Λάμπρος & Λεωνίδας Καντάρας Φρουταρία Λτδ ν. Χριστοφή, Αρ.Αγωγής:1642/2017, 29/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ Αρ.Αγωγής:1642/2017 Μεταξύ: Λάμπρος & Λεωνίδας Καντάρας Φρουταρία Λτδ Ενάγοντες και χχχχχ Χριστοφή Εναγόμενος Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Ζαντή για Γεώργιος Κουκούνης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Νικόλας Γ. Νικολάου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Αγωγή, οι Ενάγοντες ζητούν €470,56 που, κατά την θέση τους, είναι υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει διαφόρων συμφωνιών αγοράς προϊόντων. Διαζευκτικά ζητούν το ως άνω ποσό δυνάμει εκκαθαρισμένου ή παραδεδεγμένου λογαριασμού ή ως αποζημιώσεις για απώλειες και ζημίες που υπέστησαν ή money had and received ή δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες ζητούν νόμιμο τόκο από τις 3.6.2013 μέχρι εξοφλήσεως και €80,00 πλέον Φ.Π.Α., ως έξοδα προειδοποιητικής επιστολής που εστάλη στον Εναγόμενο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, οι Ενάγοντες είναι εταιρεία που ασχολείται με εμπόριο φθαρτών, φρούτων, λαχανικών και άλλων συναφών ειδών. Ο Εναγόμενος ήταν πελάτης των Εναγόντων και μεταξύ της 29.10.2012 και της 3.6.2013 συμφώνησε όπως αγοράσει προϊόντα έναντι συμφωνηθείσας τιμής. Συμφωνήθηκε δε όπως οι Ενάγοντες τηρούν χρεωπιστωστικό λογαριασμό, για τις εκάστοτε αγορές. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, αυτοί όντως πώλησαν και παρέδωσαν στον Εναγόμενο προϊόντα της ειδικότητας τους, για τα οποία εξέδωσαν και παρέδωσαν τιμολόγια και τήρησαν τον συμφωνηθέντα λογαριασμό. Συμφωνήθηκε δε, ότι αν τα τιμολόγια δεν εξοφλούνταν εντός 30 ημερών από της έκδοσης τους, θα επιβαρύνονται με τον εκάστοτε νόμιμο τόκο. Το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού ανερχόταν κατά ή περί την 3.6.2013 στο ποσό των €470,
- Παρά τις οχλήσεις των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο και παρά το ότι αυτός υποσχέθηκε να πληρώσει το υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού, δεν το έχει πράξει μέχρι σήμερα. Κατά τις 13.7.2017 οι Ενάγοντες επέδωσαν στον Εναγόμενο επιστολή, με την οποία τον κάλεσαν όπως πληρώσει €470,56 με νόμιμο τόκο από 3.6.
- Με την ίδια επιστολή οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τον Εναγόμενο ότι έχουν επιβαρυνθεί με €80 πλέον Φ.Π.Α. έξοδα επιστολής, τα οποία και αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Με την Έκθεση Υπεράσπισης, ο Εναγόμενος απορρίπτει τις αξιώσεις των Εναγόντων και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συνεργάστηκε με τους Ενάγοντες κατά τον τρόπο που περιγράφουν οι τελευταίοι. Συγκεκριμένα, κατά τη θέση του, ουδέποτε συμφώνησε να του πωλούνται και παραδίδονται φθαρτά και φρούτα από τους Ενάγοντες, αλλά ήταν οι Ενάγοντες αυτοί που προμηθεύονταν προϊόντα από τον ίδιο. Ισχυρίζεται επίσης ότι ουδέποτε του παραδόθηκαν τιμολόγια των οποίων το υπόλοιπο ανέρχεται σε €470,56 και γενικά ουδέποτε οχλήθηκε προφορικά ή γραπτώς για οποιαδήποτε οφειλή προς τους Ενάγοντες. Για πρώτη φορά έμαθε για τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά με την παρούσα αγωγή. Είναι τέλος η θέση του Εναγομένου ότι η αγωγή προωθείται καταχρηστικά, εκδικητικά και με σκοπό την πίεση, λόγω του ότι ο ίδιος ενήγαγε τους Ενάγοντες για χρηματικά υπόλοιπα που οι τελευταίοι του οφείλουν. Η παρούσα αγωγή είναι ταχείας εκδίκασης και εκδικάστηκε στην βάση της γραπτής μαρτυρίας που κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι δύο πλευρές. Επισημαίνω ότι η πλευρά του Εναγομένου υπέβαλε αίτημα για αντεξέταση του μάρτυρα των Εναγόντων, πλην όμως αυτή απορρίφθηκε για λόγους που εξηγούνται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Μαρτυρία Εναγόντων Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε ενόρκως ο χχχχχχ Θεοδώρου (στο εξής ΜΕ), διευθυντής, γραμματέας και υπεύθυνος πωλήσεων και λογιστηρίου των Εναγόντων. Όπως είπε, γνωρίζει τα γεγονότα λόγω προσωπικής και άμεσης εμπλοκής. Σύμφωνα λοιπόν με τον ΜΕ οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (βλ. Τεκμήριο 1) και ασχολούνται με εμπόριο φθαρτών, φρούτων και λαχανικών καθώς και κιβωτίων μεταφοράς. Προς τούτο διατηρούν καταστήματα, αποθήκες, ψυγεία, οχήματα και προσωπικό στην Ορμήδεια και στην χονδρική δημοτική αγορά Λάρνακας. Καθ' όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ο Εναγόμενος διέθετε μικρή επιχείρηση - κατάστημα στην επαρχία Αμμοχώστου. Μεταξύ της 29.10.2012 και της 3.6.2013, ο Εναγόμενος επισκέφθηκε τα υποστατικά των Εναγόντων και συμφώνησε με αυτούς την αγορά προϊόντων της ειδικότητας τους μαζί με τα κιβώτια μεταφοράς. Ο ΜΕ παραθέτει λεπτομέρειες των συμφωνιών που έγιναν σε διάφορες ημερομηνίες και προς επίρρωση των ισχυρισμών του παρουσιάζει τα τιμολόγια που εκδόθηκαν (βλ. Τεκμήριο 2). Όπως φαίνεται στα σχετικά τιμολόγια, τα κιβώτια που παραλάμβανε ο Εναγόμενος χρεωνόταν προς €5 έκαστο, τιμή που ισχύει για ολόκληρο τον κλάδο. Περαιτέρω, κατά πάγια πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο των Εναγόντων, σε περίπτωση επιστροφής των κιβωτίων, το ποσό των €5 θα επιστρεφόταν. Σύμφωνα όμως με τον ΜΕ, ο Εναγόμενος δεν επέστρεψε στους Ενάγοντες 28 κιβώτια που παρέλαβε και συνεπώς χρεώθηκε συνολικά €
- Οι Ενάγοντες τηρούσαν στο λογιστικό τους σύστημα τον λογαριασμό υπ' αρ.1280 επ' ονόματι του Εναγόμενου (βλ. Τεκμήριο 3). Όλα τα τιμολόγια που αφορά η παρούσα αγωγή φέρουν τον εν λόγω αριθμό λογαριασμού και καταχωρήθηκαν από τον ΜΕ στο λογιστικό σύστημα των Εναγόντων. Ο ΜΕ εξήγησε ότι, από την στιγμή που γίνεται η καταχώριση ενός τιμολογίου, δεν είναι δυνατή η επέμβαση ή τροποποίηση αργότερα. Επομένως, κατά τον ΜΕ, το περιεχόμενο των τιμολογίων και του λογαριασμού του Εναγόμενου είναι ορθό και αληθές. Εξάλλου, οι Ενάγοντες έχουν ήδη πληρώσει και το Φ.Π.Α. που αναλογεί στις αγορές του Εναγόμενου, ο οποίος εξακολουθεί να οφείλει το συνολικό ποσό των €470,56 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Σύμφωνα με τον ΜΕ, αυτός είχε επανειλημμένα και προσωπικά, παραδώσει στον Εναγόμενο τον επίδικο λογαριασμό ζητώντας του όπως τον εξοφλήσει. Ο Εναγόμενος αναγνώριζε το χρέος του προς τους Ενάγοντες και έλεγε ότι θα το διευθετούσε, χωρίς όμως να το πράξει. Έτσι, οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν να απευθυνθούν σε δικηγόρους, οι οποίοι επέδωσαν στον Εναγόμενο επιστολή ημερομηνίας 26.6.2017, δια της οποίας αξίωσαν το ποσό των €470, 56 πλέον τόκο από 3.6.
- Στην εν λόγω επιστολή είχε συναφθεί και παραδόθηκε στον Εναγόμενο η κατάσταση λογαριασμού. Ενημέρωσαν επίσης τον Εναγόμενο ότι τα έξοδα της επιστολής ανέρχονταν σε €80 πλέον Φ.Π.Α (βλ. Τεκμήριο 4). Ο Εναγόμενος απάντησε με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 13.7.2017 (βλ. Τεκμήριο 5), με την οποία ισχυρίστηκε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και ότι η κατάσταση λογαριασμού τέθηκε για πρώτη φορά εις γνώση του. Παράλληλα, ο δικηγόρος του Εναγομένου ισχυρίστηκε ότι η επιστολή στάλθηκε ως κίνηση αντιπερισπασμού ένεκα της αγωγής 879/17 πουo Εναγόμενος καταχώρησε, κατά την θέση του, εναντίον των Εναγόντων. Σε σχέση με την εν λόγω αγωγή, ο ΜΕ αναφέρει ότι ο Εναγόμενος δεν ενήγαγε τους Ενάγοντες, αλλά την εταιρεία Λάμπρος & Λεωνίδας Καντάρας Φρουταρία Λίμιτεδ (βλ. Τεκμήριο 6). Μαρτυρία Εναγομένου Με την ένορκη του δήλωση, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι είναι επαγγελματίας γεωργός, παράγει διάφορα γεωργικά προϊόντα και δραστηριοποιείται ως έμπορος πατατών. Συνεργάζεται με διάφορα πρόσωπα που σχετίζονται με εμπόριο προϊόντων της ειδικότητας του. Σ' αυτά τα πλαίσια, για κάποιο χρονικό διάστημα το 2015, προμήθευε τους Ενάγοντες με προϊόντα δικής του παραγωγής. Παρουσίασε δε χειρόγραφες σημειώσεις που αφορούν την παράδοση πατατών στους Ενάγοντες κατά το 2015 (βλ. Τεκμήριο 1). Παρουσιάζει επίσης ένα τιμολόγιο με αριθμό 0197, που αφορά επίσης πώληση πατατών (βλ. Τεκμήριο 2). Είναι η θέση του ότι ουδέποτε του παραδόθηκαν τα τιμολόγια που περιγράφει ο ΜΕ. Επισημαίνει δε ότι αυτά δεν φέρουν την υπογραφή του. Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε αγόρασε από τους Ενάγοντες προϊόντα. Εξάλλου, τα προϊόντα που φαίνονται στα τιμολόγια είναι φθαρτά και λαχανικά και δεν έχουν σχέση μαζί του, αφού ο ίδιος είναι γεωργός και εμπορεύεται μόνο προϊόντα δικής του παραγωγής και συγκεκριμένα πατάτες. Είναι ισχυρισμός του Εναγομένου ότι η παρούσα υπόθεση προωθείται εκδικητικά και με σκοπό την άσκηση πίεσης, καθότι ο Εναγόμενος ενήγαγε τους Ενάγοντες με την αγωγή αρ. 879/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για υπόλοιπο που του οφείλουν συνεπεία της μεταξύ τους συνεργασίας (βλ. Τεκμήριο 3). Είχε προηγηθεί η επιστολή ημερομηνίας 16.5.2017 από τον δικηγόρο του Εναγομένου στους Ενάγοντες (βλ. Τεκμήριο 4). Οι δικηγόροι των Εναγόντων απάντησαν με επιστολή ημερομηνίας 23.6.2017 (βλ. Τεκμήριο 5) με την οποία αρνήθηκαν την απαίτηση του Εναγομένου, αλλά δεν ανέφεραν οτιδήποτε για οφειλόμενα προς τους Ενάγοντες. Ο δικηγόρος του Εναγομένου απάντησε με τηλεομοιότυπο στις 26.6.2017, λέγοντας ότι ήδη από την 1.6.2017 είχε καταχωρηθεί η αγωγή υπ' αριθμό 879/2017 εναντίον τους (βλ. Τεκμήριό 6). Την ίδια ημέρα οι Ενάγοντες έστειλαν την προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 26.6.
- Είναι ισχυρισμός του Εναγομένου ότι με την τελευταία αυτή επιστολή έλαβε για πρώτη φορά γνώση της ισχυριζόμενης κατάστασης λογαριασμού. Αναφέρει τέλος ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε 5 μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής του ιδίου. Στο μεσοδιάστημα, οι Ενάγοντες ζήτησαν επανειλημμένα από τον Εναγόμενο να καταβάλουν την απαίτηση, αλλά να μην επιβαρυνθούν με τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής που εκκρεμούσε εναντίον τους. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Είναι αδιαμφισβήτητο και καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου, ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία που ασχολείται με το εμπόριο φθαρτών, φρούτων και λαχανικών καθώς και κιβωτίων μεταφοράς. Διατηρούν καταστήματα, αποθήκες, εξοπλισμό και προσωπικό στην Ορμήδεια και στην χονδρική δημοτική αγορά Λάρνακας. Ο Εναγόμενος δεν αρνείται στην μαρτυρία του, ότι κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, διέθετε μικρή επιχείρηση - κατάστημα στην επαρχία Αμμοχώστου. Η βασική διαφωνία που εκφράζει σε σχέση με τις θέσεις των Εναγόντων είναι ότι ουδέποτε προμηθεύτηκε από αυτούς προϊόντα. Ισχυρίζεται δε ότι ήταν ο ίδιος που προμήθευε τους Ενάγοντες με προϊόντα. Περαιτέρω, αρνείται ότι του παραδόθηκαν τα τιμολόγια και/ή ο λογαριασμός στον οποίο οι Ενάγοντες βασίζουν την απαίτηση τους. Όσον αφορά τα ζητήματα για τα οποία υπάρχει διαφωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές, το Δικαστήριο πρέπει να καταλήξει σε στέρεα ευρήματα, στην βάση αξιολόγησης της ενώπιον του μαρτυρίας. Θεωρώ ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου δηλαδή δεν υπάρχει δια ζώσης μαρτυρία και αναπόφευκτα η αξιολόγηση δεν περιλαμβάνει ως κριτήριο την εντύπωση που αποκομίζει το Δικαστήριο από την συνολική παρουσία ενός μάρτυρα, ως βασικό κριτήριο για αξιολόγηση της εν λόγω μαρτυρίας παραμένει αυτό καθ' αυτό το περιεχόμενο της. Εξάλλου, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου δίδεται δια ζώσης μαρτυρία, το Δικαστήριο πρέπει να θέτει την μαρτυρία αυτή στη βάσανο αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην την αποδέχεται ή την απορρίπτει στην βάση μόνο της εξωτερικής εντύπωσης που ο μάρτυρας προκαλεί (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν πρέπει να περιοριστεί σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα χωριστά αλλά πρέπει να συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει την μαρτυρία μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και την σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται θεωρώ και η ανάγκη όπως η μαρτυρία ενός μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α ΑΑΔ 676). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ ήταν λεπτομερής, σαφής και πειστική. Η μαρτυρία του συνάδει με την πραγματική μαρτυρία που παρουσίασε και ειδικότερα, τα τιμολόγια και την κατάσταση λογαριασμού (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία. Συνεκτιμώνται όμως στο σύνολο της μαρτυρίας (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Ζήνων H Κωνσταντινίδης Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 462). Επίσης, το γεγονός ότι τα τιμολόγια δεν φέρουν την υπογραφή του Εναγομένου, δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης (βλ. Χριστοδουλίδου v. Μocassino Shoes Ltd
(2006)1(A) Α.Α.Δ. 294). Εξάλλου, ακλόνητη παρέμεινε η θέση του ΜΕ ότι τα τιμολόγια εκδόθηκαν και περάστηκαν στο λογιστικό σύστημα κατά τον ουσιώδη χρόνο και δεν επιδέχονται επέμβασης ή τροποποίησης σε μεταγενέστερο στάδιο. Επισημαίνω επίσης τη θέση του ΜΕ ότι η Ενάγουσα εταιρεία κατέβαλε τον Φ.Π.Α. που αντιστοιχεί στις αγορές που έκανε ο Εναγόμενος. Θεωρώ ότι η προβολή ενός τέτοιου ισχυρισμού, ο οποίος θα μπορούσε εύκολα να διασταυρωθεί μέσω των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, δείχνει ακριβώς την αληθοφάνεια των θέσεων του μάρτυρα των Εναγόντων. Από την άλλη, η μαρτυρία του Εναγομένου είναι συγκεχυμένη και στερείται σε πολλά σημεία συνοχής και πειστικότητας. Για να υποστηρίξει την θέση ότι ήταν ο ίδιος που προμήθευε τους Ενάγοντες με προϊόντα, παρουσίασε χειρόγραφες σημειώσεις και ένα τιμολόγιο στο οποίο φαίνεται το όνομα «Καντάρας Λ. Λεωνίδας». Παρουσίασε επίσης το κλητήριο ένταλμα της αγωγής αρ. 879/2017 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που καταχώρησε εναντίον της Λάμπρος & Λεωνίδας Καντάρας Φρουταρία Λτδ. Όπως προκύπτει όμως, η εν λόγω εταιρεία είναι διαφορετική από τους Ενάγοντες. Δεν παραγνωρίζω ότι οι δύο εταιρείες αυτές συσχετίζονται με κάποιο τρόπο, κάτι που προκύπτει από το ότι εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο, έχουν όμοια ονόματα και ο μάρτυρας των Εναγόντων γνώριζε γεγονότα όπως το ότι η αγωγή που ήγειρε o Εναγόμενος, επιδόθηκε στην εν λόγω εταιρεία στις 7.7.2017. Όμως, ο ακριβής συσχετισμός των δύο εταιρειών παρέμεινε άγνωστος στο Δικαστήριο. Έτσι, η θέση του Εναγομένου ότι οι Ενάγοντες κίνησαν την παρούσα αγωγή για αντιπερισπασμό και/ή εκδικητικά λόγω της αγωγής αρ. 879/2017 παρέμεινε μετέωρος και δεν στηρίζεται από τα ενώπιον μου γεγονότα. Εξάλλου, η προσπάθεια του Εναγομένου να συνδέσει κάποια δική του απαίτηση εναντίον των Εναγόντων και ή άλλης εταιρείας δικών τους συμφερόντων, δεν απαντά στους ισχυρισμούς ότι το 2013 ο Ενάγοντας προμηθεύτηκε προϊόντα από τους Ενάγοντες. Πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος προσπάθησε να υποστηρίξει τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος προμήθευε τους Ενάγοντες με προϊόντα και όχι το αντίστροφο λέγοντας ότι ο εμπορεύεται μόνο πατάτες. Προκάλεσε όμως σύγχυση καθότι ταυτόχρονα ανέφερε ότι παράγει διάφορα γεωργικά προϊόντα. Εξάλλου στις χειρόγραφες σημειώσεις που παρουσίασε, φαίνεται ότι δεν ασχολείτο μόνο με πατάτες, αλλά και με καρότα, κραμπί, πούλες, κολοκάσι κ.α. Ακλόνητη παρέμεινε και η θέση του μάρτυρα των Εναγόντων, ότι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής, ήτοι τα έτη 2012 και 2013, διέθετε μικρή επιχείρηση - κατάστημα στην επαρχία Αμμοχώστου. Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε μέσω της μαρτυρίας του ότι οι χρεώσεις που φαίνονται επί των τιμολογίων δεν ανταποκρίνονται στην αξία των αντίστοιχων προϊόντων. Ούτε αμφισβήτησε ότι η αξία των κιβωτίων μεταφοράς ανέρχεται στο ποσό των €5 ανά τεμάχιο. Όσον αφορά την νομική πτυχή της υπόθεσης, υπενθυμίζω μόνο ότι στις πλείστες των περιπτώσεων το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει ο εκάστοτε ενάγων, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί εξαίρεση. Έχει κατ' επανάληψη ορισθεί η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι το κατά πόσον η υπόθεση του Ενάγοντος είναι πιο πιθανή από την υπόθεση του Εναγομένου, αλλά η υπόθεση του Ενάγοντος εκτιμάται με σημείο αναφοράς ένα αντικειμενικό επίπεδο πιθανότητας η υπόθεση του να είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Baloise Insurance Co Ltd ν. Xαράλαμπου Kατωμονιάτη και άλλων,
(2008)1 Α.Α.Δ, 1275, Murphy on Evidence, 8η έκδ.
(2003)σελ. 80-83.) Εν προκειμένω, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες βασίζουν την απαίτηση τους τόσο στην βάση συγκεκριμένων συμβάσεων πώλησης προϊόντων, όσο και στην βάση εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Στην Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Co. Ltd κ.α. v. Ρέινμποου Πλητσιηγκ και Νταιγκ Κο. Λτδ
(2005)1Α ΑΑΔ 610 λέχθηκε ότι: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση». Όταν η βάση της αγωγής είναι οφειλόμενο δυνάμει λογαριασμού, όπου καταγράφονται οι συναλλαγές των μερών χωρίς αυτός να έχει τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού, τότε τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει τέτοιος λογαριασμός θα πρέπει να αποδειχθούν (βλ. A.I. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156, Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 734 και Μιχαηλίδης Ηρακλής ν. Φάνος Ν. Επιφανίου Λτδ,
(2009)1 Α.Α.Δ. 494). Στην προκειμένη περίπτωση, από την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο αλλά και από τα κατατεθέντα τεκμήρια καταλήγω σε εύρημα ότι σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ της 29.10.2012 και της 3.6.2013, ο Εναγόμενος αγόρασε τα προϊόντα που αναφέρονται στα τιμολόγια που παρουσίασαν οι Ενάγοντες (βλ. Τεκμήριο 2). Περαιτέρω, ο Εναγόμενος παρέλαβε 28 κιβώτια μεταφοράς αξίας €5 το καθένα. Ο Εναγόμενος ουδέποτε επέστρεψε τα εν λόγω κιβώτια και έτσι, χρεώθηκε συνολικά με το ποσό των €140. Καταλήγω επίσης σε εύρημα ότι οι Ενάγοντες τηρούσαν επ' ονόματι του Εναγόμενου λογαριασμό όπου καταχωρήθηκαν τα τιμολόγια που αφορά η παρούσα αγωγή, η αξία των οποίων ανέρχεται σε €470,56 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε οιοδήποτε ποσό έναντι του πιο πάνω υπολοίπου. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει θετικά κάθε ένα από τα στοιχεία του λογαριασμού. Επιπρόσθετα, απέδειξαν ότι παρέδιδαν την κατάσταση λογαριασμού στον Εναγόμενο, χωρίς αυτός να προβάλει οποιαδήποτε ένσταση. Αντιθέτως, από την μαρτυρία των Εναγόντων, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος αναγνώριζε το χρέος του προς τους Ενάγοντες και έλεγε ότι θα το διευθετούσε, χωρίς όμως να το πράξει. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση τόσο την βάση μιας εκάστης των συμφωνιών πώλησης προϊόντων που αποτυπώνονται στα επίδικα τιμολόγια, όσο και στην βάση εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €470,56 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής μέχρι εξόφλησης πλέον δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά την αξίωση των Εναγόντων για τα έξοδα της επιστολής ημερομηνίας 26.6.2017 που οι Ενάγοντες επέδωσαν στον Εναγόμενο, δεν επιδικάζεται στο παρόν στάδιο οποιοδήποτε ποσό. Τα έξοδα της εν λόγω επιστολής αφορούν δικηγορικά έξοδα και μπορούν να περιληφθούν στον κατάλογο εξόδων που οι Ενάγοντες θα υποβάλουν στο Πρωτοκολλητή προς έγκριση. Νοείται ότι οιονδήποτε ποσό εγκριθεί, θα αντιστοιχεί στην κλίμακα της παρούσας αγωγής. (Υπ.)..................................... Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο