← Κύπρος

Οράτη κ.α. ν. Νεοφύτου, Αρ. Αγωγής: 3907/2013, 30/4/2020

Οράτη κ.α. ν. Νεοφύτου, Αρ. Αγωγής: 3907/2013, 30/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3907/2013 Μεταξύ: xxxxxxxx Οράτης Ενάγοντος και xxx xxxxxxx Νεοφύτου Εναγομένου Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 19.9.2017 Μεταξύ:

  1. xxxxxxx Οράτη
  2. xxxxxxxxx Βεζούβιου ως διαχειριστές ης περιουσίας του αποβιώσαντα xxxxxx Οράτη Εναγόντων και xxxxxx xxxxxxx Νεοφύτου Εναγομένου Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Ε. Οικονόμου με κα Φελλά για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κα Μ. Κόκκινου με κα Κ. Καρσού για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο xxxxxx Οράτης ήγειρε την παρούσα αγωγή το
  3. Δυστυχώς όμως, απεβίωσε την 22.2.2017 (στο εξής «ο αποβιώσας»). Η αγωγή προωθείται πλέον από τους διαχειριστές της περιουσίας του. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, περί τις 11.10.1995, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (στο εξής «η τράπεζα») παραχώρησε στον Εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις για το ποσό των Λ.Κ.£4.000 ή €6.853,
  4. O αποβιώσας εγγυήθηκε τον Εναγόμενο για την ακριβή εκτέλεση των όρων της εν λόγω συμφωνίας. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να εξοφλήσει την οφειλή στην τράπεζα, με αποτέλεσμα στις 20.11.1997 το χρέος να καταστεί ληξιπρόθεσμο και/ή απαιτητό. Έτσι, ο αποβιώσας κατέβαλε στην τράπεζα Λ.Κ.£6.490 ή €11.119,84 προς εξόφληση του χρέους. Έπειτα, ο αποβιώσας κάλεσε επανειλημμένως τον Εναγόμενο να επιστρέψει το ποσό που κατέβαλε για λογαριασμό του, αλλά ο Εναγόμενος αρνείται και/ή παραλείπει μέχρι σήμερα να ανταποκριθεί. Με την υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος εγείρει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις. Μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ότι το αγώγιμο δικαίωμα του αποβιώσαντα έχει παραγραφεί, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή και/ή ότι καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο καθότι η διαφορά αφορά περιουσιακές διαφορές συζύγων και/ή δωρεά και/ή χαριστική πληρωμή. Άνευ βλάβης των ενστάσεων, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οιοδήποτε ποσό καταβλήθηκε ήταν αποτέλεσμα της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας για εξόφληση και/ή πληρωμή από τον αποβιώσαντα ως δωρεά και/ή ως χαριστική πληρωμή στα πλαίσια του γάμου του Εναγομένου με την κόρη του αποβιώσαντα. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε επιστολή από δικηγόρους του αποβιώσαντος και/ή από τον ίδιο και/ή από την τράπεζα σε σχέση με οφειλόμενα ποσά και/ή καθυστερημένες δόσεις. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η μαρτυρία που προσφέρθηκε στο Δικαστήριο πρέπει να αξιολογηθεί, για να μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (βλ. Ιωάννου ν. Παλάζη

(2004)1 Α.Α.Δ. 576). Η αποτίμηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει κάθε διάδικος (βλ. Wynne v. Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερομηνίας 22/5/2015). Παρακολούθησα τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης μαρτυρία και αξιολόγησα την εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή γνώσης, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th ed., σελίδα 251). Το Δικαστήριο μπορεί είτε να αποδεχθεί στο σύνολο την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει το άλλο μέρος το οποίο θεωρεί λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης (βλ. Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2Α.Α.Δ. 266). Για αξιολόγηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχω επίσης κατά νου ότι διάσταση της μαρτυρίας με τις δικογραφημένες θέσεις ενός διαδίκου είναι κάτι που προσμετράται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Σοφοκλέους v. Τσεσμελόγλου
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1153). Πρέπει τέλος να επισημάνω ότι το έργο της αξιολόγησης γίνεται πάντοτε σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα ως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα, τα οποία είναι ο απόλυτος οδηγός σε μια αγωγή. Οτιδήποτε εκφεύγει από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν δύο μάρτυρες εκ μέρους των Εναγόντων, ήτοι η Ενάγουσα 1 και η xxxxxxxx Οράτη (ΜΕ). Για την υπεράσπιση κατέθεσε μόνο ο Εναγόμενος. Πιο κάτω, παραθέτω με την μέγιστη δυνατή πληρότητα όσα ανέφερε ο καθένας και παράλληλα αξιολογώ την εν λόγω μαρτυρία. Ενάγουσα 1 Η Ενάγουσα 1 είναι κόρη του αποβιώσαντος. Κατόπιν διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, οι Εναγόμενοι διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας του. Σύμφωνα με την Ενάγουσα 1, ο Εναγόμενος ήταν παντρεμένος με την αδελφή της, από το 1994 έως το
  1. Στις 11.10.1995 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (στο εξής «η τράπεζα») παραχώρησε στον Εναγόμενο πιστωτική διευκόλυνση υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο Λ.Κ£4.000 ή €6.853,52 (στο εξής «συμφωνία πίστωσης»). Σκοπός της συμφωνίας ήταν η εξόφληση υποχρεώσεων που αφορούσαν την λειτουργία μιας καφετέριας που ανέλαβε ο Εναγόμενος. Ο αποβιώσας, η μητέρα της Ενάγουσας 1 και η πρώην σύζυγος του Εναγομένου, εγγυήθηκαν τον τελευταίο στις υποχρεώσεις του προς την τράπεζα (στο εξής «σύμβαση εγγύησης»). Σύμφωνα με την Ενάγουσα, ήταν ρητός όρος της συμφωνίας πίστωσης και της συμφωνίας εγγύησης ότι σε περίπτωση που ο Εναγόμενος παραλείψει να πληρώνει τακτικώς και ανελλιπώς το οφειλόμενο ποσό, η τράπεζα εδικαιούτο να απαιτήσει την πληρωμή σε πρώτη ζήτηση. Σύμφωνα πάντα με την Ενάγουσα 1, ο Εναγόμενος παρέλειψε να εξοφλήσει την οφειλή του ή/και ξεπέρασε κατά πολύ το όριο που του παραχωρήθηκε. Έτσι, η τράπεζα ζήτησε από τον Εναγόμενο, αλλά και από τους εγγυητές, περιλαμβανομένου και του αποβιώσαντος, να εξοφλήσουν ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Εξαιτίας της συμπεριφοράς του Εναγομένου και λόγω του ότι το χρέος του στην τράπεζα κατέστη απαιτητό, στις 20.11.1997 ο αποβιώσας κατέβαλε στην τράπεζα Λ.Κ.£6.490 . ήτοι €11,088.82 προς εξόφληση της οφειλής του Εναγομένου (βλ. Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με την Ενάγουσα 1, ο αποβιώσαντας ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Εναγόμενο σε σχέση με την εξόφληση του πιο πάνω ποσού ως χαριστική πληρωμή ή δωρεά στα πλαίσια του γάμου του Εναγόμενου με την αδελφή της. Ήταν η θέση της, ότι ο αποβιώσας αναγκάστηκε να πληρώσει το εν λόγω ποσό καθώς είχε υποχρέωση να το πράξει, δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης που είχε υπογράψει, αλλά και για τον λόγο ότι δεν ήθελε να αφήσει εκτεθειμένες τις συνεγγυήτριες του. Μετά την καταβολή του πιο πάνω ποσού, ο αποβιώσας κάλεσε επανειλημμένως τον Εναγόμενο να του το επιστρέψει. Ο εναγόμενος μέχρι σήμερα δεν κατέβαλε κανένα χρηματικό ποσό. Αξιολογώντας την μαρτυρία της Ενάγουσας 1, σημειώνω ότι ήταν εμφανές ότι πολλά από όσα ανέφερε δεν προκύπτουν από ίδια γνώση των γεγονότων. Έτσι, η βοήθεια της σε σχέση με βασικά επίδικα ζητήματα, όπως για το ότι το χρέος προς την τράπεζα κατέστη απαιτητό, ή αναφορικά με τον λόγο που ο πατέρας της κατέβαλε το ποσό χωρίς να λάβει γραπτή ειδοποίηση από την τράπεζα, ήταν περιορισμένη. Ήταν η θέση της Ενάγουσας ότι η ειδοποίηση από την τράπεζα έγινε προς του εγγυητές τηλεφωνικώς καθότι ο πατέρας της είχε πολύ καλές σχέσεις με τον τραπεζίτη. Σε υποβολή ότι ουδέποτε η τράπεζα όχλησε τον πατέρα της ή τους άλλους εγγυητές να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό, η Ενάγουσα 1 είπε απλά ότι από τη στιγμή που ήταν εγγυητές οφείλουν να πληρώσουν. Εν τέλει, είπε ότι δεν ξέρει λεπτομέρειες και απλά μεταφέρει όσα άκουσε από τον πατέρα της. Η μάρτυρας δεν έδωσε ξεκάθαρες απαντήσεις ούτε για τον λόγο της καθυστέρησης στην προώθηση της απαίτησης του αποβιώσαντος εναντίον του Εναγομένου. Είπε αφενός ότι ο πατέρας της δεν είχε στείλει οποιαδήποτε επιστολή στον Εναγόμενο, αλλά τον οχλούσε τηλεφωνικώς για τρία χρόνια. Αφετέρου, είπε ότι ο αποβιώσας είχε καρδιακό επεισόδιο το 1998 και έτσι δεν μπήκε στην διαδικασία να κινήσει αγωγή. Εν τέλει, η Ενάγουσα είπε ότι ο πατέρας της είχε «κουρευτεί» στη Λαϊκή Τράπεζα το 2013, και τότε ήταν που αναζήτησε τρόπους να εισπράξει χρήματα που είχε δώσει στο παρελθόν. Σε τελική ανάλυση, η Ενάγουσα είπε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο ο πατέρας της καθυστέρησε να κινήσει αγωγή. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και αξιολογώντας την συνολική εμφάνιση της εν λόγω μάρτυρος, αποδέχομαι όσα είπε σε σχέση με την σύναψη των συμφωνιών πίστωσης και εγγύησης. Αποδέχομαι επίσης όσα ανέφερε σε σχέση με την κατάθεση του ποσού των Λ.Κ.£6.490 στον λογαριασμό που αφορά η επίδικη συμφωνία πίστωσης. Εξάλλου, τα πιο πάνω γεγονότα επιβεβαιώνονται και από τα σχετικά τεκμήρια που η Ενάγουσα παρουσίασε (βλ. Τεκμήρια 3, 4 και 5). Κατά τα λοιπά, από την μαρτυρία της Ενάγουσας 1 δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα. xxxxxxxx Οράτη (ΜΕ) Η ΜΕ ήταν σύζυγος του Εναγομένου και θυγατέρα του αποβιώσαντος. Αναγνώρισε την συμφωνία πίστωσης που είχε υπογράψει ο Εναγόμενος ως πρωτοφειλέτης καθώς και την συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε η ίδια και οι γονείς της. Παρά το ότι ως εγγυήτρια, αλλά και ως τότε σύζυγος του Εναγομένου ήταν ή αναμενόταν να είναι σε θέση να γνωρίζει τι είχε λάβει χώρα κατά την επίδικη περίοδο, εντούτοις η μαρτυρία της δεν ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική. Έχοντας κατά νου την παρουσία της μάρτυρος, αποδέχομαι την αναφορά της ότι σε κάποιο χρονικό σημείο υπήρχαν καθυστερήσεις στις πληρωμές για τις οποίες η τράπεζα ειδοποίησε τηλεφωνικά τους εγγυητές. Αποδέχομαι επίσης ότι ο Εναγόμενος γνώριζε για τις καθυστερήσεις και ότι η τράπεζα είχε προηγουμένως ενημερώσει και αυτόν. Η μάρτυρας όμως δεν έδωσε λεπτομέρειες αναφορικά με τον χρόνο και τρόπο που έγιναν οι εν λόγω ενημερώσεις. Εναγόμενος Κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ο Εναγόμενος είπε ότι παντρεύτηκε με την xxxxxxx Οράτη το 1994 και περιήλθαν σε διάσταση το
  2. Χώρισαν επίσημα το
  3. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, η τράπεζα ουδέποτε τον όχλησε για να πληρώσει το ποσό της πιστωτικής διευκόλυνσης. Ο Εναγόμενος αναφέρθηκε σε ζητήματα που εκφεύγουν των δικογράφων και δεν θα ληφθούν υπόψη, όπως το ότι η σύμβαση πίστωσης έγινε για να αγοράσουν εξοπλισμό και να ανοίξουν μια καφετέρια, ότι στην καφετέρια εργάζονταν και άλλα μέλη της οικογένειας και ότι η καφετέρια λειτούργησε μέχρι το
  4. Κατά τα λοιπά, έχω την άποψη ότι ο Εναγόμενος δεν αποκάλυψε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν ο άμεσα εμπλεκόμενος και αναμενόταν από αυτόν να ρίξει φως σε ουσιαστικές πτυχές της υπερασπιστικής του γραμμής. Παρά ταύτα, είπε ότι δεν γνώριζε καν ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ανήλθε στις Λ.Κ.6.490 καθότι η xxxxxxx Οράτη, είχε αναλάβει τα οικονομικά της καφετέριας. Προσπάθησε να υποστηρίξει ότι δεν γνώριζε τίποτε για την πρόθεση του αποβιώσαντα να πληρώσει το χρέος. Όπως είπε, είχε έρθει η xxxxxxxxx και του ανακοίνωσε ότι ο πατέρας της πλήρωσε το χρέος για να αναλάβει την καφετέρια μαζί με τον αδελφό της και τον πατέρα της. Είναι τουλάχιστον παράδοξο το ότι ο Εναγόμενος, κατά τον ισχυρισμό του, δεν είχε γνώση για τα οικονομικά της επιχείρησης στην οποία εργαζόταν. Είναι επίσης παράδοξο το ότι, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, αποφάσισαν άλλοι χωρίς αυτόν για το ότι θα αναλάβουν την καφετέρια. Έχοντας κατά νου την συνολική παρουσία του Εναγομένου και αξιολογώντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, κρίνω ότι αυτή στερείται πειστικότητας και την απορρίπτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 84 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 προβλέπει τα ακόλουθα: «"Σύμβαση εγγύησης" είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο· το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής". Το άρθρο 98 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 προνοεί ότι: «Αν το χρέος, για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, καταστεί απαιτητό ή ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωση που καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής, με την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη». Το άρθρο 103 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 προβλέπει τα ακόλουθα: «Σε κάθε σύμβαση εγγύησης περιέχεται σιωπηρή υπόσχεση του πρωτοφειλέτη για κάλυψη του εγγυητή και ο εγγυητής δικαιούται να αναζητήσει από τον πρωτοφειλέτη κάθε ποσό καλώς καταβληθέν από αυτόν δυνάμει της εγγύησης αλλά δεν δύναται να αναζητήσει ποσό κακώς καταβληθέν». Όπως το αντιλαμβάνομαι, τα άρθρα 98 και 103 του Κεφ.149 αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας ανάγκης, ήτοι να δοθεί στον εγγυητή θεραπεία εναντίον του πρωτοφειλέτη σε σχέση με χρηματικά ποσά που κατέβαλε ο πρώτος. Στην περίπτωση του άρθρου 98 του Κεφ.149, ο εγγυητής αποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν εξασφαλίσεις, δικαίωμα επίσχεσης, κυμαινόμενα ομόλογα, δικαίωμα στο συμβατικό επιτόκιο μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή κ.ο.κ. Στην περίπτωση του άρθρου 103 του Κεφ.149, καθιερώνεται σιωπηρό δικαίωμα κάλυψης, με βάση το οποίο ο εγγυητής έχει, εκτός αν η σύμβαση προβλέπει διαφορετικά, άμεσο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του πρωτοφειλέτη για οιοδήποτε ποσό καλώς καταβληθέν. Παρά το ότι στην γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των Εναγόντων γίνεται αναφορά ότι η αγωγή προωθείται στην βάση του άρθρου 98 του Κεφ.149, έχω την άποψη ότι στην ουσία οι Ενάγοντες προωθούν το δικαίωμα του αποβιώσαντος για κάλυψη δυνάμει του άρθρου 103 του Κεφ.
  5. Και τούτο διότι, με την αγωγή δεν επιζητείται δήλωση ότι ο αποβιώσαντας έχει υποκατασταθεί στα δικαιώματα της τράπεζας ούτε αξιώνεται οτιδήποτε στην βάση της συμφωνίας πίστωσης. Εκείνο που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή είναι η αποζημίωση σε σχέση με ποσό που καταβλήθηκε πλέον νόμιμος τόκος από την ημερομηνία καταβολής του. Δεν επιζητείται επιτόκιο στη βάση των όρων της συμφωνίας πίστωσης. Εξάλλου, δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία είτε από την τράπεζα, είτε άλλως πως ότι με την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.£6.490 εξοφλήθηκε ολόκληρο το χρέος του πρωτοφειλέτη. Συνεπώς, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο αποβιώσαντας εκπλήρωσε όλα για τα οποία ευθύνεται, ώστε να υποκατασταθεί στα δικαιώματα της τράπεζας. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι όντως ο αποβιώσας κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.£6.490 σε πίστη του λογαριασμού που αφορά η επίδικη συμφωνία πίστωσης. Αυτό εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο. Η βασική διαφωνία των διαδίκων έγκειται στο ότι ο αποβιώσας κατέβαλε το ποσό που κατέβαλε, πριν το χρέος του Εναγομένου καταστεί απαιτητό και άρα δεν δικαιούται να το ανακτήσει. Έχω εντοπίσει στην νομολογία αναφορές ότι ο εγγυητής δεν δικαιούται να επιταχύνει το σιωπηρό του δικαίωμα για κάλυψη, πληρώνοντας το χρέος πριν αυτό καταστεί απαιτητό (βλ. Coppin v. Gray
(1842)1Y&Z. Ch. Cas. 205). Οι δε Ενάγοντες με παρέπεμψαν στην ακόλουθη περικοπή από το σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 3η έκδοση σελ. 487 παρ. 896: «The payment made by a surety under his guarantee is not treated as a payment made by him voluntarily, and he need not, in order to be entitled to recover contribution, show that he abstained from paying the creditor until compelled by the latter to pay.» Έχω την άποψη ότι για να αποφασιστεί το ζήτημα πρέπει να εξεταστεί η φύση της συμφωνίας εγγύησης. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Δίκαιο των Συμβάσεων 2014 του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, τόμος Β' σελ. 876-877, η σύμβαση εγγύησης έχει μια δευτερογενή φύση καθότι ενεργοποιείται μόνο όταν υπάρχει παράβαση από τον πρωτοφειλέτη των δικών του υποχρεώσεων. Έχοντας τούτο κατά νου, θεωρώ ότι έχει καίρια σημασία για την παρούσα αγωγή, το κατά πόσον υπάρχει αξίωση της τράπεζας εναντίον του πρωτοφειλέτη. Στην υπόθεση Vossloh Aktiengesellschaft v Alpha Trains (UK) Ltd
(2010)EWHC 2443 (Ch) λέχθηκαν τα εξής: «There is no liability on the guarantor unless and until the principal has failed to perform his obligation. The guarantor is generally only liable to the same extent that the principal is liable to the creditor. This has the consequence that there is usually no liability on the part of the guarantor if the underlying obligation is void or unenforceable, or if the obligation ceases to exist (to which principle - the so-called principle of co-extensiveness - there are, however, a number of exceptions). It will depend upon the terms of the contract of suretyship whether a demand must be made on the principal or on the guarantor (or on both) in order to trigger the guarantor's obligation to pay. Many modern guarantees expressly negative the need for the creditor to make a demand on the principal or on the guarantor or to take any other given step before enforcing the guarantee.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναζητείται το περιεχόμενο της σύμβασης. Έτσι, είναι σημαντικό στο παρόν στάδιο να παρατεθούν κάποιες από τις πρόνοιες των συμφωνιών πίστωσης και εγγύησης. Σύμφωνα λοιπόν με τον όρο 5 της συμφωνίας πίστωσης (βλ. Τεκμήριο 3): «H πίστωσις αύτη θα είναι αορίστου χρονικής διαρκείας, θα δικαιούται όμως "η Τράπεζα" να ανακαλή την πίστωσιν ταύτην και να κλειη "τον λογαριασμόν" καθ' οιονδήποτε χρόνον και κατά την απόλυτον κρίσιν αυτής. Το κλείσιμον "του λογαριασμού" θα γίνηται δι' εγγράφου ειδοποιήσεως της Τραπέζης προς τον οφειλέτην δι' ής θα καλή τούτον να πληρώση αμέσως το οφειλόμενον χρεωστικόν υπόλοιπον "του Λογαριασμού" του, πλέον τόκους, προμήθειαν και έξοδα μέχρι της ημέρας της πληρωμής, άμα δε τη λήψει της εν λόγω εγγράφου ειδοποιήσεως "ο οφειλέτης" αναλαμβάνει την ευθύνην και την υποχρέωσιν να καταβάλη αμέσως εις "την Τράπεζαν" το ούτω οφειλόμενον ποσόν, προς εξόφλησιν.» Ο όρος 1 της συμφωνίας εγγύησης (βλ. Τεκμήριο 4) προνοεί ότι: «Άπαντες οι όροι και πρόνοιαι οι αναφερόμενοι εις την ως άνω Σύμβασιν Πιστώσεως θα δεσμεύωσιν ομοιομόρφως και εμέ αλληλεγγύως και προσωπικώς απέναντι «της Τράπεζας» Έχοντας τις πιο πάνω πρόνοιες κατά νου και με δεδομένη την δευτερογενή φύση της εγγύησης, έχω την άποψη ότι η εγγύηση θα ενεργοποιείτο μόνο με την αποστολή στον πρωτοφειλέτη της σχετικής έγγραφης ειδοποίησης απαίτησης. Αυτό ενισχύεται και από τον όρο 2 της συμφωνίας εγγύησης (βλ. Τεκμήριο 4) που προνοεί τα εξής: «Η εγγύησις μου αυτή και υποχρέωσις μου προς πληρωμή υφίσταται εις οιανδήποτε στιγμή καθ' ην «η Τράπεζα» ήθελε κλείσει τον εν προκειμένω λογαριασμόν ως εν τη ως άνω Σύμβασει Πιστώσεως προνοείται, μη υποχρεουμένης «της Τράπεζας» να στραφή κατά πρώτον δικαστικώς ή εξωδίκως κατά του «οφειλέτου» ή να πωλήσει το ενέχυρον» Στην Lombard Natwest Ltd. v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, αποφασίστηκε ότι κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του εγγυητή να αποπληρώσει ένα χρέος είναι ο τερματισμός του λογαριασμού, που στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού, συνιστά και πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Εν προκειμένω, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία για τον τερματισμό ή ανάκληση του λογαριασμού του Εναγομένου. Κατ' επέκταση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αποβιώσαντας κατέβαλε το ποσό που κατέβαλε δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης, αλλά για λόγο που παρέμεινε άγνωστος στο Δικαστήριο. Αν και οι Ενάγοντες δεν αναφέρονται καθόλου στο άρθρο 69 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, θα εξετάσω κατά πόσον η απαίτηση τους μπορεί να επιτύχει στην βάση αυτού. Το άρθρο 69 του Κεφ.149 προνοεί λοιπόν τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον στην καταβολή χρημάτων που οφείλονται κατά νόμο από άλλον, και συνεπεία αυτού καταβάλλει αυτά, έχει δικαίωμα να αποζημιωθεί από τον άλλο» Έχω την άποψη ότι για να πετύχει αξίωση στην βάση του εν λόγω άρθρου, πρέπει πρώτον να καταδειχθεί κάποιο συμφέρον από την καταβολή των χρημάτων και δεύτερον να καταδειχθεί ότι τα χρήματα καταβλήθηκαν λόγω ακριβώς αυτού του συμφέροντος. Στην παρούσα περίπτωση, έστω κι αν δεχθώ ότι το συμφέρον του αποβιώσαντος στην καταβολή των χρημάτων που όφειλε ο Εναγόμενος ήταν να απαλλαγεί από την συμφωνία εγγύησης, εντούτοις δεν έχω ενώπιον μου μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι αυτός ήταν και ο λόγος που ο αποβιώσας κατέβαλε το ποσό. Παρέμεινε άγνωστο αν ο αποβιώσας κατέβαλε το ποσό στην βάση κάποιας άλλης διευθέτησης με τον Εναγόμενο ή ακόμα και χαριστικώς. Μάλιστα δε, το γεγονός ότι ο αποβιώσας, για 16 ολόκληρα χρόνια δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για είσπραξη του ποσού που κατέβαλε, συνηγορεί μάλλον στο ότι τα χρήματα δεν καταβλήθηκαν για σκοπούς απλώς και μόνο απαλλαγής από την εγγύηση. Θα ήταν σχήμα οξύμωρο να πληρώνει κάποιος ένα σημαντικό ποσό χρημάτων με σκοπό να απαλλαγεί από μια εγγύηση, αλλά στην συνέχεια και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, να μην διεκδικεί αυτά τα χρήματα. Για τους ίδιους λόγους και συγκεκριμένα λόγω της αποτυχίας των Εναγόντων να αποδείξουν τον λόγο για τον οποίο ο αποβιώσας κατέβαλε τα χρήματα που κατέβαλε, θεωρώ ότι δεν μπορεί να επιτύχει αξίωση στην βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Το τελευταίο άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: "Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε.". Στην παρούσα περίπτωση, στην βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, η απουσία πρόθεσης του αποβιώσαντος να καταβάλει τα χρήματα χαριστικώς. Εξάλλου, δεν έχει προωθηθεί μέσα από την μαρτυρία η θέση ότι ο Εναγόμενος έχει επωφεληθεί της ενέργειας του αποβιώσαντος αδίκως (unjust). Με άλλα λόγια, δεν έχει καταδειχθεί ότι ο ισχυριζόμενος πλουτισμός του Εναγομένου είναι όντως άδικος. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.