηγεί σε αναπόφευκτα παράλογα αποτελέσματα. Έχει σταθερά νομολογηθεί ότι οσάκις ένας νόμος επιδέχεται δύο διαζευκτικές ερμηνείες η ερμηνεία η οποία οδηγεί σε παράλογες καταστάσεις ή άτοπα αποτελέσματα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας
(1966)3 Α.Α.Δ. 612, Κατσαράς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1973)3 Α.Α.Δ. 145, Κυριακίδης ν. Δημοκρατίας
(1979)3 Α.Α.Δ. 86, Λόρδος και Αναστασιάδης Λτδ κ.ά. ν. Επάρχου Λεμεσού
(1976)2 Α.Α.Δ.145, Οrphanage and Training School v. Attoryney-General of the Rebublic
(1977)1 C.L.R. 302, Aστυνομία ν. Ξυδιά
(1991)2 Α.Α.Δ. 456, Αναφορικά με την Αίτηση του Δ.Χριστόφια κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 421). Ερμηνεύοντας, λοιπόν, την επιφύλαξη του άρθρου 3 του Νόμου, παρατηρώ τα ακόλουθα. Το άρθρο 26 του Νόμου, πριν την κατάργησή του με τον Νόμο 207(Ι)/15, αφορούσε σε μεταβατική διάταξη. Το αρχικό κείμενο του Νόμου, το οποίο ίσχυσε από 31.5.12, προνοούσε ότι για αγώγιμα δικαιώματα των οποίων η βάση αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, η αγωγή θα έπρεπε να εγερθεί εντός ενός έτους από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου, εκτός εάν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την συμπλήρωση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου είναι μικρότερος από τον δυνάμει του Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος[3]. Με τον τροποποιητικό Νόμο Ν. 41
(1)/2013 το ένα έτος από 31.5.12 που αναφέρεται πιο πάνω, που είχε ως καταληκτική ημερομηνία την 31.6.12 για την καταχώριση αγωγών των οποίων η βάση αγωγής συμπληρώθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου και για τις οποίες είχε ήδη συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής που αναφέρεται στο Νόμο, παρατάθηκε μέχρι τις 31.12.2013[4]. Με τον τροποποιητικό Νόμο Ν. 159(Ι)/2013ο χρόνος αυτός παρατάθηκε μέχρι τις 3.12.2014.[5] Με τον τροποποιητικό Νόμο Ν. 190(Ι)/2014ο χρόνος αυτός παρατάθηκε μέχρι τις 31.12.2015[6]. Προκύπτει σαφώς, τόσο από το λεκτικό τους όσο και από την διαδοχική τους θέσπιση, ότι σκοπός των πιο πάνω τροποποιητικών νόμων ήταν να παρατείνουν το χρόνο, εντός του οποίου κάποιος θα μπορούσε να εγείρει αγωγή, όταν η βάση τέτοιας αγωγής ολοκληρώθηκε πριν την 31.5.2012 και για τις οποίες είχε ήδη συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής, που προνοούσε ο Νόμος. Και με τον τροποποιητικό Νόμο Ν. 207(Ι)/2015, η μεταβατική αυτή διάταξη του άρθρου 26 διαγράφηκε ολοκληρωτικά και εισήχθηκε, για πρώτη φορά, η επιφύλαξη του άρθρου 3, η ερμηνεία της οποίας είναι επίδικη εν προκειμένω. Όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι, συνηγορούν υπέρ της εξής ερμηνείας του άρθρου 3 του Νόμου, ως έχει σήμερα. Ότι, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής, αλλά δεν δύναται, εν πάση περιπτώσει, να λήξει πριν την 1η Ιανουαρίου
  1. Δηλαδή, ακόμα και αν ο χρόνος παραγραφής, βάσει του Νόμου, έχει λήξει πριν την 1.1.16, η σχετική αγωγή μπορεί να εγερθεί μέχρι και την 1.1.
  2. Εάν ο χρόνος παραγραφής δεν έχει λήξει πριν την 1.1.16, τότε αυτός αρχίζει να προσμετρείται εκ νέου από 1.1.
  3. Με αυτή την ερμηνεία δεν καθίστανται γενικευμένα και συλλήβδην, ανενεργές όλες οι διατάξεις του Νόμου σε σχέση με την παραγραφή, αφού νέος και εξ υπαρχής χρόνος παραγραφής τρέχει μόνο για αγωγές, οι οποίες δεν παραγράφηκαν μέχρι την 1.1.
  4. Αυτές που, δυνάμει των προνοιών του Νόμου, ήδη παραγράφηκαν πριν την 1.1.2016 δεν αναβιώνουν, βάσει της επιφύλαξης του άρθρου
  5. Πρακτικά και εν προκειμένω η πιο πάνω ερμηνεία φέρει τα εξής αποτελέσματα: Αγωγή για τέλη αποκομιδής σκυβάλων, τα οποία κατέστησαν πληρωτέα μέχρι και τις 31.12.2012 παραγράφεται μέχρι τις 31.12.2015 και ο χρόνος έγερσης αγωγής για τα τέλη αυτά δεν μπορεί να αναβιώσει βάσει της επιφύλαξης του άρθρου 3 πιο πάνω. Αντιθέτως, αγωγή για τέλη αποκομιδής σκυβάλων, τα οποία κατέστησαν πληρωτέα την 1.1.2013 και μετέπειτα και τα οποία παραγράφονται, αντιστοίχως, την 1.1.2016 και μετέπειτα, μπορούν να εγερθούν εντός 3 χρόνων από 1.1.2016, ημερομηνία από την οποία αρχίζει να προσμετρείται νέος και εξ υπαρχής χρόνος παραγραφής. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων σε ότι αφορά τα έτη 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011 έχει παραγραφεί. Δεν συμπεριλαμβάνω στα παραγραμμένα έτη το 2012, διότι δεν αναφέρθηκε ενώπιον μου, ως ανέφερα πιο πάνω, πότε τα δεδουλευμένα τέλη του 2012, καθίστανται πληρωτέα. Αν δηλαδή καθίστανται πληρωτέα μέχρι 31.12.2012 ή μέχρι κάποια μεταγενέστερη ημερομηνία. Έτσι, η ασάφεια αυτή πρέπει να αφεθεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Καταληκτικά, πιστεύω πως έχει αξία να αναφερθεί ότι θα ήταν ευπρόσδεκτη η νομοθετική επαναδιατύπωση της επιφύλαξης του άρθρου 3 του Νόμου, ώστε η πρόθεση του νομοθέτη να καθίσταται σαφής από το ίδιο το λεκτικό της, διότι ως έχει σήμερα δημιουργεί περισσότερα ερμηνευτικά προβλήματα απ΄ όσα επιλύει. Στη βάση όλων των πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου ότι, το Δικαστήριο σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι η ενώπιον του αγωγή έχει παραγραφεί, οφείλει να εκδώσει διάταγμα αναστολής της παραπέρα διαδικασίας και όχι διάταγμα απόρριψης της αγωγής (βλ. Φεσσά Δημήτρης κ.α. ν. Ευανθίας A. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337), κρίνω ότι η προδικαστική ένσταση στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου πρέπει να πετύχει και πετυχαίνει, στο βαθμό που αφορά στα έτη 2008, 2009, 2010 και
  1. Δ. Κατάληξη Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της παρούσας αγωγής, λόγω παραγραφής της αξίωσης των Εναγόντων, μόνο σε σχέση με τα τέλη αποκομιδής σκυβάλων για τα έτη 2008, 2009, 2010 και
  2. Η αξίωση των Εναγόντων για τα τέλη 2012 μέχρι και 2017, ως μη παραγραφείσα και ισχυρή, συνεχίζει να υφίσταται. Ως εκ του αποτελέσματος, τα έξοδα, μόνο σε σχέση με την εκδίκαση της επίδικης προδικαστικής ένστασης και όχι ολόκληρης της κλήσης για οδηγίες, θα είναι υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων, ως υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. Η κλήση για οδηγίες των Εναγόντων, ημερ. 26/3/2019, ορίζεται για οδηγίες, βάσει της Δ.30, Θ. 3, στις 15/9/2020 και ώρα 9 π.μ. ώστε το Δικαστήριο να επιληφθεί των λοιπών αιτημάτων στα παραρτήματα των μερών. Τα μέρη να ειδοποιηθούν από το Πρωτοκολλητείο για την πιο πάνω ημερομηνία και ώρα. (Υπ.) ............ Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Ο Εναγόμενος εγείρει πρώτη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι, η οποιαδήποτε αξίωση του Ενάγοντος από τον Εναγόμενο για τα έτη 2008 μέχρι και 2012 έχει παραγραφεί σύμφωνα με τον Νόμο.» [2] «
  3. Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ και oιoυδήπoτε ετέρoυ εκάστoτε εv ισχύι vόμoυ, τo συμβoύλιov θα εκτελή, εv τω μέτρω τωv oικovoμικώv δυvατoτήτωv τoυ δήμoυ, εvτός τωv δημoτικώv oρίωv πάvτα ή oιαδήπoτε τωv ακoλoύθωv καθηκόvτωv, ήτoι- [.....] (ζ) θα πρovoή διά τηv καθαριότητα και υγιειvήv κατάστασιv τoυ δήμoυ. διά τηv συλλoγήv, απoκoμιδήv, διάθεσιv, διαχείριση και επεξεργασίαv τωv σκυβάλωv, για τις οποίες επιβάλλει στον ιδιοκτήτη ή κάτοχο της ακίνητης ιδιοκτησίας ή του υποστατικού τέλη σκυβάλων, τα οποία δεν υπερβαίνουν τα ποσά που προβλέπονται στον Έκτο Πίνακα,[.....]» [3] «
  4. Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την εκπνοή ενός έτους από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος Νόμου, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την συμπλήρωση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος. [4]
  5. Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2013, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2013 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος. [5]
  6. Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2014, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος. [6]
  7. Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2015, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2015 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.