← Κύπρος

Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ν. A & G Home Care Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1046/2013, 28/4/2020

Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ν. A & G Home Care Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1046/2013, 28/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1046/2013 Μεταξύ: Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Ενάγοντες και

  1. A & G Home Care Ltd
  2. χχχχχ Σταύρη
  3. χχχχχ Ανδρέας
  4. χχχχχ Θεοδώρου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια: κ. Πλουτάρχου για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Σουρουλλά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ως άνω αγωγή καταχωρήθηκε στις 15.3.
  5. Στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει ένορκη δήλωση επιδότη, με βάση την οποία το Κλητήριο Ένταλμα έχει επιδοθεί για την Εναγομένη 2 στην μητέρα της τελευταίας, στις 15.6.
  6. Την ίδια ημέρα, η αγωγή επιδόθηκε στην Εναγομένη 1, ενώ στον Εναγόμενο 4 επιδόθηκε στις 20.4.
  7. Στις 28.6.2013 καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 4, λόγω της παράλειψης τους να καταχωρίσουν εμφάνιση. Στις 21.10.2013, οι Ενάγοντες προχώρησαν σε απόδειξη της υπόθεσης και πέτυχαν την έκδοση απόφασης. Ανάλογη απόφαση εκδόθηκε στις 11.12.2013 και εναντίον του Εναγομένου 3, επίσης λόγω της παράλειψης του τελευταίου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Στις 9.11.2018 η Εναγομένη 2 - Αιτήτρια καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία ζητά τον παραμερισμό (set-aside) της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της. Η Αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις Δ.5 Θ.Θ.1-3, Δ.5Β Θ.Θ.1-5 και 7, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.27 Θ.1, Δ.32, Δ.39, Δ.40 Θ.Θ.7 και 11, Δ.48 Θ.Θ.1-9, Δ.50 Θ.1, Δ.58 Θ.1 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2,16, 18, 84, 85, 86, 90, 91, 92, 97, 98, 100 και 101 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, στα άρθρα 2, 3, 4, 5, 12, 13, 14 και 15 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου ν.197(Ι)/2003, στα άρθρα 2, 3, 4, 18, 21, 29, 30, 31, 48, 49, 50, 51, 52, 54 και 59 του περί Δικαστηρίων Νόμου ν.14/1960και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η Αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα που φαίνονται σε ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2 και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα λοιπόν με την Εναγομένη 2 - Αιτήτρια, αυτή γνώρισε τον Εναγόμενο 3 το 2006 και αρραβωνιάστηκε μαζί του το
  8. Μετά τον αρραβώνα, ο Εναγόμενος 3 μετακόμισε στο πατρικό της σπίτι, όπου η Εναγόμενη 2 διέμενε με την μητέρα της. Στις 24.1.2011 το ζευγάρι απέκτησε μια κόρη. Μετά την γέννηση του παιδιού, η Εναγομένη 2 υπέφερε από επιλόχεια κατάθλιψη, η οποία, κατά την ίδια, της προκαλούσε εναλλαγές στη διάθεση, αναίτιο κλάμα, θλίψη, αϋπνία, ευερεθιστότητα και την έκανε ευάλωτη και ευκολόπιστη. Αδυνατούσε δε να εργαστεί. Την ίδια περίοδο, o Εναγόμενος 3 προσπαθούσε να ανελιχθεί επαγγελματικά. Προς τούτο, σύστησε με τον Εναγόμενο 4, την Εναγόμενη 1, ώστε να δραστηριοποιηθούν στην οικοδομική βιομηχανία. Αμέσως μετά την εγγραφή της Εναγόμενης 1 και ενώ η Εναγομένη 2 εξακολουθούσε να υποφέρει από κατάθλιψη, ο Εναγόμενος 3 την πίεσε να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς εξασφάλιση δανείων, τα οποία θα χρησιμοποιούσε για να «φτιάξει», όπως έλεγε, μια καλύτερη ζωή για την οικογένεια τους. Περαιτέρω, o Εναγόμενος 3 της είχε πει ότι είχε εξασφαλίσει πολλές εργασίες και δεν θα είχε πρόβλημα στην μηνιαία καταβολή των δόσεων. Μια από τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εγγυήθηκε η Εναγομένη 3 ήταν και η επίδικη και αφορά ενοικιαγορά ημιφορτηγού για σκοπούς εκτέλεσης εργασιών της Εναγομένης
  9. Ένεκα των πιο πάνω, η Εναγομένη πείσθηκε και στις 7.4.2011 μετέβη μαζί με τους Εναγόμενους 3 και 4 σε υποκατάστημα των Εναγόντων, όπου εγγυήθηκε την Εναγόμενη
  10. Εν τέλει, ο Εναγόμενος 3 δεν ήταν συνεπής στις δεσμεύσεις και στα λεγόμενα του, αφού φάνηκε ξεκάθαρα ότι o κύκλος εργασιών της Εναγόμενης 1 ήταν ανύπαρκτος. Στο δε σπίτι όπου διέμεναν, λάμβαναν ειδοποιήσεις από διάφορους πιστωτές της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου 3 για οφειλόμενα ποσά. Παράλληλα, η συμπεριφορά του Εναγομένου 3 χειροτέρευσε, ενώ η προσφορά του στην διατροφή και ανατροφή της ανήλικης θυγατέρας του ήταν μηδαμινή. Συνεπεία των πιο πάνω, περί τον Ιούλιο του 2012 το ζεύγος χώρισε. Μετά τον χωρισμό της με τον Εναγόμενο 3, άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα και στην σχέση της Εναγομένης 2 με την μητέρα της. Οι συζητήσεις και οι καυγάδες με την μητέρα της, σε σχέση με τον χωρισμό της έγιναν ανυπόφοροι κάτι που μετέτρεψε την συγκατοίκηση μαζί της ήταν οδυνηρή. Έτσι με την βοήθεια και συμβολή των αδερφών της, η Εναγομένη 2 αποφάσισε να φύγει από το πατρικό της σπίτι και παράλληλα προσπάθησε να ορθοποδήσει. Τον Σεπτέμβριο του 2012, η Εναγομένη 2 μετακόμισε σε διαμέρισμα στην Έγκωμη, το οποίο της παραχώρησε η αδελφή της, χωρίς να καταβάλλει ενοίκιο (βλ. Τεκμήριο 4). Ταυτόχρονα, ο αδελφός της Εναγομένης 2 την προσέλαβε με μερική απασχόληση στο κομμωτήριο του. Στις αρχές του 2014, η Εναγομένη 2 άρχισε να εργάζεται κανονικά στο κομμωτήριο και τον Σεπτέμβριο του 2014 μετακόμισε σε διαμέρισμα στην Κοκκινοτριμιθιά, όπου διαμένει μέχρι σήμερα με την θυγατέρα της και τον νυν σύζυγό της, με τον οποίον παντρεύτηκαν το
  11. Μετά τον δεύτερο της γάμο, οι σχέσεις της Εναγομένης 2 με την μητέρα της έχουν εξομαλυνθεί. Περί τα τέλη Αυγούστου του 2018, η Εναγομένη 2 αποτάθηκε με τον σύζυγό της σε τραπεζικά ιδρύματα για να εξασφαλίσουν οικιστικό δάνειο. Μεταξύ άλλων, αποτάθηκαν και στους Ενάγοντες, οπότε και ενημερώθηκε για πρώτη φορά ότι έχουν εκδοθεί εναντίον της δύο αποφάσεις, μια εκ των οποίων και η απόφαση στην παρούσα αγωγή. Κατόπιν τούτου, η Εναγομένη 2 προέβη σε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου και διαπίστωσε όσα έχουν λάβει χώρα σε σχέση με την έκδοση της απόφασης εναντίον της. Σύμφωνα με την Εναγομένη 2, κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, δεν διέμενε με την μητέρα της στην διεύθυνση XXXXX χχχ στο Παλαιομέτοχο, αλλά στην οδό XXXXX χχχ, στην Έγκωμη. Ισχυρίζεται επίσης ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση στην αγωγή, λόγω πίεσης που δέχθηκε από τον Εναγόμενο 3 να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της Εναγομένης
  12. Η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση για την πρόθεση της να προβάλει Ένσταση στην Αίτηση για τους ακόλουθους λόγους: Α. H νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη και ανεπαρκής. B. H Εναγομένη 2 - Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της αίτησης. Γ. H Εναγομένη 2- Αιτήτρια δεν κατέδειξε κανένα σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Δ. H Εναγομένη 2- Αιτήτρια δεν έδωσε κανένα σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης παρόλο που η αγωγή επιδόθηκε δεόντως και νομότυπα σε αυτή. Ε. Η Εναγομένη 2- Αιτήτρια δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν τους λόγους της αίτησης της Στ. Η Εναγομένη 2- Αιτήτρια επέδειξε καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Ζ. Η Ενάγουσα ακολούθησε πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία. Η. Η Εναγόμενη απέτυχε να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Θ. Ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ' ης η αίτηση, παρεμποδίζοντας την να εισπράξει το λαβείν της. Ι. To αιτούμενο διάταγμα έχει ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και δεν ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. Η ένσταση βασίζεται στο Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις Δ.5 Θ.2(Ι), Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.Θ.14-15, Δ.48 Θ.Θ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 29 - 32 και 43 του περί Δικαστηρίου Νόμου ν.14/60και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η Ένσταση στηρίζεται σε γεγονότα που εκτίθενται σε ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση, ο οποίος απορρίπτει την αίτηση της Εναγομένης 2- Αιτήτριας και αρνείται το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που τη συνοδεύει. Ο Ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης και παραθέτει κυρίως γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου. Αρνείται ότι η Εναγόμενη 2 ήταν άνεργη κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, αφού σύμφωνα με το συμβόλαιο ενοικιαγοράς, η Εναγομένη 2- Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι αισθητικός αυτοεργοδοτούμενη με μισθό €1.000 μηνιαίως. Περαιτέρω, ο ενόρκως Δηλών αρνείται τον ισχυρισμό ότι η Εναγομένη 2 Αιτήτρια δεν διέμενε στην διεύθυνση, όπου έγινε η επίδοση. Ισχυρίζεται ότι όταν o επιδότης επισκέφτηκε την κατοικία στην οδό XXXXX χχχ, στο Παλαιομέτοχο θα επέδιδε την αγωγή τόσο για την Εναγομένη 2 όσο και για τον Εναγομένο
  13. Όσον αφορά την Εναγομένη 2 επέδωσε την αγωγή στην μητέρα της αφού ζούσαν μαζί. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 3, δεν επέδωσε στην μητέρα της Εναγομένης 2, καθότι αυτή αρνήθηκε να την παραλάβει λέγοντας ότι ο Εναγόμενος 3 είχε αλλάξει διεύθυνση μετά τον χωρισμό. (βλ. Τεκμήριο Ζ). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Πριν προχωρήσω στην ουσία της Αίτησης, θα εξετάσω το ζήτημα που έχει εγερθεί από την Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια σε σχέση με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Συγκεκριμένα, η Εναγομένη 2 - Αιτήτρια εισηγείται ότι η Ένσταση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη διότι συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προγενέστερη της ημερομηνίας που καταχωρήθηκε η Ένσταση. Παραπέμπει σχετικά στην Ιβρου v. Μαυροκωνσταντή κ.α. Πολ. Έφεση Αρ. Ε126/2013, ημερ. 1.2.
  14. Έχω κατά νου την εν λόγω απόφαση, πλην όμως θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση, όπου η ένορκη δήλωση έγινε ενώ εκκρεμεί δικονομικό διάβημα με το οποίο συναρτάται, ήτοι η αίτηση για παραμερισμό απόφασης, εφαρμογή έχουν όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Constantinou SA Ltd και Άλλοι ν. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd,

(2009)1 Α.Α.Δ. 754. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό: «Κανένας από τους θεσμούς που έχουν επικληθεί δεν απαγορεύει την υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώριση μιας ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου. Η Διαταγή 39, Θεσμός 3 προνοεί απλά ότι μια ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με το θέμα ή για το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται. Μια ένορκη δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονική όταν αυτή καταχωρείται πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και το πρόβλημα θα μπορούσε να θεραπευθεί με την κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης». Στην Ιβρου v. Μαυροκωνσταντή (ανωτέρω) το ζήτημα διαφοροποιήθηκε διότι η ένορκη δήλωση που είχε καταχωρηθεί, προηγείτο χρονικά της αίτησης για επαναφορά έφεσης, η οποία είχε προηγουμένως απορριφθεί και έτσι θεωρήθηκε ότι δεν βρισκόταν εν ζωή. Λέχθηκαν ειδικότερα τα εξής: «Τα όσα αναφέρθηκαν στην S.A. Constantinou Ltd κ.α. ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1 A.A.D. 754 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση. Στην S.A. Constantinou Ltd εκκρεμούσε η αγωγή και συνεπώς θεωρήθηκε ως ενδιάμεση αίτηση, η αίτηση την οποία συνόδευε η Ένορκη Δήλωση. Αντίθετα, στην Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389, Ένορκη Δήλωση που συνόδευε αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος και χρονικά προηγείτο του χρόνου καταχώρισης της αγωγής θεωρήθηκε αντικανονική ως αντίθετη με τις πρόνοιες της Δ.39 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η ίδια αρχή ακολουθήθηκε και στην Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 201 όπου αποφασίστηκε ότι Ένορκη Δήλωση που υπεγράφη μια μέρα πριν την καταχώρηση της αγωγής προς υποστήριξη αίτησης δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί με την νέα Δ.64 (βλ. επίσης Tandum Ltd Πολ. ECLI:CY:AD:2014:D556, Αίτ. 131/2014, ημερ. 22.7.2014). Στην υπό εξέταση αίτηση παρατηρείται ότι η αίτηση για επαναφορά έφεσης γίνεται μεν με τον τίτλο και αριθμό της απορριφθείσας έφεσης αλλά χωρίς αυτή να βρίσκεται εν ζωή. Συναρτάται δηλαδή η Ένορκη Δήλωση με ανύπαρκτη, κατά το χρόνο που έγινε η όρκιση, αίτηση επαναφοράς ή Έφεση. Σύμφωνα με την Δ.39 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε Ένορκη Δήλωση θα τιτλοφορείται "in the cause or matter in which it is sworn". Εδώ, κατά τον χρόνο που έγινε η Ένορκη Δήλωση, δεν ευρίσκοντο εν ζωή ούτε η Έφεση αλλά ούτε και η αίτηση για επαναφορά της.» Στην παρούσα περίπτωση, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, έγινε σε χρόνο που υφίστατο συγκεκριμένο πλαίσιο διαδικασίας. Ειδικότερα, υφίστατο αγωγή στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε δικαστική απόφαση. Στα πλαίσια λοιπόν της αγωγής, έστω και μετά την τελεσιδικία, καταχωρήθηκε η υπό κρίση παρεμπίπτουσα Αίτηση. Στα πλαίσια αυτής της Αίτησης έγινε η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση έγινε πριν την καταχώριση της ένστασης, δεν συνεπάγεται αντικανονικότητα που δικαιολογεί την απόρριψη της. Προσθέτω ότι ακόμα και να μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η ένορκη δήλωση δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και πάλι δεν θα οδηγούμασταν σε παραγνώριση της Ένστασης. Όπως λέχθηκε στην Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 825, «σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48, κ. 4
(1)δεν είναι απαραίτητο όπως μια Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, παρά μόνο σε ένορκη δήλωση παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία η Ένσταση βασίζεται και τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας». Λέχθηκε επίσης ότι «η παράλειψη καταχώρησης συνοδευτικής ένορκης δήλωσης δεν είναι μοιραία, πλην όμως θα είχε ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη κατ' ένσταση μόνο όσα γεγονότα ήταν εμφανή από το φάκελο της αγωγής». Προχωρώ λοιπόν στη ουσία της διαφοράς. Απόφαση που εκδόθηκε λόγω παράλειψης Εναγομένου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, δύναται να παραμεριστεί στην βάση των προνοιών της Δ.17 Θ.10 που προνοεί τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Σε μετάφραση: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Όταν η απόφαση έχει εκδοθεί νομότυπα, ήτοι όταν η επίδοση της αγωγής είναι ορθή και είχε παρέλθει ο προβλεπόμενος από τους Κανονισμούς χρόνος για καταχώριση εμφάνισης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια για παραμερισμό της απόφασης. Για την άσκηση της εν λόγω ευχέρειας, το Δικαστήριο εξετάζει κυρίως αν ο Αιτητής έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, ήτοι υπεράσπιση που είναι λογικοφανής και βασίζεται σε γεγονότα. Αυτό κρίνεται χωρίς αξιολόγηση μαρτυρίας και/ή τυχόν αντικρουόμενων ισχυρισμών, διότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε εκδίκαση του ίδιου σημείου εις διπλούν. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. NSM Democars Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση αρ. 121/2010 ημερομ. 14.10.2015, Γιάγκου κ.α. ν. Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολ. Έφεση 233/09, ημερ. 24.1.2014, Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, Χ''Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1179, 1181) Στην συνέχεια, εξετάζεται η δικονομική συμπεριφορά του διαδίκου και δη κατά πόσον παρέχεται επαρκής αιτιολόγηση για την παράλειψη εμφάνισης. Το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές∙ αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Έτσι, έστω και αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση, αν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι ενδεικτική αδιαφορίας για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ενάντια στο αίτημα του (βλ. Ανδρέου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1596, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26, Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ 1283). Σε περιπτώσεις τώρα, που υπάρχει αντικανονικότητα στην διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, όπως συμβαίνει όταν η επίδοση της αγωγής κριθεί κακή, τότε δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο (ex debito justitiae) να παραμερίσει την απόφαση. Έκαστος έχει το βασικό δικαίωμα να πληροφορηθεί για δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247). Όπως αναφέρεται στη Lion Insurance Agency Ltd v. Νικηφόρου
(2004)1Γ Α. Α. Δ.1610, το θέμα επίδοσης μίας αγωγής είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθότι χωρίς «νόμιμη ή παραδεκτή επίδοση του κλητήριου εντάλματος το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να προχωρήσει». Μετά την πιο πάνω επισκόπηση της νομολογίας προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Το πρώτο ζήτημα που χρήζει εξέτασης, είναι κατά πόσον υπάρχει νομότυπη επίδοση της αγωγής. Όπως ήδη λέχθηκε, αν κριθεί το αντίθετο, δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και το ζήτημα θα τελειώσει εδώ, ανεξάρτητα του αν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση, ή αν έχει δοθεί επαρκής αιτιολογία για την όποια καθυστέρηση. Η Δ.5 Θ.2 προνοεί τα ακόλουθα: «2
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left - (i) with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof ......" Σε μετάφραση: «Η επίδοση όποτε αυτό είναι πρακτικά δυνατό θα γίνεται αφήνοντας αντίγραφο στο πρόσωπο στο οποίο θα πρέπει να επιδοθεί· αλλά εάν αυτό δεν ευρίσκεται στην οικία του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι γίνεται εφόσον το αντίγραφο αφήνεται - (ι) με οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του που προφανώς είναι 16 ετών και άνω το οποίο κατά το χρόνο εκείνο ευρίσκεται στην πόλη ή στο χωριό του ή εντός της περιοχής του ................» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Δ.5 Θ.2 δεν ορίζει τη συγκατοίκηση ως κριτήριο για να θεωρηθεί μια επίδοση καλή. Απαιτείται μόνο η επίδοση να γίνει σε πρόσωπο 16 ετών και άνω και το οποίο είναι «μέλος της οικογένειας» του προσώπου που δεν εντοπίστηκε στην οικία του ή στον τόπο εργασίας του. Στην Θεοδώρου κ.α. ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 ΑΑΔ 1305 λέχθηκε ότι το «κατά πόσο συγκεκριμένο πρόσωπο θεωρείται μέλος μιας οικογένειας εξαρτάται όχι μόνο από τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά και από τους σκοπούς της συγκεκριμένης νομικής πρόνοιας στην οποία η λέξη «οικογένεια» απαντάται». Σε εκείνη την υπόθεση, κρίθηκε ότι η πεθερά δύο εκ των εφεσειόντων και γιαγιά του τρίτου, ήταν μέλος της οικογένειας τους μέσα στην έννοια της Δ.
  1. καθότι υπήρχε στενή συγγενική σχέση μαζί τους και κατοικούσε στα βοηθητικά της οικίας που αυτοί διέμεναν. Όπως λέχθηκε, «σκοπός του νομοθέτη ήταν να διευκολύνει την επίδοση όπου αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει προσωπικά στον διάδικο, φέρνοντας σε γνώση του το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η επίδοση». Εν προκειμένω, η Εναγομένη 2 ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της Αγωγής, διέμενε σε διαμέρισμα στην οδό XXXXX 22 στην Έγκωμη, Λευκωσία και όχι στην οδό XXXXX χχχ Παλαιομέτοχο, που επίσης βρίσκεται στην Λευκωσία (βλ. Τεκμήρια 2 και 3 ένορκης δήλωσης Εναγομένης 2). Η ίδια Εναγομένη 2 αναγνωρίζει ότι η επίδοση έγινε στην μητέρα της και άρα σε στενό συγγενικό της πρόσωπο. Αναφέρει δε ότι ο λόγος που είχε αποχωρήσει από το σπίτι που διέμενε με την μητέρα της, ήταν οι συνεχείς καυγάδες που είχε με την τελευταία σε σχέση με τον χωρισμό της. Δεν υποστηρίζει όμως ότι οι σχέσεις με την μητέρα της ήταν ανύπαρκτες ή ότι δεν είχε τακτική επικοινωνία μαζί της. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκόμισαν οι Καθ' ων η Αίτηση, ο επιδότης που επέδωσε στην μητέρα της Εναγομένης 2, δεν ενημερώθηκε για την ισχυριζόμενη μετακόμιση της Εναγομένης 2, με τον ίδιο τρόπο που ενημερώθηκε για τον Εναγόμενο
  2. Τούτο κατά την άποψη μου καταδεικνύει ότι, ασχέτως του ισχυρισμού της Εναγομένης 2 ότι είχε μετακομίσει σε άλλη οικία, οι σχέσεις με την μητέρα της εξακολουθούσαν να υφίστανται και ήταν τέτοιες που κατατάσσουν την τελευταία ως «μέλος της οικογένειας» της δυνάμει της Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως ήδη επισημάνθηκε, ο όρος «μέλος της οικογένειας» ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του σκοπού του νομοθέτη, που δεν είναι άλλος από το να διευκολύνει την επίδοση όπου αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει προσωπικά στον διάδικο, φέρνοντας σε γνώση του το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η επίδοση. Η καλή επίδοση «συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίου εγκαλείται στο Δικαστήριο» (βλ. Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 43). Κρίνω λοιπόν ότι αφ' ης στιγμής η επίδοση έγινε σε μέλος της οικογένειας της Εναγομένης 2, το οποίο κατά το χρόνο της επίδοσης βρισκόταν στην Λευκωσία όπως δηλαδή και η Εναγομένη 2 και το οποίο είχε επικοινωνία με αυτή, τότε η επίδοση θεωρείται καλή και εντός των προνοιών της Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Προτού καταπιαστώ με το κατά πόσον η Αιτήτρια αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, προχωρώ να εξετάσω κατά προτεραιότητα το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης. Στην Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (ανωτέρω) τονίστηκε ότι: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Στην Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάρη του δημοσίου συμφέροντος: Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.» Στην προκείμενη περίπτωση, όπως εκτέθηκε πιο πάνω, η επίδοση της αγωγής έγινε νομότυπα. Έκτοτε, η Εναγομένη 2 δεν έλαβε κανένα μέτρο για την προστασία των συμφερόντων της. Πέντε χρόνια μετά την εν λόγω επίδοση και μόνο όταν συνάντησε πρόβλημα στην εξασφάλιση άλλης πιστωτικής διευκόλυνσης από τους Ενάγοντες, αποφάσισε να αποταθεί για παραμερισμό της απόφασης. Έχω την άποψη ότι αυτή η συμπεριφορά είναι ενδεικτική αδιαφορίας για το σύστημα απονομής δικαιοσύνης και τα δικαιώματα των Εναγόντων. Δεν δόθηκε εν προκειμένω ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την καθυστέρηση που σημειώθηκε στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Θεωρώ ότι αυτό το γεγονός από μόνο του είναι επαρκής λόγος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ενάντια στην αιτούμενη θεραπεία. Εν πάση περιπτώσει, για σκοπούς πληρότητας, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον η Εναγομένη 2 - Αιτήτρια έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Εκείνο που στην ουσία προβάλλει η τελευταία είναι έλλειψη ελεύθερης συναίνεσης στο να συμβληθεί με την Ενάγουσα, λόγω ενεργειών όχι της Ενάγουσας, αλλά του συζύγου της. Στην Ανδρούλα Μαρκίδου v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2069) λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Το ζήτημα προέκυψε από το γεγονός ότι οικονομικοί οργανισμοί προχωρούν στην εκποίηση περιουσιών για χρέη στα οποία πρωτοφειλέτης είναι ο σύζυγος με εγγυήτρια τη σύζυγο, η οποία όμως δεν έχει καμιά άμεση σχέση με το δάνειο προς το σύζυγο, που γίνεται τις περισσότερες φορές για δικό του λογαριασμό ή της επιχείρησης του. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, καθώς αποφασίστηκε, αν αποδειχθεί πως οι περιστάσεις που υπεγράφη η εγγύηση είναι τέτοιες ώστε να θέτουν τον πιστωτή σε τεκμαιρόμενη γνώση των συνθηκών κάτω από τις οποίες η σύζυγος υπέγραψε την εγγύηση, τότε ο πιστωτής αναλαμβάνει τον κίνδυνο η σύζυγος να ασκήσει δικαίωμα παραμερισμού της συναλλαγής, εκτός αν ο πιστωτής προειδοποίησε επαρκώς την εγγυήτρια - σύζυγο για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει με την υπογραφή της εγγύησης.» Στην απόφαση Σιάτη v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1598, τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου ήταν ότι η εφεσείουσα δεν είχε ενεργό συμμετοχή στη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας, της οποίας είχε εγγυηθεί τις υποχρεώσεις. Επικυρώνοντας το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα δεν ενήργησε υπό το κράτος αθέμιτης επιρροής, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου με βάση το οποίο, πέραν της συζυγικής σχέσης μεταξύ εφεσείουσας και του συζύγου της, σε καμμιά ενέργεια ή παράλειψη ή απόκρυψη προέβη ο δεύτερος έναντι της πρώτης, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν επιλήψιμη συμπεριφορά. Με αναφορά στην υπόθεση Barclays Bank Plc v. O'Brien
(1993)3 All E.R. 417, λέχθηκε ότι η υποχρέωση της τράπεζας να αποδείξει ότι η εγγυητής - σύζυγος είχε συμμετάσχει στη συναλλαγή με ελεύθερη βούληση και γνωρίζοντας τα αληθή γεγονότα αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου υπήρξε άσκηση παράνομης, αθέμιτης επιρροής, δόλου, κλπ από τον σύζυγο. Στην O´Brien (ανωτέρω), λέχθηκε ότι υπάρχουν δύο περιπτώσεις που ο/η σύζυγος μπορεί να πετύχει παραμερισμό της συναλλαγής με τον πιστωτή. Η πρώτη περίπτωση είναι εξαιρετικά σπάνια και αφορά περιπτώσεις που ο/ή σύζυγος που άσκησε την αθέμιτη επιρροή ενεργούσε εκ μέρους της τράπεζας (agent). Η δεύτερη περίπτωση, που είναι και το κύριο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, είναι η περίπτωση που η τράπεζα είχε πραγματική ή τεκμαιρόμενη γνώση των ψευδών παραστάσεων ή της αθέμιτης επιρροής από τον/την σύζυγο. Στην περίπτωση λοιπόν συζύγων που μένουν μαζί, γνώση θα τεκμαίρεται από το γεγονός ότι η συναλλαγή στην όψη της δεν ήταν προς το συμφέρον της συζύγου εκτός αν η τράπεζα έλαβε εύλογα μέτρα για να ικανοποιηθεί ότι η συμφωνία της συζύγου έχει εξασφαλιστεί δεόντως. Στην υπόθεση Barclays Bank plc v. Boulter and another
(1999)4 All E.R. 513, με αναφορά και στην O'Brien (ανωτέρω), λέχθηκε ότι στην περίπτωση αθέμιτης επιρροής που ασκήθηκε από τον σύζυγο στην σύζυγο, το βάρος απόδειξης αντιστρέφεται πολύ εύκολα. Η σύζυγος πρέπει απλά να δείξει πρώτον, ότι η τράπεζα γνώριζε ότι η εγγυήτρια ήταν σύζυγος και ζούσε με τον σύζυγο της και δεύτερον ότι η συναλλαγή δεν είναι στην όψη της προς το οικονομικό της συμφέρον. Τότε, το βάρος βρίσκεται στην τράπεζα να δείξει ότι έλαβε όλα τα απαραίτητα βήματα για να ικανοποιηθεί ότι η συναίνεση της συζύγου εξασφαλίστηκε ελεύθερα. Δεν μπορεί όμως να καθιερωθεί κανόνας που να εναποθέτει πάντα το βάρος απόδειξης στην τράπεζα ότι δεν είχε γνώση παραγόντων για έλλειψη ελεύθερης συναίνεσης. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση, έχω ανατρέξει στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2 - Αιτήτριας και δεν εντόπισα οιονδήποτε ισχυρισμό περί γνώσης, έιτε πραγματικής είτε εξυπακουόμενης, εκ μέρους των Εναγόντων για την κατ' ισχυρισμό αθέμιτη επιρροή που υπέστη η Εναγομένη 2-Αιτήτρια. Δεν προκύπτει καν ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν για το ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν σύζυγοι. Ούτε από τα έγγραφα που βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου μπορεί να προκύψει ένα τέτοιο υπόβαθρο, το οποίο θα εναπόθετε στην Ενάγουσα το βάρος να αποδείξει ότι έλαβε μέτρα για να διασφαλίσει ότι η συναίνεση της Εναγομένης 2 δόθηκε ελεύθερα. Ακόμα όμως και να μπορούσε να στοιχειοθετηθεί υποχρέωση των Εναγόντων να τεθούν σε εγρήγορση και πάλι η υπεράσπιση της Εναγομένης 2 δεν θα μπορούσε να κριθεί καλόπιστη. Και τούτο διότι στο έγγραφο που η ίδια υπέγραψε αναφέρονται τα εξής, τα οποία αποτελούν μέρος των δηλώσεων της: «Δηλώνω ότι μου εξηγήθηκε και κατανοώ πλήρως το δικαίωμα μου όπως συμβουλευτώ δικηγόρο της επιλογής μου, για τις πρόνοιες του παρόντος εγγράφου και ότι είχα την ευκαιρία να τον συμβουλευτώ. Και περαιτέρω δηλώνω ότι μελέτησα και κατανόησα πλήρως τις πρόνοιες αυτές και ελεύθερα και εθελούσια συμβάλλομαι και υπογράφω το παρόν έγγραφο εν γνώσει των όσων πρέπει». Στην απόφαση Χατζηστυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμές Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 989) λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το κώλυμα λόγω δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed): «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R.182)». Δεν προωθήθηκε στην παρούσα περίπτωση, η αρχή του non est factum, η οποία εφαρμόζεται όταν κάποιος αποδεδειγμένα έχει παραπλανηθεί στο να υπογράψει ένα συμφωνητικό έγγραφο που είναι ουσιωδώς διαφορετικό από αυτό που ήταν υπόψη του (βλ. Foster v. Mackinnon
(1869)LR 4 CP 704). Το βάρος απόδειξης σε μια τέτοια περίπτωση το έχει αυτός που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες μιας συμφωνίας. Στην Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R.961 λέχθηκε ότι μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις είναι δυνατό να γίνει επιτυχώς επίκληση της αρχής του non est factum από διάδικο που δεν έχει μειωμένη ικανότητα να συνάψει σύμβαση ή να αντιληφθεί το περιεχόμενο εγγράφου. Και ότι οι περιστάσεις αυτές σίγουρα δεν περιλαμβάνουν την περίπτωση που είτε λόγω φόρτου εργασίας, είτε επειδή βασίστηκε σε άλλο πρόσωπο δεν μελέτησε το έγγραφο προτού το υπογράψει (βλ. επίσης Χ'' Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd. κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1113, σελ. 1121). Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος που είχε στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, ώστε να επιτύχει στις αξιώσεις της. Κατά συνέπεια, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 2 - Αιτήτριας. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.