← Κύπρος

Aerocandia Aviation Services Cy Ltd ν. Γκιόκα, Αρ. Αγωγής: 479/2019, 31/7/2020

Aerocandia Aviation Services Cy Ltd ν. Γκιόκα, Αρ. Αγωγής: 479/2019, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 479/2019 Μεταξύ: Aerocandia Aviation Services Cy Ltd Ενάγοντες και χχχχχχ Γκιόκα Εναγόμενος Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο- Αιτητή: Χ. Μάρκου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: Μάρκος Π. Σπανός & Σια ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.4.

  1. Με αυτή αξιώνεται από τον Εναγόμενο το ποσό των €13,500 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Ειδικότερα, με βάση τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, όπως αυτή αρχικά καταχωρήθηκε, ο Εναγόμενος είναι μηχανικός αεροσκαφών. Εργάστηκε στους Ενάγοντες από 1.3.2014 μέχρι 4.12.2018, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ημερομηνίας 1.3.2014, 2.1.2015, 16.12.2015 και 30.11.
  2. Κατά τη διάρκεια της εργασίας του Εναγομένου στους Ενάγοντες, οι τελευταίοι μπορούσαν να προβαίνουν σε εκπαιδεύσεις επί διαφόρων τύπων αεροσκαφών για βελτίωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων και προσόντων του Εναγομένου. Για τους όρους κάθε εκπαίδευσης θα καταρτίζεται ιδιαίτερη σύμβαση μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου. Έτσι, πέραν των ως άνω συμβάσεων εργασίας, οι διάδικοι είχαν συνάψει 2 συμφωνίες ημερομηνίας 9.1.2017 και 8.3.2017 για εκπαίδευση του Εναγομένου επί διαφόρων τύπων αεροσκαφών (στο εξής «οι συμφωνίες εκπαίδευσης»). Συμφωνήθηκε ότι το συνολικό κόστος για κάθε μια από τις πιο πάνω εκπαιδεύσεις ανέρχεται σε €6.
  3. Οι Ενάγοντες ανέλαβαν να καλύψουν το εν λόγω κόστος με αντάλλαγμα την υποχρέωση του Εναγομένου να παρέχει υπηρεσίες ως μηχανικός αεροσκαφών αποκλειστικά στους Ενάγοντες για χρονικό διάστημα 3 ετών από το πέρας κάθε εκπαιδεύσεως, υπό την επιφύλαξη ανανέωσης της σύμβασης εργασίας του. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση αποχώρησης του Εναγόμενου πριν το πέρας του 1ου έτους μετά από την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, οφείλει να αποδώσει στους Ενάγοντες το σύνολο της δαπάνης εκπαίδευσης, πλέον 50% επί της εν λόγω δαπάνης ως ποινική ρήτρα. Σε περίπτωση αποχώρησης μετά τη συμπλήρωση του 1ου έτους αλλά πριν το πέρας του 2ου έτους από την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, οφείλει να αποδώσει στους Ενάγοντες ποσοστό 75% του συνόλου της δαπάνης εκπαίδευσης και το 75% της ποινικής ρήτρας. Σε περίπτωση αποχώρησης μετά τη συμπλήρωση του 2ου έτους, αλλά πριν πέρας του 3ου έτους από την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, θα οφείλει να αποδώσει προς του Ενάγοντες 50% του συνόλου της δαπάνης και το 50% της ποινικής ρήτρας. Ο Εναγόμενος ολοκλήρωσε τις πιο πάνω αναφερόμενες εκπαιδεύσεις. Εντούτοις, στις 5.9.2018, ειδοποίησε τους Ενάγοντες ότι αποφάσισε να παραιτηθεί από την εργασία του και/ή να τερματίσει την σύμβαση εργασίας, δίδοντας ειδοποίηση 90 ημερών. Με επιστολές ημερομηνίας 14.11.2018 και 4.12.2018, οι Ενάγοντες τον ενημέρωσαν για την υποχρέωση καταβολής €6.750 λόγω αποχώρησης πριν την πάροδο του 2ου έτους από το πέρας της εκπαίδευσης που έγινε με βάση την συμφωνία εκπαίδευσης ημερομηνίας 9.1.2017 και €6.750 λόγω αποχώρησης του πριν την πάροδο του 2ου από το πέρας της εκπαίδευσης που έγινε με βάση την συμφωνία εκπαίδευσης ημερομηνίας 8.3.
  4. Ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις εν λόγω επιστολές και έτσι τα εν λόγω ποσά διεκδικούνται με την παρούσα αγωγή. Πριν καταχωρίσουν την υπό κρίση αγωγή, οι Ενάγοντες είχαν εξασφαλίσει διάταγμα για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.4.2019 και με μονομερή αίτηση της ίδιας ημερομηνίας, οι Ενάγοντες εξασφάλισαν διάταγμα για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Το εν λόγω διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας παραμερίστηκε εκ συμφώνου στις 21.10.
  5. Οι Ενάγοντες είχαν στο μεταξύ καταχωρήσει άλλη αίτηση και είχαν εξασφαλίσει στις 2.10.2019 νέο διάταγμα για επίδοση της ειδοποίησης κλητήριου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Στις 7.11.2019, οι Ενάγοντες εξασφάλισαν διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο. Έτσι, στις 9.12.2019 επιδόθηκε στο εν λόγω γραφείο η ειδοποίηση κλητήριου εντάλματος, το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το διάταγμα ημερομηνίας 7.11.2019 και η μονομερής αίτηση με την οποία εξασφαλίστηκε το τελευταίο διάταγμα. Στις 3.1.2020, ο Εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Ταυτόχρονα, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία ζητά διάταγμα που να ακυρώνει το διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της ειδοποίησης κλητήριου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας και διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και/ή αναστέλλεται η αγωγή και/ή το κλητήριο ένταλμα και/ή της ειδοποίησης κλητήριου εντάλματος και/ή η επίδοση τους και/ή του διατάγματος που επέτρεψε την σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Βασικός προβαλλόμενος λόγος επιδίωξης των αιτούμενων θεραπειών είναι έλλειψη δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας κυπριακών Δικαστηρίων. Η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2 Θ. 2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 Δ.9 Θ.10, Δ.16 Θ.9, Δ.48 ΘΘ. 1-7, 8

(4), 9, Δ.39, Δ.64, στα άρθρα 21, 22, 29, 30, 31, 32, και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα άρθρα 20-23 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012, στον Κανονισμό 1393/07 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα που φαίνονται σε ένορκη δήλωση δικηγόρου από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο. Η ενόρκως δηλούσα επισημαίνει ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 προνοεί ότι ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει αγωγή μόνο ενώπιον δικαστηρίων του μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του και κάθε συμβατικός όρος που προνοεί το αντίθετο είναι άκυρος και μη δεσμευτικός. Έτσι, το γεγονός ότι ο Εναγόμενος - Αιτητής είναι Έλληνας που διέμενε και διαμένει μόνιμα στην Αθήνα και το γεγονός ότι η απαίτηση των Εναγόντων σχετίζεται με ατομική σύμβαση εργασίας, αποστερεί από τα κυπριακά Δικαστήρια δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η διαφορά αφορά θέμα που σχετίζεται με τις συμβάσεις εργασίας ημερομηνίας 1.3.2014, 2.1.2015, 16.12.2015 και 30.11.2017 τις οποίες και επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση. Επισημαίνει τους όρους που, κατά την θέση της, δείχνουν ότι οι συμβάσεις εργασίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις συμβάσεις εκπαίδευσης. Με λίγα λόγια, υποστηρίζει ότι όλες οι συμβάσεις αποτελούν κατ' ουσία ένα ενιαίο τρόπο με τον οποίο οι Ενάγοντες ως δυνατότεροι συμβαλλόμενοι επέλεξαν να ρυθμίσουν την σχέση εργασίας μεταξύ των ιδίων και του Εναγόμενου. Προς επίρρωση των θέσεων της, η ενόρκως δηλούσα παραπέμπει, μεταξύ άλλων, σε επιστολή των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 4.12.2018, (βλ. Τεκμήριο 3) με την οποία συνέδεσαν τη μισθοδοσία του τελευταίου με την υποχρέωση του για αποπληρωμή των δαπανών εκπαίδευσης. Ειδικότερα, με την εν λόγω επιστολή οι Ενάγοντες απαίτησαν το ποσό που ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος οφείλει λόγω παράβασης των συμφωνιών εκπαίδευσης, μειωμένο όμως κατά το ποσό που ο ίδιος είχε να λαμβάνει ως δεδουλευμένα στην βάση της συμφωνίας εργασίας. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν Ένσταση, βασιζόμενη στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.9 Θ. 10, Δ.16 Θ. 9, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, , στα άρθρα 21, 22, 29, 30, 31, 32, και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007, στα άρθρα 7
(1), 7
(5)και 25 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 και στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι Ένστασης: (α) Η αίτηση του Εναγόμενου είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη (β) Τα διατάγματα σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος και/ή επίδοσής του εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατης επίδοσης εκδόθηκαν καθόλα νομότυπα.΄ (γ) Τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι αρμόδια και/ή έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή. (δ) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή και/ή να επιληφθεί των αιτήσεων δυνάμει των οποίων εκδόθηκαν τα σχετικά διατάγματα. (ε) Τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης κάθε διαφοράς η οποία προκύπτει από συμφωνίες Εκπαίδευσης, δυνάμει σχετικής ρήτρας η οποία περιλαμβάνεται στις εν λόγω συμφωνίες. Στ) Τα γεγονότα που επικαλείται o Αιτητής δεν αποτελούν την αιτία αγωγής που οι Ενάγοντες προωθούν οι εναντίον του Εναγόμενου. (ζ) Τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση και/ή τη βάση αγωγής των Εναγόντων αφορούν αποκλειστικά συμφωνίες εκπαίδευσης ανεξάρτητες από οποιαδήποτε άλλη συμφωνία υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων. Για σκοπούς της αγωγής. o Εναγόμενος είναι οφειλέτης των Εναγόντων και όχι υπάλληλος. (η)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση καθ' ότι αυτή δεν αποτελεί εργατική διαφορά και/ή αφορά χρέος και/ή οφειλή. (θ) Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, δυνάμει του Κανονισμού 1215/2012 Η ένσταση στηρίζεται σε γεγονότα που φαίνονται σε ένορκη δήλωση δικηγόρου από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι οι Ενάγοντες επιβαρύνθηκαν με τις δαπάνες των εκπαιδεύσεων του Εναγόμενου. Με βάση τις συμφωνίες εκπαίδευσης, η απόσβεση των δαπανών αυτών θα γινόταν με την παροχή υπηρεσιών του Εναγόμενου προς τους Ενάγοντες για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Ο Εναγόμενος δεν συμπλήρωσε το χρονικό διάστημα που είχε συμφωνηθεί προκειμένου να επέλθει πλήρης απόσβεση των εν λόγω δαπανών. Με αυτό τον τρόπο, ο Εναγόμενος έγινε οφειλέτης των Εναγόντων και υπό αυτή την ιδιότητα ενάγεται. Επισημαίνει δε ότι οι συμφωνίες εκπαίδευσης, περιλαμβάνουν ρητή πρόνοια με βάση την οποία αυτές διέπονται από το Κυπριακό δίκαιο και κάθε διένεξη, ερμηνεία ή διαφορά, η οποία ήθελε προκύψει από αυτές, θα επιλύεται από τα δικαστήρια της Λάρνακας. Η υπό κρίση Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση κατά την οποία οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν, μέσω των αγορεύσεων τους, τις θέσεις τους τις οποίες και έχω μελετήσει με προσοχή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κάθε κλητήριο ένταλμα σφραγίζεται. Μόνο τότε θεωρείται ότι η αγωγή έχει ξεκινήσει (βλ. Δ.2 Θ.12). Στην περίπτωση δε που ο Εναγόμενος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, το πρώτο και επιτακτικό δικονομικό μέτρο για τη νομότυπη σφράγιση, και άρα έκδοση, κλητηρίου εντάλματος είναι η λήψη άδειας από το Δικαστήριο για την σφράγιση (βλ. Δ.2 Θ.2). Η παράλειψη εξασφάλισης τέτοιας άδειας, όταν αυτή απαιτείται, καθιστά όλες τις μεταγενέστερες διαδικασίες άκυρες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Unitica Enterprises Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 730) Συνυφασμένη με την άδεια σφράγισης κλητηρίου εντάλματος είναι και η εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Για να δοθεί η άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας, πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Μεταξύ άλλων, ο Ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα, κάτι που κρίνεται με βάση το αντικειμενικό συμπέρασμα επί των γεγονότων, όπως αυτά φαίνονται στις ένορκες δηλώσεις και όχι στην αξιολόγηση της ουσιαστικής τους αξίας (βλ. Nozaki & Co Ltd κ.ά. v. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1689). Περαιτέρω, για να δοθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη να εκδικαστεί στην Κύπρο. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό «υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος» (βλ. S.P.P. Projects Limited v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ. 762). Σχετικό είναι το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6, το οποίο προνοεί ότι: «3. Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως επιδοθεί κλητήριο ένταλμα εκτός της Δημοκρατίας όταν κρίνει, ότι η βάση της αγωγής προέκυψε από παράβαση ή κατ' ισχυρισμό παράβαση στη Δημοκρατία σύμβασης που συνάφθηκε οπουδήποτε ή σε σχέση με περιουσία που υπόκειται στους Νόμους της Δημοκρατίας ή ότι η βάση της αγωγής προέκυψε στη Δημοκρατία, και ότι σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η αγωγή είναι αγωγή η οποία δεν δύναται να εκδικαστεί αλλού παρά μόνο στη Δημοκρατία ή δύναται να εκδικαστεί ευχερέστερα στη Δημοκρατία παρά αλλού.» Επίσης, η Δ.6. Θ.1 προνοεί ότι: «Subject to section 15 of the Courts of Justice Law, Cap 11, service out of the jurisdiction of a writ of summons or notice of a writ of summons may be allowed by the Court or a Judge whenever-
  1. e)the action is one brought to enforce, rescind, dissolve, annul or otherwise affect a contract or to recover damages or other relief for or in respect of the breach of a contract-
  2. i)made in Cyprus; [..] or is one brought in respect of a breach committed in Cyprus of a contract wherever made, even though such breach was preceded or accompanied by a breach out of Cyprus which rendered impossible the performance of the part of the contract which ought to have been performed in Cyprus; or » Αν και το θέμα της δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο, εντούτοις είναι ορθό να επιλύεται το συντομότερο δυνατόν. Στην Μούρτζινος v. Global Cruises SA.
(1992)1 (Β) A.A.Δ. 1160 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το τι λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση θέματος δικαιοδοσίας: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιον του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank ν. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD, v.United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059.» (βλ. επίσης Sevegep Ltd v.United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729) Στρέφομαι στα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 10.9.2019, με την οποία οι Ενάγοντες ζήτησαν και έλαβαν διάταγμα για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, γίνεται αναφορά στις συμφωνίες εκπαίδευσης, οι οποίες και επισυνάπτονται. Οι Ενάγοντες ανέφεραν ότι οι συμφωνίες έχουν συναφθεί στην Κύπρο και οποιοδήποτε ποσό οφείλεται στους Ενάγοντες, δυνάμει αυτών, είναι πληρωτέο στην Κύπρο. Επισημαίνουν επίσης ότι με βάση τις εν λόγω συμφωνίες, τα μέρη έχουν συμφωνήσει ότι δικαιοδοσία για εκδίκαση της αγωγής έχουν τα Δικαστήρια της Λάρνακας. Τέλος, επισυνάπτουν επιστολή ημερομηνίας 5.9.2018, με την οποία ο Εναγόμενος τερμάτισε τις υπηρεσίες του στους Ενάγοντες. Στην βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε τόσο για την ύπαρξη καλής αιτίας αγωγής όσο και για την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και εξέδωσε διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας Το δικαίωμα του Εναγομένου να ακουστεί σε σχέση με το εν λόγω διάταγμα που λήφθηκε μονομερώς, εξασφαλίζεται μέσω της Δ.16 θ.9, η οποία παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει το διάταγμα. Στα πλαίσια του εν λόγω αιτήματος μπορούν να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση (βλ. υπόθεση S.P.P. Projects Limited (ανωτέρω)). Κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων, το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (βλ. Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 A.Α.Δ. 1030. Εν προκειμένω, ο Εναγόμενος δεν έχει αμφισβητήσει ότι οι συμβάσεις εκπαίδευσης έχουν συναφθεί στην Κύπρο. Ούτε έχει αμφισβητήσει το γεγονός ότι στις εν λόγω συμβάσεις περιλαμβάνεται ρητή πρόνοια ότι αυτές διέπονται «από το Κυπριακό Δίκαιο, κάθε δε διένεξη, ερμηνεία, ή διαφορά, η οποία ήθελε προκύψει από αυτήν, θα επιλύεται από τα Δικαστήρια της πόλης της Λάρνακας». Εκείνο που προβάλλεται από τον Εναγόμενο - Αιτητή είναι ότι το υπό κρίση αγώγιμο δικαίωμα σχετίζεται με ατομική σύμβαση εργασίας και ως τέτοιο εμπίπτει στις πρόνοιες των άρθρων 20
(1)και 22
(1)του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ημερομηνίας 12.12.2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής «Κανονισμός 1215/2012»). Ως πράξη ευρωπαϊκού δικαίου, ο Κανονισμός 1215/2012 εφαρμόζεται στην Κύπρο και υπερισχύει κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης, περιλαμβανομένων και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd,
(2010)1(A) A.A.Δ. 452). Τα άρθρα 20
(1)και 22
(1)του Κανονισμού 1215/2012 έχουν ως εξής: «20.
  1. Ως προς διαφορές από ατομικές συμβάσεις εργασίας, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη του άρθρου 6, του άρθρου 7 σημείο 5 και, όταν η διαδικασία κινείται κατά εργοδότη, του άρθρου 8 σημείο
  2. . . . 22.
  3. Ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει αγωγή μόνο ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του.» Το άρθρο 23 του ίδιου Κανονισμού προνοεί ότι: «Παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος είναι δυνατή μόνο με συμφωνία που: 1) είναι μεταγενέστερη της γένεσης της διαφοράς· ή 2) επιτρέπει στον εργαζόμενο να προσφύγει σε άλλα δικαστήρια εκτός από τα προβλεπόμενα στο παρόν τμήμα». Ο κανονισμός (ΕΕ)1215/2012 δεν ορίζει ούτε τον όρο «ατομική σύμβαση εργασίας» ούτε τον όρος «εργαζόμενος». Στην απόφαση C-47/14- Holterman Ferho Exploitatie κ.λπ. ημερομηνίας 10.9.2015, το ΔΕΕ κλήθηκε να απαντήσει ερώτημα σε σχέση με τα άρθρα 18 έως 21 του Κανονισμού 44/2001, τα οποία είναι πανομοιότυπα με τα άρθρα 20 έως 23 του Κανονισμού 1215/2012, οποίος αντικατέστησε τον πρώτο. Το ΔΕΕ επισήμανε ότι το ζήτημα του χαρακτηρισμού της σχέσης ενός προσώπου με μια εταιρεία δεν μπορεί να επιλυθεί βάσει της εθνικής νομοθεσίας (βλ. Kiiski, C‑116/06). Για να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα του κανονισμού, οι νομικές έννοιες που περιλαμβάνονται σε αυτό πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς και, επομένως, ομοιόμορφα στο σύνολο των κρατών μελών (βλ. Mahamdia, C‑154/11). Με αυτά κατά νου, το ΔΕΕ υπενθύμισε ότι με βάση την νομολογία του ιδίου, κύριο χαρακτηριστικό της εργασιακής σχέσης είναι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνσή του, υπηρεσίες έναντι των οποίων εισπράττει αμοιβή. Η ύπαρξη σχέσης εξάρτησης πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση σε συνάρτηση με όλα τα στοιχεία και όλες τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις των μερών (βλ. Balkaya C‑229/14). Επισήμανε επίσης ότι ο κανονισμός 44/2001 έχει ως σκοπό να διασφαλίσει στο αδύναμο συμβαλλόμενο μέρος μιας σύμβασης εργασίας ενισχυμένη προστασία από τους γενικούς κανόνες δικαιοδοσίας. Στην υπόθεση C-603/17 - Bosworth and Colin Hurley v Arcadia Petroleum Limited and Others ημερομηνίας 11.4.2019, αντικείμενο ερμηνείας ήταν τα άρθρα 18 έως 21 της Σύμβασης του Λουγκάνο του 2007, τα οποία είναι επίσης πανομοιότυπα με τα άρθρα 20 έως 23 του κανονισμού 1215/
  4. Ένα από τα ερωτήματα που κλήθηκε το ΔΕΕ να απαντήσει ήταν κατά πόσον οι Εναγόμενοι, που κατείχαν διευθυντικές θέσεις στην υπηρεσία των Εναγόντων, συνδέονταν με «ατομική σύμβαση εργασίας» και αν μπορούσαν να χαρακτηριστούν «εργαζόμενοι», κατά την έννοια του άρθρου 18 της Συμβάσης. Στην τελευταία υπόθεση, τονίστηκε ότι η έννοια του «εργαζομένου» πρέπει να ορίζεται με αντικειμενικά κριτήρια που χαρακτηρίζουν την εργασιακή σχέση ανάλογα με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών. Με παραπομπή τόσο στην υπόθεση Kiiski C-116/06 όσο και στην Holterman Ferho Exploitatie C-47/14 (ανωτέρω), το ΔΕΕ επανέλαβε ότι το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσης εργασίας είναι ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, σε άλλο και υπό τις οδηγίες του, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή. Η σχέση εργασίας προϋποθέτει σχέση εξάρτησης μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη και η ύπαρξη σχέσης εξάρτησης πρέπει να εκτιμάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σε συνάρτηση με όλα τα στοιχεία και όλες τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις των μερών. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και σε δύο αγγλικές υποθέσεις. Στην Samengo - Turner v J & H Marsh and McLennan (Services) Ltd [2007] EWCA Civ 723, οι Ενάγοντες, κάτοικοι Αγγλίας, είχαν υπογράψει σύμβαση εργασίας σε όμιλο εταιρειών με την ονομασία MMC και έδρα τη Νέα Υόρκη. Παράλληλα, υπέγραψαν μια συμφωνία για φιλοδώρημα (bonus agreement), στην οποία υπήρχε ρήτρα για αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Νέας Υόρκης. Η παραχώρηση του φιλοδωρήματος τελούσε υπό τον όρο συνέχισης της εργασίας τους στον όμιλο MMC. Οι Ενάγοντες έδωσαν ειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησης τους. Είχαν όμως ήδη λάβει μέρος του φιλοδωρήματος. Οι Ενάγοντες κατέφυγαν σε Δικαστήριο της Αγγλίας ζητώντας την έκδοση διατάγματος που να εμποδίζει την καταχώρηση αγωγής εκτός Αγγλίας (anti-suit injuction). Το ερώτημα που κλήθηκε το Δικαστήριο να αποφασίσει ήταν κατά πόσον η συμφωνία φιλοδωρήματος περιλαμβανόταν στον όρο «matters relating to individual contracts of employment». Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «It is well established that the terms used in an instrument such as the Regulation have to be given an autonomous (European) meaning so that each Member State will apply it consistently and not interpret it in accordance with its own national law. So, what are the objectives of the Regulation? Those which are relevant can be gleaned from recitals 11-
  5. Thus, the Regulation is obviously designed to avoid jurisdiction disputes. To this end it aims to achieve certainty and avoid multiplicity of proceedings. Jurisdiction is allocated to the court with the closest connection to the dispute. The general rule is that a party is entitled to be sued in the courts of his or her own domicile, but there are exceptions to this rule, for example where the parties have agreed otherwise (Article 23). In matters relating to contracts of employment however, the employee can only be sued in the court of his domicile (Article 20) unless he has agreed to some other jurisdiction after the dispute has arisen (Article 21
(1)). These special provisions meet one of the objectives of the Regulation which is to protect employees who are regarded as the weaker party in the employment relationship from a socio - economic point of view» Επί της ουσίας εκείνης της υπόθεσης, λέχθηκαν στην συνέχεια τα εξής: «I have only summarised the terms of the bonus agreement. But from those terms which I have quoted or referred to I can demonstrate why it is that I do not accept Mr Rosen's submissions. The recital refers to the award as an incentive "to remain with" MMC or any of its subsidiaries or affiliates. Payment of the award is subject to "your continued employment". The notice, non - solicitation, confidentiality, disclosure and co-operation covenants given to "the Company", which of course included MSL, add to and in some cases differ from the terms of the claimants' original contracts of employment with MSL. The non-exclusivity covenant ([9] above) purports to deal with any such conflict. The modified notice and non-solicitation covenants in schedule II D. for U.K. employees are given only to MSL as it is the U.K. company in the MM group employing the claimants. In short I cannot see how it can be said that the claimants' bonus agreements do not relate to their contracts of employment. They are part of them. One cannot ascertain the terms upon which they were employed without looking at both the original contracts and the bonus agreements.» Παρόμοια γεγονότα εξετάστηκαν στην υπόθεση Petter v. EMC Europe Limited and EMC Corporation [2015] EWCA Civ 828. Στην εν λόγω υπόθεση ο Petter εργαζόταν στην EMC Europe, θυγατρική της EMC Corporation. Παράλληλα, συμμετείχε σε ένα πρόγραμμα με το οποίο η EMC Corporation παραχωρούσε μετοχές της ως βραβείο (awards) σε σημαντικούς υπαλλήλους, όπως ο Petter. Η αξία αυτών των βραβείων ήταν ιδιαίτερα σημαντική και αποτελούσε σημαντικό μέρος των απολαβών του Petter. Όταν ο τελευταίος αποφάσισε να αποχωρήσει από την EMC, η τελευταία αποτάθηκε σε δικαστήριο της Μασαχουσέτης ζητώντας ακύρωση κάποιων από τις παραχωρήσεις μετοχών που είχε γίνει στα πλαίσια του προγράμματος που προαναφέρθηκε. Ο Petter αντέδρασε με αγωγή σε Δικαστήριο της Αγγλίας και ζήτησε, μεταξύ άλλων, διάταγμα που να εμποδίζει την EMC να προωθεί διαδικασίες στην Μασαχουσέτη. Κατ' έφεση, λέχθηκαν τα εξής: «This brings me back to the provisions of Section 5 and in particular Article 20
(1)which provides that "In matters relating to individual contracts of employment jurisdiction shall be determined by this Section." "Relating to" is an expression capable of being given a broad interpretation. The decision of this court in Alfa-Laval Tumba AB v Separator Spares International Ltd [2012] EWCA Civ 1569 demonstrates that a dispute may "relate to" a contract of employment even though the claim itself sounds in tort. If in the present case one asks whether the dispute between Mr. Petter and EMC "relates to" his contract of employment, it is not difficult to see that in reality and substance it does. Although he may have had no right in law to receive an award of stock units, I have little doubt that he, and for that matter both EMC and EMC Europe, regarded such awards as intrinsically bound up with his contract of employment. They were made available to him as an important employee and were intended to act as a reward for past efforts and an incentive to make efforts in the future. They were probably also viewed by EMC as a way of retaining highly valued employees. The awards were made by EMC as the parent company both for its own benefit and for the benefit of the subsidiaries by whom recipients were employed. A dispute between Mr. Petter and EMC over the terms on which awards of stock were made to him as an employee of EMC Europe is a dispute of a kind in which he is properly to be described as the weaker party and thus entitled to protection in accordance with the purposes of Section 5. Leaving aside the decision in Samengo-Turner, therefore, I am satisfied that the dispute between Mr. Petter on the one hand and EMC and EMC Europe on the other is one that "relates to his contract of employment" within the meaning of Article 20
(1)and that both EMC and EMC Europe are to be regarded as his employers for the purposes of the Regulation.» Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω κατά νου, στρέφομαι στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν τόσο από την Έκθεση Απαίτησης όσο και από τις ένορκες δηλώσεις που παρουσίασαν οι δύο πλευρές. Καμία πλευρά δεν αμφισβητεί ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπό κρίση αγωγής, ο Εναγόμενος εργαζόταν στους Ενάγοντες δυνάμει σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία ανανεωνόταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Ήταν ρητός όρος των συμβάσεων εργασίας ημερομηνίας 16.12.15 και 30.11.2017 (βλ. όρο 12) ότι οι Ενάγοντες μπορούν να προβαίνουν σε εκπαιδεύσεις επί διαφόρων τύπων αεροσκαφών για τη βελτίωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων και προσόντων του Εναγομένου. Προνοείται επίσης ρητά ότι για τους όρους κάθε εκπαίδευσης θα καταρτίζεται ιδιαίτερη σύμβαση μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θεωρώ υπογράφθηκαν οι συμφωνίες εκπαίδευσης. Αυτό από μόνο του, δείχνει θεωρώ την ουσιαστική σχέση μεταξύ της σύμβασης εργασίας αφενός και των συμβάσεων εκπαίδευσης αφετέρου. Πέραν όμως τούτου, η συνδυασμένη ανάγνωση των συμφωνιών εργασίας και των συμφωνιών εκπαίδευσης, καταδεικνύει ότι η εκπαίδευση του Εναγομένου θα γινόταν ώστε ο τελευταίος να είναι περισσότερο χρήσιμος στους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα, σκοπός ήταν να αποκτήσει ο Εναγόμενος πιστοποιημένη επάρκεια στην συντήρηση αεροσκαφών που χειρίζονται οι Ενάγοντες, ώστε να μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος τους, τουλάχιστον για τα επόμενα 3 χρόνια. Είναι για αυτό ακριβώς τον λόγο που η συμφωνία εκπαίδευσης προνοεί ρητά ότι ο Εναγόμενος θα παρείχε αποκλειστικά τις υπηρεσίες του στους Ενάγοντες για περίοδο 3 ετών από το πέρας κάθε εκπαίδευσης. Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως ότι η σύμβαση εκπαίδευσης είχε χρησιμότητα και για τον ίδιο τον Εναγόμενο. Με τον όρο 5 της εν λόγω συμφωνίας, ο Εναγόμενος αναγνωρίζει ότι η εκπαίδευση γίνεται πρωτίστως προς όφελός του και συγκεκριμένα για διεύρυνση του επαγγελματικού του πεδίου. Αυτό όμως δεν μπορεί να ιδωθεί αποσπασματικά και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση που πηγάζει από τις σχέσεις των μερών. Η υποχρέωση του Εναγομένου να συνεχίσει να εργάζεται στους Ενάγοντες για 3 χρόνια μετά το πέρας της εκπαίδευσης του, δείχνει ακριβώς ότι σκοπός των συμφωνιών ήταν να επωφεληθούν οι Ενάγοντες από την μεγαλύτερη επάρκεια του Εναγομένου. Από την άλλη, οι συμφωνίες εκπαίδευσης ήταν για τον Εναγόμενο ένα ωφέλημα πέρα και επιπρόσθετα (over and above) της μισθοδοσίας που θα λάμβανε δυνάμει της σύμβασης εργασίας. Με άλλα λόγια, αποτελούσαν κίνητρο για τον Εναγόμενο να παραμείνει στην υπηρεσία των Εναγόντων τουλάχιστον για τα 3 χρόνια που αυτές προνοούσαν. Συνεπώς, υπήρχε μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στις συμβάσεις εργασίας και τις συμβάσεις εκπαίδευσης αφετέρου. Τούτο ενισχύεται έτι περαιτέρω από το ότι στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας δεν ανανεωθεί για λόγους που αφορούν τους Ενάγοντες, τότε ο Εναγόμενος δεν θα υποχρεούται στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού (βλ. όρο 8 υπό τον τίτλο «Ειδικός Όρος»). Αν από την άλλη, ο Εναγόμενος απορρίψει πρόταση για ανανέωση της σύμβασης εργασίας εντός 3 ετών, θα έχει ως συνέπεια την πληρωμή της δαπάνης εκπαίδευσης αλλά και ποινικής ρήτρας (βλ. ο όρο 6). Η υποχρέωση καταβολής ποινικής ρήτρας σε περίπτωση αποχώρησης του Εναγομένου από την εργασία του, δείχνει με εμφαντικό τρόπο την άρρηκτη σχέση μεταξύ της σύμβασης εργασίας και της σύμβασης εκπαίδευσης. Πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ότι ο όρος 8 της σύμβασης εργασίας ημερομηνίας 30.11.2017 κάνει ειδική αναφορά στην υποχρέωση για απόδοση των δαπανών εκπαίδευσης και ποινικής ρήτρας σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης πριν τη λήξη της διάρκειας της (αρχική ή κατά παράταση). Αναφορά πρέπει να γίνει και στην απόφαση Toni & Guy Limassol Ltd και Άλλοι ν. Kυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 ΑΑΔ 496, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με αυτά που επικαλούνται οι Ενάγοντες και στην παρούσα υπόθεση, με τη διαφορά ότι σε εκείνη την υπόθεση δεν τίθετο θέμα επίδοσης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Εκεί, ο Εναγόμενος εργαζόταν ως μαθητευόμενος τεχνικός κομμωτηρίου σε κομμωτήριο των Εναγόντων. Παράλληλα, θα παρακολουθούσε ειδική εκπαίδευση τα δίδακτρα της οποίας ανέρχονταν σε Λ.Κ.2.000. Αυτά θα τα επωμίζονταν οι Ενάγοντες, νοουμένου ότι ο Εναγόμενος θα παρέμενε στην υπηρεσία τους για περίοδο ενός έτους. Ειδάλλως, θα έπρεπε να πληρώσει τα δίδακτρα ο ίδιος. Ο Ενάγοντας παραιτήθηκε πριν το πέρας του ενός έτους. Έτσι, οι Ενάγοντες καταχώρισαν αγωγή αξιώνοντας αποζημίωση Λ.Κ.2.000, ίση δηλαδή με το ύψος των διδάκτρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει κατά πόσον η εν λόγω διαφορά ενέπιπτε στις διατάξεις του άρθρου 12
(1)(ε) του ν.8/67, που προνοεί ότι στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών υπάγεται η διάγνωση και απόφαση επί αυτοτελών αξιώσεων που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο είπε τα εξής: «Εξετάσαμε με πολλή προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η απάντηση στα θέματα που εγείρονται με την υπό εξέταση έφεση βρίσκεται στο λεκτικό του προαναφερόμενου Άρθρου 12
(1)(ε). Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα .» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ΄ αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση. Στην προκείμενη περίπτωση το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα των εφεσειόντων πηγάζει από την κατ' ισχυρισμό συμφωνία των μερών στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας από τον εφεσίβλητο και δεν βασίζεται ούτε και εγείρεται από την ίδια τη σύμβαση εργασίας. Ακόμα, το επίδικο θέμα δεν αφορά στην εργασιακή σχέση των διαδίκων αλλά είναι καθαρά θέμα αθέτησης συμφωνίας, και επομένως εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κατά τόπον αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου.» Έχω την άποψη ότι η πιο πάνω υπόθεση δεν μπορεί να αποτελέσει δεσμευτικό προηγούμενο σε σχέση με την ερμηνεία νομικών εννοιών που περιλαμβάνονται στον Κανονισμό 1215/2012. Ούτε και μπορεί να παρέχει καθοδήγηση ως προς τούτο. Κατ' αρχάς, το λεκτικό του άρθρου 12
(1)(ε) του ν.8/67 είναι εντελώς διαφορετικό από το λεκτικό του άρθρου 20 του Κανονισμού 1215/12. Όπως μάλιστα φαίνεται και από την πιο πάνω απόφαση, στην κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς την ερμηνεία του όρου «αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας», επίδρασαν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε), οι οποίες αναφέρονται σε απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Στην περίπτωση του Κανονισμού 1215/2012 δεν επιχειρείται η ενδεικτική παράθεση θεμάτων που σχετίζονται με την «ατομική σύμβαση εργασίας», αφήνοντας έτσι έδαφος για μια πιο ευρεία ερμηνεία. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του ΔΕΕ που εκτέθηκαν πιο πάνω, οι έννοιες «ατομική σύμβαση εργασίας» και «εργαζόμενος» που συναντώνται στα άρθρα 20 έως 23 του κανονισμού 1215/2012 πρέπει να ερμηνευθούν αυτοτελώς και ομοιόμορφα όχι στην βάση εθνικής νομοθεσίας, αλλά στην βάση του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Με βάση τις ίδιες αποφάσεις, το κύριο χαρακτηριστικό της εργασιακής σχέσης είναι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνσή του, υπηρεσίες έναντι των οποίων εισπράττει αμοιβή. Η σχέση αυτή προϋποθέτει σχέση εξάρτησης μεταξύ του εργαζομένου και εργοδότη. Το κατά πόσον υπάρχει τέτοια σχέση εκτιμάται κατά περίπτωση και με αντικειμενικά κριτήρια. Πρέπει δε κάποιος να έχει κατά νου ότι ο κανονισμός 1215/2012 αποσκοπεί στο να διασφαλίσει στο αδύναμο, από κοινωνικοοικονομικής άποψης, συμβαλλόμενο μέρος προστασία από τους γενικούς κανόνες δικαιοδοσίας. Έτσι, το γεγονός ότι οι συμφωνίες εκπαίδευσης υπογράφθηκαν στην βάση του όρου 12 των συμφωνιών εργασίας, το ότι η εκπαίδευση του Εναγομένου θα γινόταν ώστε ο τελευταίος να είναι περισσότερο χρήσιμος στους Ενάγοντες στα πλαίσια της εργασίας του σε αυτούς, η δέσμευση του Εναγομένου να συνεχίζει να εργάζεται στους Ενάγοντες για 3 έτη, το ότι οι συμφωνίες εκπαίδευσης ήταν για τον Εναγόμενο ένα ωφέλημα επιπρόσθετο του μισθού του και τέλος το γεγονός ότι τόσο οι συμβάσεις εργασίας όσο και οι συμβάσεις εκπαίδευσης προνοούν για την υποχρέωση του Εναγομένου να καταβάλει ποινική ρήτρα σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας πριν τη λήξη των τριών ετών, είναι στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι οι συμβάσεις εκπαίδευσης είναι απόρροια της σχέσης εξάρτησης του Εναγομένου από τους Ενάγοντες, λόγω της εργασιακής σχέσης που προϋπήρχε ανάμεσα τους. Με την τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος, που έλαβε χώρα μετά την καταχώρηση της υπό κρίσης Αίτησης, η πλευρά των Εναγόντων προσπάθησε να περιορίσει οποιεσδήποτε αναφορές στην σύμβαση εργασίας και να απομονώσει την απαίτηση με αναφορά μόνο στις συμφωνίες εκπαίδευσης. Προφανώς, είχε ως σκοπό με αυτό τον τρόπο να αποφύγει την εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού 1215/
  1. Θεωρώ όμως ότι απέτυχε να το πράξει. Οι συμβάσεις εκπαίδευσης δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να ιδωθούν απομονωνόμενα. Εξάλλου, και στην Έκθεση Απαίτησης, όπως αυτή τροποποιήθηκε, γίνεται και πάλι αναφορά τόσο στην σύμβαση εργασίας όσο και στην αποχώρηση του Εναγομένου από την εργασία του (βλ. παραγράφους 3, 4(ε)(ζ) και (η), 5(ε)(ζ) και (η), 7 και 9). Ενώπιον μου έχουν τεθεί τόσο οι συμβάσεις εργασίας όσο και οι συμβάσεις εκπαίδευσης. Το περιεχόμενο τους δεν έχει τύχει αμφισβήτησης. Ούτε έχει τύχει αμφισβήτησης ότι αυτές ήταν οι συμφωνίες που διέπουν τις σχέσεις των δύο μερών. Είναι υπό το φως των προνοιών που περιέχονται στις εν λόγω συμφωνίες που το Δικαστήριο έχει ευχέρεια να καταλήξει σε διαπίστωση αναφορικά με την δικαιοδοσία του. Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω κατά νου, θεωρώ ότι οποιαδήποτε διαφορά ανακύπτει από την σύμβαση εκπαίδευσης είναι στην ουσία και στην πραγματικότητα (in reality and substance), διαφορά στην οποία ο Εναγόμενος μπορεί να θεωρηθεί ως το αδύναμο συμβαλλόμενο μέρος. Αυτό το αδύναμο μέρος ήθελε να προστατέψει ο Κανονισμός 1215/2012 με τις πρόνοιες των άρθρων 20 έως
  2. Καταληκτικά, θεωρώ ότι η επίδικη διαφορά εμπίπτει στην κατηγορία «διαφορές από ατομικές συμβάσεις εργασίας» εν τη έννοια του άρθρου 20 του Κανονισμού 1215/
  3. Συνεπώς, με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα, κρίνω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Το γεγονός ότι στην σύμβαση εκπαίδευσης περιλαμβάνεται πρόνοια ότι αυτή διέπεται «από το Κυπριακό Δίκαιο, κάθε δε διένεξη, ερμηνεία, ή διαφορά, η οποία ήθελε προκύψει από αυτή, θα επιλύεται από τα Δικαστήρια της πόλης της Λάρνακας», δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την κατάληξη. Το άρθρο 23 του Κανονισμού 1215/2012 προνοεί ότι δεν είναι δυνατή η παρέκκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 20 και 22 παρά μόνο με συμφωνία μεταγενέστερη της γένεσης της διαφοράς. Κατ' εφαρμογή της ερμηνευτικής αρχής lex specialis derogat legi generali, τo εν λόγω άρθρο υπερισχύει οποιονδήποτε άλλων γενικών διατάξεων, περιλαμβανομένου του άρθρου 25 του Κανονισμού 1215/2012, που προνοεί για παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας κατόπιν συμφωνίας των μερών. Προτού ολοκληρώσω, θα αναφερθώ και στην θέση των Εναγόντων ότι το αίτημα για παραμερισμό και/ή ακύρωση του διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, αλλά έπρεπε να υποβληθεί ξεχωριστό αίτημα στην γενική αίτηση, στα πλαίσια της οποίας εξασφαλίστηκε το εν λόγω διάταγμα. Στην Tlais Enterprises Ltd v. Her Majesty's Revenue & Customs (Ex Her Majesty's Customs & Excise ECLI:CY:AD:2015:A188, Πολιτική Έφεση Αρ. 109/2009 ημερομηνίας 18.3.2015) λέχθηκε ότι δεν υπάρχει κώλυμα να εξεταστεί ένα τέτοιο αίτημα στα πλαίσια αίτησης για παραμερισμό διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η ταυτόχρονη επιδίωξη ακύρωσης και των δύο δεν απαγορεύεται εφόσον κρίνεται στην ουσία το υπόβαθρο των γεγονότων που δικαιολογούσαν την σφράγιση, αλλά και την επίδοση. Υπό το φως των πιο πάνω, η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται το διάταγμα ημερομηνίας 7.11.2019 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας καθώς και το διάταγμα ημερομηνίας 12.3.2019 με το οποίο επιτράπηκε η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Εκδίδεται επίσης διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται τόσο το κλητήριο ένταλμα όσο και η επίδοση του που έλαβε χώρα στις 9.12.
  4. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου - Αιτητή και εναντίον των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.