Γενικός Διευθυντής Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Χρυσοστόμου, Αρ.Αγωγής:604/2016, 29/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ Αρ.Αγωγής:604/2016 Μεταξύ: Γενικός Διευθυντής Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγοντας και χχχχχχχ Χρυσοστόμου Εναγόμενος Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Κ. Κεραυνός Για Εναγόμενο: κ. Χρ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αγωγή, ο Ενάγοντας ζητά ποσό ύψους €1199,40 ως αποχετευτικά τέλη και/ή λόγω παράβασης συμβατικής υποχρέωσης και/ή στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ζητά επίσης νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού από 29.5.2015 και επαυξημένες και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για παράβαση συμβατικής υποχρέωσης και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με βάση τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτρια τεμαχίων γης στην Βιομηχανική Περιοχή Λάρνακας. Τα εν λόγω ακίνητα τυγχάνουν διαχείρισης από τον Ενάγοντα. Δυνάμει σύμβασης που υπέγραψε με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος μίσθωσε ένα βιομηχανικό τεμάχιο («το μισθίο») στην Βιομηχανική Περιοχή Λάρνακας. Δυνάμει του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου ν.1/71, το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας (στο εξής «το Συμβούλιο») έχει επιβάλει στον Ενάγοντα αποχετευτικά τέλη για το έτος 2014 ύψους €1199,40. Ο Ενάγοντας κατέβαλε το εν λόγω ποσό στο Συμβούλιο και ακολούθως, κάλεσε τον Εναγόμενο όπως του το καταβάλει, δυνάμει όρου της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, σύμφωνα με τον οποίο ο μισθωτής έχει υποχρέωση να καταβάλει όλους τους οφειλόμενους φόρους και/ή τέλη και/ή δικαιώματα και/ή επιβαρύνσεις, που βαρύνουν το μίσθιο και οποιαδήποτε υποστατικά επί αυτού. Ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στην επιστολή του Ενάγοντα και παραλείπει μέχρι σήμερα να καταβάλει το πιο πάνω ποσό. Με την υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι ήταν μισθωτής και κάτοχος του μισθίου, δυνάμει γραπτής σύμβασης που υπέγραψε με τον Ενάγοντα. Ισχυρίζεται όμως ότι ο Ενάγοντας δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του και/ή εμποδίζεται από την συμπεριφορά και τις πράξεις και/ή τις παραλείψεις του να εγείρει και να προωθεί την αγωγή και/ή ότι η αγωγή είναι πρόωρη. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις της επίδικης συμφωνίας δεν προνοούν την καταβολή αποχετευτικών τελών εκ μέρους του Εναγόμενου, εφόσον αυτά είναι πληρωτέα από τον Ενάγοντα σύμφωνα με τον νόμο και τους σχετικούς κανονισμούς. Πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι όροι της συμφωνίας μίσθωσης ήταν συνταγμένοι εκ των προτέρων και του επιβλήθηκαν μονομερώς. Επίσης, οι όροι που επιβάλουν την πληρωμή μελλοντικών τελών είναι καταχρηστικοί και/ή γενικοί και/ή αόριστοι και/ή άκυροι και/ή παράνομοι και/ή άνευ εννόμου αποτελέσματος. Περαιτέρω, όπως υποστηρίζει, δεν έχει αναδρομική υποχρέωση καταβολής αποχετευτικών τελών, εφόσον κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δεν υπήρχε πρόνοια πρόθεση για αποχετευτικό σύστημα και για σχετικά τέλη. Ισχυρίζεται τέλος ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν μετριάσουν τις ζημιές και επιβαρύνθηκαν με περαιτέρω έξοδα, πρόστιμα και τόκους για τα οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος. Μαρτυρία Ενάγοντα Για τον Ενάγοντα κατέθεσε η χχχχχχχ Γεωργιάδη (ΜΕ), Ανώτερη Επιθεωρητής στο Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Σύμφωνα με αυτή, ο Ενάγοντας είναι αρμόδιος για τη διαχείριση των τεμαχίων γης που βρίσκονται στις Βιομηχανικές Περιοχές, τα οποία αποτελούν ιδιοκτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατόπιν αιτήματος προς τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος, έχει συμβληθεί με τον πρώτο στις 3.7.1978 (βλ. Τεκμήριο Α) για μίσθωση ενός βιομηχανικού τεμαχίου (το μισθίο) στην Βιομηχανική Περιοχή Αραδίππου επαρχίας Λάρνακας, επί του οποίου ανήγειρε υποστατικό και το οποίο κατέχει μέχρι σήμερα. Η συμφωνία ήταν για 33 έτη, με δικαίωμα ανανέωσης για άλλες 2 περιόδους 33 ετών. Η 1η περίοδος ολοκληρώθηκε το 2011 και με αίτημα του Εναγόμενου, ανανεώθηκε για άλλα 33 έτη, χωρίς ο Εναγόμενος να ζητήσει επαναδιαπραγμάτευση οποιουδήποτε όρου. Μεταξύ των όρων της συμφωνίας είναι και ο όρος 5(
- xi)που προνοεί ότι ο μισθωτής βαρύνεται με όλους του νυν και μελλοντικούς φόρους, τέλη, δικαιώματα και επιβαρύνσεις. Η ΜΕ παρουσίασε Οικονομική Κατάσταση Πελάτη (βλ. Τεκμήριο Β) που εκδόθηκε από το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας. Είναι η θέση της ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε τα αποχετευτικά τέλη για τα έτη 2004 έως 2012. Από το 2013 μέχρι σήμερα αμελεί και/ή αρνείται να το πράξει. Έτσι, ο Ενάγοντας απέστειλε διπλοσυστημένη επιστολή ημερομηνίας 23.4.2014 (βλ. Τεκμήριο Γ) κοινοποιώντας την απαίτηση του για καταβολή των τελών του 2013. Ακολούθησε νέα επιστολή από τον Δικηγόρο του Ενάγοντα ημερομηνίας 14.8.2014 (βλ. Τεκμήριο Δ) και πάλι σε σχέση με τα τέλη του 2013. Στις 28.4.2015, ο Ενάγοντας απέστειλε νέα διπλοσυστημένη επιστολή για τα τέλη που αφορούν το έτος 2014 (βλ. Τεκμήριο Ε). Ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις εν λόγω επιστολές. Έτσι, ο Ενάγοντας προχώρησε σε καταβολή των τελών και αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό που έχει ζημιώσει, ήτοι €1.199,40. Μαρτυρία Εναγομένου Με την γραπτή μαρτυρία που κατέθεσε στο Δικαστήριο, ο Εναγόμενος αναφέρει ότι όντως ενοικίασε μέρος ακινήτου μέσω του Ενάγοντα. Αναφέρει επίσης ότι δυνάμει της συμφωνίας, η εναγόμενη εταιρεία (προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος) είναι νόμιμη κάτοχος του ακινήτου και η δικαιούμενη στην απρόσκοπτη και ελεύθερη κατοχή και χρήση του και των επ' αυτού οικοδομών. Σύμφωνα δε με τον Εναγόμενο, οι όροι και προϋποθέσεις της συμφωνίας δεν προνοούν την καταβολή αποχετευτικών τελών από τον ίδιο, εφόσον αυτά είναι πληρωτέα από τον Ενάγοντα. Ο ίδιος δεν έχει αναδρομική υποχρέωση καταβολής αποχετευτικών τελών καθότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας δεν υπήρχε πρόθεση για αποχετευτικό σύστημα, ούτε μπορούσε να προβλεφθεί η υποχρέωση πληρωμής αποχετευτικών τελών. Μέχρι και σήμερα δεν υπάρχει αποχετευτικό σύστημα συνδεδεμένο με το επίδικο ακίνητο, ούτε πρόκειται να συνδεθεί. Κατά τη θέση του, ο Ενάγοντας υποχρεούται να καταβάλει το εν λόγω ποσό ως η νομική του υποχρέωση. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος αναφέρει ότι οι όροι της σύμβασης ήταν προδιατυπωμένοι και επιβλήθηκαν από τον Ενάγοντα σε όλους τους μισθωτές βιομηχανικών ακινήτων. Ο ίδιος δεν είχε τη δυνατότητα να διαπραγματευθεί τους όρους της μίσθωσης, οι οποίοι επιβλήθηκαν μονομερώς από τον Ενάγοντα. Παρότι η σύμβαση ανανεώθηκε, εντούτοις καμία αλλαγή δεν επήλθε στους όρους αναφορικά με την πληρωμή των αποχετευτικών τελών. Τέλος, ο Εναγόμενος αναφέρει ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε απέστειλε οποιανδήποτε επιστολή με την οποία να τον ενημερώνουν ότι υποχρεούται να πληρώσει αποχετευτικά τέλη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όσον αφορά τα ζητήματα για τα οποία υπάρχει διαφωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές, το Δικαστήριο πρέπει να καταλήξει σε στέρεα ευρήματα, στην βάση αξιολόγησης της ενώπιον του μαρτυρίας. Θεωρώ ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου δηλαδή δεν υπάρχει δια ζώσης μαρτυρία και αναπόφευκτα η αξιολόγηση δεν περιλαμβάνει ως κριτήριο την εντύπωση που αποκομίζει το Δικαστήριο από την συνολική παρουσία ενός μάρτυρα, ως βασικό κριτήριο για αξιολόγηση της εν λόγω μαρτυρίας παραμένει αυτό καθ' αυτό το περιεχόμενο της. Εξάλλου, ακόμα και σε περιπτώσεις που δίνεται δια ζώσης μαρτυρία, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να θέτει την μαρτυρία αυτή στη βάσανο αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην την αποδέχεται ή την απορρίπτει στην βάση μόνο της εξωτερικής εντύπωσης που ο μάρτυρας προκαλεί (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν πρέπει να περιοριστεί σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα χωριστά αλλά πρέπει να συσχετίσει, να αντιπαραβάλει και να διερευνήσει την μαρτυρία μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και την σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται θεωρώ και η ανάγκη όπως η μαρτυρία ενός μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α ΑΑΔ 676). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει την ενώπιον μου μαρτυρία, δεν υπάρχει ανάμεσα στους διαδίκους ιδιαίτερη απόκλιση όσον αφορά τα γεγονότα. Είναι αδιαμφισβήτητο και καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο Ενάγοντας είναι αρμόδιος για διαχείριση βιομηχανικών τεμαχίων γης στην Βιομηχανική Περιοχή Λάρνακας και υπό αυτή την ιδιότητα, στις 3.7.1978 υπέγραψε με τον Εναγόμενο συμφωνία, με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία εκμίσθωσε στον Εναγόμενο ένα βιομηχανικό τεμάχιο γης στην Βιομηχανική Περιοχή Λάρνακας. Η εν λόγω συμφωνία είχε διάρκεια 33 έτη με δικαίωμα ανανέωσης για άλλες δύο περιόδους διάρκειας 33 ετών. Ο όρος 5(xi) της συμφωνίας προνοεί τα εξής: «Ο Μισθωτής υπέχει τα ακόλουθας υποχρεώσεις: . ... «( xi)Όπως φέρη το βάρος και καταβάλλη άπαντας τους νυν ή εν τω μέλλοντι οφειλόμενους φόρους, τέλη, δικαιώματα και πάσης φύσεως επιβαρύνσεις, αίτινες βαρύνουσι το μίσθιον και τα υποστατικά και καταβάλλονται αναφορικώς προς ταύτα, συμφώνως ταις διατάξεσι των εκάστοτε εν ισχύει νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, ανεξαρτήτως εάν ούτοι είναι διά νόμου ή κατ' έθιμο πληρωτέοι υπό του Εκμισθωτού ή άλλως πως, και όπως αποζημιώνει τον εκμισθωτή παν ποσόν όπερ ούτος ήθελε καταβάλει εις οιανδήποτε Αρχήν, υπό μορφήν εισφορών ή άλλως πως, αντί της πληρωμής των τοιούτων φόρων, τελών δικαιωμάτων και επιβαρύνσεων". Διαφωνία εκφράζουν οι διάδικοι για το κατά πόσον ο Εναγόμενος προσχώρησε στην σύμβαση και σε όλους τους όρους, με ελεύθερη συναίνεση. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι όροι της συμφωνίας του επιβλήθηκαν μονομερώς χωρίς να του δοθεί η δυνατότητα διαπραγμάτευσης. Θεωρώ ότι ο εν λόγω ισχυρισμός χαρακτηρίζεται από γενικότητα και αοριστία και στερείται πειστικότητας. Δεν έχουν παρουσιαστεί γεγονότα που να καταδεικνύουν αδιαλλαξία του Ενάγοντα στην διαπραγμάτευση οποιουδήποτε όρου της συμφωνίας. Προσθέτω επίσης ότι ο Εναγόμενος δεν έχει αμφισβητήσει ότι η 1η περίοδος ενοικίασης ολοκληρώθηκε το 2011 και με αίτημα του ιδίου, ανανεώθηκε για άλλα 33 χρόνια, χωρίς να ζητήσει επαναδιαπραγμάτευση οποιουδήποτε όρου. Ας σημειωθεί επίσης ότι ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ότι κατέβαλε χωρίς ένσταση τα αποχετευτικά τέλη που αντιστοιχούσαν στο μισθίο για τα έτη 2004 έως 2012. Τα μέρη διαφωνούν και για το κατά πόσον ο Ενάγοντας απέστειλε στον Εναγόμενο επιστολές κοινοποιώντας την απαίτηση του για καταβολή αποχετευτικών τελών. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή. Κατ' αρχάς πρέπει να επισημάνω ότι οι επιστολές ημερομηνίας 23.4.2014 και 14.8.2014 (Τεκμήρια Γ και Δ) και τα συνημμένα σε αυτές αποδεικτικά παραλαβής, δεν αποκαλύφθηκαν ενόρκως από τον Ενάγοντα και δεν γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία (βλ. Δ.28 Θ.3 Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Περαιτέρω, οι εν λόγω επιστολές αφορούν, σύμφωνα με την ΜΕ, αποχετευτικά τέλη του 2013 και άρα δεν σχετίζονται με τα επίδικα. Σε κάθε περίπτωση, υπενθυμίζω ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε από το ταχυδρομείο, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το βάρος απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο (βλ. Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9). Έχω την άποψη ότι, στην παρούσα περίπτωση, ο Ενάγοντας δεν το έχει αποσείσει καθότι ουδεμία αναφορά γίνεται στην διεύθυνση του Εναγομένου, ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία για αποστολή της επιστολής Τεκμήριο Ε μέσω ταχυδρομείου. Τέλος, αναφορά πρέπει να γίνει και στον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι το Τεκμήριο Β, ήτοι η αναλυτική κατάσταση που παρουσίασε η ΜΕ, δεικνύει ότι ο Εναγόμενος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Έχω την άποψη ότι σε σχέση με αυτό το ζήτημα, ο Εναγόμενος παραγνωρίζει το οφθαλμοφανές. Ότι δηλαδή η εν λόγω κατάσταση δεν έχει εκδοθεί από τον Ενάγοντα, αλλά από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας και δείχνει ακριβώς ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των €922,60 που αναλογεί στα αποχετευτικά τέλη για το έτος 2014, πλέον €76,90 ως τέλη όμβριων για το 2014 πλέον δύο πρόσθετες επιβαρύνσεις, ύψους €15,40 και €184,50 αντίστοιχα. Τα ποσά αυτά συμποσούνται σε €1.199,40, ποσό το οποίο ο Ενάγοντας διεκδικεί από τον Εναγόμενο. Σημειώνω εξάλλου ότι ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί με την μαρτυρία του ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε τα αποχετευτικά τέλη του 2014. Εκείνο που ισχυρίζεται είναι ότι ο Ενάγοντας είχε νομική υποχρέωση να το πράξει. Οι ουσιαστικές διαφωνίες των μερών άπτονται λοιπόν της ερμηνείας της σύμβασης. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος εισηγείται ότι δεν προνοείται στην επίδικη συμφωνία η καταβολή αποχετευτικών τελών καθώς επίσης και ότι δεν μπορεί να έχει αναδρομική υποχρέωση να καταβάλει αποχετευτικά τέλη. Παρεμφερής είναι και η θέση του ότι από τη στιγμή που τα τιμολόγια εκδίδονταν επ' ονόματι του Ενάγοντα, τότε υπόλογος είναι ο τελευταίος και όχι ο Εναγόμενος. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία των συμβάσεων αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων, όπως αυτή μεταδίδεται από το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο. Όπως λέχθηκε στην Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1Α Α.Α.Δ 168 η ερμηνεία εγγράφων είναι νομικό ζήτημα, που αποφασίζεται από το Δικαστήριο (βλ. Halfdan Grieg ν. Stirling Coal Corpn [1973] 1 All ER 545). Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις (βλ. Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623). Άρα οι λέξεις ερμηνεύονται ως έχουν (βλ. Chitty On Contracts - General Principles, 25η έκδοση, παρ. 765 και 766). Βέβαια, για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα ενός όρου γραπτής συμφωνίας, πρέπει το κείμενο να ερμηνεύεται συνολικά και όχι αποσπασματικά, ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση (βλ. Ανόρθωση ν. Απόλλων
(2002)1 (A) A.A.Δ. 518). Η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Στην υπόθεση Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G.C. Exhaust Systems Ltd,
(2001)1 ΑΑΔ σελ. 500 το Ανώτατο Δικαστήριο, επαναλαμβάνοντας την αρχή ότι μια σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά, πρόσθεσε τα εξής: «Σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες, μια σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης (βλ. Chitty on Contracts, General Principles, 27 εκ., παραγ. 12-053). Όπως το έθεσε ο Lord Cottenham L.C. στη Lloyd v. Lloyd
(1837)2 My. & Cr. 192, 202: "If the provisions are clearly expressed, and there is nothing to enable the court to put upon them a construction, different from that which the words import, no doubt the words must prevail; but if the provisions and expressions be contradictory and if there be grounds, appearing on the face of the instrument, affording proof of the real intention of the parties, then that intention will prevail against the obvious and ordinary meaning of the words". Σε μετάφραση: Αν οι πρόνοιες μιας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτε που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να τις ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό τους, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Αν όμως οι πρόνοιες και οι φράσεις είναι αντιφατικές και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου, οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων». Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω κατά νου, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση, το λεκτικό του όρου 5(xi) της επίδικης συμφωνίας, σε συνάρτηση με το όλο πνεύμα και σκοπό της συμφωνίας, δεν αφήνει αμφιβολία ότι πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν όπως ο Εναγόμενος βαρύνεται με κάθε μορφής («άπαντας») φόρους και τέλη που αφορούν το ακίνητο. Εδώ έχουμε μια σύμβαση, που μπορεί να φτάσει σε διάρκεια τα 99 έτη και αφορά χρήση γης και υποστατικών τα οποία επωφελούνται από υπηρεσίες κοινής ωφελείας. Είναι επόμενο ότι με τον επίδικο όρο τα μέρη ήθελαν να καλύψουν κάθε μορφής τέλος που αφορά υπηρεσίες που παρέχονται ήδη ή θα παρασχεθούν μελλοντικά στο ακίνητο. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι την θέση του Εναγομένου ότι στον όρο «τέλη», ως αυτός χρησιμοποιείται στην συμφωνία, δεν περιλαμβάνονται τα αποχετευτικά τέλη. Ούτε αποδέχομαι την θέση ότι η αξίωση του Ενάγοντα οδηγεί σε αναδρομική επιβολή τελών. Η συμφωνία προνοεί ρητά ότι ο Εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει τέλη είτε αυτά προνοούνταν κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας είτε θα επιβάλλονταν με οποιοδήποτε νόμο ή κανονισμό στο μέλλον (βλ. φράσεις «νυν ή εν τω μέλλοντι» και «εκάστοτε εν ισχύει νόμων»). Αυτό συνάδει, όπως ήδη επισημάνθηκε, με την μακροχρόνια φύση της συμφωνίας. Είναι επίσης αδιάφορο το γεγονός ότι μέχρι τον ουσιώδη χρόνο και ή μέχρι σήμερα δεν έχει κατασκευαστεί αποχετευτικό σύστημα. Διαφωτιστικό εν προκειμένω είναι το άρθρο 30
(1)(β) του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου ν.1/71, που ίσχυε κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας και εξακολουθεί να ισχύει. Το παραθέτω ꞉ «Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Συμβούλιον κέκτηται εξουσίαν όπως, εντός των ορίων της περιοχής του, επιβάλλη και εισπράττη δια τοιαύτην χρονικήν περίοδον και κατά τοιούτον τρόπον, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή- (β) εν τέλος επί των ιδιοκτητών ή κατόχων ακινήτου ιδιοκτησίας, οίτινες εξυπηρετούνται ή μέλλουν να εξυπηρετηθώσιν υπό των συστημάτων αποχετεύσεως λυμάτων ή επωφελούνται ή μέλλουν ή δύνανται να επωφεληθώσιν εκ των τοιούτων έργων.[.]». Επίσης, ο Κανονισμός 32 των περί Αποχετεύσεων Λάρνακας Κανονισμών Κ.Δ.Π. 350/91, ως τροποποιήθηκε, προνοεί ότι: ««32. Κάθε ιδιοκτήτης ή κάτοχος ακινήτου ή υποστατικού τo οπoίo βρίσκεται μέσα στηv περιοχή η oπoία θα εξυπηρετηθεί ή μπορεί vα εξυπηρετηθεί από τo σύστημα αποχέτευσης λυμάτων τoυ Συμβουλίου τo οπoίo θα κατασκευαστεί κατά τη διάρκεια της Πρώτης Φάσης τoυ Συστήματος Αποχέτευσης Λυμάτων Λάρνακας, όπως καθορίζεται σε σχέδια τα oπoία έχουν κατατεθεί στα γραφεία τoυ Συμβουλίου, πρέπει vα καταβάλλει ετήσιο τέλος τo οπoίo καθορίζει τo Συμβούλιο.[.]» Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας είναι εκ του νόμου υπόχρεος να καταβάλει τα σχετικά τέλη, πρέπει να παρατηρήσω κατ' αρχάς ότι η υποχρέωση, με βάση τον Νόμο και τους Κανονισμούς βαρύνει τόσο τον ιδιοκτήτη όσο και τον κάτοχο ενός ακινήτου. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Κανονισμός 37(α) της Κ.Δ.Π. 350/91 προνοεί ότι τα τέλη δυνάμει του κανονισμού 32, θα επιβάλλονται στον ιδιοκτήτη, εκτός αν αυτός δεν μπορεί να βρεθεί, οπότε θα επιβάλλονται στον κάτοχο. Θεωρώ ότι η εν λόγω πρόνοια καθορίζει απλά τον τρόπο με τον οποίο το Συμβούλιο θα επιδιώκει είσπραξη των τελών και δεν μπορεί να αναιρεί την υποχρέωση του κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας όπως αυτή πηγάζει από το άρθρο 30
(1)(β) του ν.1/
- Κάτι τέτοιο θα ήταν ultra vires του νόμου. Σε κάθε περίπτωση, έστω κι αν ήθελε κριθεί ότι ο Ενάγοντας ήταν ο εκ του νόμου υπόχρεος για την καταβολή των αποχετευτικών τελών και πάλιν η επίδικη συμφωνία δίνει σαφή και ξεκάθαρη απάντηση. Δυνάμει αυτής, ο μισθωτής επιφορτίζεται με την υποχρέωση να καταβάλλει τα τέλη, ανεξάρτητα αν αυτά ήταν βάσει νόμου ή εθίμου πληρωτέα από τον εκμισθωτή. Είναι περαιτέρω σαφές από τον σχετικό όρο της συμφωνίας ότι ο μισθωτής επιφορτίζεται με τη υποχρέωση όπως αποζημιώσει τον εκμισθωτή αν εκείνος κατέβαλε τα ποσά για τα οποία είχε αναλάβει ο μισθωτής έναντι του εκμισθωτή την υποχρέωση να τα καταβάλλει. Για τον ίδιο λόγο, είναι αδιάφορο ότι τυχόν τιμολόγια εκδίδονταν στο όνομα του Ενάγοντος. Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι εν προκειμένω, η αξίωση του Ενάγοντα στηρίζεται στην συμβατική υποχρέωση που ο Εναγόμενος ανέλαβε έναντι του πρώτου και όχι σε αξίωση που πηγάζει από τον νόμο ή διοικητική πράξη. Επισημαίνω ότι ο καθορισμός των αποχετευτικών τελών γίνεται από το Συμβούλιο δυνάμει του κανονισμού 32 της Κ.Δ.Π. 350/
- Εξωτερικεύεται δε με βάση τον Κανονισμό 35 της Κ.Δ.Π. 350/
- Εν προκειμένω, το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας γνωστοποίηση για τον καθορισμό των ετήσιων τελών αποχέτευσης για το έτος 2014 (βλ. ΚΔΠ 259/2014) καθορίζοντας τον τρόπο και τον χρόνο πληρωμής. Στην εν λόγω γνωστοποίηση αναφέρεται ρητά ότι οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι καλούνται να πληρώσουν έγκαιρα τους λογαριασμούς τους προς αποφυγή ταλαιπωρίας και πρόσθετης επιβάρυνσης. Όπως αναφέρεται στην Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας
(2000)3ΑΑΔ 311 η απόφαση που περιέχεται στην γνωστοποίηση αποτελεί ατομική πράξη. Παρότι δεν κατ' ονομάζει οποιονδήποτε, καθορίζει την πραγματική βάση που εξ αντικειμένου εξατομικεύει το περιεχόμενο της. Το μόνο που απομένει είναι η μηχανική εργασία αντιστοίχισης της κάθε περίπτωσης προς τα κριτήρια που τέθηκαν, προς εκτέλεση της απόφασης που ήδη λήφθηκε. Έχω την άποψη ότι ο Εναγόμενος είχε έννομο συμφέρον, ως υπόχρεος δυνάμει του νόμου για καταβολή των αποχετευτικών τελών να προσβάλει την πράξη με την οποία επιβλήθηκαν στο ακίνητο αποχετευτικά τέλη και τέλη ομβρίων υδάτων. Εντούτοις δεν το έπραξε. Ως εκ τούτου, εμποδίζεται να προσβάλλει την εγκυρότητα και ορθότητα επιβολής των εν λόγω τελών ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, το οποίο εν πάση περιπτώσει στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας (βλ. Philippa Estates Ltd κ.α. ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας
(2001)3 ΑΑΔ 1026). Περαιτέρω, θεωρώ ότι ο Εναγόμενος άδικα παραπονείται για το ότι δεν ειδοποιήθηκε για την απαίτηση των Εναγόντων για καταβολή των αποχετευτικών τελών καθώς με την προαναφερθείσα γνωστοποίηση ενημερώθηκε για την ανάγκη πληρωμής τους και για την ενδεχόμενη πρόσθετη ταλαιπωρία και επιβαρύνσεις στην περίπτωση που δεν πληρωθούν. Υπενθυμίζω εξάλλου ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος κατέβαλλε κανονικά τα αποχετευτικά τέλη που αφορούσαν το μισθίο από το 2004 μέχρι το 2012. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, κρίνω ότι ο Ενάγοντας απέδειξε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την αξίωση του για καταβολή του ποσού των €1199,40 ως αποζημίωση λόγω παράβασης συμβατικής υποχρέωσης του Εναγομένου. Θεωρώ όμως άνευ νομικού και πραγματικού ερείσματος, την απαίτηση του Ενάγοντα για επαυξημένες ή τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €1199,40 πλέον νόμιμο τόκο από της καταχώρισης της αγωγής μέχρι εξόφλησης πλέον δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)..................................... Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο