← Κύπρος

Gardner κ.α. ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1072/2020, 22/12/2020

Gardner κ.α. ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1072/2020, 22/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου ‑ Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1072/2020 Μεταξύ:

  1. XXXXX Χρίστου ή XXXXX Vendome Gardner
  2. XXXXX Smith
  3. XXXXX Παναγιώτου
  4. XXXXX Π. Γεωργίου Εναγόντων -και-
  5. XXXXX Γεωργίου (Δ.Τ. XXXXX44) υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX Γεωργίου (Δ.Τ. XXXXX30)
  6. XXXXX Γεωργίου
  7. XXXXX Χριστοδούλου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 2.7.2020 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου,
  8. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Μιλτιάδης Σάββα για Δειλινός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση 3: κ. Δημήτρης Παπαχρυσοστόμου, για Δημήτρης Παπαχρυσοστόμου ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (καταχωρήθηκε με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα) οι ενάγοντες επιδιώκουν την ακύρωση της μεταβίβασης της κατοικίας με αρ. XXXXX, στο συγκρότημα κατοικιών XXXXX XXXXX, στην τοποθεσία ΦΑΡΟΣ, στο χωριό Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακας. Η κατοικία μεταβιβάστηκε, δυνάμει δωρεάς, από τον εναγόμενο 1 στην εναγόμενη
  9. Είναι η θέση των εναγόντων πως οι εναγόμενοι 1 και 3 συνωμότησαν μεταξύ τους με πρόθεση την καταδολίευση και/ή την εξαπάτηση τους. Στη βάση μονομερούς Αίτησης που καταχωρήθηκε αυθημερόν με την αγωγή, εκδόθηκε το ακόλουθο διάταγμα: «Α. Προσωρινό ή/και παρεμπίπτον διάταγμα το οποίο εμποδίζει ή/και απαγορεύει στην Εναγόμενη 3, XXXXX Χριστοδούλου (Δ.Τ.: XXXXX15) ή/και στους κληρονόμους ή/και αντιπροσώπους ή/και εντολοδόχους ή/και προστηθέντες αυτής ή/και σε κάθε πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό αυτής ή/και που έλκει οποιαδήποτε δικαιώματα από αυτήν από του να πωλήσει, διαθέσει, μεταβιβάσει, υποθηκεύσει, δωρίσει, επιβαρύνει, εκποιήσει, ή/και αποξενώσει την κατοικία υπ' αριθμό XXXXX με Αρ. Εγγραφής: 00 /XXXXX, Φυλ./Σχ.: 50/40, Τεμάχιο: XXXXX, Τοποθεσία: Φάρου, Χωριό: Περιβόλια, στην επαρχία Λάρνακας, που βρίσκεται στην διεύθυνση Λεωφόρος XXXXX 37, XXXXX, XXXXX XXXXX, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή / και μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου.» Η αίτηση στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60)άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, στο άρθρο 23 του Συντάγματος, στα άρθρα 2, 25, 30, 31, 32 και 41 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο (Κεφ. 189), στα άρθρα 2, 4, 5, 41

(1)(α) και
(2), 44, 46, 50 και στο ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου (Κεφ. 195), στους κανόνες της επιείκειας ως και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση εμφαίνεται στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας
  1. Η ομνύουσα αναφέρει τα εξής: Οι ενάγοντες 2, 3 και 4 είναι τα αδέλφια της, ο δε εναγόμενος 2 ο πατέρας τους. Η εναγόμενη 3 είναι η νυν σύζυγος του. Τα τελευταία χρόνια, οι σχέσεις τόσο της ίδιας, όσο και των αδελφιών της, με τον πατέρα τους έχουν διασαλευθεί. Ο τελευταίος διορίστηκε στις 20.2.2007, με την συγκατάθεση όλων των παιδιών του, ως διαχειριστής της περιουσίας της μητέρας τους XXXXX Γεωργίου (Αίτηση Διαχείρισης Ε.Δ. Λευκωσίας αρ. XXXXX/07), η οποία απεβίωσε στις 5.2.
  2. Η τελευταία συνέταξε διαθήκη στις 20.2.2003, σύμφωνα με την οποία κληροδοτούσε όλη την κινητή και ακίνητη της περιουσίας, στον σύζυγο της (εναγόμενο 2). Σε περίπτωση που ο τελευταίος απεβίωνε ταυτόχρονα με την μητέρα τους, η τελευταία κληροδοτούσε όλη την περιουσία της (κινητή και ακίνητη), στις τρεις θυγατέρες της (ενάγουσες 1, 2 και 3). Η περιουσία της αποβιωσάσης περιελάμβανε, σύμφωνα με την Απογραφή της περιουσίας που καταχωρήθηκε στις 12.2.2008, μερίδια σε τρία ακίνητα (μικρής αξίας) στην επαρχία Λευκωσίας και την επίδικη κατοικία, αξίας €150.000= περίπου, στο χωριό Περβόλια στην επαρχία Λάρνακας (κατά την ημερομηνία καταχώρησης της Απογραφής δεν είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας). Ο διαχειριστής πώλησε τα μερίδια των τριών ακινήτων στην Λευκωσία και διαμοίρασε το εισπραχθέν ποσό (€13.000=) στους κληρονόμους, σύμφωνα με ό,τι ο περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος (Κεφ. 189) ορίζει. Τον Ιούλιο του 2019 η ίδια πληροφορήθηκε πως είχε εκδοθεί ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας της κατοικίας. Τόσο η ίδια, όσο και τα αδέλφια της, ανέμεναν πως ο πατέρας τους, ως διαχειριστής της περιουσίας, θα ενεργούσε με τον ίδιο τρόπο, θα «διένεμε» δηλαδή το ακίνητο σ' όλους τους δικαιούχους («25% στον ίδιο προσωπικά δυνάμει των όρων της Διαθήκης και ακολούθως το υπόλοιπο 75% στους 5 νόμιμους κληρονόμους, ήτοι στους 4 Ενάγοντες και στον ίδιο προσωπικά») και τούτο αφού, σύμφωνα με ό,τι ο νόμος ορίζει (ο περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος, Κεφ. 195), η αποβιώσασα μόνο το 25% της καθαρής αξίας της περιουσίας της θα μπορούσε να διαθέσει με Διαθήκη, ενώ το υπόλοιπο 75% θα έπρεπε να διανεμηθεί σε όλους τους νόμιμους κληρονόμους σε ίσες μερίδες. Από αλληλογραφία που αντηλλάγη μεταξύ του δικηγόρου τους και του δικηγόρου του πατέρα τους, πληροφορήθηκαν τον Μάρτιο του 2020, πως η κατοικία μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του πατέρα τους, σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης και τις δικές τους συγκαταθέσεις. Οι ίδιοι ποτέ δεν συγκατατέθηκαν ως προς τούτο. Οι συγκαταθέσεις τις οποίες έδωσαν αφορούσαν μόνο τον διορισμό του πατέρα τους ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης. Στη συνέχεια αποτάθηκαν στο Κτηματολόγιο Λάρνακος. Η έρευνα (έλαβαν γνώση για το αποτέλεσμα στις 30.6.2020) κατέδειξε πως ο πατέρας τους μεταβίβασε την κατοικία αρχικά στο όνομα του και ακολούθως, δυνάμει δωρεάς, στην νυν σύζυγό του, (εναγόμενη 3). Είναι η θέση της πως ο πατέρας τους, ενώ γνώριζε πως η κατοικία ήταν περιουσία της διαχείρισης και όχι προσωπικά δική του, δόλια και παράνομα την μεταβίβασε στην εναγόμενη 3, η οποία δόλια επίσης αποδέχθηκε την εγγραφή επ' ονόματι της (η ίδια υπέγραψε το «Εγγυητήριο της Διαχείρισης» και εγγυήθηκε τον διαχειριστή ως προς την ορθή και νόμιμη διαχείριση της περιουσίας), ενώ γνώριζε ότι η κατοικία δεν άνηκε στον πατέρα της προσωπικά. Ουσιαστικά ο πατέρας της και η σύζυγος του σύμπραξαν μεταξύ τους με σκοπό την εξαπάτηση τους ή/και με σκοπό να οικειοποιηθούν την νόμιμη μοίρα από την περιουσία της μητέρας τους. Προβάλλει, καταληκτικά, πως θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, αφού ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου. Σε περίπτωση που αποξενωθεί το ακίνητο, τονίζει, θα είναι ενδεχομένως δύσκολη ή/και αδύνατη, η απονομή δικαιοσύνης στο μέλλον. Η εναγόμενη 3 ενίσταται στην οριστικοποίηση του διατάγματος σε σχέση με ολόκληρο το μερίδιο της εγγραφής. Είναι η θέση της (δηλώνει τούτο και στην Ένορκη της Δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση) πως εφόσον η αξίωση των εναγόντων «αφορά και περιορίζεται» μόνο στα 3/5 μερίδια του ακινήτου, τότε το Διάταγμα θα πρέπει να οριστικοποιηθεί μόνο όσον αφορά τα συγκεκριμένα μερίδια(δεν έχει ένσταση ως προς τούτο). Στην Ένορκη της Δήλωση διατείνεται πως οι ενάγοντες ουδέποτε «ζήτησαν ή διεκδίκησαν το σπίτι» αφού όλοι συμφώνησαν όπως τούτο εγγραφεί «ολόκληρο» στον πατέρα τους. Όταν έλαβαν ό,τι τους αναλογούσε από την πώληση των μεριδίων στα ακίνητα στη Λευκωσία, δήλωσαν εγγράφως πως έλαβαν το μερίδιο τους από την περιουσία της αποβιωσάσης και πως δεν είχαν οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου του ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Επίσης, νομολογιακά έχει καθιερωθεί πως ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση, παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947, 954]. Προτού το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έκδωσε μονομερώς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6. Στο μονομερές στάδιο της αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατ΄ επείγον της αίτησης, ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και η παράκαμψη του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Στην υπόθεση Χ΄΄Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ. 203, στη σελίδα 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- «..... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατ΄ επείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά νόμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντιδίκου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, το κρίσιμο στοιχείο για την Αίτηση και την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος, δεν είναι ο χρόνος έγερσης της Αγωγής και ο χρόνος που προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα ενός Αιτητή, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του Αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας, όσο με την αναγκαιότητα, αυτή να χορηγείται χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Στην αγωγή με αριθμό 3568/2010 του Ε.Δ. Λεμεσού, Vianova Holdings Ltd v. 1. Brassolis Holdings Ltd κ.α. ημερ. 5.11.2010, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Χ. Μαλαχτός έθεσε το θέμα ως εξής: «Εδώ το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας όσο με την αναγκαιότητα αυτή να χορηγείτο χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Το ζήτημα δεν ήταν πως η αίτηση δεν μπορούσε να αναβληθεί για λίγες μέρες ώστε να ειδοποιηθούν οι εναγόμενοι αλλά ότι οι τελευταίοι δεν θα έπρεπε να ελάμβαναν γνώση προτού η ενάγουσα εξασφαλιστεί με την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων. Επιβαλλόταν τα εκδοθέντα διατάγματα να χορηγηθούν χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά η οποία να ειδοποιείτο για την έκδοση τους με την επίδοση τους.» Εν προκειμένω, ως προς το στοιχείο του κατεπείγοντος, κρίνω πως με ό,τι έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο από πλευράς αιτητών έχει ικανοποιηθεί το εν λόγω κριτήριο. Εκείνο το οποίο έχει σημασία δεν είναι η ύπαρξη ή όχι πρόθεσης αποξένωσης του ακινήτου, αλλά το γεγονός πως πάντοτε ο κίνδυνος υπάρχει και είναι ορατός. Ως προς τον χρόνο, θεωρώ πως οι ενάγοντες έδρασαν χωρίς χρονοτριβή, τόσο στην καταχώρηση της αγωγής, όσο και της υπό κρίση Αίτησης. Το κατεπείγον του θέματος έχει καταδειχθεί. Από πλευράς εναγόμενης 3, δεν ετέθη οτιδήποτε ώστε το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την απόφαση του επί του σημείου τούτου. Επανερχόμενη στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 ώστε το προσωρινώς εκδοθέν Διάταγμα να οριστικοποιηθεί, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί είναι πως, ως προς την ουσία της διεκδίκησης των εναγόντων, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του προαναφερθέντος άρθρου. Με βάση το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση (μαζί με τα επισυνημμένα σ' αυτήν Τεκμήρια), καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής, συζητήσιμης υπόθεσης. Στους εναγόμενους 2 και 3 αποδίδεται πως συνωμότησαν μεταξύ τους, ώστε οι ενάγοντες να μην λάβουν το κληρονομικό μερίδιο που δικαιούνται. Θεωρώ πως με τα όσα η πλευρά των εναγόντων έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπό της παρούσας διαδικασίας) είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, αυτή είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Ο χρηματικός παράγοντας όμως δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια [Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1245]. Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 Α.Α.Δ. 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγομένου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ πως ικανοποιείται και το εν λόγω κριτήριο. Δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή, πως το ακίνητο που έχει δεσμευθεί με το εκδοθέν διάταγμα είναι το επίδικο, συνεπώς θα πρέπει το διάταγμα να διατηρηθεί μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής, ώστε να εξανεμιστεί ο κίνδυνος αποξένωσής του, σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ των εναγόντων. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο όπως έχω ήδη αναφέρει, προχωρεί και εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο, κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει και/ή να συνεχίσει το Προσωρινό Διάταγμα αφού λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, και το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Έχει λεχθεί ότι η φράση «ισοζύγιο της ευχέρειας» είναι μια ατυχής έκφραση εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι την ευχέρεια των διαδίκων. Στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει εντελώς αντίθετες θέσεις και αξιώσεις το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την πιθανότητα επιτυχίας από οιονδήποτε των διαδίκων και να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα συμβεί κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Αναμφίβολα εντελώς εξωπραγματικές θέσεις και αντιστρατευμένες στη λογική αξιώσεις, μπορούν και πρέπει να παραγνωρίζονται. Κατά τα άλλα το Δικαστήριο προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σ΄ αυτό το αρχικό στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των όσων έχω αναφέρει μέχρι τώρα, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς των εναγόντων-αιτητών. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, είναι η κατάληξή μου πως το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Δια ταύτα, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 3.7.2020, οριστικοποιείται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπότε και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγομένης 3. (Υπ.) .............. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.