ΣΠΑΝΟΣ ν. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ, Αρ.Αγωγής: 1071/2017, 24/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1071/2017 Μεταξύ: XXXXX ΣΠΑΝΟΣ, από την Αίγυπτο ενάγοντας-καθ`ου η αίτηση και XXXXX ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ, από τη Λευκωσία εναγόμενη- αιτήτρια ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 13.2.2020 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ/Ή ΑΚΥΡΩΣΗ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 7.8.2017 ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΚΑΤΕΣΤΗ ΑΠΟΛΥΤΟ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΚΡΟΑΣΗ ΜΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22.3.2018 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 ΙΟΥΛΙΟΥ, 2020 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη - αιτήτρια: κ. Στ. Σάββα για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ Για τον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κα Ξ. Κωσταή για Στέλιος Παναγίδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εναγόμενη - αιτήτρια (στο εξής αιτήτρια) με την παρούσα αίτηση αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιεί και/ή να ακυρώνει το διάταγμα που εκδόθηκε στις 7.8.2017, μέχρι την εκδίκαση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέψει ελεύθερα στην Εναγόμενη και/ή στα μέλη της οικογένειας της και/ή στους αντιπροσώπους της όπως χρησιμοποιούν την οικία που βρίσκεται επί των τεμαχίων 21(παλαιό 6Α) και 3 Φ/Σχ.L55 και/ή αριθμός εγγραφής 0/XXXXX τεμάχιο XXXXX και/ή 0/XXXXX τεμάχιο XXXXX Φ/Σχ. 50/55 στο χωριό Περβόλια στην Λάρνακα και/ή όπως έχει άλλως αναριθμηθεί από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, μέχρι την εκδίκαση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύσει και/ή να εμποδίσει τον Ενάγοντα και/ή μέλη τα οικογενείας του και/ή αντιπροσώπους τους την οποιαδήποτε χρήση και/ή επέμβαση επί της οικίας που βρίσκεται επί τεμαχίων 21(παλαιό 6Α) και 3 Φ/Σχ.L55 και/ή αριθμός εγγραφής 0/XXXXX τεμάχιο XXXXX και/ή 0/XXXXX τεμάχιο XXXXX Φ/Σχ. 50/55 στο χωριό Περβόλια στην Λάρνακα και/ή όπως έχει άλλως αναριθμηθεί από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, μέχρι την εκδίκαση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Δ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαιη το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α..» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση εκτίθενται στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας τα οποία μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα: Περί τις 22.32018 το Δικαστήριο αποφάσισε όπως το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 7.8.2017 οριστικοποιηθεί μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, Τεκμήριο Α. Σύμφωνα με το εν λόγω διάταγμα της απαγορεύθηκε να επεμβαίνει στην επίδικη οικία. Δυστυχώς όπως ανέφερε και στην τότε ένσταση της το Δικαστήριο εξαπατήθηκε καθώς ο καθ΄ ου η αίτηση προσκόμισε αλλοιωμένα Τεκμήρια. Συγκεκριμένα η μητέρα της είχε αγοράσει την επίδικη οικία δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου περί τις 31.7.1989, Τεκμήριο Β. Περί τις 14.9.2000 η μητέρα της υπέγραψε συμφωνία δωρεάς και της δώρησε το εν λόγω ακίνητο, Τεκμήριο Γ. Μέχρι το 2017 αυτή και η οικογένεια της χρησιμοποιούσαν την επίδικη οικία και ήταν το πρόσωπο το οποίο συντηρούσε την οικία και πλήρωνε τους διάφορους λογαριασμούς, Τεκμήριο Δ. Μετά τον θάνατο της μητέρας της ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισε την παρούσα αγωγή και επίσης καταχώρισε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Συγκεκριμένα ο καθ΄ ου η αίτηση ισχυρίστηκε ότι βάσει εκχωρητηρίου εγγράφου, Τεκμήριο Ε, αυτός ήταν ο νόμιμος ιδιοκτήτης της οικίας και ότι το έγγραφο δωρεάς που προσκόμισε στο Δικαστήριο το οποίο ήταν υπογεγραμμένο από την μητέρα της, που ήταν η νόμιμη ιδιοκτήτρια, ήταν πλαστό. Η αλήθεια είναι, ότι το έγγραφο που έχει πλαστογραφηθεί είναι το συμβόλαιο που ο ίδιος ο καθ΄ ου η αίτηση προσκόμισε στο Δικαστήριο και το οποίο ισχυρίζεται ότι υπέγραψε η μητέρα της. Η μητέρα της κατά την περίοδο που ο καθ΄ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι υπέγραψε το εν λόγω συμβόλαιο ήταν βαριά άρρωστη και λίγο αργότερα απεβίωσε, Τεκμήριο ΣΤ. Γι` αυτό τον λόγο αποτάθηκε σε ιδιώτη δικαστικό γραφολόγο για να ετοιμάσει έκθεση κατά πόσον η υπογραφή στο συμβόλαιο ήταν της μητέρας της και ταυτόχρονα προχώρησε σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Ο εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος στην έκθεση του ημερομηνίας 2.4.2019 αναφέρει ότι η υπογραφή του συμβολαίου δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή της μητέρας της, Τεκμήριο Ζ. Ανέμενε δε και την έκθεση της αστυνομίας, η οποία παράλληλα συνέχιζε τις έρευνες της. Στις 15.7.2019 η αστυνομία εξέδωσε την έκθεση της με την οποία αποφάνθηκε ότι η υπογραφή του συμβολαίου που παρουσίασε ο καθ΄ ου η αίτηση δεν έγινε από την μητέρα της, καθώς παρουσιάζει διαφορές από προηγούμενες υπογραφές της, Τεκμήριο Η. Περί τις 16.1.2020 μάλιστα ενημερώθηκε από την αστυνομία ότι το αίτημα της για άσκηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης απορρίφθηκε καθώς θα προωθηθεί ποινική δίωξη από την αστυνομία, Τεκμήριο Θ. Στις 11.2.2020 ενημερώθηκε ότι τελικά κινήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση με την κατηγορία ότι έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο. Είναι φανερό ότι ο καθ΄ ου η αίτηση παρουσιάζοντας ένα πλαστό έγγραφο εξαπάτησε το Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε το διάταγμα ημερομηνίας 7.8.2017 και είναι η θέση της εξ` όσων κάλλιον γνωρίζει ότι το εν λόγω διάταγμα πρέπει να τροποποιηθεί ή να ακυρωθεί. Επισημαίνει ότι πριν την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 7.8.2017, όπως ανέφερε και ανωτέρω, μόνο αυτή συντηρούσε την επίδικη οικία καταβάλλοντας μάλιστα μεγάλα ποσά για ανακαίνιση και συντήρηση της. Πριν από λίγες μέρες επισκέφθηκε τον χώρο έξω από την οικία και είδε ότι αυτή βρίσκεται σε τραγική κατάσταση. Η οικία λόγω της φθοράς του χρόνου και λόγω του ότι ο καθ΄ ου η αίτηση δεν την συντηρεί κινδυνεύει να καταστεί μη κατοικήσιμή ή να χρειαστούν μεγάλά ποσά για επιδιόρθωση της, Τεκμήριο Ι. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πληροφορείται, σε περίπτωση που συνεχίσει να υφίσταται το διάταγμα ημερομηνίας 7.8.2017 ενώ εκκρεμεί η ως άνω αγωγή, θα προκαλέσει τεράστια ζημιά στην οικία, η οποία θα είναι ανεπανόρθωτη, καθώς το ποσό που θα χρειαστεί για την επισκευή αυτής θα είναι υπέρογκο και δεν θα είναι σε θέση να το καταβάλει. Είναι η θέση της και με βάση τα προαναφερόμενα της και εξ όσων την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτουν η σχετική νομοθεσία και η νομολογία των Δικαστηρίων της Κύπρου για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων, με τα οποία απλώς ζητεί την επαναφορά της προηγούμενης υφιστάμενης κατάστασης (status quo) μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αίτησης. Συγκεκριμένα, ειλικρινά πιστεύει και θεωρεί ότι ενόψει των πιο πάνω, έχει ορατές πιθανότητες να δικαιούται σε τελική θεραπεία στα πλαίσια της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Επιπρόσθετα, σε σχέση με την ύπαρξη του δίκαιοδοτικού όρου του κατεπείγοντος, ο οποίος όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της είναι απαραίτητος να πληρείται για την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, επιθυμεί να αναφέρει ότι η οικία, όπως αναφέρει και ανωτέρω, είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση με αποτέλεσμα να υπάρχει ο κίνδυνος να καταστεί μη κατοικήσιμη και οι ζημιές που θα επιφέρει η φθορά του χρόνου σε αυτήν να μην μπορούν να καλυφθούν οικονομικά από αυτήν. Ως εκ τούτου, ειλικρινά θεωρεί και πιστεύει ότι υφίσταται επείγουσα ανάγκη για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, καθότι αν αφεθεί ο χρόνος να παρέλθει, ελλοχεύει πραγματικός κίνδυνος η οικία να καταστεί μη κατοικήσιμη προτού κριθεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Βάσει όλων όσων αναφέρει ανωτέρω, αλλά και από πληροφορίες που έχει λάβει από τους δικηγόρους της, το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κλίνει σαφώς υπέρ της και εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η ζημία την οποίαν θα υποστεί θα είναι τεράστια και ανεπανόρθωτη, καθότι η φθορά του χρόνου θα καταστήσει την οικία μη κατοικήσιμη, χωρίς πρώτα να έχουν ακουστεί επί της ουσίας της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και οι ισχυρισμοί της. Τέλος, συνοψίζοντας τα πιο πάνω ανέφερε τα εξής: Ο καθ΄ ου η αίτηση εξαπάτησε το Δικαστήριο παρουσιάζοντας ένα πλαστό έγγραφο. Νεότερα έγγραφα τα οποία καταθέτει με την παρούσα αίτηση αποδεικνύουν το ανωτέρω γεγονός. Ο καθ΄ ου η αίτηση με την συμπεριφορά που επέδειξε περιφρόνηση στο Δικαστήριο. Η οικία λόγω της παραμέλησής της από τον καθ΄ ου η αίτηση έχει υποστεί φθορά η οποία θα πολλαπλασιαστεί όσο περνά ο χρόνος. Με την έκδοση των ως άνω διαταγμάτων θα επανέλθει το προηγούμενο status quo. Για όλους τους πιο πάνω λόγους πιστεύει ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι για την επιτυχία της αίτησης και έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Με αυτή ως ήδη αναφέρθηκε επισυνάπτονται εννέα
(9)τεκμήρια, τα οποία για καλύτερη εικόνα αυτών αναφέρονται πιο αναλυτικά. Ως Τεκμήριο Α διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.8.2017, το οποίο κατέστη απόλυτο στις 22.3.2018, του οποίου επιδιώκεται με την παρούσα αίτηση η ακύρωση του. Ως Τεκμήριο Β πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 31.7.1989 της οικία που αγόρασε η μητέρα της και διεκδικούν και οι δύο διάδικοι. Ως Τεκμήριο Γ γραπτή συμφωνία δωρεάς ημερομηνίας 14.9.2000, από την μητέρα της στην αιτήτρια. Ως Τεκμήριο Δ διάφορες αποδείξεις και έγγραφα που καταδεικνύουν ότι η αιτήτρια πλήρωνε λογαριασμούς που αφορούν την επίδικη οικία. Ως Τεκμήριο Ε εκχωρητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22.5.2017, σύμφωνα με το οποίο εκχωρεί τα δικαιώματα της η μητέρα τους που εκπηγάζουν από το αναφερθέν πωλητήριο έγγραφο στον ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση (στο εξής καθ΄ ου η αίτηση). Ως Τεκμήριο Στ διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά ότι η μητέρα της αιτήτριας ήταν βαριά άρρωστη κατά το χρόνο που υπέγραφε το εκχωρητήριο έγγραφο, Τεκμήριο Ε, προς όφελος του καθ΄ ου η αίτηση. Ως Τεκμήριο Ζ έκθεση ημερομηνίας 2.4.2019 εμπειρογνώμονα - δικαστικού γραφολόγου ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο Ε δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή της μητέρας της αιτήτριας. Ως Τεκμήριο Η επιστολή της αστυνομίας ημερομηνίας 15.7.2019 σύμφωνα με την οποία η υπογραφή της μητέρας της αιτήτριας στο Τεκμήριο Ε δεν τέθηκε από αυτή καθότι παρουσιάζει διαφορές από προηγούμενες υπογραφές της. Τέλος ως Τεκμήριο Θ επιστολή ημερομηνίας 16.1.2020 της αστυνομίας προς την αιτήτρια με την οποία την πληροφορούσε ότι το αίτημα της για άσκηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης εκ μέρους της δεν έγινε αποδεκτό και η ποινική δίωξη θα ασκείτο από την αστυνομία. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.48 θ. 1 - 4 θ.8
(4), Δ.40, Δ.42, Δ.55 και Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7, 9, 14, στα άρθρα 23, 28 και 30 του Συντάγματος, καθώς και στις αρχές τις επιείκειας (equity), στη νομολογία, την πρακτική, τη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση στις 25.6.2020 με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
(1)«Η Αίτηση είναι αντινομική, καταχρηστική, κακόπιστη και υπεβλήθη καθ' υπέρβαση εξουσίας και/ή κατά παράβαση των λόγων για τους οποίους τάσσεται η παρούσα διαδικασία.
(2)Το Δικαστήριο μετά από Ακροαματική διαδικασία, με Ενδιάμεση Απόφασή του ημερομηνίας 22/3/2018 οριστικοποίησε το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 07/8/2017, αφού προηγουμένως εξέτασε και απέρριψε όλους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της Εναγόμενης-Αιτήτριας, οι οποίοι είναι ταυτόσημοι με τους λόγους οι οποίοι προβάλλονται στην παρούσα.
(3)Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί της υπό κρίση Αίτησης ημερομηνίας 13/2/2020, καθ' ότι θα ενεργούσε ως Εφετείο σε δική του Απόφαση την οποία εξέδωσε μετά από Ακρόαση.
(4)Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική και πραγματική βάση
(5)Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court).
(6)Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
(7)Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθορίζει η νομολογία για την έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων.
(8)Η Εναγόμενη - Αιτήτρια στην παρούσα, προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια».
(9)Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 13/2/2020, η Αιτήτρια στην παρούσα, αναφέρεται σε γεγονότα μεταγενέστερα της έκδοσης του Διατάγματος ημερομηνίας 7/8/2017.
(10)Δεν είναι με οποιοδήποτε τρόπο εύλογο και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα στο παρόν στάδιο της διαδικασίας.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της αδελφής του καθ΄ ου η αίτηση η οποία εν συντομία έχει ως εξής: Η αδελφή του καθ' ου η αίτηση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη υπ' αυτό να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση, τα γεγονότα της οποίας γνωρίζει και προσωπικά και από έγγραφα και πληροφορίες που έθεσε στην διάθεσή της ο καθ' ου η Αίτηση. Ανέγνωσε την αίτηση της αιτήτριας ημερομηνίας 13.2.2020, καθώς και την ένορκο δήλωση της η οποία την συνοδεύει ημερομηνίας 13.2.2020 και αρνείται και απορρίπτει έναν έκαστο και όλους ομού τους περιεχόμενους ισχυρισμούς πλην όπου γίνεται ρητή παραδοχή οιουδήποτε τούτων κατωτέρω. Αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της ένορκης δήλωσης πλην της έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.3.2018, δια της οποίας το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 7.8.2017 οριστικοποιήθηκε. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το ως άνω διάταγμα, εκδόθηκε υπό του ως άνω Δικαστηρίου μετά από σχετική αίτηση του καθ΄ ου η αίτηση στην παρούσα, αφού παρατέθηκαν όλα τα γεγονότα τα οποία υποστήριζαν την αίτηση του. Επισυνάπτει την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.3.2018, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. Αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσης πλην του ισχυρισμού ότι η μητέρα του αγόρασε την επίδικη οικία δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου την 31.7.
- Αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 08.7.2013 η αιτήτρια στην παρούσα καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την υπ' αριθμό 2516/2013 αγωγή, καθώς επίσης και μονομερή αίτηση εναντίον της μητέρας τους, με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην μητέρα τους να επεμβαίνει στην ως άνω περιγραφόμενη οικία, ισχυριζόμενη ότι η εν λόγω οικία της δόθηκε δυνάμει δωρεάς ημερομηνίας 14.9.2000, από την μητέρα τους λόγω φυσικής αγάπης και στοργής. Η μητέρα τους στην καταχωρηθείσα την 31.7.2013 ένορκο δήλωσή της η οποία συνόδευε την ένσταση της, ισχυρίζεται ότι η υπογραφή της ισχυριζόμενης συμφωνίας δωρεάς είναι αποτέλεσμα πλαστογραφίας εκ μέρους της αιτήτριας στην παρούσα, εις δε την καταχωρηθείσα την 01.7.2014 έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της ζητούσε, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της ως άνω αναφερομένης ισχυριζόμενης συμφωνίας δωρεάς, ημερομηνίας 14.9.2000, καθώς επίσης και δήλωση του Δικαστηρίου, ότι αυτή, δηλαδή η μητέρα τους, είναι η νόμιμος ιδιοκτήτης και/ή το πρόσωπο το δικαιούμενο σε εγγραφή της οικίας της ευρισκομένης εις τα Περβόλια Λάρνακας, βάσει του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 31.7.
- Το Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 9.8.2013 απέρριψε την ως άνω μονομερή αίτηση της αιτήτριας, αφού έκρινε ότι καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος δεν πληρούται, ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β. Η επίδικος κατοικία από το 1989, ότε αγοράσθηκε από την μητέρα τους και από το 1990, όταν αποπερατώθηκε, ευρίσκετο πάντοτε εις την κατοχή της μητέρας τους, την οποίαν χρησιμοποιούσε μαζί με τον πατέρα τους σαν μόνιμη καλοκαιρινή οικία, για τους μήνες από Ιούνιο μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου κάθε έτους, πέραν των συχνών επισκέψεων και διαμονής των κατά τις χειμερινές περιόδους, όπου φιλοξενούσε και τα τρία της παιδιά. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι μέχρι και το 2017 οι γονείς τους επωμίζονταν όλα τα έξοδα συντήρησης, επιδιόρθωσης, ανακαίνισης και επίπλων της επίδικης κατοικίας καθώς επίσης και την πληρωμή κοινωφελών παροχών ρεύματος, νερού, δημοτικά τέλη και άλλα. Από τον θάνατο της μητέρας τους όλα τα έξοδα τα ανέλαβε ο καθ' ου η αίτηση. Εναντίον της ως άνω αιτήτριας καταχωρήθηκε η υπ' αριθμό XXXXX/2010 ποινική υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για σοβαρό αριθμό κατηγοριών κατάχρησης και πλαστογραφίας ποσού πέραν των €203.526,000.- από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο του ΡΙΚ στο οποίο εργαζόταν, ως η Γραμματέας του Ταμιευτηρίου και από το οποίο απολύθηκε άμεσα. Στην ως άνω ποινική υπόθεση και μετά από σχετική παραδοχή της, η αιτήτρια καταδικάσθηκε την 2.12.2013, από το Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης 22 μηνών, με τριετή αναστολή και σε συνολικό πρόστιμο €1.500,00.- Δυνάμει εκχωρητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 22.5.2017, η μητέρα τους εκχώρησε στον καθ' ου η αίτηση - υιό της, δυνάμει δωρεάς τα δικαιώματά της που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο, ημερομηνίας 31.7.1989 και το οποίο αφορούσε οικία υπ' αριθμό 4, η οποία ανεγέρθη στο τεμάχιο με αριθμό εγγραφής 21 (παλαιό 6Α) και 3 Φ/Σχ L55 και/ή αριθμός εγγραφής 0/XXXXX τεμάχιο XXXXX και/ή 0/XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ.50/55, στα Περβόλια της επαρχίας Λάρνακας, το οποίο, με την σημείωση ΕΣ 1162/2017, καταχωρήθηκε εις το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας με αριθμό καταχώρισης εκχώρησης ΚΕ 76/2017 και εξεδόθη προς τούτο η Απόδειξη 2010590, ημερομηνίας 27.62017, ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ. Η μητέρα τους κατά την περίοδο που υπέγραψε το ως άνω εκχωρητήριο έγγραφο, είχε πλήρη διαύγεια, όπως βεβαιώνει ο ογκολόγος ιατρός Δρ. XXXXX Άστρας, ο οποίος την παρακολουθούσε στο American Medical Center, στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 21.2.2018, ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ. Αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 6 και 7 της ένορκης δήλωσης και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Κατά ή περί τον Ιούνιο του 2017 η ως άνω αιτήτρια παράνομα και χωρίς την συγκατάθεση της μητέρας τους, η οποία νοσηλευόταν στην Αροδαφνούσα με καρκίνο, την οποία και επισκέφθηκε, προέβη στην αλλαγή της κλειδαριάς της ως άνω οικίας. Κατά ή περί τις αρχές Ιουλίου 2017, μόλις λίγες μέρες πριν την 7.7.2017, ότε η μητέρα τους απεβίωσε, η αιτήτρια παράνομα αποτάθηκε στην ΑΗΚ και ζήτησε και μετάφερε το ρεύμα της επίδικης κατοικίας, επ' ονόματι της, χωρίς την συγκατάθεση της μητέρας τους. Δια επιστολής των δικηγόρων του καθ΄ ου η αίτηση, ημερομηνίας 14.7.2017 προς την ΑΗΚ, ζητήθηκε η διόρθωση του λάθους και η ΑΗΚ δια αποφάσεως της ημερομηνίας 19.7.2017, αποφάσισε και μετέφερε τον λογαριασμό του ρεύματος επ' ονόματι του καθ΄ ου η αίτηση, από την 20.7.2017 και ο οποίος επωμίζεται και πληρώνει τα τέλη και έξοδα κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι την 13.7.2017, ο καθ' ου η αίτηση, προέβη σε αλλαγή της κλειδαριάς της επίδικης οικίας και συνάμα προέβη σε καταγγελία εναντίον της αιτήτριας, στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου για παραβίαση και παράνομη επέμβαση της, στην επίδικη οικία του. Την ιδίαν ή την επομένη ημέρα το πρωί και αφού η Αστυνομία ενημέρωσε την αιτήτρια, για την εναντίον της καταγγελία, αύτη προέβη σε εκ νέου αλλαγή της κλειδαριάς. Την 14.7.2017, ο καθ' ου η αίτηση στη προσπάθειά του να εισέλθει στην επίδικη οικία, διαπίστωσε ότι αλλάχτηκε εκ νέου η κλειδαριά από την αιτήτρια και προέβη σε νέα καταγγελία εναντίον της, στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου. Αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 8 και 9, της ένορκης δήλωσης και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το εκχωρητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22.5.2017, είναι καθ' όλα έγκυρο, τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες υπό του νόμου ενέργειες και ότι η υπογραφή της μητέρας τους σε αυτό, έγινε καθ' όλα νόμιμα από την ίδια ως ιδιοκτήτρια, στην παρουσία πιστοποιούντα υπαλλήλου, ο οποίος και πιστοποίησε την υπογραφή της. Επισυνάπτει έκθεση εμπειρογνώμονα δικαστικού γραφολόγου, η οποία καταρρίπτει και/ή απορρίπτει τους ισχυρισμούς και τα συμπεράσματα του ιδιώτη γραφολόγου, τον οποίο διόρισε η αιτήτρια, καθώς και της αστυνομικής έκθεσης, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 8 και 9 της Ένορκης Δήλωσης της Εναγόμενης, ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε. Το τελικό συμπέρασμα του γραφολόγου το οποίο είναι στις σελίδες 18 και 19 του Τεκμηρίου Ε καταλήγει ότι, δεν μπορεί στην παρούσα περίπτωση να καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα όσον αφορά την αυθεντικότητα ή πλαστότητα των δύο αμφισβητουμένων υπογραφών στα ΣΗΜ.1 και 2.
- Αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 10 και 11 της ένορκης δήλωσης και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδεμία ποινική δίωξη έχει ασκηθεί μέχρι σήμερα εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση. Αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 12 - 25 της ένορκης δήλωσης και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της της παραγράφου 11 της ένορκης δήλωσης της, ενώ περαιτέρω αναφέρει ότι η αιτήτρια παρέλειψε και/ή απέκρυψε το γεγονός ότι την 10.9.2019 καταχώρισε παρόμοια αίτηση με την παρούσα την οποία στην συνέχεια και μετά την καταχώριση εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση σχετικής ένστασης ημερομηνίας 5.11.2019, απέσυρε με έξοδα σε βάρος της το οποίο ως την πληροφορούν οι δικηγόροι του καθ΄ ου η αίτηση, αποτελεί εμπόδιο (estoppel) για την αιτήτρια στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Άνευ βλάβης των ως άνω ισχυρισμών και εξ όσων τυγχάνει νομικής συμβουλής, η παρούσα αίτηση είναι αντινομική, καταχρηστική, κακόπιστη και υπεβλήθη καθ' υπέρβαση εξουσίας και/ή κατά παράβαση της διαδικασίας και/ή των λόγων για τους οποίους τάσσεται η παρούσα διαδικασία. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί της υπό κρίση αίτησης, που λανθασμένα αναγράφεται ημερομηνίας 12.9.2019 αντί 13.2.2020, καθ' ότι θα ενεργούσε ως Εφετείο σε δική του απόφαση την οποία εξέδωσε μετά από ακρόαση. Ακόμη ισχυρίζεται, ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης σε τέτοιο προχωρημένο στάδιο, παραβλάπτει τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος δεν μπορεί να απολαύσει το οριστικοποιηθέν υπό του Δικαστηρίου διάταγμα ημερομηνίας 7.8.2017, υφίσταται μεγάλη ταλαιπωρία, έξοδα και καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης. Η υπό κρίση αίτηση εξ' όσων τυγχάνει νομικής συμβουλής δεν είναι το ενδεδειγμένο και/ή κατάλληλο νομικό διάβημα, στερείται οποιασδήποτε νομιμότητας και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Το Δικαστήριο το οποίο είχε την εξουσία να εκδώσει το επίδικο διάταγμα το οποίο με σχετική απόφασή του ημερομηνίας 22.3.2018 οριστικοποίησε, αφού απέρριψε του ισχυρισμούς της αιτήτριας οι οποίοι περιείχοντο στην καταχωρηθείσα ένσταση της ημερομηνίας 8.9.2017, σε καμία περίπτωση δεν νομιμοποιείται και/ή δεν μπορεί να έχει το ίδιο την εξουσία να το ακυρώσει. Ενόψει των όσων αναφέρει ανωτέρω, αιτείται απόρριψη της αίτησης μετ' εξόδων. Με αυτή επισυνάπτονται πέντε
(5)τεκμήρια, στα οποία ήδη έγινε αναφορά και δεν χρειάζεται να γίνει περαιτέρω σχολιασμός. Η ένσταση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60), άρθρα 29, 31, 32, 43 και 47 στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ΚΕΦ.6, άρθρα 4, 5, 7 9, και 82 - 89 επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.5Β, Δ.17Θ.Θ.3 και 10, Δ.19 θ.26, Δ.26 θ.14, Δ.27, Δ.33 Κ.5, Δ.27 θ.3, Δ.5, Δ.16 Δ.48, Δ.40 θθ7 και 11, Δ.44 θ.11, Δ.50, Δ.51 και Δ.64, στο άρθρο 41 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος ΚΕΦ.148, στα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην Νομολογία, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες και πρακτική και στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Οι δικηγόροι της αιτήτριας στην αγόρευση τους, αφού εξηγούν τι ζητείται με την αίτηση και προβαίνουν στην ανάλυση της νομικής πτυχής της αίτησης με αναφορά σε αποφάσεις, στη συνέχεια εισηγούνται ότι πληρείται τόσο η προϋπόθεση «επί αποδείξει ευλόγου αιτίας», ακύρωσης ή τροποποίησης του παρεμπίπτοντος προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, του άρθρου 32
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, ως τροποποιήθηκε, όσο και οι προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του εν λόγω Νόμου, με βάση τα νέα γεγονότα όπως αυτά καταγράφονται στις σελίδες 9 - 12 της αγόρευσης τους, ήτοι ότι (α) το αναφερθέν διάταγμα εκδόθηκε στη βάση πλαστογραφημένου τεκμηρίου, το οποίο, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση του αγώγιμου δικαιώματος του καθ΄ ου η αίτηση και επίσης όταν εκδόθηκε το αναφερθέν διάταγμα ο καθ΄ ου η αίτηση δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, (β) την επίδικη κατοικία της τη δώρισε η μητέρα της δυνάμει σύμβασης δωρεάς, (γ) από το 2000 έως 2017 η αιτήτρια διέμενε, συντήρησε και ανακαίνισε την επίδικη κατοικία, (δ) πλήρωνε όλους τους σχετικούς, με την επίδικη οικία, λογαριασμούς, (ε) η μόνη ανεξάρτητη αρχή που ετοίμασε γραφολογική έκθεση είναι η αστυνομία σύμφωνα με την οποία η υπογραφή στο Τεκμήριο Ε που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση της δεν είναι της μητέρας της αιτήτριας, (στ) η γραφολογική έκθεση που επισυνάπτεται με την ένσταση δεν επιβεβαίωσε την αυθεντικότητα της, (ζ) από την άλλη η αιτήτρια έχει βάσιμη αξίωση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησης, (η) η συμφωνία δωρεάς δεν είναι πλαστογραφημένη, ως αντιθέτως ισχυρίζεται ο καθ΄ ου η αίτηση, που αν ήταν έτσι θα κατάγγελλε την υπόθεση στην αστυνομία. Τέλος εισηγούνται ότι πληρείται και η προϋπόθεση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ενώ είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί τούτο. Από την άλλη οι συνήγοροι του καθ΄ ου η αίτηση αφού αναφέρουν το ιστορικό έκδοσης του παρεμπίπτοντος προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, το οποίο κατέστη απόλυτο και του οποίου επιδιώκεται η ακύρωση του από την αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση, προβάλλουν ότι η αιτήτρια απέκρυψε το γεγονός ότι παρόμοιο εγχείρημα εκ μέρους της με την καταχώριση της αίτησης ημερομηνίας 10.9.2019, απέτυχε, αφού, κατόπιν που καταχωρήθηκε ένσταση στις 5.11.2019, η αιτήτρια απέσυρε την αίτηση ανεπιφύλακτα και με έξοδα υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση. Ακόμη εισηγούνται ότι η αίτηση στερείται νομικού υπόβαθρου καθότι το άρθρο 32
(2)δεν έχει εφαρμογή αφού σύμφωνα με το άρθρο 25
(1)του Νόμου, παρεμπίπτον διάταγμα υπόκειται σε έφεση, όπως στην παρούσα περίπτωση, ενώ η Δ.48 θ.8
(4)δεν έχει εφαρμογή αφού η αιτήτρια έλαβε μέρος στη διαδικασία και το διάταγμα έγινε απόλυτο με απόφαση του Δικαστηρίου. Επομένως το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα καθότι θα καθιστούσε εαυτό εφετείο ομοβάθμιου Δικαστηρίου, εξουσία την οποία έχει μόνο το Εφετείο. Παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audialteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Κάτι το οποίο δεν συμβαίνει εδώ αφού η αίτηση είναι δια κλήσεως και η αναφορά της αιτήτριας στην αίτηση και των δικηγόρων της σε κατεπείγον δεν βρίσκει έρεισμα. Σημειώνω εδώ, αφού αναφέρονται στη νομική βάση της ένστασης τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6, ότι το άρθρο 4 του ΚΕΦ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς, ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και μπορεί να εκδοθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234). Το άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του ΚΕΦ. 6 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Kyriacos A. Lakatamitis v. Georghios Theodorou
(1983)1 CLR 520). Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ' οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 132). Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (Α) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά
(1982)1 CLR 557 και Μαργαρίτα Χρίστου Πουργουρίδη κ.ά. v. Θέμιδος Βάσου Μέζου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.ά. v. Άννα Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον Ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων της αιτήτριας. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848, ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Ιωάννης Κυριάκου Όξυνος κ.ά. v. Μαρίας Ρολη Λου
(2011)1 ΑΑΔ 1066, P & MA. Restaurant Limited κ.ά. v Eric John Wakehah, Πολ. Έφεση286/10, ημερ. 22/2/13, και Πέτρος Κωμοδρόμος v. Πάνου Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14). Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές, βλέπε γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578 και Chandubhai Bhimjiyani v. Solon Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και Αντώνη Χ''Κωνσταντή ν. Μαργαργίτας Χ''Κωνσταντή
(1998)1 ΑΑΔ 1827 στην οποία, όμως, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Έχει λεχθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ως εκείνο που ζητείται διά της αγωγής, όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία. ............................ Το θέμα αυτό κατά συνέπεια επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848 (ανωτέρω), με επίκληση της υπόθεσης Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββας κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι: «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1858). Ήδη το ιστορικό της υπόθεσης αποδόθηκε και διαφάνηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση και τα επισυναπτόμενα με αυτές Τεκμήρια. Ό,τι είναι που χρήζει τώρα αναφοράς είναι η εξέταση των λόγων για τους οποίους θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα. ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Ένα από τα θέματα που ήγειραν ο συνήγοροι του καθ' ου η αίτηση, είναι ότι η αιτήτρια δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Αυτό βασίζεται στη μη αναφορά εκ μέρους της αιτήτριας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι επιχείρησε και πριν παρόμοιο εγχείρημα αλλά τελικά απέσυρε την αίτηση ανεπιφύλακτα με έξοδα σε βάρος της. Πράγματι από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διαπιστώνεται ότι δεν αναφέρθηκε αυτό το γεγονός, το οποίο παρέμεινε αδιαμφισβήτητο αφού δεν ζητήθηκε να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή αντεξέταση του καθ΄ ου η αίτηση, απ΄ αυτού του σημείου. Όμως η ουσία είναι ότι η παρούσα αίτηση έγινε δια κλήσεως και η μη αποκάλυψη αυτού του γεγονότος δεν έχει σημασία, αφού η μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος παίζει σημαίνοντα ρόλο όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς. Η καταχώριση προηγουμένως παρόμοιας αίτησης η οποία αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα δεν αποκλείει την καταχώριση νέας, αναλόγως του λεκτικού της απόσυρσης και των συνθηκών και περιστάσεων επί των οποίων εδράζεται η νέα αίτηση, Βλέπε υπόθεση Recnex Trading Limited κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση αρ. 71/2011 ημερομηνίας 16.4.2014 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επιδίκου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (K.S.R. Commercio Industria de Papel S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309). Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσης αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, 1996, σελ.82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument. Orders granting interlocutory applications in matters of practice and procedure, such as an interlocutory injunction, remain under the control of the court, subject to review. Such orders do not decide any question finally, not even whether there should be an interlocutory injunction, or its terms. Buttes Gas and Oil Co v. Hammer (No.3)
(1982)A.C. 888.» Δεν έχει σημασία αν η απόφαση AK International UK Limited v. Του Πλοίου «ΝΑΙΜΕ S» Σημαίας Comoros Islands (Aρ.2), ανωτέρω, δεν είναι δεσμευτική. Με αναφορά σε Αγγλική νομολογία (Henderson v. Henderson
(1843)3 Hare 100, Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow
(1988)3 All E.R. 178 (CA), Brink´s MAT Ltd v. Elcombe
(1988)3 All E.R. 188 (CA), Bohbehani v. Salem
(1989)2 All E.R. 143 (CA)Woodhouse v. Consignia Plc
(2002)EWCA Civ 275), το Δικαστήριο ενισχύει την κατάληξη του, την οποία υιοθετούμε. Στο τέλος της ημέρας δεν δημιουργείται δεδικασμένο στην έννοια που ορίζει η νομολογία. (Γαβριήλ κ.α. ν. Αγαπίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1868, Λοϊζος Λουκά & Υιοι ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(1999)1 Α.Α.Δ. 92, Αναστασία Forrest κ.α. ν. Κίμωνα Βαρδάκη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 6, Μιχαήλ ν. Επίσημος Παραλήπτης
(2003)1 Α.Α.Δ. 975).» Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, όπως στην παρούσα περίπτωση, πρέπει να πληρείται το άρθρο 32
(2)του Ν.14/1960, ως τροποποιήθηκε, το οποίο έχει ως ακολούθως: Άρθρο 32
(2)«Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω (Ι), δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.» (Ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου τούτου). Το άρθρο 32
(1)προνοεί: «Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.» Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. ν. Κιταλιδη κ.ά. (Αρ.2) 1 ΑΑΔ 694 διαφαίνεται, από το σκεπτικό και την αναφορά σε ευρύτατη εξουσία που παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/1960 στα Δικαστήρια, ότι δεν εξαιρείται η τροποποίηση ή ακύρωση παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς ή μετά από ακρόαση. Στην υπόθεση Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Black Sea Shipping Co κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 625 ειπώθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο έχει εξουσία εκ του Νόμου (βλ. Άρθρο 32
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60)και συναφώς τον Καν. 211 των Κανονισμών Ναυτοδικείου) ή συμφυή προς ακύρωση του διατάγματος και, κάτω από τις περιστάσεις, οφείλει να ακυρώσει το παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε σ' αυτό το στάδιο.» Στην υπόθεση Avila Management Services Limited κ.ά. ν. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1403, 1425 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Στην Ikos Cif Ltd, Πολιτική Αίτηση, αρ. 35/2015, ημερομηνίας 3.3.2015 λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Με όλο το σεβασμό, το γεγονός ότι ένα διάταγμα έγινε (είτε εκ συμφώνου είτε όχι) απόλυτο, δεν αναιρεί το προσωρινό χαρακτήρα του διατάγματος αφού εκ της φύσεως του ισχύει απλώς μέχρι τέλους της αγωγής. Η πρώτη αίτηση και το επίδικο διάταγμα είχε κριθεί - και παρέμεινε στα πλαίσια της ίδιας νομικής βάσης - επί του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το άρθρο 32
(2)του νόμου έχει ως εξής: "
(2)Οιονδήποτε παρεµπίπτον διάταγµα, εκδοθέν συµφώνως τω εδαφίω
(1), δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγµα. 2(β) του 17(Ι) του 2004". Στην υπόθεση Avila Management Services Limited κ.ά. ν. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1403, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε τα ακόλουθα: «Κατ΄ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Επίσης δέον να σημειωθεί ότι στις ενδιάμεσες αιτήσεις και στα ενδιάμεσα διατάγματα δεν υπάρχει εν αυστηρή εννοία δεδικασμένο και τέτοια διατάγματα μπορεί να τροποποιηθούν ή και να ακυρωθούν ανάλογα με τις περιστάσεις (βλ. Recnex Trading Ltd κ.άλ. ν. Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ., ECLI:CY:AD:2014:A269, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Έφεση 71/11, ημερ. 16.4.2014).» Στην Lamda Card Services Ltd, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D821, Αίτηση αρ. 157/2015, ημερομηνίας 10.12.2015 σημειώνονται τα πιο κάτω: «Σε τέτοια περίπτωση, η αιτήτρια, με σχετική αίτησή της, μπορεί να επιδιώξει όπως το διάταγμα ακυρωθεί και τυπικά. Τέτοια δε εξουσία παρέχεται με βάση το άρθρο 32
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/1960).» Στην W.K.R., Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D484, Αίτηση αρ. 201/2019, ημερομηνίας 26.11.2019 ειπώθηκαν τα εξής: «Με βάση τη νομολογία δεν διαπιστώνεται πως η εν λόγω διαταγή είναι το μόνο έρεισμα για τροποποίηση διατάγματος εφόσον ειδικά η υπόθεση οδηγηθεί σε ακρόαση μετά την εξ πάρτε έγκριση διατάγματος. Δεν μπορεί λοιπόν να ισχύσει η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή πως το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται, άνευ ετέρου, εξουσίας τροποποίησης ενός διατάγματος που εξέδωσε το ίδιο μονομερώς, όταν πλέον ακούσει και τις δύο πλευρές. Εξάλλου, το ίδιο το άρθρο 32
(2)αναφέρει πως το Δικαστήριο δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνο να τροποποιήσει διάταγμα που εξέδωσε. Είναι θέμα πραγματικών περιστάσεων και ενδεχομένης σύγκρισης του πρώτου διατάγματος με το δεύτερο (μετά την τροποποίηση) για να κριθεί εάν υφίσταται λάθος του Δικαστηρίου.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκρίνοντας κάποιος την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ημερομηνίας 8.9.2017 στην μονομερή αίτηση ημερομηνίας 2.8.2017 με βάση την οποία εκδόθηκε μονομερώς το διάταγμα ημερομηνίας 7.8.2017 το οποίο κατέστη απόλυτο στις 22.3.2018 και του οποίου επιδιώκεται τώρα η ακύρωση, καθώς και η έκδοση άλλων διαταγμάτων, με την παρούσα αίτηση εκ μέρους της αιτήτριας, και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση διαπιστώνεται ότι ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι ίδιοι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της αιτήτριας, στην αίτηση ημερομηνίας 2.8.2017 και στο προσωρινό παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 7.8.2017, η οποία δεν ευστάθισε και απέτυχε μη κατορθώνοντας να αποτρέψει όπως καταστεί απόλυτο το αναφερθέν διάταγμα, πλην (α) του ισχυρισμού ότι ιδιώτης δικαστικός γραφολόγος με έκθεση του ημερομηνίας 2.4.2019, όπως και δικαστικός γραφολόγος της αστυνομίας κατέληξαν ότι δεν είναι η υπογραφή της μητέρας της αιτήτριας στο εκχωρητήριο έγγραφο και η αστυνομία θα προχωρήσει σε άσκηση ποινικής δίωξης και (β) ότι η οικία βρίσκεται σε τραγική κατάσταση και κινδυνεύει να καταστεί μη κατοικήσιμη, επιδιώκεται ότι δεν κατάφερε με την ένσταση της τότε να καταφέρει τώρα με την υπό κρίση αίτηση στα πλαίσια του άρθρου 32
(2)του Ν.14/1960, στο οποίο αναφέρεται ότι «επί αποδείξει ευλόγου αιτίας» το Δικαστήριο δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνο να ακυρώσει ή τροποποιήσει οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα που εξέδωσε. Ο ισχυρισμός από τη μια της αιτήτριας ότι το εκχωρητήριο έγγραφο ήταν προϊόν πλαστογραφίας και από την άλλη ο ισχυρισμός του καθ΄ ου η αίτηση ότι δεν ήταν προϊόν πλαστογραφίας και ότι η συμφωνία δωρεάς ήταν προϊόν πλαστογραφίας τέθηκαν και κρίθηκαν στα πλαίσια της αίτησης και ένστασης που εκδόθηκε παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα στις 7.8.2017 το οποίο κατέστη απόλυτο στις 22.3.
- Η εκ μέρους τώρα του επιπρόσθετου ισχυρισμού ότι η αστυνομία, όπως και ιδιώτης δικαστικός γραφολόγος κατέληξαν ότι η υπογραφή στο εκχωρητήριο έγγραφο δεν είναι της μητέρας των διαδίκων με την επισύναψη σχετικής έκθεσης και επιστολής ως τεκμηρίων, τον οποίο ισχυρισμό αντίκρουσε ο καθ΄ ου η αίτηση με αντίθετο ισχυρισμό και σε σχέση με αυτόν επισυνάπτεται έκθεση ιδιώτη δικαστικού γραφολόγου, στην οποία στη σελίδα 19 αναφέρει, για τους λόγους που εξηγεί, ότι δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα, ενώ για τη συμφωνία δωρεάς ότι είναι προϊόν πλαστογραφίας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται εύλογη αιτία, αφού τα δύο (α) και (β) στοιχεία, που αναφέρθηκαν αμέσως πριν, δεν αποτελούν νέα σοβαρά και ικανά στοιχεία που να αποδεικνύουν εύλογη αιτία ακύρωσης ή τροποποίησης του αναφερθέντος, ως άνω, διατάγματος επειδή απλώς, κατά τη θέση της αιτήτριας, τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό της για πλαστογραφία, που ήδη το θέμα της πλαστογραφίας του εκχωρητηρίου εγγράφου τέθηκε και τότε στην ένσταση της αιτήτριας και δεν στάθηκε ικανός ο ισχυρισμός να αποτρέψει την οριστικοποίηση τους διατάγματος ημερομηνίας 7.8.2017, ούτως ώστε να ακυρωθεί το παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 2.8.2017 που κατέστη απόλυτο κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.3.
- Όσον αφορά την επίκληση της Δ.48 θ.1-13, αν και δεν αναφέρεται ρητά η επίκληση της Δ.48 θ.8
(4)και είναι απορριπτέα εκ τούτου και μόνο του λόγου, αυτή αφορά διατάγματα που εκδίδονται μονομερώς και δεν λαμβάνει μέρος στη διαδικασία το πρόσωπο που επιδιώκει την ακύρωση του, πράγμα που δεν συμβαίνει εδώ. Σε ότι αφορά την επίκληση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/1960 αυτό δεν εφαρμόζεται αφού απορρίφθηκε η αίτηση στη βάση του άρθρου 32
(2)του Ν. 14/1960, ενώ αν η αίτηση προωθείται αυτοτελώς στη βάση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/1960, δεν μπορεί να επιτύχει αφού με αυτό τον τρόπο θα επιδιωκόταν η ακύρωση του αναφερθέντος διατάγματος από ομοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δεν έχει τέτοια εξουσία, ενώ ταυτόχρονα θα αποτελούσε και κατάχρηση διαδικασίας αφού ασκήθηκε Έφεση εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.3.2018 με την οποία κατέστη απόλυτο το παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 7.8.2017. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται πλέον έξοδα, συν ΦΠΑ, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης - αιτήτριας, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.): ......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο