← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC LTD ν. ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΛΑΡΝΑΚΟΣ του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α.,

HELLENIC BANK PUBLIC LTD ν. ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΛΑΡΝΑΚΟΣ του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Αίτηση/Έφεση: 9 / 2019, 26/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση: 9 / 2019 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 μέχρι (Αρ.10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο Αρ.10/2015 [Ν.139(Ι)/2015, άρθρα 44 ΙΘ, 44 Κ, 44 ΚΒ και 44 ΚΓ. -και- Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ.224, άρθρο

  1. Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC LTD Αιτήτριας/Εφεσείουσας -και-
  2. ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΛΑΡΝΑΚΟΣ του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, από τη Λευκωσία.
  3. SOTERIS A. CHRISTODOULOU LAND & BULDING DEVELOPMENT LIMITED
  4. XXXXX Τουμάζου Καθ'ων η αίτηση/Εφεσιβλήτων Αίτηση ημερομηνίας 18.2.2019 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 26 Μαρτίου,
  5. Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια-Εφεσείουσα: Η κα Γιολάντα Ζαχαρίου για ΑΝΔΡΕΑΣ Β. ΖΑΧΑΡΙΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για τον Καθ'ου η αίτηση 1-Εφεσίβλητο: Η κα Θεανώ Κουμή για Γενικό Εισαγγελέα. Για τους Καθ'ων η αίτηση 2-Εφεσίβλητους: καμία εμφάνιση. Για τον Καθ'ου η αίτηση 3-Εφεσίβλητο: Ο κ. Χρήστος Θ. Θεοδούλου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της Αίτησης/Έφεσης είναι η απόφαση του Διευθυντού του Κτηματολογίου Λάρνακος ημερομηνίας 30.1.2019, να εξαλείψει την Υποθήκη Υ. XXXXX/2006 καθώς και τα εμπράγματα βάρη ΕΒ.2064/2012 και ΕΒ.2351/2012 (ενεγράφησαν σε ακίνητα των Καθ'ων η αίτηση 2, για υποχρεώσεις των προς την εφεσείουσα τράπεζα) και να επιτρέψει την μεταβίβαση συγκεκριμένου ακινήτου (αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 41/25, τεμάχιο 0/XXXXX, στην Βορόκλινη) επ' ονόματι του Καθ'ου η αίτηση
  6. Η εν λόγω απόφαση λήφθηκε βάσει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Αρ. 9/65, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο αρ. 139

(1)/2015 (άρθρο 2). Με τον τροποποιητικό Νόμο του 2015 εισήχθησαν στον Νόμο 9/65, σχετικές πρόνοιες (άρθρα 44 ΙΗ - 44ΚΖ) οι οποίες σκοπό έχουν την προστασία των ούτω καλούμενων «εγκλωβισμένων αγοραστών». Η Εφεσείουσα/Αιτήτρια πέτυχε μονομερώς την έκδοση του ακόλουθου Διατάγματος: «Διάταγμα το οποίο απαγορεύει στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας και/ή στους αντιπροσώπους του και/ή άλλα εξουσιοδοτημένα άτομα και/ή υπαλλήλους του από του να μεταβιβάσουν στο όνομα του καθ'ου η αίτηση 3, το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 41/25, τεμάχιο XXXXX, Βορόκλινη, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην Αίτηση/Έφεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση/Έφεση στηρίζεται στα άρθρα 44 ΙΘ, 44Κ, 44 ΚΒ, 44 ΚΓ και 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Αρ. 9/1965), όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 [Ν.139(Ι)/2015], στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 4-9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στα άρθρα 23, 25, 26, 28 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον Κυρωτικό Νόμο Ν.39/62, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 θ.2, Δ.48 θ.θ.1-9, Δ.55 και Δ.64, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Βασιλείου, υπαλλήλου της εταιρείας APS Debt Servicing Cyprus Ltd στην οποία μεταφέρθηκε, όπως αναφέρει, η διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών οι οποίοι διατηρούνται στην Αιτήτρια, μεταξύ αυτών και οι λογαριασμοί των Καθ'ων η αίτηση
  1. Η μαρτυρία του έχει ως εξής: Στις 12.7.2018 παρελήφθη από λειτουργούς της Τράπεζας, Ειδοποίηση («Τύπος ΙΕ») από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας, ημερομηνίας 9.7.2018, με την οποία πληροφορούσε την τράπεζα πως στα πλαίσια της Αίτησης Εγκλωβισμένων Αγοραστών ΑΕΑ 1020/2016, η οποία υπεβλήθη από τον Καθ'ου η αίτηση 3 XXXXX Τουμάζου ως αγοραστή, προτίθετο να μεταβιβάσει σ'αυτόν συγκεκριμένο ακίνητο (αριθμός εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 41/25, τεμάχιο 0/XXXXX) στην Βορόκλινη της επαρχίας Λάρνακος, εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του οποίου είναι οι Καθ' ων η αίτηση
  2. Υπόβαθρο της Αίτησης ΑΕΑ 1020/2016 είναι το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο, μεταξύ των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, ημερομηνίας 21.12.2006, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λάρνακος στις 11.1.2007, λαμβάνοντας αριθμό ΠΩΕ 85/
  3. Η τράπεζα παραχώρησε στους Καθ' ων η αίτηση 2, πιστωτικές διευκολύνσεις. Προς εξασφάλιση της αποπληρωμής των, οι τελευταίοι ενέγραψαν προς όφελος της τράπεζας στις 26.6.2006, επί του προαναφερομένου ακινήτου, την Υποθήκη XXXXX/
  4. Εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2, η τράπεζα έλαβε δικαστικά μέτρα (καταχωρήθηκε η αγωγή 1274/12 Ε.Δ. Λάρνακος) και στις 5.7.2012 εξασφαλίστηκε απόφαση εναντίον τους. Προς όφελος της τράπεζας ενεγράφησαν επί του ιδίου ακινήτου και τα εμπράγματα βάρη (ΜΕΜΟ) ΕΒ.2064/12 και ΕΒ.2351/
  5. Μέχρι σήμερα το εξ' αποφάσεως χρέος το οποίο εξασφαλίζεται με τα προαναφερόμενα εμπράγματα βάρη (συμπεριλαμβανομένης της Υποθήκης) δεν έχει εξοφληθεί. Είναι η θέση του ομνύοντα πως εάν εξαλειφθούν η Υποθήκη και τα ΜΕΜΟ και μεταβιβαστεί το ακίνητο επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση 3, επηρεάζονται τα δικαιώματα της τράπεζας, αφού πλέον το εξ' αποφάσεως χρέος των Καθ' ων η αίτηση 2, δεν θα είναι εξασφαλισμένο. Τονίζει πως το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο με αριθμό ΠΩΕ 85/2007 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο μεταγενέστερα της Υποθήκης XXXXX/
  6. Διατείνεται τέλος πως ο Τροποποιητικός Νόμος [Ν.139(Ι)/2015] και συγκεκριμένα τα άρθρα 44 ΙΘ, 44 Κ, 44 ΚΒ και 44 ΚΓ, που εισήχθησαν στον βασικό Νόμο 9/65, παραβιάζουν τα δικαιώματα της τράπεζας που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 δεν έφερε Ένσταση στην οριστικοποίηση του Διατάγματος. Οι Καθ' ων η αίτηση 2 δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία. Ο Καθ' ου η αίτηση 3, ενίσταται στην οριστικοποίηση του Διατάγματος. Προβάλλει πως: «
  7. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 18.2.2019 είναι παράτυπη και κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 θ.
  8. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας στην εξέταση της κυρίως αίτησης, αφού με την εν λόγω αίτηση ζητείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου σε πεδίο εις το οποίο με βάση τον Ν.9/65 δεν χωρεί αναθεώρηση.
  9. Η αιτήτρια-εφεσείουσα δεν απεκάλυψε και/ή απέφυγε ουσιώδη γεγονότα.
  10. Δεν υπάρχει το στοιχείο του κατ' επείγοντος που να δικαιολογούσε την έκδοση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος.
  11. Η αιτήτρια-εφεσείουσα δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο.
  12. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του Διατάγματος.» Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Τουμάζου Τουμάζου, εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του Καθ' ου η αίτηση 3, ο οποίος επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Είναι η θέση του πως οι λόγοι τους οποίους επικαλείται η αιτήτρια τράπεζα αφορούν ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να τύχουν ελέγχου από το Δικαστήριο, αφού «ο νομοθέτης έχει περιορίσει την εξουσία του Διευθυντή κατά την εξέταση των αιτήσεων εγκλωβισμένων αγοραστών σε συγκεκριμένα σημεία, κανένα εκ των οποίων έχει τεθεί στην ένσταση της αιτήτριας προς τον Διευθυντή». Ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης αναφέρει τα εξής: Στο επίδικο ακίνητο είχαν ανεγερθεί δύο κατοικίες, η μία εκ των οποίων αγοράστηκε από τον Καθ' ου η αίτηση 3 και η άλλη από τρίτο πρόσωπο. Οι Καθ' ων η αίτηση 2 υπέβαλαν αίτηση διαχωρισμού (Αριθμός φακέλου ΑΧ 1627/2009). Με την ολοκλήρωση του διαχωρισμού, οι δύο κατοικίες απέκτησαν ξεχωριστούς τίτλους (αριθμοί εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX). Η υποθήκη συνέχισε να βαρύνει και τα δύο ακίνητα. Και οι δύο αγοραστές καταχώρισαν Αίτηση «Εγκλωβισμένου Αγοραστή» (ΑΕΑ). Ο μεν Καθ' ου η αίτηση 3 την ΑΕΑ 1020/16, ο δε άλλος, την ΑΕΑ 1177/
  13. Στις 31.10.2017 το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/12661 μεταβιβάστηκε στον δικαιούχο αγοραστή του και εξαιρέθηκε της Υποθήκης XXXXX/
  14. Ο Καθ' ου η αίτηση 3 δεν ενημερώθηκε περί τούτου. Ο τελευταίος εξόφλησε πλήρως το τίμημα πώλησης. Διατείνεται πως η Υποθήκη μπορεί να μεταφερθεί σε άλλα ακίνητα, εγγεγραμμένα επ' ονόματι των Καθ' ων η αίτηση 2, τα οποία δεν βαρύνονται με Πωλητήρια Έγγραφα. Είναι η θέση του πως η αιτήτρια κωλύεται «εξ' επιείκειας λόγω συμπεριφοράς και εγγράφων και πράξεων» να υποστηρίζει την αίτηση, καθότι απάλλαξε από την Υποθήκη το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX και «άφησε» το ακίνητο του Καθ'ου η αίτηση 3, «από μόνο του» να την εξασφαλίζει. Κατά τον ομνύοντα δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου, ώστε το Διάταγμα να οριστικοποιηθεί. Τονίζει ιδιαίτερα πως η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού «απέκρυψε ουσιαστικά γεγονότα» και έδωσε στο Δικαστήριο μία «άλλη εικόνα». Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρησή του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 255]. Το Δικαστήριο, στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα, δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου του ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269, 270. Βέβαια, κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά τούτο γίνεται για να διαπιστωθεί απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το ζήτημα του κατ' επείγοντος. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατ' επείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954]. Επί του σημείου τούτου κρίνω πως με τα όσα η αιτήτρια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ικανοποιείτο το εν λόγω στοιχείο. Η αιτήτρια κατέδειξε πως εάν δεν εκδίδετο το Διάταγμα, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου θα προχωρούσε στη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση 3 και τα δικαιώματα της επί του συγκεκριμένου ακινήτου, θα επηρεάζοντο σε βαθμό που ενδεχομένως α μην ήταν αναστρέψιμα. Επανερχόμενη στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ώστε το προσωρινώς εκδοθέν Διάταγμα να οριστικοποιηθεί καθώς και στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα διαδικασία, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου και να καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύεται πως η Υποθήκη XXXXX/2006 ενεγράφη το 2006 προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχώρησε η αιτήτρια τράπεζα στους Καθ' ων η αίτηση 2. Το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο (ΠΩΕ 85/2007) καταχωρήθηκε το 2007. Η αιτήτρια ισχυρίζεται πως ο Νόμος 139(Ι)/2015, στην βάση του οποίου επιτρέπεται η εξάλειψη ή η μεταφορά υποθηκών και άλλων εμπράγματων βαρών, ώστε τα ακίνητα να μπορούν να μεταβιβαστούν, υπό τις προϋποθέσεις που ο συγκεκριμένος Νόμος καθορίζει, στους αγοραστές τους, είναι αντισυνταγματικός, καθότι παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα της. Έχει αναγνωριστεί νομολογιακά πως «ισχυρισμός για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής» [Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704]. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση η οποία είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, θεωρώ πως εν προκειμένω και αυτή ικανοποιείται. Όπως νομολογιακά έχει λεχθεί, ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια [Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1245]. Στην υπόθεση Μ. & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1977)1 Α.Α.Δ. 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν τίθεται θέμα μόνο χρηματικής αποζημίωσης. Όπως έχει προαναφερθεί οι όποιες ενέργειες του Διευθυντού του Κτηματολογίου, δυνατόν να επηρεάσουν τα δικαιώματα της αιτήτριας. Θεωρώ ότι εν προκειμένω έχει καταδειχθεί πως χωρίς την διατήρηση του Διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο, όπως έχω ήδη αναφέρει, προχωρεί και εξετάζει αν είναι «δίκαιον ή πρόσφορον», κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει το Προσωρινό Διάταγμα. Η απόφαση του Δικαστηρίου επί τούτου, αποτελεί προϊόν διακριτικής εξουσίας, η οποία ασκείται με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα που έχει ενώπιον του. Το κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί ένα παρεμπίπτον διάταγμα εξετάζεται, όπως συνηθίζεται να λέγεται, με αναφορά στο «ισοζύγιο της ευχέρειας» (balance of convenience), όρος ο οποίος αντανακλά στην επίδραση του μέτρου στα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, μέχρις ότου κριθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω πως για τους λόγους που έχω εκθέσει ανωτέρω, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος. Όσον φορά την εισήγηση του Καθ' ου η αίτηση 3 πως η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, δεν έχω να πω πολλά. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται, οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. [Demstar Limited ν. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ.597]. Το κριτήριο είναι κατά πόσο η αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ'αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω η εισήγηση του Καθ'ου η αίτηση 3, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το γεγονός πως στο υποθηκευμένο ακίνητο έχουν ανεγερθεί δύο κατοικίες, η μία εκ των οποίων έχει απαλλαγεί από την Υποθήκη ή το ότι οι Καθ' ων η αίτηση 2 έχουν εγγεγραμμένα επ' ονόματι τους και άλλα ακίνητα στα οποία μπορεί να μεταφερθεί η Υποθήκη, δεν θεωρώ πως είναι στοιχεία ουσιώδους σημασίας, η μη αποκάλυψη των οποίων καθιστά την απόφαση του Δικαστηρίου να εκδώσει το επίμαχο Διάταγμα μονομερώς, ακροσφαλή. Και τούτο με βάση το επίδικο θέμα της Κυρίως Αίτησης που είναι η αντισυνταγματικότητα ή μη του Νόμου 139(Ι)/
  1. Καταληκτικά θεωρώ πως για τους προαναφερόμενους λόγους, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να οριστικοποιηθεί και οριστικοποιείται. Τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της Κυρίως Αίτησης οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και σε βάρος του Καθ'ου η αίτηση
  2. (Υπ.) ............. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.