OZDOGAL άλλως OZDOCAL κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή αρ. 1221/2014, 29/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1221/2014 Μεταξύ:
- XXXXX OZDOGAL άλλως XXXXX OZDOCAL, εκ Καναδά
- XXXXX SOULEYMAN, εκ Κύπρου Ενάγοντες Και
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκ Λευκωσίας
- Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες: Δ. Μαρκίδης και κα Α. Χρίστου για Ανδρέας Π. Σιαπανής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους: κα Ε. Φλωρέντζου Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή-Δικογραφία Αντικείμενο της παρούσας Αγωγής είναι τρία τεμάχια στην περιοχή Μενεού τα οποία ανήκουν στην Ενάγουσα 1, η οποία είναι Τουρκοκύπρια μόνιμος κάτοικος Καναδά, κατόπιν δωρεάς από τη μητέρα της Ενάγουσα 2 που είναι Τουρκοκύπρια μόνιμος κάτοικος κατεχομένων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα 1 κατοικούσε μαζί με την οικογένεια της στη Δρομολαξιά- Μενεού της Επαρχίας Λάρνακας μέχρι το 1975 όταν μετακόμισαν χωρίς τη θέληση της και προσωρινά στη Μόρφου και/ή Λευκωσία (κατεχόμενες περιοχές). Οι Ενάγουσες 1 και 2 εγείρουν την παρούσα Αγωγή εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα και του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών καθώς, όπως προβάλλεται, μέσω υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων τους μετά το 1975 έλαβαν τον έλεγχο και/ή την κατοχή της περιουσίας και/ή την χρησιμοποιούσαν χωρίς την καταβολή σε αυτές οποιουδήποτε ποσού ως αποζημίωση και/ή ενοίκιο. Όταν η Ενάγουσα ζήτησε μεταξύ άλλων με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 2/10/2013 την επιστροφή της περιουσίας της και/ή σχετικές αποζημιώσεις καθώς και τα ονόματα των ατόμων που τυχόν τις χρησιμοποιούν, οι Εναγόμενοι απέρριψαν το αίτημα της με επιστολή ημερ. 15/10/2014 και/ή ένα χρόνο μετά την επιστολή που απέστειλαν οι Δικηγόροι της. Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγουσών ότι, ως αποτέλεσμα των πράξεων και/ή παραλείψεων των Εναγόμενων και/ή ατόμων που είχαν λάβει άδεια από τους Εναγόμενους, η Ενάγουσα 1 έχει απολέσει την περιουσία της και δεν μπορεί να την χρησιμοποιήσει ή να την απολαύσει ειρηνικά από το
- Αξιώνονται δε από τις Ενάγουσες η έκδοση Διαταγμάτων με βάση τα οποία να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να εκκενώσουν την επίδικη περιουσία και να παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή τους στις Ενάγουσες και/ή κατεδάφιση οποιασδήποτε οικοδομής εντός του χώρου των τριών τεμαχίων. Επιπρόσθετα αξιώνουν την καταβολή αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση στα επίδικα τεμάχια και/ή για παραβίαση των ανθρώπινων και/ή συνταγματικών δικαιωμάτων και/ή για ενοίκια και/ή ενδιάμεσα κέρδη και/ή διαφυγόντα κέρδη περιλαμβανομένων τόκων. Επιπλέον αξιώνουν τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για ζημιές που προκλήθηκαν από απώλεια ενοικίων από την παράνομη επέμβαση στα επίδικα τεμάχια και/ή γενικές αποζημιώσεις για ηθική βλάβη και/ή απογοήτευση των Εναγουσών. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι προβάλλουν ότι η Κυπριακή Δημοκρατία λόγω της έκρυθμης κατάστασης από το 1974 και μετά για όσο διαρκεί αυτή η κατάσταση αναγκάστηκε να διαχειρίζεται κάθε ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και ότι προς το σκοπό αυτό εφαρμόζει την ισχύουσα Νομοθεσία με την οποία διασφαλίζεται τόσο η περιουσία των Τουρκοκυπρίων που εγκαταλείφθηκε λόγω της Τουρκικής εισβολής όσο και η ικανοποίηση των αναγκών των προσφύγων, που λόγω της Τουρκικής εισβολής και κατοχής, έπρεπε να τύχουν προστασίας και βοήθειας για συνέχιση της ζωής τους σε προσωρινή βάση. Αποτελεί δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι η απόρριψη του αιτήματος επιστροφής της επίδικης περιουσίας έγινε στη βάση της κείμενης νομοθεσίας και των περιβαλλόντων γεγονότων όπου κρίθηκε ότι δεν επέτρεπαν την παροχή συγκατάθεσης του Κηδεμόνα. Επιπλέον οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι η Ενάγουσα και/ή η περιουσία της έχουν υποστεί ζημιά και τούτο, όπως προβάλλεται, καθότι βάσει της κείμενης νομοθεσίας ο Κηδεμόνας ορθά κατέχει και διαχειρίζεται την περιουσία της. Όσον αφορά τις αναφορές της Ενάγουσας για ποσά που ισχυρίζεται ότι απώλεσε και αφορούν την αξία των επίδικων τεμαχίων η θέση των Εναγομένων είναι ότι είναι αβάσιμες, αστήρικτες και εκτός πραγματικότητας. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον των Εναγομένων οι Ενάγουσες κάλεσαν συνολικά δύο μάρτυρες ως εξής: ▬ XXXXX Ozdogel/Ενάγουσα 1 (Μ.Ε.1) ▬ XXXXX Κουρουσίδης ( Μ.Ε.2) Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσαν, επίσης, δύο μάρτυρες ως ακολούθως: ▬ XXXXX Μουσικός (Μ.Υ.1) ▬ XXXXX Σοφοκλέους ( Μ.Υ.2) Παραδεκτά Γεγονότα Πριν την προσκόμιση μαρτυρίας αμφότερες οι διάδικες πλευρές προέβησαν στην κατάθεση Καταλόγου Παραδεκτών Γεγονότων (Τεκμήριο 1) το οποίο περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
- Οι Ενάγουσες 1 και 2 εγείρουν την Αγωγή αυτήν υπό την προσωπική τους ιδιότητα.
- Ο Εναγόμενος 1 είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και αυτή η Αγωγή εγείρεται εναντίον του ως ο αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει Νόμου.
- Ο Εναγόμενος 2 είναι ο Υπουργός Εσωτερικών της Δημοκρατίας και η Αγωγή αυτή εγείρεται εναντίον του με την ιδιότητά του ως ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών σύμφωνα με τη σχετική Νομοθεσία.
- Η Ενάγουσα δια του πληρεξούσιου αντιπροσώπου της, ζήτησε με επιστολή της ημερομηνίας 21/5/2012 να εξεταστεί το ενδεχόμενο φιλικού διακανονισμού για απόδοση ή/και αποζημίωση της περιουσίας της η οποία χρησιμοποιήθηκε μεταξύ άλλων για τη στέγαση προσφύγων και μέρος αυτής για το Δημοτικό Σχολείο Μενεού.
- Στις 2/10/2012, επιστολή για το ίδιο θέμα απέστειλε ο πατέρας της Ενάγουσας με αίτημα το διακανονισμό της περιουσίας της Ενάγουσας 1 η οποία χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες του Δημοτικού Σχολείου Μενεού.
- Η Ενάγουσα 1 κατά ή περί το έτος 2012 με δωρεά από τη μητέρα της Ενάγουσα 2, έγινε ιδιοκτήτρια των 3 τεμαχίων ως ακολούθως: Α1) Τεμάχιο με αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 1-2535-3595, Τεμάχιο 2, Τμήμα 4, συνολικής Έκτασης περίπου 17057 τ.μ., στο Δήμο Δρομολαξιάς - Μενεού, Ενορία Μενεού της Επαρχίας Λάρνακας, Α2) Τεμάχιο με αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 1-2540-3595, Τεμάχιο 3, Τμήμα 4, συνολικής Έκτασης περίπου 17392 τ.μ. στο Δήμο Δρομολαξιάς - Μενεού, Ενορία Μενεού της Επαρχίας Λάρνακας, A3) Τεμάχιο με αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 1-2540-3590, Τεμάχιο 4, Τμήμα 4, συνολικής Έκτασης περίπου 17629 τ.μ. στο Δήμο Δρομολαξιάς - Μενεού, Ενορία Μενεού της Επαρχίας Λάρνακας.
- Η Ενάγουσα 1 είναι Κύπρια και/ή Καναδή πολίτης και ανήκει στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα και είναι μόνιμος κάτοικος Καναδά από το 1989 και/ή κατοικούσε μαζί με την οικογένεια της και/ή την Ενάγουσα 2 στη Δρομολαξιά - Μενεού της Επαρχίας Λάρνακας μέχρι το 1975 όταν μετακόμισαν (χωρίς τη θέληση τους και προσωρινά) στη Μόρφου και/ή Λευκωσία(κατεχόμενες περιοχές). Επιπλέον αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός και η έκδοση της Απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Προσφυγή 1549/2014, ημερ. 31/5/2019 (Τεκμήριο 6) όπου το Δικαστήριο ακύρωσε την Απόφαση του Εναγόμενου 2 με την οποία ο τελευταίος απέρριψε το αίτημα της Ενάγουσας για απόκτηση από την Κυπριακή Δημοκρατία με διακανονισμό ακίνητης ιδιοκτησίας της η οποία χρησιμοποιήθηκε χωρίς απαλλοτρίωση για σκοπούς στέγασης εκτοπισθέντων και για τις ανάγκες του Δημοτικού σχολείου Μενεού, λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα. Σύνοψη Μαρτυρίας Μ.Ε.1 Τα κύρια σημεία της μαρτυρίας της Ενάγουσας 1 την οποία προσέφερε μέσω του Εγγράφου 1, που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, έχουν ως εξής: ▬ Είναι η Ενάγουσα
- Είναι Κύπρια και Καναδή υπήκοος και κάτοικος Καναδά. Από την ημέρα της γέννησης της η ίδια και η οικογένεια της διέμενε στην περιοχή Δρομολαξιάς-Μενεού. Ωστόσο λόγω του επαγγέλματος του πατέρα της, τα τελευταία χρόνια πριν το 1975 ήσαν μόνιμοι κάτοικοι Λεμεσού και στην περιουσία τους στην Δρομολαξιά-Μενεού διέμεναν κατά τα Σαββατοκύριακα, δημόσιες αργίες και σχολικές αργίες Το 1975 μετακόμισαν παρά τη θέληση τους και προσωρινά στην περιοχή της Μόρφου σε σπίτι το οποίο τους δόθηκε από τις Τουρκοκυπριακές Αρχές και το οποίο ήταν ερειπωμένο για πολλά χρόνια ενώ είχε και πολλά λειτουργικά προβλήματα τα οποία για να αντιμετωπισθούν χρειάστηκε πολλά χρόνια υπομονής από μέρους των γονέων της. Μετά την παρέλευση κάποιων χρόνων και λόγω της κακής κατάστασης του σπιτιού αυτού οι γονείς της αγόρασαν οικία η οποία είχε ανεγερθεί σε Τουρκοκυπριακή γη στο Βόρειο τμήμα της Λευκωσίας. ▬ Τον Ιούνιο του 1989 η Μ.Ε.1 μετέβη για μόνιμη διαμονή στον Καναδά όπου και διαμένει μέχρι και σήμερα. Εκεί παντρεύτηκε και απέκτησε τα παιδιά της. ▬ Κατά το 2012 η μητέρα της Ενάγουσα 2 μεταβίβασε επ΄ονόματι της δυνάμει δωρεάς τα επίδικα τεμάχια που βρίσκονται στον Δήμο Δρομολαξιάς- Μενεού. ▬ Μετά το 1975 οπόταν και αναγκαστήκαν χωρίς τη θέληση τους να εγκαταλείψουν την περιουσία τους, οι Εναγόμενοι χωρίς να έχουν λάβει την απαιτούμενη άδεια από τους νόμιμους ιδιοκτήτες και χωρίς να προβούν σε οποιανδήποτε ενέργεια, ούτως ώστε να απαλλοτριώσουν ή να επιτάξουν νόμιμα τα επίδικα ακίνητα, απέκτησαν παράνομη κατοχή των επίδικων τεμαχίων στα οποία προέβηκαν σε ανέγερση προσφυγικών οικισμών αυτοστέγασης. Ανέγειραν το Δημοτικό Σχολείο Μενεού, γήπεδο και καταστήματα κάποια εκ των οποίων μίσθωσαν από το 2010 μέχρι και σήμερα και προσπορίζονται κέρδη. ▬ Στις 2/10/2013, διά μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου της Ενάγουσας 1, απεστάλη σχετική επιστολή προς τον Εναγόμενο 2, (Τεκμήριο 2), με την οποία ζητούσε όπως της δοθεί άδεια από τον Εναγόμενο 2 ανάκτησης, χρήσης και εκμετάλλευσης της ιδιοκτησίας της, ενώ διά μέσω της ίδιας επιστολής καλούσαν τον Εναγόμενο 2 να σταματήσει να επεμβαίνει παράνομα εντός της ιδιοκτησίας της, αφού ανήγειρε, εκτός από προσφυγικούς συνοικισμούς, και Σχολείο. ▬ Κατά τις 15/10/2014, η Μ.Ε.1 έλαβε διά μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου της, απορριπτική επιστολή στο αίτημα της ημερ. 2/10/2013, με την οποία ο κύριος Στέλιος Ευσταθίου, ο οποίος ήταν ο αποστολέας της επιστολής εκ μέρους του Εναγόμενου 2, την ενημέρωνε για την άρνηση του Εναγόμενου 2 στο να χρησιμοποιήσει, να εκμεταλλεύεται και να απολαμβάνει ελεύθερα την ακίνητη ιδιοκτησία της. ▬ Από το 1975 μέχρι και σήμερα, τόσο η οικογένεια της Μ.Ε.1 όσο και η ίδια, διακατέχονται από ένα αίσθημα έντονης απόγνωσης, απογοήτευσης, από την αποστέρηση της ειρηνικής και ελεύθερης κατοχής της ακίνητης ιδιοκτησίας τους, αισθάνονται έντονα το συναίσθημα της αδικίας, καθότι οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας επενέβησαν παράνομα εντός της ακίνητης ιδιοκτησίας της, χωρίς οιανδήποτε άδεια από τους ίδιους τους νόμιμους ιδιοκτήτες, αλλά και χωρίς να προβούν στα ανάλογα νόμιμα διαβήματα, είτε απαλλοτριώνοντας ή επιτάσσοντας την επίδικη περιουσία τους. ▬ Λόγω αυτής της συμπεριφοράς, των παρανομιών και την μη λήψη της απαιτούμενης συγκατάθεσης που να δικαιολογούν τις πράξεις των Εναγομένων, τόσο η Μ.Ε.1, όσο και η μητέρα της, Ενάγουσα 2, έχουν υποστεί ζημιά και συγκεκριμένα ζημιά για απώλεια χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας τους, για την οποία απαιτούν την καταβολή δικαίου και ευλόγου ενοικίου. Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 είναι εκτιμητής ακινήτων. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του Έκθεση Εκτίμησης (Έγγραφο 2). Αντικείμενο της εν λόγω Έκθεσης ήταν ο υπολογισμός της αγοραίας αξίας των επίδικων ακινήτων κατά την ημερομηνία διενέργειας της εκτίμησης, ήτοι στις 8/12/
- Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε ήταν η συγκριτική μέθοδος εκτίμησης. Όπως κατέθεσε, ερεύνησε πωλήσεις παρόμοιων ακινήτων στην περιοχή και προέβη στις απαραίτητες προσαρμογές. Αφού καθόρισε την αγοραία αξία σε €100 το τετραγωνικό μέτρο, κατέληξε στην ακόλουθη εκτίμηση αγοραίας αξίας για το κάθε ένα τεμάχιο: · Για το Τεμάχιο 2,€1.663.000 · Για το Τεμάχιο 3,€1.680.000 · Για το Τεμάχιο 4,€1.762.900 Κληθείς να αναφέρει ενδεικτικά την ενοικιαστική αξία των επιδίκων ακινήτων ανέφερε ότι η συνήθης πρακτική για οικιστικά τεμάχια, όπως τα επίδικα, είναι ο καθορισμός ενός ποσοστού επί της αξίας το οποίο κυμαίνεται μεταξύ 3% και 4% της αγοραίας αξίας ως ετήσιο μίσθωμα. Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ.1 είναι Κτηματολογικός Λειτουργός στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Εργάζεται στο Κτηματολόγιο από το 2009 και μέχρι το 2015 ασκούσε τα καθήκοντα του εκτιμητή. Από το 2005 ανέλαβε καθήκοντα Ελεγκτή Εκτιμητών και το 2015 καθήκοντα Τομεάρχη του Τομέα Ειδικών Εκτιμήσεων και του Αναπληρωτή Υπευθύνου στον Κλάδο Εκτιμήσεων. Στο πλαίσιο της Έκθεσης που ετοίμασε και παρουσιάστηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο 3Α) επεσύναψε Πίνακα στον οποίο περιλαμβάνεται περίληψη της εκτίμησής του για τα επίδικα τεμάχια όπου καταγράφεται ο υπολογισμός της αγοραίας αξίας των επίδικων τεμαχίων κατά έτος μεταξύ 1974 και 2019 ο οποίος (υπολογισμός) προέκυψε στη βάση της συγκριτικής μεθόδου εκτίμησης. Στον ίδιο Πίνακα περιλαμβάνεται και ο υπολογισμός της ενοικιαστικής αξίας για την ίδια χρονική περίοδο ο οποίος και αυτός προέκυψε στη βάση της συγκριτικής μεθόδου η οποία, όπως κατέθεσε, χρησιμοποιείται επίσης για τον καθορισμό του ποσοστού απόδοσης της ενοικιαστικής αξίας επί της αγοραίας αξίας της γης συσχετίζοντας συγκριτικά ενοίκια και συγκριτικές πωλήσεις παρόμοιων κτημάτων. Στην προκειμένη περίπτωση χρησιμοποιώντας 4 συγκριτικά ενοίκια σε συνδυασμό με 17 συγκριτικές πωλήσεις καθόρισε το ποσοστό απόδοσης του ενοικίου το οποίο ανήλθε σε 0,30% το έτος. Ακολούθως εφάρμοσε το ποσοστό αυτό του 0,30% κατ' έτος στην αγοραία αξία των επίδικων τεμαχίων κατ' έτος και υπολόγισε το ετήσιο ενοίκιο για κάθε έτος από το 1974 μέχρι το
- Στο τέλος πρόσθεσε το ετήσιο ενοίκιο για όλα τα έτη και κατέληξε στο συνολικό ποσό των €267.485,42 για όλη την περίοδο από το 1974 μέχρι το
- Μαρτυρία Μ.Υ.2 Ο Μ.Υ.2 είναι Διοικητικός Λειτουργός στα καθήκοντα του οποίο εμπίπτει και ο χειρισμός θεμάτων της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Μέσω του Εγγράφου 4 που αποτέλεσε την κυρίως εξέτασή του ανέφερε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: · Η επίδικη περιουσία η οποία περιήλθε στη διαχείριση του Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών στη βάση του Ν.139/1991 αφορά σε τρία τεμάχια στην περιοχή Μενεού επί των οποίων έχουν ανεγερθεί οικισμός Αυτοστέγασης, γήπεδο, καθώς και το Δημοτικό Σχολείο Μενεού ενώ μέρος ενός εκ των τεμαχίων παραχωρήθηκε για αξιοποίηση στο 123ο Σύστημα Προσκόπων Λύσης. · Η Ενάγουσα 1 κατέστη ιδιοκτήτρια της εν λόγω περιουσίας το 2012 μετά από δωρεά της μητέρας της, Ενάγουσας
- Ο Κηδεμόνας Τ/Κ Περιουσιών έδωσε τη συγκατάθεσή του για την πραγματοποίηση της εν λόγω μεταβίβασης με επιστολή του ημερ. 16/9/2011 προς το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας επισημαίνοντας ότι η σκοπούμενη μεταβίβαση δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο το ισχύον καθεστώς κηδεμονίας και διαχείρισης της εν λόγω περιουσίας. · Τα πιο πάνω γνωστοποιήθηκαν στην αντιπρόσωπο της Ενάγουσας 1, Ενάγουσα 2, η οποία αποδέχθηκε εκ μέρους της τη μεταβίβαση της περιουσίας υπό το βάρος διαφόρων μισθώσεων και υπέγραψε στη σχετική δήλωση μεταβίβασης ότι έλαβε γνώση για το πιο πάνω γεγονός. · Η Ενάγουσα 1 μέσω επιστολών της προς τον Υπουργό Εσωτερικών (ημερ. 21/5/12 η πρώτη καθώς και με μεταγενέστερη χωρίς ημερομηνία επιστολή της μέσω πληρεξούσιου αντιπροσώπου της) εκδήλωσε την επιθυμία της για ενδεχόμενο φιλικό διακανονισμό με το Κράτος για απόκτηση της επίδικης περιουσίας της. · Με επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 19/10/2012 προς τον αντιπρόσωπο της Ενάγουσας, ο τελευταίος ενημερώθηκε ότι το θέμα βρίσκεται υπό μελέτη. · Με επιστολή ημερ. 19/10/2012 το Υπουργείο Εσωτερικών ζήτησε από την ΚΥΠ να διερευνήσει το θέμα της διαμονής της Ενάγουσας 1 και κατά πόσο η ίδια ή οι γονείς της κατέχουν Ελληνοκυπριακής ιδιοκτησίας περιουσίες στα κατεχόμενα. · Η ΚΥΠ με επιστολή της ημερ. 4/12/2012 ενημέρωσε τον Κηδεμόνα ότι η Ενάγουσα 1 διαμένει μόνιμα στον Καναδά όπου μετανάστευσε πριν από 20 περίπου χρόνια και ότι οι γονείς της είναι κάτοικοι κατεχομένων και κατείχαν Ελληνοκυπριακής ιδιοκτησίας περιουσίες. · Η Ενάγουσα 1 επανήλθε μέσω του δικηγόρου της με επιστολή ημερ. 2/10/2013 και το Υπουργείο Εσωτερικών με επιστολή του ημερ. 11/11/2013 ενημέρωσε τον δικηγόρο ότι το θέμα βρίσκεται υπό μελέτη σε συνεννόηση με τα αρμόδια Τμήματα. · Αφού μεσολάβησε η καταχώρηση της παρούσας Αγωγής το αίτημα της Ενάγουσας 1 απερρίφθη από τον Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών στη βάση του γεγονότος ότι η σημερινή ιδιοκτήτρια της περιουσίας είχε αποκτήσει την περιουσία της το 2012 δυνάμει δωρεάς από τη μητέρα της η οποία είναι κάτοικος κατεχομένων όπου και κατέχει Ελληνοκυπριακές περιουσίες. · Η Ενάγουσα 1 ενημερώθηκε, μέσω του δικηγόρου της, για την Απόφαση του Κηδεμόνα με επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 15/10/
- · Η Ενάγουσα προσέφυγε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου εναντίον της Απόφασης του Κηδεμόνα για απόρριψη του αιτήματός της με την Προσφυγή υπ' αρ. 1549/
- · Το Διοικητικό Δικαστήριο με Απόφασή του ημερ. 30/6/2019 ακύρωσε την προσβαλλόμενη πράξη λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί των πραγμάτων. Νομική Πτυχή Η παρούσα Αγωγή έχει ως κύρια νομική βάση την ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση (trespass) και την παραβίαση Ανθρωπίνων και Συνταγματικών Δικαιωμάτων. Η ιδιαιτερότητα της παρούσας υπόθεσης έγκειται στο γεγονός ότι η επίδικη περιουσία ανήκει στην Ενάγουσα 1 η οποία είναι Τουρκοκύπρια. Αμφότερες δε οι διάδικες πλευρές στο πλαίσιο προώθησης των εκατέρωθεν θέσεων και ισχυρισμών τους επικαλέστηκαν τις πρόνοιες του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα θέματα) Νόμου [Ν.139(Ι)/1991]. Η αναφορά στην πιο πάνω Νομοθεσία και στις βασικές της πρόνοιες θα γίνει σε άλλο σημείο της Απόφασης στο πλαίσιο σκιαγράφησης του νομικού πλαισίου που διέπει την υπόθεση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[2] Γενικά το Δικαστήριο έχει αξιολογήσει τη μαρτυρία στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και σε καμία περίπτωση μικροσκοπικά ή αποσπασματικά[3] με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[4]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε έχοντας υπόψη όχι μόνο το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε τόσο για την πλευρά των Εναγουσών όσο και για την Υπεράσπιση αλλά και όλες τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ενάγουσας 1 Παρά το γεγονός ότι αρκετά ζητήματα στην παρούσα Αγωγή είτε αποτέλεσαν μέρος παραδεκτών γεγονότων, είτε δεν αμφισβητήθηκαν, η γενική εικόνα που το Δικαστήριο απεκόμισε από τη μαρτυρία της Ενάγουσας 1 ήταν την έντονη προσπάθεια της να υποβαθμίσει, όσο μπορούσε, το γεγονός της κατοχής από μέρους της και της οικογένειας της Ε/Κ περιουσίας στα Κατεχόμενα. Μάλιστα η Ενάγουσα 1 προσπάθησε να δώσει υπερβολική έμφαση στην κατάσταση του σπιτιού που τους είχε παραχωρηθεί από το κατοχικό καθεστώς στην Μόρφου τονίζοντας μετά επιτάσεως τα λειτουργικά προβλήματα που είχε το εν λόγω σπίτι. Αν και προσπάθησε, όσο μπορούσε, να παρουσιάσει ότι είχαν εγκαταλείψει το εν λόγω σπίτι στην Μόρφου και ότι, αν ο ιδιοκτήτης έρθει πίσω, μπορεί να το πάρει, εννοώντας προφανώς τον Ε/Κ ιδιοκτήτη της περιουσίας, δεν μπόρεσε να αρνηθεί ότι «στα χαρτιά», όπως το έθεσε, ιδιοκτήτες είναι οι γονείς της. Εκείνο, ωστόσο, που δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει, παρά την προσπάθεια που κατέβαλε, είναι το γεγονός ότι μετά το 1975 είχε παραχωρηθεί στους γονείς της από το κατοχικό καθεστώς Ε/Κ περιουσία στην Μόρφου η οποία μέχρι σήμερα παραμένει στην «ιδιοκτησία» των γονιών της. Σε ό,τι αφορά τις συνθήκες εγκατάλειψης των επίδικων περιουσιών καθώς και την έκτοτε συμπεριφορά των Εναγουσών η σχετική μαρτυρία που προσήχθη σχολιάζεται και αξιολογείται σε ξεχωριστή θεματική ενότητα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.2 Ο Μ.Υ.2 με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσε τα γεγονότα που ενέπιπταν στην γνώση του διευκρινίζοντας σε κάθε περίπτωση την ακριβή εμπλοκή και γνώση του. Δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Σε κάποια ερωτήματα που του υπεβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης τα οποία είχαν να κάνουν περισσότερο με την νομοθεσία που τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, όπως αν είχε διενεργηθεί οποιαδήποτε διαδικασία επίταξης ή απαλλοτρίωσης των επιδίκων ακινήτων, ο Μ.Υ.2 απάντησε αυτά που γνώριζε με βάση τη σχετική νομοθεσία ενόψει του ότι μέρος των καθηκόντων του είναι ο χειρισμός θεμάτων της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τ/Κ περιουσιών. Εκεί δε που δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί δεν είχε καμία δυσκολία να το δηλώσει. Αρκετά δε ζητήματα που κάλυψε η μαρτυρία του Μ.Υ.2 είτε δεν αμφισβητήθηκε, είτε αποτέλεσαν σε προηγούμενο στάδιο αντικείμενο παραδεκτών γεγονότων. Τέτοια γεγονότα είναι για παράδειγμα: § Το γεγονός ότι η Ενάγουσα 1 είχε καταστεί ιδιοκτήτρια των επιδίκων ακινήτων το 2012 μετά από δωρεά της μητέρας της, § Η ανταλλαγή αριθμού επιστολών μεταξύ των Εναγουσών και του Υπουργείου Εσωτερικών, § Το γεγονός της καταχώρησης από μέρους των Εναγουσών της Προσφυγής υπ.αρ. 1549/2014, § Το γεγονός της έκδοσης της Απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ. 30/6/2019 με την οποία η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώθηκε λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του Μ.Ε.2 κατέθεσε ως μέρος του Τεκμηρίου 7 αντίγραφο Δήλωσης Μεταβίβασης Ακινήτου αναφορικά με τα επίδικα ακίνητα με βάση την οποία η Ενάγουσα 2 μεταβίβασε τα εν λόγω ακίνητα δυνάμει δωρεάς στην Ενάγουσα
- Έγινε δε παραδεκτό γεγονός ότι στην εν λόγω Δήλωσης Μεταβίβασης Ακινήτου οι Ενάγουσες προσυπέγραψαν κάτω από την ακόλουθη χειρόγραφη δήλωση: «Λάβαμε γνώση ότι εντός του ακινήτου έχουν εγγραφεί οι μισθώσεις προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας οι αριθμοί των οποίων περιγράφονται στις εσώκλειστες εκθέσεις λεπτομερειών των ακινήτων οι οποίες προσυπογράφονται. Αποδεχόμεθα τη μεταβίβαση των ακινήτων υπό το βάρος των πιο πάνω μισθώσεων. Λάβαμε γνώση ότι με τη μεταβίβαση των ακινήτων δεν επηρεάζεται καθ΄οιονδήποτε τρόπο το ισχύον καθεστώς κηδεμονίας και διαχείρισης των ακινήτων.» Κατά την διάρκεια της αντεξέτασης η πλευρά των Εναγουσών προώθησε την υποβολή ότι οι Ενάγουσες είχαν πλανηθεί με την υπογραφή της συγκεκριμένης δήλωσης ενόψει του ότι δεν ξέρουν ούτε να διαβάζουν ούτε να γράφουν στην Ελληνική Γλώσσα στην οποία υποβολή ο Μ.Υ.2 απάντησε, προφανώς μη όντας γνώστης των συνθηκών κάτω από τις οποίες προσυπεγράφη η πιο πάνω δήλωση, απλώς ότι οι Ενάγουσες φέρουν την ευθύνη της υπογραφής τους. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι, παρά το ότι είναι παραδεκτή η προσυπογραφή από μέρους των Εναγουσών της πιο πάνω δήλωσης, ουδέποτε τέθηκε στην Ενάγουσα 1 ενώ κατέθετε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης ότι, ενόψει αυτής της δήλωσης και της προσυπογραφής της κάτω από αυτή, είχε η ίδια λάβει γνώση τόσο των μισθώσεων που είχαν εγγραφεί προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και το ότι με την μεταβίβαση των ακινήτων δεν θα επηρεάζετο το ισχύον καθεστώς διαχείρισης και κηδεμονίας. Κατά συνέπεια με δεδομένο ότι η πλευρά των Εναγουσών έχει εγείρει ζήτημα πλάνης σε σχέση με το περιεχόμενο της εν λόγω χειρόγραφης σημείωσης λόγω μη γνώσης της Ελληνικής γλώσσας κάτι το οποίο παρά τα όσα ανέφερε ο Μ.Υ.2 δεν θα ήτο δυνατόν ο ίδιος να είναι σε θέση να αντικρούσει, το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε εύρημα ότι οι Ενάγουσες υπογράφοντας τη σχετική Δήλωση Μεταβίβασης αφενός είχαν αποδεχτεί ρητά την μεταβίβαση υπό το βάρος των μισθώσεων προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφετέρου είχαν λάβει γνώση ότι η μεταβίβαση δεν επηρεάζετο από το ισχύον καθεστώς διαχείρισης και κηδεμονίας των ακινήτων. Μαρτυρίες Εμπειρογνωμόνων Οι Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1 κλήθηκαν στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα τους ως εμπειρογνωμόνων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας των οποίων ρυθμίζεται βάσει των αρχών που προκύπτουν από τη Νομολογία. Ως εκ τούτου, προέχει η εξέταση του κατά πόσο οι μάρτυρες αυτοί έχουν τα σχετικά προσόντα για να θεωρηθούν όντως εμπειρογνώμονες, ούτως ώστε να αξιολογηθεί και η βαρύτητα της μαρτυρίας τους. Όπως έχει νομολογηθεί, η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά. Καθοδήγηση αναφορικά με τον ρόλο ενός πραγματογνώμονα που καταθέτει ως μάρτυρας στο Δικαστήριο μπορεί να αντληθεί από την απόφαση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation
(2013)1 Α.Α.Δ. 438, όπου αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στο κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: «. . . να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία.» Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε στην υπόθεση Kayat (ανωτέρω), προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Το βάρος είναι επί των ώμων εκείνου που επιθυμεί να προσάξει τέτοιους είδους μαρτυρία. Τελικά είναι το Δικαστήριο που θα κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας. Η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη[5]. Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ.1, η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Τα προσόντα και η εμπειρία των μαρτύρων Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1 δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ο Μ.Ε.2 είναι εκτιμητής ακινήτων, μέλος του ΕΤΕΚ από το 2005, μέλος του RICS, του Royal Institute of Chartered Surveyors και τα τελευταία 2 χρόνια Αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Εκτιμητών Κύπρου και εξασκεί το επάγγελμα του εκτιμητή την τελευταία δεκαπενταετία. Ο Μ.Υ.1 έχει σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Salford, έχει λάβει το BSC Property Management and Investment και στη συνέχεια σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Reading και έλαβε το Master in Real Estate Finance and Investment. Εργάζεται στο Κτηματολόγιο από το 2009 όπου εξασκούσε τα καθήκοντα του εκτιμητή μέχρι το
- Το 2015 ανάλαβε καθήκοντα Ελεγκτή Εκτιμητών και το 2016 καθήκοντα του Τομεάρχη του Τομέα Ειδικών Εκτιμήσεων και του Αναπληρωτή Υπεύθυνου στων Κλάδων Εκτιμήσεων. Με βάση όλα τα πιο πάνω δεν έχω κανένα ενδοιασμό να δεχθώ τους μάρτυρες Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1 ως εμπειρογνώμονες στον τομέα ειδικότητας τους. Κατά συνέπεια η μαρτυρία τους θα προσεγγιστεί με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Ήδη έχουμε πιο πάνω αναφερθεί στις αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται τέτοια μαρτυρία και δεν χρειάζεται επανάληψη τους. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μ.Ε.2 Εν πρώτοις, πρέπει εξαρχής να υπογραμμιστεί ότι η εκτίμηση που διενεργήθηκε από πλευράς Μ.Ε.2 περιορίστηκε, όπως εξάλλου ο ίδιος ο Μ.Ε.2 το ανέφερε, στον υπολογισμό της αγοραίας αξίας των επίδικων ακινήτων κατά τον Δεκέμβριο του 2014 και, ειδικότερα, κατά την ημερομηνία της επιτόπιας επιθεώρησης που έγινε στις 7/12/
- Ήταν, επίσης, ξεκάθαρο από την ίδια τη μαρτυρία που ο Μ.Ε.2 πρόσφερε ότι δεν του ζητήθηκε και, ως εκ τούτου, δεν υπολόγισε την ενοικιαστική αξία των επίδικων τεμαχίων. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από τα Πρακτικά ημερ.2/7/2019, σελίδα 4: E. Στην έκθεση εκτίμησης σας, εκάνατε οποιανδήποτε αναφορά για την ενοικιαστική αξία; A. Όχι, δεν έχω αναφερθεί για την ενοικιαστική αξία των τεμαχίων. E. Σας ζητήθηκε από την πελάτισσα σας, να υπολογίσετε ποια είναι η ενοικιαστική αξία των τεμαχίων της; A. Όχι, αν μου είχε ζητηθεί, θα το υπολογίζαμε. Και πιο κάτω στην ίδια σελίδα: E. Συμφωνείς ότι η αγοραία αξία για την οποίαν υπολόγισες, είναι μόνο του 2014 και καμίας άλλης περιόδου; A. Μάλιστα, συμφωνώ, η αγοραία αξία όπως αναφέρεται και στην έκθεση μας, αφορά την ημερομηνία της επιθεώρησης που ήταν ο Δεκέμβριος του
- E. Μάλιστα, άρα για καμίαν άλλην περίοδο ούτε πριν το 2014, ούτε μετά το 2014, έχετε κάνει οποιανδήποτε εκτίμηση για αγοραία αξία ή ενοικιαστική αξία. A. Όπως αναφέρεται ρητώς εις την έκθεση μας, η έκθεση εκτίμησης έγινε για την ημερομηνία του Δεκέμβρη του 2014, για την αγοραία αξία μόνο, δεν έχει γίνει για την ενοικιαστική αξία. Επιπλέον, παρά το ότι ο Μ.Ε.2 υποστήριξε ότι η ενοικιαστική αξία ενός ακινήτου μπορεί να υπολογιστεί στη βάση ενός ποσοστού επί της αγοραίας αξίας, με δεδομένο ότι η Έκθεσή του έχει περιοριστεί μόνο στο έτος 2014 και τον καθορισμό της αγοραίας αξίας κατά το εν λόγω έτος, δεν υπάρχουν σε αυτή οποιαδήποτε στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό της ενοικιαστικής αξίας για οποιαδήποτε άλλη περίοδο και/ή για την επίδικη με βάση την Έκθεση Απαίτησης και την σχετική αξίωση περίοδο. . Κατά συνέπεια, η Έκθεσή του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον υπολογισμό της ενοικιαστικής αξίας με βάση την αγοραία αξία και το ποσοστό απόδοσης του ενοικίου ως ένα ποσοστό επί της αγοραίας αξίας εφόσον η αγοραία αξία που υπολόγισε αφορά μόνο το έτος 2014 και υπολείπονται οι αγοραίες αξίες για τα υπόλοιπα έτη από 1974 μέχρι 2013 που αφορά στην υπόλοιπη επίδικη περίοδο. Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η αναφορά του Μ.Ε.2 σε ένα ποσοστό απόδοσης 3% - 4% επί της αγοραίας αξίας για σκοπούς υπολογισμού του ετήσιου ενοικίου, αν και όπως ανέφερε βασίστηκε σε ενοικιαστήρια συμβόλαια μακροχρόνιων συμβάσεων, αυτά δεν τέθηκαν από τον Μ.Ε.2 ενώπιον του Δικαστηρίου.Ειδικότερα τα αναφερόμενα από τον μάρτυρα ενοικιαστήρια έγγραφα δεν αναφέρθηκαν στην Έκθεση εκτίμησης αλλά ούτε και παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο κατά το στάδιο που έδιδε τη μαρτυρία του. Ως εκ τούτου, η αναφορά του ή,καλύτερα, ο υπολογισμός του ετήσιου ενοικίου σε ποσοστό 3% - 4% παρέμεινε γενικός και αόριστος χωρίς να τεκμηριώνεται στη βάση συγκεκριμένων και απτών στοιχείων. Μάλιστα ο ίδιος επικαλέστηκε απλώς την «κοινή πρακτική» και/ή την «συνήθη πρακτική» σε συμβάσεις μακροχρόνιας μίσθωσης. Ο μάρτυς ως πραγματογνώμων όφειλε να παρουσιάσει ο ίδιος τα στοιχεία εκείνα τα οποία δικαιολογούσαν και/ή τεκμηρίωναν τον υπολογισμό του ετήσιου ενοικίου που ανέφερε. Δεν το έπραξε. Ως εκ τούτου είναι αδύνατο να προσδιοριστούν και να επιβεβαιωθούν οι όροι ενοικίασης καθώς και τα χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων ακινήτων όπως π.χ. τοποθεσία, πολεοδομική ζώνη και, κατ΄επέκταση, ο τρόπος ανάλυσης και καθορισμού του ενοικίου και του ποσοστού απόδοσης. Εν ολίγοις η ανεπαρκής τεκμηρίωση από μέρους του που ήταν καθαρά υποχρέωση δική του κατά το στάδιο προσφοράς της κυρίως εξέτασης του απογυμνώνει την κατάληξη και/ή θέση του για το πιο πάνω ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει, όπως ήδη έχει επισημανθεί ανωτέρω, ακόμη και να ήταν ορθή η προσέγγιση του Μ.Ε.2 αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού της ενοικιαστικής αξίας των επίδικων τεμαχίων, η εκτίμηση που διενήργησε αφορά την αγοραία αξία αυτών μόνο κατά τον Δεκέμβριο του 2014 και ως τέτοια δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τον υπολογισμό αποζημιώσεων για την περίοδο που οι Ενάγουσες επιδιώκουν στην Αγωγή τους παρά μόνο και αποκλειστικά για το έτος
- Ο ίδιος, εξάλλου, το παραδέχτηκε κατά την αντεξέτασή του ότι στη βάση της αγοραίας αξίας του 2014 δεν μπορούσε να υπολογιστεί η μισθωτική αξία ή η ενοικιαστική αξία του 1975 με την τιμή του 2014 και, κατ΄επέκταση, σε ποσοστιαία βάση από το 1974 μέχρι σήμερα. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από τα Πρακτικά ημερ.2/7/2019, σελίδες 4-5: E. Θεωρείτε ότι αυτού του είδους ο υπολογισμός της ενοικιαστικής αξίας, μπορεί να καλύψει την περίοδο από το '75 που εγείρεται η αγωγή μέχρι σήμερα με τον δικό σας μαθηματικό υπολογισμό όπως τον εκάνετε για το 2014; Δικαστήριο: (Προς κα Ε. Φλωρέντζου) Από το '75; κα Ε. Φλωρέντζου: Έτσι είπε η μάρτυρας τους την τελευταία φορά. Μάρτυρας: Δεν έχω δηλώσει αυτό, είπα ότι η μισθωτική αξία ενός τεμαχίου, υπολογίζεται ως ποσοστό επί της αγοραίας αξίας. Είναι λογικό, το ότι δεν θα υπολογίσεις τη μισθωτική αξία του 1975 με τιμή του 2014 ως αγοραία αξία, όμως μπορείς να υπολογίσεις τη μισθωτική αξία του '75 λαμβάνοντας υπόψη την αγοραία αξία του '75 και αυτό συμβαίνει και για τις υπόλοιπες χρονιές. Και στη σελίδα 10: E. Δηλαδή έτσι για να το συνοψίσουμε κύριε μάρτυρα, εσείς σήμερα ήρθατε για να καταθέσατε αποκλειστικά και μόνο για το έτος 2014, σωστά; A. Εγώ σήμερα ήρθα να παρουσιάσω την έκθεση εκτίμησης που έχει γίνει για σκοπούς ενημέρωσης της ιδιοκτήτριας που αφορά την περίοδο του Δεκέμβρη του
- Δικαστήριο: Εννοείτε την αγοραία αξία‑‑ Μάρτυρας: Την αγοραία αξία, μάλιστα. Δικαστήριο: Εκείνην την περίοδο. Μάρτυρας: Που βάσει της αγοραίας αξίας, μπορεί να υπολογιστεί και η μισθωτική αξία τη δεδομένη στιγμή. Η κα Ε. Φλωρέντζου συνεχίζει: E. Για εκείνο το έτος και μόνο. A. Για εκείνο το έτος. E. Και μόνο. A. Μάλιστα. Στη βάση όλων των πιο πάνω και στην περίπτωση ακόμη που γινόταν δεκτή η μαρτυρία του Μ.Ε.2 αναφορικά με την ενοικιαστική αξία και το ποσοστό απόδοσης ενοικίου που καθόρισε, αυτή η μαρτυρία δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς υπολογισμού των αποζημιώσεων για την περίοδο που οι Ενάγουσες αξιώνουν στην Αγωγή τους εφόσον η εκτίμηση του αφορά την αγοραία αξία των επίδικων τεμαχίων μόνο κατά τον Δεκέμβριο του 2014 στη βάση της οποίας θα μπορούσε να υπολογιστεί η ενοικιαστική αξία τους μόνο κατά το εν λόγω έτος. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ.1 έχει αφήσει πάρα πολύ καλές εντυπώσεις στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Καθόλη την διάρκεια της εξέτασής του έδωσε τεκμηριωμένες και σαφείς απαντήσεις σε όλα τα θέματα που του τέθηκαν. Κατ' αρχάς έχω ικανοποιηθεί πλήρως ότι ο Μ.Υ.1 προέβη σε μια ολοκληρωμένη εκτίμηση για υπολογισμό της ενοικιαστικής αξίας των επίδικων τεμαχίων και ότι στο πλαίσιο αυτής χρησιμοποίησε με κάθε δυνατό επαγγελματισμό αναγνωρισμένες μεθόδους διενέργειας τέτοιου είδους εκτίμησης. Περαιτέρω ο Μ.Υ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση τόσο για την επιστημονική προσέγγιση που είχε στη διατύπωση των θέσεων του όσο και για τον απλό και κατανοητό τρόπο με τον οποίο μετέφερε στο Δικαστήριο τις θέσεις του δίδοντας, εκεί όπου χρειαζόταν, την αναγκαία τεκμηρίωση και επεξήγηση. Η γνώμη που εξέφρασε ενώπιον του Δικαστηρίου στηριζόταν πάνω σε δεδομένα που με σαφήνεια και θετικότητα έδωσε στο Δικαστήριο, ούτως ώστε το Δικαστήριο με αυτό τον τρόπο να μπορεί να ελέγξει τη γνώμη της και να είναι σε θέση να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με αυτή. Μπορεί κατ΄αρχάς να χρειάστηκε να υποβληθούν σε αυτόν, από το Δικαστήριο, κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις προς το σκοπό επεξήγησης των όσων ανέλυσε στην Έκθεση Εκτίμησης, την οποία είχε υιοθετήσει ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ωστόσο στην συνέχεια ο ίδιος προέβη σε σαφή περιγραφή και ανάλυση της εκτίμησης που είχε διενεργήσει. Ο Μ.Υ.1 με σαφήνεια περιέγραψε τη μέθοδο που ακολούθησε για σκοπούς υπολογισμού της συνολικής ενοικιαστικής αξίας από το 1974 μέχρι και τον Ιούλιο του 2019 παραπέμποντας στην συγκριτική μέθοδο εκτίμησης. Όπως με επάρκεια εξήγησε, στο πλαίσιο αυτό αρχικά χρησιμοποιείται η συγκριτική μέθοδος για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των επίδικων κτημάτων κατά έτος από το 1974 μέχρι 2019 και στη συνέχεια η ίδια μέθοδος για τον καθορισμό το ποσοστού της ενοικιαστικής αξίας επί της αγοραίας αξίας (ποσοστό απόδοσης) μέσω του συσχετισμού των συγκριτικών ενοικίων και συγκριτικών πωλήσεων παρόμοιων κτημάτων. Όπως προέκυψε, ο Μ.Υ.1 χρησιμοποίησε 24 συγκριτικές πωλήσεις για να καθορίσει την αγοραία αξία των επίδικων τεμαχίων κατά έτος από το 1974 μέχρι σήμερα και, στη συνέχεια, 4 συγκριτικά ενοίκια γης σε συνδυασμό με 17 συγκριτικές πωλήσεις για να καθορίσει ποσοστό απόδοσης του ενοικίου στη γη το οποίο στη συνέχεια το εφάρμοσε στην αγοραία αξία των επίδικων τεμαχίων κατ΄έτος υπολογίζοντας, με αυτό τον τρόπο, ετήσιο ενοίκιο από το 1974 μέχρι το
- Για το σκοπό αυτό επισύναψε στην Έκθεση του Πίνακα Συγκριτικών Πωλήσεων (σελίδα 22) τις οποίες παρουσίασε σε συννημένα σχέδια με χρώμα μπλέ (σελίδες 23-24). Κατά τον ίδιο τρόπο επεσύναψε στην Έκθεση του Πίνακα Συγκριτικών Ενοικίων (σελίδα 27) τα οποία παρουσίασε σε συννημένα σχέδια με χρώμα πορτοκαλί. Όσον δε αφορά τις συγκριτικές πωλήσεις που χρησιμοποίησε για τον υπολογισμό και τον καθορισμό του ποσοστού απόδοσης τα παρουσίασε σε σχετικούς Πίνακες τιτλοφορούμενους ως Πίνακες Συγκριτικών Πωλήσεων για Ανάλυση Ποσοστού Απόδοσης με αρ. 1-4 (σελίδες 28-31) καθώς και σε συννημένα σχέδια με χρώμα μπλε (σελίδες 32-35). Στο τέλος παρουσίασε περίληψη της Εκτίμησης του και για τα τρία επίδικα τεμάχια στην οποία κατέγραψε, μεταξύ άλλων, ανά έτος την αγοραία αξία ανά τ.μ. καθώς και την ολική αγοραία αξία και των τριών Τεμαχίων καθώς και την ολική ετήσια ενοικιαστική αξία με βάση την απόδοση που προσδιόρισε (σελίδα 10). Πέραν της περίληψης αυτής, επεσύναψε στην Έκθεση του σχετικό Πίνακα στον οποίο περιέλαβε την ανά έτος αγοραία αξία κατά τ.μ, την ανά έτος αγοραία αξία του κάθε ενός από τα τρία επίδικα Τεμάχια, την ανά έτος ολική αγοραία αξία και για τα τρία επίδικα τεμάχια και τέλος την ολική ετήσια ενοικιαστική αξία στη βάση του ποσοστού 0.30 % δίδοντας με αυτό τον τρόπο αναλυτικά την κατ΄έτος ολική ενοικιαστική αξία από το 1974 μέχρι τον Ιούλιο του 2019 καθώς και το συνολικό ποσό που προκύπτει ως ενοικιαστική αξία για όλη αυτή την χρονική περίοδο. Απόλυτα κατατοπιστικός υπήρξε και σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού του ποσοστού για τα έτη κατά τα οποία δεν υπήρχαν διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία. Όπως πειστικά εξήγησε, στα έτη κατά τα οποία δεν είχε εντοπίσει συγκριτική πώληση υιοθέτησε ένα ενδιάμεσο ποσοστό τοις εκατόν στη βάση λογικών αυξήσεων ή μειώσεων και σχετικών αναπροσαρμογών, αναλόγως των συγκριτικών πωλήσεων που υπήρξαν πριν ή μετά την εν λόγω περίοδο καθώς και στη βάση της εμπειρίας του από διάφορες προηγούμενες έρευνες και μελέτες στις οποίες είχε ο ίδιος εμπλοκή. Τα συγκριτικά στοιχεία επί των οποίων βασίστηκε, όπως συγκριτικές πωλήσεις και συγκριτικά ενοίκια, αναλύθηκαν ενδελεχώς καθόλη της διάρκεια της εξέτασης του, τόσο στην Έκθεση Εκτίμησης που παρουσίασε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του όσο και στην υπόλοιπη προφορική του μαρτυρία. Ειδικότερα αναφερόμενος σε αυτά εξήγησε στην Έκθεση του με σαφήνεια ότι το συγκριτικό Ε1 αφορά καθαρά οικιστικά χωράφια μεγάλης έκτασης στο Δήμο Λειβαδιών, τα συγκριτικά Ε2και Ε4, ενώ αφορούν οικιστικά οικόπεδα, διαθέτουν κάποια εμπορικότητα εφόσον εφάπτονται ή βρίσκονται κοντά σε κεντρικές αρτηρίες εντός της πόλης και το συγκριτικό Ε3 αφορά καθαρά εμπορικό οικόπεδο το οποίο εμπίπτει εντός της πολεοδομικής ζώνης Εβ1 και εφάπτεται σε πρωταρχική αρτηρία εντός της πόλης. Κατά την κυρίως εξέταση του προέβη σε περαιτέρω ανάλυση και επεξήγηση. Όσον αφορά το συγκριτικό ενοίκιο Ε1 το οποίο βρίσκεται στον Δήμο Λειβαδιών και αφορά οικιστικά χωράφια, ο Μ.Υ.1 εξήγησε πειστικά ότι ήταν παρόμοιας έκτασης με τα επίδικα τεμάχια. Σε σχέση με το συγκριτικό ενοίκιο Ε2, το οποίο είναι οικόπεδο στην περιοχή Σωτήρος στην Λάρνακα, εξήγησε ότι το χρησιμοποίησε γιατί είχε συγκριτικές πωλήσεις, ήταν σε οικιστική περιοχή όπως τα υπό εκτίμηση ακίνητα, το οποίο διαθέτει εμπορικότητα, εφόσον εφάπτετο της Εμπορικής Ζώνης Εβ1 και χρησιμοποιείτο ως χώρος στάθμευσης. Όσον αφορά το συγκριτικό ενοίκιο Ε3το οποίο είναι οικόπεδο στην περιοχή Αγίου Νικολάου στην Λάρνακα σε καθαρά εμπορική περιοχή εφόσον εμπίπτει εντός της εμπορικής πολεοδομικής ζώνης Εβ1 και εφάπτεται σε πρωταρχική αρτηρίας εντός της πόλης, εξήγησε ότι το χρησιμοποίησε γιατί είναι σε εμπορική περιοχή, υπήρχαν συγκριτικές πωλήσεις και το ίδιο μάλιστα είχε πωληθεί και η πώληση του χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς σύγκρισης. Σε σχέση με το συγκριτικό ενοίκιο Ε4,το οποίο είναι χωράφι και βρίσκεται στην Χρυσοπολίτισσα, εξήγησε ότι μέρος αυτού είχε ενοικιαστεί το 1974 και έτσι μπορούσε να διαπιστώσει σε βάθος χρόνου το ποσοστό απόδοσης. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση ότι τα συγκριτικά ενοίκια που χρησιμοποίησε δεν μπορούν να κριθούν ως συγκριτικά με τα επίδικα λόγω του ότι, όπως του τέθηκε, τα επίδικα τεμάχια βρίσκονται σε εξαιρετικής σημασίας τοποθεσία. Εν πρώτοις διαφώνησε με τη θέση ότι τα επίδικα τεμάχια βρίσκονται σε εξαιρετικής σημασίας τοποθεσία εξηγώντας με κατατοπιστικό τρόπο ότι αυτά αφορούν καθαρά οικιστικά χωράφια μεγάλης έκτασης και ότι πολύ μικρό μέρος του τεμαχίου 4 βρίσκεται εντός της πολεοδομικής ζώνης Εβ (με συντελεστή ανάπτυξης ως η οικιστική Κα6) επισημαίνοντας ότι στην συγκεκριμένη περιοχή δεν υπάρχει ουσιώδης εμπορική ανάπτυξη εφόσον σε όλα σχεδόν τα τεμάχια έχουν ανεγερθεί κατοικίες επισημαίνοντας την ύπαρξη σε αυτά ενός καφενείου παλαιού τύπου και ενός κουρείου χωρίς την ύπαρξη προοπτικής για ανέγερση καταστημάτων υψηλής προδιαγραφής ή γραφείων. Όπως με σαφήνεια εξήγησε, αν και η ευρύτερη περιοχή εντός της οποίας ευρίσκονται τα επίδικα τεμάχια αναπτύχθηκε κυρίως λόγω της αύξησης του πληθυσμού μετά που ήρθαν πρόσφυγες από τις κατεχόμενες περιοχές, εντούτοις η εμπορικότητα και/ή η εμπορική ανάπτυξη είναι εξαιρετικά περιορισμένη όπως την περιέγραψε ανωτέρω. Καθόσον αφοράδε τα συγκριτικά, απορρίπτοντας πλήρως τη θέση ότι αυτά δεν είναι συγκρίσιμα με τα επίδικα, αιτιολόγησε πλήρως την άποψη του. Μεταξύ άλλων τόνισε ότι πλείστα συγκριτικά που χρησιμοποίησε είναι μέσα στην πόλη και έχουν αυξημένο πληθυσμό πράγμα που αντισταθμίζει το στοιχείο της γειτνίασης των επιδίκων ακινήτων με το Αεροδρόμιο. Η πιο κάτω περικοπή από τα Πρακτικά ημερ. 22/8/2019, σελίδες 41-42 είναι ενδεικτική της σαφήνειας και της επάρκειας της απάντησης που έδωσε: A. Κατ' αρχήν διαφωνώ ότι είναι σε εξαιρετικής σημασίας τοποθεσία, τα επίδικα τεμάχια είναι σε μια περιοχή που έχει αναπτυχθεί, υπάρχει προσφυγικός οικισμός, το μέρος το εμπορικό δεν έχει αναπτυχθεί εμπορικά, είναι ελάχιστη, όλα σχεδόν έχουν αναπτυχθεί με προσφυγικές κατοικίες, το εμπορικό μέρος δεν έχει αναπτυχθεί, υπάρχει ένα καφενείο παλαιού τύπου, μπορούμε να το δούμε στις φωτογραφίες. E. Δεν υπάρχει λόγος, κύριε μάρτυς, το έχουμε δει, εκτός εάν το Δικαστήριο θα θέλει να το δει, συμφωνούμε σ' αυτό; A. Στη σελίδα 18 είναι πολύ πρόχειρης κατασκευής είναι ένα καφενείο και ένα κουρείο δίπλα και αυτό είναι μια εμπορική περιοχή όπου στους συνοικισμούς συνήθιζαν ένα μέρος να μπορεί να αναπτυχθεί εμπορικά όπως αυτές οι εκτάσεις, ένα κουρείο, ένα καφενείο στον συνοικισμό, δεν είναι σημαντική ανάπτυξη της περιοχής, είναι οικιστική, δεν υπάρχει προοπτική ότι θα κτιστούν καταστήματα ψηλής προδιαγραφής, είτε γραφεία, κλπ, και επιπλέον τα συγκριτικά που χρησιμοποίησα εγώ βρίσκονται και αυτά σε εμπορικές περιοχές και μάλιστα εντός πόλης. Για παράδειγμα, το Ε2 βρίσκεται απέναντι, δίπλα που τον Φόρο Εισοδήματος, που ήταν πριν το κτίριο σε κεντρική οδό, εφάπτεται και σε Πολεοδομική Ζώνη Εβ2, η οποία είναι εμπορική στο κέντρο της Λάρνακας όπου υπάρχουν και κτίρια μεγάλα δίπλα, υπάρχει εμπορική ανάπτυξη υφιστάμενη αλλά στα επίδικα δεν υπάρχει, επομένως δεν τίθεται θέμα τα επίδικα ακίνητα να είναι πιο σημαντικής ανάπτυξης και Εμπορικής Ζώνης και Οικιστικής Ζώνης από αυτά τα συγκριτικά που χρησιμοποίησα. Ακριβώς μπορώ να σας πω με ασφάλεια ότι αυτά που χρησιμοποίησα είναι πιο εμπορικά από τα επίδικα ακίνητα .... Ο Μ.Υ.1 ήταν,επίσης, απόλυτα κατατοπιστικός και διαφωτιστικός σε σχέση με τη θέση του αναφορικά με το ποσοστό απόδοσης της ενοικιαστικής αξίας στο οποίο κατέληξε, ήτοι το 0,30% επί της αγοραίας αξίας. Όπως εξήγησε πειστικά, η ενοικίαση καθαρά οικιστικής γης, όπως τα επίδικα τεμάχια, για παράδειγμα για την κατασκευή πολυκατοικίας, δεν συνηθίζεται στην Κύπρο εφόσον ο επενδυτής επιλέγει την αγορά της γης, προσθέτοντας ότι στην Κύπρο υπάρχουν μεγάλες εκτάσεις οικιστικής γης οι οποίες δεν ενοικιάζονται και, συνεπώς, δεν αποφέρουν οποιοδήποτε εισόδημα στους ιδιοκτήτες τους. Ενώ καθόσον αφορά περιπτώσεις οικιστικής γης που βρίσκεται σε εμπορική περιοχή, αυτή, όπως επεξήγησε με επάρκεια, μπορεί να ενοικιασθεί και για σκοπούς μη οικιστικούς όπως χώρος στάθμευσης ή μάντρα αυτοκινήτων. Έχοντας εξετάσει με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του θεωρώ ότι έχει πείσει για την ορθότητα της μεθόδου που ακολούθησε και τις συγκριτικές τιμές ενοικίων όσο και για την ορθότητα της ενοικιαστικής αξίας που υπολόγισε κατ΄έτος. Οφείλω να αναφέρω ότι ως μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση ο Μ.Υ.1, κατά την κρίση μου, εκπλήρωσε τα καθήκοντά του απέναντι στο Δικαστήριο κατά τρόπο απολύτως ορθό και με επαγγελματισμό. Εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του παρέχοντας τη δυνατότητα διαμόρφωσης της δικής μας ανεξάρτητης κρίσης με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα τα οποία αποδεικνύονται με τη μαρτυρία. Η επιστημονικότητα του λόγου του, η ακρίβεια με την οποία αιτιολογούσε το κάθε σημείο στις απαντήσεις του, καθώς και η αντικειμενική παράθεση όλων των στοιχείων και δεδομένων που κατείχε τον καθιστούν πλήρως ανεξάρτητο και αξιόπιστο εμπειρογνώμονα. Ως αποτέλεσμα, η μαρτυρία του στο σύνολο της κρίνεται αποδεκτή. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση, σε ξεχωριστές θεματικές ενότητες, των επιμέρους ζητημάτων που χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Επιμέρους Ζητήματα ▬ Η Εγκατάλειψη των επίδικων περιουσιών και η έκτοτε συμπεριφορά των Εναγουσών Στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα 1«κατοικούσε με την οικογένεια της και/ή την Ενάγουσα 2 στην Δρομολαξιά - Μενεού της Επαρχίας Λάρνακας μέχρι το 1975 όταν μετακόμισαν (χωρίς τη θέληση τους και προσωρινά) στην Μόρφου και/ή Λευκωσία (κατεχόμενες περιοχές)». Στην μαρτυρία της η Ενάγουσα 1 είχε καταθέσει ότι το 1975 είχαν μετακομίσει, παρά τη θέληση τους και προσωρινά, στην περιοχή της Μόρφου σε σπίτι που τους είχε υποδειχθεί από τις Τουρκοκυπριακές αρχές. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι είχαν μεταφερθεί στις κατεχόμενες περιοχές, στην βόρεια πλευρά όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, για να πάρουν τον πατέρα της ο οποίος είχε αφεθεί εκεί ελεύθερος από την αιχμαλωσία στην οποία τελούσε με την πρόθεση στη συνέχεια να επιστρέψουν όλοι μαζί πίσω. Όπως δε ανέφερε, «πήγαμε να δούμε ποιοι απελευθερώθηκαν, να τον βρούμε και να επιστρέψουμε πίσω, αλλά τα σύνορα είχαν κλείσει». Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση αν εμποδίστηκαν από τις Τουρκοκυπριακές αρχές να επιστρέψουν πίσω στις ελεύθερες περιοχές, χωρίς να δίδει σαφή και άμεση απάντηση ανέφερε γενικά και αόριστα ότι εκείνο το διάστημα και υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν έτσι ήταν ο τρόπος για να τους κρατήσουν ασφαλείς. Όταν δε πέρασαν «τα σύνορα», όπως συγκεκριμένα ανέφερε, πάντα νόμιζαν ότι θα επέστρεφαν πίσω αλλά αυτό δεν έγινε και έπρεπε να δεχτούν τα γεγονότα ως ήταν. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης της όταν της τέθηκε ότι μετά το 1974 εγκατέλειψαν την περιουσία τους, ανέφερε ότι εξαιτίας του πολέμου έπρεπε να φύγουν και ότι δεν ήταν εθελοντικό. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της Ενάγουσας αρ. 1, ο όποιος εξαναγκασμός των Εναγουσών να εγκαταλείψουν το 1975 τις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας και τις επίδικες περιουσίες τους δεν αποδόθηκε σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια της Κυπριακής Δημοκρατίας ή προσώπων για τα οποία είχε την ευθύνη. Η γενική και αόριστη αναφορά ότι οι Ενάγουσες «μετακόμισαν παρά τη θέλησή τους και προσωρινά στην περιοχή Μόρφου» ασφαλώς και δεν αποδίδει, ούτε κατ' επέκταση αποδεικνύει οποιαδήποτε υπαιτιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατ' ουσίαν, ουδεμία ευθύνη ή υπαιτιότητα δεν καταλογίζεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για την εγκατάλειψη από πλευράς Εναγουσών των επίδικων περιουσιών τους. ▬ Η επέμβαση από τους Εναγόμενους ή οποιοδήποτε από αυτούς Αποτέλεσε δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγουσών στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης ότι μετά το 1975 «οι Εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς μέσω Υπουργών και/ή αξιωματούχων τους και/ή υπαλλήλων τους και/ή αντιπροσώπων τους και/ή ατόμων που είχαν λάβει άδεια από τους Εναγόμενους» έλαβαν τον έλεγχο και/ή την κατοχή της επίδικης περιουσίας και/ή τη χρησιμοποιούσαν χωρίς την άδεια και/ή τη συγκατάθεση ή άλλως πως της Ενάγουσας και χωρίς την καταβολή σε αυτήν οποιουδήποτε ποσού ως αποζημίωση και/ή ενοίκιο. Παρά την αοριστία της φράσης «μετά το 1975», φαίνεται να προκύπτει από το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης ότι η θέση των Εναγουσών είναι ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν τον έλεγχο και/ή την κατοχή των επίδικων περιουσιών από το
- Στην Υπεράσπισή τους στην παράγραφο 5 οι Εναγόμενοι αρνούνται το περιεχόμενο τόσο της παραγράφου 8 όσο και της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης. Εκείνο που γίνεται παραδεκτό είναι ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης από το 1974 και μετά, για όσο διαρκεί η κατάσταση αυτή, η Κυπριακή Δημοκρατία «αναγκάστηκε εντός των νομικών πλαισίων να διαχειρίζεται κάθε ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες περιοχές της» εφαρμόζοντας την ισχύουσα νομοθεσία. Περαιτέρω, στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης προβάλλεται ότι βάσει της κείμενης νομοθεσίας ο Κηδεμόνας ορθά κατέχει και διαχειρίζεται την επίδικη περιουσία. Όπως είναι αντιληπτό, οι πιο πάνω αναφορές αφορούν στον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) Νόμο [Ν. 139(Ι)/1991]. Επισημαίνεται ότι ο εν λόγω Νόμος τέθηκε σε ισχύ την 1/7/1991 θέτοντας όλες τις Τουρκοκυπριακές περιουσίες οι οποίες βρίσκονται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και ανήκουν σε Τουρκοκύπριους οι οποίοι δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στις περιοχές αυτές υπό το καθεστώς διαχείρισης από τον Κηδεμόνα, ήτοι τον Υπουργό Εσωτερικών ο οποίος με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στο Άρθρο 5 του Νόμου,«θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα έχει ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους» Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, η εγειρόμενη αιτία αγωγής περιορίζεται στην ισχυριζόμενη πραγματική επέμβαση των Εναγομένων στις επίδικες περιουσίες από το 1975 και εντεύθεν. Οι δε χρηματικές αξιώσεις των Εναγουσών φαίνεται να καλύπτουν την απόδοση σε ενοίκιο για το χρονικό διάστημα από το 1974 μέχρι παράδοσης ελεύθερης κατοχής. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να διαχωριστεί το χρονικό διάστημα της αξίωσης σε δύο περιόδους, ήτοι την περίοδο από το 1975, που είναι το έτος με βάση τον δικογραφημένο ισχυρισμό οι Εναγόμενοι έλαβαν τον έλεγχο και/ή την κατοχή των επίδικων περιουσιών, μέχρι και την 30/6/1991, και την περίοδο από 1/7/1991, που τέθηκε σε εφαρμογή ο Νόμος 139/1991 ο οποίος και εξακολουθεί να είναι σε ισχύ. Με βάση τη μαρτυρία του Μουσικού (Μ.Υ.2), στην επίδικη περιουσία, η οποία αφορά σε 3 τεμάχια στην περιοχή Μενεού, έχουν ανεγερθεί Οικισμός Αυτοστέγασης, γήπεδο καθώς και το Δημοτικό Σχολείο Μενεού, ενώ μέρος ενός εκ των τεμαχίων παραχωρήθηκε για αξιοποίηση στο 123ο Σύστημα Προσκόπων Λύσης. Παρομοίως ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι επί των επίδικων ακινήτων έχει ανεγερθεί προσφυγικός Οικισμός και Σχολείο. Δεν διευκρινίστηκε, ωστόσο, ούτε ο χρόνος ανέγερσης των πιο πάνω ακινήτων ούτε το από πότε αυτά χρησιμοποιούνται. Μάλιστα στην ίδια την Έκθεση του Μ.Υ.1 αναφέρεται ότι η ακριβής ημερομηνία που είχε αναγερθεί το Σχολείο και ο Οικισμός δεν είναι γνωστή. Αρκέστηκε, απλώς, ο Μ.Υ.1 στην μεταφορά κάποιων «προφορικών πληροφοριών» που, όπως ανέφερε, έλαβε κατά την έρευνα του στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας[6], επισημαίνοντας παράλληλα ότι, όπως του είχε αναφερθεί από τηνΕπαρχιακή Διοίκηση, δεν υπάρχουν φάκελοι ή άλλα στοιχεία για το ζήτημα αυτό. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 σε συνδυασμό με το γεγονός, όπως ξεκάθαρα συνάγεται από τα λεγόμενα του, ότι ο Μ.Υ.1 ουδεμία προσωπική γνώση είχε για το πιο πάνω θέμα και ότι απλώς μετέφερε «προφορικές πληροφορίες» που του δόθηκαν στην απουσία οποιωνδήποτε στοιχείων και/ή φακέλων, θεωρώ ότι η αποδεικτική βαρύτητα που θα μπορούσε λελογισμένως και αντικειμενικώς να δοθεί στα όσα μετέφερε είναι μηδενική. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με οποιαδήποτε χρήση ή κατοχή οποιουδήποτε από τα επίδικα ακίνητα σε οποιονδήποτε χρόνο για την περίοδο από το 1975 μέχρι και την 1/7/1991 που θεσπίστηκε ο Νόμος 139(Ι)/
- Όπως είναι φανερό δεν θα μπορούσε ο Κηδεμόνας να ήταν υπόλογος καθ' οιονδήποτε τρόπο για την περίοδο πριν ο Νόμος 139(Ι)/1991 τεθεί σε ισχύ. Ως εκ τούτου, η όποια ευθύνη της Κυπριακής Δημοκρατίας για οποιαδήποτε περίοδο πριν την 1/7/1991 δεν έχει τεκμηριωθεί μέσω οποιασδήποτε πραγματικής επέμβασης από την Κυπριακή Δημοκρατία οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Ως εκ τούτου είναι από αυτό το χρονικό σημείο, ήτοι την 1/7/1991 που θεσπίσθηκε ο Νόμος 139(Ι)/1991 και μετά που μπορεί να εξετασθεί η αξίωση των Εναγουσών. Εν ολίγοις εκείνο το προκύπτει είναι ότι η εγκατάλειψη των περιουσιών που οι Ενάγουσες είχαν στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας έγινε για λόγους που δεν οφείλονται ή αποδίδονται σε οποιαδήποτε υπαιτιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας ενώ, μεταγενέστερα, με τη θέσπιση του Νόμου 139(Ι)/1991 μεσολάβησε η επέμβαση της Δημοκρατίας στις περιουσίες αυτές. Αποτέλεσμα της θέσπισης του εν λόγω Νόμου ήταν ότι οι Τουρκοκυπριακές Περιουσίες περιήλθαν υπό τον έλεγχο και νομική κατοχή του Κηδεμόνα. Ακόμα και αν δεν υφίστατο και φυσική κατοχή ή πραγματική χρήση κάποιων Τουρκοκυπριακών περιουσιών, η υπαγωγή τους κάτω από τις διατάξεις του Νόμου τεκμηριώνει την κατοχή και τον έλεγχο τους από τον Κηδεμόνα. Εφόσον με το Νόμο (Άρθρο 5), αποδόθηκε στον Κηδεμόνα νομική κατοχή (legal possession) δεν θα χρειαζόταν να τεκμηριωθεί και φυσική κατοχή. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ν. Μυλωνά
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 120, στη σελίδα 131: «Έχουμε τη γνώμη ότι η ανάληψη της φυσικής κατοχής από τον κηδεμόνα δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του με βάση το άρθρο 6(ζ) του νόμου. Θεωρούμε ακόμα πως θα ήταν εντελώς περιττή η ανάληψη της φυσικής κατοχής του καταστήματος από τον εφεσείοντα γιατί σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου "...... όλες οι Τ/Κ περιουσίες περιέχονται στον κηδεμόνα ο οποίος έχει εξουσία να λάβει άμεση κατοχή αυτών ..........". Προδήλως η συγκεκριμένη διάταξη αποδίδει στον κηδεμόνα νομική κατοχή - legal possession του αντικειμένου χωρίς να χρειάζεται να προηγηθεί η φυσική κατοχή τούτου. Βλ. Margarita Ikosi v. Andreas Karayiannis and Others
(1971)1 C.L.R.
- Αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Θα ήταν παράλογο για παράδειγμα, να αποδεικνύει ο κηδεμόνας σε κάθε περίπτωση αγωγής με αντικείμενο τουρκοκυπριακή περιουσία ότι ανέλαβε προηγουμένως τη φυσική κατοχή της εν λόγω περιουσίας έστω και αν αυτή βρίσκεται στο πιο απομακρυσμένο και δύσβατο μέρος της Κύπρου». Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω και με δεδομένο ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε φυσική επέμβαση της Κυπριακής Δημοκρατίας στις επίδικες περιουσίες για την περίοδο από το 1975 μέχρι και την 1/7/1991, όπως έχει ήδη πιο πάνω επισημανθεί,η εξέταση των αξιώσεων των Εναγουσών περιορίζεται για την περίοδο από 1/7/1991 και εντεύθεν. ▬ Νομικό πλαίσιο που διέπει την υπόθεση Όπως προέκυψε η υπόθεση των Εναγουσών περιορίζεται στην εξέταση της νομικής κατάστασης που αφορά στην υπαγωγή των επίδικων περιουσιών τους στις διατάξεις του Νόμου 139(Ι)/
- Ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα θέματα) Νόμου [Ν.139(Ι)/1991] ψηφίσθηκε, ως αναφέρεται στο προοίμιο του, για να αντιμετωπίσει τα αποτελέσματα της Τουρκικής εισβολής και να ρυθμίσει και προστατεύσει τις εγκαταλειφθείσες περιουσίες. Το προοίμιο του Νόμου αναφέρει συναφώς τα ακόλουθα: «Επειδή, συνεπεία της µαζικής µετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσµού ως αποτέλεσµα της Τουρκικής εισβολής στις περιοχές που κατέχονται από τις Τουρκικές δυνάµεις εισβολής και της απαγόρευσης από τις δυνάµεις αυτές της διακiνησης του πληθυσµού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας, εγκαταλείφθηκαν περιουσίες που αποτελούνται από κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία, Και επειδή για την προστασία των περιουσιών αυτών κατέστη απαραίτητη η άµεση λήψη µέτρων, Και επειδή µεταξύ των µέτρων που λήφθηκαν περιλαµβανόταν και η διαχείριση των περιουσιών αυτών από ειδική επιτροπή που συστάθηκε µε διοικητικές διευθετήσεις, Και επειδή κατέστη αναγκαία η νοµοθετική ρύθµιση του θέµατος των Τουρκοκυπριακών περιουσιών στη ∆ηµοκρατία. Για όλα αυτά η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:» Απόλυτα σχετικά είναι και η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Αντωνάκης Χρ. Σολωμονίδης κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2003)1 Α.Α.Δ. 1275: «Με το Νόμο 139/91 η διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών δόθηκε στον 'Κηδεμόνα', αφού οι ιδιοκτήτες της γης την είχαν εγκαταλείψει, μετά από τη μετακίνηση πληθυσμών που ακολούθησε την τουρκική εισβολή. Τα μέτρα αυτά, όπως επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά στη νομολογία, ήταν μέτρα αναγκαία για να αντεπεξέλθει το κράτος στις ανάγκες που δημιουργήθηκαν από την τουρκική εισβολή και δεν στόχευαν στο να παρακάμψουν τη συνταγματική τάξη, αλλά να την υπηρετήσουν και έπρεπε να κριθούν με αναφορά στην αναγκαιότητα που κατέστησε την εισαγωγή τους αναπόφευκτη για το συμφέρον της κοινωνικής τάξης.» Σε ό,τι αφορά το πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου λίαν προσφάτως το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση P. Torgut υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του I.Y.Zia κ.ά v. Γενικός Εισαγγελέας ECLI:CY:AD:2020:A186, Πολιτική Έφεση αρ. 79/2015, ημερ. 10/6/2020 επεσήμανε τα ακόλουθα: «Με το Νόμο ο Υπουργός Εσωτερικών διορίστηκε Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, στον οποίο δόθηκε η διαχείρισή τους, διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου (άρθρο 3). Ο Κηδεμόνας έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους και ο Νόμος του παρέχει εξουσία να λάβει άμεση κατοχή τους (άρθρο 5). Η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που οφείλεται σε ιδιοκτήτη Τουρκοκυπριακής περιουσίας σε σχέση με την περιουσία αυτή αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης (άρθρο 9). Προς τούτο ιδρύθηκε το «Ταμείο Τουρκοκυπριακών Περιουσιών» υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα, στο οποίο κατατίθενται όλες οι εισπράξεις που γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου (άρθρο 11)». Ο Νόμος αυτός ορίζει στο Άρθρο 2 την «έκρυθμη κατάσταση» ως εξής: «έκρυθµη κατάσταση» σηµαίνει τη συνέπεια της τουρκικής εισβολής δηµιουργηθείσα κατάσταση η οποία εξακολουθεί να υπάρχει µέχρις ότου το Υπουργικό Συµβούλιο, µε γνωστοποίησή του δηµοσιευοµένη στην Επίσηµη Εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας, ορίσει ηµεροµηνία λήξης της κατάστασης αυτής· Στο Άρθρο 17 του Νόμου διαλαμβάνεται ότι ο Νόμος παραμένει σε ισχύ μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο με γνωστοποίηση του που θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας κηρύξει τη λήξη της ισχύος του. Σε ό,τι αφορά τον ορισμό «Τουρκοκυπριακή περιουσία» και «Τουρκοκύπριος» δίδονται στο Άρθρο 2 του Νόμου οι ακόλουθοι ορισμοί: «τουρκοκυπριακή περιουσία» περιλαµβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόµενες από τη ∆ηµοκρατία περιοχές και περιλαµβάνει και τη βακούφικη περιουσία «Τουρκοκύπριος» σηµαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαµονή του στις ελεγχόµενες από τη ∆ηµοκρατία περιοχές και περιλαµβάνει εταιρεία ή άλλο νοµικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ. Στηνυπόθεση Arif Moustafa v. Υπουργείου Εσωτερικών μέσω Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού
(2004)4 Α.Α.Δ. 790 τονίσθηκε ότι κυρίαρχο ρόλο στην ερμηνεία του όρου έχει ο ορισμός του όρου «Τουρκοκύπριος» και το κριτήριο του Νόμου ως προς το ποιος είναι «Τουρκοκύπριος», είναι η σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση η συνήθης διαμονή του ιδιοκτήτη στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία. Αφού δε τονίσθηκε η σημασία της περιοχής συνήθους διαμονής του Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη, στη σελίδα 795 της Απόφασης αναφέρεται, ότι, με την ανάθεση της κατοχής και διαχείρισης των Τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία, «.ο σκοπός του Νόμου δεν είναι να γίνει τούτο σε αντίδραση και αντάλλαγμα προς την κατοχή και εκμετάλλευση των Ελληνοκυπριακών περιουσιών στις κατεχόμενες περιοχές, που αν ήταν τέτοιος ενδεχομένως να συνιστούσε και παράβαση του Αρθρου 6 του Συντάγματος ως δυσμενής διάκριση εις βάρος της τουρκικής κοινότητας, αλλά ακριβώς, όπως αναφέρεται στο προοίμιο, η προστασία των εν λόγω περιουσιών ως εκ της απουσίας των ιδιοκτητών τους, η οποία τις αφήνει εκτεθειμένες. Εξ ου και ο νομοθέτης έκρινε, όπως προκύπτει από τον ορισμό του όρου «Τουρκοκύπριος», ως το κριτήριο του, ότι μόνο στο βαθμό που οι ιδιοκτήτες των εν λόγω περιουσιών δεν κατοικούν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές είναι αναγκαία η προστασία τους, προφανώς καθ΄ όσον εκείνες οι τουρκοκυπριακές περιουσίες των οποίων οι ιδιοκτήτες κατοικούν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές δεν χρήζουν τέτοιας προστασίας, καθιερώνοντας έτσι ένα κριτήριο που εφαρμόζεται όχι γενικά ως προς τη μάζα των Τουρκοκυπρίων αλλά συγκεκριμένα ως προς κάθε ιδιοκτήτη.» Περαιτέρω με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στο Άρθρο 5 του Νόμου, ο Κηδεμόνας «θα έχει όλα τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους». Στο ίδιο Άρθρο διαλαμβάνεται, ακόμη, ότι, «παρά την τροποποίηση του βασικού νόµου µε τον παρόντα Νόµο, όλες οι πράξεις ή αποφάσεις οι οποίες έγιναν ή λήφθηκαν από τον Κηδεµόνα, σύµφωνα µε το βασικό νόµο, θεωρούνται ότι έγιναν ή λήφθηκαν νόµιµα». Όπως ήδη έχει και πιο πάνω επισημανθεί, με τη θέσπιση του Νόμου οι Τουρκοκυπριακές περιουσίες περιήλθαν υπό τον έλεγχο και νομική κατοχή του Κηδεμόνα. Ακόμα και αν δεν υφίστατο και φυσική κατοχή ή πραγματική χρήση κάποιων Τουρκοκυπριακών περιουσιών, η υπαγωγή τους κάτω από τις διατάξεις του Νόμου τεκμηριώνει την κατοχή και τον έλεγχο τους από τον Κηδεμόνα. Εφόσον με το Νόμο (Άρθρο 5), αποδόθηκε στον Κηδεμόνα νομική κατοχή (legal possession) δεν θα χρειαζόταν να τεκμηριωθεί και φυσική κατοχή. Εν ολίγοις ο πιο πάνω Νόμος θέτει όλες τις Τουρκοκυπριακές περιουσίες, οι οποίες βρίσκονται στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές και ανήκουν σε Τουρκοκύπριους οι οποίοι δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στις περιοχές αυτές, υπό το καθεστώς διαχείρισης από τον Κηδεμόνα, ήτοι τον Υπουργό Εσωτερικών. Όπως προέκυψε τόσο από την προσαχθείσα μαρτυρία όσο και τα παραδεκτά γεγονότα, η Ενάγουσα 1 είναι Κύπριες οι οποίες ανήκουν στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα και κατοικούσαν μέχρι το 1975 στη Δρομολαξιά - Μενεού της Επαρχίας Λάρνακας όταν μετακόμισαν στη Μόρφου και/ή Λευκωσία (κατεχόμενες περιοχές), δηλαδή σε περιοχές που δεν ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία. Έκτοτε οι Ενάγουσες δεν επανήλθαν οποτεδήποτε για σκοπούς μόνιμης διαμονής στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές εφόσον η μεν Ενάγουσα 2 εξακολουθεί να είναι μόνιμος κάτοικος κατεχομένων, ενώ η Ενάγουσα 1 από τον Ιούνιο του 1989 μέχρι και σήμερα διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό, ήτοι στον Καναδά. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, ήτοι: i. το γεγονός ότι οι επίδικες περιουσίες αφορούν περιουσία που ανήκει σε Τουρκοκύπριο η οποία και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές καθώς και το δεδομένο ότι ii. οι Ενάγουσες είναι Τουρκοκύπριες που δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές οι επίδικες περιουσίες τους στις ελεύθερες περιοχές αποτελούν Τουρκοκυπριακές περιουσίες εν τη εννοία του Νόμου 139(Ι)/1991 οι οποίες από την 1/7/1991 είχαν υπαχθεί στο καθεστώς διαχείρισης από τον Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Όπως έχει εξαρχής αναφερθεί, η παρούσα Αγωγή έχει ως κύρια νομική βάση την ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση (trespass) και την παραβίαση Ανθρωπίνων και Συνταγματικών Δικαιωμάτων. Ειδικότερα υποστηρίχθηκε από πλευράς Εναγουσών ότι οι Εναγόμενοι, χωρίς να έχουν λάβει την απαιτούμενη άδεια από τους νόμιμους ιδιοκτήτες και χωρίς να προβούν σε οποιανδήποτε ενέργεια, ούτως ώστε να απαλλοτριώσουν ή να επιτάξουν νόμιμα τα επίδικα ακίνητα, απέκτησαν παράνομη κατοχή των επίδικων τεμαχίων στα οποία προέβηκαν σε ανέγερση προσφυγικών οικισμών αυτοστέγασης. Ανέγειραν το Δημοτικό Σχολείο Μενεού, γήπεδο και καταστήματα κάποια εκ των οποίων μίσθωσαν από το 2010 μέχρι και σήμερα και προσπορίζονται κέρδη. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγουσών επικαλούμενοι το Άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικήματων Νόμο Κεφ. 148, εισηγήθηκαν ότι η παράνομη επέμβαση συνίσταται στο γεγονός ότι οι Εναγόμενοι κατασκεύασαν ή επέτρεψαν την κατασκευή ή ανέγερση αριθμού κατοικιών, σχολείου και γηπέδου χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση των Εναγουσών και ότι τα εν λόγω υποστατικά χρησιμοποιούνται από άγνωστα στην Ενάγουσα πρόσωπα με την άδεια και συγκατάθεση των Εναγομένων. Το Άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 43.-
(1)Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2)Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηvoπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Muazzez Edhem Bahchecioglou κ.ά
(1998)1 Α.Α.Δ. 426 η οποία αφορούσε περίπτωση επέμβασης στην περιουσία της Εφεσίβλητης με την ανέγερση κατοικιών για πρόσφυγες, κρίθηκε ότι, αν ο Νόμος 139(Ι)/1991 τύγχανε εφαρμογής στα περιστατικά της εν λόγω περίπτωσης, μετά την εφαρμογή του Νόμου την 1/7/1991 η επέμβαση έπαυε να είναι παράνομη και η Αγωγή θα έπρεπε να απορρίπτετο[7]. Στη βάση των πιο πάνω από της θεσπίσεως του Νόμου 139(Ι)/1991 και εντεύθεν δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παράνομη επέμβαση σε οποιαδήποτε από τις περιουσίες που έχουν υπαχθεί, με βάση τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου, υπό το καθεστώς διαχείρισης από τον Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, αφού ακριβώς η κατοχή και διαχείριση των περιουσιών εδράζεται σε Νόμο της Δημοκρατίας, στοιχείο που αναιρεί τον οποιοδήποτε ισχυρισμό περί παρανομίας. Μετά, λοιπόν, τη θέσπιση του Νόμου 139(Ι)/1991 δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα παράνομης επέμβασης της Δημοκρατίας σε οιαδήποτε από τις περιουσίες οι οποίες τέθηκαν κάτω από τις πρόνοιες του. Κατά συνέπεια μετά την εφαρμογή του Νόμου την 1/7/1991 κανένα ποσό αποζημιώσεων δεν μπορεί να επιδικασθεί στη βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης. Ούτε και μπορεί πλέον να τίθεται ζήτημα παράδοσης κατοχής στον ιδιοκτήτη εκτός του πλαισίου του Νόμου. Το δικαίωμα κατοχής έχει σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 5 του Νόμου, ο Κηδεμόνας. Ως εκ τούτου κανένα ποσό αποζημιώσεων δεν μπορεί να επιδικασθεί προς όφελος των Εναγουσών στη βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης ούτε και τίθεται ζήτημα παράδοσης κατοχής στον ιδιοκτήτη των επίδικων περιουσιών. ▬ Ισχυριζόμενη παράβαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας και της ειρηνικής απόλαυσης Προβάλλεται από τις Ενάγουσες ότι έχουν αποκλειστεί από την άσκηση οποιουδήποτε περιουσιακού δικαιώματος επί του επίδικου ακινήτου χωρίς την συγκατάθεση τους και χωρίς να έχουν αποζημιωθεί. Πέραν της παράνομης επέμβασης, επικαλούνται και παρέμβαση της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα κατά παράβαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος και του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[8]. Στη μαρτυρία της (Έγγραφο 1) η Ενάγουσα 1 ανέφερε σε σχέση με τα πιο πάνω τα εξής: «Από το 1975 μέχρι και σήμερα, τόσο η οικογένεια μου όσο και εγώ, διαλαμβανόμαστε από ένα αίσθημα έντονης απόγνωσης, απογοήτευσης, από την αποστέρηση της ειρηνικής και ελεύθερης κατοχής της ακίνητης ιδιοκτησίας μας, αισθανόμαστε έντονα το συναίσθημα της αδικίας, καθ' ότι οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, επενέβησαν παράνομα εντός της ακίνητης ιδιοκτησίας μου, χωρίς οιανδήποτε άδεια από εμάς τους νόμιμους ιδιοκτήτες, αλλά και χωρίς να προβούν στα ανάλογα νόμιμα διαβήματα, είτε απαλλοτριώνοντας ή επιτάσσοντας την επίδικη περιουσία μας. Όλα τα ανωτέρω, έχουν ως αποτέλεσμα στο να παρακολουθούμε την περιουσία των προγόνων μας να τυγχάνει εκμετάλλευσης και χρήσης τόσο από τους Εναγόμενους, όσο και από τρίτα πρόσωπα, οι οποίοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα πάνω σε αυτήν, ενώ τόσο σε εμένα όσο και στην οικογένεια μου, μας έχει απαγορευτεί κάθε περιουσιακό δικαίωμα ενώ ταυτόχρονα οι εναγόμενοι με τις ενέργειες τους, απαγορεύουν σε εμένα το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης απόλαυσης και χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας μου ελεύθερης και ειρηνικής απόλαυσης..» Το ανθρώπινο δικαίωμα της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας του ατόμου (Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών) προβάλλεται στην Αγόρευση των συνηγόρων των Εναγουσών ως ο πυλώνας επί του οποίου στηρίζονται οι αξιώσεις για τις μη χρηματικές αποζημιώσεις (non pecuniary damages), ήτοι αποζημιώσεις για τα συναισθήματα εκ μέρους των Εναγουσών αδικίας, πικρίας, άγχους κτλ[9]. Γίνεται δε παραπομπή και στο Άρθρο 6Α του Νόμου 139(Ι)/1991 ο οποίος εισήχθη με τον τροποποιητικό Νόμο του 2010 [Ν.39(Ι)/2010)] και ο οποίος, μεταξύ άλλων, προνοεί και τα ακόλουθα: «6Α.
(1)Η παραβίαση δικαιώματος που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλά της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου, είναι αγώγιμη.
(2)Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτημά του στον Υπουργό, να προσφύγει στο επαρχιακό δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα για την κατ' ισχυρισμόν παραβίαση και να αξιώσει για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο: .......................................» Η συνταγματικότητα του Νόμου 139(Ι)/1991 έχει κριθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αντωνάκης Χρ. Σολωμονίδης κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2003)1 Α.Α.Δ. 1275 αποφασίσθηκε ότι ο Νόμος δεν καταστρατηγεί το Άρθρο 23 του Συντάγματος και ότι η αναγκαιότητα της διαχείρισης των Τουρκοκυπριακών περιουσιών από τον Κηδεμόνα με σκοπό την προστασία τους δικαιολογείτο βάσει του Δικαίου της Ανάγκης. Με παραπομπή στην υπόθεση Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125 τονίσθηκε ότι η Πολιτεία μπορεί κατ΄επίκλιση του Δικαίου της Ανάγκης να προσφύγει σε μέτρα που συνεπάγονται τον περιορισμό ή τη δέσμευση ή, ακόμη, και τη στέρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που διασφαλίζονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος. Ειδικότερα στη σελίδα 1282 της Απόφασης αναφέρθηκαν τα εξής: «Η Πολιτεία, κάτω από τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την τουρκική εισβολή, είχε καθήκον να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διαχείριση και προστασία των εγκαταλειφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών προς το συμφέρον της κοινωνικής τάξης. Τα μέτρα αυτά σκοπό δεν είχαν τη θέσπιση μόνιμων περιορισμών ή στέρηση των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών, αλλά την προσωρινή, για όσο χρόνο ήταν αναγκαίο, προστασία και διαχείρισή της περιουσίας. Τα δε μέτρα που λήφθηκαν ήταν, κατά την άποψη μας, τα απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπισθεί». Κατ΄ανάλογο τρόπο στην υπόθεση Αλή Κιαμίλ v. Υπουργού Εσωτερικών Υπόθεση αρ.133/2005, ημερ. 19/1/2007η θέση περί αντίθεσης του Νόμου 139(Ι)/1991 με το Άρθρο 23 του Συντάγματος απερρίφθη ως ακολούθως: «Ο ισχυρισμός της αντίθεσης του Νόμου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος, επίσης, δεν ευσταθεί. Το Κράτος, το 1974, βρέθηκε αντιμέτωπο με μια κατάσταση καταστροφής, που δημιουργεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 183 του Συντάγματος, και, συνεπώς, είχε καθήκον να λάβει μέτρα, έστω και αν αυτά περιέχουν περιορισμούς ή ακόμα και αποστέρηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, κατοχυρωμένων από το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος. Η μαζική μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων και η εγκατάλειψη από αυτούς των περιουσιών τους στις περιοχές οι οποίες ελέγχονται από το Κράτος επέβαλλε την ανάγκη αυτές να προστατευθούν, προς όφελος των ιδιοκτητών τους, όπως, άλλωστε, αναφέρεται στο προοίμιο του Νόμου, το οποίο, συνήθως, δηλώνει τα γεγονότα ή την κατάσταση για την οποία ο νομοθέτης προτίθεται να θεσπίσει το νόμο ο οποίος ακολουθεί - (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1153). Η θέσπιση του Νόμου, έστω και με την καθυστέρηση η οποία παρατηρείται, ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Ο ισχυρισμός του αιτητή ότι, κατά την ψήφισή του, εξέλιπαν οι ανάγκες που αυτός σκοπούσε να αντιμετωπίσει, αφού όλοι οι πρόσφυγες είχαν στεγασθεί, παραβλέπει εντελώς ότι σκοπός του Νόμου δεν ήταν η στέγαση και η διευκόλυνση των προσφύγων αλλά η προστασία των εγκαταλειφθεισών περιουσιών των Τουρκοκυπρίων, λόγω της μαζικής μετακίνησης των ιδιοκτητών τους στις κατεχόμενες περιοχές». (Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω στην υπόθεση Ahmet Mulla Suleyman v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών (Υπό την ιδιότητα του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών) κ.ά
(2007)4 Α.Α.Δ. 312 απερρίφθη η θέση ότι ο Νόμος 139/1991 αντίκειται, μεταξύ άλλων, στο Άρθρο 23 του Συντάγματος και το Άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Σχετικά είναι και τα ακόλουθα αποσπάσματα από την εν λόγω Απόφαση: (Δέστε σελίδα 319) «Το επιχείρημα ότι ο Νόμος 139/91 είναι αντίθετος προς τις πρόνοιες των Άρθρων 6, 13, 23 και 28 του Συντάγματος δεν ευσταθεί. Όπως είναι γνωστό το 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, έκτοτε δε κατέχει ένα σημαντικό μέρος της. Έπρεπε, να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης. Ως προς το συγκεκριμένο θέμα έπρεπε, από τη μια, να προστατευθούν οι περιουσίες που οι Τουρκοκύπριοι μεταβαίνοντας στις περιοχές που δεν ήλεγχε το κράτος εγκατέλειψαν και από την άλλη να βοηθηθούν οι χιλιάδες εκτοπισμένοι Ελληνοκύπριοι οι οποίοι έχασαν τη δική τους περιουσία στις κατεχόμενες περιοχές. .. ο Κηδεμόνας έχει αναλάβει, σύμφωνα με το Νόμο, τις περιουσίες μόνο των Τουρκοκυπρίων που λόγω της τουρκικής εισβολής τις εγκατέλειψαν για να μεταβούν στις κατεχόμενες περιοχές.» (Δέστε σελίδες 319-320) «Οι διατάξεις του Άρθρου 6 δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας. Ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης δεν αποστερείται της περιουσίας του, της οποίας εξακολουθεί να είναι κύριος. Η διαχείριση όμως της περιουσίας αυτής ανατίθεται, κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης και για τους σκοπούς που είπαμε πιο πάνω, στον Κηδεμόνα (βλέπε και Αλή Κιαμίλ ν. Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθ. Αρ. 133/2005, ημερ. 19.1.2007). Απλώς το δικαίωμα κατοχής, διαχείρισης και ελέγχου της περιουσίας υπόκειται σε απόλυτα αναγκαίους περιορισμούς, που συνάδουν με το Άρθρο 23.3. του Συντάγματος. ...Ο Νόμος 139/91 δεν είχε σκοπό να θεσπίσει μόνιμους περιορισμούς ή να επιβάλει στέρηση των δικαιωμάτων των νόμιμων ιδιοκτητών. Τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν, όπως αποφασίστηκε και στην υπόθεση Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά. (ανωτέρω), απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπιστεί». (Δέστε σελίδες 322-323) «Το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Σύμβασης, μετά την αναγνώριση του δικαιώματος οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου σε ειρηνική απόλαυση της περιουσίας του, αναφέρεται στις εξαιρέσεις. Το δικαίωμα παραμερίζεται για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος και υπό τους όρους που ρυθμίζεται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Η προστασία του Άρθρου 1 δεν μειώνει το δικαίωμα του κράτους να επιβάλει τέτοιους νόμους που θεωρεί αναγκαίους προς έλεγχο της χρήσης της περιουσίας, σύμφωνα με το γενικό συμφέρον ή προς εξασφάλιση της πληρωμής φόρων ή άλλης συνεισφοράς. Οι εξαιρέσεις του Άρθρου 1 υπάρχουν στην παρούσα υπόθεση. Ο Νόμος 139/91 υπαγορεύτηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι είναι προφανείς. Αντίθετα στην περίπτωση της Τουρκίας η στέρηση των δικαιωμάτων της Λοϊζίδου έγινε χωρίς κανένα νομικό έρεισμα και χωρίς βέβαια την ύπαρξη οιουδήποτε νόμου. Ας μη ξεχνούμε ότι το κατεχόμενο μέρος της Κύπρου δεν αποτελεί αναγνωρισμένο από τη διεθνή κοινότητα κράτος. Εξ άλλου στην περίπτωση του Νόμου 139/91 η ιδιοκτησία παραμένει στους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες και ο Κηδεμόνας απλώς έχει την ευθύνη και την αρμοδιότητα να διαχειρίζεται την περιουσία μέχρι το τέλος της έκρυθμης κατάστασης». Όπως λέχθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Mushawar κ.ά v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών Αναθ. Εφ. 11/2013, ημερ. 27/11/2019: «Συναφώς, η συνταγματικότητα του Νόμου είναι δεδομένη δυνάμει των αποφάσεων Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077,Α. Chr. Solomonides Ltd a.o. v. Γενικού Εισαγγελέα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1275και Balce
(2010)1 A.A.Δ.
- Δεν τίθεται θέμα συνεπώς καταστρατήγησης οποιωνδήποτε συνταγματικών διατάξεων, ούτε υφίσταται παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ή του Πρωτοκόλλου 4 της Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και σχετικές προς τούτο είναι οι αποφάσεις του ΕΔΑΔ στις Mehmet Yilmaz ν. Δημοκρατίας και τριών άλλων αιτήσεων, Αίτηση αρ. 4722/05, ημερ. 28.8.2012, Niazi Kazali and Hakan Kazaliv. Cyprus και οκτώ άλλων αιτήσεων, ημερ. 6.3.
- Ούτε και τίθεται θέμα φυλετικής διάκρισης ή ανισότητας δυνάμει του Άρθρου 28 του Συντάγματος. Οι τουρκοκυπριακές περιουσίες τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης δυνάμει του Νόμου, ο οποίος θεσπίστηκε για να ρυθμίσει μια έκτακτη πολιτειακή ανάγκη». (Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση P. Torgut υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του I.Y.Zia κ.ά (ανωτέρω) λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σε σχέση το κατά πόσο ο Ν.139/1991παραβιάζει το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών: «Με το εν λόγω Άρθρο αναδεικνύονται τρεις κανόνες. Με τον πρώτο κανόνα αναγνωρίζεται το δικαίωμα προσώπου στο σεβασμό της περιουσίας του, με το δεύτερο, ορίζεται ότι κανένα πρόσωπο δε δύναται να στερηθεί της περιουσίας του παρά μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις: την ύπαρξη λόγων δημόσιας ωφέλειας, καθώς και την τήρηση των όρων του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου. Οι κανόνες αυτοί, σύμφωνα με τη νομολογία, παρά το ότι είναι διακριτοί δεν είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους (βλ. Sporrong and Lőnnroth v. Sweden,πιο πάνω, Iatridis ν. Greece [1999] 37, James ao v. United Kingdom [1986] ECHR 2). Για να θεωρηθεί ότι συνάδει με το Α1Π1 η νομοθεσία θα πρέπει να περιδίνεται με το μανδύα της νομιμότητας και να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Στην παρούσα περίπτωση η Πολιτεία, κάτω από τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την τουρκική εισβολή, είχε καθήκον να λάβει μέτρα για τη διαχείριση και προστασία των εγκαταλειφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου». Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω η σχετική εισήγηση περί παραβίασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας και της ειρηνικής απόλαυσης απορρίπτεται ως ανεδαφική. Ισχυρισμός για δυσμενή διάκριση των Εναγουσών Στη μαρτυρία της η Ενάγουσα 1 ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι Εναγόμενοι με την άρνηση τους να άρουν την παράνομη, όπως την χαρακτήρισε, επέμβαση και χρήση των επίδικων περιουσιών περιφρονούν τα ανθρώπινα τους δικαιώματα και τις αντιμετωπίζουν δυσμενώς για λόγους εθνικής καταγωγής, θρησκείας αλλά και γλώσσας. Παρά το γεγονός ότι δεν έχει διαπιστωθεί το εν λόγω ζήτημα να προωθήθηκε ειδικά κατά το στάδιο των Τελικών Αγορεύσεων κρίνω σκόπιμο συνοπτικά να το σχολιάσω. Εν πρώτοις πρέπει να επισημανθεί ότι στην έννοια «εγκαταλειφθείσες περιουσίες», που αναφέρεται στο προοίμιο του Νόμου, εμπίπτουν οι περιουσίες Τουρκοκυπρίων που δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Όπως δε έχει νομολογηθεί «μόνο στο βαθμό που οι ιδιοκτήτες των εν λόγω περιουσιών δεν κατοικούν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές είναι αναγκαία η προστασία τους», ενώ καθόσον αφορά εκείνες τις Τουρκοκυπριακές περιουσίες των οποίων οι ιδιοκτήτες κατοικούν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, αυτές δεν χρήζουν τέτοιας προστασίας, καθιερώνοντας έτσι ο νομοθέτης ένα κριτήριο που εφαρμόζεται όχι γενικά ως προς τη μάζα των Τουρκοκυπρίων αλλά συγκεκριμένα ως προς κάθε ιδιοκτήτη. Όταν δε ο ιδιοκτήτης αποκτήσει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ο Νόμος εξαιρεί την περιουσία του από τη διαχείριση του Κηδεμόνα. Πολύ κατατοπιστικό σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Arif Moustafa v. Υπουργείου Εσωτερικών μέσω Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού
(2004)4 Α.Α.Δ. 790 στη σελίδα 795: «Η συνήθης διαμονή του συγκεκριμένου ιδιοκτήτη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ως το κριτήριο του ίδιου του νομοθέτη, θέτει τις εν λόγω συγκεκριμένες περιουσίες στην ίδια μοίρα με όλες τις άλλες περιουσίες εκεί και αποκλείει την παρέμβαση ή περαιτέρω παρέμβαση του Κηδεμόνα στην προστασία και διαχείριση τους. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δεν έχει σημασία αν ο οποιοσδήποτε συγκεκριμένος ιδιοκτήτης απέκτησε τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές πριν ή μετά από την 1.7.1991, και τοσούτο μάλλον αν επανέρχεται στη συνήθη διαμονή του εκεί και επιδιώκει να κατοικήσει στο ίδιο του το σπίτι. Σε οποιαδήποτε τέτοια περίπτωση, το ίδιο το κριτήριο του Νόμου εξαιρεί την περιουσία από τη διαχείριση του Κηδεμόνα. Και δεν είναι, περαιτέρω, ασφαλώς μόνο, για να μην αναφερθώ και στη στοιχειώδη ανθρωπιστική λογική, οι συνήθεις ερμηνευτικοί κανόνες που υπαγορεύουν την άποψη αυτή αλλά και θεμελιακές ερμηνευτικές αρχές που θέλουν η ερμηνεία των νόμων να συνάδει προς τα συνταγματικά δικαιώματα και να είναι αναλόγως περιοριστική. Αν ο Νόμος ερμηνεύετο άλλως ώστε να καλύπτει τη συνέχιση της διαχείρισης τουρκοκυπριακής περιουσίας μετά από την επανακαθιέρωση της συνήθους διαμονής του ιδιοκτήτη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ενδεχομένως να συνιστούσε αδικαιολόγητο και υπέρμετρο, ακόμα και ως προς την ίδια την ανάγκη που ρητά αναφέρεται στο Νόμο ως δικαιολογούσα αυτόν, περιορισμό του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Η προσέγγιση αυτή προκύπτει και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως προς την ισχύ της αρχής της αναλογικότητας, ως αντικειμενικού και εύλογου κριτηρίου, στους περιορισμούς που μπορεί να τεθούν στη βάση διακρίσεως κατά παράβαση του Άρθρου 14 της Σύμβασης (που αντανακλάται και στο Άρθρο 28 του Συντάγματος), αρκεί δε να αναφερθώ στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Aziz v. Cyprus, Αρ. 69949/01, ημερ. 22.6.2004». Κατά συνέπεια αν οι Ενάγουσες δεν εγκατέλειπαν τις επίδικες περιουσίες τους το 1975 οι εν λόγω περιουσίες δεν θα ενέπιπταν στις πρόνοιες του Νόμου και, συνακόλουθα, δεν θα περιέρχονταν υπό το καθεστώς της διαχείρισης του Κηδεμόνα. Με άλλα λόγια θα εξακολουθούσαν να έχουν την κατοχή και διαχείριση των εν λόγω περιουσιών τους. Τα επίδικα ακίνητα υπάχθηκαν κάτω από τις διατάξεις του Νόμου 139/1991 γιατί ακριβώς εγκαταλείφθηκαν και έπρεπε να προστατευθούν. Επιπλέον και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι Ενάγουσες είχαν εγκαταλείψει τις επίδικες περιουσίες τους, σε περίπτωση που επανέρχονταν και εγκαθίσταντο στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία το καθεστώς διαχείρισης θα δύνατο να αρθεί και αυτές θα δικαιούντο στη κατοχή και διαχείριση των εν λόγω περιουσιών οι οποίες και θα απηλλάσσοντο από το καθεστώς κηδεμονίας δυνάμει του Νόμου. Στη βάση όλων των πιο πάνω η εισήγηση περί δυσμενούς διάκρισης σε βάρος των Εναγουσών δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Διαδικασία ενώπιον Κηδεμόνα Όπως προέκυψε, η Ενάγουσα 1 κατέστη ιδιοκτήτρια της επίδικης περιουσίας δυνάμει δωρεάς από την Ενάγουσα 2 που έλαβε χώρα το 2012 με την συγκατάθεση του Κηδεμόνα. Ακολούθως η Ενάγουσα 1 μέσω επιστολών της προς τον Υπουργό Εσωτερικών (ημερ. 21/5/2012 η πρώτη[10] καθώς και με μεταγενέστερη χωρίς ημερομηνία επιστολή της μέσω πληρεξουσίου Αντιπροσώπου της) εκδήλωσε την επιθυμία της για ενδεχόμενο φιλικό διακανονισμό με το Κράτος για απόκτηση της περιουσίας της με την καταβολή σχετικής αποζημίωσης. Στο πλαίσιο της εξέτασης του ζητήματος ζητήθηκε από την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ) να διεξάγει έρευνα κατά πόσο η Ενάγουσα 1 πράγματι διαμένει μόνιμα στον Καναδά και κατά πόσο η ίδια ή/και οι γονείς της κατέχουν Ε/Κ περιουσίες στα Κατεχόμενα (επιστολή Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 19/10/2012 προς Διοικητή ΚΥΠ, σελίδα 4 στο Τεκμήριο 4). Η ΚΥΠ με επιστολή της ημερ. 4/12/2012 ενημέρωσε τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ότι η Ενάγουσα 1 διαμένει μόνιμα στον Καναδά όπου είχε μεταναστεύσει πριν από 20 χρόνια περίπου ενώ οι γονείς της είναι κάτοικοι Κατεχομένων όπου και κατείχαν Ε/Κ ιδιοκτησίας περιουσίες (σελίδα 7, σημείο Η στο Τεκμήριο 4). Ειδικότερα αναφερόταν ότι το Κατοχικό καθεστώς τους είχε παραχωρήσει Ε/Κ περιουσία (χωράφια, οικόπεδα) καθώς και δύο κατοικίες στην κατεχόμενη Μόρφου Ε/Κ ιδιοκτησίας όπου διέμεναν για αρκετά χρόνια μαζί με τις δύο άλλες κόρες τους, προσθέτοντας ότι εδώ και λίγα χρόνια η οικογένεια διαμένει στην κατεχόμενη Λευκωσία (Τ/Κ περιουσία). Με επιστολή του ημερ. 15/10/2014 απευθυνόμενη προς τον Δικηγόρο των Εναγουσών το Υπουργείο Εσωτερικών πληροφόρησε την απόρριψη του αιτήματος των Εναγουσών στη βάση του ότι η Ενάγουσα είχε αποκτήσει την περιουσία της το 2012 δυνάμει δωρεάς από την μητέρα της Ενάγουσα 2 η οποία είναι κάτοικος Κατεχομένων όπου και κατέχει Ε/Κ ιδιοκτησίας περιουσίες (Τεκμήριο 5). Ακολούθως η Ενάγουσα 1 προσέφυγε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσβάλλοντας την Απόφαση του Κηδεμόνα (για απόρριψη του αιτήματος της)με την Προσφυγή της υπ. αρ. 1549/
- Το Διοικητικό Δικαστήριο με Απόφαση του ημερ. 31/6/2019 ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα (Τεκμήριο 6). Συγκεκριμένα το σκεπτικό του Δικαστηρίου αφορούσε στο γεγονός ότι η σχετική Έκθεση της ΚΥΠ δεν διευκρίνιζε κατά πόσο οι γονείς της Ενάγουσας 1 εξακολουθούσαν να κατέχουν τις αναφερόμενες Ε/Κ περιουσίες στα Κατεχόμενα καθώς και τι απέγινε με αυτές στοιχείο το οποίο θα έπρεπε να τύχει περαιτέρω διερεύνησης και το αποτέλεσμα αυτής να τεθεί ενώπιον του Υπουργού/Κηδεμόνα «ώστε να αξιολογήσει κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του βάση των κριτηρίων της σχετικής νομοθεσίας και της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου». Με την εν λόγω Απόφαση το Δικαστήριο καλούσε τον Κηδεμόνα να εξετάσει το θέμα «πάνω στην ορθή πραγματική του βάση απαλλαγμένο από τις πλημμέλειες που εντοπίστηκαν». Αποτέλεσε θέση των συνηγόρων των Εναγουσών ότι η Ενάγουσα 1 εντάσσεται στο πλαίσιο του Άρθρου 3 με βάση το οποίο δύναται να αρθεί το καθεστώς διαχείρισης συγκεκριμένης Τ/Κ περιουσίας. Το Άρθρο 3 του Ν.139/1991 ως έχει τροποποιηθεί έχει ως ακολούθως:
- Ο Υπουργός διορίζεται με τον παρόντα Νόμο Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών περιουσιών και τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και ασκεί τις αρμοδιότητες που του χορηγούνται με τον παρόντα Νόμο διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος αυτού: Νοείται ότι στα πλαίσια άσκησης της πιο πάνω εξουσίας του να διαχειρίζεται Τουρκοκυπριακές περιουσίες διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης, ο Υπουργός έχει επίσης εξουσία ως διαχειριστής, να άρει με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του και υπό τους κατά την κρίση του κατάλληλους όρους τη διαχείριση συγκεκριμένης Τουρκοκυπριακής περιουσίας ή μέρους αυτής, αφού λάβει υπόψη σε σχέση με τη διαχείριση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε περίπτωσης και σταθμίσει όλους τους σχετικούς με το θέμα αυτό παράγοντες, περιλαμβανομένου του κατά πόσο ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας ή οι κληρονόμοι ή οι διάδοχοί του στον τίτλο, ανάλογα με την περίπτωση, κατέχουν περιουσία που ανήκει σε Ελληνοκύπριο στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές: Νοείται περαιτέρω ότι προσμετρούν θετικά σε άρση της διαχείρισης Τουρκοκυπριακής περιουσίας, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω παράγοντες: (α) Ότι πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που όταν περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας είχε τη συνήθη διαμονή του στο εξωτερικό όπου είχε μεταβεί οποτεδήποτε πριν ή μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και ο εν λόγω ιδιοκτήτης συνεχίζει να διαμένει εκεί ή επέστρεψε ή επιστρέφει από το εξωτερικό για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ή προτίθεται να επιστρέψει στις εν λόγω περιοχές, (β) ότι πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που σε οποιοδήποτε χρόνο μετά που περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας εγκαταστάθηκε μόνιμα και συνεχίζει αδιάλειπτα να είναι μόνιμα εγκατεστημένος στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, (γ) ότι η υπό διαχείριση περιουσία αφορά κατοικία στην οποία διέμενε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης και κάτοχός της πριν την τουρκική εισβολή του 1974 και στην οποία προτίθεται να κατοικήσει προσερχόμενος από τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Εν πρώτοις πρέπει να τονισθεί ότι το ζήτημα κατά πόσο η επίδικη Τ/Κ περιουσία, η οποία τελεί υπό την διαχείριση του Κηδεμόνα, δύναται να αρθεί από το καθεστώς της διαχείρισης αποτελεί ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή και Κηδεμόνα των Τ/Κ περιουσιών. Ήδη στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα όσα καταγράφησαν ανωτέρω, οι Ενάγουσες είχαν, με σχετικό αίτημα τους, αποταθεί σε αυτόν επιδιώκοντας την αποδέσμευση της περιουσίας τους. Η απορριπτική του απόφαση, η οποία ελήφθη κατά την άσκηση των εξουσιών του δυνάμει του σχετικού Ν.139/1991η οποία και ενέπιπτε στη σφαίρα του Δημοσίου Δικαίου, αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο το οποίο και την ακύρωσε στη βάση της έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα. Ζήτημα παραβίασης οποιουδήποτε δικαιώματος που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών στη βάση των προνοιών του Άρθρου 6Α του Ν.139/1991 λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του εν λόγω Νόμου συμπεριλαμβανόμενης και της εξουσίας που ο Κηδεμόνας άσκησε στο πλαίσιο αιτήματος με βάση το Άρθρο 3 του Νόμου, δεν φαίνεται να δικογραφείται στην παρούσα υπόθεση[11]. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι με τον τροποποιητικό Νόμο 39(Ι)/2010 εισήχθη το Άρθρο 6Α στο Νόμο 139/1991 συμφώνως του οποίου θεμελιώνεται αγώγιμο δικαίωμα σε πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι, λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του Ν.139/199 στη δική του περίπτωση, παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλα της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία[12]. Εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι με τα προβληθέντα στην Έκθεση Απαίτηση δικογραφήθηκε τέτοια αξίωση λόγω της αναφοράς σε παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι σαφές ότι κάτι τέτοιο θα αφορούσε και πάλι το δικαίωμα ιδιοκτησίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Α. Λοΐζου «Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας», η ΕΣΔΑ και το Πρώτο Πρωτόκολλο δεν επιμηκύνουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα (σελίδα 139)[13]. Κατά συνέπεια τα προαναφερθέντα σχετικά με το Άρθρο 23 του Συντάγματος και τους ισχυρισμούς για παραβίαση του, συνιστούν απάντηση και για τα όποια ζητήματα θα μπορούσαν να εγερθούν για την ΕΣΔΑ και το Πρώτο Πρωτόκολλο. Καθορισμός Αποζημιώσεων για Παράνομη Επέμβαση - Ενοικιαστική αξία Δεν διαλανθάνει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι μεγάλο μέρος της προσαχθείσας μαρτυρίας αφορούσε στον καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας των επίδικων περιουσιών για την περίοδο από το 1974 μέχρι το 2019 που οι Ενάγουσες αξιώνουν ενοίκια και/ή ενδιάμεσα κέρδη ενώ κατά το στάδιο των τελικών Αγορεύσεων έγινε εκτενής αναφορά και σχολιασμός στη μαρτυρία των εκτιμητών που κατέθεσαν. Με δεδομένο ότι η βασική βάση αγωγής στην παρούσα υπόθεση είναι παράνομη επέμβαση, ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων είναι με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με τη χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας. Όπως έχει συναφώς λεχθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Muazzez Edhem Bahchecioglou κ.ά (ανωτέρω): «Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση είναι με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με τη σχετική χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882, όπου λέχθηκε ότι το μέτρο αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την Αγγλική νομολογία, πρόσωπο που επεμβαίνει σε ακίνητη ιδιοκτησία και τη χρησιμοποιεί για δικούς τους σκοπούς, πρέπει να καταβάλει αποζημιώσεις με βάση τις πιο πάνω αρχές, ανεξάρτητα από το αν ο ιδιοκτήτης θα μπορούσε ή όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία του ή να την ενοικιάσει. (Δέστε μεταξύ άλλων Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd
(1952)1 All E.R. 796).» Με δεδομένο ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι, για τους λόγους που ήδη πιο πάνω επεξηγήθηκαν, δεν υπήρξε στην παρούσα υπόθεση παράνομη επέμβαση η ενασχόληση του Δικαστηρίου με την μαρτυρία που προσήχθη από τους εκτιμητές και η κατάληξη σε οποιαδήποτε ευρήματα θα μπορούσε κάλλιστα να λεχθεί ότι περιττεύει. Ωστόσο σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου κριθεί, κατ΄έφεση, λανθασμένη, το Δικαστήριο έχοντας ήδη προβεί σε εκτενή αξιολόγηση της μαρτυρίας των εκτιμητών (Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1) είναι σε θέση να διατυπώσει τα ευρήματα του καθώς και την κατάληξη του αναφορικά με την αποζημίωση που θα έπρεπε να καταβληθεί αν κρινόταν ότι υπήρχε εν προκειμένω παράνομη επέμβαση επί τη βάσει της ενοικιαστικής αξίας των επίδικων ακινήτων από το 1975 μέχρι σήμερα. Έχοντας λοιπόν το Δικαστήριο απορρίψει τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 αναφορικά με το ποσοστό απόδοσης που καθόρισε σε συνάρτηση και με το ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν προσφέρθηκε από αυτόν οποιαδήποτε μαρτυρία για την ενοικιαστική αξία των επίδικων ακινήτων κατά την επίμαχη χρονική περίοδο, το Δικαστήριο καταλήγει για τους λόγους που ήδη εξηγήθηκαν ανωτέρω να αποδεχτεί την ενοικιαστική αξία που καθόρισε ο Μ.Υ.1 για την περίοδο από το 1975 μέχρι το 2019, ήτοι για το συνολικό ποσό των €267.414,2 (αφαιρουμένου, δηλαδή, από το ποσό €267.485,42 του ποσού €71,22 που αποτελεί την ολική ετήσια ενοικιαστική αξία για το έτος 1974). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας Αγωγής, το Δικαστήριο θα επεδίκαζε προς όφελος των Εναγουσών ως αποζημίωση επί τη βάσει της παράνομης επέμβασης το συνολικό ποσό των €267.414,2. Κατάληξη Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει οι Ενάγουσες απέτυχαν να αποδείξουν τις αξιώσεις τους εναντίον των Εναγομένων. Ως εκ τούτου η παρούσα Αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αγωγής δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενοι δικαιούνται στα έξοδα τους. Ως εκ τούτου τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγουσών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1]Δέστε, μεταξύ άλλων, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1Α.Α.Δ. 2192,Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [2]Δέστε Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192. [3]Δέστε Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476. [4] Δέστε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [5]Δέστε Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 [6]Δέστε σελίδα 16 των Πρακτικών ημερ. 22/8/2019: «A. Εμένα μου είπαν πριν που το 1977 άρχισαν να χτίζονται όλα, δεν μπορώ να πω με ακρίβεια, ήταν με προφορική μαρτυρία και απλά το ανέφερα ότι μου ανέφεραν και εμένα». [7] Δέστε σελίδα 431 όπου συναφώς λέχθηκαν τα εξής: «Ένα βασικό ερώτημα που τίθεται με την έφεση είναι κατά πόσο ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991 εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε, όπως συμφωνούν και οι συνήγοροι των διαδίκων, μετά την εφαρμογή του Νόμου αυτού την 1.7.91 η επέμβαση παύει να είναι παράνομη και με βάση τις πρόνοιες του Νόμου η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί». [8]Άρθρον 1 Προστασία της ιδιοκτησίας Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων. [9] Δέστε σελίδα 40 της Αγόρευσης. [10] Δέστε 2η σελίδα του Τεκμηρίου 4. [11] Δέστε παραγράφους 8, 9 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης οι οποίες έχουν ως εξής:
(8)Οι Εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς μέσω Υπουργών και/ή αξιωματούχων τους και/ή υπαλλήλων τους και/ή αντιπροσώπων τους και/ή ατόμων που είχαν λάβει άδεια από τους Εναγόμενους, μετά το 1975 έλαβαν τον έλεγχο και/ή την κατοχή της Περιουσίας και/ή την χρησιμοποιούσαν χωρίς την άδεια και/ή την συγκατάθεση και/ή άλλωςπως της Ενάγουσας και χωρίς την καταβολή σε αυτή οποιουδήποτε ποσού ως αποζημίωση και/ή ενοίκιο. Η Ενάγουσα ζήτησε, μεταξύ άλλων, με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 2.10.2013 την επιστροφή της περιουσίας και/ή σχετικές αποζημιώσεις καθώς και τα ονόματα των ατόμων που τυχόν τις χρησιμοποιούν. Εντούτοις, η Ενάγουσα έλαβε απορριπτική επιστολή από τους Εναγόμενους στις 15.10.2014 και/ή ένα χρόνο μετά την επιστολή που απέστειλαν οι Δικηγόροι της.
(9)Κατά συνέπεια, λόγω των πράξεων και/ή παραλείψεων των Εναγομένων ή οποιουδήποτε από αυτούς και/ή Υπουργών και/ή αξιωματούχων τους και/ή υπαλλήλων τους και/ή αντιπροσώπων τους και/ή ατόμων που είχαν λάβει άδεια από τους Εναγόμενους, η Ενάγουσα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή να απολαύσει ειρηνικά την εν λόγω Περιουσία της και/ή το σπίτι της από το 1975. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ (α) Στην Περιουσία έχουν κτιστεί αριθμός κατοικιών και/ή σχολείο και/ή γήπεδο και/ή κατοικείται και/ή χρησιμοποιείται από πρόσωπα άγνωστα προς τις Ενάγουσες. (β) Αυτές είναι όλες οι λεπτομέρειες τις οποίες οι Ενάγουσες γνωρίζουν και επιφυλάσσουν τα δικαιώματα του να παραθέσουν περαιτέρω λεπτομέρειες κατά την ακρόαση μετά από το στάδιο της αποκάλυψης.
(10)Οι Εναγόμενοι μέσω Υπουργών και/ή αξιωματούχων τους και/ή υπαλλήλων τους και/ή αντιπρόσωπων τους και/ή ατόμων που είχαν λάβει άδεια από τους Εναγόμενους προέβηκαν σε παράνομη επέμβαση και/ή παραβίαση του εκ του Νόμου απορρέοντος καθήκοντος και/ή παραβίαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/η Συνταγματικών Δικαιωμάτων των Eναγουσών. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ Χωρίς την άδεια και/ή συγκατάθεση και/ή άλλως πως των Εναγουσών και χωρίς την καταβολή σε αυτές οποιουδήποτε ποσού ως αποζημίωση και/ή ενοίκιο και με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας της Ενάγουσας: (α) Επέτρεψαν να χρησιμοποιείται ως κατοικία η Περιουσία. (β) Επέτρεψαν να ανεγερθούν νέα υποστατικά στην Περιουσία τα οποία χρησιμοποιούνται ως κατοικίες και/ή σχολείο και/ή γήπεδο και/ή άλλως πως. (γ) Αυτές είναι όλες λεπτομέρειες τις οποίες οι Ενάγουσες γνωρίζουν και επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους να παραθέσουν περαιτέρω λεπτομέρειες κατά την ακρόαση μετά από το στάδιο της αποκάλυψης. [12] Δέστε τα εδάφια
(1),
(2)και
(3)του Άρθρου 6Α τα οποία έχουν ως εξής: 6Α.
(1)Η παραβίαση δικαιώματος που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλά της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου, είναι αγώγιμη.
(2)Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτημά του στον Υπουργό, να προσφύγει στο επαρχιακό δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα για την κατ' ισχυρισμόν παραβίαση και να αξιώσει για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο: Νοείται ότι σε περίπτωση που οι αιτούμενες θεραπείες περιλαμβάνουν αξίωση του ιδιοκτήτη για διάταγμα του δικαστηρίου να του αποδοθεί περιουσία του η οποία τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει του παρόντος Νόμου, η αγωγή στρέφεται επίσης κατά του προσώπου που νόμιμα κατέχει την περιουσία.
(3)Το δικαστήριο προκειμένου να κρίνει σε αγωγή δυνάμει του εδαφίου
(2)κατά πόσο παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντα εξετάζει τις περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβάνει υπόψη τους παράγοντες που εκάστοτε λαμβάνει υπόψη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως σχετικούς με το υπό κρίση ζήτημα όπως προκύπτουν από τη σχετική με το θέμα νομολογία του.
(4)............... (α).... (β)..... (γ)...... (δ)..... [13]Στην υπόθεση Δημητριάδη κ.ά. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά.
(1996)3 ΑΑΔ 85, απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας αναφέρονται τα ακόλουθα σε συνάρτηση με το δικαίωμα ιδιοκτησίας το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, στη σελ. 100: «Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο, που αποτελούν μέρος του ημεδαπού δικαίου ως αποτέλεσμα του περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικός) Νόμου του 1962, (Ν. 39/62), δεν επεκτείνουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας όπως κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, ούτε επαυξάνουν το περιεχόμενό του. Οι σχετικές διατάξεις του Πρωτοκόλλου ταυτίζονται, στην ουσία, με εκείνες του Άρθρου 23.1 του Συντάγματος. (Βλ. Άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, Κυρωτικός Νόμος Ν. 39/62.)» Δέστε, επίσης, και την πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση P. Torgut υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του I. Y. Zia κ.ά v. Γενικός Εισαγγελέας ECLI:CY:AD:2020:A186, Πολιτική Έφεση αρ. 79/2015, ημερ. 10/6/2020 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο