← Κύπρος

Universal Bank Public Ltd ν. Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 650/2007, 28/4/2020

Universal Bank Public Ltd ν. Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 650/2007, 28/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 650/2007 Μεταξύ: Universal Bank Public Ltd Ενάγοντες και

  1. χχχχ Χαραλάμπους
  2. χχχχ Γιαννακού
  3. χχχχ Σωτηρίου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Νεοφύτου για Γιώργος Α. Βασιλείου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Φλουρέντζου για Νικόλας Γ. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, καταχωρήθηκε στις 5.9.2007 από την Universal Bank Public Ltd. Στις 7.1.2009 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της ως άνω Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €14.000 πλέον τόκους και έξοδα. Με βάση τον φάκελο του Δικαστηρίου, στις 19.9.2012 καταχωρήθηκε αίτηση έρευνας εναντίον των Εναγομένων 2 και 3, η οποία, κατόπιν ακρόασης, κατέληξε σε έκδοση διατάγματος εναντίον του Εναγομένου 3 για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων. Στον τίτλο της εν λόγω Αίτησης, όπως καταχωρήθηκε, φαίνεται το όνομα της USB BANK PLC ως Ενάγουσας - Αιτήτριας. Όμοιος τίτλος φαίνεται και σε αίτηση ημερομηνίας 16.12.2014 με την οποία, φαίνεται η USB BANK PLC να ζητά και να εξασφαλίζει παράταση της εγγραφής ΜΕΜΟ επί της περιουσίας των Εναγομένων. Επισημαίνω εξ αρχής ότι δεν έχω εντοπίσει στον φάκελο του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ειδοποίηση ή διάταγμα με το οποίο να τροποποιείται ο τίτλος της αγωγής, ώστε Ενάγουσα να είναι πλέον η USB BANK PLC, αντί η Universal Bank Public Ltd. Με τα πιο πάνω ως δεδομένα, στις 13.6.2019 η ASTROBANK LIMITED (στο εξής «η Αιτήτρια») καταχώρισε δια κλήσεως Αίτηση με την οποία ζητά άδεια ή/και διάταγμα με το οποίο να της επιτραπεί να συμμετέχει και να συνεχίσει τη διαδικασία της αγωγής σε υποκατάσταση της υφιστάμενης Ενάγουσας, που στην Αίτηση αναφέρεται ως η USB BANK PLC. Επιπρόσθετα, ζητά άδεια ή/και διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με αντικατάσταση του ονόματος της Ενάγουσας με το όνομα της Αιτήτριας. Σημειωτέον ότι, σε αντίθεση με τις δύο άλλες αιτήσεις που είχαν προηγηθεί, στην υπό κρίση Αίτηση ως ενάγουσα στον τίτλο της Αγωγής φαίνεται η Universal Bank Public Ltd. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 200

(1)(γ) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, τις Δ.12 Θ.Θ.1-10, Δ.25, Θ.Θ.1-4 και Δ.48 Θ.Θ. 1-5, 8, 9, 11-13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τις γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα που φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης και σε ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Αιτήτριας. Η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι για αρκετά χρόνια ήταν υπάλληλος της εταιρείας USB ΒΑΝΚ PLC. Με συμφωνία ημερομηνίας 31.7.2018 η Αιτήτρια εξαγόρασε όλες τις τραπεζικές εργασίες, εξασφαλίσεις, δικαιώματα, υποχρεώσεις και όλα τα περιουσιακά στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της USB ΒΑΝΚ PLC. Η συμφωνία ολοκληρώθηκε στις 18.1.2019 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 25.1.
  1. Σύμφωνα δε με την ενόρκως δηλούσα, η εξαγορά της USB ΒΑΝΚ PLC από την Αιτήτρια έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Νόμου ν.64(I)/
  2. Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η παρούσα αγωγή εμπίπτει στα στοιχεία που έχουν εξαγορασθεί από την ASTROBANK LIMITED. Όπως το θέτει, στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας, η Αιτήτρια έχει αναλάβει «την συνέχιση εκκρεμουσών αγωγών εναντίον της USB ΒΑΝΚ PLC για οφειλές τους δυνάμει τραπεζικών διευκολύνσεων ή άλλως πως». Έτσι, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η Αίτηση είναι απαραίτητη για να καταστεί δυνατή η συμμετοχή της ASTROBANK LIMITED στην διαδικασία συμφώνως της Δ.12 αλλά και της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση εμφανίστηκαν στην διαδικασία της Αίτησης και εκδήλωσαν την πρόθεση τους να προβάλουν ένσταση καταχωρώντας σχετική ειδοποίηση. Η Ένσταση τους βασίζεται στο άρθρο 200
(1)(γ) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, τις Δ.12 Θ.Θ.1-10, Δ.25, Θ.Θ.1-4 και Δ.48 Θ.Θ. 1-9, 11-13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Εγείρονται οι ακόλουθου λόγοι Ένστασης:
  1. Η αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη και ελλιπής.
  2. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη
  3. Οι Ενάγοντες Αιτητές δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια
  4. Η επίδικη αίτηση καταχωρείται καθυστερημένα και πάντως ετεροχρονισμένα ως προς τον χρόνο που κατ' ισχυρισμό επήλθαν οι αλλαγές στους Ενάγοντες.
  5. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε έλαβαν γνώση της κατ' ισχυρισμό εξαγοράς τραπεζικών εργασιών των Εναγόντων από άλλο τραπεζικό ίδρυμα.
  6. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην προώθηση της αίτησης καθότι δεν έχουν προβεί στα ενδεδειγμένα μέτρα για ανανέωση της απόφασης ημερομ. 7.1.
  7. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση, θα τους επιφέρει ζημία, καθυστέρηση στην διαδικασία καθώς και σπατάλη δικαστικού χρόνου.
  8. Το αιτούμενο διάβημα προκαλεί σύγχυση στους Εναγόμενους 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση καθότι σε σχέση με τον Εναγόμενο 3 εκκρεμεί έφεση για ακρόαση στις 14.11.2019 για εκδοθέν διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Η Ένσταση στηρίζεται σε γεγονότα που προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου καθώς και στις ένορκες δηλώσεις των Εναγομένων 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση. Αυτοί επαναλαμβάνουν κατ' ουσία τους λόγους Ένστασης και αναφέρουν ότι αγνοούν τα περί συμφωνίας εξαγοράς τραπεζικών εργασιών, εξασφαλίσεων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των Εναγόντων. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι η προώθηση της Αίτησης επηρεάζει ουσιαστικά τα δικαιώματα τους και προωθείται αντικανονικά, αφού δεν έχει προηγηθεί λήψη άδειας εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης και εν πάση περιπτώσει υποβάλλεται καθυστερημένα σε σχέση με τον χρόνο εξαγοράς που επικαλούνται οι Αιτητές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με βάση την Αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, αλλά και την γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της, η Αιτήτρια βασίζει το Αίτημα της για υποκατάσταση της ως ενάγουσας στην Δ.12 Θ.4 ενώ το αίτημα για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής στην Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όντως, η Δ.25 των Θεσμών προνοεί περί της τροποποίησης δικογράφων. Η δε Δ.12 Θ.Θ.1-4 προνοεί τα ακόλουθα: «
  9. A cause or matter shall not become abated by reason of the death or bankruptcy of any of the parties, if the cause of action survive or continue, and shall not become defective by the assignment, creation, or devolution of any estate or title pendente lite; and, whether the cause of action survives or not, there shall be no abatement by reason of the death of either party between the termination of the hearing and judgment, but judgment may in such case be given notwithstanding the death.
  10. In case of the death, or bankruptcy, or devolution of estate by operation of law, of any party to a cause or matter, the Court or a Judge may, if it be deemed necessary for the complete settlement of all the questions involved, order that the personal representative, trustee or other successor in interest (if any) of such party be made a party, or be served with notice in such manner and form as hereinafter prescribed, and on such terms as the Court or Judge shall think just, and. shall make such order for the disposal of the cause or matter as may be just.
  11. In case of an assignment, creation, or devolution of any estate or title pendente lite, the cause or matter may be continued by or against the person to or upon whom such estate or title has come or devolved.
  12. Where by reason of death, bankruptcy, or any other event occurring after the commencement of a cause or matter, and causing a change or transmission of interest or liability, or by reason of any person interested coming into existence after the commencement of the cause or matter, it becomes necessary or desirable that any person not already a party should be made a party, or that any person already a party should be made a party in another capacity, an order that the proceedings shall be carried on between the continuing parties, and such new party or parties, may be obtained ex parte on application to the Court or a Judge, upon an allegation of such change, or transmission of interest or liability, or of any such person interested having come into existence. Η εφαρμογή της Δ.12 σε συνδυασμό με τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εξετάστηκε στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1Α.Α.Δ. 825. Σε εκείνη την υπόθεση, εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ υπέβαλε αίτημα για να υποκαταστήσει ως ενάγουσα τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, καθότι η ολόκληρη η επιχείρηση, ιδιοκτησία, δικαιώματα και υποχρεώσεις του τελευταίου μεταβιβάστηκαν με δικαστικό διάταγμα στην πρώτη. Ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία το αίτημα απορρίφθηκε, το Ανώτατο Δικαστήριο είπε τα εξής: «Τόσο οι πρόνοιες της Δ.12 όσο και οι πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τις οποίες επικαλούνταν οι αιτητές στην αίτηση τους, μαζί με το συνοδευτικό υλικό που παρείχαν μέσω της ένορκης δήλωσης τους και των τεκμηρίων, υποστήριζαν και δικαιολογούσαν πλήρως την αιτούμενη θεραπεία που εζητείτο. Οι αιτητές είχαν ήδη εξασφαλίσει την έγκριση του Δικαστηρίου για τη νομιμοποίηση της δυνατότητας τους όπως συνεχίσουν τη δικαστική διαδικασία στην αγωγή μέσω του Διατάγματος της 13.12.2005 και εκείνο που εζητείτο με την αίτηση τους, ήταν η τυπική εφαρμογή της νέας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της εκκρεμούσας αγωγής, με την υποκατάσταση του υφιστάμενου ενάγοντα από το νέο ο οποίος δικαιωματικά μπορούσε να συνεχίσει την αρξάμενη διαδικασία. Είτε αυτή η θεραπεία χαρακτηριζόταν ως «υποκατάσταση» ή «τροποποίηση» ή και τα δύο, ή άλλως πως, δεν ενέχει καμιά σημασία. Το Δικαστήριο εκαλείτο όπως εγκρίνει την επελθούσα αλλαγή με υποκατάσταση του ονόματος του ενός διαδίκου από άλλο και αυτό μπορούσε να γίνει δικονομικά στη βάση τόσο της Διαταγής 12 όσο και της Διαταγής 25 στις οποίες βασιζόταν η αίτηση και θα είχε ως αποτέλεσμα τη νόμιμη συνέχιση της διαδικασίας από το νέο διάδικο. Παραχωρουμένης δηλαδή της θεραπείας τροποποίησης του ονόματος του διαδίκου, εγκρινόταν η υποκατάσταση του και παρείχετο συνακόλουθα και η άδεια για συνέχιση της διαδικασίας από τον ίδιο, την οποία και εδικαιούτο». Η διαφοροποίηση της παρούσας περίπτωσης από αυτήν στην υπόθεση Χαρίδη (ανωτέρω) είναι ότι εν προκειμένω, βρισκόμαστε σε στάδιο που έπεται της έκδοσης δικαστικής απόφασης. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα σχετικό είναι το εξής απόσπασμα από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της περιουσίας της D K Intercity Buses Larnacas Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A256, Πολιτική Έφεση Αρ. 388/2011 ημερομ. 7.7.2017: «Ως προς την ουσία του θέματος, προκύπτει με σαφήνεια από τη νομολογία ότι οι πρόνοιες της Δ.12 δεν καθίστανται ανενεργές στις περιπτώσεις που υπάρχει τελεσίδικη απόφαση. Η Ζηντίλη ν. Νεοκλέους κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 662, είναι σχετική. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, είχε εκδοθεί απόφαση το 1993 υπέρ της εφεσείουσας, η οποία το 2002 υπέβαλε αίτηση για την πώληση κτήματος του εξ αποφάσεως χρεώστη, ο οποίος είχε αποβιώσει το 1998, προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Η αίτηση επιδόθηκε στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα, οι οποίοι καταχώρισαν ένσταση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, κρίνοντας ότι η διαδικασία δεν μπορούσε να συνεχίσει εναντίον του αποβιώσαντα ως είχε, αλλά, με βάση τη Δ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, θα έπρεπε να γίνει τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και να προστεθούν οι διαχειριστές της περιουσίας ως διάδικοι. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο αναφέρθηκε στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Σπανού άλλως Καφφά κ.ά. ν. Καφφά
(1999)1 Α.Α.Δ 544 (στη σελ. 548), στην οποία βασίστηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο στη δική μας περίπτωση: «Είναι πρόδηλο από τη Δ.12 θ.1 ότι, εφόσον επίδικο θέμα (cause or matter) είναι τέτοιας φύσεως ώστε να επιβιώνει του θανάτου του διαδίκου (δηλαδή, ουσιαστικά, δεν είναι τέτοιας προσωπικής φύσεως ώστε να εξαιρείται του γενικού κανόνα), δεν τερματίζεται (abates) λόγω του θανάτου και δεν επηρεάζεται από αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση το επίδικο θέμα, εφόσον δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις των προσωπικής φύσεως απαιτήσεων, επιβιώνει του θανάτου. Η Δ.12 θ.2 ρυθμίζει περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση, ο διαχειριστής αποβιώσαντος μπορεί να γίνει διάδικος ώστε να διεκπεραιωθεί η διαδικασία και να αποφασισθούν τα επίδικα θέματα. Και η Δ.12 θ.4 ρυθμίζει τα του διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υφισταμένων διαδίκων και του καθισταμένου αναγκαίου νέου διαδίκου. Ούτε περιορίζεται η Δ.12 στο προ της αποφάσεως στάδιο. Και λογικά. Εφόσον μετά την έκδοση αποφάσεως υπάρχει δικαίωμα εφέσεως, όπως και άλλα ζητήματα, υπάρχει και "cause or matter" το οποίο συνεχίζει και το οποίο καθιστά αναγκαία τη διεκπεραίωση της διαδικασίας για να αποφασισθούν τελεσίδικα τα επίδικα θέματα, ώστε να είναι δυνατή η επίκληση της Δ.12.» Ενόσω μια τελική δικαστική απόφαση παραμένει ανικανοποίητη, συνεχίζει να υπάρχει επίδικο θέμα (βλ. Salt v. Cooper, (1880-81 L. R. 16 Ch. D. 544). Στρεφόμενος τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, πρέπει εξ αρχής να παρατηρήσω ότι η αίτηση παρουσιάζει μια ιδιαίτερη παραδοξότητα. Όπως ήδη αναφέρθηκε και είναι εξάλλου προφανές από τον τίτλο της αγωγής, Ενάγοντες σε αυτή είναι η Universal Bank Public Ltd. Ενώ όμως με την υπό κρίση Αίτηση, η Αιτήτρια ζητά να υποκαταστήσει την υφιστάμενη Ενάγουσα, εντούτοις τόσο στο αιτητικό όσο και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν γίνεται αναφορά στην Universal Bank Public Ltd αλλά σε κάποια οντότητα με το όνομα USB BANK PLC. Μάλιστα δε, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η Αιτήτρια εξαγόρασε όλες τις τραπεζικές εργασίες, εξασφαλίσεις, δικαιώματα και υποχρεώσεις καθώς και όλα τα περιουσιακά στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της USB ΒΑΝΚ PLC και όχι της Universal Bank Public Ltd. Έχω διεξέλθει του περιεχομένου του φακέλου του Δικαστηρίου και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η USB ΒΑΝΚ PLC και η Universal Bank Public Ltd είναι το ίδιο πρόσωπο. Ούτε κάτι τέτοιο θα μπορούσε βεβαίως να αποτελέσει δικαστική γνώση. Επισημαίνω επίσης ότι οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν με την Αίτηση τους την ισχυριζόμενη συμφωνία εξαγοράς, από όπου θα μπορούσαν ενδεχομένως να αντληθούν πληροφορίες που να ρίχνουν φως στην εν λόγω ασυνέπεια. Η παράλειψη λοιπόν της Αιτήτριας να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα δεδομένα εκείνα που να καταδεικνύουν ότι η Universal Bank Public Ltd έχει μεταβιβάσει στην Αιτήτρια οιαδήποτε δικαιώματα και δη αυτά που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή, καθιστά την Αίτηση άνευ ουσιαστικού υποβάθρου και υποκείμενη σε απόρριψη. Προσθέτω ανάμεσα στα άλλη και το γεγονός ότι προκαλεί σύγχυση η αναφορά της ενόρκως δηλούσας ότι η Αιτήτρια έχει αναλάβει την συνέχιση εκκρεμουσών αγωγών εναντίον (και όχι υπέρ) της USB ΒΑΝΚ PLC. Πέραν όμως των πιο πάνω, θα απέρριπτα την Αίτηση και για ένα επιπρόσθετο λόγο. Όπως ήδη αναφέρθηκε, με βάση την νομολογία, οι πρόνοιες της Δ.12 δεν καθίστανται ανενεργές στις περιπτώσεις που υπάρχει τελεσίδικη απόφαση. Από την άλλη όμως, για να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες της Δ.12 απαιτείται να καταδειχθεί ότι υπάρχει επίδικο ζήτημα (cause or matter). Στην Σπανού άλλως Καφφά κ.ά. ν. Καφφά (ανωτέρω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο της Δ.12 για μη τερματισμό (abatement) και για συνέχιση της διαδικασίας δεν είναι το πρόσωπο του διαδίκου αλλά η συνεχιζόμενη ύπαρξη επιδίκου θέματος (cause or matter).» Στην εν λόγω απόφαση, κρίθηκε ότι η καταχώριση και/ή προώθηση έφεσης εναντίον πρωτόδικης απόφασης αποτελεί θέμα, το οποίο καλεί για τελεσίδικη απόφαση και έτσι εμπίπτει εντός των προνοιών της Δ.12. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει αναδειχθεί μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ότι υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα που χρήζει απόφασης. Πέραν από τη γενική και αόριστη αναφορά ότι είναι απαραίτητη η συμμετοχή της Αιτήτριας στην διαδικασία, δεν συγκεκριμενοποιείται κάποιο ζήτημα που, κατά την Αιτήτρια, χρήζει εξέτασης, για να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες της Δ.12. Θα ανέμενε κανείς ότι στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια θα αναφερόταν. αν μη τι άλλο, στο κατά πόσον η απόφαση που εκδόθηκε στις 7.1.2009 παραμένει εν όλω ή εν μέρει ανικανοποίητη. Εντούτοις καμία αναφορά δεν γίνεται επί τούτου. Ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για πρόθεση της Αιτήτριας, αν και εφόσον της επιτραπεί να υποκατασταθεί ως Ενάγουσα, να προωθήσει αίτηση για άδεια εκτέλεσης δυνάμει της Δ.40 Θ.8. Δεν παραγνωρίζω ότι στην απόφαση της Intercity Buses Larnacas Ltd (ανωτέρω) λέχθηκε ότι «η Δ.40 θ.8 δεν αντιστρατεύεται τα όσα προνοεί η Δ.12, ούτε επηρεάζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε περίπτωση εκχώρησης δικαιωμάτων διαδίκου σε άλλο πρόσωπο». Για να ενεργοποιηθούν όμως οι πρόνοιες της Δ.12, δεν παύει να απαιτείται όπως καταδειχθεί ότι υπάρχει επίδικο θέμα, κάτι για το οποίο η Αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει. Η ασάφεια που χαρακτηρίζει την υπό κρίση αίτηση, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε εικασίες και συμπεράσματα ως προς το τι είναι ακριβώς που η Αιτήτρια επιζητά. Όπως έχει νομολογηθεί, τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (βλ. Delincyp Company Limited v. First Ukranian Development Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 264/2012 ημερ. 14.3.2018). Εν προκειμένω, δεν έχει καταδειχθεί η πρακτική σημασία που θα έχει για την Αιτήτρια η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Υπό το φως των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. [Υπ.] Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.