← Κύπρος

Πούλου ν. Χατζηχαμπή, Αρ. Αγωγής: 1043/2017, 30/4/2020

Πούλου ν. Χατζηχαμπή, Αρ. Αγωγής: 1043/2017, 30/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1043/2017 Μεταξύ: xxxxxxxxx Πούλου Ενάγουσας και xxxxxxxxxx Χατζηχαμπή Εναγομένης Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Μιχαήλ για Δρ. Ανδρέας Ποιητής & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα Καρσού για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εναγομένη είναι πρώην σύζυγος του γιου της Ενάγουσας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα με την προοπτική του γάμου ή/και κατά τη διάρκεια του γάμου του γιου της με την Εναγομένη, είχε αγοράσει ή/και πληρώσει το τίμημα για διάφορα αντικείμενα ή/και οικιακό εξοπλισμό ή/και κοσμήματα, τα οποία προσέφερε για χρήση στον γιο της και την Εναγομένη. Η συνολική αξία των εν λόγω αντικειμένων, τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς στην Έκθεση Απαίτησης ανέρχεται σε €7.839,

  1. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ήταν ρητός ή/και εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ή/και άδειας χρήσης των αντικειμένων ότι η άδεια χρήσης θα παρέμενε σε ισχύ, υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης έγγαμης σχέσης ή/και έγκυρου γάμου μεταξύ του γιου της Ενάγουσας και της Εναγομένης. Ο γάμος της Εναγομένης με τον γιο της Ενάγουσας λύθηκε στις 3.2.
  2. Μετά την επέλευση της διάστασης ή/και μετά την έκδοσή του διαζυγίου, η κατοχή ή/και η χρήση των ως άνω αντικειμένων παρέμεινε, χωρίς την σύμφωνο γνώμη της Ενάγουσας, στην Εναγομένη. Διαζευκτικά, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη επωφελείται από την κατοχή ή/και χρήση των αντικειμένων χωρίς την συγκατάθεση ή/και την δική της σύμφωνη γνώμη. Ισχυρίζεται τέλος ότι απέστειλε, μέσω των δικηγόρων της, επιστολή στην Εναγομένη με την οποία αξίωσε την επιστροφή των αντικειμένων, πλην όμως η Εναγομένη ουδέν έπραξε. Με την Υπεράσπιση, η Εναγόμενη αρνείται ότι η Ενάγουσα αγόρασε και/ή προσέφερε στην ίδια και/ή τον τέως σύζυγό της τα αντικείμενα για χρήση. Ισχυρίζεται επίσης ότι η ισχυριζόμενη αξία των αντικειμένων είναι υπερβολική και/ή δεν αντικατοπτρίζει την αληθινή τους αξία σήμερα και/ή κατά το χρόνο αγοράς. Περαιτέρω, κατά την θέση της, δεν ήταν αναγκαία η σύμφωνη γνώμη της Ενάγουσας για τον τρόπο χρήσης και/ή την κατοχή των αντικειμένων. Τα ισχυριζόμενα αντικείμενα χρησιμοποιούνται από τον γιο της Ενάγουσας και/ή έχουν καταστραφεί και/ή δεν υπάρχουν και/ή έχουν χαθεί και/ή έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι είχε δώσει χρήματα στην Ενάγουσα με σκοπό την αγορά αντικειμένων και/ή δώρων για τα εγγόνια της και/ή για τον γιο της και την Εναγόμενη. Έτσι, η Εναγομένη υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, ότι οποιαδήποτε αντικείμενα δόθηκαν ως δωρεά και/ή ουδεμία σύμβαση υπάρχει μεταξύ των διαδίκων και/ή ότι η αγωγή καταχωρήθηκε καταχρηστικά και/ή με κακή πίστη και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή για σκοπούς πίεσης της Εναγόμενης αναφορικά με τις διαφορές της με τον τέως σύζυγό της. Διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι η κατ' ισχυρισμό συμφωνία και/ή οι κατ' ισχυρισμό όροι της αποτελούν παράνομες και/ή καταχρηστικές και/ή ποινικές ρήτρες και/ή αντίκεινται στα ήθη και/ή συνταγματικά και/ή ανθρώπινα δικαιώματα της Εναγόμενης. Τέλος, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ουδεμία επιστολή έχει αποστείλει η Ενάγουσα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατόπιν συμφωνίας των μερών, δυνάμει της Δ.30 Θ.5

(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η ακροαματική διαδικασία διεξάχθηκε στη βάση γραπτής μαρτυρίας που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από κάθε πλευρά. Στην γραπτή ένορκη της δήλωση, η Ενάγουσα ανέφερε ότι στα πλαίσια του γάμου της Εναγομένης με τον γιό της ή/και με προοπτική του γάμου τους, αγόρασε ορισμένα αντικείμενα που πλήρωσε με δικά της χρήματα και τα έδωσε στην Εναγόμενη. Επρόκειτο για ένα πλυντήριο, 2 τηλεοράσεις, μια βάση για τηλεόραση, 4 κλιματιστικά, ηλεκτρικό φούρνο, αποσμητήρα, ψυγείο, στεγνωτήριο, πλυντήριο πιάτων, φούρνο μικροκυμάτων, βραστήρα, τοστιέρα, μίξερ για φραπέ και διάφορα κοσμήματα. Επισυνάπτει σαν τεκμήρια αποδείξεις για τις πιο πάνω αγορές. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, τα αντικείμενα αυτά τα παραχώρησε για να τα χρησιμοποιεί η Εναγόμενη για όσο καιρό ήταν παντρεμένη με τον γιο της και όχι ως δωρεά. Υπό το φως των πιο πάνω, η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι τα αντικείμενα, τα οποία η Εναγόμενη εξακολουθεί να κρατά ή/και η αξία τους θα πρέπει να επιστραφεί, από την στιγμή που ο γάμος λύθηκε. Προς τούτο, απέστειλε μέσω δικηγόρου επιστολές ημερομηνίας 16.3.2017, αλλά η Εναγομένη κώφευσε. Στην δική της γραπτή μαρτυρία, η Εναγόμενη αναφέρει ότι παντρεύτηκε τον γιο της Ενάγουσας στις 13.1.
  1. Από τον γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά, ηλικίας σήμερα 15 και 9 ετών. Αρχικά διέμεναν σε κατοικία που αγόρασαν από κοινού με τον σύζυγο της. Το 2008 ανήγειραν νέα κατοικία στην οποία και ζούσαν μέχρι και το 2014, οπότε και επήλθε η διάσταση. Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2014, o γιός της Ενάγουσας την έδιωξε από τον συζυγικό οίκο. Έτσι, η Εναγομένη αναγκάστηκε να ενοικιάσει νέο χώρο διαμονής για την ίδια και τα τέκνα της. Κατά ή περί τις 3.2.2016 εκδόθηκε το διαζύγιο. Σήμερα, οι σχέσεις με τον πρώην σύζυγο της είναι πάρα πολύ καλές αφού συλλειτουργούν για την ορθή διαπαιδαγώγηση των ανήλικων τέκνων τους. Είναι η θέση της Εναγομένης ότι τα αντικείμενα που αναφέρει η Ενάγουσα ουδέποτε δόθηκαν ή παραχωρήθηκαν στην ίδια για προσωπική χρήση. Σε σχέση με τον οικιακό εξοπλισμό, επισημαίνει ότι τα περισσότερα αντικείμενα αγοράστηκαν κατά ή περί το 2007 όταν και ανεγειρόταν η κατοικία στην οποία εγκαταστάθηκαν το
  2. Αυτά αγοράστηκαν από τον αποβιώσαντα πεθερό της Εναγομένης και δόθηκαν ως δώρο για να χρησιμοποιούνται και από τον υιό της Ενάγουσας και τα εγγόνια της κατά την έγγαμη συμβίωση. Μερικά από αυτά είναι ακόμα εγκατεστημένα στην κατοικία που διέμεναν με τον πρώην σύζυγο της και κάποια άλλα έχουν φθαρεί ή καταστραφεί. Σε κάθε περίπτωση, τα αντικείμενα αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν από την ίδια και δεν μεταφέρθηκαν στην νέα κατοικία, όπου διέμενε μέχρι προσφάτως με τα ανήλικα τέκνα της. Εξάλλου, μετά από τόσα χρόνια, η αξία των αντικειμένων έχει εκμηδενιστεί και εν πάση περιπτώσει δεν είναι αυτή που αναφέρει η Ενάγουσα. Αναφορικά με κοσμήματα είναι η θέση της Εναγομένης ότι κάποια χρυσαφικά προσφέρθηκαν σαν δωρεά στα εγγόνια της Ενάγουσας το
  3. Η Ενάγουσα ουδέποτε αγόρασε στην ίδια κοσμήματα. Επιπλέον ουδεμία σύμβαση υπήρξε για την επιστροφή οποιωνδήποτε κοσμημάτων ή αντικειμένων σε περίπτωση διαζυγίου. Τέλος, η Εναγομένη επισημαίνει ότι ο τέως σύζυγος της ουδεμία απαίτηση είχε ή έχει εναντίον της για περιουσιακές διαφορές και ότι ουδέποτε η Ενάγουσα της απέστειλε επιστολή μέσω δικηγόρου. Είναι η θέση της ότι η αγωγή είχε καταχωρηθεί με αλλότρια κίνητρα και δη για σκοπούς επηρεασμού και πίεσης σε ότι αφορούσε τα δάνεια που είχε συνάψει η Εναγομένη με τον τέως σύζυγο της. Σε κάθε περίπτωση, οι διαφορές της Εναγομένης με τον πρώην σύζυγό της σε σχέση με δάνεια που είχαν συνάψει κατά τον έγγαμο βίο, έχουν κατά την Εναγομένη, επιλυθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η Ενάγουσα βασίζει την αξίωση της σε κατ' ισχυρισμό συμβατική υποχρέωση της Εναγομένης. Το κατά πόσο έχει συναφθεί σύμβαση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί θέμα που κρίνεται με βάση τα δεδομένα κάθε ξεχωριστής περίπτωσης και τις αρχές που η νομολογία έχει αναγνωρίσει διαχρονικά. Στις περιπτώσεις που μια συμφωνία γίνει μόνο προφορικά πρέπει να αποδεικνύεται τί αποτελεί το περιεχόμενο της. Στην Οικονόμου Σολωμός κ.α. ν. Γεωργίου Α Ττοφινή κ.α
(1993)1 CLR 436 λέχθηκαν τα εξής: «Το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σκοπό έχει την εισαγωγή στο Νόμο μας του Κανόνα του Κοινοδικαίου, ότι μόνο συμφωνίες οι όροι των οποίων είναι βέβαιοι έχουν νομική ισχύ. Τα στοιχεία μιας νομικά δεσμευτικής συμφωνίας αναφέρονται στην υπόθεση Horrocks v. Forray
(1976)1 All E.R. 737, που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Saab and Αnother v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499, στη σελ. 514, και είναι τα ακόλουθα: «(α) Η σύμπτωση της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών. (β) Εύλογη βεβαιότητα των όρων του συμβολαίου. Οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης πρέπει να είναι διατυπωμένοι με σαφήνεια. (γ) Η συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται με πρόθεση δημιουργίας νομικής δέσμευσης των συμβαλλομένων μερών, και (δ) Πρέπει να υπάρχει αντάλλαγμα που να πηγάζει από την υπόσχεση.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η βεβαιότητα για τους βασικούς όρους μια σύμβασης είναι προϋπόθεση για την γένεση δεσμευτικής συμφωνίας. Στη Alpan Furnishings v. Δημάδη
(1989)1(E) ΑΑΔ 170, στη σελ. 176 αναφέρονται τα εξής: «Είναι αξίωμα του δικαίου των συμβάσεων ότι οι όροι της σύμβασης καθορίζονται από τους συμβαλλόμενους, αρχή η οποία πηγάζει από την ελευθερία του συμβάλλεσθαι που στην Κύπρο κατοχυρώνεται και συνταγματικά από το άρθρο 26 του Συντάγματος. Δεν είναι ευθύνη ή έργο του δικαστηρίου η συμπλήρωση ατελούς σύμβασης. Οι όροι της σύμβασης πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια ώστε το περιεχόμενο να μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα.» Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι σε περίπτωση που η αξίωση εδράζεται σε σύμβαση πρέπει να δικογραφούνται οι βασικοί όροι της. Ειδικότερα στην Athina Leathergoods Ltd ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ. 787 λέχθηκαν τα εξής: «Όπως υποδεικνύεται στο Annual Practice (πιο πάνω) σελ. 451, σε περίπτωση συμφωνίας τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν την ημερομηνία της ισχυριζόμενης συμφωνίας, τα ονόματα των μερών της συμφωνίας, και κατά πόσο ήταν προφορική ή γραπτή» Στην Λεωνίδου κ.α άλλη ν. Σπυριδάκη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1694 λέχθηκε ότι: «.αξίωση επί συμφωνίας πρέπει να αναφέρει ρητά και τους βασικούς όρους αυτής, το χρόνο και τόπο της σύναψης της συμφωνίας κλπ, όπως προδιαγράφει η Δ.19 θ.θ. 18, 19 και
  1. Σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στο Annual Practice 1970, σελ. 246-247, παρ. 18/7/8-18/7/9, στα σχόλια του O.18 r.7 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 161-163.» Στρεφόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ ότι η Ενάγουσα δεν παρουσιάζει είτε μέσα από τα δικόγραφα της, είτε μέσα από την μαρτυρία της τον χρόνο και τον τόπο σύναψης της κατ' ισχυρισμό σύμβασης μεταξύ της ίδιας και της Εναγομένης. Απεναντίας, η μαρτυρία της σε σχέση με αυτό το ζήτημα προκαλεί σύγχυση και χαρακτηρίζεται από έλλειψη πειστικότητας και αληθοφάνειας. Ειδικότερα, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αγόρασε τα αντικείμενα στα πλαίσια του γάμου ή/και με προοπτική του γάμου. Αν και στα δικόγραφα μπορούν να εγείρονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί, αναμένεται ότι κατά την μαρτυρία του, ένας διάδικος θα καταστεί πιο σαφής ως προς τα αληθή γεγονότα. Στην παρούσα περίπτωση, η Ενάγουσα αφήνει την εντύπωση ότι κάποια αντικείμενα αγοράστηκαν κατά την διάρκεια του γάμου ενώ κάποια αγοράστηκαν πριν τον γάμο. Κανένα όμως από τα τεκμήρια που παρουσίασε δεν έχει ημερομηνία προγενέστερη του γάμου του γιου της με την Εναγομένη, ήτοι το
  2. Περαιτέρω, δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με το πότε και με ποιο τρόπο συνήφθη η συμφωνία της Ενάγουσας με την Εναγομένη. Η σύγχυση επιτείνεται λόγω και του γεγονότος ότι τα τιμολόγια και οι αποδείξεις που παρουσιάζει η Ενάγουσα έχουν εκδοθεί σε διαφορετικά έτη μεταξύ των ετών 2007 και
  3. Από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον, θεωρώ ότι προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι τα περισσότερα αντικείμενα που αγοράστηκαν αφορούσαν τον οικιακό εξοπλισμό της κατοικίας, που η Εναγομένη και ο γιος της Ενάγουσας ανήγειραν το
  4. Αυτά τα αντικείμενα προφανώς και χρησιμοποιούνταν τόσο από την Εναγομένη όσο και από τον γιο της Ενάγουσας και τα εγγόνια της. Αν στην παρούσα περίπτωση θεωρηθεί ότι υπήρξε θεματοφύλακας των αντικειμένων, αυτός δεν θα ήταν μόνο η Εναγομένη αλλά και ο γιος της Ενάγουσας, τον οποίο προφανώς η Ενάγουσα επέλεξε να μην καταστήσει διάδικο. Παρέμεινε άγνωστο σε ποιον περιήλθε η κυριότητα ή/και η κατοχή της κατοικίας, όπου διέμεναν η Εναγομένη και ο σύζυγος της και αν αντικείμενα, όπως το ψυγείο, ο φούρνος και οι τηλεοράσεις εξακολουθούν να βρίσκονται σε αυτή. Σε κάθε περίπτωση, έχω την άποψη ότι από την στιγμή που η Ενάγουσα παρέδωσε τα εν λόγω αντικείμενα στον γιο της και την Εναγομένη, τα αποξενώθηκε και έπαυσε να έχει την ιδιοκτησία τους. Δεν έχει κατορθώσει μέσα από την μαρτυρία της να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι διατήρησε την κυριότητα των αντικειμένων και κατέστη παρακαταθέτης με θεματοφύλακα την Εναγομένη. Όπως είναι γνωστό, στις πλείστες των περιπτώσεων το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει ο ενάγων, ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί εξαίρεση. Έχει κατ' επανάληψη καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι κατά πόσον η υπόθεση του Ενάγοντος είναι πιο πιθανή από την υπόθεση του Εναγομένου, αλλά η υπόθεση του Ενάγοντος εκτιμάται με σημείο αναφοράς ένα αντικειμενικό επίπεδο πιθανότητας η υπόθεση του να είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Baloise Insurance Co Ltd ν. Xαράλαμπου Kατωμονιάτη και άλλων,
(2008)1 Α.Α.Δ, 1275, Murphy on Evidence, 8η έκδ.
(2003)σελ. 80-83.) Στην Baloise ανωτέρω έγινε αναφορά στην υπόθεση Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds [1985] 1 W.L.R. 948 όπου αποφασίστηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλέξει μεταξύ δύο αντικρουόμενων θεωριών. Οι ενάγοντες ήταν εκείνοι που είχαν το νομικό βάρος απόδειξης του επίδικου θέματος. Από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βρει ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά απίθανη, έπρεπε να αποφασίσει ότι οι ενάγοντες είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση και έχοντας κατά νου όσα λέχθηκαν στο Δικαστήριο, κρίνω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να παρουσιάσει μαρτυρία που να καθιστά την υπόθεση της πιο πιθανή παρά όχι. Θεωρώ ότι η μαρτυρία της ότι είχε δήθεν συναφθεί σύμβαση είτε παρακαταθήκης, είτε άδειας χρήσης είτε άλλως πως με την Εναγομένη είναι εξαιρετικά απίθανη. Πέραν τούτου, η Ενάγουσα δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία σε σχέση με το που βρίσκονται σήμερα τα αντικείμενα που αναζητά. Πέρα από την επιστροφή των αντικειμένων βεβαίως, η Ενάγουσα αξιώνει διαζευκτικά την αξία τους. Παραλείπει όμως να αναφέρει την σημερινή αξία και/ή την αξία κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά τον χρόνο λύσης του γάμου. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί της σε σχέση με κοσμήματα που δήθεν έδωσε στην Εναγομένη είναι γενικοί και αόριστοι, αφού ούτε περιγράφονται τα κοσμήματα, ούτε αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο, κατά τον ισχυρισμό της, δόθηκαν στην Εναγομένη. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την αξίωση της εναντίον της Εναγομένης. Συνεπώς, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας. Αυτά να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)..................................... Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.