Πιερή ν. Negus, Αγωγή αρ.: 1304 / 2012, 15/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1304 / 2012 Μεταξύ: XXXXX Πιερή Ενάγοντος -και- XXXXX Negus Εναγομένης Ημερομηνία: 15 Μαΐου, 2020. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Η κα Χρ. Ζίκκου για ΔΡ ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: Η κα Ρ. Καραμανή για ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, τόσο ο ενάγοντας όσο και η εναγομένη ήσαν επαγγελματίες φωτογράφοι, δραστηριοποιούντο δε και οι δύο στη Λάρνακα, ο κάθε ένας στην δική του επιχείρηση. Η επιθυμία του ενάγοντα να αποκτήσει την επιχείρηση της εναγομένης, τους οδήγησε στην σύναψη, τον Φεβρουάριο του 2009, συμφωνίας με την οποία η τελευταία πώλησε την επιχείρηση της στον πρώτο, αντί του ποσού των €68.000=, έναντι του οποίου ο ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των €34.000=. Δυστυχώς η συνεργασία μεταξύ τους δεν ευοδώθηκε, η κοινή επιχείρηση που δημιούργησαν κατέρρευσε, με την κάθε πλευρά να επιρρίπτει ευθύνες στην άλλη για την μη εφαρμογή της συμφωνίας. Κατάληξη, η καταχώρηση της παρούσης αγωγής. Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, η Συμφωνία η οποία καταρτίστηκε γραπτώς, προνοούσε τα εξής: (
- i)οι συμβαλλόμενοι θα ίδρυαν εταιρεία, η οποία θα λειτουργούσε την κοινή επιχείρηση. (
- ii)η εναγομένη θα εσυνέχιζε να εργάζεται στην κοινή επιχείρηση και θα αποχωρούσε όποτε αυτή ήθελε, όχι όμως σε χρόνο λιγότερο των δύο ετών αλλά ούτε και περισσότερο των τριών ετών από τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας. (iii) κατά την πιο πάνω περίοδο, τα κέρδη και τις υποχρεώσεις της εταιρείας θα τα επωμίζοντο και οι δύο συμβαλλόμενοι. (
- iv)το ποσό των €68.000= θα καταβάλλετο σε δύο δόσεις, €34.000= με την υπογραφή της συμφωνίας και το υπόλοιπο (€34.000=) όταν η εναγομένη θα αποχωρούσε από την επιχείρηση. (
- v)με την αποχώρηση της εναγομένης από την κοινή επιχείρηση και με την καταβολή του ποσού των €34.000= (2η δόση), ο ενάγοντας θα καθίστατο ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης της. (
- vi)η εναγομένη είχε υποχρέωση να προσφέρει τις υπηρεσίες της με τέτοιο τρόπο, ώστε ο ενάγοντας να καταστεί γνωστός σε όλους τους πελάτες της. (vii) η εναγομένη είχε υποχρέωση να πράξει «το παν» ώστε η πελατεία της, μαζί με όλα τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης της (περιλαμβανομένου του «επιχειρηματικού αέρα») να περιέλθουν στον ενάγοντα. Είναι η θέση του ενάγοντα πως η εναγόμενη όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της, αλλά αντίθετα προσπάθησε με διάφορες ενέργειες να αποτρέψει την περιέλευση σ' αυτόν του πελατολογίου της, καθώς και των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, προκαλώντας του ζημιά. Διατείνεται πως: (α) η εναγόμενη κατακρατεί χρήματα από «εργασίες της επιχείρησης» ύψους €25.000=, το ήμισυ του οποίου €12.775,25) το δικαιούται ο ίδιος. (β) κατέβαλε από προσωπικά του χρήματα για διάφορα έξοδα ή/και οφειλές της επιχείρησης το ποσό των €12.527,37. (γ) κατέβαλε για σκοπούς της επιχείρησης ποσό €9.800=. (δ) συνεισέφερε επίσης στην επιχείρηση αντικείμενα (παρατίθεται σχετικός κατάλογος) αξίας €49.768=. Κατά τον ενάγοντα, οι ενέργειες της εναγομένης (μεταξύ άλλων, τον Μάρτιο του 2012, άλλαξε τις κλειδαριές του καταστήματος και επενέβη στο σύστημα συναγερμού) συνιστούν παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση της κοινής επιχείρησης. Με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 29.3.2012 (επεδόθη στην εναγομένη στις 30.3.2012), τερμάτισε την μεταξύ τους συμφωνία και αξίωσε την επιστροφή των €34.000=, επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα του για διεκδίκηση αποζημιώσεων. Με την αγωγή του αξιώνει: (α) δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία διερρήχθη υπαιτιότητι της εναγομένης. (β) επιστροφή του καταβληθέντος ποσού των €34.000=, με τόκο προς 4,5% από 1.3.20009, μέχρι εξόφλησης. (γ) καταβολή του ποσού των €12.775,25 ως το μερίδιο του από εργασίες της επιχείρησης που διεκπεραιώθηκαν ή ως «δεδουλευμένα». (δ) καταβολή του ποσού των €12.527,37, το οποίο συνεισέφερε από δικές του πηγές για σκοπούς της επιχείρησης ή/και για οφειλές της. (ε) καταβολή του ποσού των €9.800= το οποίο πρόσφερε στην επιχείρηση από δικά του χρήματα. (στ) επιστροφή των αντικειμένων ή/και μηχανημάτων ή/και εξοπλισμού αξίας €49.768= που συνεισέφερε στην επιχείρηση. Η εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Διατείνεται πως είναι ο ενάγοντας που παραβίασε την μεταξύ τους συμφωνία και όχι η ίδια. Είναι η θέση της πως σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, η ίδια θα παρείχε τις υπηρεσίες της στην κοινή επιχείρηση, μέχρις ότου ο ενάγοντας γίνει γνωστός στους πελάτες, ώστε να είναι σε θέση να χειρίζεται την επιχείρηση μόνος του. Αρνείται τον ισχυρισμό του ενάγοντα πως είχε υποχρέωση να κάμει «το παν», ώστε η πελατεία, ο «επιχειρηματικός αέρας», καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης να περιέλθουν σ' αυτόν. Ενώ η ίδια, όπως ισχυρίζεται, κοινοποίησε στον ενάγοντα με επιστολή του τότε δικηγόρου της ημερομηνίας 30.11.2011, την πρόθεση της να αποχωρήσει από την επιχείρηση την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου του 2012, ο ενάγοντας δεν της κατέβαλε το ποσό των €34.000= ως η δική του υποχρέωση. Προβάλλει πως λόγω της άσχημης συμπεριφοράς του ενάγοντα προς τους πελάτες, ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης μειώθηκε, αφού μειώθηκε η πελατεία. Η φήμη της ίδιας ως επαγγελματίας φωτογράφος υπέστη ανεπανόρθωτο πλήγμα. Αρνείται ότι οφείλει στον ενάγοντα τα αξιούμενα ποσά. Είναι η θέση της πως ο τελευταίος δεν κατέβαλε προσωπικά στην επιχείρηση, τα ποσά που ο ίδιος διατείνεται. Αρνείται επίσης πως η ίδια κατακράτησε οποιοδήποτε ποσό από την επιχείρηση. Όσον αφορά τα αντικείμενα που ο ενάγοντας, κατ' ισχυρισμόν, συνεισέφερε στην επιχείρηση, διατείνεται πως αυτά (αμφισβητείται ότι η αξία τους είναι αυτή που υποστηρίζει ο ενάγοντας) δεν ανήκουν αποκλειστικά σ' αυτόν, αλλά αποτελούν περιουσία της επιχείρησης. Είναι παραδεκτό από την πλευρά της πως τον Μάρτιο του 2012 άλλαξε τις κλειδαριές του καταστήματος όπου στεγαζόταν η επιχείρηση. Αναγκάστηκε όπως αναφέρει να πράξει τούτο, επειδή ο ενάγοντας εισερχόταν στο υποστατικό σε ώρες που απουσίαζε η ίδια και «εξαφάνιζε και/ή απέκρυπτε και/ή έπαιρνε αντικείμενα και/ή εργασία και/ή φωτογραφίες που ανήκαν σε διάφορους πελάτες της επιχείρησης». Αν και η ίδια τον παρεκάλεσε να σταματήσει να πράττει τούτο, ο ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε και έτσι η ίδια έδρασε με τον πιο πάνω τρόπο. Μεταξύ των αντικειμένων που ο ενάγοντας «πήρε και/ή εξαφάνισε» ήταν η κάρτα και/ή ο δίσκος δεδομένων του κεντρικού υπολογιστή, όπου περιέχοντο όλες οι εκκρεμούσες εργασίες της επιχείρησης. Ο ενάγοντας παράνομα άλλαξε τις κλειδαριές του καταστήματος, αναγκάζοντας την να τις αλλάξει εκ νέου. Κατά την εναγόμενη, ο ενάγοντας δεν ενομιμοποιείτο να εισέρχεται και/ή να παρευρίσκεται εντός του υποστατικού της επιχείρησης τον Μάρτιο του 2012, ένα μήνα μετά την παραβίαση από τον ίδιο της συμφωνίας. Η εναγόμενη επαναλαμβάνει πως είναι ο ενάγοντας που παρέβηκε την επίδικη συμφωνία, με την άρνηση και/ή την παράλειψη του να της καταβάλει το ποσό των €34.000= όταν η ίδια του εξέφρασε την «επιθυμία και/ή την πρόθεση» να αποχωρήσει από την επιχείρηση, τον Φεβρουάριο του 2012. Επιρρίπτει δε σ' αυτόν την ευθύνη για την κατάρρευση εν τέλει της επιχείρησης. Ανταπαιτητικώς αξιώνει από τον ενάγοντα: (α) την καταβολή ποσού €34.000=. (β) Γενικές Αποζημιώσεις για «απώλεια και/ή πλήξη της φήμης και/ή υπόστασης της εναγόμενης και/ή της επιχείρησης της, ένεκα της συμπεριφοράς και/ή παράβασης της επίδικης συμφωνίας και/ή συμφωνητικού εγγράφου του Φεβρουαρίου του 2009 από τον εναγόμενο». (γ) την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο ενάγοντας όπως παραδώσει στην εναγόμενη την κάρτα και/ή τον δίσκο δεδομένων του κεντρικού υπολογιστή της επιχείρησης. (δ) νόμιμο τόκο και έξοδα. Απαίτηση και Ανταπαίτηση, συναινούντων των συνηγόρων των διαδίκων συνεκδικάστηκαν. Κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέθεσαν ως μάρτυρες από πλευράς του ενάγοντα, ο ίδιος (ΜΕ2), η σύζυγος του XXXXX Σπύρου (ΜΕ3) και η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος XXXXX Λάρκου (ΜΕ1). Από πλευράς εναγομένης κατέθεσε η ίδια (ΜΥ1), ο XXXXX Πρωτοπαπάς (ΜΥ2), η XXXXX Φιλίππου (ΜΥ3) και η XXXXX Νικολάου (ΜΥ4). Η XXXXX Λάρκου (ΜΕ1), Πρωτοκολλητής στο Ποινικό Τμήμα του Ε.Δ. Λάρνακος, κατέθεσε το Κατηγορητήριο της Ποινικής Υπόθεσης με αρ. XXXXX/2011 (Τεκμήριο 1). Καταχωρήθηκε εναντίον του XXXXX Πιερή. Αφορούσε την παράλειψη καταβολής ΦΠΑ για την περίοδο από 1.12.2009 μέχρι 31.5.2011. Επεβλήθη συνολικό πρόστιμο €400=. Κατέθεσε επίσης το Κατηγορητήριο της Ποινικής Υπόθεσης με αρ. XXXXX/2012 (Τεκμήριο 2), η οποία επίσης καταχωρήθηκε εναντίον του XXXXX Πιερή. Αφορούσε την παράλειψη πληρωμής εισφορών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του πρόσθετου τέλους, για την περίοδο 11.2.2011 μέχρι 6.2.2012. Ο ενάγοντας XXXXX Πιερή (ΜΕ2) κατέθεσε τα εξής: Βάσει των όρων της Συμφωνίας (Τεκμήριο 3), για σκοπούς λειτουργίας της κοινής επιχείρησης, τον Ιούλιο του 2009, ίδρυσαν με την εναγομένη, την εταιρεία Portraits by Christina and Marios Limited. Η εναγομένη, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, προσπαθούσε να αποτρέψει την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης της στον ίδιο. Συγκεκριμένα, δεν του μεταβίβασε το όχημα της με αρ. εγγραφής XXXXX64, το οποίο χρησιμοποιείτο για τους σκοπούς της κοινής επιχείρησης, παρά το ότι τα έξοδα του τα πλήρωνε η εταιρεία (σχετικές αποδείξεις κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 8). Αρνήθηκε να του «μεταβιβάσει» τον αριθμό του τηλεφώνου της επιχείρησης της, παρόλο που τους λογαριασμούς τους πλήρωνε και πάλι η εταιρεία (σχετικές αποδείξεις κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 9). Ενεργούσε συνεχώς για το δικό της προσωπικό συμφέρον και όχι για το συμφέρον της κοινής επιχείρησης. Απόδειξη τούτου, ηλεκτρονικό μήνυμα (email) που απέστειλε προς κάποια XXXXX Jones ημερομηνίας 24.11.2011 (Τεκμήριο 10). Κατακράτησε χρήματα από «εργασίες» της επιχείρησης αξίας €25.550,50, ποσό από το οποίο ο ίδιος εδικαιούτο το ένα δεύτερο. Πλήρωσε από δικά του χρήματα, ποσό €12.527,37 για οφειλές της επιχείρησης (ΦΠΑ, Κοινωνικές Ασφαλίσεις, ενοίκιο του καταστήματος, μισθός της υπαλλήλου XXXXX Φιλίππου). Πλήρωσε επίσης €9.800= για την ανακαίνιση του καταστήματος. Για σκοπούς λειτουργίας της κοινής επιχείρησης συνεισέφερε και τα αντικείμενα που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, συνολικής αξίας €49.768=. Μεταξύ αυτών είναι και μία εκτυπωτική μηχανή (Frontier 330) αξίας €38.000=. Με την συμπεριφορά και τις ενέργειες της, η εναγομένη προσπαθούσε να τον εκδιώξει από την επιχείρηση. Διαρκώς τον αποκαλούσε αντιεπαγγελματία ενώπιον των πελατών. Σχολίαζε με αρνητικό τρόπο τις επιλογές του, στην υπάλληλο τους. Εισέπραττε χρήματα σε μετρητά, κατά τρόπο που ο ίδιος δεν ενέκρινε. Προέτρεπε τους πελάτες να ακυρώσουν τις συμφωνίες τους μαζί του. Γενικά προσπαθούσε να τους πείσει να αποφύγουν την μεταξύ τους συνεργασία. Στην προσπάθεια της να τον εκδιώξει από το κατάστημα, τον Μάρτιο του 2012 άλλαξε τις κλειδαριές του καταστήματος και επενέβη στο σύστημα συναγερμού. Η απώλεια της χρήσης του εξοπλισμού του καταστήματος είχε ως αποτέλεσμα να ζημιώνεται κατά €5.000= μηνιαίως. Με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 29.3.2012 [Τεκμήριο 18
(1)], η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 30.3.2012, τερμάτισε την συμφωνία. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε πως είναι η εναγομένη που του ζήτησε να αγοράσει την επιχείρηση της. Η προσφορά της ήταν καλή, γι' αυτό και την αποδέχτηκε. Η εναγομένη είχε την εμπειρία με τους πελάτες, ενώ ο ίδιος είχε τον εξοπλισμό και την τεχνική εμπειρία. Πίστευε ότι «μαζί μπορούσαν να τα καταφέρουν». Έτσι, έκλεισε την δική του επιχείρηση για να ακολουθήσει την δική της. Αναφέρθηκε σε διάφορα περιστατικά που έγιναν και τα οποία συνέδραμαν στην διασάλευση της σχέσης του με την εναγομένη. Επέμενε στην θέση πως είναι η εναγομένη που παραβίασε την μεταξύ τους συμφωνία. Ο ίδιος ήταν πρόθυμος και έτοιμος να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και να πληρώσει την 2η δόση των χρημάτων, νοουμένου ότι και η εναγομένη θα πλήρωνε το μερίδιο των χρεών της προς την κοινή επιχείρηση όπως είχε πράξει και ο ίδιος. Η εναγομένη όχι μόνο δεν το έπραξε αλλά τον «απέκλεισε» και από την επιχείρηση. Ερωτηθείς από την συνήγορο της, τί εννοούσε με την έκφραση «τον απέκλεισε» , αναφέρθηκε στο περιστατικό με την αλλαγή των κλειδιών. Όπως ανέφερε, μόλις «έληξε» η συμφωνία, ο δικηγόρος του τον συμβούλευσε να αποταθεί σε κλειδαρά για να ανοίξει το μαγαζί και τούτο έπραξε. Την επόμενη μέρα άνοιξε κανονικά το μαγαζί με την υπάλληλο του (XXXXX Φιλίππου). Η εναγόμενη αφίχθηκε στο μέρος και αρνείτο να φύγει από το μαγαζί. Το μεσημέρι ο ίδιος έπρεπε να φύγει για να παραλάβει το παιδί του από το σχολείο. Η εναγομένη εσυνέχιζε να αρνείται να αποχωρήσει. Όταν επέστρεψε, «ανακάλυψε» πως η εναγόμενη άλλαξε εκ νέου τις κλειδαριές και τον έκλεισε απ' έξω. Αναγκάστηκε να αποταθεί στο Δικαστήριο με αίτηση, για να μπορέσει να έχει πρόσβαση στον εξοπλισμό και στην επιχείρηση του. Τα περισσότερα προβλήματα δημιουργήθηκαν τους τελευταίους μήνες της «ισχύος» της συμφωνίας. Για να «αποφεύγει» τους καβγάδες με την εναγομένη, δούλευε από το σπίτι του. Επισκεπτόταν το κατάστημα το βράδυ και άφηνε την δουλειά του. Τον Μάϊο του 2012 και ενώ ο ίδιος δεν είχε πρόσβαση στο κατάστημα αφού η εναγόμενη είχε αλλάξει για 2η φορά τις κλειδαριές, ενημερώθηκε από την ιδιοκτήτρια του καταστήματος πως η εναγόμενη «μετακινήθηκε». Όταν επισκέφθηκε το κατάστημα, διαπίστωσε πως αντικείμενα δικά του, «η μεγάλη μηχανή, το printer και πολλά άλλα» έλειπαν. Εκ των υστέρων πληροφορήθηκε πως η εναγόμενη τα μετέφερε στο σπίτι του πατέρα της. Είναι τότε που αποτάθηκε στο Δικαστήριο με αίτηση, για να έχει πρόσβαση στον εξοπλισμό του. Μετά που το Δικαστήριο απεφάσισε πως μπορούσε να έχει πρόσβαση σ' αυτόν (από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, από τις 8:00 μέχρι τις 13:00), πήγε στο σπίτι του πατέρα της εναγομένης. Μεγάλο μέρος του εξοπλισμού και ιδιαίτερα η μεγάλη μηχανή (Frontier) ήταν έξω από το σπίτι, ήταν αποσυνδεδεμένη και δεν μπορούσε να δουλέψει. Την συγκεκριμένη περίοδο ο ίδιος λειτουργούσε ακόμη «την επιχείρηση». Εργαζόταν από το σπίτι. Εκτός των προαναφερομένων περιστατικών, κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους, η εναγόμενη «κρατούσε τα λεφτά από τις εκκρεμούσες δουλειές για τον εαυτό της» (αναφερόταν στο ποσό των €25.000=). Χρησιμοποιούσε επίσης τον προσωπικό του λογαριασμό του ΦΠΑ για να ετοιμάζει ψηφιακά άλμπουμς στην Ιταλία. Σημείο τριβής μεταξύ τους υπήρξε και το ότι η εναγομένη καλούσε τους πελάτες να πληρώνουν σε μετρητά, από τα οποία κατακρατούσε κάποια χρήματα για τον εαυτό της, ενώ ο ίδιος επέμενε πως όλα τα έσοδα έπρεπε να κατατίθενται σε λογαριασμό στην τράπεζα και όλες οι πληρωμές να γίνονται με επιταγές. Η XXXXX Σπύρου (ΜΕ2), σύζυγος του ενάγοντα, κατέθεσε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Β΄), όπου αποτύπωσε με λεπτομέρεια την δική της θέση. Η μαρτυρία της έχει ως ακολούθως:
- «Ονομάζομαι XXXXX Σπύρου και είμαι η σύζυγός του ενάγοντος.
- Με το σύζυγό μου γνωριστήκαμε κατά ή περί τις αρχές του έτους 2006, και παντρευτήκαμε το Δεκέμβριο του
- Όταν πρωτογνωριστήκαμε με τον ενάγοντα και πλέον σύζυγό μου, αυτός εργαζόταν ως συνεργάτης στην επιχείρηση φωτογραφίας που διατηρούσε τότε η εναγόμενη με την επωνυμία «Portraits Christina». Όταν λέω ως συνεργάτης, εννοώ ότι ο ενάγοντας ασχολείτο με τις βιντεογραφήσεις των διαφόρων κοινωνικών γεγονότων τα οποία αναλάμβανε ως φωτογράφος η εναγομένη και με τις εκτυπώσεις των διαφόρων φωτογραφιών που η ίδια έβγαζε.
- Η επιχείρηση που διατηρούσε τότε η εναγομένη στεγαζόταν σε ένα ισόγειο κατάστημα το οποίο βρισκόταν στο Μέγαρο «LANDWAYS BUILDINGS 2» το οποίο βρίσκεται στη Λεωφόρου Αρτέμιδος 22, στη Λάρνακα.
- Κατά η περί το έτος 2007, η εναγομένη εισηγήθηκε στον ενάγοντα και πλέον σύζυγό μου, όπως αγοράσει μια ειδικευμένη εκτυπωτική μηχανή, ήτοι μια μηχανή Frontier 330 για να κάνει τις δικές της εκτυπώσεις αλλά και για να συνεργαστεί στο συγκεκριμένο τομέα και με άλλους φωτογράφους, στην ευρύτερη περιοχή Λάρνακας. Το τι ακριβώς εισηγήθηκε η εναγομένη στον ενάγοντα και σύζυγό μου, το γνωρίζω γιατί τον επισκεπτόμουν συχνά στο χώρο εργασίας του, ενώ αρκετές από αυτές τις συζητήσεις γίνονταν στην παρουσία μου.
- Ο ενάγοντας αποφάσισε να ακολουθήσει την εισήγηση της εναγομένης και να προχωρήσει στην αγορά της συγκεκριμένης μηχανής και στο ξεκίνημα δικής του επιχείρησης, στα πλαίσια της οποίας θα αξιοποιούσε τη συγκεκριμένη μηχανή για τις εκτυπώσεις της εναγομένης αλλά και άλλων φωτογράφων, στην ευρύτερη επαρχία Λάρνακας. Επιπλέον, θα ασχολείτο και με όλες τις υπόλοιπες εργασίες μιας επιχείρησης φωτογραφείου.
- Η συγκεκριμένη μηχανή κόστιζε Λ.Κ.30.000 ήτοι €51.258 περίπου, και αγοράστηκε με δύο δάνεια, ήτοι ένα δάνειο για Λ.Κ.20.000 ήτοι €34.172 περίπου, το οποίο λάβαμε και δύο ως πρωτοφειλέτες από την τότε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αναφωτίας και ένα δάνειο για Λ.Κ. 10.000 ήτοι €17,086 περίπου, το οποίο έλαβε ο ενάγοντας ως πρωτοφειλέτης από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κιτίου.
- Μετά την αγορά της εν λόγω μηχανής, ο ενάγοντας και σύζυγός μου αποφάσισε να ενοικιάσει συγκεκριμένο υποστατικό για να λειτουργήσει την ως άνω επιχείρηση. Ως εκ τούτου προχωρήσαμε στην ενοικίαση ενός καταστήματος στο ισόγειο της πολυκατοικίας που μέναμε τότε, ήτοι της πολυκατοικίας VENUS, Λεωφόρος φανερωμένης 108, Λάρνακα.
- Η συγκεκριμένη επιχείρηση λειτουργούσε υπό την εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία «ΜΧΡ PHOTOPRINT EXPRESS».
- Η συγκεκριμένη επιχείρηση πήγαινε πολύ καλά, καθότι, πέραν από την ολότητα των εκτυπώσεων της εναγομένης, ο σύζυγός μου άρχισε να αναλαμβάνει έναν πολύ ικανοποιητικό αριθμό εκτυπώσεων απλού κόσμου που ήθελε να εκτυπώσει φωτογραφίες τις οποίες λάμβαναν οι ίδιοι. Επιπλέον, ο ενάγοντας στα πλαίσια της εν λόγω επιχείρησης, αναλάμβανε και όλες τις άλλες εργασίες που εμπίπτουν σε μια επιχείρηση φωτογραφίας ήτοι φωτογραφίσεις σε στούντιο, λήψεις φωτογραφιών για κάθε επίσημη χρήση αλλά και φωτογραφίσεις κοινωνικών γεγονότων όπως γάμοι και βαπτίσεις . Όλα έδειχναν ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση θα μας απέφερε ένα πολύ ικανοποιητικό εισόδημα με το οποίο θα μπορούσαμε να εξοφλήσουμε τακτικά και εμπρόθεσμα τα δάνεια το οποία είχαν συναφθεί ως ανωτέρω.
- Όσα αναφέρω σε σχέση με τις αποφάσεις, τις ευρύτερες ενέργειες του συζύγου μου αλλά και γενικότερα την επιχείρηση που είχε δημιουργήσει, τα γνωρίζω από πρώτο χέρι, καθότι συζητούσε τα πάντα μαζί μου πριν λάβει οποιαδήποτε απόφαση ή προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, ενώ ενίοτε, ένεκα του γεγονότος ότι είναι Αγγλοκύπριος και αισθάνεται εντελώς ανασφαλής με τα ελληνικά του, μου ζητούσε να είμαι παρούσα στις διάφορες συζητήσεις ή και διαπραγματεύσεις που είχαν να κάνουν με την επιχείρηση. Επιπλέον, ένεκα του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση βρισκόταν στο ισόγειο της πολυκατοικίας που μέναμε, μου επέτρεπε, αφού τότε ήμασταν ακόμα αρραβωνιασμένοι και δεν είχαμε παιδιά, να βρίσκομαι δίπλα του στις ελεύθερες μου ώρες και ενίοτε να τον βοηθώ.
- Περί τα μέσα ή και το τέλος του έτους 2008, η εναγομένη ανέφερε επανειλημμένως στον ενάγοντα και σύζυγό μου ότι σκεφτόταν να αφυπηρετήσει κάποια στιγμή και ήθελε να πωλήσει την επιχείρησή της σε κάποιους που θεωρούσε δικούς της ανθρώπους και τους εμπιστευόταν όπως ήταν ο σύζυγός μου και εγώ. Είχε μάλιστα τονίσει και στους δύο μας ότι κάτι που ήταν αποκλειστικά δικό της δημιούργημα ήτοι η επιχείρησή της, δεν θα ήθελε να περιέλθει σε «ξένα» χέρια.
- Οι εν λόγω συζητήσεις γίνονταν επίσης στην παρουσία μου.
- Η εναγομένη τόνισε επανειλημμένως, τόσο στον ενάγοντα όσο και σε εμένα την ίδια, ότι μόνο επικερδές μπορούσε να είναι ένα τέτοιο εγχείρημα, αφού η επιχείρηση της ήταν χρόνια εδραιωμένη στη Λάρνακα, με πολυπληθές πελατολόγιο και τζίρο που ακουμπούσε, κατά μέσον όρο το ποσό των € 3.000 με € 5.000, μηνιαίως.
- Εγώ δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να προχωρήσω σε οποιαδήποτε συμφωνία με την εναγομένη, καθότι είμαι δημόσια υπάλληλος, ήτοι εδώ και δεκαέξι
(16)χρόνια είμαι Διοικητικός Λειτουργός, τοποθετημένη στο Υπουργείο Εσωτερικών. 16. Στις μεταξύ μας συζητήσεις, ο σύζυγός μου μού έδωσε να καταλάβω ότι θεωρούσε τις προθέσεις της εναγομένης απολύτως ειλικρινείς και την πρότασή της για αγορά την επιχείρησης από τον ίδιο, πολύ συμφέρουσα και με μεγάλη προοπτική, καθότι ένα τέτοιο διάβημα θα τον καθιστούσε ακόμα πιο γνωστό στον συγκεκριμένο τομέα. Μιλούσαμε άλλωστε, για μια επιχείρηση που λειτουργούσε στη Λάρνακα για εικοσιπέντε
(25)χρόνια περίπου. Όπως μου τόνισε επανειλημμένως, στις μεταξύ μας συζητήσεις, ο ίδιος εμπιστευόταν την εναγομένη και δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να την αμφισβητεί, αφού την θεωρούσε πέραν από συνάδελφο και πολύ στενή του φίλη. Επιπλέον, είχε πειστεί σε απόλυτο βαθμό, ότι, πράγματι, ο τζίρος της επιχείρησης ανερχόταν στα ισχυριζόμενα ποσά. 17. Ως εκ των ανωτέρω, αποφασίσαμε όπως ο σύζυγός μου αγοράσει τελικά την εν λόγω επιχείρηση για €68.000, ποσό το οποίο θα καταβαλλόταν σε δύο δόσεις εκ €34.000 εκάστη, ήτοι η πρώτη κατά την υπογραφή της συμφωνίας και η δεύτερη κατά την αποχώρηση της εναγομένης από την επιχείρηση. Η εν λόγω αποχώρηση δεν έπρεπε να γίνει πριν την παρέλευση δύο
(2)χρόνων από την υπογραφή της μεταξύ τους συμφωνίας αλλά ούτε μετά την παρέλευση περισσοτέρων χρόνων από τρία
(3).
- Ως εκ των ανωτέρω, τα Φεβρουάριο του 2009, υπογράφηκε η συμφωνία έχει ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο.
- Η πρώτη δόση του τιμήματος καταβλήθηκε στην εναγομένη ταυτοχρόνως με την υπογραφή της ως άνω συμφωνίας και το ποσό των €34.000 καλύφθηκε με δάνειο που έλαβα εγώ, επ'ονόματί μου από την τότε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κάτω Βαρωσίων.
- O λόγος που το συγκεκριμένο δάνειο συνήφθη στο όνομά μου, ήταν γιατί εγώ, ως δημόσιος υπάλληλος, είχα σταθερό μισθό, ενώ ο ενάγοντας ως αυτοεργοδοτούμενος που ήταν δηλωμένος στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις δεν μπορούσε να αποδείξει σταθερά εισοδήματα.
- Στην αρχή, η συνεργασία μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης φαινόταν να βαίνει ικανοποιητικά.
- Κατά η περί το έτος 2011, ήτοι στον τρίτο χρόνο της μεταξύ τους συνεργασίας κατά τον οποίο η εναγόμενη θα έπρεπε πλέον, σύμφωνα και με τους όρους της ως άνω συμφωνίας να αποχωρήσει από την κοινή επιχείρηση και να αφυπηρετήσει ως φωτογράφος, τα πράγματα φάνηκαν να αλλάζουν ριζικά.
- Εξ όσων με ενημέρωνε ο σύζυγός μου σχεδόν επί καθημερινής βάσης, η εναγομένη άρχισε να επιδεικνύει μια ιδιαιτέρως προσβλητική στάση εναντίον του, αρνείτο να τον συστήσει στους πελάτες της επιχείρησης ως διάδοχό της, τον παρουσίαζε ως υπάλληλό της και φάνηκε να αποτρέπει τους πελάτες από το να συνεχίσουν τη συνεργασία τους με την επιχείρηση μετά που θα αποχωρούσε αυτή.
- Η συγκεκριμένη συμπεριφορά κατέβαλε το σύζυγό μου ενώ ερχόταν στο σπίτι απογοητευμένος και πολλές φορές εκνευρισμένος, με αποτέλεσμα να μεταφέρει όλη την ένταση στην οικογενειακή μας ζωή,
- Κατά την ως άνω περίοδο εμείς είχαμε ένα παιδί ηλικίας τριών
(3)χρόνων ενώ ήμουν έγκυος στο δεύτερο μας παιδί.
- Κατά ή περί το Φεβρουάριο του 2012, και ενώ η κατάσταση ήταν πλέον αρκετά τεταμένη μεταξύ του συζύγου μου και της εναγομένης ο σύζυγός μου άρχισε να δουλεύει από το σπίτι και να παραδίδει την έτοιμη εργασία το βράδυ για να αποφεύγονται οι έντονες συζητήσεις.
- Ο σύζυγος μου επιχείρησε πολλές φορές να διαγνώσει τις πραγματικές της προθέσεις με αποτέλεσμα να διευθετηθούν αλλεπάλληλες συναντήσεις μεταξύ του τότε δικηγόρου μας Δρ. XXXXX Ποιητή και του τότε δικηγόρο της εναγομένης κ. XXXXX Κούμα. Στις εν λόγω συναντήσεις παρούσα ήταν και η νυν δικηγόρος μας κυρία XXXXX Ζίκκου, η οποία τότε ήταν συνεργάτης στο γραφείο του Δρ. Ποιητή. Εγώ, ήμουν παρούσα σε όλες τις εν λόγω συναντήσεις.
- Θα πρέπει να τονίσω εδώ ότι παράλληλα με τις εν λόγω συναντήσεις εμείς προβήκαμε σε όλες τις ενέργειες και διαδικασίες για να τηρήσουμε τις δικές μας υποχρεώσεις δυνάμει της ως άνω συμφωνίας. Συγκεκριμένα, στις 31.01.2012, εγώ υπέγραψα τη συμφωνία δανείου για τη δεύτερη δόση των €34.
- Αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας καταθέτω ως Τεκμήριο. Η εν λόγω συμφωνία είναι για ποσό εκ €75.000 καθότι με αυτήν εξοφλήθηκε το δάνειο που έλαβα ως ανωτέρω για την πρώτη δόση των €34.000, πλέον οι τόκοι και καλύφθηκαν κάποιες υποχρεώσεις που είχαμε ως οικογένεια.
- Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ένεκα του γεγονότος ότι δεν έχουμε οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία επ'ονόματι μας για το εν λόγω δάνειο με εγγυήθηκαν δεκαπέντε
(15)συνάδελφοι μου δημόσιοι υπάλληλοι.
- Κατά τις ως άνω συναντήσεις μας, στην παρουσία των δικηγόρων μας, η εναγομένη φάνηκε να υπαναχωρεί από την αρχική της θέση για αφυπηρέτηση, η οποία μάλιστα αποτελούσε ουσιώδη όρο της ως άνω συμφωνίας και άρχισε να προβάλλει απαιτήσεις για εργοδότηση της από την εταιρεία η οποία ιδρύθηκε για την επιχείρηση και μάλιστα με υπέρογκο μισθό.
- Κατά η περί τον Μάρτιο του 2012, και ενώ ανταλλάσσονταν σωρεία επιστολών μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών, η εναγομένη άλλαξε τις κλειδαριές της επιχείρησης και δεν επέτρεπε στο σύζυγό μου να εισέλθει εντός του καταστήματος.
- Αυτός ήταν ο λόγος που προχωρήσαμε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής καθώς και της ενδιάμεσης αίτησης για την εξασφάλιση Προσωρινού Διατάγματος.
- Θα πρέπει βεβαίως να αναφέρω, ότι ενώ το Δικαστήριο είχε επιφυλάξει την απόφαση του σε σχέση με το εν λόγω Διάταγμα, η εναγομένη εγκατάλειψε το κατάστημα στο οποίο στεγαζόταν η κοινή επιχείρηση παίρνοντας μαζί της σχεδόν το σύνολο του εξοπλισμού που ανήκε στην επιχείρηση και κυρίως του εξοπλισμού που ανήκε στο σύζυγό μου και την είχε διαθέσει για την κοινή επιχείρηση. Πήρε μαζί της και τη μηχανή FRONTIER για την οποία ακόμα οφείλουμε εγώ και ο σύζυγός μου ένα πολύ μεγάλο ποσό στις τράπεζες.
- Μετά τις ως άνω ενέργειες της εναγόμενης, ακολούθησαν σωρεία Δικαστικών Διαδικασιών οι οποίες βεβαίως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω.
- Κατά τη συλλογή των στοιχείων για την ετοιμασία της παρούσας αγωγής, διαπιστώσαμε με το σύζυγό μου ότι δυστυχώς η εναγομένη κατά τη διάρκεια της συνεργασίας με το σύζυγό μου, κατακράτησε επανειλημμένως και εξακολουθεί να κατακρατεί λεφτά από διάφορες εργασίες της επιχείρησης καθώς και ποσά από το ταμείο της επιχείρησης τα οποία ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €25.550,
- Έχω ετοιμάσει σχετική λίστα η οποία έχει ήδη κατατεθεί ως τεκμήριο προς αναγνώριση και την οποία βεβαίως αναγνωρίζω.
- Επιπλέον, η εναγομένη εξακολουθεί να κατακρατεί δουλειές που εκτέλεσε η επιχείρηση για σημαντικές προσωπικές στιγμές συγγενών μου, με αποτέλεσμα να έχουν χαθεί τα αρχεία για επτά βαπτίσεις και δύο γάμους πολύ συγγενικών μου προσώπων.
- Είναι φανερό από τα ανωτέρω, ότι η εν λόγω συνεργασία μόνο καταστροφική ήταν για τον ενάγοντα και σύζυγό μου αλλά και για εμένα αφού βρεθήκαμε χρεωμένοι για υπέρογκα ποσά για μια επιχείρηση που η εναγομένη ετσιθελικά και αδίστακτα, κατέστρεψε.» Η εναγόμενη (ΜΥ1) έδωσε την δική της εκδοχή για την υπόθεση. Κατέθεσε τα εξής: Το 1994 ήρθε στην Κύπρο από την Αγγλία. Άνοιξε φωτογραφείο στην Λάρνακα (περιοχή Φανερωμένης). Τότε γνώρισε και τον XXXXX (ενάγοντα) ο οποίος ήρθε στην Κύπρο από την Αγγλία για να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία. Με τον XXXXX τόσο η ίδια όσο και η οικογένεια της είχαν φιλικές σχέσεις. Με το πέρας της στρατιωτικής του θητείας το 1995, ο τελευταίος άρχισε να εργάζεται «για την ίδια». Το 2000, ο XXXXX πήγε στην Αγγλία. Επέστρεψε στην Κύπρο το
- Η φιλία τους συνεχίστηκε. Ο XXXXX ζήτησε την βοήθεια της για να ανοίξει την δική του επιχείρηση ως τεχνικός φωτογραφίας. Η ίδια και η κόρη της XXXXX Negus, τον εγγυήθηκαν και ο XXXXX το 2007 έλαβε δάνειο από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα. Με τα χρήματα αγόρασε μία μηχανή εκτύπωσης φωτογραφιών (Frontier 330). Το δάνειο εν τέλει δεν αποπληρώθηκε και το 2013 λήφθηκαν δικαστικά μέτρα (καταχωρήθηκε η αγωγή XXXXX/13 Ε.Δ. Λάρνακος, Τεκμήριο 23), εναντίον του XXXXX, της ίδιας και της κόρης της. Ο XXXXX «άνοιξε την δική του επιχείρηση» στην Λεωφόρο Φανερωμένης, πολύ κοντά στην δική της και η ίδια «τον χρησιμοποιούσε» για όλες τις εργασίες εκτύπωσης. Κάθε φορά που τον επισκεπτόταν, XXXXX XXXXX της έλεγε πως η επιχείρηση του δεν πήγαινε καλά, δεν είχε καμιά βοήθεια και είχε δυσκολία στην επικοινωνία του με τους πελάτες (η μητρική του γλώσσα ήταν τα αγγλικά και δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα). Μετά από λίγο καιρό, ο XXXXX της ανέφερε πως ήταν η μοναδική του πελάτης και πως «δεν ήξερε τι να κάνει». Του ανέφερε πως «σύντομα θα είχε μεγαλύτερο πρόβλημα», αφού η ίδια σκόπευε να συνταξιοδοτηθεί (πλησίαζε την ηλικία των 60) και πως προσπαθούσε να πωλήσει την επιχείρηση της. Ο XXXXX επέδειξε ενδιαφέρον να την αγοράσει. Αφού έλαβαν συμβουλές για «όλα όσα χρειάζονταν», τον Φεβρουάριο του 2009 υπέγραψαν την Συμφωνία (Τεκμήριο 3). Ποτέ δεν ανέφερε στον XXXXX πως η επιχείρηση «έβγαζε» κέρδος €5.000= περίπου τον μήνα («αν η επιχείρηση ήταν τόσο κερδοφόρα για ποιο λόγο να την πωλούσε για €68.000;»). Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, ο XXXXX εξέφρασε την επιθυμία να μεταφέρει την επιχείρηση αλλού. Η ίδια δεν συμφωνούσε, καθώς το ακίνητο που ενοικίαζε ήταν πολύ μεγάλο (συνολικά 3 ορόφοι), η ίδια «βρισκόταν» εκεί για 18 χρόνια, όλοι το ήξεραν και το ενοίκιο ήταν πολύ λογικό. Ο XXXXX μπορούσε εύκολα να τοποθετήσει την εκτυπωτική μηχανή στον τελευταίο όροφο. Ο XXXXX επέμενε (όπως έλεγε χρειαζόταν να βρίσκεται η μηχανή στο ισόγειο) και έτσι συναίνεσε να μετακομίσουν. Βρήκαν ένα «κατάλληλο» κατάστημα κάτω από την κλινική «ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ» και το ενοικίασαν. Χρειάστηκε αρκετή δουλειά για να μπορέσει να στεγαστεί η μηχανή στο ισόγειο (μετακινήθηκαν σκάλες, προστέθηκαν νεροχύτες με εκτεταμένες υδραυλικές εργασίες, ηλεκτρικές εργασίες, χωρίσματα). Ο XXXXX, επειδή δεν είχε λεφτά, της ζήτησε να πληρώσει τα έξοδα με τα χρήματα που της έδωσε για την 1η δόση. Υποσχέθηκε πως θα της επέστρεφε το ποσό, με το πρώτο κέρδος που θα έπαιρναν τα Χριστούγεννα (ήταν η καλύτερη περίοδος του έτους από άποψη δουλειάς). Πλήρωσε €22.000= για όλα, περιλαμβανομένων των νέων επίπλων, εξαρτημάτων και άλλων. Ο XXXXX κρατούσε όλες τις αποδείξεις, αφού έπρεπε να της επιστρέψει ολόκληρο το ποσό. Μετά τα Χριστούγεννα του 2009 ο XXXXX άλλαξε στάση. Την πληροφόρησε πως θα της έδινε τα μισά χρήματα από το κόστος, επειδή θεωρούσε πως έπρεπε το υπόλοιπο να το επωμιστεί η ίδια. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2011, ο XXXXX της έδινε «άτακτα», χρηματικά ποσά για τις ανακαινίσεις. Μέχρι σήμερα της χρωστά πάνω από €15.000=. Μετά τον Σεπτέμβριο του 2011 δεν της επέστρεψε κανένα ποσό. Το 2009 «άνοιξαν με μεγάλες προσδοκίες». Είχαν νέο λογότυπο (PORTRAITS BY CHRISTINA & MARIOS). Πραγματοποίησαν «μεγάλη γιορτή εγκαινίων» και όλοι οι πελάτες «από την αρχή» ρωτούσαν «ποιος είναι ο XXXXX;». Στις επαγγελματικές κάρτες, όπως και στις πινακίδες, είχαν τυπωθεί τα προσωπικά τηλέφωνα τόσο του XXXXX όσο και της ίδιας, καθώς και το τηλέφωνο της κοινής επιχείρησης. Ενημέρωσε προσωπικά κάθε πελάτη που ερχόταν ότι είχε πωλήσει την επιχείρηση της στον XXXXX, πως θα έμενε μαζί του για λίγο (μέχρι να μάθει όλους τους πελάτες) και στην συνέχεια θα συνταξιοδοτείτο. Παρόλο που κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να συστήσει τον XXXXX στους πελάτες, αυτός αρνιόταν. Τον δεύτερο μήνα που «άνοιξαν» ο XXXXX απαίτησε να συμβάλει και η ίδια στην πληρωμή της μηχανής Frontier. Παρόλο που διαφώνησε, αφού αυτό δεν ήταν μέρος της συμφωνίας και πέραν τούτου η ίδια προσέφερε πολλά αντικείμενα στην κοινή επιχείρηση (σκηνικά, φώτα, έπιπλα), στο τέλος της ημέρας ο XXXXX απέκοβε €250= μηνιαίως από το μερίδιο της από τα κέρδη. Όπως υπολόγισε, συνολικά της απεκόπη ποσό ύψους €9.000=. Από την αρχή ο XXXXX επέμενε να χρησιμοποιεί τον δικό του λογιστή, ενώ η ίδια δεν είχε πρόσβαση στα «οικονομικά αρχεία». Η ίδια χειριζόταν μόνο την πληρωμή των μισθών για τους υπαλλήλους (είτε της έδινε τα χρήματα ο XXXXX είτε τα αφαιρούσε από τα κέρδη και τον ενημέρωνε). Ο XXXXX ήταν αυτός που ασχολήθηκε με τις τραπεζικές καταθέσεις, την πληρωμή των κοινωνικών ασφαλίσεων, του ΦΠΑ, του φόρου και όλων των άλλων εξόδων, γενικά ήταν αυτός που διατηρούσε τα «οικονομικά αρχεία». Από την αρχή της συνεργασίας τους, προσπάθησε να διδάξει τον XXXXX ό,τι η ίδια γνώριζε για το αντικείμενο της εργασίας τους, να τον κάνει να ενδιαφερθεί για την «φωτογράφηση», να είναι πιο «αλληλεπιδραστικός» με τους πελάτες, να μπορεί να φέρει περισσότερη πελατεία, αλλά οι προσπάθειες της έπεσαν στο κενό. Ο XXXXX ήταν οκνηρός, έβριζε μπροστά στους πελάτες, τους θύμωνε αν ερχόντουσαν στο κατάστημα σε «ακατάλληλη» γι' αυτόν ώρα, ουσιαστικά τους απομάκρυνε. Αυτό προκάλεσε περισσότερες διαφωνίες μεταξύ τους. Με τον καιρό, η συμπεριφορά του XXXXX προς την ίδια και τους πελάτες γινόταν χειρότερη. Όσον αφορά τα θέματα της δουλειάς, ο XXXXX παραπονιόταν «ότι οι δουλειές» δεν παραδίδονταν στους πελάτες αρκετά γρήγορα. Αυτό όμως οφειλόταν στον ίδιο ο οποίος ως υπεύθυνος για την τεχνική εργασία (η ίδια δεν μπορούσε να προχωρήσει και να σχεδιάσει τα άλμπουμς μέχρι να τελειώσουν τα τεχνικά) αρνείτο να μείνει λίγες ώρες παραπάνω και να δουλέψει. Στις αρχές του 2011, όταν ανέφερε στον XXXXX ότι ήθελε να «εγκαταλείψει» την επιχείρηση, ο τελευταίος της απάντησε πως μπορούσε να το κάμει αλλά δεν θα της πλήρωνε την 2η δόση των €34.000=. Διαφώνησαν, ο XXXXX εξοργίστηκε και άρχισε να σπάζει τα «πράγματα» στο στούντιο. Η ίδια και οι υπαλλήλοι έφυγαν από το κατάστημα φοβισμένοι. Την επόμενη ημέρα, «όλα ήταν καθαρά». Ενώ η ίδια συνέχιζε να ενημερώνει τους πελάτες ότι θα αποχωρούσε από την επιχείρηση, «είτε στις αρχές του 2011 είτε στις αρχές του 2012» και πως ο XXXXX ήταν ο νέος ιδιοκτήτης, ο XXXXX τους έλεγε πως θα ερχόταν (η εναγόμενη) μία ή δύο ημέρες την εβδομάδα για τις δουλειές και τις άλλες εργασίες. Με την πάροδο του χρόνου, η συμπεριφορά του XXXXX γινόταν χειρότερη. Τον Νοέμβριο του 2011 και συγκεκριμένα στις 19.11.2011, ημέρα Σάββατο, ήταν εκτός εαυτού, άρχισε να ρίχνει γροθιές στο γραφείο το οποίο έσπασε (οι φωτογραφίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 19), σε σημείο που το χέρι του τραυματίστηκε άσχημα και χρειάστηκε ραφές. Στις αρχές Δεκεμβρίου του 2012, ο XXXXX «ερχόταν και έφευγε» από την επιχείρηση όποτε ο ίδιος επιθυμούσε. Ουδέποτε εργάστηκε από το σπίτι. Μέχρι τότε είχαν ήδη διεκπεραιώσει όλες τις δουλειές και πληρώθηκαν. Για την περίοδο Δεκεμβρίου του 2011 μέχρι Φεβρουάριο του 2012, η ίδια συνέχιζε να εργάζεται σε δουλειές που έπρεπε να παραδοθούν, αλλά δεν «έκλεινε» νέες. Όταν εισέπραττε χρήματα, πλήρωνε τυχόν έξοδα, τους μισθούς των υπαλλήλων, και αν έμεναν χρήματα, έπαιρνε τα μισά ως το μερίδιο της και τα υπόλοιπα τα τοποθετούσε σε χρηματοκιβώτιο στο οποίο ο XXXXX είχε πρόσβαση. «Όποτε ο XXXXX ερχόταν στο κατάστημα», τον ενημέρωνε, του έδινε όλες τις αποδείξεις, του «έδειχνε» τι ακριβώς πλήρωσε και πόσα χρήματα του φύλαξε. Τον Ιανουάριο του 2012, πληροφόρησε τον XXXXX ότι υπήρχαν δουλειές που έπρεπε να γίνουν μετά που η ίδια θα έφευγε, τις οποίες θα έπρεπε να χειριστεί ο ίδιος. Ο XXXXX διευθέτησε συνάντηση με αρκετούς από τους πελάτες. Στην συνάντηση τους ενημέρωσε σχετικά και τους ανέφερε πως εάν οι ίδιοι το επιθυμούσαν, θα τους επέστρεφε την προκαταβολή. Όλοι, εκτός από ένα ζευγάρι, ζήτησαν την επιστροφή της προκαταβολής τους. Στις 28.2.2012 συναντήθηκε με τον XXXXX στην παρουσία των δικηγόρων τους. Ο XXXXX απαιτούσε να «αφαιρεθούν» χρήματα από την 2η δόση, ισχυριζόμενος ότι η εταιρεία όφειλε χρήματα σε Κοινωνικές Ασφαλίσεις, ΦΠΑ και άλλα έξοδα. Η ίδια και ο δικηγόρος της αρνήθηκαν αφού τούτο δεν ήταν μέρος της Συμφωνίας. Τον Μάρτιο του 2012, εφόσον ο XXXXX παραβίασε την συμφωνία και δεν της κατέβαλε τα χρήματα που της όφειλε, η ίδια συνέχιζε να εργάζεται στην επιχείρηση. Μία ημέρα όταν πήγε στην δουλειά, αντιλήφθηκε πως ο XXXXX άλλαξε τις κλειδαριές. Ο XXXXX την συγκεκριμένη ημέρα έφυγε το μεσημέρι αλλά δεν «επέστρεψε ποτέ». Το βράδυ όταν ήρθε η ώρα να φύγει, επειδή ο XXXXX δεν απαντούσε το τηλέφωνο του και ούτε της άφησε κλειδιά, κάλεσε κλειδαρά και άλλαξε τις κλειδαριές, για να μπορέσει να «ασφαλίσει το κατάστημα για το βράδυ». Μετά από λίγες μέρες, «ανακάλυψε» πως ο σκληρός δίσκος και ο κεντρικός πύργος του υπολογιστή, έλειπαν. Και τα δύο ήταν ουσιαστικά ο «εγκέφαλος» ολόκληρης της επιχείρησης, αφού είχαν όλες τις εκκρεμούσες εργασίες και όλα τα προγράμματα που χρησιμοποιούσαν για την εργασία τους. Όταν αυτά αφαιρέθηκαν, οι υπολογιστές ήσαν «κενοί». Δεν μπορούσε να εργαστεί. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον XXXXX, ο οποίος δεν απαντούσε το τηλέφωνο. Κάλεσε τεχνικό ο οποίος επιβεβαίωσε πως δεν υπήρχαν τα αρχεία στους υπολογιστές. Οι επόμενοι μήνες ήταν «τρομεροί», αφού πελάτες συνεχώς της τηλεφωνούσαν, απαιτώντας παράδοση των δουλειών. Στις 11.6.2012, ο XXXXX παρέδωσε στους δικηγόρους της, «σε ένα κουτί παπουτσιών», αυτό που ισχυριζόταν ότι ήταν ο σκληρός δίσκος. Μετά που το εξέτασε, αντιλήφθηκε πως δεν είχε όλες τις «εκκρεμούσες εργασίες». Τον Ιούλιο του 2012, ο XXXXX άνοιξε νέα επιχείρηση, στην Λεωφόρο Φανερωμένης και πάλι με το ίδιο όνομα, όπως η προηγούμενη (MXP PHOTOPRINT EXPRESS). Μέχρι τότε ο XXXXX έλαβε όλα τα αντικείμενα που αναφέρονται στην αγωγή. Στην συνέχεια τού παρέδωσε και την μηχανή Frontier. Περίπου τον ίδιο καιρό επισκέφθηκε το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Μετ' εκπλήξεως ανακάλυψε πως ο «εργοδότης» της XXXXX Πιερή, ξεκίνησε να της «βάζει» κοινωνικές ασφαλίσεις από την 1.1.2010 (ένα χρόνο μετά την συμφωνία) και σταμάτησε τον Μάρτιο του 2011 (οι σχετικές Καταστάσεις καταχωρήθηκαν ως Τεκμήριο 25). Ουδέποτε συμφώνησε πως το όχημα της με αριθμούς εγγραφής XXXXX64, θα ήταν μέρος της κοινής επιχείρησης. Εκείνο που συμφώνησε είναι πως το VAN θα χρησιμοποιείτο για σκοπούς της επιχείρησης και η επιχείρηση θα κάλυπτε τα οδοιπορικά. Δεν συμφώνησε επίσης να «δώσει» στον XXXXX τον προσωπικό της αριθμό τηλεφώνου. Όλα τα στοιχεία και μέσα επικοινωνίας των πελατών, φυλάγονταν ηλεκτρονικά στο κατάστημα. Η εναγομένη, τέλος, απέρριψε «όλα τα ψέματα που είπε ο XXXXX και η σύζυγος του» στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση της καταληκτικά πως την Συμφωνία την παραβίασε ο XXXXX και όχι η ίδια και πως το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει απόφαση ως η Ανταπαίτηση. Ο XXXXX Πρωτοπαπάς (ΜΥ2), τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών, κατέθεσε πως γνώριζε την εναγόμενη προσωπικά (η πρώην γυναίκα του εργαζόταν στο νηπιαγωγείο που διατηρούσε η κόρη της εναγομένης, επίσης η τελευταία ήταν η φωτογράφος στην βάπτιση των παιδιών του). Τον ενάγοντα τον γνώρισε μέσω της εναγομένης. Η XXXXX του τον σύστησε ως το πρόσωπο που συνεργάζοντο και ο οποίος θα ήταν ο νέος ιδιοκτήτης της επιχείρησης. Την περίοδο 2009-2012, επισκέφθηκε το κατάστημα τους 2-3 φορές και τους «βοήθησε» με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές οι οποίοι ήσαν δύο, ένας του XXXXX και ένας της XXXXX. Τον Μάρτιο του 2012, κλήθηκε από την XXXXX στο κατάστημα, η οποία «φανερά αναστατωμένη», του είπε πως δεν μπορούσε να δουλέψει, «να ανοίξει τα αρχεία» στον υπολογιστή της. Του ανέφερε πως υπήρχαν φωτογραφίες, φυλαγμένες στον σκληρό δίσκο. Ο υπολογιστής του XXXXX έλειπε από το κατάστημα. Εξέτασε τον υπολογιστή της XXXXX. Υπήρχαν κάποια παλιά αρχεία, όχι τα καινούργια. Ο σκληρός δίσκος (ήταν τοποθετημένος στον υπολογιστή του XXXXX) έλειπε. Αφ' ης στιγμής έλειπε ο ένας υπολογιστής, δεν μπορούσε να λειτουργήσει ο άλλος, επειδή και οι δύο ήσαν συνδεδεμένοι μεταξύ τους. Η XXXXX Φιλίππου (ΜΥ3) κατέθεσε τα εξής: Την XXXXX (εναγόμενη) την γνώρισε το
- Η ίδια τότε διατηρούσε δύο καταστήματα με είδη βάπτισης, ένα στη Λάρνακα και ένα στη Λεμεσό. Η XXXXX ήταν η φωτογράφος που χρησιμοποιούσε για τις διαφημίσεις της επιχείρησης της (των βαφτιστικών ρούχων που η ίδια σχεδίαζε). Ήταν πολύ ικανοποιημένη από την συνεργασία τους. Η XXXXX έβγαζε πολύ ωραίες φωτογραφίες οι οποίες δημοσιεύοντο σε δύο περιοδικά (έβαζε 2-3 φωτογραφίες στο ένα και 5 στο άλλο), τα οποία διαφήμιζαν καταστήματα με είδη βάπτισης. Με τα χρόνια έγιναν και φίλες (τις ένωνε το ότι ήρθαν και οι δύο στην Κύπρο από την Αγγλία). Από την XXXXX γνώρισε και τον XXXXX (ενάγοντα) ο οποίος εργαζόταν στο φωτογραφείο της (εμφάνιζε τις φωτογραφίες στο σκοτεινό δωμάτιο). Γνώριζε πως το 2009, οι δύο τους ήταν συνεργάτες και πως ο XXXXX θα γινόταν ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης μετά την συνταξιοδότηση της XXXXX. Παρευρέθηκε και στο πάρτυ των εγκαινίων του νέου καταστήματος τους. Η XXXXX σύστηνε τον XXXXX «σε όλο τον κόσμο που ήταν εκεί» ως συνεργάτη της. Το 2009, μετά την σύμπραξη των δύο, συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τον XXXXX. Το αποτέλεσμα ήταν αποκαρδιωτικό. Καμιά από τις φωτογραφίες που έβγαλε ο XXXXX δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Αυτό θα της στοίχιζε αρκετές χιλιάδες Ευρώ επειδή είχε ήδη «κλείσει» τις σελίδες στα περιοδικά. Οι φωτογραφίες δεν ήταν επαγγελματικές (τα παιδιά έβλεπαν σε άλλη κατεύθυνση και όχι τον φωτογράφο). Για την φωτογράφηση «χρησιμοποίησαν» ως μοντέλα, βρέφη ηλικίας μέχρι 18 μηνών (10-12 παιδάκια τα οποία μετέφεραν στο στούντιο οι γονείς τους). Ο XXXXX δεν μπορούσε να «χειριστεί» τα παιδιά σε αντίθεση με την XXXXX, η οποία μπορούσε να συνεργαστεί μαζί τους άψογα. Ζήτησε από τον XXXXX να επικοινωνήσει με τα παιδιά («να τα κάνει να χαμογελάσουν»). Αντ' αυτού ο XXXXX της απάντησε «I don't do babies». Μίλησε στην XXXXX για το πόσο αναστατωμένη ήταν με το αποτέλεσμα και της ανέφερε πως θα έπρεπε να επαναληφθεί η φωτογράφηση με την ίδια ως φωτογράφο, αλλά η XXXXX δεν ήθελε «να αναστατώσει» τον XXXXX. Μίλησε και με αυτόν, ο οποίος της είπε «να πάει σε κάποιον άλλο». Εν τέλει αναγκάστηκε να «τραβήξει» η ίδια τις φωτογραφίες αλλά αυτές δεν ήσαν τόσο καλές, όσο θα έπρεπε να είναι. Μετά από το συμβάν, δεν συνεργάστηκε ξανά με την XXXXX ή τον XXXXX, βρήκε άλλο φωτογράφο. Η XXXXX «την είχε απογοητεύσει και ως φίλη και ως συνεργάτης». Μέχρι τότε σύστηνε την XXXXX στους δικούς της πελάτες και το αντίθετο. Η XXXXX Νικολάου (ΜΥ4), κατέθεσε πως το 2011 πήγε στο φωτογραφείο της XXXXX και του XXXXX για να τους αναθέσει την φωτογράφηση του γάμου της, που θα γινόταν τον Σεπτέμβριο του
- Τότε ήταν που της ανακοινώθηκε πως η XXXXX εργάζεται με τον XXXXX. Με τον τελευταίο («καθόταν πίσω στους υπολογιστές»), είχε μια τυπική γνωριμία («απλά ένα χαιρέτημα»). Για τις λεπτομέρειες της φωτογράφησης μίλησε με την XXXXX, η οποία της είπε πως κατά την φωτογράφηση θα ήταν και ο XXXXX. Συζήτησε με την XXXXX όλες τις λεπτομέρειες, έδωσε προκαταβολή και έφυγε. Την επόμενη φορά, επισκέφθηκε το φωτογραφείο με τον σύζυγο της. Ο XXXXX δεν παρουσιάστηκε. Θυμόταν χαρακτηριστικά πως η XXXXX φώναξε τον XXXXX να έρθει για να τους γνωρίσει, αλλά ο τελευταίος απάντησε «δεν χρειάζεται, μίλα εσύ». Λίγους μήνες πριν τον γάμο, δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από τον XXXXX ο οποίος της ανακοίνωσε πως πλέον δεν συνεργαζόταν με την XXXXX και πως στην φωτογράφηση του γάμου θα ήταν μόνο ο ίδιος. Αρνήθηκε και ο XXXXX της ανέφερε πως είχε επιλογή να πάρει πίσω την προκαταβολή που πλήρωσε, την οποία και πήρε. Δεν δέχθηκε να είναι μόνο ο XXXXX στον γάμο επειδή δεν ήξερε την δουλειά του (σε αντίθεση με την δουλειά της XXXXX) και επειδή «ούτε ο ίδιος ασχολήθηκε για να της δείξει την δουλειά του ή να την ενθαρρύνει στο να συνεχίσει μαζί του». Μετά το τηλεφώνημα του XXXXX μίλησε με την XXXXX, η οποία της είπε «δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσω 4-5 μήνες πριν τον γάμο σου ξεκρέμαστη. Όποια απόφαση θέλεις πάρε, αλλά αν θέλεις να φύγεις, θα σε βοηθήσω». Κατά τις τελικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της. Η κα Ζίκκου εκ μέρους του ενάγοντα υπεστήριξε πως με την προσκομισθείσα μαρτυρία απεδείχθη πως είναι η εναγόμενη με την συμπεριφορά και τις πράξεις της που παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και όχι ο ενάγοντας, ο οποίος πάντοτε ήταν πρόθυμος και έτοιμος να ανταποκριθεί στις δικές του, να πληρώσει δηλαδή την δεύτερη δόση των χρημάτων ώστε να καταστεί ο απόλυτος ιδιοκτήτης της κοινής επιχείρησης. Εισηγήθηκε πως η θέση του ενάγοντα θα πρέπει να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρίαν και να του αποδοθούν όλες οι θεραπείες τις οποίες επιζητεί. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Καραμανή εκ μέρους της εναγομένης. Υπεστήριξε πως είναι ο ενάγοντας που παρέβηκε τα συμφωνηθέντα, αφού δεν κατέβαλε τις €34.000= κατά τον καθορισθέντα χρόνο, ενώ η εναγομένη τήρησε τις από μέρους της συμβατικές υποχρεώσεις, στο ακέραιο. Η δική της εισήγηση ήταν να εκδοθεί απόφαση ως η Ανταπαίτηση, από την οποία απέσυρε την αξίωση για επιστροφή του δίσκου δεδομένων, αφού αυτός εν τέλει παρεδόθη στην εναγόμενη. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (έθεσα ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια) έλαβα υπόψη την εικόνα των μαρτύρων στο Δικαστήριο αλλά εξέτασα την μαρτυρία τους υπό το φως της ανθρώπινης πείρας και συμπεριφοράς, στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων [βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1199 και Αθανασίου και άλλος ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614]. Η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα της, και την πειστικότητα της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών [βλ. Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση αρ. 10705, ημερ. 8.2.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1988)2 Α.Α.Δ. 68, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, 530]. Η Πρωτοκολλητής XXXXX Λάρκου (ΜΕ1) ήταν ανεξάρτητη και τυπική μάρτυρας. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Ο ενάγοντας (ΜΕ1) μου έδωσε την εικόνα μάρτυρα της αλήθειας. Σαφής και επεξηγηματικός, απαντούσε σε ό,τι ερωτήθη χωρίς περιστροφές και αμφιταλαντεύσεις. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις κατά το στάδιο της αντεξέτασης, σταθερός στην θέση και στην εκδοχή του. Αποδέχομαι τα όσα κατέθεσε. Τα όσα ανέφερα για τον ενάγοντα, ισχύουν απόλυτα και για την XXXXX Σπύρου (ΜΕ2). Παρά την εξαντλητική αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη, η μαρτυρία της παρέμεινε ακλόνητη. Η μαρτυρία της συνέπλεε με την μαρτυρία του ενάγοντα. Δεν διαπίστωσα να υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ τους. Αντίθετα η εναγόμενη (ΜΥ1) δεν με έπεισε για την φιλαλήθεια της. Η μαρτυρία της βρίθει αναληθειών και αντιφάσεων. Ενδεικτικά και μόνο θα αναφέρω στην συνέχεια κάποια σημεία. Στην παράγραφο 16 της Γραπτής της Δήλωσης (Έγγραφο Γ΄), αναφέρει πως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας (η υπογράμμιση δική μου), ο XXXXX επιθυμούσε να μεταφέρουν την κοινή επιχείρηση σε διαφορετική τοποθεσία, ενώ η ίδια διαφωνούσε, αλλά στο τέλος συγκατάνευσε. Τούτο έρχεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες της ίδιας της Συμφωνίας (Τεκμήριο 3), όπου στον όρο 5(α) αναφέρεται ρητά πως η κοινή επιχείρηση θα διεξάγεται σε κατάστημα στο ισόγειο της Κλινικής «Φανερωμένης». Καταδεικνύεται συνεπώς το ψεύδος της εναγομένης, αφού η απόφαση για την μετακίνηση δεν ελήφθη μετά την υπογραφή της συμφωνίας, αλλά τούτο ήταν ήδη συμφωνημένο από πριν, και αποτυπώθηκε γραπτώς στην συμφωνία. Στην πολυσέλιδη (18 σελίδες) Γραπτή της Δήλωση, αναφέρεται σε γεγονότα που κατά την ίδια επεσυνέβησαν και τα οποία καταδεικνύουν τον βίαιο, εκρηκτικό και αντικοινωνικό χαρακτήρα του XXXXX, με τον οποίο, ως συνάγεται από τα λεγόμενα της, το τέλος του 2011 με αρχές του 2012, όχι μόνο δεν είχε καμιά επικοινωνία αλλά τον φοβόταν επίσης. Στην παράγραφο 43 της Δήλωσης της, παρουσιάζει μία εντελώς διαφορετική εικόνα, η οποία καταδεικνύει την συνεργασία της με τον XXXXX. Αναφερόμενη στα χρήματα που εισέπραττε, καταθέτει πως μετά την αφαίρεση από αυτά των εξόδων, μισθών υπαλλήλων και του μεριδίου της, φύλασσε το μερίδιο του XXXXX (στο χρηματοκιβώτιο), τον οποίο ενημέρωνε πλήρως, στην βάση αποδείξεων, «τι πλήρωσε και τι ποσά του φύλαξε». Τελικά τι από τα δύο ισχύει, είχε ή δεν είχε συνεργασία με τον XXXXX; Ο τελευταίος ήταν ή όχι συνεργάσιμος; Στην Γραπτή της Δήλωση δικαιολογεί την ενέργεια της να αλλάξει τις κλειδαριές στο κατάστημα τον Μάρτιο του 2012, λέγοντας πως το έπραξε για να ασφαλίσει το κατάστημα για το βράδυ, επειδή ο XXXXX την συγκεκριμένη ημέρα έφυγε, δεν επέστρεψε ποτέ και δεν της άφησε κλειδιά για να κλειδώσει. Πέραν του ότι θεωρώ την δικαιολογία αυτή παιδαριώδη, αφελή και ως μη συμβατή με την κοινή λογική, (κανένας νοήμων άνθρωπος δεν θα άφηνε το κατάστημα του με χιλιάδες Ευρώ εξοπλισμό, ξεκλείδωτο και να φύγει), η θέση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Στην παράγραφο 12(α) και (β) της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, δικαιολογεί την πράξη της αυτή, δικογραφώντας πως αναγκάστηκε να το κάνει επειδή ο ενάγοντας «εισερχόταν» στο κατάστημα σε ώρες που απουσίαζε η ίδια και «εξαφάνιζε και/ή απέκρυπτε και/ή έπαιρνε αντικείμενα και/ή εργασία και/ή φωτογραφίες που ανήκαν σε διάφορους πελάτες της επιχείρησης». Ενώ στην Γραπτή της Δήλωση αναφέρεται, με πολλή μάλιστα λεπτομέρεια, σε πληθώρα γεγονότων με πρωταγωνιστή τον XXXXX, αποσιωπά γεγονότα τα οποία φανερώνουν τις δικές της αντισυμβατικές ενέργειες. Δεν κάμνει καμία αναφορά και δεν απαντά το πώς η μηχανή Frontier (λόγω του όγκου της χρειάστηκε ανυψωτικό μηχάνημα για να μετακινηθεί) καθώς και άλλος εξοπλισμός της επιχείρησης μετακινήθηκε από την ίδια σε χώρο άλλο από το κατάστημα (είναι παραδεκτό από πλευράς της πως η μηχανή μεταφέρθηκε από την ίδια στο σπίτι του πατέρα της). Πολύ λακωνικά αναφέρει στην παράγραφο 56 της Δήλωσης της, (μέσα σε δύο μόλις γραμμές), πως μέχρι τον Ιούλιο του 2012 που ο XXXXX άνοιξε νέα επιχείρηση, «είχε ήδη λάβει όλα τα αντικείμενα που αναφέρονται στην αγωγή του, ακολούθως του παρέδωσα και την μηχανή Frontier». Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως τα όσα διά ζώσης κατέθεσε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά είναι ύστερες σκέψεις και θέσεις, τις οποίες προέβαλε ώστε να απεκδυθεί των υποχρεώσεων της. Σε όση έκταση η μαρτυρία της έρχεται σε αντίθεση με την ήδη αποδεχθείσα μαρτυρία, την απορρίπτω. Δεν έχω καμία αμφιβολία πως τόσο η XXXXX Φιλίππου (ΜΥ3) όσο και η XXXXX Νικολάου (ΜΥ4) ήρθαν στο Δικαστήριο με σκοπό και πρόθεση να βοηθήσουν την εναγόμενη και όχι για να πουν την αλήθεια. Και των δύο η μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή. Η θέση της Φιλίππου (ΜΥ3) πως είχε ζητήσει από την XXXXX να «επέμβει» κατά την φωτογράφηση αλλά εκείνη αρνήθηκε επειδή δεν ήθελε να «αναστατώσει» τον XXXXX, κατά την κρίση μου, δεν συμβαδίζει με την λογική. Θεωρώ εντελώς παράλογο να είχε ζητηθεί η βοήθεια της εναγομένης, η οποία παρευρίσκετο στον χώρο και με την οποία μάλιστα η Φιλίππου ήταν φίλη, και αυτή να αρνήθηκε και δη για τον συγκεκριμένο λόγο. Πέραν τούτου, είναι άξιον απορίας πώς η μάρτυρας ήρθε 10 χρόνια μετά το συμβάν να μαρτυρήσει υπέρ της εναγομένης ενώ, όπως δήλωσε, οι σχέσεις τους είχαν διασαλευθεί και από την επόμενη ημέρα του συμβάντος είχε απομακρυνθεί από την XXXXX επειδή πίστευε ότι είχε «βάλει» τον XXXXX πάνω από την δική τους φιλία και συνεργασία. Όσον αφορά την XXXXX Νικολάου (ΜΥ4), πέραν του ότι η μαρτυρία της δεν είναι σχετική με τα επίδικα θέματα, δεν έχω καμιά αμφιβολία πως ήταν στοχευμένη υπέρ της εναγομένης. Θυμόταν γεγονότα που επεσυνέβησαν 10 χρόνια πριν, λεπτομερώς, όπως πού καθόταν ο ενάγοντας όταν η ίδια επισκέφθηκε για πρώτη φορά το κατάστημα, τι ακριβώς είπε ο ενάγοντας στην εναγομένη, κατά την δεύτερη επίσκεψη της. Δεν έχω καμία αμφιβολία πως δεν είπε την αλήθεια. Κρίνω επίσης πως και η μαρτυρία του XXXXX Πρωτοπαπά (ΜΥ2) δεν είναι ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σ' αυτήν και να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Δεν έχω καμία αμφιβολία πως πρόθεση του ήταν να βοηθήσει την εναγομένη με την οποία διατηρούσε και διατηρεί, φιλικές σχέσεις. Στην βάση της αποδεκτής μαρτυρίας, τα ευρήματα μου ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: Οι διάδικοι, δραστηριοποιούμενοι και οι δύο στον χώρο της φωτογραφίας στην Λάρνακα, συνεβλήθησαν μεταξύ τους γραπτώς (Τεκμήριο 3) τον Φεβρουάριο του 2009, με τον ενάγοντα να αγοράζει την επιχείρηση της εναγομένης αντί του ποσού των €68.000=. Η Συμφωνία προνοούσε τα εξής: (i) οι συμβαλλόμενοι θα ίδρυαν εταιρεία, η οποία θα λειτουργούσε την κοινή επιχείρηση. (ii) η εναγομένη θα εσυνέχιζε να εργάζεται στην κοινή επιχείρηση και θα αποχωρούσε όποτε αυτή ήθελε, όχι όμως σε χρόνο λιγότερο των δύο ετών αλλά ούτε και περισσότερο των τριών ετών από τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας. (iii) κατά την πιο πάνω περίοδο, τα κέρδη και τις υποχρεώσεις της εταιρείας θα τα επωμίζοντο και οι δύο συμβαλλόμενοι. (iv) το ποσό των €68.000= θα καταβάλλετο σε δύο δόσεις, €34.000= με την υπογραφή της συμφωνίας και το υπόλοιπο (€34.000=) όταν η εναγομένη θα αποχωρούσε από την επιχείρηση. (v) με την αποχώρηση της εναγομένης από την κοινή επιχείρηση και με την καταβολή του ποσού των €34.000= (2η δόση), ο ενάγοντας θα καθίστατο ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης της. (vi) η εναγομένη είχε υποχρέωση να προσφέρει τις υπηρεσίες της με τέτοιο τρόπο, ώστε ο ενάγοντας να καταστεί γνωστός σε όλους τους πελάτες της. (vii) η εναγομένη είχε υποχρέωση να πράξει «το παν» ώστε η πελατεία της, μαζί με όλα τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης της (περιλαμβανομένου του «επιχειρηματικού αέρα») να περιέλθουν στον ενάγοντα. Με την υπογραφή της Συμφωνίας ο ενάγοντας κατέβαλε στην εναγόμενη το ποσό των €34.000=. Τον Ιούλιο του 2009, οι διάδικοι ίδρυσαν την εταιρεία PORTRAITS BY CHRISTINA & MARIOS, η οποία θα λειτουργούσε την κοινή επιχείρηση. Ο ενάγοντας προσέφερε στην κοινή επιχείρηση δικά του, προσωπικά αντικείμενα, (καταγράφονται λεπτομερώς στην Έκθεση Απαίτησης). Η εναγόμενη, σε αντίθεση με ό,τι είχε συμφωνήσει, προέβαινε στις πράξεις και ενέργειες όπως αυτές λεπτομερώς παρατίθενται στην μαρτυρία του ενάγοντα και της ΜΕ2, με αποτέλεσμα ο ενάγοντας με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 29.3.2012 [Τεκμήριο 18
(1)] να τερματίσει την συμφωνία. Είναι νομοθετημένο [άρθρο 37
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149] πως οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός εάν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση τούτων, δυνάμει του Νόμου (είτε του Κεφ.149, είτε οποιουδήποτε άλλου νόμου). Νομοθετημένη είναι επίσης η πρόνοια πως «αν ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί να εκπληρώσει ή καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει την υπόσχεση του στο σύνολό της, ο δανειστής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση, εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης» (άρθρο 39 του Κεφ.149). Εν προκειμένω καταληκτικά κρίνω πως είναι η εναγόμενη που παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς τον ενάγοντα και όχι ο τελευταίος, αφού με τις ενέργειες της, ο σκοπός για τον οποίο καταρτίστηκε η συμφωνία (η επιχείρηση της εναγόμενης, συμπεριλαμβανομένου του πελατολογίου και της φήμης της, να περιέλθει στον ενάγοντα μετά τον Φεβρουάριο του 2012), δεν μπορούσε να επιτευχθεί. Από το σύνολο της αποδεχθείσης μαρτυρίας η οποία συνιστά τα ευρήματα μου, προκύπτει πως ο τερματισμός της συμφωνίας από πλευράς του ενάγοντα ήταν νόμιμος. Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο πως όταν υπάρχει αθέτηση μιας συμφωνίας, το αθώο μέρος έχει το δικαίωμα είτε να τερματίσει την συμφωνία και να αξιώσει αποζημιώσεις, είτε να επιμείνει στην τήρηση της συμφωνίας και να αξιώσει αποζημιώσεις [βλ. Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1311]. Εν προκειμένω ο ενάγοντας τερμάτισε την συμφωνία, ως είχε το δικαίωμα, και αξιώνει αποζημιώσεις. Όπως ορίζει ο Νόμος και συγκεκριμένα το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, «Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής..». Στόχος και σκοπός του άρθρου 73, όταν εξετάζεται ο υπολογισμός των αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας, είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Οι αποζημιώσεις στοχεύουν στην επαναφορά του αθώου μέρους στην θέση που θα βρισκόταν αν η συμφωνία ολοκληρωνόταν [Saab v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Καλογήρου ν. Α. Zakheos Estates Ltd κ.ά.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1260]. Στο άρθρο υποδεικνύεται πως κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας που προκλήθηκε ως αποτέλεσμα της μη εκτέλεσης της σύμβασης. Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι εάν ο ενάγοντας, ως το αναίτιο μέρος της σύμβασης, κατάφερε να αποδείξει ότι έχει υποστεί ζημιά και εάν ναι, ποιο είναι το ύψος των αποζημιώσεων που θα πρέπει να του δοθούν. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως οι ειδικές ζημιές όχι μόνο πρέπει να καταγράφονται με ακρίβεια στο δικόγραφο, αλλά και ν' αποδεικνύονται με σαφήνεια και με την αναγκαία μαρτυρία [Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1 Α.Α.Δ. 396 και Συκοπετρίτης ν. Αθηνάκη
(2005)1 Α.Α.Δ. 844]. Κατ' αρχήν ο ενάγοντας δικαιούται σε επιστροφή του ποσού των €34.000= που πλήρωσε στην εναγόμενη, αφού η αντιπαροχή για την οποία εδόθη το ποσό αυτό απέτυχε. Ο ενάγοντας διεκδικεί το ποσό των €12.527,37 που κατέβαλε από προσωπικούς του πόρους για οφειλές της κοινής επιχείρησης. Όπως κατέθεσε, κατέβαλε το ποσό αυτό για οφειλές ΦΠΑ, Κοινωνικές Ασφαλίσεις, μισθό της υπαλλήλου XXXXX Φιλίππου και για το ενοίκιο του καταστήματος. Υπενθυμίζω πως σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας (Τεκμήριο 3), τα έξοδα της επιχείρησης θα τα επωμίζοντο εξίσου και οι δύο συμβαλλόμενοι. Σύμφωνα με τα Τεκμήρια 11
(1)και 11
(2), ο ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των €4.113= στις 29.2.2012, ως οφειλές ΦΠΑ για την περίοδο 1.12.2009 μέχρι 28.2.2010 και στις 9.12.2012 το ποσό των €1.330,75, ως οφειλές ΦΠΑ για την περίοδο 1.12.2011 μέχρι 29.2.
- Στις 12.9.2012 πλήρωσε το ποσό των €400= (Τεκμήριο 12) προς εξόφληση του προστίμου που του επεβλήθη στην ποινική υπόθεση αρ. XXXXX/11 (παράλειψη καταβολής ΦΠΑ). Στις 29.2.2012 κατέβαλε το ποσό των €4.724,12 (Τεκμήριο 13) ως εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για την περίοδο Σεπτεμβρίου του 2011 μέχρι Φεβρουάριο του
- Στις 20.3.2012 πλήρωσε το ποσό των €1.140= (Τεκμήριο 14), ενοίκιο του μηνός Μαρτίου
- Στις 14.3.2012 πλήρωσε το ποσό των €920= (Τεκμήριο 15), μισθός της υπαλλήλου XXXXX Φιλίππου για τον μήνα Μάρτιο του
- Σημειωτέον πως σύμφωνα με την αποδεχθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα μου, η εναγομένη την συγκεκριμένη περίοδο (Μάρτιο του 2012) άλλαξε τις κλειδαριές στο κατάστημα αποκλείοντας τον ενάγοντα από την κοινή επιχείρηση. Το άθροισμα των πιο πάνω κονδυλίων ανέρχεται στις €12.627,
- Με δεδομένο πως το ποσό αυτό οι συμβαλλόμενοι θα έπρεπε να το επωμισθούν και οι δύο, κρίνω πως ανακτήσιμο από την πλευρά του ενάγοντα είναι το ήμισυ του ποσού, δηλαδή €6.313,
- Ο ενάγοντας διεκδικεί και το ποσό των €12.775,25 ως το μερίδιο του από αμοιβές που εισέπραξε η εναγόμενη για εργασίες που διεκπεραιώθηκαν. Επί του συγκεκριμένου σημείου κατέθεσε λεπτομερώς η σύζυγος του ενάγοντα, XXXXX Σπύρου (ΜΕ2). Ετοίμασε σχετικό κατάλογο (Τεκμήριο 22) με τις εργασίες που είχαν διεκπεραιωθεί και τα ποσά που η εναγόμενη έλαβε ως αμοιβή. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 22, το σύνολο των χρημάτων που έλαβε η εναγομένη ανέρχεται σε €25.550,
- Συνεπώς ο ενάγοντας δικαιούται το ήμισυ του ποσού αυτού (€12.775,25). Το ποσό των €9.880= που ο ενάγοντας διεκδικεί ως ποσό που κατέβαλε σε σχέση με την ανακαίνιση του καταστήματος, κρίνω πως δεν είναι ανακτήσιμο. Δεν έχουν δοθεί λεπτομέρειες σε σχέση με το συνολικό ποσό που κατεβλήθη, σε ποιους κατεβλήθη και για ποιες συγκεκριμένες εργασίες. Σε σχέση με τα αντικείμενα, την επιστροφή των οποίων αξιώνει ο ενάγοντας, στις 25.10.2019 καταχωρήθηκε κοινή δήλωση των δύο συνηγόρων, στην οποία παρατίθεται κατάλογος των αντικειμένων που επεστράφησαν στον ενάγοντα και για τα οποία απέσυρε την αξίωση για την επιστροφή τους. Στην δήλωση παρατίθεται κατάλογος εννέα αντικειμένων τα οποία, ως διατείνεται ο ενάγοντας, δεν του επεστράφησαν. Στην βάση της μαρτυρίας του την οποία αποδέχτηκα, τα αντικείμενα αυτά τα κατακρατεί η εναγομένη, η οποία και θα πρέπει να του τα επιστρέψει. Καταληκτικά κρίνω πως ο ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση του στον απαιτούμενο βαθμό και πως θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης ως ανωτέρω. Διά ταύτα εκδίδεται απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης: (α) για το ποσό των €34.000= (β) για το ποσό των €6.313,
- (γ) για το ποσό των €12.775,
- Τα πιο πάνω ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι εξόφλησης. Εκδίδεται επίσης διάταγμα σε βάρος της εναγόμενης, με το οποίο διατάσσεται να επιστρέψει στον ενάγοντα τα πιο κάτω αντικείμενα:
- Ένα εκτυπωτή για ηλεκτρονικό υπολογιστή αξίας €
- Ηχεία ηλεκτρονικού υπολογιστή αξίας €
- Ενεργοποιητή flash Multiblitz Infrared Flash Trigger αξίας €
- Σωλήνα προέκτασης για το flash (Studio light boom) αξίας €
- Scotch ATG700 Adhesive Applicator αξίας €
- Φόντο Lastolite book case backdrop αξίας €
- Δύο Studio light umbrellas αξίας €
- Ειδικό χαρτί Scotch ATG Adhesive refills αξίας €
- Μηχανή πλαστικοποίησης (Laminator) αξίας €
- Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα καλό λόγο ώστε να αποστώ από τον κανόνα πως αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα και σε βάρος της εναγομένης. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.)............... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο